Ο Τσε Γκεβάρα για την ατομική τρομοκρατία

guevarism vs terrorism bannerΗ ΑΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΚΕΒΑΡΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΜΕ ΤΟ ΛΕΓΟΜΕΝΟ «ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΠΟΛΗΣ».

Ένα χαρακτηριστικό των λεγόμενων οργανώσεων «αντάρτικου πόλης», που έδρασαν τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα στην Ευρώπη, ήταν οι – άμεσες η έμμεσες – αναφορές τους στον Τσε Γκεβάρα. Οργανώσεις όπως οι ιταλικές «Ερυθρές Ταξιαρχίες» (Brigade Rosse) και η γερμανική «Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF) Μπάαντερ-Μάινχοφ» ιδρύθηκαν στην αυγή της δεκαετίας του 1970, εν μέσω του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο Βιετνάμ, δύο χρόνια μετά το γαλλικό Μάη του ’68 και τρία χρόνια μετά τη δολοφονία του Τσε στη Βολιβία. Λίγα χρόνια αργότερα, μετά την πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα, εμφανίζεται η επονομαζόμενη Ε.Ο. «17 Νοέμβρη», σε γιάφκα της οποίας μάλιστα, δίπλα από ρουκέτες και λοιπό οπλισμό, φιγουράριζε η διάσημη φωτογραφία του Τσε, η guerrillero heroico.

Οι παραπάνω οργανώσεις επιχείρησαν να ενσωματώσουν στη δράση τους ένα κομβικό σημείο της γκεβαρικής αντίληψης του ανταρτοπολέμου: το λεγόμενο “foco” (foquismo) [1], την προσπάθεια δηλαδή δημιουργίας πολλαπλών, διάσπαρτων εστιών «πολέμου», αιφνιδιάζοντας, χτυπώντας γρήγορα και φεύγοντας. Σύμφωνα με τη θεωρία του «φοκίσμο», από την ύπαρξη ενός δυνατού πυρήνα μπορούν να δημιουργηθούν πολυάριθμες εστίες αντάρτικου οι οποίες, εάν εξαπλωθούν, δύναται να κερδίσουν τον αντίπαλο τακτικό στρατό. Πράγματι, αν δούμε το ιστορικό των «χτυπημάτων» τόσο του γερμανικού «RAF», των ιταλικών «Ερυθρών Ταξιαρχιών» όσο και της «17 Νοέμβρη» αντιλαμβανόμαστε την προσπάθεια δημιουργίας ταχύτατων, αιφνιδιαστικών χτυπημάτων (δολοφονιών, βομβιστικών επιθέσεων, κλπ.) σε διάσπαρτα σημεία των αστικών κέντρων που οι οργανώσεις αυτές έδρασαν. Η πραγματική, όμως, θεωρία του γκεβαρικού ανταρτοπολέμου με τη δράση των ομάδων αυτών εμπεριέχει σημαντικότατες διαφορές. Αυτές μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:

  1. Η θεωρία του ανταρτοπολέμου που ανέπτυξε ο Γκεβάρα είχε ως πεδίο δράσης την ύπαιθρο, τις αγροτικές περιοχές. Ασφαλώς, έχουμε πάντα κατα νου ότι η θεωρία του γκεβαρικού ανταρτοπολέμου βασίστηκε στις συνθήκες που υπήρχαν στην Κούβα τη δεκαετίας του ’50. «Η κατάσταση δεν είναι τόσο δύσκολη στην ύπαιθρο, όπου οι κάτοικοι μπορούν να έχουν την υποστήριξη του ένοπλου αντάρτικου και σε μέρη όπου οι δυνάμεις καταστολής δεν μπορούν να φτάσουν» αναφέρει ο Τσε στο πρώτο κεφάλαιο του «Ανταρτοπολέμου» [2]. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης, λοιπόν, μετέφεραν την ένοπλη πάλη στα αστικά κέντρα, στην καρδιά δηλαδή του αστικού κράτους, εκεί όπου οι μηχανισμοί του κράτους ήταν πανίσχυροι. Ακόμη και αν δεχθούμε το – ούτως η άλλως αναμφίβολο – γεγονός ότι η Δυτική Γερμανία της δεκαετίας του ’70 έχει ουσιαστικές διαφορές απ’ την Κούβα του ’50 η του ’60, ποιές αντικειμενικές συνθήκες επέβαλλαν την έναρξη της ένοπλης πάλης στο Αμβούργο, τη Φρανκφούρτη ή τη Ρώμη, όπου συγκεντρώνονταν όλη η ισχύς της τότε δυτικογερμανικής και ιταλικής αστικής τάξης και των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων τους; Το λεγόμενο αντάρτικο πόλης, λοιπόν, σε περίοδο που δεν υπάρχουν οι κατάλληλες επαναστατικές συνθήκες, αποτελεί ουσιαστική παρέκκλιση (αν όχι και βάναυση διαστρέβλωση) απ’ τη γκεβαρική μέθοδο του ανταρτοπολέμου.

  2. Ο ανταρτοπόλεμος για τον Τσε, για να έχει πιθανότητες επιτυχούς έκβασης, είχε μια βασική προϋπόθεση: να βασίζεται και να προσβλέπει στη λαϊκή στήριξη. Γράφει σχετικά ο Τσε στον πρόλογο του «Ανταρτοπολέμου»: «Έχει σημασία να τονίσουμε ότι ο αντάρτικος αγώνας πάλη των μαζών, είναι πάλη του λαού: το αντάρτικο, σαν ένοπλος πυρήνας, είναι η αγωνιστική πρωτοπορία του λαού, η μεγάλη του δύναμη έχει τις ρίζες της στις μάζες του πληθυσμού. Δεν πρέπει να θεωρούμε το αντάρτικο κατώτερο αριθμητικά του στρατού ενάντια στον οποίο μάχεται, ακόμη και αν διαθέτει μικρότερη δύναμη πυρός. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να καταφεύγει κανείς στον ανταρτοπόλεμο όταν έχει μαζί του έναν πολυπληθή πυρήνα έστω και αν διαθέτει έναν πολύ μικρότερο αριθμό όπλων για να αμυνθεί απέναντι στην καταπίεση» [3]. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης που γνωρίσαμε στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες ίσως να ήθελαν να πιστεύουν ότι αποτελούσαν την αγωνιστική πρωτοπορία του λαού – όμως δεν ήταν. Αντιθέτως, οι οργανώσεις αυτές αυτοπροσδοιορίζονταν ως «αγωνιστική πρωτοπορία», παίρνοντας τα όπλα ερήμην του μαζικού εργατικού-λαϊκού κινήματος. Πολεμούσαν στο «όνομα του λαού» ενώ αποτελούνταν (όπως αποδείχθηκε) από σχετικά μικρούς πυρήνες συνωμοτικά δρώντων ομάδων. «Και το επαναστατικό Κίνημα της 26ης Ιούλη στην Κούβα δεν ήταν πολυάριθμο» ίσως αντιτείνει κάποιος. Ναι, αλλά ταυτόχρονα με τη δράση των ανταρτών στην κουβανική ύπαιθρο, στελέχη του Κινήματος δρούσαν ταυτόχρονα στα αστικά κέντρα (Αβάνα, Σαντιάγκο), στρατολογούσαν νέους, οργάνωναν μαζικές απεργίες ενάντια στο καθεστώς, έχτιζαν ολόκληρο δίκτυο λαϊκής υποστήριξης στον αντάρτικο αγώνα [4].

  3. RAF bombing Germany
    Βομβιστική ενέργεια της RAF-Baader Meinhof τη δεκαετία του ’70.

Η αντίληψη του Τσε Γκεβάρα για τη μορφή της επανάστασης, βασίζεται στη λενινιστική προσέγγιση για την αναγκαιότητα μαζικής, οργανωμένης λαϊκής πάλης. Όπως ο Λένιν, έτσι και ο Γκεβάρα ήταν αντίθετος με την ατομική τρομοκρατία, με τις μεμονωμένες δηλαδή βίαιες τρομοκρατικές πράξεις. Να τι έγραφε ο ίδιος ο Τσε για την ατομική τρομοκρατία, την οποία αναγάγουν σε «επαναστατικό αγώνα» διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι «επαναστάτες»:

«Η δολοφονία και ο τυφλός τερορισμός (τρομοκρατία) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Είναι προτιμότερο να γίνεται μαζική δουλειά, να εντυπώνεται το επαναστατικό ιδανικό, και να το κάνει να ωριμάσει για να μπορούν, στη δοσμένη στιγμή, να κινητοποιήσουν αυτές τις μάζες υποστηριζόμενες από τον επαναστατικό στρατό και να κάνουν να κλίνει η πλάστιγγα προς την πλευρά της Επανάστασης» [5].

Ποιό «επαναστατικό ιδανικό» άραγε αποτύπωσαν στη λαϊκή σκέψη οι ευρωπαϊκές οργανώσεις αντάρτικου πόλεων; Ποιά σχέση υπήρχε ανάμεσα στις μάζες και σε ομάδες τύπου «Μπάαντερ-Μάϊνχοφ» ή «17 Νοέμβρη»; Σε τι χρησίμευσαν οι δολοφονίες κατώτερων ιεραρχικά στελεχών ξένων μυστικών υπηρεσιών η πρεσβειών, αστυνομικών οργάνων ή μεμονωμένων επιχειρηματιών;

Η τρομοκρατία που δε βασίζεται στη λαϊκή υποστήριξη και που έχει ατομικά χαρακτηριστικά, ξεκομμένα απ’ τη μαζική-εργατική πάλη των μαζών έχει αρνητικά αποτελέσματα. Να τι έγραφε ο Τσε επ’ αυτού:

«Είμαστε ειλικρινά πεπεισμένοι ότι η τρομοκρατία είναι ένα αρνητικό όπλο, που δεν προσφέρει απολύτως ποτέ τα αναμενόμενα αποτελέσματα κι ότι μπορεί να απομακρύνει το λαό από ένα επαναστατικό κίνημα, αφού συνδέεται ολοκληρωτικά με αυτούς που επιδιώκουν ανθρώπινες απώλειες χωρίς προοπτική για τα προσδοκώμενα αποτελέσματα» [6].

Συμπέρασμα.

Che-Guevara-Guerrilla1Μεταξύ της «τρομοκρατίας» που ασκείται ενάντια στο αστικό κατεστημένο και τους ιμπεριαλιστές από μια μαζική επανάσταση με λαϊκά χαρακτηριστικά και της ατομικής τρομοκρατίας μεμονωμένων ομάδων αντάρτικου πόλης υψώνεται ένα μεγάλο τείχος. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις πάλης. Ο Λένιν το θέτει στη σωστή του βάση: «(…) οι μεμονωμένες απόπειρες δολοφονίας, σαν επαναστατική τακτική, είναι άσκοπες και επιζήμιες. Μόνο το μαζικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί σαν πραγματική πολιτική πάλη (…)» [7]. Ο ανταρτοπόλεμος, λοιπόν, δεν είναι ούτε αυτοσκοπός, ούτε μπορεί να συγχέεται με την ατομική τρομοκρατία και την τακτική των μεμονωμένων δολοφονιών που εφάρμοσε το λεγόμενο «αντάρτικο πόλης». Αντιθέτως, ο ανταρτοπόλεμος είναι η προμετωπίδα του πολιτικού αγώνα, σε μια δοσμένη χρονική περίοδο μεγάλης όξυνσης της ταξικής αντιπαράθεσης που δημιουργεί επαναστατικές συνθήκες. Γράφει επ’ αυτού ο Γκεβάρα: «Γιατί αγωνίζεται ο αντάρτης: Πρέπει να καταλήξουμε στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως ο αντάρτης είναι ένας κοινωνικός μεταρρυθμιστής, που παίρνει τα όπλα ανταποκρινόμενος στην οργισμένη διαμαρτυρία του λαού ενάντια στους καταπιεστές του και αγωνίζεται να αλλάξει το κοινωνικό καθεστώς που κρατάει τα άοπλα αδέλφια του μέσα στον εξευτελισμό και τη μιζέρια. Ξεσηκώνεται ενάντια στις συγκεκριμένες συνθήκες των θεσμοθετημένων δομών που κυριαρχούν κάποια δεδομένη στιγμή, και καταγίνεται, με όσες δυνάμεις του επιτρέπουν οι περιστάσεις, να σπάσει τα πλαίσια αυτών των θεσμοθετημένων δομών» [8].

