Γκρεμίζει σύνορα και σήμερα

Του Πάνου Τριγάζη.

Το να θυμόμαστε και να τιμούμε τον Τσε Γκεβάρα έχει ιδιαίτερη αξία σήμερα: για τους δύσκολους αγώνες που καλούμαστε να δώσουμε, αλλά και για τις σχέσεις μέσα στην ίδια την αριστερά της χώρας μας, που έχουν υποστεί οδυνηρούς αυτοτραυματισμούς τον τελευταίο καιρό. Η βαθιά κρίση, που ζει όλος ο κόσμος, αναδεικνύει όσο ποτέ πριν την σημασία του διεθνισμού της αριστεράς, του οποίου ο Τσε αποτελεί το απόλυτο σύμβολο. Την ίδια ώρα χρειαζόμαστε τον Τσε ως ηθικό πρότυπο και πηγή έμπνευσης για ένα μεγάλο κίνημα αξιών, καθώς η κρίση είναι πολυδιάστατη και δεν αφορά μόνο τις «κορυφές» του καπιταλιστικού συστήματος αλλά λειτουργεί διαβρωτικά μέσα στις ίδιες τις κοινωνίες, παράγοντας ποικίλες βαρβαρότητες.

Αν λέγαμε ότι ο «Τσε Γκεβάρα ζει», 43 χρόνια μετά τη δολοφονία του, θα ήταν κάτι κοινότυπο για τον «αιώνιο επαναστάτη», που η παγκοσμιότητα της παρουσίας του δεν έχει προηγούμενο. Ο Τσε γκρεμίζει σύνορα και σήμερα. Η μορφή του υπάρχει παντού όπου υπάρχει εξέγερση, σε κάθε διαδήλωση, στα πανεπιστήμια, στις μεγάλες ροκ συναυλίες, αλλά και σε άλλους χώρους όπου συγκεντρώνονται νέοι άνθρωποι. Ο Τσε έγινε ποίηση, τραγούδι, μυθιστόρημα, ήρωας πολλών ταινιών, «γκράφιτι» στους τοίχους στις γειτονιές όλου του κόσμου. Ακόμα και η καταναλωτική εκμετάλλευση του μύθου του, που προσβάλλει τη μνήμη του, δείχνει την τεράστια απήχηση του στην παγκόσμια νεολαία.

Ο Τσε δεν χωράει σε κανένα επαναστατικό «καλούπι». Δεν μπορεί κανένα ρεύμα της αριστεράς να τον οικειοποιηθεί. Αναφέρονται σ’ αυτόν όλες οι αντισυστημικές δυνάμεις, από τους κομμουνιστές και την νέα αριστερά, ως τους αντιεξουσιαστές, ακόμα και σοσιαλδημοκράτες. Η μνήμη του αποτελεί ένα είδος βάλσαμου για τον βαρύτατα πληγωμένο επαναστατικό ρομαντισμό μας από σοσιαλιστικά εγχειρήματα που οδηγήθηκαν στον εκφυλισμό. «Ίσως για μας καλύτερα που δεν γέρασες/ που έμεινες για πάντα νέος Ερνέστο/ όπως η Επανάσταση στη χαραυγή της», λέει χαρακτηριστικά σ’ ένα ποίημά του ο Τίτος Πατρίκιος.

«Ο Τσε έπεσε υπερασπιζόμενος την υπόθεση των φτωχών και των ταπεινών αυτής της γης», είπε ο Φιντέλ Κάστρο στον επικήδειο που εκφώνησε στην Πλατεία της Επανάστασης στην Αβάνα (18-10-1967), προσθέτοντας ότι «ξεχώρισε ως άνθρωπος ανυπέρβλητης δράσης, αλλά ήταν και άνθρωπος βαθυστόχαστος, με διορατική ευφυΐα και βαθιά μόρφωση». «Ο μαρξισμός μου έχει βαθιές ρίζες και έχει εξαγνιστεί», έγραφε στο τελευταίο γράμμα προς τους γονείς του, το 1965, αλλά άρχιζε το ίδιο γράμμα με τη φράση: «νοιώθω και πάλι κάτω από τις φτέρνες μου το ανεβοκατέβασμα των πλευρών του Ροσινάντε», δηλαδή έβλεπε τον εαυτό του σαν ένα είδος Δον Κιχώτη. Όμως, η παγκόσμια ακτινοβολία του Τσε δεν εξηγείται με στενά πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους, με κριτήριο ότι εκπροσωπεί τη σωστή «συνταγή» για την επανάσταση, αλλά διότι συνεγείρει συνειδήσεις ως κορυφαίο ηθικό πρότυπο ενός ασυμβίβαστου αγωνιστή, που ενώνει την πολιτική και την ηθική.

Ο Τσε ήταν ένας μεγάλος διεθνιστής και αντιιμπεριαλιστής, στη θεωρία και στην πράξη. Αν κάναμε μια δημοσκόπηση, ρωτώντας ποια είναι η εθνικότητά, του δύσκολα θα παίρναμε σωστή απάντηση. Γεννήθηκε στην Αργεντινή, αλλά είναι ήρωας όλης της Λατινικής Αμερικής και σύμβολο της ενότητάς της. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες της Κουβανικής Επανάστασης, δίπλα στον Φιντέλ Κάστρο, με τον οποίο συμπορεύτηκε από το 1955 ως το 1965, όταν εγκατέλειψε τη θέση του υπουργού που κατείχε στην Κούβα, για να πολεμήσει στο πλευρό εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. Θεωρούσε ότι «το βασικό πεδίο εκμετάλλευσης του ιμπεριαλισμού περιλαμβάνει τις τρεις καθυστερημένες ηπείρους, Λατινική Αμερική, Ασία και Αφρική», και έβλεπε το μέλλον φωτεινό «αν δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ, άνθιζαν στην επιφάνεια της γης». Με βάση αυτή την ανάλυση και όχι ως «απελπισμένη ανταρσία», επέλεξε να φύγει το 1965 για το Κογκό και να καταλήξει, το 1966, στη Βολιβία. Εκεί προσπάθησε να οργανώσει αντάρτικο κίνημα, αλλά βρήκε μεγάλες δυσκολίες και τελικά έπεσε σε ενέδρα μαζί με τους 17 συμμαχητές που του είχαν απομείνει. Αιχμαλωτίστηκε από τον βολιβιανό στρατό, με τη βοήθεια της CIA, στις 8 Οκτωβρίου 1967, και την επομένη ημέρα δολοφονήθηκε.

«Για τα παιδιά του κόσμου σκοτώθηκες/ Τσε Γκεβάρα», λέει σ’ ένα ποίημά του ο Τάσος Λειβαδίτης, που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης (Λειτουργία Νο 2), ενώ με τον δικό του μοναδικό τρόπο θρήνησε τη δολοφονία του Τσε ο ποιητής Νίκος Καββαδίας:

Ποιος το ‘λεγε ποιος το ‘λπιζε και ποιος να το βαστάξει.

Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.

Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι

νεράιδες, και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Το πώς δέχθηκαν οι Έλληνες αριστεροί την είδηση της δολοφονίας του Τσε μέσα στη μαύρη νύχτα της χούντας, αποδόθηκε από τον Μάνο Λοΐζο με ένα τραγούδι που λέει:

Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα/ μια φωτογραφία σου απ’ τα ξένα/ Απ’ αυτές που κρατάν οι φοιτητές/ απ’ αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές/ απ’ αυτές που κρεμάν οι φοιτητές/ στην καρδιά τους.

Διανύοντας τον 21ο αιώνα, ο μύθος του Τσε όχι μόνο δεν έχει φθαρεί αλλά συνεχώς ενισχύεται και παγκοσμιοποιείται, ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους και τις νέες του πλανήτη μας. Κι αυτό συμβαίνει γιατί η κρίση του συστήματος είναι βαθειά και πολυδιάστατη και ο κόσμος πρέπει να αλλάξει ριζικά, να βγει από τις «συμπληγάδες» των ανισοτήτων, που συνθλίβουν τις κοινωνίες και ακινητοποιούν τις δημιουργικές ικανότητες των ανθρώπων. Γιατί η ίδια η ζωή στη γη απειλείται από την ραγδαία περιβαλλοντική υποβάθμιση, που οφείλεται στο κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης.

Ο Τσε είναι πιο ζωντανός σήμερα. Ζει στις νίκες των συνασπισμένων αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων στη Λ. Αμερική, στον αγώνα για την άρση του αμερικανικού εμπάργκο εις βάρος της Κούβας. Προτείνει την αριστερά ως στάση και τρόπο ζωής. Μιλάει στην καρδιά και στη συνείδησή μας με τα ίδια λόγια που μίλησε στα παιδιά του με το τελευταίο γράμμα του: «Πάνω απ΄ όλα να είστε πάντα ικανοί να νοιώθετε βαθιά μέσα σας οποιαδήποτε αδικία διαπράττεται ενάντια σε οποιονδήποτε, σε οποιαδήποτε γωνιά του κόσμου. Είναι η πιο όμορφη ιδιότητα ενός επαναστάτη».

Σημ: όλα τα αποσπάσματα σε εισαγωγικά είναι από το βιβλίο «Ερνέστο Τσε Γκεβάρα – κείμενα», Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988, με την εξαίρεση της αναφοράς σε «απελπισμένη ανταρσία» που είναι από το βιβλίο του Γερ. Λυκιαρδόπουλου «Η έσχατη στράτευση», εκδόσεις Ύψιλον 1985.

*Ο Πάνος Τριγάζης είναι μέλος της ΚΠΕ του Συνασπισμού. Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η Αυγή», 17.10.2010.

Τσε Γκεβάρα και Φιντέλ Κάστρο / Che Guevara and Fidel Castro

Ο Τσε και ο Φιντέλ σε διάφορες στιγμές της Κουβανικής επανάστασης. Σύντροφοι, συνεργάτες και φίλοι.

Χιλή 1952: Η ασθματική γερόντισσα της «Τζιοκόντα»

Ο ΤΣΕ (ΑΡΙΣΤΕΡΑ) ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΓΚΡΑΝΑΔΟ ΤΟ 1951.

Κατά τη διάρκεια της πολύμηνης περιπλάνησης τους στη Νότια Αμερική, ο Ερνέστο Γκεβάρα και ο Αλμπέρτο Γκρανάδο βρέθηκαν στο Βαλπαραϊσο (Valparaíso) της Χιλής. Μια γραφική, παραθαλάσσια πόλη, «χτισμένη στην άκρη της παραλίας με θέα σε ένα μεγάλο κόλπο» όπως αναφέρει ο Τσε στα απομνημονεύματα του στα Ημερολόγια Μοτοσικλέτας.  Οι δύο νεαροί αργεντίνοι κατέλησαν για να ξεκουραστούν προσωρινά στην «Τζιοκόντα», ενός ρεστοράν που ανήκε σε συμπατριώτη τους.

Μάρτιος 1952. Ο Τσε διηγείται στο ημερολόγιο του τις προσπάθειες να βρουν εργασία στο τοπικό νοσοκομείο (σ.σ: ο Τσε ήταν ακόμη φοιτητής Ιατρικής) και αναφέρει, με λόγια που σαν πρόκες καρφώνονται στη μνήμη, ίσως μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές του μεγάλου ταξιδιού του:

«Προσπαθούσαμε να έρθουμε σε απευθείας επαφή με τους γιατρούς του Πετροουέ, αλλά αυτοί μόλις γύριζαν από τις δραστηριότητες τους και, μην έχοντας καιρό για χάσιμο, δε μας παραχωρούσαν ούτε μία τυπική συνάντηση-ωστόσο τους είχαμε εντοπίσει και εκείνο το απόγευμα χωριστήκαμε: ο Αλμπέρτο τους ακολούθησε και εγώ πήγα να δω μια ασθματική γερόντισσα, πελάτισσα της «Τζοκόντα». Τη λυπόσουν την καψερή, το δωμάτιο της βρομούσε ιδρωτίλα, ποδαρίλα και σκόνη από δυο τρεις πολυθρόνες, τα μοναδικά είδη πολυτελείας στο σπίτι της. Εκτός από το άσθμα, υπέφερε και από καρδιακή ανεπάρκεια. Ήταν μία από τις περιπτώσεις που ένας γιατρός, συνειδητοποιώντας ότι είναι ανίσχυρος μπροστά στην κατάσταση, νιώθει την επιθυμία μιας ριζικής αλλαγής, που να εξαλείψει την αδικία η οποία ανάγκασε τη γριά γυναίκα να δουλεύει σαν υπηρέτρια μέχρι τον προηγούμενο μήνα για να βγάλει το ψωμί της, ασθμαίνοντας, υποφέροντας, μα κρατώντας ψηλά το κεφάλι στη ζωή. Το ζήτημα είναι πως στις φτωχές οικογένειες το μέλος που αδυνατεί να κερδίσει τα προς το ζην περιβάλλεται από μια ατμόσφαιρα δυσαρέσκειας, που κρύβεται με το ζόρι. Από εκείνη τη στιγμή παύει να είναι πατέρας, μητέρα, αδερφός· γίνεται ένας αρνητικός παράγοντας στον αγώνα για επιβίωση και, ως τέτοιος, στόχος μνησικακίας της υγιούς κοινότητας, που θεωρεί την αναπηρία του σαν προσωπική προσβολή γι’ αυτούς που πρέπει να τον συντηρήσουν. Εκεί, στις τελευταίες ώρες για τους ανθρώπους των οποίων ο ορίζοντας δεν εκτείνεται πέρα από το αύριο, εκεί επικεντρώνεται η τραγωδία της ζωής του προλεταριάτου όλου του κόσμου. Στα μάτια των ετοιμοθάνατων βλέπεις μια καρτερική έκκληση συγνώμης και, συχνά, μια απελπισμένη έκκληση παρηγοριάς που χάνεται στο κενό, όπως θα χαθεί γρήγορα και το σώμα μέσα στην απεραντοσύνη του μυστηρίου που μας περιβάλλει. Ως πότε θα συνεχιστεί αυτή η τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε μια παράλογη διαίρεση, στις κοινωνικές τάξεις; Είναι κάτι στο οποίο δεν μπορώ να απαντήσω εγώ, αλλά είναι καιρός οι κυβερνώντες να αφιερώσουν λιγότερο χρόνο στην προπαγάνδα της ποιότητας των καθεστώτων τους και περισσότερα χρήματα, πολύ περισσότερα, για έργα κοινωνικής ωφέλειας. Δεν μπορώ να κάνω πολλά για την άρρωστη· της γράφω απλώς μια κατάλληλη δίαιτα, ένα διουρητικό και αντιασθματικά διαλύματα. Μου έχουν μείνει μερικές δραμαμίνες και της τις χαρίζω. Όταν βγαίνω, με ακολουθούν τα στοργικά λόγια της γερόντισσας και οι αδιάφορες ματιές των συγγενών».

