Φιντέλ Κάστρο- Πολλές από τις ιδέες του Τσε παραμένουν επίκαιρες στο ακέραιο (Μέρος ‘Α)

Fidel Castro-Che GuevaraΗ ομιλία αυτή εκφωνήθηκε στις 8 Οκτώβρη 1987 στην κεντρική τελετή για την εικοστή επέτειο του θανάτου του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρονικών εξαρτημάτων της πόλης Πινάρ ντελ Ρίο που είχε πρόσφατα ανοίξει τις πύλες του. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Γκράνμα, όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας στο φύλλο της 12 Οκτώβρη 1987. Το παρόν αναδημοσιεύεται από το βιβλίο του Κάρλος Ταμπλάδα «Η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού» (Εκδόσεις Διεθνές Βήμα, 2014). 

Φιντέλ Κάστρο,
8 Οκτώβρη 1987.

Συναγωνίστριες και συναγωνιστές,

Πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια, στις 18 Οκτώβρη 1967, συναντηθήκαμε στην Πλατεία της Επανάστασης, ανάμεσα σε ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων, για να τιμήσουμε τον συναγωνιστή Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Ήταν πολύ πικρές, πολύ δύσκολες εκείνες οι μέρες, όταν κατέφθαναν πληροφορίες για τα γεγονότα στο Βάδο ντελ Γιέσο, στη ρεματιά Γιούρο, όπου ο Τσε είχε πέσει στη μάχη, σύμφωνα με τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων.

Δεν αργήσαμε να καταλάβουμε ότι οι αναφορές αυτές ήταν απόλυτα ακριβείς, αφού συνοδεύονταν από κείμενα και φωτογραφίες, οι οποίες το αποδείκνυαν πέρα από κάθε αμφιβολία. Για αρκετές μέρες οι ειδήσεις εισέρρεαν ωσότου, με όλες αυτές τις πληροφορίες στα χέρια μας αν και δεν γνωρίζαμε πολλές από τις λεπτομέρειες που ξέρουμε σήμερα πραγματοποιήθηκε εκείνη η μεγάλη μαζική συγκέντρωση, στην οποία με σεμνότητα αποχαιρετίσαμε για τελευταία φορά τον συναγωνιστή μας που έπεσε στη μάχη.

Έχουν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια από τότε, και σήμερα, στις 8 Οκτώβρη, τιμούμε την μέρα που έπεσε στη μάχη. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες τις οποίες σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας, στην πραγματικότητα δολοφονήθηκε την επομένη από τη μέρα που τον συνέλαβαν, αφού τον βρήκαν άοπλο και τραυματισμένο το όπλο του είχε αχρηστευτεί στη μάχη. Αυτός είναι ο λόγος που έγινε παράδοση να τιμούμε αυτό το δραματικό γεγονός στις 8 Οκτώβρη.

Ο πρώτος χρόνος πέρασε και μετά πέρασαν πέντε, δέκα, δεκαπέντε και τώρα είκοσι χρόνια, και κάθε φορά είναι ανάγκη να θυμόμαστε στις ιστορικές του διαστάσεις εκείνο το γεγονός και πάνω απ’ όλα τον άνθρωπο που πρωταγωνίστησε σε αυτό. Έτσι με τον πιο φυσικό τρόπο, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη ή προμελέτη, αυθόρμητα, όλοι οι τομείς, το σύνολο του λαού, φέρνει την ημερομηνία αυτή στη μνήμη του τους τελευταίους μήνες.

Θα μπορούσαμε να τιμήσουμε την εικοστή επέτειο με σεμνότητα, όπως κάνουμε εδώ σήμερα: με ενός λεπτού σιγή, με τον ύμνο, με το έξοχο ποίημα του Νικολάς Γκιγιέν, που αντήχησε με την ίδια φωνή την οποία ακούσαμε και πριν από είκοσι χρόνια.
Θα μπορούσα να δώσω μια πολύ επίσημη, στομφώδη ομιλία, ίσως μια γραπτή ομιλία, την ώρα αυτή που λόγω του φόρτου της δουλειάς είναι ζήτημα εάν μας μένει ένα λεπτό για βαθύτερους στοχασμούς γύρω από όλα εκείνα τα γεγονότα και για όλα όσα θα μπορούσα να πω εδώ, πόσο μάλλον να γράψω μια ομιλία.

Γι’ αυτόν τον λόγο θα προτιμούσα να φέρω στον νου μου τον Τσε, να μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί σας, επειδή έχω σκεφτεί πολύ για τον Τσε.