Η Ιστορία μας διδάσκει ότι χωρίς πολιτική πρωτοπορία που ζυμώνεται μέσα στις μάζες, στο λαϊκό κίνημα, δε μπορεί να υπάρξει αποτελεσματικός αντάρτικος αγώνας και επανάσταση. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης που γνωρίσαμε τις τρείς τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα οδήγησαν σε αντίθετα αποτελέσματα – όντας απομονωμένες απ’ το μαζικό-λαϊκό εργατικό κίνημα λειτούργησαν ως λιπαντικό στα γρανάζια της αστικής αυταρχικότητας, δυσφήμισαν την επαναστατική δράση στις λαϊκές συνειδήσεις και κατέληξαν στην αναπόφευκτη αποτυχία. Η δε προσπάθεια τους να οικειοποιηθούν σε ορισμένες περιπτώσεις τη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία, αλλά και τον ίδιο τον Τσε ως επαναστατικό σύμβολο, δε μπορεί παρά να εκληφθεί ως ύβρις, πράξη προσβλητική απέναντι στην ιστορική πραγματικότητα.

Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, Γενάρης 2014.

Υποσημειώσεις:

[1] Ο όρος “foquismo” (φοκίσμο) αναπτύχθηκε απ΄ τον γάλλο διανοούμενο Ρεζί Ντεμπρέ και βασίστηκε στα γραπτά του Τσε στο βιβλίο “Ο Ανταρτοπόλεμος” αλλά και στην εμπειρία του ίδιου του Ντεμπρέ στο αντάρτικο της Βολιβίας (1966-67).
[2] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», εκδόσεις «Καρανάση», Αθήνα, 1982 και στο Τσε Γκεβάρα: Η ουσία του αντάρτικου αγώνα (“Ο Ανταρτοπόλεμος”, Πρώτο Κεφάλαιο).
[3] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος»,, εκδόσεις «Καρανάση», Αθήνα, 1982 και στο Τσε Γκεβάρα: Η ουσία του αντάρτικου αγώνα (“Ο Ανταρτοπόλεμος”, Πρώτο Κεφάλαιο)
[4] Ο αντάρτικος αγώνας στην Κούβα δεν ήταν ξεκομμένος απ’ την πολιτική δράση μέσα στο λαό. Το Κίνημα της 26ης Ιούλη του Φιντέλ Κάστρο συνεργάζονταν με άλλες οργανώσεις όπως το λεγόμενο “Επαναστατικό Διευθυντήριο” αλλά και το “Σοσιαλιστικό Λαϊκό Κόμμα”.
[5] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», Αθήνα, 1982, σελ. 118-119.
[6] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», Αθήνα, 1982, σελ. 127.
[7] Β.Ι.Λένιν, Απαντα, τ. 40, σελ. 312.
[8] Βλέπε υποσημειώσεις [2] και [3].
Advertisements

Το μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα: Οικοδομώντας το Κόμμα της Εργατικής Τάξης (Μέρος ‘Β)

che guevara guevaristas 876Εισαγωγή στο βιβλίο “Το Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κόμμα” που εκδόθηκε το 1963 από την Εθνική Διοίκηση του Ενιαίου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Συνέχεια από το Πρώτο Μέρος

Μέσα στη μεγάλη επαναστατική πάλη για την εξουσία αυτός ήταν ένας μικρότερος αγώνας για τον εσωτερικό έλεγχο. Τα πρόσφατα γεγονότα της Αλγερίας εξηγούνται καθαρά μέσα από αναλογίες με την κουβανική επανάσταση. Η επαναστατική πτέρυγα δεν αφήνεται να απομακρυνθεί από την εξουσία και αγωνίζεται μέχρι να έρθει ολόκληρη η εξουσία στα χέρια της. Ο Απελευθερωτικός Στρατός είναι ο αυθεντικός εκπρόσωπος της νικηφόρας επανάστασης.

Οι συγκρούσεις ξεσπούν περιοδικά και η ενιαία διοίκηση γίνεται πραγματικότητα (αν και παρ’ όλα αυτά όχι αποδεκτή ακόμη απ’ όλους) μόνο όταν ο Φιντέλ διορίζεται πρωθυπουργός, λίγους μήνες μετά την κατάκτηση της νίκης της επανάστασης. Τι είχαμε κάνει μέχρι εκείνη την στιγμή; Είχαμε αποκτήσει, όπως είπε κάποτε ο Φιντέλ, το δικαίωμα να ξεκινήσουμε. Είχαμε μόνο ολοκληρώσει ένα στάδιο που βασίζονταν στον μέχρι θανάτου αγώνα ενάντια στο σύστημα που ίσχυε στην Κούβα και εκπροσωπούσε ο δικτάτορας Μπατίστα. Όμως, το γεγονός ότι ακολουθούσαμε με συνέπεια μια επαναστατική γραμμή που έτεινε να βελτιώσει την κατάσταση της κοινωνίας μας και να την απελευθερώσει όσο το δυνατό από τις οικονομικές δεσμεύσεις, μας οδηγούσε αναγκαστικά σε μια μετωπική πάλη με τον ιμπεριαλισμό. 

Ο ιμπεριαλισμός υπήρξε ένας πολύ σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη και το βάθεμα της ιδεολογίας μας. Κάθε χτύπημα που μας έδινε απαιτούσε μια απάντηση. Κάθε φορά που αντιδρούσαν οι βορειοαμερικάνοι, με τη συνηθισμένη τους αλαζονεία, παίρνοντας κάποια μέτρα ενάντια στην Κούβα, εμείς έπρεπε να πάρουμε τα αναγκαία αντίμετρα και έτσι βάθαινε η επανάσταση.

Το Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα συμμετείχε σε αυτό το μέτωπο και οι σύντροφοι που είχαν μια πολύχρονη επαναστατική στράτευση, μα και εκείνοι που έφταναν στην εξουσία μέσα από τον αγώνα στο βουνό ξεκινούσαν το καθήκον συγχώνευσης. Ήδη εκείνη την εποχή, ο Φιντέλ προειδοποιούσε για κάποιους κινδύνους σεχταρισμού και έκανε κριτική σε εκείνους που κοπανούσαν στους άλλους στα δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια της στράτευσης τους, καθώς και στο σεχταρισμό των “μουσάτων” (μπαρμπούδος) του βουνού και των αγωνιστών της πόλης που είχαν συνηθίσει στο πιστολίδι.

Την εποχή της ένοπλης πάλης υπήρχε μια ομάδα συντρόφων που προσπαθούσε να υπερασπίσει το κίνημα από τον δήθεν καουντιγισμό του συντρόφου Φιντέλ και διέπραξαν το σφάλμα, που θα επαναλαμβανόταν αργότερα, την εποχή του σεχταρισμού, να συγχέουν τα μεγάλα προσόντα του καθοδηγητή, του ηγέτη της επανάστασης και τις αναμφισβήτητες διοικητικές του αρετές, με ένα άτομο του οποίου μοναδική φροντίδα ήταν η δίχως όρους στήριξη των δικών του και η εγκαθίδρυση ενός συστήματος καουντιγισμού. Ήταν ένας αγώνας πλαστών αρχών μιας ομάδας συντρόφων, αγώνας που ούτε καν τελείωσε την 1η του Γενάρη, ή την στιγμή που ο Φιντέλ ανέλαβε τη θέση του πρωθυπουργού, αλλά πολύ αργότερα, όταν συνετρίβη η δεξιά πτέρυγα του Κινήματος 26ης Ιούλη. Έτσι έπεσαν, γιατί αντικαταστάθηκαν στη λαϊκή θέληση, οι Ουρούτια, Μίρο Καρδόνα, Ράι, Ουμπέρτο Μάτος, Νταβίδ Σαλβαδόρ και τόσοι άλλοι προδότες.

Μετά την τελική νίκη ενάντια στη δεξιά πτέρυγα, ξεπηδά η ανάγκη να οικοδομηθεί ένα κόμμα: το Ενιαίο Κόμμα της Επανάστασης, εκφραστής του μαρξισμού-λενινισμού στις νέες συνθήκες της Κούβας. ¨Επρεπε να είναι ένας οργανισμός δεμένος με τις μάζες, με στελέχη αυστηρά επιλεγμένα και με συγκετρωτική και ταυτόχρονα ευλύγιστη οργάνωση. Και για όλα αυτά είχαμε τυφλή εμπιστοσύνη στο κύρος που είχε κερδίσει το Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα στη διάρκεια πολλών χρόνων πάλης, εγκαταλείποντας σχεδόν ολότελα τα δικά μας οργανωτικά κριτήρια. Έτσι άρχισαν να δημιουργούνται μια σειρά συνθήκες για να ωριμάσει ο καρπός που λέγεται σεχταρισμός.

Στη διαδικασία της οικοδόμησης του κόμματος, ο σύντροφος Ανίμπαλ Εσκαλάντε είχε αναλάβει την οργάνωση και άρχισε ένα ζοφερό, αν και ευτυχώς πολύ σύντομο, στάδιο της ανάπτυξης μας. Γίνονταν λάθη στις μεθόδους καθοδήγησης. Το Κόμμα έχανε τις ουσιαστικές του ιδιότητες, δηλαδή την σύνδεση με τις μάζες, την εφαρμογή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και το πνεύμα θυσίας. Μερικές φορές, καταφεύγοντας σε πραγματικές ταχυδαχτυλουργίες, άνθρωποι δίχως πείρα και αρετές τοποθετούνταν σε καθοδηγητικές θέσεις, απλά και μόνο γιατί προσαρμόστηκαν στην επικρατούσα κατάσταση.

Οι ΕΕΟ χάνουν το ρόλο τους σαν ιδεολογικοί κινητήριοι μηχανισμοί – και όργανα ελέγχου όλου του παραγωγικού μηχανισμού, μέσα από αυτόν τον ρόλο – και καταλήγουν σε διοικητικό μηχανισμό. Σε αυτές τις συνθήκες, το σήμα κινδύνου που έπρεπε να δοθεί από την επαρχία, εξηγώντας μια σειρά προβλήματα που υπήρχαν εκεί, χάνονταν, γιατί αυτοί που έπρεπε να αναλύσουν τη δουλειά των διοικητικών στελεχών ήταν εκείνοι ακριβώς οι καθοδηγητές του πυρήνα που είχαν μια διπλή λειτουργία: στο Κόμμα και στη δημόσια διοίκηση. Το στάδιο των λαθεμένων αντιλήψεων, των μεγάλων λαθών και των μηχανιστικών μεταφορών, έχει, ευτυχώς, τελειώσει. Οι παλιές βάσεις πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε το σεχταριστικό έκτρωμα έχουν διαλυθεί.