[Το χαμόγελο της «Τζοκόντα», Ημερολόγια Μοτοσικλέτας].

Η εμπειρία αυτή του νεαρού Γκεβάρα, φοιτητή της Ιατρικής τότε, αποτέλεσε ίσως το ξεκίνημα μιάς σειράς γεγονότων που σταδιακά «έπλασαν» την κοινωνική και πολιτική του συνείδηση. Από τα γραπτά του, όπως αποτυπώνονται στα Ημερολόγια Μοτοσικλέτας, μπορεί κανείς να συμπεράνει το έναυσμα της πολιτικής του συνειδητοποίησης και τις αγωνιώδεις σκέψεις του γιά την ύπαρξη της παράλογης τάξης πραγμάτων που διαιρεί τους ανθρώπους σε κοινωνικές τάξεις και την «τραγωδία της ζωής του προλεταριάτου», η οποία αντικατοπτρίζονταν στο βλέμμα της ετοιμοθάνατης ασθματικής γερόντισσας.

Με την Αλεϊδα Μαρτς

Ο γάμος του Ερνέστο Γκεβάρα με την Αλεϊδα Μαρτς στην Αβάνα το 1959. Η τελετή έλαβε χώρα σε αίθουσα των φυλακών της Λα Καμπάνια.

Ερνέστο και Αλεϊδα.

Ο Τσε και η Αλεϊδα μετά το γάμο τους.

Τα χρόνια της Επανάστασης.

Μήνυμα στην Τρικοντινεντάλ

«Είναι η ώρα των μαγκαλιών και δεν πρέπει να βλέπουμε άλλο απ΄ το φως». Χοσέ Μαρτί.

Εικοσιένα χρόνια κύλησαν απ΄ τον τερματισμό του τελευταίου παγκόσμιου πολέμου και πολλά δημοσιεύματα, σε πολλές γλώσσες, γιορτάζουν το γεγονός που συμβολίζεται από την ήττα της Ιαπωνίας. Μια ατμόσφαιρα φαινομενικής αισιοδοξίας βασιλεύει στους διάφορους τομείς στα διαφορετικά στρατόπεδα που χωρίζουν τον κόσμο. Εικοσιένα χρόνια δίχως παγκόσμιο πόλεμο, σ΄ αυτούς τους καιρούς με τις μεγάλες διαμάχες, τις βίαιες συγκρούσεις και τις απότομες αλλαγές, είναι ένα διάστημα που φαίνεται πολύ μεγάλο. Μα και δίχως ν΄ αναλύσουμε τα πρακτικά αποτελέσματα αυτής της ειρήνης για την όποια είμαστε όλοι διατεθειμένοι να αγωνιστούμε (η φτώχεια, η εξαθλίωση, η ολοένα και μεγαλύτερη εκμετάλλευση τεράστιων περιοχών του κόσμου) πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι μια πραγματική ειρήνη.

Αυτές οι σημειώσεις δεν έχουν την αξίωση να δώσουν το ιστορικό των διάφορων συγκρούσεων με τοπικό χαρακτήρα, που ακολούθησαν μετά την παράδοση της Ιαπωνίας. Και ούτε θα επιχειρήσουμε να κάνουμε τον οδυνηρό και πάντα αυξανόμενο απολογισμό των εμφύλιων σπαραγμών, που έχουν γίνει σ΄ αυτά τα χρόνια της υποτιθέμενης ειρήνης. Μας φτάνει να αντιτάξουμε σ΄ αυτή την υπέρμετρη αισιοδοξία τα παραδείγματα του πολέμου της Κορέας και του Βιετνάμ.

Στον πρώτο απ΄ αυτούς, μετά από χρόνια άγριας πάλης, το βόρειο τμήμα της χώρας έγινε αντικείμενο της πιο φοβερής καταστροφής στα χρονικά του σύγχρονου πολέμου. Ανασκαμμένο απ΄ τις βόμβες, δίχως εργοστάσια, δίχως σχολεία και νοσοκομεία. Δίχως καμία προστασία για δέκα εκατομμύρια κάτοικους. Στον πόλεμο της Κορέας επενέβησαν δεκάδες χώρες κάτω απ΄ την απατηλή σημαία των Ηνωμένων Εθνών και με τη στρατιωτική καθοδήγηση των Ηνωμένων Πολιτειών, με τη μαζική συμμετοχή Αμερικανών στρατιωτών και τη χρησιμοποίηση του νοτιοκορεάτικου πληθυσμού, που είχε επιστρατευθεί σαν κρέας για τα κανόνια.

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, ο στρατός και ο λαός της Κορέας και οι εθελοντές της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κινάς ανεφοδιάζονταν και είχαν μια συμπαράσταση από τη σοβιετική στρατιωτική μηχανή. Απ΄ την αμερικανική πλευρά, δοκιμάστηκαν κάθε είδους όπλα καταστροφής: αν και είχαν αποκλεισθεί τα θερμοπυρηνικά όπλα, χρησιμοποιήθηκαν σε περιορισμένη κλίμακα τα βακτηριολογικά και χημικά όπλα.

Στο Βιετνάμ, οι πατριωτικές δυνάμεις πολέμησαν σχεδόν χωρίς καμία διακοπή ενάντια σε τρεις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις: ενάντια στην Ιαπωνία, που η ισχύς της έμελλε να υποστεί μια κάθετη πτώση μετά τις βόμβες της Χιροσίμας και του Ναγκασάκι. Ενάντια στη Γαλλία που ξαναπήρε από τούτη τη νικημένη χώρα τις ινδοκινεζικες αποικίες της και αγνόησε τις υποσχέσεις που είχε δώσει στις δύσκολες στιγμές. Κι ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες σ αυτή την τελευταία φάση του αγώνα.

Σ΄ όλες τις ηπείρους υπήρχαν περιορισμένες συγκρούσεις, ενώ στην αμερικανική ήπειρο δεν είχαν σημειωθεί ακόμη για αρκετό καιρό παρά μόνο απόπειρες απελευθερωτικής πάλης και πραξικοπημάτων, ίσαμε τη στιγμή που η κουβανέζικη Επανάσταση σήμανε τη σάλπιγγα του συναγερμού για τη σημασία αυτής της περιοχής και προκάλεσε τη λύσσα των ιμπεριαλιστών, υποχρεώνοντας την να υπερασπιστεί τις αχτές της, στην αρχή στην Πλάγια Χιρον και κατοπινά με την Κρίση του Οχτωβρη. Αυτό το τελευταίο επεισόδιο θα μπορούσε να είχε προκαλέσει ένα πόλεμο με ανυπολόγιστες διαστάσεις, επειδή είχε φέρει αντιμέτωπους τους Αμερικανούς και τους Σοβιετικούς σχετικά με την Κούβα.

Μα προφανώς η πιο μεγάλη εστία πολέμου βρίσκεται αυτή τη στιγμή στα εδάφη της ινδοκινεζικης χερσονήσου και στις γειτονικές της χώρες. Το Λάος και το Βιετνάμ σπαράζονται από εμφύλιους πόλεμους, που παύουν πια να είναι εμφύλιοι απ΄ τη στιγμή που είναι παρών ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, με όλη του την ισχύ. Κι όλη η ζώνη γίνεται μια επικίνδυνη πυριτιδαποθήκη, έτοιμη να εκραγεί. Στο Βιετνάμ, η σύγκρουση πήρε μια εξαιρετική οξύτητα. Δεν έχουμε την πρόθεση να δώσουμε την ιστορία αυτού του πολέμου. Θα περιοριστούμε μόνο σε μερικά σημεία αναφοράς.

Το 1954, μετά τη συντριπτική ήττα των Γάλλων στο Ντιεν Μπιεν Φου, υπεγράφησαν οι συμφωνίες της Γενεύης, που διαιρούσαν τη χώρα σε δυο ζώνες και όριζαν ότι θα γίνονταν εκλογές μέσα σε δεκαοχτώ μήνες, για να αποφασιστεί ποιος θα κυβερνούσε το Βιετνάμ και με ποιο τρόπο θα ξαναγινόταν η συνένωση της χώρας. Οι Αμερικανοί δεν υπέγραψαν αυτό το έγγραφο και άρχισαν να ελίσσονται για ν΄ αντικαταστήσουν το ανδρείκελο των Γάλλων, τον αυτοκράτορα Μπάο — Ντάι, μ΄ έναν άνθρωπο που να ανταποκρίνεται στις δικές τους προθέσεις. Ήταν ο Νγκο Ντινχ Ντιέμ, που όλος ο κόσμος ξέρει το τραγικό του τέλος — της στυμμένης λεμονόκουπας απ΄ τον ιμπεριαλισμό. Μια αισιοδοξία κυριάρχησε στο στρατόπεδο των λαϊκών δυνάμεων στους μήνες που ακολούθησαν την υπογραφή των συμφωνιών της Γενεύης. Στο νότιο τμήμα της χώρας είχαν αρχίσει να κατεδαφίζουν τις οχυρώσεις του πολέμου εναντίον των Γάλλων και όλοι περίμεναν την εφαρμογή της συνθήκης. Μα οι πατριώτες δεν άργησαν να καταλάβουν ότι δεν θα γίνονταν οι εκλογές εκτός πια κι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ένιωθαν ότι μπορούσαν να επιβάλουν τη θέληση τους στις κάλπες, πράγμα που ήταν αδύνατο να γίνει ακόμη κι αν κατέφευγαν σ΄ όλες τις μορφές του δόλου, που αυτές ξέρουν τα μυστικά του.

Οι αγώνες συνεχίστηκαν ξανά στο νότιο τμήμα της χώρας κι έγιναν όλο και πιο έντονοι ως τη σημερινή στιγμή που ο αμερικανικός στρατός αποτελείται από μισό εκατομμύριο περίπου εισβολείς, ενώ οι δυνάμεις των ανδρεικέλων μειώνονται και χάνουν ολωσδιόλου τη μαχητικότητα τους. Είναι κοντά δυο χρόνια που οι Αμερικανοί άρχισαν συστηματικά τους βομβαρδισμούς ενάντια στη Λαϊκή Δημοκρατία του Βιετνάμ σε μια καινούργια προσπάθεια να λυγίσουν τη μαχητικότητα του Νότου και να του επιβάλουν μια συνδιάσκεψη, ξεκινώντας από μια θέση ισχύος. Στην αρχή, οι βομβαρδισμοί ήταν λίγο — πολύ σποραδικοί και ξεκινούσαν απ΄ τον ισχυρισμό ότι αποτελούσαν αντίποινα για υποτιθέμενες προκλήσεις των Βορείων. Σε συνέχεια, αυτοί οι βομβαρδισμοί αυξήθηκαν σε ένταση, έγιναν μεθοδικοί ώσπου να μεταβληθούν, μέρα με την ημέρα, σ΄ ένα τεράστιο κυνηγητό από μέρους των αεροπορικών μονάδων των Ηνωμένων Πολιτειών, προς το σκοπό να καταστρέψουν κάθε ίχνος πολιτισμού στο βόρειο τμήμα της χώρας. Έτσι ένα από τα θλιβερά επεισόδια της διαβόητης κλιμάκωσης. Οι υλικοί στόχοι των γιάνκηδων έχουν επιτευχθεί στο μεγαλύτερο μέρος παρά την αποφασιστική αντίσταση των αντιαεροπορικών μονάδων του Βιετνάμ, παρά τα 1.700 αεροπλάνα που έχουν καταρριφθεί και παρά τη βοήθεια του σοσιαλιστικού στρατοπέδου σε πολεμικό υλικό. Υπάρχει μια οδυνηρή πραγματικότητα: το Βιετνάμ, το έθνος που ενσαρκώνει τις λαχτάρες και τις ελπίδες νίκης ενός ολόκληρου ξεχασμένου κόσμου, είναι τραγικά μόνο του. Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με το λαό του Βιετνάμ μοιάζει με την πικρή ειρωνεία που σήμαινε η ενθάρρυνση του όχλου για τους μονομάχους του ρωμαϊκού τσίγκου. Το πρόβλημα δεν είναι να ευχόμαστε την επιτυχία του θύματος της εισβολής, μα να μοιραστούμε την τύχη του, να είμαστε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη.