Έδωσα μια συνέντευξη, μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε χτες στη χώρα μας, σε έναν Ιταλό δημοσιογράφο, ο οποίος με είχε μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες για σχεδόν δέκα έξι ώρες στη σειρά. Στην πραγματικότητα ήταν κινηματογραφικές, όχι τηλεοπτικές οι κάμερες επειδή, για να έχει καλύτερη ποιότητα εικόνας στη δουλειά του, δεν χρησιμοποίησε βιντεοκασέτες, μερικές από τις οποίες διαρκούν δύο ώρες, αλλά κινηματογραφικές κάμερες.

Άλλαζε καρούλια κάθε είκοσι ή είκοσι πέντε λεπτά και έτσι ήταν μια εξαντλητική συνέντευξη. Κάτι που θα έπρεπε να μας είχε πάρει τρεις μέρες, χρειάστηκε να το τελειώσουμε σε μία, γιατί δεν υπήρχε περισσότερος χρόνος. Αρχίσαμε μια Κυριακή, πριν από το μεσημέρι, και τελειώσαμε στις πέντε το πρωί της επόμενης μέρας. Είχε περισσότερες από 100 ερωτήσεις. Ανάμεσα στα διάφορα θέματα, ο δημοσιογράφος ενδιαφερόταν πολύ να συζητήσει για τον Τσε και κάπου ανάμεσα στις τρεις και τις τέσσερις η ώρα το πρωί μπήκαμε στο θέμα. Προσπάθησα να απαντήσω σε καθεμία από τις ερωτήσεις του και έκανα ιδιαίτερη προσπάθεια να συνοψίσω τις αναμνήσεις μου για τον Τσε.

Του είπα ό,τι αισθανόμουν, και θεωρώ ότι πολλοί σύντροφοι αισθάνονται το ίδιο, όσον αφορά τη μοναδική παρουσία του Τσε. Πρέπει να θυμόμαστε την ιδιαίτερη σχέση με τον Τσε, τη στοργή, τους αδελφικούς, συντροφικούς δεσμούς, τους αγώνες που δώσαμε μαζί, για σχεδόν δώδεκα χρόνια, από τη στιγμή που συναντηθήκαμε στο Μεξικό έως το τέλος· μια περίοδο πλούσια σε ιστορικά γεγονότα, μερικά από τα οποία δημοσιεύτηκαν μόλις τις τελευταίες μέρες.

Ήταν μια ιστορική περίοδος γεμάτη ηρωικές και ένδοξες πράξεις, από την ώρα που ο Τσε ενώθηκε μαζί μας στην εκστρατεία του Γκράνμα: η απόβαση, οι αντιξοότητες, οι πιο δύσκολες μέρες, η επανέναρξη του αγώνα στα βουνά, η ανασυγκρότηση ενός στρατού σχεδόν από την αρχή, οι πρώτες συγκρούσεις και οι τελευταίες μάχες.

Ύστερα ήρθε εκείνη η γεμάτη ένταση περίοδος που ακολούθησε τη νίκη της επανάστασης: οι πρώτοι επαναστατικοί νόμοι, με τους οποίους προσπαθήσαμε να είμαστε απόλυτα πιστοί στις δεσμεύσεις μας απέναντι στον λαό και πραγματοποιήσαμε μια αληθινά ριζική μεταρρύθμιση στη ζωή της χώρας. Τα γεγονότα διαδέχονταν γοργά το ένα το άλλο: άρχισαν οι επιθέσεις του ιμπεριαλισμού, ο αποκλεισμός, οι εκστρατείες κατασυκοφάντησης της επανάστασης μόλις αρχίσαμε να απονέμουμε δικαιοσύνη στους εγκληματίες και τους φονιάδες που είχαν δολοφονήσει χιλιάδες συμπατριώτες μας, ο οικονομικός αποκλεισμός, η εισβολή στη Χιρόν, η διακήρυξη του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης, ο αγώνας κατά των μισθοφόρων, η κρίση του Οκτώβρη, τα πρώτα βήματα προς την οικοδόμηση του σοσιαλισμού όταν ακόμη δεν είχαμε τίποτε ούτε εμπειρία, ούτε στελέχη, ούτε μηχανικούς, ούτε οικονομολόγους και σχεδόν καθόλου τεχνικούς, όταν απομείναμε σχεδόν χωρίς γιατρούς, αφού οι 3.000 από τους 6.000 γιατρούς που υπήρχαν στη χώρα έφυγαν για το εξωτερικό.