Μπροστά στα προβλήματα, η απόφαση της Εθνικής Διοίκησης με επικεφαλής τον Φιντέλ ήταν η επιστροφή στις μάζες, η προσφυγή στις μάζες. Έτσι καθιερώθηκε το σύστημα συζητήσεων σε όλους τους τόπους δουλειάς, ώστε οι ίδιες οι εργατικές μάζες να επιλέγουν τους παραδειγματικούς εργάτες και να έχουν τη δυνατότητα να επιλέγονται για να ενταχθούν στις Κομματικές Οργανώσεις Βάσης ενός κόμματος στενά δεμένου με τις μάζες.

Στα πλαίσια των αλλαγών του Κόμματος αναμορφώθηκε το σύστημα επιμόρφωσης, επιβραβεύοντας. Όχι όπως στο παρελθόν τους φίλους, τα “φωτεινά μυαλά”, τους “αριστοτέχνες του μαρξισμού”, αλλά τους καλύτερους εργαζόμενους, τους ανθρώπους που έχουν αποδείξει με την στάση τους απέναντι στην επανάσταση, με την καθημερινή τους δουλειά, τον ενθουσιασμό και το πνεύμα αυτοθυσίας τους, τις ύψιστες αρετές του μέλους του ηγετικού κόμματος. Σύμφωνα με τα παραπάνω έχουν αλλάξει όλα τα κριτήρια μας και αρχίζει μια νέα εποχή ισχυροποίησης του Κόμματος των μεθόδων του. Ξανανοίγεται μπροστά μας ο πλατύς και φωτεινός δρόμος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όπου το Κόμμα έχει το καθήκον της καθοδήγησης. Αυτή η καθοδήγηση δεν θα έχει μηχανιστικό και γραφειοκρατικό χαρακτήρα, δεν θα ασκεί στενό, σεχταριστικό έλεγχο, δεν θα δίνει διαταγές και συμβουλές που θα πρέπει να ακολουθηθούν, επειδή κάποια τις λένε, και όχι επειδή αποτελούν ζωντανό παράδειγμα, προνόμιο των ιδεών και της ιστορίας του παρελθόντος.

Το κόμμα του μέλλοντος θα είναι στενά δεμένο με τις μάζες και θα εμπνέεται από αυτές τις μεγάλες ιδέες που αργότερα θα αποτελέσουν συγκεκριμένες οδηγίες. Ένα κόμμα που θα εφαρμόζει αυστηρά την πειθαρχία του, σύμφωνα με τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, και όπου διαρκώς θα υπάρχουν και θα γίνονται ανοικτά η συζήτηση και η κριτική και η αυτοκριτική για να βελτιώνεται συνεχώς η δουλειά. Σε αυτό το στάδιο θα είναι ένα κόμμα στελεχών, των καλύτερων. Και αυτά τα στελέχη θα πρέπει να εκπληρώνουν το δυναμικό τους καθήκον να βρίσκονται σε επαφή με το λαό, να μεταφέρουν τις εμπειρίες του στα ανώτερα κλιμάκια, να μεταφέρουν στις μάζες τις συγκεκριμένες οδηγίες και να μπαίνουν επικεφαλής τους. Πρώτοι στις σπουδές, πρώτοι στη δουλειά, πρώτοι στον επαναστατικό ενθουσιασμό, πρώτη στη θυσία. Κάθε στιγμή καλύτερα, αγνότεροι, πιο ανθρώπινοι απ’ όλους τους άλλους, πρέπει να είναι τα στελέχη του κόμματος μας.

Γιατί πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι ο μαρξιστής δεν είναι μια αυτόματη και φανατική μηχανή, που σκοπεύει σε κάποιον συγκεκριμένο στόχο σαν κατευθυνόμενος πύραυλος. Με σαφήνεια ασχολείται ο Φιντέλ μ’αυτό το πρόβλημα σε έναν από τους λόγους του:

Ποιός είπε ότι ο μαρξισμός είναι η απάρνηση των ανθρωπίνων αισθημάτων, της συντροφικότητας, της αγάπης, του σεβασμού και της εκτίμησης προς το σύντροφο; Ποιός είπε ότι ο μαρξισμός σημαίνει να μην έχεις ψυχή, μήτε αισθήματα; Μα ήταν ακριβώς η αγάπη προς τον άνθρωπο που γέννησε το μαρξισμό. Ήταν η αγάπη προς τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα, ο πόθος να καταπολεμηθεί η δυστυχία του προλεταριάτου, ο πόθος να καταπολεμηθεί η μιζέρια, η αδικία, τα βάσανα και όλη η εκμετάλλευση που υφίσταται το προλεταριάτο, που οδήγησε το νου του Καρλ Μαρξ να δώσει ζωή στο μαρξισμό, την στιγμή ακριβώς που μπορούσε να γεννηθεί ο μαρξισμός. Την στιγμή ακριβώς που μπορούσε να αναδυθεί μια πραγματική δυνατότητα και κάτι παραπάνω απο μια πραγματική δυνατότητα, η ιστορική αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης, της οποίας ερμηνευτής ήταν ο Καρλ Μαρξ. Τι τον οδήγησε, όμως, να γίνει ερμηνευτής της κοινωνικής επανάστασης, αν όχι η ορμητικότητα των συναισθημάτων ανθρώπων σαν αυτόν, σαν τον Ένγκελς, το Λένιν;”.

Αυτή η εκτίμηση του Φιντέλ είναι θεμελιώδης για το μέλος του νέου κόμματος. Να τη θυμάστε πάντα, σύντροφοι, αποτυπόστε τη στη μνήμη σας σαν το αποτελεσματικότερο όπλο ενάντια σε κάθε περέκκλιση. Ο μαρξιστής πρέπει να είναι ο καλύτερος, ο πιο ακέραιος, ο πιο ολοκληρωμένος από τα ανθρώπινα όντα, όμως πάντα, πάνω απο όλα, πρέπει να είναι ανθρώπινο ον. Πρέπει να είναι μέλος ενός κόμματος που ζει και πάλλεται σ’επαφή με τις μάζες – ένας καθοδηγητής που μετατρέπει τις επιθυμίες των μαζών, ακόμη και τις πιο κρυφές, σε συγκεκριμένες οδηγίες – ένας ακούραστος δουλευτής που προσφέρει τα πάντα στο λαό του, ένας εργαζόμενος που θυσιάζεται προσφέροντας τις ώρες ανάπαυσης του, την προσωπική του ηρεμία, την οικογένεια ή τη ζωή του στην επανάσταση, δίχως όμως ποτέ να αποξενώνεται από τη ζεστασιά της ανθρώπινης επαφής.

Στο διεθνές πεδίο, το κόμμα μας θα έχει σοβαρές υποχρεώσεις. Είμαστε η πρώτη σοσιαλιστική χώρα της Αμερικής, ένα παράδειγμα προς μίμηση για άλλες χώρες, μια ζωντανή εμπειρία που θα αξιοποιήσουν τα άλλα αδελφά κόμματα. Μια εμπειρία ζωντανή, επαναλαμβανόμενη και μεταλλασσόμενη που φέρνει στο φως της δημοσιότητας όλες τις επιτυχίες και τα λάθη της. Με αυτόν τον τρόπο το παράδειγμα της είναι πιο διδακτικό και δεν φιλοδοξεί να υποστηριχθεί απλά απο εκείνους που έχουν ομολογήσει την πίστη τους στο μαρξισμό-λενινισμό, αλλά από τις λαϊκές μάζες της Αμερικής.

Η δεύτερη Διακήρυξη της Αβάνας είναι οδηγός για το προλεταριάτο, την αγροτιά και τους επαναστάτες διανοούμενος της Λατινικής Αμερικής. Η στάση μας θα είναι μόνιμος οδηγός. Πρέπει να είμαστε άξιοι αυτής της θέσης που κατέχουμε, να δουλεύουμε καθημερινά σκεπτόμενη την Αμερική μας. Να δυναμώνουμε όλο και περισσότερο τις βάσεις του κράτους μας, την οικονομική του οργάνωση και την πολιτική του ανάπτυξη, για να μπορούμε ταυτόχρονα να βελτιωνόμαστε εσωτερικά. Να πείθουμε όλο και περισσότερο τους λαούς της Αμερικής για την πραγματική δυνατότητα να ξεκινήσει η πορεία της σοσιαλιστικής ανάπτυξης, στο σημερινό στάδιο του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων.

Και όλα αυτά δίχως να ξεχνάμε πως η ικανότητα μας να συγκινούμαστε μπροστά στη βία των επιθετιθέμενων και στα βάσανα των λαών, δεν πρέπει να περιορίζεται στα πλαίσια της Λατινικής Αμερικής, ούτε καν στα πλαίσια της Λατινικής Αμερικής και των σοσιαλιστικών χωρών μαζί. Πρέπει να κάνουμε πράξη τον πραγματικό προλεταριακό διεθνισμό, να αντιμετωπίζουμε σαν προσβολή απέναντι μας οποιαδήποτε επίθεση, οποιαδήποτε προσβολή, κάθε πράξη που έρχεται σε αντίθεση με την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, την ευτυχία του σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.

Εμείς, μέλη ενός νέου κόμματος, σε μια νέα απελευθερωμένη περιοχή του κόσμου και σε νέες συνθήκες, πρέπει να κρατάμε πάντα ψηλά την ίδια την σημαία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που ύψωσε ο δικός μας Χοσέ Μαρτί, που υπήρξε καθοδηγητής πολλών γενιών, και που είναι σήμερα παρών, με την ίδια φρεσκάδα όπως πάντα, στην πραγματικότητα της Κούβας: “Κάθε αληθινός άνθρωπος πρέπει να νιώθει στο δικό του μάγουλο, το χτύπημα που δίνεται στο μάγουλο οποιουδήποτε ανθρώπου”.  

Το μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα: Οικοδομώντας το Κόμμα της Εργατικής Τάξης (Μέρος ‘Α)

che_face46Εισαγωγή στο βιβλίο «Το Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κόμμα» που εκδόθηκε το 1963 από την Εθνική Διοίκηση του Ενιαίου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης.

Δύο πράγματα είναι στενά δεμένα μεταξύ τους: η γενική θεωρία σαν έκφραση της πείρας του ΚΚΣΕ και των μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων όλης της ανθρωπότητας και η πρακτική εφαρμογή αυτών των γενικών ιδεών στα δικά μας ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Από τις ιδιαιτερότητες που προσδιορίζουν το πλαίσιο της ανάπτυξης των κοινωνικών γεγονότων σ’αυτήν την περιοχή του κόσμου, δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι υπάρχουν ιστορικές εξαιρέσεις. Απλά, μέσα στα γενικά πλαίσια της θεωρίας, που είναι καρπός της πείρας, εμπίπτει και η ιδιαίτερη περίπτωση της Κούβας που προσθέτει νέες εμπειρίες στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα.

Το εγχειρίδιο “Το μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα” μας δείχνει με λαμπρή σαφήνεια τι είναι ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα: “Άτομα συσπειρωμένα γύρω από ένα σύνολο κοινών ιδεών που ενώνονται για να δόσουν ζωή στις μαρξιστικές αντιλήψεις, δηλαδή, για να εκπληρώσουν την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης”. Εξηγεί επιπλέον, πως ενα κόμμα δε μπορεί να ζει απομονωμένο από τις μάζες, πως πρέπει να είναι σε διαρκή επικοινωνία μαζί τους, πως πρέπει να ασκεί την κριτική και την αυτοκριτι8κή και να είναι πολύ αυστηρό με τα λάθη του – πως δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο στης αρνητικές αντιλήψεις της πάλης ενάντια σε κάτι, αλλά και στις θετικές αντιλήψεις της πάλης για κάτι. Εξηγεί πως τα μαρξιστικά κόμματα δεν πρέπει να σταυρώνουν τα χέρια και να περιμένουν να εκπληρωθούν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες, που δημιουργούνται μέσα από τον πολύπλοκο μηχανισμό της ταξικής πάλης, όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να πέσει η εξουσία στα χέρια του λαού σαν ώριμο φρούτο. Δείχνει τον καθοδηγητικό και καταλυτικό ρόλο αυτού του κόμματος, της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, καθοδηγητή της τάξης του, που ξέρει να της δείχνει το δρόμο για τη νίκη και να επιταχύνει τα βήματα προς νέες κοινωνικές καταστάσεις. Τονίζει ότι ακόμη και στις στιγμές κοινωνικής άμβλυνσης, είναι αναγκαίο να ξέρει να υποχωρεί και να διατηρεί σταθερά τα στελέχη, για να μπορεί να στηριχτεί πάνω τους στο επόμενο κύμα και έτσι να προχωρήσει ακόμη μακρύτερα, προς τον θεμελιώδη στόχο του κόμματος την πρώτη επαναστατική περίοδο, που είναι η κατάληψη της εξουσίας.