Αν θελήσουμε να αναλύσουμε τη μοναξιά του Βιετνάμ, θα μας πιάσει ένα άγχος για τούτη την άλογη στιγμή της ανθρωπότητας. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός είναι ένοχος εισβολής. Τα εγκλήματα του είναι τεραστία και επεκτείνονται σ΄ όλο τον κόσμο. Αυτό το ξέρουμε, κύριοι. Μα είναι ένοχοι εξίσου κι εκείνοι που στην αποφασιστική στιγμή δίστασαν να κάνουν το Βιετνάμ ένα απαραβίαστο μέρος του σοσιαλιστικού χώρου. Θα διέτρεχαν πράγματι τον κίνδυνο ενός πολέμου σε παγκόσμια κλίμακα, μα θα υποχρέωναν επίσης τους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές να αποφασίσουν. Είναι ένοχοι εκείνοι που συνεχίζουν έναν πόλεμο με βρισιές και τρικλοποδιές, που τον άρχισαν από καιρό οι αντιπρόσωποι των δυο πιο μεγάλων δυνάμεων του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.

Θέτουμε το πρόβλημα για να πετύχουμε μια τίμια απάντηση: το Βιετνάμ είναι ή δεν είναι απομονωμένο και επιδίδεται σε μια επικίνδυνη ισορροπία ανάμεσα στις δυο δυνάμεις που έχουν εμπλακεί στη διαπάλη; Τι μεγάλος που είναι αυτός ο λαός! Ποσό γενναίος και στωικός είναι! Και τι μάθημα αντιπροσωπεύει ο αγώνας για όλο τον κόσμο. Δεν θα μάθουμε πριν περάσει καιρός αν ο πρόεδρος Τζονσον το σκεφτόταν σοβαρά να πραγματοποιήσει κάποιες αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για το λαό της χώρας του, για να αφαιρέσει την οξύτητα από τις ταξικές αντιθέσεις που εκδηλώνονται με μια εκρηκτική δύναμη και ολοένα και πιο συχνά. Μα είναι βέβαιο ότι αυτές οι βελτιώσεις που αναγγέλθηκαν με τον πομπώδη τίτλο μιας πάλης για τη «μεγάλη κοινωνία» έπεσαν όλες στον καιάδα του Βιετνάμ.

Η πιο μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη αισθάνεται μια αιμορραγία στους κόλπους της, που την προκαλεί μια μικρή και καθυστερημένη χώρα και η μυθική οικονομία της αισθάνεται τις συνέπειες απ΄ τη διεξαγωγή του πολέμου. Να σκοτώνεις έπαψε πια να είναι το πιο προσοδοφόρο εμπόριο των μονοπωλίων. Ότι διαθέτουν αυτοί οι υπέροχοι στρατιώτες, πέρα απ΄ την αγάπη τους για την πατρίδα και για την κοινωνία τους και πέρα από το ανεξάντλητο θάρρος τους, είναι μόνο αμυντικά όπλα κι αυτά σε μια περιορισμένη ποσότητα. Μα ο ιμπεριαλισμός βουλιάζει στο Βιετνάμ, δεν βρίσκει διέξοδο και αναζητεί απεγνωσμένα ένα δρόμο που να του επιτρέψει να αποφύγει αξιοπρεπώς τον κίνδυνο, στον οποίο έχει εμπλακεί. Μα τα «Τέσσερα Σημεία» του Βορρά και τα «Πέντε Σημεία» του Νότου τον κρατάνε πιασμένο μέσα σε μια τανάλια και κάνουν ακόμα πιο αποφασιστική τη σύγκρουση.

Όλα φαίνεται να δείχνουν ότι η ειρήνη, αυτή η ασταθής ειρήνη που της έδωσαν αυτό το όνομα αποκλειστικά και μόνο γιατί δε σημειώθηκε καμία παγκόσμια σύρραξη, βρίσκεται πάλι σε κίνδυνο να γίνει θρύψαλα από τούτη την αμετάτρεπτη και απαράδεκτη πρωτοβουλία που πήραν οι Αμερικανοί. Και σε μας, στους εκμεταλλευόμενους του κόσμου, ποιος είναι ο ρόλος που μας ανήκει; Οι λαοί των τριών ηπείρων παρακολουθούν και διδάσκονται το μάθημα τους απ΄ το Βιετνάμ. Επειδή οι ιμπεριαλιστές, με την απειλή του πολέμου, ασκούν έναν εκβιασμό πάνω σ΄ όλη την ανθρωπότητα, η σωστή απάντηση είναι να μη φοβόμαστε τον πόλεμο. Η γενική τακτική των λαών πρέπει να είναι να επιτίθενται σκληρά και αδιάκοπα σε κάθε σημείο όπου παρουσιάζεται η σύγκρουση.

Μα, εκεί όπου έχει σπάσει αυτή η άθλια ειρήνη που υφιστάμεθα, ποιος πρέπει να είναι ο στόχος μας; Να απελευθερωθούμε πάση θυσία. Το πανόραμα του κόσμου είναι σήμερα πολύπλοκο στο μέγιστο βαθμό. Ο στόχος της απελευθέρωσης αφορά ακόμη και χώρες της γηραιάς Ευρώπης, αρκετά ανεπτυγμένες για να αισθάνονται όλες τις αντιθέσεις του καπιταλισμού, μα τόσο αδύνατες που δεν μπορούν να ακολουθήσουν το δρόμο του ιμπεριαλισμού ή να εμπλακούν σ΄ αυτόν. Εκεί οι αντιθέσεις θα φτάσουν, στα χρόνια που μας έρχονται, σ΄ ένα εκρηκτικό βαθμό, μα τα προβλήματα τους —και κατά συνέπεια και η λύση τους— είναι διαφορετικά από τα προβλήματα των δικών μας εξαρτημένων και οικονομικά καθυστερημένων λαών. Το κυριότερο πεδίο εκμετάλλευσης του ιμπεριαλισμού αγκαλιάζει τις τρεις καθυστερημένες ηπείρους: την Αμερική, την Ασία και την Αφρική. Η κάθε χώρα έχει τις ιδιομορφίες της, μα και η κάθε ήπειρος στο σύνολο της τις δικές της.

Η Αμερική αποτελεί ένα σύνολο λίγο πολύ ομοιογενές και τα αμερικανικά μονοπωλιακά κεφάλαια διατηρούν τα απόλυτα πρωτεία στο σύνολο των εδαφών της. Οι κυβερνήσεις ανδρείκελα ΄η, στην καλύτερη περίπτωση, οι αδύνατες και φοβισμένες, δεν μπορούν να αντιταχθούν στις διαταγές των γιάνκηδων αφεντικών. Οι Αμερικανοί έχουν φτάσει σχεδόν στο τελευταίο όριο της πολιτικής και οικονομικής τους κυριαρχίας και δεν θα μπορούσαν πια να προχωρήσουν παραπέρα. Η οποιαδήποτε αλλαγή στην κατάσταση θα μπορούσε να μεταβληθεί σε μια κάμψη της πρωτοκαθεδρίας τους. Η πολιτική τους συνίσταται στο να διατηρήσουν αυτά που έχουν κερδίσει. Η γραμμή της δράσης τους περιορίζεται σήμερα στην κτηνώδη χρησιμοποίηση της βίας για την κατάπνιξη των απελευθερωτικών κινημάτων, όποια κι αν είναι αυτά.

Το σύνθημα «δεν θα επιτρέψουμε μια άλλη Κούβα» πάει να κρύψει τη δυνατότητα τους να διαπράττουν ατιμώρητα εισβολές, σαν κι αυτήν που έγινε ενάντια στη Δομινικανικη Δημοκρατία ή και προηγούμενα με τη σφαγή του Παναμά, και την καθαρή προειδοποίηση ότι τα στρατεύματα των γιάνκηδων είναι διατεθειμένα να επεμβαίνουν σε οποιοδήποτε σημείο της Αμερικής, όπου διαταράσσεται η κατεστημένη τάξη, βάζοντας σε κίνδυνο τα αμερικανικά συμφέροντα. Αυτή η πολιτική απολαμβάνει μια απόλυτη σχεδόν ατιμωρησία. Η Οργάνωση Αμερικανικών Κρατών, όσο ξεπεσμένη κι αν είναι, αποτελεί μια πολύ βολική μάσκα. Ο Ο.Η.Ε. είναι τόσο αναποτελεσματικός, που πέφτει στα όρια του γελοίου και του τραγικού. Οι στρατοί όλων των χωρών της Αμερικής είναι έτοιμοι να επέμβουν, για να συντρίψουν τους λαούς της. Στην ουσία, έχει συγκροτηθεί η διεθνής του εγκλήματος και της προδοσίας. Εξάλλου, οι εθνικές αστικές τάξεις δεν είναι πια διόλου ικανές να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό —αν ήταν και καμία φορά— και σήμερα είναι η οπισθοφυλακή του. Δεν υπάρχουν πια άλλες αλλαγές να γίνουν: η σοσιαλιστική επανάσταση ή καρικατούρα της επανάστασης.

Η Ασία είναι μια ήπειρος με χαρακτηριστικές ιδιομορφίες. Οι απελευθερωτικοί αγώνες ενάντια σε διάφορες ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις οδήγησαν στην εγκαθίδρυση λίγο πολύ προοδευτικών κυβερνήσεων, που η παραπέρα εξέλιξη τους ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις το βάθεμα των πρώτων στόχων της εθνικής απελευθέρωσης και σε άλλες μια επιστροφή σε προιμπεριαλιστικες θέσεις. Από οικονομική πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν λίγα να χάσουν και πολλά να κερδίσουν στην Ασία. Οι αλλαγές τους διευκολύνουν. Αγωνίζονται για να εκτοπίσουν άλλες νεοαποικιακες δυνάμεις, για να διεισδύσουν σε καινούργιες σφαίρες ενεργειών στον οικονομικό τομέα, κάποτε άμεσα και κάποτε χρησιμοποιώντας την Ιαπωνία. Μα υπάρχουν ειδικές πολιτικές συνθήκες, προπάντων στην ινδοκινεζικη χερσόνησο, οι όποιες προσδίδουν μια εξαιρετική σημασία στην Ασία και παίζουν ένα πολύ σπουδαίο ρόλο στην καθολική στρατηγική πολέμου του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Ο τελευταίος περισφίγγει την Κίνα, μ΄ ένα κλοιό, που περιλαμβάνει τουλάχιστο τη Νότιο Κορέα, την Ιαπωνία, τη Φορμόζα, το Νότιο Βιετνάμ και την Ταϊλάνδη. Αυτή η διπλή κατάσταση, ένα τόσο σημαντικό στρατηγικό συμφέρον όπως είναι η στρατιωτική περικύκλωση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας απ΄ τη μια μεριά και η φιλοδοξία των αμερικανικών κεφαλαίων να βρουν διέξοδο στις μεγάλες της αγορές απ΄ την άλλη, κάνουν την Ασία ένα από τα πιο εκρηκτικά μέρη του σημερινού κόσμου, παρά τη φαινομενική σταθερότητα που υπάρχει έξω από τη ζώνη του Βιετνάμ.