Ύστερα ήρθε η πρώτη και μετά η δεύτερη Διακήρυξη της Αβάνας, ξεκίνησε η περίοδος της απομόνωσης που επιβλήθηκε στη χώρα μας, η συλλογική διακοπή των διπλωματικών σχέσεων από όλες τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, με την εξαίρεση του Μεξικού. Ήταν μια περίοδος στην οποία, παράλληλα με όλες αυτές τις εξελίξεις, έπρεπε να οργανώσουμε την οικονομία της χώρας. Ήταν μια σχετικά σύντομη αλλά πλούσια περίοδος, γεμάτη αλησμόνητα γεγονότα.

Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι ο Τσε επέμενε σε μια παλιά του επιθυμία, μια παλιά του ιδέα: να επιστρέψει στη Νότια Αμερική, στη χώρα του, για να κάνει την επανάσταση βασισμένος στην εμπειρία που απέκτησε στη χώρα μας. Ας θυμηθούμε τη μυστικότητα με την οποία έπρεπε να οργανωθεί η αναχώρησή του, το μπαράζ δυσφήμησης που δέχτηκε η επανάσταση, όταν έκαναν λόγο για συγκρούσεις, για διαφορές με τον Τσε ή ότι ο Τσε είχε εξαφανιστεί. Κυκλοφορούσε ακόμα και η φήμη ότι είχε δολοφονηθεί εξαιτίας κάποιας διάσπασης στους κόλπους της επανάστασης.

Στο μεταξύ η επανάσταση ήρεμα και ακλόνητα υπέμενε αυτή την άγρια επίθεση, γιατί πέρα και πάνω από τον εκνευρισμό και την πικρία που προκαλούσαν εκείνες οι εκστρατείες, το σημαντικό θέμα ήταν να μπορέσει ο Τσε να πραγματοποιήσει τους στόχους του· το σημαντικό θέμα ήταν να διασφαλιστεί ότι δεν θα κινδυνέψει ο ίδιος και οι συμπατριώτες μας που ήταν μαζί του στις ιστορικές του αποστολές.

Στη συνέντευξη εξήγησα από πού πήγαζε η ιδέα αυτή, πως, όταν ενώθηκε μαζί μας, είχε θέσει μόνο έναν όρο: ότι, όταν θα είχε γίνει η επανάσταση, όταν θα ήθελε να επιστρέψει στη Νότια Αμερική, δεν θα παρουσιαζόταν κάποιο εμπόδιο ή υποχρέωση απέναντι στο κράτος να τον παρεμποδίσει, ότι δεν θα του απαγορεύαμε να το κάνει. Του απαντήσαμε τότε ότι ναι, θα μπορούσε να προχωρήσει και ότι θα τον υποστηρίζαμε. Κατά καιρούς μάς υπενθύμιζε αυτή την υπόσχεση, μέχρι που ήρθε η στιγμή που αποφάσισε ότι ήταν η ώρα να φύγει.
Όχι μόνο τηρήσαμε την υπόσχεσή μας να μην εμποδίσουμε την αναχώρησή του, αλλά τον βοηθήσαμε με κάθε τρόπο να πραγματοποιήσει αυτό το εγχείρημα. Προσπαθήσαμε να καθυστερήσουμε λίγο την αναχώρησή του. Του δώσαμε άλλα καθήκοντα ώστε να εμπλουτίσει την εμπειρία του στο αντάρτικο και προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις εκείνες ώστε να μη χρειαστεί να περάσει ο ίδιος το πιο δύσκολο στάδιο, το αρχικό στάδιο της οργάνωσης ενός αντάρτικου κινήματος, όπως γνωρίζαμε καλά από τη δική μας εμπειρία.

Εκτιμούσαμε το ταλέντο του Τσε, την εμπειρία του και τον ρόλο του. Ήταν ένα στέλεχος κατάλληλο να αναλάβει τις μεγαλύτερες, στρατηγικής σημασίας αποστολές και ίσως θα ήταν καλύτερα να αναλάμβαναν άλλοι σύντροφοι την πρωταρχική οργανωτική δουλειά και ο ίδιος να συμμετείχε σε ένα πιο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας.

Αυτό ταίριαζε επίσης με την πολιτική μας, κατά τη διάρκεια του πολέμου, να διαφυλάττουμε τα στελέχη που διακρίνονταν για να αναλαμβάνουν όλο και πιο σημαντικές και στρατηγικής σημασίας αποστολές.