Και είναι λογικό αυτό το κόμμα να είναι ταξικό. Ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα δύσκολα θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο. Αποστολή του είναι η αναζήτηση του πιο σύντομου δρόμου για την επίτευξη της δικτατορίας του προλεταριάτου. Τα πιο πολύτιμα μέλη του, τα καθοδηγητικά του στελέχη και η τακτική του πηγάζουν από την εργατική τάξη.

Δε νοείται να ξεκινήσει η οικοδόμηση του σοσιαλισμού με ένα κόμμα της αστικής τάξης, ένα κόμμα που ανάμεσα στα μέλη του θα είχε έναν σημαντικό αριθμό εκμεταλλευτών, που θα είχαν μάλιστα την ευθύνη να καθορίσουν την πολιτική του γραμμή. Είναι φανερό πως μια τέτοια ομάδα μπορεί να καθοδηγήσει τον αγώνα σε ΄να εθνικοαπελευθερωτικό στάδιο, μέχρι κάποιο επίπεδο και κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις. Την αμέσως επόμενη στιγμή, η επαναστατική τάξη θα γινόταν αντιδραστική και θα δημιουργούνταν νέες συνθήκες που θα έκαναν αναγκαία την εμφάνιση του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος σαν καθοδηγητή της επαναστατικής πάλης. Και ήδη, στη Λατινική Αμερική τουλάχιστον, είναι πρακτικά αδύνατο να μιλάμε για απελευθερωτικά κινήματα που να καθοδηγούνται από την αστική τάξη. Η κουβανική επανάσταση έχει πολώσει τις δυνάμεις. Μπροστά στο δίλημμα λαός ή ιμπεριαλισμός, οι αδύναμες εθνικές αστικές τάξεις επιλέγουν τον ιμπεριαλισμό και προδίδουν οριστικά τη χώρα τους. Χάνεται σχεδόν ολότελα η δυνατότητα να προκληθεί μια ειρηνική μετάβαση στο σοσιαλισμό, σε αυτή την περιοχή του κόσμου.

Αν το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα είναι ικανό να προβλέψει τα επερχόμενα ιστορικά στάδια και είναι ικανό να γίνει σημαία και πρωτοπορία ενός λαού, προτού ακόμη ξεπεράσει το εθνικοαπελευθερωτικό στάδιο – μιλώντας για τις χώρες μας που ζουν κάτω απο καθεστώς αποικιοκρατίας – τότε αυτό το κόμμα θα έχει εκπληρώσει μια διπλή ιστορική αποστολή και θα μπορέσει να αντιμετωπίσει το καθήκον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού με περισσότερη δύναμη, με μεγαλύτερο κύρος ανάμεσα στις μάζες.

Έπειτα έρχεται η κουβανική εμπειρία. Μια εμπειρία πλούσια για όλα όσα καινούργια, όσα ισχυρά προσφέρει αυτή την εποχή της ανάπτυξης της λατινοαμερικάνικης επανάστασης. Μια εμπειρία πλούσια σε διδαχές από τα ίδια της τα λάθη, που δημόσια αναλύθηκαν και διορθώθηκαν, σε σύνδεση με τις μάζες και μπροστά στην κρίση της κοινής γνώμης. Ιδαίτερα σημαντικές είναι οι ομιλίες του συντρόφου Φιντέλ αναφορικά με το Ενιαίο Κόμμα της Σοσιαλιστικής Επανάστασης και τις μεθόδους δουλειάς που χρησιμοποιήθηκλαν στις ΕΕΟ και που σηματοδοτούν δύο βασικά στάδια της ανάπτυξης μας. Στον πρώτο λόγο ο Φιντέλ δηλώνει με την ειλικρίνεια του ακέραιου επαναστάτη, που έφτασε στον κολοφώνα της ανοδικής εξελικτικής του σκέψης, και διακηρύσσει μπροστά στον κόσμο, δίχως καμιά αμφιβολία, την ιδιότητα του μαρξιστή-λενινιστή. Το κάνει, όμως, όχι σαν μια απλή διαβεβαιώση στα λόγια, αλλά δείχνοντας τα χαρακτηριστικά, τα πιο ξεχωριστά γεγονότα στην εξέλιξη του ηγέτη, του κινήματος και του Κόμματος στην πορεία σύγκλισης που στόχευε στη δημιουργία του Ενιαίου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης.

che guevara en color 3Αναλύοντας τον ίδιο του τον εαυτό, ο σύντροφος Φιντέλ αναγνωρίζει ένα μεγάλο αριθμό οπισθοδρομικών αντιλήψεων που είχε κληρονομήσει από το κοινωνικό του περιβάλλον. Διηγείται πως ενστικτωδώς άρχισε να αγωνίζεται ενάντια σ’αυτές τις αντιλήψεις και να ανδρώνεται μέσα από την πάλη. Εξιστορεί τις αμφιβολίες του και τις αιτίες τους καθώς και το πως αυτές διαλύθηκαν. Σε αυτό το στάδιο, το Κίνημα 26 Ιούλη αποτελούσε κάτι καινούργιο, πολύ δύσκολο να προσδιορισθεί. Ο Φιντέλ Κάστρο, ήρωας του Μονκάδα, φυλακισμένος στο Νησί των Πεύκων, εκπαιδεύει μια εκστρατευτική ομάδα που έχει σαν αποστολή της να φτάσει στις ακτές του Οριέντε, να ανάψει την επαναστατική φωτιά σε αυτή την επαρχία και να την απομονώσει από το υπόλοιπο νησί σε πρώτη φάση, ή να προχωρήσει ασυγκράτητα, σύμφωνα με τις αντικειμενικές συνθήκες, μέχρι την ίδια την Αβάνα, μετά από μια σειρά αλληλοδιαδεχόμενες, περισσότερο ή λιγότερο, αιματηρές νίκες.

Η πραγματικότητα μας χτύπησε σκληρά. Δεν ήταν έτοιμες όλες οι αναγκαίες υποκειμενικές συνθήκες για να αποκρυσταλλωθεί αυτή η απόπειρα, δεν είχαν ακολουθηθεί όλοι οι κανόνες του επαναστατικού πολέμου που αργότερα θα μαθαίναμε με το ίδιο μας το αίμα και το αίμα των αδελφών μας, στη διάρκεια δύο χρόνων σκληρής πάλης. Ηττηθήκαμε και εκεί ακριβώς άρχισε η πιο σημαντική ιστορία του κινήματος μας. Τότε αποδείχθηκε η πραγματική του δύναμη, η πραγματική ιστορική του αξία. Κατανοήσαμε τα λάθη τακτικής που είχαμε διαπράξει και ότι ακόμη έλειπαν κάποιοι σημαντικοί υποκειμενικοί παράγοντες. Ο λαός είχε συνείδηση της αναγκαιότητας μιας αλλαγής, δεν υπήρχε όμως η βεβαιότητα ότι αυτή ήταν δυνατή. Καθήκον μας ήταν να δημιουργήσουμε αυτή τη βεβαιότητα. Και στη Σιέρα Μαέστρα άρχισε η μακρά διαδικασία που χρησιμεύει σαν καταλύτης για όλο το κίνημα στο νησί, κάνοντας να ξεσπάσουν αδιάκοπες καταιγίδες, αδιάκοπες επαναστατικές φωτιές σε ολόκληρο το έδαφος της χώρας.

Αρχίζει να αποδεικνείεται από τα ίδια τα γεγονότα ότι ο επαναστατικός στρατός, με την πίστη και τον ενθουσιασμό του λαού δρομολογημένα στη σωστή κατεύθυνση, με ευνοϊκές συνθήκες για τον αγώνα, μπορεί να αυξάνει τη δύναμη του μέσα από την κατάλληλη χρήση των όπλων και να συντρίψει κάποια μέρα τον εχθρικό στρατό. Στην ιστορία μας αυτό αποτελεί ένα μεγάλο δίδαγμα. Πριν από την κατάκτηση της νίκης είχε αρχίσε να αλλάζει ο συσχετισμός δυνάμεων μέχρι που έγινε εξαιρετικά ευνοϊκός για το επαναστατικό κίνημα. Δημιουργήθηκαν οι υποκειμενικές συνθήκες που απαιτούνται για την πραγματοποίηση της αλλαγής και προκλήθηκε η κρίση εξουσίας που είναι απαραίτητη γι’αυτήν την αλλαγή. Γεννιέται μια νέα επαναστατική εμπειρία για τη Λατινική Αμερική. Αποδεικνύεται πώς οι μεγάλες αλήθειες του μαρξισμού-λενινισμού ισχύουν πάντα. Σε αυτήν την περίπτωση αποδείχθηκε ότι η αποστολή των ηγετών και των κομμάτων είναι να δημιουργήσουν όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την κατάληψη της εξουσίας και να μη μετατραπούν σε θεατές του επαναστατικού κόμματος που γεννιέται μέσα στους κόλπους του λαού.

Την ίδια στιγμή, αποδεικνύοντας την ανάγκη για τους ένοπλους πυρήνες που υπερασπίζονται τη λαϊκή κυριαρχία να αντιμετωπίζουν αιφνιδιασμούς, επιθέσεις και καταστροφές, φάνηκε η σημασία του να έχει ο ένοπλος αγώνας για σκηνή δράσης τα πιο ευνοϊκά εδάφη για τον ανταρτοπόλεμο, δηλαδή τα πιο απόκρημνα, τραχιά εδάφη της υπαίθρου. Αυτή είναι άλλη μια συνεισφορά της Κουβανικής Επανάστασης στον αγώνα μας για την χειραφέτηση της Λατινικής Αμερικής. Από την ύπαιθρο πάμε στην πόλη, από τα μικρότερα στα μεγαλύτερα, δημιουργώντας το επαναστατικό κίνημα που κορυφώθηκε στην Αβάνα.

Αλλού, πάλι, ο Φιντέλ εκφράζει με σαφήνεια: ουσιαστική προϋπόθεση του επαναστάτη είναι να βρίσκεται σε θέση να ερμηνεύσει την πραγματικότητα. Αναφερόμενος στην απεργία του Απρίλη (1958), εξηγεί πώς δεν καταφέραμε να την ερμηνεύσουμε εκείνη τη στιγμή και ως εκ τούτου υποστήκαμε καταστροφή. Γιατί προκηρύσεται απεργία τον Απρίλη; Επειδή υπήρχαν στους κόλπους του κινήματος μια σειρά αντιθέσεις που εμείς ονομάζουμε της Sierra (του βουνού) και της πεδιάδας και που έβγαιναν στην επιφάνεια μέσα από την ανάλυση των στοιχείων που θεωρούνταν απαραίτητα για την έκβαση του ένοπλου αγώνα, στοιχεία για τα οποία ήταν διαμετρικά αντίθετη η κάθε μια απο αυτές τις πτέρυγες.