Η Μέση Ανατολή, που ανήκει γεωγραφικά σ΄ αυτή την ήπειρο, μα με τις δικές της ξεχωριστές αντιφάσεις, βρίσκεται σε μεγάλο αναβρασμό και δεν μπορούμε να προβλέψουμε τι διαστάσεις θα πάρει ο ψυχρός πόλεμος ανάμεσα στο Ισραήλ, που υποστηρίζεται απ΄ τους ιμπεριαλιστές, και στις προοδευτικές χώρες της περιοχής. Είναι ένα άλλο από τα ηφαίστεια που απειλούν τον κόσμο. Η Αφρική προσφέρει τα γνωρίσματα ενός σχεδόν παρθένου εδάφους για τη νεοαποικιοκρατικη εισβολή. Έγιναν αλλαγές που ως ένα βαθμό υποχρέωναν τις νεοαποικιοκρατικές δυνάμεις να ενδώσουν σ΄ ότι αφορά τα παλιά απόλυτα προνομία τους. Μα όταν οι διαδικασίες εξελίσσονται αδιάκοπα, τότε την αποικιοκρατία τη διαδέχεται η νεοαποικιοκρατία, που οι συνέπειες της είναι οι ίδιες όσον αφορά την οικονομική κυριαρχία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν αποικίες σ΄ αυτή την ήπειρο και πασχίζουν τώρα να διεισδύσουν στα παλιά περιφραγμένα κτήματα των συνεταίρων τους. Μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι η Αφρική αποτελεί μια μακροπρόθεσμη εφεδρεία στα στρατηγικά σχέδια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Οι σημερινές επενδύσεις του δεν είναι σημαντικές παρά μόνο στην Νοτιοαφρικανική Ένωση και αρχίζει η διείσδυση του στο Κονγκό, στη Νιγηρία και σε άλλες χώρες, όπου υποβόσκει ένας βίαιος ανταγωνισμός (ειρηνικός για την ώρα) με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ο ιμπεριαλισμός δεν έχει ακόμη μεγάλα συμφέροντα να υπερασπιστεί εκεί, εκτός από το υποτιθέμενο δικαίωμα του να επεμβαίνει σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, όπου τα μονοπώλια μυρίζονται μεγάλα κέρδη ή την ύπαρξη μεγάλων εφεδρειών σε πρώτες ύλες.

Όλα αυτά τα δεδομένα μας κάνουν να αναρωτηθούμε δικαιολογημένα για τις δυνατότητες μιας βραχυπρόθεσμης ΄η μακροπρόθεσμης απελευθέρωσης των λαών της Αφρικής. Αν αναλύσουμε την Αφρική, θα δούμε ότι γίνεται ένας αγώνας με κάποια ένταση στις πορτογαλικές αποικίες της Γουινέας, της Μοζαμβίκης και της Αγκόλας, με αξιόλογες επιτυχίες στην πρώτη και με ασταθείς επιτυχίες στις δυο άλλες. Ότι παραβρισκόμαστε ακόμη σε μια πάλη ανάμεσα στους διαδόχους του Λουμουμπα και τους παλιούς συνένοχους του Τσομπε στο Κονγκό, πάλη που φαίνεται να κλίνει προσωρινά προς τη μεριά των τελευταίων, που «ειρήνευσαν» προς όφελος τους ένα μεγάλο τμήμα της χώρας, μολονότι ο πόλεμος παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση.

Το πρόβλημα είναι διαφορετικό στη Ροδεσία. Ο βρετανικός ιμπεριαλισμός χρησιμοποίησε όλους τους μηχανισμούς που είχε στη διάθεση του, για να παραδώσει την εξουσία σε μια μειονότητα λευκών, που την κρατάει και σήμερα. Η σύγκρουση απ΄ την πλευρά της Αγγλίας δεν έχει καθόλου επίσημο χαρακτήρα. Με τη συνηθισμένη της διπλωματική δεξιοτεχνία —που πρέπει να την πούμε καθαρή υποκρισία— η δύναμη αυτή περιορίζεται να παραβιάζει μια πρόσοψη όπου αποδοκιμάζει τάχα τα μέτρα που έχει πάρει η κυβέρνηση του Ίαν Σμιθ. Η δόλια στάση της έχει την υποστήριξη μερικών χωρών της Κοινοπολιτείας, που την ακολουθούν, και επικρίνεται από ένα μεγάλο μέρος των χωρών της Μαύρης Αφρικής, είτε πρόκειται ή όχι για πειθήνιους υποτελείς του αγγλικού ιμπεριαλισμού.

Στη Ροδεσία, η κατάσταση μπορεί να γίνει εξαιρετικά εκρηκτική αν αποκρυσταλλωθούν οι προσπάθειες των μαύρων πατριωτών για να πάρουν τα όπλα κι αν το κίνημα δεχθεί πραγματικά μια υποστήριξη από τα γειτονικά αφρικάνικα έθνη. Μα για την ώρα, όλα τα προβλήματα συζητούνται μέσα σε τόσο μη αποτελεσματικούς οργανισμούς όπως είναι ο ΟΗΕ, η Κοινοπολιτεία και ο O. U. A. Ωστόσο, η πολιτική και κοινωνική εξέλιξη της Αφρικής δεν επιτρέπει να προβλέψουμε μια επαναστατική κατάσταση σε ηπειρωτική κλίμακα. Οι απελευθερωτικοί αγώνες ενάντια στους Πορτογάλους πρέπει να καταλήξουν στη νίκη, μα η Πορτογαλία δεν σημαίνει τίποτα στον κατάλογο των υπαλλήλων του ιμπεριαλισμού. Οι συγκρούσεις με πραγματικά επαναστατική σημασία είναι εκείνες που προσβάλλουν όλο το μηχανισμό του ιμπεριαλισμού. Μα εμείς δεν πρέπει να σταματήσουμε ν΄ αγωνιζόμαστε για την απελευθέρωση των τριών πορτογαλικών αποικιών και για το βάθεμα της επανάστασης τους.

Όταν οι μαύρες μάζες της Νότιας Αφρικής ή της Ροδεσίας θα αρχίσουν την αληθινή επαναστατική τους πάλη, τότε θα αρχίσει και για την Αφρική μια νέα εποχή. Ή όταν οι φτωχές μάζες θα ριχτούν στη δράση για ν΄ αποσπάσουν απ΄ τα χέρια των ολιγαρχιών που τις κυβερνούν το δικαίωμα τους για μια άξια ζωή. Για τη στιγμή, τα πραξικοπήματα διαδέχονται το ένα το άλλο ή μια ομάδα αξιωματικών υποκαθιστά μια άλλη ομάδα ή κυβερνήτες που δεν εξυπηρετούν πια τα συμφέροντα της κάστας τους μήτε και τα συμφέροντα των δυνάμεων που τους υποκινούν ύπουλα, μα δεν υπάρχουν ακόμη λεκές κινητοποιήσεις. Στο Κονγκό, η μνήμη του Λουμουμπα έδωσε ψυχή σε παρόμοιες κινήσεις που αποδυναμώθηκαν όμως μέσα στους τελευταίους μήνες.

Στην Ασία, όπως το έχουμε δει, η κατάσταση είναι εκρηκτική και τα σημεία τριβής δεν βρίσκονται μόνο στο Βιετνάμ και στο Λάος, όπου διεξάγεται ο αγώνας. Βρίσκονται και στην Καμπότζη, όπου η άμεση αμερικανική εισβολή μπορεί να αρχίσει μια οποιαδήποτε στιγμή, και στην Ταϊλάνδη και στη Μαλαισία, προφανώς και στην Ινδονησία, όπου δεν μπορούμε να σκεφτούμε ότι ειπώθηκε η τελευταία λέξη, παρά την εκμηδένιση του Κομμουνιστικού κόμματος αυτής της χώρας όταν οι αντιδραστικοί πήραν την εξουσία. Και υπάρχει βέβαια και η Μέση Ανατολή. Στη Λατινική Αμερική, διεξάγεται ένοπλος αγώνας στη Γουατεμάλα, στην Κολομβία, στη Βενεζουέλα και στη Βολιβία, και εκδηλώνονται κιόλας τα πρώτα συμπτώματα και στη Βραζιλία. Υπάρχουν και άλλες εστίες αντίστασης που ανάβουν και σβήνουν. Μα όλες σχεδόν οι χώρες αυτής της ηπείρου είναι ώριμες για παρόμοιο αγώνα που, για να θριαμβεύσει, απαιτεί τουλάχιστο την εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης με σοσιαλιστικές τάσεις.

Σ΄ όλη την ήπειρο μιλιέται στην ουσία μια μόνη γλώσσα, με μόνη εξαίρεση τη Βραζιλία, που ο λαός της μπορεί να περιληφθεί στους ισπανογλωσσους λαούς, αν λάβουμε υπ΄ όψη την ομοιότητα ανάμεσα στις δυο γλώσσες. Υπάρχει μια τόσο μεγάλη ταυτότητα ανάμεσα στις τάξεις αυτών των χωρών, που φτάνουν σε μια ταύτιση «διεθνικού αμερικανικού» χαρακτήρα, πολύ πιο ολοκληρωμένη παρά στις άλλες ηπείρους. Γλώσσα, ήθη, θρησκεία, το ίδιο αφεντικό, είναι οι παράγοντες που τις ενώνουν. Ο βαθμός και οι μορφές της εκμετάλλευσης είναι ταυτόσημες ως προς τα αποτελέσματα τους, τόσο για τους εκμεταλλευτές όσο και για τους εκμεταλλευόμενους στις περισσότερες χώρες της Αμερικής μας. Και η εξέγερση ωριμάζει με επιταχυνομενους ρυθμούς.

Μπορούμε να αναρωτηθούμε: πως θα καρποφορήσει αυτή η εξέγερση; Ποιες μορφές θα πάρει; Εμείς υποστηρίζουμε από καιρό, παίρνοντας υπόψη μας τα όμοια γνωρίσματα που υπάρχουν, ότι ο αγώνας στην Αμερική, όταν έρθει η στιγμή, θα πάρει πανηπειρωτικες διαστάσεις. Η Αμερική θα γίνει το θέατρο των μεγάλων και πολυάριθμων μαχών που θα δώσει η ανθρωπότητα για την απελευθέρωση της. Στο πλαίσιο αυτής της μάχης με πανηπειρωτικη σημασία, οι αγώνες που διεξάγονται σήμερα με ενεργητικό τρόπο δεν είναι παρά μόνο επεισόδια, που όμως έχουν δώσει κιόλας τους μάρτυρες τους, οι οποίοι θα πάρουν τη θέση τους στην αμερικανική ιστορία, γιατί έδωσαν το μερτικό τους απ΄ το αναγκαίο αίμα σ΄ αυτή την τελευταία φάση του αγώνα για την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπου. Στο μαρτυρολόγιο θα έχουν τη θέση τους τα ονόματα του καπετάνιου Τουρσιος Λίμα, του πατρός Καμίλο Τόρρες, των καπετάνιων Φαμπρίσιο Οχέδα, Λομπατον και Λουίς ντε λα Πουέντα Ουσέδα, που είναι φυσιογνωμίες πρώτου μεγέθους στα επαναστατικά κινήματα της Γουατεμάλας, της Κολομβίας της Βενεζουέλας και του Περού.

Μα η δραστήρια κινητοποίηση του λαού δημιουργεί και τους νέους ηγέτες του. Ο Σεζάρ Μοντες και ο Γιόν Σόσα υψώνουν τη σημαία στη Γουατεμάλα. Ο Φάμπιο Βάσκες και ο Μαρουλάντα κάνουν το ίδιο στην Κολομβία. Ο Ντούγκλας Μπράβο στη Δύση κι ο Αμέρικο Μαρτίν στα βουνά του Μπρατσιλιέρ διοικούν τα αντίστοιχα μέτωπα στη Βενεζουέλα. Καινούργιες εστίες πολέμου θα αναφανούν σ΄ αυτές και σε άλλες αμερικανικές χώρες, όπως παρουσιάστηκε κιόλας η περίπτωση της Βολιβίας, και θα παίρνουν διαστάσεις μέρα με την ημέρα μ΄ όλες τις αντιξοότητες που συνεπάγεται αυτό το επικίνδυνο επάγγελμα του σύγχρονου επαναστάτη. Πολλοί θα πεθάνουν θύματα των λαθών τους κι άλλοι θα πέσουν στη σκληρή μάχη που επίκειται. Καινούργιοι μαχητές και Καινούργιοι ηγέτες θα γεννηθούν μέσα στη φλόγα της επαναστατικής πάλης. Ο λαός θα διαμορφώσει σιγά σιγά τους μαχητές του και τους οδηγούς του μέσα στα ίδια τα πλαίσια του πολέμου και θα αυξάνονται οι πράκτορες των γιάνκηδων για την καταστολή των κινημάτων. Σήμερα υπάρχουν σύμβουλοι τους σ΄ όλες τις χώρες όπου διεξάγεται ένοπλος αγώνας και ο στρατός του Περού πραγματοποίησε, και φαίνεται με επιτυχία, μια εκκαθαριστική επιχείρηση ενάντια στους επαναστάτες αυτής της χώρας, που κατευθύνεται κι αυτή και εκπαιδεύεται από τους γιάνκηδες. Αν όμως οι εστίες πολέμου καθοδηγούν με αρκετή πολιτική και στρατιωτική ευφυΐα, θα γίνουν ακατανίκητες και θα απαιτήσουν καινούργιες αποστολές γιάνκηδων. Και στο Περού το ίδιο, νέες φυσιογνωμίες, που παραμένουν άγνωστες ακόμη αναδιοργανώνουν με επίμονη και πείσμα τον ανταρτοπόλεμο. Σιγά σιγά, τα ξεπερασμένα όπλα που επαρκούν για να καταστελνουν μικρές ένοπλες ομάδες θα παραχωρήσουν τη θέση τους σε σύγχρονα όπλα και οι ομάδες των συμβουλών θα αντικατασταθούν από Αμερικανούς στρατιώτες, ώσπου, στη δοσμένη στιγμή, να υποχρεωθούν να στείλουν όλο και μεγαλύτερες δυνάμεις τακτικών στρατευμάτων για να εξασφαλίσουν τη σχετική σταθερότητα μιας εξουσίας, που ο στρατός των ανδρεικέλων της διαλύεται κάτω απ΄ τα πλήγματα του ανταρτοπόλεμου. Είναι ο δρόμος που πήρε το Βιετνάμ. Είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουν οι λαοί. Είναι ο δρόμος που θα ακολουθήσει η Αμερική, με την εξής λεπτομέρεια ότι οι ένοπλες ομάδες θα μπορέσουν να σχηματίσουν συντονιστικά συμβούλια, για να κάνουν πιο δύσκολη την προσπάθεια καταστολής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και για να διευκολύνουν την υπόθεση τους.