Δεν είχαμε πολλά έμπειρα στελέχη και, όσα διακρίνονταν, δεν τα στέλναμε κάθε μέρα με μια ομάδα που θα έστηνε ενέδρα· προτιμούσαμε να τους αναθέτουμε πιο σημαντικά καθήκοντα, σύμφωνα με την ικανότητα και την εμπειρία τους.
Θυμάμαι λοιπόν ότι, όταν ξεκίνησε η τελική επίθεση του Μπατίστα στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα ενάντια στις μαχητικές αλλά ολιγάριθμες δυνάμεις μας, δεν τοποθετήσαμε τα πιο έμπειρα στελέχη μας στις πρώτες γραμμές· τους αναθέσαμε στρατηγικής σημασίας ηγετικές αποστολές και τους κρατούσαμε ακριβώς για τη σαρωτική μας αντεπίθεση. Δεν θα είχε νόημα να τοποθετήσουμε τον Τσε, τον Καμίλο [Σιενφουέγος] και άλλους συντρόφους, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει σε πολυάριθμες μάχες, επικεφαλής μιας ομάδας. Τους προστατεύαμε ώστε να μπορούν μετέπειτα να ηγηθούν στις φάλαγγες που θα αναλάμβαναν επικίνδυνες αποστολές ύψιστης σημασίας. Τότε ήταν που τους στέλναμε σε εχθρικό έδαφος, με πλήρη ευθύνη και συναίσθηση των κινδύνων, όπως στην περίπτωση της εισβολής στην επαρχία Λας Βίγιας που ηγήθηκαν ο Καμίλο και ο Τσε, μια εξαιρετικά δύσκολη αποστολή που απαιτούσε άντρες με μεγάλη εμπειρία και κύρος ως διοικητές φάλαγγας, άντρες ικανούς να φτάσουν στον στόχο.

Ακολουθώντας αυτή τη λογική και με δεδομένους τους αντικειμενικούς στόχους, θα ήταν πιθανώς καλύτερα αν είχε τηρηθεί αυτή η αρχή και ο Τσε εντασσόταν σε ένα επόμενο στάδιο. Πραγματικά, δεν ήταν τόσο απαραίτητο να χειριστεί ο ίδιος το καθετί από την αρχή.
Αλλά ήταν ανυπόμονος, πραγματικά πολύ ανυπόμονος. Ορισμένοι Αργεντινοί σύντροφοι είχαν σκοτωθεί στις αρχικές απόπειρες που έγιναν πριν από χρόνια, όπως ο Ρικάρντο Μασέτι, ιδρυτής της Prensa Latina.

Το θυμόταν συχνά και ανυπομονούσε πραγματικά να πραγματοποιήσει ο ίδιος το καθήκον αυτό.

Όπως πάντα, σεβαστήκαμε τις δεσμεύσεις μας και τις απόψεις του, γιατί η σχέση μας βασιζόταν πάντα στην απόλυτη εμπιστοσύνη, στην απόλυτη αδελφοσύνη, ανεξάρτητα από το ποια θεωρούσαμε ότι είναι η ιδανική στιγμή για να ενσωματωθεί στο αντάρτικο κίνημα που οργανωνόταν.

Και έτσι του προσφέραμε όλη τη βοήθεια και όλες τις διευκολύνσεις για να ξεκινήσει τον αγώνα. Ύστερα έφτασαν οι ειδήσεις των πρώτων συγκρούσεων και χάσαμε κάθε επαφή. Ο εχθρός ανακάλυψε το αντάρτικο κίνημα σε μια πρώιμη φάση της ανάπτυξής του και αυτό σήμανε την αρχή μιας περιόδου πολλών μηνών, κατά την οποία σχεδόν οι μόνες ειδήσεις που λαμβάναμε ήταν οι ανταποκρίσεις που κατέφθαναν από τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων, τις οποίες έπρεπε να γνωρίζουμε να ερμηνεύουμε.

Αλλά αυτό ήταν κάτι στο οποίο η επανάστασή μας έχει αποκτήσει μεγάλη εμπειρία: να προσδιορίζει πότε μια αναφορά είναι αξιόπιστη και πότε είναι πλαστή, ψεύτικη.

Θυμάμαι, για παράδειγμα, τότε που έφτασε μια ανταπόκριση με την είδηση του θανάτου της ομάδας του Χοακίν (του συναγωνιστή του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Βίλο Ακούνια).