Το βουνό ήταν πρόθυμο να νικήσει τον στρατό, όσες φορές αυτό θα χρειάζονταν, για να το νικά μάχη με τη μάχη, κατακτώντας τον οπλισμό του, μέχρι να φτάσει κάποια μέρα, με βάση τον αντάρτικο στρατό, να καταλάβει την εξουσία. Η πτέρυγα της πεδιάδας ήταν οπαδός του της γενικευμένης ένοπλης πάλης γενικά σε όλη τη χώρα με επίλογο με επαναστατική γενική απεργία για την ανατροπή του Μπατίστα και την εγκαθύδριση της εξουσίας των «πολιτών» στην κυβέρνηση μετατρέποντας σε “απολίτικο” το νέο στρατό.

Η σύγκρουση ανάμεσα σ’αυτές τις δύο θέσεις ήταν συνεχής και δεν ήταν ότι καταλληλότερο για την ενιαία καθοδήγηση που απαιτούσαν εποχές σαν και αυτή. Η απεργία του Απρίλη προετοιμάζεται και προκηρύσσεται από την πτέρυγα της πεδιάδας με τη συναίνεση της ηγεσίας του βουνού, που νιώθει ανίκανη να την εμποδίσει, παρ’ όλο που έχει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το αποτέλεσμα της και με τη ρητή επιφύλαξη του Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος που προειδοποιεί έγκαιρα για τους κινδύνους. Οι επαναστάτες διοικητές πηγαίνουν στις πεδιάδες να βοηθήσουν και έτσι ο Καμίλο Σιενφουέγος, ο αξέχαστος αυτός Αρχηγός του Στρατού μας, αρχίζει να κάνει τις πρώτες του εξορμήσεις στην περιοχή του Μπαγιάμο.

Οι ρίζες αυτών των αντιθέσεων έχουν βαθύτερες ρίζες απ’ ότι οι διαφορές τακτικής: ο αντάρτικος Στρατός είναι πια απο ιδεολογική πλευρά προλεταριακός και σκέφτεται σαν τάξη που δεν έχει καμιά ιδιοκτησία. Η Τάση της πεδιάδας εξακολουθεί να είναι μικροαστική, με μελλοντικούς προδότες στην ηγεσία της και με μεγάλες επιδράσεις από το περιβάλλον μέσα στο οποίο δουλεύει.

Προς υπεράσπιση του Τσε Γκεβάρα: Απαντώντας στα ψέματα και τις συκοφαντίες

Ο τίτλος είναι ίσως υπερβολικός. “Έχει ανάγκη υπεράσπισης μια ιστορική προσωπικότητα όπως ο Τσε;”, θα αναρωτηθούν ορισμένοι. Όχι. Τέσσερις και πλέον δεκαετίες όμως μετά τη δολοφονία του στη Βολιβία, η δράση του θρυλικού επαναστάτη συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο διαστρεβλώσεων (σκοπίμων ως επί το πλείστον) και ψευδολογιών με κύριο στόχο την σπίλωση της ιδεολογικής και πολιτικής του κληρονομιάς. Στο “παιχνίδι” αυτό της διάδοσης ψευδών πληροφοριών για τον Τσε έχουν μετάσχει αντικομμουνιστές όλων των ειδών (από την φασιστική ακροδεξιά μέχρι το “φιλελεύθερο” κέντρο), με πρωμετωπίδα ασφαλώς την συντηρητική αμερικανική δεξιά και την αντεπαναστατική κουβανική μαφία της Φλόριντα. Στο άρθρο που ακολουθεί γίνεται μια προσπάθεια αποδόμησης επτά ψευδολογημάτων που έχουν κατά καιρούς εμφανιστεί στο διαδίκτυο (αλλά και στον Τύπο) αναφορικά με τον Γκεβάρα. Σαρανταπέντε χρόνια μετά την άνανδρη δολοφονία του Τσε, η στοιχειοθετημένη και τεκμηριωμένη απάντηση στις ύπουλα δομημένες συκοφαντίες καθίσταται αναγκαία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου το σοσιαλιστικό όραμα του επαναστάτη αποκτά επίκαιρο νόημα και το παράδειγμα του συνεχίζει να φωτίζει το δρόμο όσων πιστεύουν σ’ έναν καλύτερο κόσμο.

Ψέμα 1ο: “Το ταξίδι του νεαρού Τσε και του φίλου του Αλμπέρτο Γκρανάδο στη Λατινική Αμερική είναι, ως επι το πλείστο, μύθος. Η μηχανή (Λα Ποδερόσα II) καταστράφηκε νωρίς και οι δύο αργεντίνοι έκαναν το ταξίδι τους με άλλα μέσα”.

Πρόκειται περί προφανέστατου ψεύδους. Το ταξίδι των νεαρών Γκεβάρα και Γκρανάδο στη Λατινική Αμερική έχει καταγράψει ο φωτογραφικός φακός. Φωτογραφίες των δύο αργεντίνων στη Χιλή, στο Περού, σε περιοχές των δύσβατων Άνδεων αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα. Επιπλέον, οι αναλυτικές – και συνάμα αφηγηματικού χαρακτήρα – ιδιόχειρες σημειώσεις του Γκεβάρα που αργότερα δημοσιεύθηκαν υπό τον τίτλο “Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας” (Diarios de Motocicleta) δίνουν σαφές στίγμα των εντυπώσεων που αποκόμησε από το μεγάλο αυτό ταξίδι. Τόσο ο Γκεβάρα, όσο και ο Γκρανάδο παλαιότερα σε αφηγήσεις του, έχουν καταγράψει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια πτυχές του ταξιδιού τους αναφερόμενοι σε ανθρώπους που γνώρισαν και συνομίλησαν, σε μέρη που επισκέπτηκαν αλλά και στην εθελοντική τους εργασία ως γιατροί στο λεπροκομείο του Σαν Πάμπλο. Το ταξίδι των Γκεβάρα-Γκρανάδο κατέληξε, έπειτα από επτά μήνες περιπλάνησης, στο Καράκας. Αποτέλεσε δε το έναυσμα της ιδεολογικο-πολιτικής συνειδητοποίησης του μεσοαστού αργεντίνου, ο οποίος είδε με τα ίδια του τα μάτια την ιμπεριαλιστική καταπίεση και εκμετάλλευση που κατέτρωγε τις “σάρκες” και “έπινε το αίμα” των λαών της λατινικής αμερικής.

Ψέμα 2ο: “Μετά την πτώση του Μπατίστα, ο Τσε αποφάσισε την εκτέλεση – χωρίς δικαίωμα υπεράσπισης – εκατοντάδων κουβανών αξιωματούχων του καθεστώτος”.

Είναι αλήθεια ότι ο Τσε είχε οριστεί υπεύθυνος για την απόδοση δικαιοσύνης απέναντι σε όσους είχαν αποδεδειγμένη συμμετοχή στο τυρρανικό καθεστώς του Μπατίστα, ή είχαν συνεργαστεί με αυτό συμβάλοντας άμεσα στην πολυετή καταπίεση του κουβανικού λαού. Είναι επίσης αλήθεια ότι πολλοί εξ’ αυτών εκτελέσθηκαν. Συνιστά όμως ύπουλο ψεύδος ο ισχυρισμός ότι οι εκτελεσθέντες ήταν, δήθεν, αθώοι. Γι’ αυτό παραπέμπουμε στα λόγια του βιογράφου του Τσε, του αμερικανού Τζον Λι Άντερσον: «Ακόμη να βρω κάποια έγκυρη πηγή που να αποδεικνύει ότι ο Τσε εκτέλεσε κάποιον ‘αθώο’. Αυτά τα άτομα που εκτελέστηκαν απ’ το Γκεβάρα, ή έπειτα από διαταγή του, καταδικάστηκαν γιά τα συνήθη εγκλήματα που επισύρουν τη θανατική ποινή σε περίοδο πολέμου ή μετά από πόλεμο: βασανισμούς, βιασμούς, δολοφονίες η προδοσία». [1] Συγκρατήστε το “σε περίοδο πολέμου” – η απόδοση δικαιοσύνης απέναντι στους εγκληματίες της δικτατορίας Μπατίστα ακολούθησε το θρίαμβο της Επανάστασης ο οποίος ήλθε μέσα από μακρά περίοδο βίαιων πολεμικών επιχειρήσεων.

Σε αυτό να σημειωθεί ότι η πενταετής έρευνα του Άντερσον δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στην Κούβα αλλά, επιπλέον, έλαβε πληροφοριες και από την κουβανική κοινότητα του Μαϊάμι, γνωστή για τα αντικομμουνιστικά, αντιγκεβαρικά της αισθήματα. Αυτοί που συνήθως κατηγορούν τον Τσε (και την επαναστατική κυβέρνηση της Κούβας εν γένει) για εκτελέσεις “αθώων” είναι οι ίδιοι που “ένειπταν τας χείρας τους” όταν η πολεμική μηχανή των ΗΠΑ, ή του ΝΑΤΟ, δολοφονούσε μαζικά άμαχο πληθυσμό στο Βιετνάμ, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, την Σερβία, τη Λιβύη και αλλού.

Ας δώσουμε το λόγο στον ίδιο τον Γκεβάρα: «…ήρθε η 1η Γενάρη 1959, και η Επανάσταση – πάλι χωρίς να σκεφτεί τα όσα είχε διαβάσει στα βιβλία αλλά ακούγοντας ότι της χρειαζόταν από τα χείλη του λαού – αποφάσισε πρώτα απ’ όλα να τιμωρήσει τους ενόχους, και το έπραξε. Οι αποικιακές δυνάμεις αμέσως παρουσίασαν την όλη ιστορία στα πρωτοσέλιδα τους σε όλο τον κόσμο ως δολοφονία, και αμέσως προσπάθησαν να κάνουν αυτό που προσπαθούν πάντα να κάνουν οι ιμπεριαλιστές: να ενσπείρουν τη διχόνοια. “Υπάρχουν εδώ κομμουνιστές που σκοτώνουν ανθρώπους” έλεγαν. Με προφάσεις και τετριμμένα επιχειρήματα προσπάθησαν να ενσπείρουν διχόνοια ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν πολεμήσει για τον ίδιο σκοπό». [2]

Η Επανάσταση δεν θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς την επιβολή της λαϊκής Δικαιοσύνης. Οι προδότες, οι δοσίλογοι είχαν σχεδόν πάντα αυτήν την τύχη, από τη γαλλική επανάσταση του 1789 μέχρι την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους Ναζί το 1945. Από την άλλη πλευρά, η γενναιοδωρία, παραδείγματος χάρη, των Σαντινίστας στη Νικαράγουα (που έδωσαν αμνηστία σε συνεργάτες της δικτατορίας του Σομόζα) είχε ολέθριες συνέπειες: παλιοί της εθνοφρουράς που αφέθηκαν ελεύθεροι συμμάχησαν με τις, υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ, αντεπαναστατικές δυνάμεις των Κόντρα και στράφηκαν κατά των Σαντινίστας.

Ψέμα 3ο:Ο Τσε Γκεβάρα ήταν ένας ψυχρός και ανελέητος δολοφόνος. Εκπαίδευσε αντάρτες οι οποίοι εκτέλεσαν αμάχους, ενώ δε δίσταζε να εκτελεί άμεσα συντρόφους του οι οποίο επεδείκνυαν λιποταξία”.