Η Αμερική, μια ήπειρος ξεχασμένη από τους τελευταίους πολιτικούς απελευθερωτικούς αγώνες, που αρχίζει ν΄ ακούγεται στη Διάσκεψη των Τριών Ηπείρων με τη φωνή της πρωτοπορίας των λαών της, που είναι η κουβανέζικη επανάσταση, θα έχει ένα στόχο πολύ πιο σημαντικό: να δημιουργήσει το δεύτερο ή το τρίτο Βιετνάμ του κόσμου. Σε τελευταία ανάλυση, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο ιμπεριαλισμός είναι ένα παγκόσμιο σύστημα, ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού, και πρέπει να τον νικήσουμε σε μια μεγάλη παγκόσμια αναμέτρηση. Ο στρατηγικός στόχος αυτής της πάλης πρέπει να είναι η καταστροφή του ιμπεριαλισμού. Ο ρόλος που πέφτει στους δικούς μας ώμους, των εκμεταλλευομένων και υποανάπτυκτων του κόσμου, είναι να καταστρέψουμε τις βάσεις ανεφοδιασμού του ιμπεριαλισμού στις χώρες μας, απ΄ όπου αντλεί κεφάλαια, πρώτες ύλες, τεχνικούς και εργάτες σε φτηνή τιμή κι όπου εξάγει νέα κεφάλαια —όργανα κυριαρχίας— όπλα και κάθε λογής εμπορεύματα, υποβάλλοντας μας σε μια απόλυτη εξάρτηση.

Το βασικό στοιχείο αυτού του στρατηγικού στόχου θα είναι τότε η πραγματική απελευθέρωση των λαών. Απελευθέρωση που θα γίνει μέσα απ΄ την ένοπλη πάλη στις περισσότερες περιπτώσεις και στην Αμερική θα πάρει αναπόφευκτα το χαρακτήρα μιας σοσιαλιστικής επανάστασης.

Αποβλέποντας στην καταστροφή του ιμπεριαλισμού, πρέπει να εντοπίσουμε την κεφαλή του που είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Εμείς πρέπει να εκπληρώσουμε ένα σκοπό γενικού χαρακτήρα που ο τακτικός του στόχος θα είναι να τραβήξουμε τον εχθρό από το στοιχείο του και να τον υποχρεώσουμε να πολεμήσει σε τόπους όπου οι συνήθειες της ζωής του συγκρούονται με το περιβάλλον. Δεν χρειάζεται να υποτιμούμε τον αντίπαλο. Ο αμερικανός στρατιώτης έχει τεχνικές ικανότητες και στηρίζεται σε μέσα τέτοιας ευρύτητας που τον κάνουν επίφοβο. Του λείπει ουσιαστικά το ιδεολογικό κίνητρο που το έχουν σε πολύ ψηλό βαθμό οι σημερινοί πιο πεισματικοί του αντίπαλοι: οι Βιετναμέζοι στρατιώτες. Δεν θα μπορέσουμε να θριαμβεύσουμε πάνω σ΄ αυτό το στρατό παρά μόνο στο μέτρο που θα φτάσουμε να υπονομεύσουμε το ηθικό του. Κι αυτό το ηθικό θα υπονομευθεί στο βαθμό που θα επιβάλλουμε ήττες σ΄ αυτό το στρατό και θα του προξενούμε επανειλημμένες σύμφορες.

Μα αυτό το μικρό διάγραμμα των νικών συνεπάγεται απέραντες θυσίες από μέρους των λαών, που πρέπει να γίνουν αποδεκτές από σήμερα, στο φως της ημέρας, και που θα υποστούμε αν αποφεύγουμε σταθερά τη μάχη, ώστε ν΄ αρθούν άλλοι που θα βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά. Είναι φανερό ότι η τελευταία χώρα που θα απελευθερωθεί θα το κάνει πιθανόν χωρίς ένοπλο αγώνα κι ότι θα γλιτώσει από τις σύμφορες ενός μεγάλου και σκληρού πολέμου, σαν κι αυτών που κάνουν οι ιμπεριαλιστές. Μα ίσως δεν θα μπορέσει να αποφευχθεί αυτός ο αγώνας ΄η οι συνέπειες του σε μια παγκόσμια σύρραξη, όπου ο καθένας υποφέρει το ίδιο, και μερικοί πιο πολύ ακόμη. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον, μα δεν πρέπει Ποτε να υποκύψουμε στον άναντρο πειρασμό να είμαστε οι σημαιοφόροι ενός λαού που λαχταρά τη λευτεριά του, μα αποφεύγει την πάλη που συνεπάγεται και περιμένει τη νίκη σαν ελεημοσύνη.

Είναι απόλυτα σωστό να αποφεύγουμε κάθε περιττή θυσία. Να γιατί είναι τόσο σπουδαίο να φωτίσουμε τις πραγματικές δυνατότητες που έχει η εξαρτημένη Αμερική, για να απελευθερωθεί με ειρηνικά μέσα. Για μας, η απάντηση σ΄ αυτό το ερώτημα είναι καθαρή. Η σημερινή στιγμή μπορεί να είναι ή να μην είναι η κατάλληλη για να εξαπολύσουμε τον αγώνα, μα δεν πρέπει να τρέφουμε καμία ψευδαίσθηση, ούτε κι έχουμε το δικαίωμα, ότι θα κατακτήσουμε την ελευθέρια μας δίχως να πολεμήσουμε. Και οι μάχες δεν θα είναι απλές συμπλοκές στους δρόμους, λιθοβολισμοί ενάντια στα δακρυγόνα και μήτε ειρηνικές γενικές απεργίες. Δεν θα είναι επίσης ο ξεσηκωμός ενός οργισμένου λαού που καταστρέφει σε δυο τρεις μέρες το δυναμικό καταστολής των ολιγαρχιών που κυβερνούνε. Θα είναι ένας μακρόχρονος και αιματηρός πόλεμος που το μέτωπο του θα βρίσκεται στα λημέρια των ανταρτών, στις πόλεις, στα σπίτια των μαχητών —όπου οι δυνάμεις καταστολής θα αναζητούν τα πιο εύκολα και πιο κοντινά θύματα— στις πόλεις και στα χωριά που θα καταστρέφονται απ΄ τους βομβαρδισμούς του εχθρού.

Μας έχουν υποχρεώσει να καταφύγουμε σ΄ αυτό τον αγώνα. Δεν μας μένει άλλη λύση παρά να τον προετοιμάσουμε και να αποφασίσουμε τη διεξαγωγή του. Η αρχή δεν θα είναι εύκολη. Θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Όλες οι ικανότητες καταστολής, χτηνωδιας και δημαγωγίας, που διαθέτουν οι ολιγαρχίες, θα μπουν στην υπηρεσία αυτής της υπόθεσης. Η αποστολή μας τον πρώτο καιρό θα είναι να επιβιώσουμε, μετά θα ενεργήσουμε το συνεχές παράδειγμα του ανταρτοπόλεμου που πραγματοποιεί την ένοπλη προπαγάνδα, με τη βιετναμέζικη έννοια του όρου, που λέγεται κι αλλιώς προπαγάνδα του ντουφεκιού, των μαχών που κερδίζονται ή χάνονται, μα εξαπολύονται ενάντια στους εχθρούς. Το μεγάλο δίδαγμα του ακατανίκητου του ανταρτοπόλεμου θα διαποτίσει τις μάζες των στερημένων. Ο γαλβανισμός με το εθνικό πνεύμα, η προετοιμασία για πιο σκληρούς στόχους, για ν΄ αντέξουν σε πιο βίαιες καταστολές. Το μίσος σαν παράγοντας της πάλης: το αδιαλλαχτο μίσος ενάντια στον εχθρό, που σπρώχνει πέρα από τα φυσικά όρια του ανθρώπου και το κάνει μια αποτελεσματική, βίαιη, επίλεκτη και ψυχρή μηχανή για να σκοτώνει. Έτσι πρέπει να είναι οι στρατιώτες μας. Ένας λαός δίχως μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει πάνω σ΄ ένα χτηνωδη εχθρό.

Πρέπει να σπρώξουμε τον πόλεμο ως εκεί που τον σπρώχνει ο εχθρός: στο σπίτι του και στους τόπους της ψυχαγωγίας του. Πρέπει να τον κάνουμε ολοκληρωτικά. Πρέπει να τον εμποδίσουμε να έχει και μια στιγμή ησυχίας και μια στιγμή ανάπαυλας έξω από τους στρατώνες του και μέσα σ΄ αυτούς. Πρέπει να τον χτυπάμε εκεί που βρίσκεται. Ώστε ναχει την εντύπωση ότι είναι ένα κυνηγημένο ζώο, όπου κι αν περνάει. Τότε σιγά σιγά θα χάσει το ηθικό του. Θα γίνει πιο χτηνωδης ακόμη, μα θα δούμε και τα πρώτα συμπτώματα της αποθάρρυνσης του. Και πρέπει να αναπτύξουμε ένα αληθινό προλεταριακό διεθνισμό. Με διεθνιστικούς προλεταριακούς στρατούς, όπου η σημαία κάτω απ΄ την όποια αγωνιζόμαστε γίνεται η καθαγιασμένη υπόθεση της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας, έτσι που να πεθάνεις με τα χρώματα του Βιετνάμ, της Βενεζουέλας, της Γουατεμάλας, του Λάος, της Γουινέας, της Κολομβίας, της Βολιβίας, της Βραζιλίας, για ν΄ αναφέρω μόνο τα σημερινά θέατρα του ένοπλου αγώνα —να είναι εξίσου ένδοξο και επιθυμητό για ένα Αμερικανό, ένα Ασιάτη, ένα Αφρικανό, ακόμη και για έναν Ευρωπαίο.

Κάθε σταγόνα αίματος που χύνεται σε μια χώρα, όπου δεν έχουμε γεννηθεί, είναι μια εμπειρία γι΄ αυτόν που επιζεί και μπορεί να την εφαρμόσει έπειτα στον αγώνα για την απελευθέρωση του τόπου της καταγωγής του. Και ο κάθε λαός που απελευθερώνεται είναι μια κερδισμένη φάση στη μάχη για την απελευθέρωση ενός αλλού λαού. Είναι καιρός να μετριάσουμε τις διάφορες μας και να βάλουμε τα πάντα στην υπηρεσία του αγώνα. Ότι μεγάλες συζητήσεις αναταράζουν τον κόσμο που αγωνίζεται για τη λευτεριά, το ξέρουμε πολύ καλά και δεν μπορούμε να το καλύψουμε το πράγμα. Ότι οι συζητήσεις αυτές έχουν φτάσει σε μια τέτοια οξύτητα που γίνεται εξαιρετικά δύσκολος, αν όχι και αδύνατος, ο διάλογος και η συμφιλίωση, το ξέρουμε επίσης. Το να αναζητήσουμε μεθόδους για να αρχίσουμε ένα διάλογο, που οι αντίπαλοι τον αποφεύγουν, είναι μια περιττή προσπάθεια. Μα ο εχθρός είναι μπροστά μας, χτυπάει όλες τις μέρες, μας απειλεί με καινούργια χτυπήματα κι αυτά τα χτυπήματα θα μας ενώσουν σήμερα, αύριο ή μεθαύριο. Όσοι αισθάνονται αυτή την ανάγκη και προετοιμάζονται για τούτη την απαραίτητη ενότητα θα κερδίσουν την ευγνωμοσύνη των λαών.

Παίρνοντας υπόψη τη βιαιότητα και την αδιαλλαξία με την όποια διεξάγεται η κάθε διαπάλη, εμείς οι απόκληροι δεν μπορούμε να πάρουμε θέση με τη μια ή την άλλη έκφραση των διαφωνιών, ακόμη κι όταν συμφωνούμε με κάποιες θέσεις του ενός ή του αλλού μέρους ή περισσότερο με τις θέσεις του ενός μέρους παρά του αλλού. Στη στιγμή της πάλης, η μορφή που παίρνουν αυτές οι διαφωνίες, αποτελούν μια αδυναμία. Μα η προσπάθεια πάλι να διακανονιστούν με τα λόγια, εκεί που έχουν φτάσει, είναι μια καθαρή αυταπάτη. Η ιστορία ή θα τις σβήσει σιγά σιγά ή θα τους δώσει την πραγματική τους σημασία.