Μόλις την αναλύσαμε, συμπέρανα αμέσως ότι ήταν αλήθεια· και αυτό εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο, σύμφωνα με την περιγραφή, εξολόθρευσαν την ομάδα, ενώ διέσχιζε ένα ποτάμι. Από τη δική μας εμπειρία ως αντάρτες, από αυτά που είχαμε ζήσει, γνωρίζαμε τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να εξοντωθεί μια μικρή ομάδα ανταρτών. Γνωρίζαμε τους λίγους, συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εξολοθρευτεί μια τέτοια ομάδα.

Όταν αναφερόταν στην ανταπόκριση ότι ένας αγρότης ήρθε σε επαφή με τον στρατό και έδωσε λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία και τα σχέδια της ομάδας, η οποία έψαχνε τρόπο για να διασχίσει το ποτάμι· πώς ο στρατός έστησε ενέδρα στην άλλη όχθη.
Στις 17 Απρίλη 1967 η μονάδα των ανταρτών στη Βολιβία χωρίστηκε σε δύο: στην κύρια ομάδα υπό την ηγεσία του Γκεβάρα και στην οπισθοφυλακή με δέκα επτά αγωνιστές υπό τη διοίκηση τού Χοακίν (Χουάν Βίλο Ακούνια).

Αν και ο χωρισμός αυτός υποτίθεται ότι θα διαρκούσε δύο μόλις μέρες, οι δύο ομάδες έχασαν τη μεταξύ τους επαφή. Στις 31 Αυγούστου, το υπόλοιπο της ομάδας του Χοακίν έπεσε σε ενέδρα και σκοτώθηκαν όλοι οι αντάρτες.

σε θέση πάνω στον δρόμο, την οποία ο ίδιος αγρότης είχε υποδείξει στους αντάρτες να χρησιμοποιήσουν · ο τρόπος που ο στρατός άνοιξε πυρ στη μέση του ποταμού· όλα αυτά αποδείκνυαν το αληθές της ανταπόκρισης. Αν αυτοί που συντάσσουν ψευδείς ειδήσεις, όπως τόσες που μας έφταναν συχνά, δοκίμαζαν να το κάνουν ξανά, θα μου ήταν αδύνατο να παραδεχτώ ότι αυτοί, οι οποίοι ήταν πάντα τόσο αδέξιοι στα ψέματά τους, θα είχαν αρκετή ευφυΐα και εμπειρία να επινοήσουν τις ακριβείς και τις μοναδικές περιστάσεις στις οποίες θα μπορούσε η ομάδα να εξολοθρευτεί. Με αυτό το σκεπτικό συμπεράναμε ότι η αναφορά ήταν αληθινή.

Μέσα από πολλά χρόνια επαναστατικής εμπειρίας έχουμε μάθει να αποκρυπτογραφούμε τις ανταποκρίσεις και να ξεχωρίζουμε την αλήθεια από τα ψέματα σε κάθε περιγραφή, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη και πολλά άλλα ζητήματα. Αυτό όμως ήταν το είδος της πληροφόρησης που είχαμε για την κατάσταση, μέχρι που ήρθε η είδηση για τον θάνατο του Τσε.

Όπως έχουμε ήδη εξηγήσει, τρέφαμε ελπίδες ότι ακόμη και τότε που είχαν μείνει είκοσι μόνο άντρες, ακόμη και τότε που η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη, το αντάρτικο κίνημα είχε ακόμη πιθανότητες επιτυχίας. Κατευθύνονταν προς μια περιοχή όπου ορισμένα στρώματα των αγροτών είχαν οργάνωση, όπου ορισμένα καλά στελέχη από τη Βολιβία είχαν επιρροή και έτσι, μέχρι εκείνη τη στιγμή, μέχρι σχεδόν το τέλος, το κίνημα είχε πιθανότητες να συγκροτηθεί και να αναπτυχθεί.

Αλλά οι περιστάσεις στις οποίες αναπτύχθηκε η σχέση μας με τον Τσε ήταν τόσο μοναδικές η σχεδόν εξωπραγματική ιστορία της σύντομης αλλά γεμάτης ένταση εποποιίας των πρώτων χρόνων της επανάστασης, τότε που συνηθίσαμε να κάνουμε το ανέφικτο εφικτό, που, όπως εξηγούσα σε αυτόν τον δημοσιογράφο, είχε κανείς διαρκώς την εντύπωση ότι ο Τσε δεν πέθανε, ότι ήταν ακόμη ζωντανός.
Η προσωπικότητά του ήταν τόσο υποδειγματική, τόσο αλησμόνητη, τόσο οικεία, που ήταν δύσκολο να αποδεχτεί κανείς την ιδέα του θανάτου του.