Είναι σαφές ότι οι χαρακτηρισμοί “ψυχρός”, “ανελέητος”, “δολοφόνος” κλπ, στοχεύουν αποκλειστικά στη δημιουργία εντυπώσεων. Και προφανώς εκστομίζονται από όσους δεν αντιλαμβάνονται – ή, ακόμη χειρότερα, παριστάνουν πως δεν αντιλαμβάνονται – το πλαίσιο στο οποίο διεξάγεται ένας ανταρτοπόλεμος ενάντια σε ένα τυρρανικό, διεφθαρμένο, φιλοιμπεριαλιστικό καθεστώς. Τόσο ο Γκεβάρα, όσο και οι υπόλοιποι πολεμιστές του αντάρτικου “Κινήματος της 26ης Ιούλη”, είχαν να αντιμετωπίσουν έναν άριστα εκπαιδευμένο στρατό που είχε πολλαπλάσια αριθμητική υπεροχή και σαφώς πιο εξελιγμένο οπλισμό. Ως εκ τούτου, είχαν υποχρέωση να επιδείξουν τη μέγιστη δυνατή πειθαρχία και την απαρέγκλητη προσήλωση τους στους νόμους της επανάστασης. Και πράγματι, σύμφωνα με το Γκεβάρα, μια ένοπλη επανάσταση δεν θα μπορούσε να πετύχει εάν δεν έχει εμποτιστεί με ταξικό μίσος – αυτό που οι αντάρτες, οι εξεγερμένοι, ο ίδιος ο λαός και οι σύμμαχοι του τρέφουν για τον εκμεταλλευτή κεφαλαιοκράτη, τον ιμπεριαλιστή, τον αποικιοκράτη και τους δειλούς αντεπαναστάτες.

Αντίθετα με όσα λένε και γράφουν οι εχθροί του Γκεβάρα, δεν υπάρχει ούτε ένα αξιόπιστα διασταυρωμένο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο Τσε έδωσε εντολή για εκτέλεση αμάχων. Τουναντίον, με την ιδιότητα του ως γιατρού, ο Γκεβάρα προσέφερε βοήθεια τόσο σε αιχμάλωτους στρατιώτες, όσο και στους ντόπιους χωρικούς στις περιοχές απ’ όπου πέρασε ο αντάρτικος στρατός. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, κατά τον κουβανικό ανταρτοπόλεμο, η οποιαδήποτε επίθεση (ακόμη και “παρενόχληση”) εναντίον άμαχου πληθυσμού απαγορεύονταν ρητά από τον επαναστατικό νόμο του Κινήματος της 26ης Ιούλη και η τιμωρία για τους παραβάτες ήταν η εσχάτη των ποινών.

Αλλά και στο αντάρτικο της Βολιβίας υπάρχουν σαφή δείγματα της συμπεριφοράς του Τσε απέναντι στους αντιπάλους που πολύ απέχει από τις ψευδολογίες που εξαπολύουν οι συκοφάντες του. Αντιγράφουμε απ’ το ημερολόγιο της Βολιβίας: «Πιάσαμε αιχμαλώτους δυο νέους κατασκόπους, έναν υπολογαχό των καραμπινιέρων κι έναν καραμπινιέρο. Τους διαβάσαμε την μπροσούρα και τους αφήσαμε ελεύθερους…». [3] Σε άλλο σημείο του ίδιου ημερολογίου διαβάζουμε πως ο Γκεβάρα, ευρισκόμενος σε λόγο με θέα το δρόμο παρατηρούσε δύο στρατιώτες σε ένα περαστικό καμιόνι. Ένιωσε οίκτο γι’ αυτούς που κρύωναν, τυλιγμένοι στις κουβέρτες τους. «Δεν βρήκα το θάρρος να τους ρίξω…» γράφει.

Ψέμα 4ο: “Ο Τσε Γκεβάρα επεδείκνυε ρατσιστικό μίσος κατά των ομοφυλόφιλων, πρωταγωνιστώντας στη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης”.

Ουδεμία ένδειξη υπάρχει ότι οι απόψεις – και κυρίως η δράση – του Τσε είχαν ως βάση ρατσιστικά (εθνοτικά, θρησκευτικά, σεξουαλικά, κλπ.) κριτήρια. Ως γνήσιος μαρξιστής-λενινιστής ο Τσε Γκεβάρα δρούσε με ταξικό κριτήριο. Ως εχθρό του, απέναντι του, είχε αποκλειστικά τον καταπιεστή, τον εκμεταλλευτή, τον ιμπεριαλιστή και τους συνηγόρους αυτών. Όταν αναφερόμαστε σε διακρίσεις κατά των ομοφυλόφιλων στην Κούβα του 1960 πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψη δύο βασικά πράγματα:

Πρώτον, το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αναφερόμαστε. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία οι κοινωνίες της εποχής δεν ήταν ακόμη έτοιμες να δεχθούν διαφοροποίησεις, ή αλλαγές, στα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα. Να θυμήσουμε ότι τη δεκαετία του ’60 στις “προοδευτικές” Ηνωμένες Πολιτείες γινόντουσαν διακρίσεις κατά των μαύρων οι οποίοι αντιμετωπίζονταν ως πολίτες β’ κατηγορίας. Στις πρώην ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, κλπ.) οι πολίτες προερχόμενοι από αφρικανικές και ασιατικές χώρες αποτελούσαν δουλοπάροικους των εκεί καπιταλιστικών συστημάτων, στην φτηνή εργασία των οποίων βασίστηκε η όποια κερδοφορία των κεφαλαιοκρατικών ελίτ.

Δεύτερον, τις συνθήκες τις οποίες είχε να αντιμετωπίσει η Επανάσταση ώστε να εδραιωθεί. Συνθήκες οι οποίες απαιτούσαν ιδιαίτερη προσοχή, κυρίως δε σε ζητήματα που αφορούσαν τη διαφθορά των επαναστατικών συνειδήσεων την οποία επιδίωκε ο διεθνής ιμπεριαλισμός. Ένα κομμάτι της κοινωνίας που, εκμεταλλευόμενος τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, επιχείρησε να στρέψει κατά της Επανάστασης ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός ήταν οι ομοφυλόφιλοι. Πρόκειται για τον ίδιο ιμπεριαλισμό που, στα προ-επαναστατικά χρόνια, είχε εγκαταστήσει στο νησί μια ολόκληρη βιομηχανία πορνείας προς τέρψην εύπορων αμερικανών. Χιλιάδες κουβανοί και κουβανές, όλων των σεξουαλικών προσανατολισμών, χρησιμοποιήθηκαν ως φτηνό εμπόρευμα από τη δικτατορία του Μπατίστα και τους βορειοαμερικανούς προστάτες της.

Δύο ερευνήτριες, οι Λούρδη Αργκουέλες και Μπ. Ρούμπι-Ριτς [4], που ασχολήθηκαν με το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας στην μετά-1959 περίοδο, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η κατάρρευση της παραοικονομίας (της πορνείας) μετά την εδραίωση της επανάστασης είχε ως αποτέλεσμα την προσπάθεια προσεταιρισμού των ομοφυλόφιλων από αντεπαναστατικές δυνάμεις του υποκόσμου. «Αρκετοί βετεράνοι της κουβανικής μαφίας στρατολογήθηκαν από την CIA μπαίνοντας στις τάξεις των αντεπαναστατών» γράφουν οι Αρκουέλες και Ριτς. Οι αντεπαναστάτες του υποκόσμου (που είχαν χάσει τα κέρδη τους με τον θρίαμβο της επανάστασης) ξεκίνησαν να προσεγγίζουν νεαρούς ομοφυλόφιλους με σκοπό να τους εντάξουν στο αντεπαναστατικό κίνημα που οργανώνονταν από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Ένα παράδειγμα τέτοιας στρατολόγησης είναι η περίπτωση του Ρολάντο Κουμπέλα, ομοφυλόφιλου φοιτητή ο οποίος είχε πολεμήσει στο πλευρό των επαναστατικών δυνάμεων κατά του Μπατίστα αλλά κατέληξε να στρατολογηθεί από την CIA με σκοπό τη δολοφονία του Κάστρο. Έτσι, τα παραθαλάσσια τουριστικά γκέι-μπαρ στην περιοχή Λα Ράμπα είχαν καταλήξει ουσιαστικά μετά το 1959 “γιάφκες” αντεπανάστασης. Ποιά πολιτική όφειλε λοιπόν να ασκήσει η επαναστατική κυβέρνηση προκειμένου να διαφυλάξει τα κεκτημένα της επανάστασης και να προστατεύσει το λαό;

Οι ομοφυλόφιλοι νέοι και νέες που στρατολογήθηκαν από την CIA αποτέλεσαν – και αυτοί όπως πολλοί άλλοι κουβανοί – “πιόνια” της ιμπεριαλιστικής εχθρότητας απέναντι στην Επανάσταση. Ας μην ξεχνάμε ότι υπήρξε ένας πολύ μεγάλος αριθμός ομοφυλόφιλων κουβανών, κυρίως προερχόμενος από την εργατική τάξη και τα χαμηλά λαϊκά στρώμματα, που ουδέποτε εγκατέλειψε την Κούβα – αντιθέτως, οι άνθρωποι αυτοί εργάστηκαν προκειμένου να ενσωματωθούν αρμονικά στην κουβανική κοινωνία προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο κοινό καλό της επανάστασης.

Ψέμα 5ο: Ο Τσε ήλπιζε ότι η Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα θα οδηγούσε σε πυρηνικό πόλεμο, χωρίς να υπολογίζει το κόστος των χαμένων ανθρώπινων ζωών.

Το επιχείρημα αυτό αποτελεί σκόπιμη διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων, παίρνοντας αφορμή από μια φράση του Τσε λίγο καιρό μετά το τέλος της Κρίσης των Πυραύλων. Ο Γκεβάρα είχε δηλώσει τότε: «Είναι το εκπληκτικό παράδειγμα ενός λαού έτοιμου να διαλυθεί από ατομική έκρηξη προκειμένου οι στάχτες του να γίνουν τσιμέντο για τις νέες κοινωνίες και, την στιγμή που το κάνει αυτό, μια συμφωνία αποφασίζει την απόσυρση των ατομικών πυραύλων χωρίς να ζητηθεί η γνώμη του, κι ο λαός αυτός δεν αναισαίνει από ανακούφιση» [5]. Η διαστρέβλωση έγκειται στην λανθασμένη ερμηνεία των λεγομένων του Τσε. Ο Γκεβάρα, μέσα από την υπερβολή της παραπάνω φράσης, στρέφονταν ουσιαστικά κατά της τότε σοβιετικής ηγεσίας του Χρουστσώφ η οποία στήριξε τους διπλωματικούς της ακροβατισμούς στις πλάτες της επαναστατικής κουβανικής κυβέρνησης. Ως υπέρμαχος του ότι “κάθε άσκοπη θυσία θα πρέπει να αποφεύγεται”, ο Τσε ήταν μακριά από αυτοκτονικού τύπου αντιλήψεις οι οποίες θα απέβαιναν μοιραίες. Η θυσιαστική του αντίληψη ως αντάρτη πολεμιστή (θυσία σε προσωπικό επίπεδο, σε κάθε τομέα της ζωής, με στόχο την επιβίωση και εν τέλει την πραγμάτωση της επανάστασης) πρέπει να ερμηνεύεται στα δεδομένα ιστορικά και πολιτικά πλαίσια της εποχής αλλά και τις αντικειμενικές συνθήκες υπό τις οποίες θριάμβευσε και εδραιώθηκε η κουβανική Επανάσταση.

Ψέμα 6ο: Ως υπουργός βιομηχανίας ο Τσε απέτυχε παταγωδώς σε όλες τις πρωτοβουλίες που πήρε για την κουβανική οικονομία.