Μέσα στον αγωνιζόμενο κόσμο μας, η κάθε διάφορα, που έχει σχέση με την ταχτική και με τις μεθόδους δράσης για να επιτευχθούν περιορισμένοι στόχοι, πρέπει να αναλύεται με τον οφειλόμενο σεβασμό στις εκτιμήσεις των άλλων. Όσο για το μεγάλο στρατηγικό στόχο, την ολική καταστροφή του ιμπεριαλισμού μέσα από τον αγώνα, πρέπει να είμαστε αδιάλλακτοι.

Ας ανακεφαλαιώσουμε έτσι τις φιλοδοξίες μας για τη νίκη: καταστροφή του ιμπεριαλισμού με την εξουδετέρωση του πιο ισχυρού του προπυργίου, που είναι η ιμπεριαλιστική κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Πρέπει να υιοθετήσουμε σαν ταχτικό στόχο τη σταδιακή απελευθέρωση των λαών, του καθενός ξεχωριστά ή κατά ομάδες, υποχρεώνοντας τον εχθρό να διεξάγει ένα δύσκολο πόλεμο σε εδάφη που δεν είναι τα δικά του και εκμηδενίζοντας τις βάσεις του ανεφοδιασμού του, που είναι οι εξαρτημένες χώρες.

Αυτό σημαίνει μακρόχρονο πόλεμο. Και, το ξαναλεμε ακόμα μια φορά, σκληρό πόλεμο. Ας μη ξεγελιέται κάνεις τη στιγμή που πάει να τον εξαπολύσει, αλλά κι ας μη διστάσει κάνεις να τον εξαπολύσει από το φόβο των συνεπειών που μπορεί να συνεπάγεται για το λαό του. Είναι σχεδόν η μόνη μας ελπίδα για τη νίκη. Δεν μπορούμε να μένουμε βουβοί στο προσκλητήριο των καιρών. Το Βιετνάμ μας δίνει ένα μόνιμο μάθημα ηρωισμού, ένα τραγικό και καθημερινό μάθημα αγώνα και θανάτου για την κατάκτηση της τελικής νίκης.

Στο Βιετνάμ, οι στρατιώτες του ιμπεριαλισμού μαθαίνουν στο πετσί τους τις δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει ένας που είναι συνηθισμένος σ΄ ένα ανώτερο επίπεδο ζωής σαν κι αυτό του αμερικανικού έθνους, πολεμώντας μέσα σ΄ ένα εχθρικό έδαφος. Μαθαίνουν την ανασφάλεια εκείνου που δεν μπορεί να κάνει κι ένα βήμα δίχως να νοιώθει ότι πατεί σε εχθρικό χώμα. Το θάνατο όσων προχωρούν λίγο πιο πέρα από τις οχυρές τους θέσεις. Τη μόνιμη εχθρότητα όλου του πληθυσμού. Όλα αυτά έχουν επιπτώσεις στην εσωτερική ζωή των Ηνωμένων Πολιτειών και δημιουργούν ένα νέο παράγοντα που εξασθενίζει τον ιμπεριαλισμό κι όταν βρίσκεται στην πλήρη ανάπτυξη του: την ταξική πάλη και μέσα στο ίδιο το έδαφος του.

Πόσο πιο κοντινό και πιο φωτεινό θα βλέπαμε το μέλλον, αν άνθιζαν δυο, τρία, πολυάριθμα Βιετνάμ στην επιφάνεια της γης, με το μερίδιο τους από νεκρούς και απέραντες τραγωδίες, με τον καθημερινό ηρωισμό τους, με τα επανειλημμένα τους πλήγματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, και με την υποχρέωση γι΄ αυτόν να διασκορπίζει τις δυνάμεις του, κάτω από τις επιθέσεις του μίσους των λαών του κόσμου, που μεγαλώνει όλο και πιο πολύ! Κι αν ήμασταν όλοι ικανοί να ενωθούμε, για να καταφέρουμε πιο δυνατά και πιο σίγουρα χτυπήματα, για να γίνει πιο αποτελεσματική σ΄ όλες τις μορφές η βοήθεια στους λαούς που μάχονται, ποσό μεγάλο και κοντινό θα ήταν το μέλλον!

Αν τύχει, εμείς που εκπληρώνουμε το χρέος που διακηρύξαμε σ΄ ένα μικρό σημείο στο χάρτη του κόσμου και βάζουμε στην υπηρεσία του αγώνα ότι μας επιτρέπεται να δώσουμε, τη ζωή μας, τη θυσία μας, αν τύχει κι αφήσουμε την τελευταία πνοή σ΄ οποιοδήποτε χώμα, τότε πια δικό μας, ποτισμένο με το αίμα μας, να ξέρετε ότι έχουμε μετρήσει τη σημασία των πράξεων μας, ότι δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας παρά σαν στοιχεία της μεγάλης στρατιάς του προλεταριάτου, μα νοιώθουμε περήφανοι γιατί μάθαμε από την κουβανέζικη επανάσταση κι από τον αρχηγό της το μεγάλο μάθημα που αναπηδάει από τη στάση του σ΄ αυτό το μέρος του κόσμου: «Τι σημασία έχουν οι κίνδυνοι και οι θυσίες ενός ατόμου ή ενός λαού, όταν εκείνο που διακυβεύεται είναι η τύχη της ανθρωπότητας». Όλη μας η δράση είναι μια κραυγή πολέμου ενάντια στον ιμπεριαλισμό και μια παλλόμενη έκκληση για την ενότητα των λαών ενάντια στο μεγάλο εχθρό του ανθρώπινου γένους: τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Δεν έχει σημασία που θα μας βρει ο θάνατος: ας είναι καλοδεχούμενος, φτάνει ν΄ ακουστεί η πολεμική μας κραυγή, φτάνει ένα άλλο χέρι ν΄ απλωθεί για να πάρει το όπλο μας, φτάνει άλλοι άνθρωποι να σηκωθούν για να ψάλλουν τα πένθιμα εμβατήρια μέσα στους κρότους των πολυβόλων και μέσα σε καινούργιες ιαχές πολέμου και νίκης.

Πηγή: «Κείμενα», Σύγχρονη Εποχή 1988.
Μετάφραση: Χρ. Πάντζου.

Κριτικές παρατηρήσεις στην οικοδόμηση του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ (Μέρος Δεύτερο)

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Γενικές διαφορές ανάμεσα στον οικονομικό υπολογισμό και το σύστημα της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό.

Υπάρχουν σε διάφορους βαθμούς διαφορές ανάμεσα στον οικονομικό υπολογισμό και στο σύστημα της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό. Θα προσπαθήσουμε να τις διαχωρίσουμε σε δύο μεγάλες ομάδες και να τις εξηγήσουμε συνοπτικά. Υπάρχουν διαφορές μεθοδολογικής τάξης – πρακτικής ας πούμε – και διαφορές βαθύτερου χαρακτήρα, αλλά που η ανάλυση της φύσης τους μπορεί να θεωρηθεί «βυζαντινολογία», αν αυτή δε γίνει με μεγάλη προσοχή.

Πρέπει να διασαφηνίσουμε ότι αυτό που αναζητούμε είναι η αποτελεσματικότερη μορφή για να φτάσουμε στον κομμουνισμό. Δεν υπάρχει διαφορά αρχών. Ο οικονομικός υπολογισμός απέδειξε την πρακτική του αποτελεσματικότητα και ξεκινώντας από τις ίδιες βάσεις αποσκοπούμε στους ίδιους σκοπούς. Πιστεύουμε ότι το σχήμα δράσης του συστήματός μας, κατάλληλα ανεπτυγμένο, μπορεί να ανυψώσει την αποτελεσματικότητα της οικονομικής διαχείρισης του σοσιαλιστικού κράτους, να εμβαθύνει τη συνείδηση των μαζών και να ενισχύσει τη συνοχή του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος πάνω στη βάση μιας ολοκληρωμένης δράσης.

Η πιο άμεση διαφορά φαίνεται όταν μιλάμε για την επιχείρηση. Για μας, μια επιχείρηση είναι ένα σύνολο εργοστασίων και παραγωγικών μονάδων με παρόμοια τεχνολογική βάση, κοινό προορισμό για την παραγωγή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια περιορισμένη γεωγραφική θέση. Στο σύστημα οικονομικού υπολογισμού η επιχείρηση είναι μια παραγωγική μονάδα με δική της νομική προσωπικότητα. Με βάση αυτή τη μέθοδο, ένα κεντρικό εργοστάσιο ζάχαρης είναι μια επιχείρηση, ενώ για μας όλες οι ζαχαροβιομηχανίες και άλλες μονάδες σχετικές με τη ζάχαρη αποτελούν την Ενιαία Επιχείρηση Ζάχαρης.

Στην ΕΣΣΔ πρόσφατα έκαναν τέτοιου τύπου προσπάθειες, προσαρμοσμένες στις ειδικές συνθήκες της αδελφής αυτής χώρας.7

Μια άλλη διαφορά υπάρχει στη μορφή χρησιμοποίησης του χρήματος. Στο σύστημά μας το χρήμα δε λειτουργεί παρά σαν αριθμητικό στοιχείο, σαν αντανάκλαση, στις τιμές, της διαχείρισης της επιχείρησης, που οι κεντρικοί οργανισμοί θα αναλύσουν για να ελέγξουν τη λειτουργία της. Στον οικονομικό έλεγχο δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ακόμα και μέσο πληρωμής που λειτουργεί σαν έμμεσο εργαλείο ελέγχου, μια και αυτά τα αποθέματα είναι που επιτρέπουν τη λειτουργία της μονάδας και οι σχέσεις της με την τράπεζα είναι παρόμοιες με τη σχέση ενός ιδιωτικού παραγωγού με τις καπιταλιστικές τράπεζες, όπου πρέπει να εξηγήσει τα σχέδιά του λεπτομερειακά και ν’ αποδείξει τη φερεγγυότητά του. Φυσικά, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει αυθαίρετη απόφαση, αλλά υποταγή σε ένα σχέδιο και οι σχέσεις πραγματοποιούνται ανάμεσα σε κρατικούς οργανισμούς.

Επομένως, εξαιτίας της μορφής χρησιμοποίησης του χρήματος, οι επιχειρήσεις μας δεν έχουν δικά τους αποθέματα. Στην τράπεζα υπάρχουν χωριστοί λογαριασμοί για να σηκώσουν ή να καταθέσουν λεφτά. Η επιχείρηση μπορεί, σύμφωνα με το σχέδιο, να σηκώσει καταθέσεις από το γενικό λογαριασμό δαπανών ή από τον ειδικό λογαριασμό για να πληρώσει μισθούς. Οταν όμως κάνει μια κατάθεση, αυτή περνάει αυτόματα στα χέρια του κράτους.

Οι επιχειρήσεις των περισσότερων αδελφών χωρών έχουν δικά τους χρηματικά αποθέματα στις τράπεζες, τα οποία ενισχύουν με πιστώσεις από τις ίδιες τράπεζες, για τις οποίες πληρώνουν τόκους, χωρίς να ξεχνάμε ποτέ ότι αυτά τα «δικά τους» αποθέματα, όπως και οι πιστώσεις ανήκουν στην κοινωνία και ότι η κίνησή τους εκφράζει την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης.

Σε ό,τι αφορά τους κανόνες εργασίας, οι επιχειρήσεις οικονομικού ελέγχου εφαρμόζουν την εργασία κανονισμένη με το χρόνο και την εργασία με το κομμάτι ή με την ώρα (εργολαβικά). Προσπαθούμε να εφαρμόσουμε σε όλες τις επιχειρήσεις την κανονισμένη με το χρόνο εργασία, με τα πριμ υπερπαραγωγής και με όριο την τιμή της ανώτερης κλίμακας. Θα ξανάρθουμε στο ζήτημα αυτό παρακάτω.

Στο πλήρως αναπτυγμένο σύστημα οικονομικού υπολογισμού υπάρχει μια αυστηρή μέθοδος σύμβασης, με πρόστιμα σε περίπτωση μη τήρησης και βασισμένη σε ένα νομικό πλαίσιο καθιερωμένο στη διάρκεια πολύχρονης εμπειρίας. Στη χώρα μας μια τέτοια δομή δεν υπάρχει ακόμη ούτε για τους οργανισμούς αυτοδιαχείρισης, όπως είναι το Εθνικό Ινστιτούτο Αστικής Μεταρρύθμισης (INRA). Η εφαρμογή της στάθηκε ιδιαίτερα δύσκολη εξαιτίας της συνύπαρξης δύο τόσο ανόμοιων μεταξύ τους συστημάτων. Υπάρχει τώρα η Επιτροπή Διαιτησίας, χωρίς εκτελεστικές δυνατότητες, αλλά η σημασία της ολοένα και μεγαλώνει, μπορεί να αποτελέσει τη βάση της μελλοντικής νομικής μας δομής. Στο εσωτερικό σχέδιο, ανάμεσα σε οργανισμούς που υπάγονται στο σύστημα χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό, η απόφαση είναι εύκολη, παίρνονται διοικητικά μέτρα για τη σωστή και καθημερινή διαχείριση των λογαριασμών ελέγχου (αυτό γίνεται κιόλας στην πλειοψηφία των επιχειρήσεων αυτού του υπουργείου).