Ορισμένες φορές ονειρευόμουν, όλοι ονειρευόμαστε, γεγονότα σχετικά με τη ζωή και τους αγώνες μας με τον Τσε, ότι είχε επιστρέψει, ότι ήταν ζωντανός. Πόσες φορές έγινε αυτό! Είπα στον δημοσιογράφο ότι όσα του περιγράφω είναι αισθήματα για τα οποία σπάνια μιλάει κανείς, αλλά δίνουν μια εικόνα για τον αντίκτυπο της προσωπικότητας του Τσε και επίσης για τον εξαιρετικό βαθμό στον οποίο παραμένει ζωντανός, λες και η παρουσία του είναι φυσική, με τις ιδέες και τα κατορθώματά του, με το παράδειγμά του και με όλα όσα δημιούργησε, με την επικαιρότητα των ιδεών του και με τον σεβασμό που του τρέφουν, όχι μόνο στη Λατινική Αμερική, αλλά και στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο.

Όπως προβλέψαμε στις 18 του Οκτώβρη, πριν από είκοσι χρόνια, ο Τσε έγινε σύμβολο για όλους τους καταπιεσμένους, για όλους τους εκμεταλλευόμενους ανθρώπους, για όλους τους πατριώτες και τους δημοκράτες, για όλους τους επαναστάτες. Έγινε ένα διαρκές και ακατανίκητο σύμβολο.

Για όλους αυτούς τους λόγους, επειδή αισθανόμαστε όλοι την παρουσία του Τσε τόσο ζωντανή, ακόμα και αν έχουν περάσει είκοσι χρόνια, όταν ακούμε το ποίημα, όταν ακούμε τον ύμνο ή όταν ηχεί η σάλπιγγα για την ενός λεπτού σιγή, όταν ανοίγουμε τις εφημερίδες μας και βλέπουμε φωτογραφίες του Τσε σε διάφορα στάδια της ζωής του, την εικόνα του, πασίγνωστη ανά τον κόσμο γιατί πρέπει να πούμε ότι ο Τσε όχι μόνο διέθετε όλες τις αρετές και όλες τις ανθρώπινες και ηθικές ιδιότητες ώστε να αποτελέσει ένα σύμβολο, είχε επίσης την εμφάνιση ενός συμβόλου, την εικόνα ενός συμβόλου: το βλέμμα, η ειλικρίνεια και η δύναμη της ματιάς του· το πρόσωπό του, που αντανακλά τον χαρακτήρα, μια ασυγκράτητη αποφασιστικότητα για δράση, δείχνοντας ταυτόχρονα μεγάλη ευφυΐα και μεγάλη αγνότητα, όταν βλέπουμε τα ποιήματα που έχουν γραφτεί, τα περιστατικά που εξιστορούνται και τις ιστορίες που επαναλαμβάνονται, αισθανόμαστε κατά τρόπο απτό πόσο επίκαιρος είναι ο Τσε, αισθανόμαστε ότι είναι παρών.

Δεν είναι παράξενο αν κάποιος αισθάνεται κατά τρόπο απτό την παρουσία του Τσε, όχι μόνο στην καθημερινότητα της ζωής, αλλά ακόμα και στα όνειρά του, να φαντάζεται ότι είναι ζωντανός, ότι ο Τσε είναι ενεργός και ότι ποτέ δεν πέθανε. Στο τέλος πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι στην ουσία, για την επανάστασή μας, ο Τσε δεν πέθανε ποτέ και, στο φως των γεγονότων, είναι πιο ζωντανός από ποτέ, έχει μεγαλύτερη επιρροή από ποτέ και αποτελεί τον πιο ισχυρό αντίπαλο του ιμπεριαλισμού από ποτέ.

Αυτοί που ξεφορτώθηκαν το πτώμα του έτσι ώστε να μη γίνει σύμβολο· αυτοί οι οποίοι, υπό την καθοδήγηση και με τις μεθόδους των ιμπεριαλιστών αφεντικών τους, επιθυμούσαν να μην απομείνει ούτε ίχνος του, έχουν διαπιστώσει ότι, παρόλο που ο τάφος του είναι άγνωστος, παρόλο που δεν υπάρχουν λείψανα και δεν υπάρχει πτώμα, ωστόσο υπάρχει ένας τρομερός αντίπαλος του ιμπεριαλισμού, ένα σύμβολο, μια δύναμη, μια παρουσία η οποία δεν είναι δυνατό να εξοντωθεί.