Ο Τσε δεν ήταν οικονομολόγος. Όντας μέλος του “Κινήματος της 26ης Ιούλη” και έχοντας συνεισφέρει τα μέγιστα στον θρίαμβο της Επανάστασης το 1959, ο Γκεβάρα ανέλαβε συγκεκριμένα πολιτικά πόστα έπειτα από πρόταση του Φιντέλ Κάστρο. Το έργο που είχε να επιτελέσει η επαναστατική κυβέρνηση της Κούβας ήταν πρακτικά τιτάνιο, έχοντας “κληρονομήσει” από το δικτάτορα Μπατίστα μια υποανάπτυκτη παραγωγικά χώρα, με κολοσσιαίες κοινωνικές ανισότητες και διαλυμένη οικονομία. Ορισμένα στατιστικά στοιχεία μιλούν απο μόνα τους: 91% των σπιτιών της επαρχίας δεν είχε επαρκή ηλεκτρισμό, 45% του πληθυσμού της επαρχίας δεν είχε μόρφωση (44% εξ’ αυτών δεν είχε πάει ποτέ σχολείο), για 2.000 άτομα αναλογούσε ένας γιατρός, 27% των παιδιών στις πόλεις και 61% στην επαρχία δεν πήγαιναν σχολείο, το 73% της καλλιεργήσιμης γης αποτελούσε ιδιοκτησία μιας χούφτας (9% των γεωκτημόνων) εύπορων αμερικανών επιχειρηματιών. Σε όλα αυτά να προστεθεί ο οικονομικός αποκλεισμός και τα άμεσα μέτρα απομόνωσης του νησιού που έλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες το 1960, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια εξαγωγών στην επαναστατική κυβέρνηση Κάστρο.

Πέραν των στρατιωτικών και διπλωματικών καθηκόντων του, ο Τσε ανέλαβε αρχικά επικεφαλής του τομέα Βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης (INRA). Στα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν στην Κούβα συντελέστηκε μια γενναία αναδιανομή γης (δήμευση των “λατιφουντίων” και πολυεθνικών, εθνικοποίηση αγροτικών και κτηνοτροφικών ράντσων, διανομή περισσότερου από 1 εκατομμύριο εκτάρια γης σε 100.000 αγρότες) στο πλαίσιο της περίφημης αγροτικής μεταρρύθμισης για την οποία ο Γκεβάρα εργάστηκε εντατικά και της οποίας υπήρξε θερμός υποστηρικτής. Αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης ήταν η σαφής βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των κουβανών της επαρχίας, η ρευματοδότηση των κατοικιών και η δημιουργία υποδομών, σχολείων και κλινικών.

Κατά τη θητεία του Τσε ως επικεφαλής του τομέα Βιομηχανίας στο INRA και ως προέδρου της Εθνικής Τράπεζας, όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και το 84% της βιομηχανίας της Κούβας κοινωνικοποιήθηκαν – πέρασαν στον έλεγχο του κράτους. Η νέα επαναστατική κυβέρνηση έπρεπε να λύσει με αποτελεσματικό τρόπο τη μετάβαση από την διαλυμένη ιδιωτική οικονομία στην κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και της βιομηχανίας. Κατά την πενταετή ενασχόληση του Γκεβάρα με την προσπάθεια εκβιομηχανοποίησης της χώρας, η κουβανική βιομηχανία άρχισε να μεγαλώνει, να διευρύνεται και να σταθεροποιείται, κυρίως ως αποτέλεσμα της κινητοποίησης του ανθρώπινου παράγοντα (εργατικού δυναμικού) στον οποίο ο Τσε πίστευε ακράδαντα. Ασφαλώς, η οικονομική σκέψη του Τσε Γκεβάρα παραμένει μέχρι και σήμερα αντικείμενο υπό μελέτη, δεδομένων των διαφωνιών που ο ίδιος εξέφρασε γραπτά με την σοβιετική αντίληψη περί πολιτικής οικονομίας που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Η βρετανίδα συγγραφέας και ερευνήτρια Έλεν Γιάφε (Helen Yaffe) έχει ασχοληθεί εκτενώς με την οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε στα πρώτα χρόνια της επανάστασης στην Κούβα [6]. Σύμφωνα με την Γιάφε, ως υπουργός βιομηχανίας ο Τσε δημιούργησε εννέα ερευνητικά και αναπτυξιακά κέντρα τα οποία μελετούσαν οτιδήποτε σχετίζονταν με την εκβιομηχάνιση της χώρας: από μηχανισμούς αύξησης της παραγωγής ζάχαρης μέχρι την παραγωγή νικελίου, την ανίχνευση πηγών πετρελαίου, τη χημική βιομηχανία και την έρευνα στις νέες τεχνολογίες (την εποχή εκείνη υπήρχε ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής σε όλο το νησί). Ο Τσε εισήγαγε την ψυχολογική υποστήριξη (για το εργατικό δυναμικό αλλά και τους προϋσταμένους του) ως εργαλείο βελτίωσης της παραγωγικής δυνατότητας, σχεδίασε και οργάνωσε έναν λογικό μηχανισμό κλιμακούμενης μισθοδοσίας, υποστήριξε ένθερμα την αυτοοργάνωση των εργατών στο πλαίσιο της κολεκτιβοποίησης της εργασίας (κυρίως στις αγροτικές περιοχές), εισήγαγε για τις επιχειρήσεις το καινοτόμο “Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού” (ένα συγκεντρωτικό όργανο διαχείρησης διαφορετικό από αυτό της τότε ΕΣΣΔ) το οποίο στόχευε στην πρακτική αναθεώρηση της σοβιετικής αντίληψης περί του μαρξιστικού “νόμου της αξίας”. Σύμφωνα με την Δρ. Γιάφε “μέσα σε έξι ταραγμένα χρόνια ο Τσε έκανε μια αλησμόνητη συνεισφορά στην κουβανική οικονομία”.

Πέρα από το καθαρά πρακτικό σκέλος των πολιτικών που εφαρμόστηκαν επί υπουργίας του Γκεβάρα, η οικονομική θεωρία που ανέπτυξε ο Τσε (μέσα και από τη μελέτη της μαρξιστικής-λενινιστικής πολιτικής οικονομίας) έδειξε το δρόμο μιας εναλλακτικής σοσιαλιστικής οικονομίας η οποία δεν “αντιγράφει” τους καπιταλιστικούς νόμους παραγωγής. Η κριτική του Τσε απέναντι στην σοβιετική πολιτική οικονομία (σωστή ή λάθος, η ιστορία θα αποφανθεί) υπήρξε ουσιαστικά προάγγελος της σταδιακής κατάρρευσης των οικονομικών συστημάτων του ανατολικού μπλοκ δύο και πλέον δεκαετίες μετά το θάνατο του. Επομένως, στην αποδεδειγμένα σημαντική συνεισφορά του στην εκβιομηχάνιση της επαναστατικής Κούβας θα πρέπει να προστίθεται και η θεωρητική του συμβολή στην κατεύθυνση ενός οικονομικού συστήματος με πυρήνα τον άνθρωπο, πραγματική ενσάρκωση των ιδεών του Μαρξ και του Ένγκελς.

Ψέμα 7ο: Ο Τσε εγκατέλειψε την Κούβα το 1965, όχι για να ενισχύσει τον αγώνα άλλων λαών για την ελευθερία, αλλά διότι είχε αποτύχει στην προσωπική του ζωή, έχοντας άστατο οικογενειακό βίο, δεκάδες ερωμένες και “νόθα” τέκνα.

Πρόκειται ασφαλώς για μη πολιτικό επιχείρημα που στοχεύει στην σπίλωση του Γκεβάρα σε προσωπικό επίπεδο. Η πραγματικότητα είναι ότι ο Τσε, παρ’ ότι αφιερωμένος στους σκοπούς της επαναστατικής του δραστηριότητας, υπήρξε στοργικός σύζυγος και πατέρας. Παντρεύτηκε δύο φορές, την πρώτη την περουβιανή Ίλντα Γκαντέα και τη δεύτερη την κουβανή Αλέιδα Μαρτς. Απέκτησε συνολικά πέντε παιδιά (Ιλντίτα Μπεατρίζ, Αλέιδα, Καμίλο, Σέλια, Ερνέστο). Δεν υπάρχει ουδεμία βάσιμη ένδειξη ότι ο Τσε απέκτησε παιδιά πέραν αυτών με τις δύο συζύγους του. Στο βιβλίο της “Αναπόληση” [7], η Αλέιδα Μαρτς περιγράφει έναν άνδρα που αν και βρίσκονταν στη δίνη της επανάστασης (έχοντας περάσει τρία δύσκολα χρόνια στον ανταρτοπόλεμο και έχοντας αναλάβει διοικητικά πόστα στην επαναστατική κυβέρνηση) διατηρούσε στο ακέραιο το ενδιαφέρον του για την διαπαιδαγώγηση των παιδιών του, τα οποία λόγω υποχρεώσεων δεν έβλεπε όσο συχνά θα ήθελε. Αξίζει να σημειωθεί ότι ούτε η πρώτη σύζυγος του Τσε, η Ίλντα Γκαντέα, ούτε η Μαρτς έχουν αναφέρει το παραμικρό περιστατικό άστατης προσωπικής ζωής του Γκεβάρα.

Ο Τσε Γκεβάρα ήταν υπέρμαχος μιας αυστηρά πειθαρχημένης (στους σκοπούς της επανάστασης) ζωής, την οποία απαιτούσε να έχουν οι σύντροφοι και συναγωνιστές του. Πρώτα απ’ όλα όμως, την εφάρμοζε ο ίδιος στον εαυτό του, δίνοντας το παράδειγμα σε όσους έζησαν δίπλα του. Παρά το γεγονός ότι πτυχές της προσωπικής του ζωής ενδέχεται να μην τις μάθουμε ποτέ, η προσωπικότητα και ο πειθαρχημένος χαρακτήρας του επαναστάτη μαρξιστή Γκεβάρα δεν άφηναν σε καμία περίπτωση πολλά περιθώρια για άστατο βίο και πομπώδεις παρεκτροπές.

Νικόλαος Μόττας.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] The Legacy of Che, PBS NewsHour, 20 Νοεμβρίου 1997.

[2] Ομιλία κατα την έναρξη του Πρώτου Συνεδρίου Λατινοαμερικανικής Νεολαίας, 28 Ιούλη 1960.

[3] El Diario del Che En Bolivia, Αβάνα 1968.

[4] Lourdes Arguelles and B. Ruby Rich (1984), “Homosexuality, Homophobia, and. Revolution: Notes toward an. Understanding of the Cuban. Lesbian and Gay Male. Experience”.

[5] “Tactique et strategie de la revolution latino-americaine”, αναφορά στο άρθρο στο βιβλίο “Ernesto Guevara, connu aussie comme le Che” του Paco Ignacio Taibo II.

[6] Helen Yaffe, “Che Guevara: The Economics of Revolution”, Palgrave-McMillan / Δείτε επίσης “Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Ένας επαναστάτης ενάντια στην Σοβιετική πολιτική οικονομία”.

[7] Αλεϊδα Γκεβάρα-Μαρτς (μτφ. Βασιλική Κνήτου), Αναπόληση: Η ζωή μου με τον Τσε, εκδ. Ψυχογιός, 2007.

«Τι μάθαμε και τι διδάξαμε»: Οι πρώτες σκέψεις για την Κουβανική Επανάσταση

Το Δεκέμβρη του 1958, κατά τις τελευταίες εβδομάδες πριν την θριαμβευτική νίκη της Επανάστασης, ο Τσε έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Τι μάθαμε και τι διδάξαμε» το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1959 στην εφημερίδα Patria που ήταν το επίσημο όργανο του Επαναστατικού Στρατού στην επαρχία Λας Βίγιας. Ακολουθούν τα κυριότερα σημεία του κειμένου.