Ξεκινώντας από τη βάση ότι και στα δύο συστήματα το γενικό σχέδιο του κράτους είναι η υπέρτατη αρχή, υποχρεωτικά σεβαστή, μπορούμε να συνοψίσουμε τις λειτουργικές αναλογίες και διαφορές, λέγοντας ότι η αυτοδιαχείριση στηρίζεται σε ένα σφαιρικό συγκεντροποιημένο έλεγχο και σε μια πιο ισχυρή αποκέντρωση, ο έμμεσος έλεγχος ασκείται μέσω του ρουβλιού από την τράπεζα και το νομισματικό αποτέλεσμα της διαχείρισης χρησιμεύει σαν μέτρο για τα πριμ, το υλικό συμφέρον είναι ο μεγάλος μοχλός που κινεί ατομικά και συλλογικά τους εργαζόμενους.

Το σύστημα χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό βασίζεται στο συγκεντροποιημένο έλεγχο δραστηριότητας της επιχείρησης. Το σχέδιό του και η οικονομική του διαχείριση ελέγχονται από κεντρικούς οργανισμούς με άμεσο τρόπο. Η επιχείρηση δεν έχει δικά της αποθέματα ούτε δέχεται τραπεζικές πιστώσεις. Χρησιμοποιεί ατομικά το υλικό κίνητρο, δηλαδή τα πριμ και ατομικά πρόστιμα και όταν έρθει η στιγμή θα τα χρησιμοποιήσει συλλογικά, αλλά το άμεσο υλικό κίνητρο περιορίζεται από τη μορφή πληρωμής του μισθού.

ΛΕΠΤΟΤΕΡΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ – ΥΛΙΚΟ ΚΙΝΗΤΡΟ ΚΑΤΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ.

Μπαίνουμε τώρα πλήρως στον τομέα των λεπτότερων αντιθέσεων που πρέπει να αναλυθούν διεξοδικότερα. Το θέμα του υλικού κινήτρου σε αντίθεση με το ηθικό προκάλεσε πολλές συζητήσεις ανάμεσα στους ενδιαφερόμενους. Ενα πράγμα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε: δεν αρνιόμαστε την αντικειμενική αναγκαιότητα του υλικού κινήτρου, είμαστε όμως επιφυλακτικοί προκειμένου να το χρησιμοποιήσουμε σαν ουσιαστικό μοχλό. Πιστεύουμε ότι στην οικονομία ο τύπος αυτός του μοχλού αποκτάει γρήγορα τη σημασία της κατηγορίας καθεαυτής και μετά επιβάλλει τη δική του δυναμική στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πηγάζει από τον καπιταλισμό και είναι καταδικασμένος να πεθάνει στο σοσιαλισμό.

Πώς θα το κάνουμε να πεθάνει;

Μας απαντούν: Σιγά-σιγά μέσω της προοδευτικής αύξησης των καταναλωτικών αγαθών για το λαό, πράγμα που θα κάνει το κίνητρο αυτό περιττό. Μας φαίνεται πολύ αυστηρή ως μηχανισμός αυτή η αντίληψη. Τα καταναλωτικά αγαθά είναι το σήμα κατατεθέν και, τελικά, το μεγάλο στοιχείο στη διαμόρφωση της συνείδησης για τους υπερασπιστές του άλλου συστήματος. Κατά τη γνώμη μας, άμεσο υλικό κίνητρο και συνείδηση είναι δύο αντίθετες έννοιες.

Είναι ένα από τα σημεία όπου οι διαφωνίες μας παίρνουν συγκεκριμένες διαστάσεις. Δεν πρόκειται πια για δευτερεύουσας σημασίας διαφορές. Για τους οπαδούς της οικονομικής αυτοδιαχείρισης το άμεσο υλικό κίνητρο, προβαλλόμενο μέσα στο μέλλον, που συνοδεύει την κοινωνία στα διάφορα στάδια της οικοδόμησης του κομμουνισμού, δεν είναι αντίθετο στην «ανάπτυξη» της συνείδησης. Για μας είναι αντίθετο. Γι’ αυτό αντιμαχόμαστε την κυριαρχία του, γιατί αυτή θα σήμαινε καθυστέρηση στην ανάπτυξη της σοσιαλιστικής ηθικής.

Αν το υλικό κίνητρο είναι αντίθετο με την ανάπτυξη της συνείδησης, ενώ παραμένει ταυτόχρονα ένας μεγάλος μοχλός για να έχουμε επιδόσεις στην παραγωγή, μήπως θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι με το υπερβολικό ενδιαφέρον για την ανάπτυξη της συνείδησης θα καθυστερήσει η παραγωγή; Με συγκριτικούς όρους σε μια δοσμένη εποχή, είναι δυνατό να γίνει αυτό, αν και κανένας δεν έχει κάνει σχετικούς υπολογισμούς. Εμείς όμως βεβαιώνουμε ότι σε μια σχετικά βραχυπρόθεσμη περίοδο η ανάπτυξη της συνείδησης συμβάλλει πολύ περισσότερο στην ανάπτυξη της παραγωγής από το υλικό κίνητρο. Και αυτό το κάνουμε βασιζόμενοι στη γενική προβολή της ανάπτυξης της κοινωνίας, στην πορεία προς τον κομμουνισμό, πράγμα που προϋποθέτει η εργασία να σταματήσει να είναι μια επίπονη αναγκαιότητα και να μετατραπεί σε μια ευχάριστη επιτακτική ανάγκη.

Επιφορτισμένη με υποκειμενισμό η διαβεβαίωση αυτή παίρνει το χρίσμα της εμπειρίας και εδώ ακριβώς βρισκόμαστε. Αν στη διάρκεια αυτής της εμπειρίας αποδειχτεί ότι είναι μια επικίνδυνη τροχοπέδη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, θα πρέπει να αποφασίσουμε να κόψουμε το κακό στη ρίζα του και να ξαναγυρίσουμε στην πεπατημένη. Η ημέρα αυτή δεν ήρθε ακόμα και η μέθοδος αυτή, χάρη στην τελειοποίηση που της δίνει η πρακτική, παίρνει όλο και περισσότερη υπόσταση και αποδείχνει την εσωτερική της συνοχή.

Ποιος είναι λοιπόν ο σωστός τρόπος να αντιμετωπίσουμε το υλικό κίνητρο; Πιστεύουμε ότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε την ύπαρξή του, είτε εμφανίζεται σαν συλλογική έκφραση των πόθων των μαζών είτε σαν ατομική παρουσία, σαν αντανάκλαση στη συνείδηση των εργαζομένων των συνηθειών της παλιάς κοινωνίας. Δεν έχουμε ακόμα συγκεκριμένες απόψεις για τη συλλογική αντιμετώπιση του υλικού κινήτρου, γιατί οι ανεπάρκειες του μηχανισμού προγραμματισμού μας, μας εμπόδισαν να βασιστούμε απόλυτα σε αυτόν και γιατί δεν μπορέσαμε ακόμα να δημιουργήσουμε μια μέθοδο που μας επιτρέπει να παραμερίσουμε τις δυσκολίες.

Το μεγαλύτερο κίνδυνο τον βλέπουμε στον ανταγωνισμό που δημιουργείται ανάμεσα στον κρατικό διοικητικό μηχανισμό και στους οργανισμούς παραγωγής. Ο Σοβιετικός οικονομολόγος Λίμπερμαν ανέλυσε αυτό τον ανταγωνισμό και συμπέρανε ότι πρέπει να αλλάξουμε τις μεθόδους συλλογικού κινήτρου, εγκαταλείποντας την παλιά φόρμουλα των πριμ που βασιζόταν στην εκπλήρωση πλάνων για να περάσουμε σε άλλες πιο προχωρημένες μεθόδους.

Ακόμα κι αν δεν είμαστε σύμφωνοι μαζί του πάνω στην έμφαση που έδωσε στο υλικό κίνητρο (ως μοχλός), πιστεύουμε ότι έχει δίκιο να ανησυχεί για τις διαστρεβλώσεις που υπέστη η αντίληψη της εκπλήρωσης του πλάνου στην πάροδο των χρόνων. Οι σχέσεις ανάμεσα στις επιχειρήσεις και τους κεντρικούς οργανισμούς παίρνουν αρκετά αντιφατικές μορφές και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται από αυτές για την απόκτηση απολαβών παρουσιάζουν συχνά χαρακτηριστικά αρκετά απομακρυσμένα από την εικόνα της σοσιαλιστικής ηθικής.

Πιστεύουμε ότι κατά κάποιο τρόπο σπαταλούνται οι δυνατότητες ανάπτυξης που προσφέρουν οι καινούριες σχέσεις παραγωγής για να τονιστεί η εξέλιξη του ανθρώπου προς το «Βασίλειο της ελευθερίας». Εμείς, ακριβώς στον προσδιορισμό μας των βασικών επιχειρημάτων του συστήματος υπογραμμίσαμε την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την ανάπτυξη της παραγωγής. Μπορούμε να επιχειρήσουμε τη δημιουργία της καινούριας συνείδησης γιατί βρισκόμαστε μπροστά σε καινούριες σχέσεις παραγωγής και παρόλο που η συνείδηση, με τη γενική ιστορική έννοια, είναι προϊόν των σχέσεων παραγωγής, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύγχρονης εποχής, η βασική αντίθεση της οποίας (σε παγκόσμια κλίμακα) είναι αυτή ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και το σοσιαλισμό. Οι σοσιαλιστικές ιδέες αγγίζουν τη συνείδηση των ανθρώπων όλου του κόσμου και γι’ αυτό μπορεί να προχωρήσει η ανάπτυξη στη συγκεκριμένη κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων σε μια δοσμένη χώρα.

Στην ΕΣΣΔ της πρώτης εποχής το σοσιαλιστικό κράτος ήταν το χαρακτηριστικό του καθεστώτος, παρ’ όλες τις σχέσεις πολύ πιο καθυστερημένου τύπου που υπήρχαν ακόμα μέσα στη χώρα. Και στον καπιταλισμό υπάρχουν ακόμα υπολείμματα του φεουδαρχικού σταδίου, αλλά το καπιταλιστικό σύστημα είναι το χαρακτηριστικό, αφού θριάμβευσε στις βασικές πλευρές της οικονομίας. Στην Κούβα η ανάπτυξη των αντιθέσεων ανάμεσα στα δύο παγκόσμια συστήματα επέτρεψε την εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης που της δόθηκε συνειδητά, χάρη στις γνώσεις που είχαν οι ηγέτες της, στην εμβάθυνση της συνείδησης των μαζών, καθώς και στο συσχετισμό των δυνάμεων στον κόσμο.

Αν αυτό στάθηκε δυνατό, γιατί να μη θεωρήσουμε την εκπαίδευση σαν ένα επίμονο αρωγό του σοσιαλιστικού κράτους στον αγώνα για την εξάλειψη των καταβολών μιας πεθαμένης κοινωνίας που πήρε μαζί της στον τάφο και τις παλιές σχέσεις παραγωγής; Ας δούμε τι λέει ο Λένιν γι’ αυτό:

«Προβάλλουν, λογουχάρη ένα απίθανα σχηματικό επιχείρημα, που το έχουν αποστηθίσει στο διάστημα της ανάπτυξης της δυτικοευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και που έγκειται στο ότι δεν ωριμάσαμε ακόμη για το σοσιαλισμό, ότι δεν έχουμε, όπως εκφράζονται οι διάφοροι «φωστήρες» απ’ αυτούς τους κυρίους, τις αντικειμενικές οικονομικές προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό. Και δεν έρχεται σε κανενός το μυαλό να αναρωτηθεί: μα δεν μπορούσε άραγε ένας λαός που βρέθηκε μπροστά σε μιαν επαναστατική κατάσταση, όπως αυτή που διαμορφώθηκε στον πρώτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, δεν μπορούσε μήπως ο λαός αυτός, όταν επέδρασε πάνω του το αδιέξοδο της κατάστασής του, να ριχτεί σε μια τέτοια πάλη που θα του έδινε έστω και μια πιθανότητα να κατακτήσει όχι εντελώς συνηθισμένες συνθήκες για την παραπέρα ανάπτυξη του πολιτισμού του;

Η Ρωσία δεν έφτασε ακόμη στη βαθμίδα εκείνη ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όπου μπορεί να πραγματοποιηθεί ο σοσιαλισμός». Τη θέση αυτή όλοι οι ήρωες της ΙΙ Διεθνούς, μαζί και ο Σουχάνοφ φυσικά, την επαναλαμβάνουν πραγματικά σαν τροπάριο. Την αναμφισβήτητη αυτή θέση την αναμασούν με χίλιους τρόπους και τους φαίνεται ότι η θέση αυτή είναι αποφασιστική για την εκτίμηση της επανάστασής μας.