Όταν έκρυψαν τη σωρό του Τσε, έδειξαν την αδυναμία και τη δειλία τους, γιατί έδειξαν επίσης τον φόβο τους για το υπόδειγμα και το σύμβολο που αποτελεί. Δεν ήθελαν να έχουν οι εκμεταλλευόμενοι χωρικοί, οι εργάτες, οι φοιτητές, οι διανοούμενοι, οι δημοκράτες, οι προοδευτικοί ή οι πατριώτες αυτού του ημισφαίριου έναν τόπο να πηγαίνουν και να αποτίνουν φόρο τιμής στον Τσε. Και σήμερα, στον κόσμο του σήμερα, όπου δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος τόπος που να μπορεί κανείς να αποτίνει φόρο τιμής στα λείψανα του Τσε, του αποτίνουν φόρο τιμής παντού. [Χειροκροτήματα]

Σήμερα, δεν τιμούμε τον Τσε μία φορά τον χρόνο, ούτε μία φορά κάθε πέντε, δέκα, δέκα πέντε ή είκοσι χρόνια· σήμερα, αποτίουμε φόρο τιμής στον Τσε κάθε χρόνο, κάθε μήνα, κάθε μέρα, παντού, σε ένα εργοστάσιο, σε ένα σχολείο, σε έναν στρατώνα, σε ένα σπίτι, μεταξύ παιδιών, μεταξύ πιονέρων.

Ποιος μπορεί να μετρήσει πόσες εκατομμύρια φορές σε αυτά τα είκοσι χρόνια δήλωσαν οι πιονέροι: «Πιονέροι για τον κομμουνισμό, θα γίνουμε σαν τον Τσε»! [Χειροκροτήματα]

Αυτό το γεγονός το οποίο μόλις ανέφερα, αυτή η ιδέα, αυτό το έθιμο, συμπυκνώνει τη μεγαλειώδη και μόνιμη παρουσία του Τσε. Και θεωρώ ότι, όχι μόνο οι πιονέροι μας, όχι μόνο τα παιδιά μας, αλλά και τα παιδιά σε ολόκληρο το ημισφαίριο, σε ολόκληρο τον κόσμο, θα μπορούσαν να επαναλάβουν το ίδιο σύνθημα: «Πιονέροι για τον κομμουνισμό, θα γίνουμε σαν τον Τσε»! [Χειροκροτήματα]
Πράγματι, δεν μπορεί να υπάρξει ανώτερο σύμβολο, δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερη εικόνα, δεν μπορεί να υπάρξει πιο ακριβής ιδέα, άμα ψάχνουμε για τον ιδανικό επαναστάτη, άμα ψάχνουμε για τον ιδανικό κομμουνιστή.

Το λέω αυτό γιατί έχω τη βαθύτατη πεποίθηση, την είχα πάντοτε και την έχω ακόμη σήμερα, ακριβώς την ίδια ή και περισσότερο από όταν μίλησα στις 18 εκείνου του Οκτώβρη και ρώτησα πώς θα θέλαμε να είναι οι αγωνιστές μας, οι επαναστάτες μας, τα μέλη του κόμματός μας, τα παιδιά μας, και δήλωσα ότι θα θέλαμε να είναι σαν τον Τσε.

Γιατί ο Τσε είναι η προσωποποίηση, ο Τσε είναι η εικόνα εκείνου του νέου τύπου ανθρώπου, η εικόνα εκείνου του ανθρώπου, αν θέλουμε να μιλάμε για μια κομμουνιστική κοινωνία· [Χειροκροτήματα] αν ο πραγματικός στόχος μας είναι να οικοδομήσουμε, όχι μόνο τον σοσιαλισμό αλλά τα ανώτερα στάδια του σοσιαλισμού, αν είναι η ανθρωπότητα να μην αποποιηθεί την υψηλή και εξαιρετική ιδέα, να ζήσει μια μέρα στην κομμουνιστική κοινωνία.