«O δρόμος ήταν γεμάτος δυσκολίες και αντιφάσεις. Στο διάβα κάθε επαναστατικής διαδικασίας που ηγείται με ειλικρίνεια – και δεν παρακωλυέται από αυτούς που βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης – υπάρχει μια σειρά αμοιβαίων αλληλεπιδράσεων μεταξύ των ηγετών και των επαναστατικών μαζών …

… Πράγματι, η επαφή μας με τις μάζες των χωρικών μας δίδαξε τη μεγάλη αδικία που το παρόν σύστημα της αγροτικής ιδιοκτησίας συνεπάγεται. Οι χωρικοί μας έπεισαν για την ανάγκη μιας δίκαιης, εκ βάθρων αλλαγής αυτού του συστήματος ιδιοκτησίας. Με την καθημερινή δουλειά τους μας διαφώτησαν για τη δυνατότητα αυτοθυσίας του κουβανού χωρικού (αγρότη) καθώς και για την άνευ ορίων ευγένεια και αφοσίωση του.

Όμως επίσης διδάξαμε. Διδάξαμε την έλλειψη φόβου για τον εχθρό και την καταδυνάστευση. Διδάξαμε ότι τα όπλα στα χέρια του λαού αποτελούν ανώτερη δύναμη από μισθοφορικούς στρατούς. Διδάξαμε, εν συντομία, το διάσημο ρητό που πάντα πρέπει να επαναλαμβάνεται: Η Ισχύς εν τη ενώσει…

Σε αυτήν τη δεύτερη επέτειο (από το ξεκίνημα του ένοπλου αγώνα ενάντια στο καθεστώς του Μπατίστα) αλλάζουμε τον όρκο που είχαμε δώσει: Δεν θα είμαστε πλέον «ελεύθεροι ή μάρτυρες». Θα ΕΙΜΑΣΤΕ ελεύθεροι – ελεύθεροι με τη δράση όλου του λαού της Κούβας, ο οποίος σπάζει τη μια αλυσίδα μετά την άλλη με το αίμα και την αυτοθυσία των καλύτερων τέκνων του. «

Πηγή: http://www.companeroche.com, Μετάφραση: Guevaristas.

Γκράνμα (πλοιάριο)

Το «Γκράνμα» (Granma) είναι το όνομα του σκάφους με το οποίο οι αντάρτες του Φιντέλ Κάστρο μεταφέρθηκαν (το 1956) απ’ το Μεξικό στις ακτές της Κούβας με σκοπό την  αρχή του ανταρτοπολέμου ενάντια στο καθεστώς του Μπατίστα. Το πλοιάριο είχε κατασκευαστεί το 1943, είχε μήκος 13,25 μέτρα, φάρδος 4,97 ενώ η κίνηση του πραγματοποιούνταν με τη βοήθεια δύο εξακύλινδρων πετρελαιοκίνητων μηχανών Gray General τύπου 6Μ4. Πριν αγοραστεί για λογαριασμό των κουβανών ανταρτών ανήκε στον αμερικανό Ρόμπερτ Έρικσον και είχε πάρει το όνομα του απ’ το αγγλικό υποκοριστικό «granma» της λέξης «grandmother» (γιαγιά).

Η κανονική χωρητικότητα του πλοιαρίου ήταν περί τα 20 με 22 άτομα. Παρ’ όλα αυτά, στην αποστολή των ανταρτών του Κινήματος της 26ης Ιουλίου (Μ-26-7) μετείχαν 82 άνδρες οι οποίοι και επιβιβάστηκαν στο Γκράνμα. Μεταξύ αυτών, με την ιδιότητα του γιατρού, ήταν και ο Ερνέστο Γκεβάρα στον οποίο είχε δωθεί ο βαθμός του υπολοχαγού. Μάλιστα, ο Τσε αντιλήφθηκε αρκετές ώρες μετά τον απόπλου ότι είχε ξεχάσει τα φάρμακα και τη μάσκα του οξυγόνου (γιά το άσθμα) σε κυβώτια που τελικά δεν είχαν φορτωθεί στο πλοιάριο. Η κρίση άσθματος δεν άργησε να έρθει – την αντιμετώπισε όμως με υπομονή και κατάφερε να βοηθήσει και άλλους συνεπιβαίνοντες, ως γιατρός της αποστολής.

Το Γκράνμα σαλπάρησε τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου του 1956 από το λιμάνι Τούξπαν του Μεξικού. Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο η άφιξη του στην Κούβα θα πραγματοποιούταν σε συντονισμό με κινητοποιήσεις άλλων μελών του Κινήματος της 26ης Ιουλίου που δρούσαν στο νησί. Οι δυσμενείς όμως καιρικές συνθήκες και το υπερβολικό φορτίο είχαν ως αποτέλεσμα το πλοιάριο να προσαράξει στις ακτές τις Κούβας αρκετά καθυστερημένα και σε διαφορετικό από το προσυμφωνημένο σημείο.

Αρχιστράτηγος (Comandante) της αποστολής του Γκράνμα ήταν ο Φιντέλ, ενώ το γενικό επιτελείο αποτελούνταν από τους:

  • Φιντέλ Κάστρο Ρους

  • Χουάν Μανουέλ Μάρκες

  • Φαουστίνο Πέρες

  • Πάμπλο Ντίας

  • Φέλιξ Ελμούσα

  • Αρμάνδο Ουάου

  • Ερνέστο Γκεβάρα

  • Αντόνιο Λόπες

  • Χεσούς Ρέγιες

  • Κάνδιδο Γκονσάλες

  • Ονελίο Πίνο

  • Ρομπέρτο Ρόκε

  • Χεσούς Μοντανέ

  • Μάριο Ιδάλγο

  • Σέσαρ Γκόμες

  • Ρολάνδο Μόγια

Αρχηγοί αποσπασμάτων Εμπροσθοφυλακής: Χοσέ Σμιθ Κόμας, Κέντρου: Χουάν Αλμέιδα Βόσκε, Οπισθοφυλακής: Ραούλ Κάστρο.

Καθένα από τα τρία αποσπάσματα ήταν χωρισμένο σε τρεις διμοιρίες. Επικεφαλής των διμοιριών ήταν οι:

  • Οράσιο Ροδρίγκες

  • Χοσέ Πόνσε Ντίας

  • Χοσέ Ραμόν Μαρτίνες

  • Φερνάνδο Σάντσες Αμάγια

  • Αρτούρο Τσαμόντ

  • Νορμπέρτο Κογιάδο

  • Τζίνο Ντόνε

  • Χούλιο Ντίας

  • Ρενέ Μπέδια

Οι υπόλοιποι άντρες του πληρώματος:

  • Εβαρίστο Μόντες ντε Όκα

  • Εστέμπαν Σοτολόνγκο

  • Ανδρές Λουχάν

  • Χοσέ Φουέντες

  • Πάμπλο Ουρτάδο

  • Εμίλιο Αρμπεντόσα

  • Λουίς Κρέσπο

  • Ραφαέλ Τσάο

  • Ερνέστο Φερνάνδες

  • Αρμάνδο Μέστρε

  • Μιγκέλ Καμπάνιας

  • Εδουάρδο Ρέγιες

  • Μιγκέλ Σαβάδρα

  • Πέδρο Σότο

  • Αρσένιο Γκαρσία

  • Ισραέλ Καμπρέρα

  • Ουμπέρτο Λαμότε

  • Σαντιάγκο Ιρσέλ

  • Ενρίκε Κουέλες

  • Μάριο Τσάνες

  • Μανουέλ Ετσεβαρία

  • Φρανσίσκο Γκονσάλες

  • Μάριο Φουέντες

  • Νοέλιο Καπότε

  • Ραούλ Σουάρες

  • Γκαμπριέλ Χιλ

  • Λουίς Άρκο

  • Γκιγιέν Σελάγια

  • Καλίξτο Γκαρσία

  • Καλίξτο Μοράλες

  • Ρεϊνάλδο Μπενίτες

  • Ρενέ Ροδρίγκες

  • Κάρλος Μπερμούδες

  • Αντόνιο Νταρίο Λόπες

  • Όσκαρ Ροδρίγκες

  • Καμίλο Σιενφουέγος

  • Χιλμπέρτο Γκαρσία

  • Ρενέ Ρεϊνέ

  • Χάιμε Κόστα

  • Νορμπέρτο Γκοδόι

  • Ενρίκε Κάμαρα

  • Ραούλ Ντίας

  • Αρμάνδο Ροδρίγκες

  • Χοσέ Μοράν

  • Χεσούς Γκόμες

  • Φρανσίσκο Τσικόλα

  • Ουνιβέρσο Σάντσες

  • Εφιχένιο Αμεϊχέιρας

  • Ραμίρο Βαλδές

  • Νταβίδ Ρόγιος

  • Αρνάλδο Πέρες

  • Σίρο Ρεδόνδο

  • Ρολάνδο Σαντάνα

  • Ραμόν Μέχιας

Από το 1976, το πλοιάριο εκτείθεται σε ειδικό χώρο δίπλα στο Μουσείο της Επανάστασης στην Αβάνα. Τιμώντας το ιστορικό σκάφος, η κουβανική κυβέρνηση βάφτισε Γκράνμα το επίσημο δημοσιογραφικό έντυπο του Κομμουνιστικού Κόμματος ενώ ένα κομμάτι της παλαιάς επαρχίας Οριέντε, στην περιοχή όπου προσάραξε το σκάφος, πήρε το όνομα του.

Κίνημα της 26ης Ιουλίου (M-26-7)

Το Κίνημα της 26ης Ιουλίου (Movimiento 26 de Julio) αποτέλεσε την επαναστατική συλλογικότητα που, υπό την ηγεσία του Φιντέλ Κάστρο, ανέτρεψε το 1959 τον κουβανό δικτάτορα Φουλχένσιο Μπατίστα. Η ονομασία του προέρχεται από την αποτυχημένη απόπειρα ανταρτών στο στρατόπεδο Μονκάδα στις 26 Ιουλίου 1956 – στην επιχείρηση αρκετοί αντάρτες σκοτώθηκαν ενώ άλλοι φυλακίστηκαν, μεταξύ των οποίων και ο Φιντέλ. Η ουσιαστική του διαμόρφωση έλαβε χώρα στο Μεξικό, όπου ο Κάστρο και ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός εξόριστων κουβανών και λοιπών λατινοαμερικάνων προετοίμασαν την απόβαση στο νησί, με τελικό στόχο την ανατροπή της δικτατορίας.

Στην Πόλη του Μεξικού ο Ερνέστο Γκεβάρα ήρθε σε επαφή με τους αδελφούς Κάστρο και εντάχθηκε στο Κίνημα, όντας αποφασισμένος να ενισχύσει με όλες του τις δυνάμεις τον σκοπό της Επανάστασης. Στις 25 Νοεμβρίου 1956, 82 αντάρτες επιβιβάστηκαν στο πλοιάριο Γκράνμα με προορισμό τις κουβανικές ακτές. Στην Κούβα δραστηριοποιούνταν ήδη μέλη του Κινήματος (όπως ο Φρανκ Παϊς, η Σέλια Σάντσες και ο Αρμάνδο Χαρτ) που ανέμεναν τις ενισχύσεις των εξόριστων επαναστατών.

Το χρώμα του συμβόλου του Μ-26-7 ήταν το κόκκινο και το μαύρο. Αφότου επιτεύχθηκε η πτώση της δικτατορίας το 1959 το Κίνημα συνενώθηκε με άλλες ριζοσπαστικές ομάδες σχηματίζοντας, το 1961, τις Ενωμένες Επαναστατικές Οργανώσεις, γνωστές ως ORI (Organizaciones Revolucionarias Integradas). Το 1965, ως απότοκος των διεργασιών της επαναστατικής κυβέρνησης ιδρύθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας (PCC).