Τι θα κάνουμε αν η ιδιομορφία της κατάστασης τράβηξε τη Ρωσία, πρώτο, στον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, στον οποίο έχουν αναμιχθεί όλες οι κάπως σημαντικές δυτικοευρωπαϊκές χώρες, αν η ιδιομορφία αυτή τοποθέτησε την ανάπτυξη της Ρωσίας στο μεταίχμιο των επαναστάσεων της Ανατολής που αρχίζουν και εν μέρει άρχισαν ήδη σε συνθήκες που θα μπορούσαμε να πραγματοποιήσουμε την ένωση ακριβώς εκείνη του “πολέμου των χωρικών” με το εργατικό κίνημα, την οποία το 1856 ένας τέτοιος “μαρξιστής” σαν το Μαρξ τη θεωρούσε σαν μια από τις πιο πιθανές προοπτικές για την Πρωσία;

Τι θα κάνουμε αν το πλήρες αδιέξοδο της κατάστασης, δεκαπλασιάζοντας τις δυνάμεις των εργατών και των αγροτών, μας άνοιγε τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε τις βασικές προϋποθέσεις του πολιτισμού με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι σε όλα τα άλλα δυτικοευρωπαϊκά κράτη; Μήπως άλλαξε απ’ αυτό το γεγονός η γενική γραμμή εξέλιξης της παγκόσμιας ιστορίας; Μήπως άλλαξαν απ’ αυτό το γεγονός οι βασικές σχέσεις των βασικών τάξεων σε κάθε κράτος που μπαίνει ή μπήκε στη γενική πορεία της παγκόσμιας ιστορίας;

Αν για τη δημιουργία του σοσιαλισμού απαιτείται ένα ορισμένο επίπεδο πολιτισμού (αν και κανένας δεν μπορεί να πει ποιο είναι ακριβώς αυτό το ορισμένο «επίπεδο πολιτισμού», γιατί κάθε δυτικοευρωπαϊκό κράτος έχει και διαφορετικό επίπεδο), τότε γιατί δεν μπορούμε να αρχίσουμε πρώτα από την κατάκτηση με επαναστατικό τρόπο των προϋποθέσεων γι’ αυτό το ορισμένο επίπεδο και μετά πια, βασισμένοι στην εργατοαγροτική εξουσία και στο σοβιετικό καθεστώς, να προχωρήσουμε για να φτάσουμε τους άλλους λαούς;»8.

Σχετικά με την παρουσία, με εξατομικευμένη μορφή, του υλικού συμφέροντος, την αναγνωρίζουμε (παλεύοντας ταυτόχρονα ενάντιά της και προσπαθώντας να επιταχύνουμε την εξαφάνισή της με τη διαπαιδαγώγηση) και χρησιμοποιούμε το υλικό συμφέρον στις νόρμες της εργασίας με το χρόνο και με πριμ και με μισθολογική τιμωρία όταν οι νόρμες δεν εκπληρούνται.

Η λεπτή διαφορά ανάμεσα στους οπαδούς της αυτοδιαχείρισης και σε εμάς στηρίζεται πάνω στα επιχειρήματα της πληρωμής ενός κανονικού μισθού, του πριμ και της τιμωρίας. Η νόρμα παραγωγής είναι η μέση ποσότητα εργασίας που παράγει ένα προϊόν σε καθορισμένο χρόνο, με μέση αξιολόγηση και με συγκεκριμένες συνθήκες χρησιμοποίησης του εξοπλισμού. Είναι η προσφορά μιας ποσότητας εργασίας στην κοινωνία από ένα μέλος της, είναι η εκπλήρωση του κοινωνικού του καθήκοντος. Αν οι νόρμες ξεπεραστούν, τα έσοδα της κοινωνίας αυξάνονται και μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο εργάτης που τις ξεπερνά εκπληρώνει καλύτερα τα καθήκοντά του και αξίζει έτσι μια υλική ανταμοιβή. Δεχόμαστε αυτή την αντίληψη σαν ένα αναγκαίο κακό μιας μεταβατικής περιόδου, αλλά δε δεχόμαστε ότι η σωστή ερμηνεία της αρχής «απ’ τον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του και στον καθένα ανάλογα με την εργασία του» πρέπει να είναι η πλήρης πληρωμή, πέρα απ’ το μισθό, του ποσοστού ξεπεράσματος μιας δοσμένης νόρμας (υπάρχουν περιπτώσεις όπου η πληρωμή ξεπερνάει το ποσοστό εκπλήρωσης της νόρμας, σαν έκτακτο κίνητρο της ατομικής παραγωγικότητας). Ο Μαρξ εξηγεί πολύ καθαρά στην «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» ότι ένα σημαντικό τμήμα του εργατικού μισθού πάει σε τομείς που βρίσκονται πολύ μακριά από αυτούς που έχει άμεση σχέση:

«Αν πάρουμε πρώτα τις λέξεις “έσοδο της εργασίας” με την έννοια του προϊόντος της εργασίας, τότε το συνεταιριστικό έσοδο της εργασίας είναι το κοινωνικό συνολικό προϊόν.

Απ’ αυτό πρέπει τώρα ν’ αφαιρέσουμε:

Πρώτα: Οσα χρειάζονται για την αντικατάσταση των μέσων παραγωγής που καταναλώθηκαν.

Δεύτερο: Ενα πρόσθετο μέρος για την επέκταση της παραγωγής.

Τρίτο: Ενα εφεδρικό απόθεμα ή απόθεμα ασφαλείας ενάντια σε ατυχήματα, καταστροφές από φυσικές αιτίες κλπ.

Αυτές οι κρατήσεις από το “ακέραιο έσοδο της εργασίας” αποτελούν οικονομική ανάγκη και το μέγεθός τους καθορίζεται σύμφωνα με τα υπάρχοντα μέσα και δυνάμεις, εν μέρει με υπολογισμούς στη βάση των πιθανοτήτων, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να υπολογιστούν με βάση τη δικαιοσύνη.

Μένει το άλλο μέρος του συνολικού προϊόντος, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί σαν μέσο κατανάλωσης.

Προτού φτάσει στο ατομικό μοίρασμα, πρέπει πάλι να αφαιρεθούν από αυτό:

Πρώτα: Τα γενικά διαχειριστικά έξοδα, που δεν ανήκουν στην παραγωγή, από την παραγωγή.

Αυτό το μέρος περιορίζεται εξαρχής σημαντικότατα σε σύγκριση με τη σημερινή κοινωνία, και μειώνεται στο βαθμό που αναπτύσσεται η νέα κοινωνία.

Δεύτερο: Αυτό που προορίζεται για την ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών, όπως είναι τα σχολεία, τα ιδρύματα υγείας κλπ.

Αυτό το μέρος μεγαλώνει από την αρχή σημαντικά σε σύγκριση με τη σημερινή κοινωνία και μεγαλώνει στο βαθμό που αναπτύσσεται η νέα κοινωνία.

Τρίτο: Αποθέματα για τους ανίκανους για δουλειά κλπ., κοντολογίς αυτό που σήμερα ανήκει στη λεγόμενη επίσημη πρόνοια των απόρων.

Και τώρα πια ερχόμαστε στη “διανομή” που το πρόγραμμα, με τη λασαλική επίδραση, παίρνει μονάχα στενοκέφαλα υπόψη του, δηλαδή σ’ εκείνο το μέρος των μέσων κατανάλωσης που μοιράζεται ανάμεσα στους ατομικούς παραγωγούς του συνεταιρισμού.

Το “ακέραιο έσοδο της εργασίας” μεταβλήθηκε στο μεταξύ στα κρυφά σε “κουτσουρεμένο”, αν και αυτό που χάνει ο παραγωγός με την ιδιότητά του σαν ιδιώτης – άτομο, το παίρνει άμεσα ή έμμεσα με την ιδιότητά του σαν μέλος της κοινωνίας.

Οπως εξαφανίστηκε η φράση “ακέραιο έσοδο της εργασίας”, εξαφανίζεται τώρα γενικά η φράση “έσοδο της εργασίας”»9.

Ολα αυτά μας δείχνουν ότι η σημασία των εφεδρικών αποθεμάτων εξαρτάται από ένα σύνολο πολιτικοοικονομικών ή πολιτικοδιοικητικών αποφάσεων. Οπως όλα τα αγαθά που περιλαμβάνονται στην εφεδρεία πηγάζουν πάντοτε από την αδιανέμητη εργασία, οφείλουμε να συμπεράνουμε ποιες αποφάσεις πάνω στον όγκο των αποθεμάτων που αναλύθηκαν από το Μαρξ επιφέρουν αλλαγές στις πληρωμές, δηλαδή παραλλαγές του μη διανεμημένου άμεσα όγκου εργασίας. Πρέπει να προσθέσουμε σε όσα εκτέθηκαν εδώ ότι δεν υπάρχει ή ότι δε γνωρίζουμε εμείς καμιά μαθηματική νόρμα που να καθορίζει το «δίκαιο» του πριμ ξεπεράσματος της νόρμας (ή του βασικού μισθού). Οπότε πρέπει να στηρίξουμε βασικά πάνω στις καινούριες κοινωνικές σχέσεις τη νομική δομή που θα επικυρώνει τη μορφή διανομής από την κοινότητα ενός τμήματος της εργασίας του κάθε εργάτη χωριστά.

Το σύστημά μας της νόρμας στην παραγωγή έχει το καλό ότι καθιερώνει την υποχρέωση της δημιουργίας της επαγγελματικής ικανότητας για να περάσει κάποιος από μια συγκεκριμένη κατηγορία σε μια ανώτερη, πράγμα που θα φέρει με τον καιρό μια σημαντική ανάπτυξη του τεχνικού επιπέδου.

Οταν δεν πραγματοποιούμε τις νόρμες δεν εκπληρώνουμε το κοινωνικό μας καθήκον. Η κοινωνία τιμωρεί τον παραβάτη με τον περιορισμό ενός μέρους του ενεργητικού του. Η νόρμα δεν είναι μόνο ένα σημείο αναφοράς που καθορίζει ένα ενδεχόμενο μέτρο ή μια συμφωνία πάνω σε ένα μέτρο εργασίας που πρέπει να παραχθεί, είναι η έκφραση μιας ηθικής υποχρέωσης του εργαζόμενου, είναι το κοινωνικό του χρέος. Εδώ πρέπει να διασταυρώνεται η δράση του διοικητικού ελέγχου με τη δράση του ιδεολογικού ελέγχου. Ο μεγάλος ρόλος του Κόμματος στην παραγωγική μονάδα βρίσκεται στο να γίνει ο εσωτερικός της κινητήρας και να χρησιμοποιήσει κάθε παραδειγματική στάση των αγωνιστών του, έτσι ώστε η παραγωγική εργασία, η επαγγελματική ικανότητα και η συμμετοχή στις οικονομικές υποθέσεις της μονάδας να γίνουν συστατικό τμήμα της ζωής των εργατών και να μετατραπούν σιγά σιγά σε μια αναντικατάστατη συνήθεια.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1 Καρλ Μαρξ: «Χειρόγραφα του 1844», Κοινωνικές εκδόσεις, Παρίσι 1962, σελ. 87 (σ.μ. Απόσπασμα από τη γαλλική έκδοση).

2 Καρλ Μαρξ: «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1994, σελ. 21.

3 Ι.Β. Λένιν: «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Απαντα, τόμος 26, σελ. 362-363.

4 Ι.Β. Στάλιν: Ζητήματα Λενινισμού, «Για τις βάσεις του λενινισμού», σελ. 4.

5 Β.Ι. Λένιν: «Πέντε χρόνια της Ρωσικής Επανάστασης και οι προοπτικές της παγκόσμιας επανάστασης». Απαντα, τόμος 45, σελ. 279-280.

6 Β.Ι. Λένιν: «Πέντε χρόνια της Ρωσικής Επανάστασης και οι προοπτικές της παγκόσμιας Επανάστασης». Απαντα, τόμος 45, σελ. 282.

7 Bλέπε: I. Ivonin, «Los Combinados de Empresas Sovieticas – La nueva forma de administration de las industrias». («Οι σύνδεσμοι των Σοβιετικών επιχειρήσεων – Ο νέος τρόπος της διεύθυνσης της βιομηχανίας»), «Nuestra Industria, Revista Economica», Νο 4.

8 Β.Ι. Λένιν: «Για την επανάστασή μας». Απαντα, τόμος 45, σελ. 380-381.

9 Καρλ Μαρξ: «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1994, σελ. 20.

Πρώτη Δημοσίευση: Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Τεύχος 6, 2007.

Τσε, Ζαν Πωλ Σαρτρ και Σιμόν ντε Μποβουάρ / Che, Jean-Paul Sarte and Simone de Beauvoir

Με το δίδυμο της γαλλικής διανόησης Ζαν Πωλ Σαρτρ και Σιμόν ντε Μποβουάρ κατά τη διάρκεια επίσκεψης του στο Παρίσι. Σημειώνεται ότι, πέραν της μητρικής του γλώσσας, ο Τσε μιλούσε άπταιστα τη γαλλικη.