Αν μας χρειάζεται ένα παράδειγμα, ένα πρότυπο, ένα υπόδειγμα για να φτάσουμε αυτούς τους υψηλούς στόχους, τότε άντρες σαν τον Τσε είναι απαραίτητοι, όπως είναι οι άντρες και οι γυναίκες που τον μιμούνται, που είναι όπως αυτός, που σκέπτονται όπως αυτός, που ενεργούν όπως αυτός· άντρες και γυναίκες που συμπεριφέρονται όπως αυτός στην εκπλήρωση του καθήκοντος, σε κάθε πράγμα, κάθε λεπτομέρεια, κάθε δραστηριότητα· στον τρόπο που έβλεπε την εργασία, στη συνήθειά του να διδάσκει και να διαπαιδαγωγεί δίνοντας το παράδειγμα· στη νοοτροπία του να επιθυμεί να είναι πρώτος σε όλα, ο πρώτος να προσφερθεί εθελοντικά για τα πιο δύσκολα έργα, τα πιο σκληρά, αυτά που απαιτούν τη μεγαλύτερη αυταπάρνηση· ο άνθρωπος που αφιερώνει την ψυχή και το σώμα του σε έναν σκοπό, ο άνθρωπος που δίνεται, ψυχή και σώμα, στους άλλους, το άτομο που δείχνει αληθινή αλληλεγγύη, το άτομο που δεν εγκαταλείπει ποτέ έναν σύντροφο· ο απλός άνθρωπος· ο άνθρωπος χωρίς ψεγάδι, ο οποίος ζει χωρίς καμία αντίθεση ανάμεσα στον λόγο και στην πράξη, ανάμεσα σε αυτό που εφαρμόζει και αυτό που κηρύττει· ένας άνθρωπος της σκέψης και ένας άνθρωπος της δράσης όλα αυτά συμβολίζει ο Τσε. [Χειροκροτήματα]

che guevara with fidel castro 8

Αποτελεί τιμή και μεγάλο προνόμιο για τη χώρα μας να υπολογίζει τον Τσε ως ένα από τα παιδιά της, αν και δεν γεννήθηκε σε αυτή τη γη. Είναι παιδί της χώρας μας, γιατί κέρδισε το δικαίωμα να θεωρεί τον εαυτό του και να θεωρείται παιδί της χώρας μας, και είναι τιμή και προνόμιο για τον λαό μας, για τη χώρα μας, για την ιστορία της χώρας μας, για την επανάστασή μας, που είχε στις γραμμές της έναν αληθινά εξαιρετικό άντρα όπως ο Τσε.

Με αυτό δεν λέω πως θεωρώ ότι οι εξαιρετικοί άνθρωποι είναι σπάνιοι· δεν είναι ότι πιστεύω πως ανάμεσα στις μάζες δεν υπάρχουν εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια ακόμα, εξαιρετικοί άνθρωποι. Το είπα παλιότερα, τις πικρές εκείνες μέρες μετά την εξαφάνιση του Καμίλο. Εξιστορώντας πώς διαμορφώθηκε ο Καμίλο ως άνθρωπος, είχα πει ότι «ανάμεσα στον λαό μας υπάρχουν πολλοί Καμίλο». Θα μπορούσα να πω επίσης ότι «ανάμεσα στον λαό μας, ανάμεσα στους λαούς τής Λατινικής Αμερικής και στους λαούς του κόσμου, υπάρχουν πολλοί Τσε».

Αλλά γιατί τους αποκαλούμε εξαιρετικούς; Γιατί πραγματικά, στον κόσμο μέσα στον οποίο έζησαν, στις περιστάσεις στις οποίες έζησαν, είχαν τη δυνατότητα και την ευκαιρία να παρουσιάσουν όλα όσα ο άνθρωπος με τη γενναιοδωρία και την αλληλεγγύη του είναι ικανός να γίνει.

Και όντως, σπάνια υπάρχουν οι ιδανικές συνθήκες που να επιτρέπουν στον άνθρωπο να εκφραστεί και να δείξει όλα όσα έχει μέσα του, όπως ήταν η περίπτωση του Τσε.

Είναι φυσικά ξεκάθαρο ότι υπάρχουν ανάμεσα στις μάζες αμέτρητοι άντρες και γυναίκες οι οποίοι, ως αποτέλεσμα του παραδείγματος άλλων ανθρώπων και ορισμένων νέων αξιών που διαμορφώνονται, είναι ικανοί να φτάσουν στον ηρωισμό, ικανοί επίσης να φτάσουν σε ένα είδος ηρωισμού που θαυμάζω πολύ: τον σιωπηλό ηρωισμό, τον ανώνυμο ηρωισμό, τη σιωπηλή αρετή, την ανώνυμη αρετή.
Αλλά με δεδομένο ότι είναι τόσο ασύνηθες, τόσο σπάνιο να συνυπάρχουν όλες αυτές οι αναγκαίες συνθήκες που δημιουργούν μια μορφή σαν τον Τσε ο οποίος έχει γίνει σήμερα ένα σύμβολο για όλο τον κόσμο, ένα σύμβολο το οποίο θα μεγαλώσει αποτελεί τιμή και προνόμιο για μας να έχει γεννηθεί αυτή η μορφή μέσα από την επανάστασή μας.

Και ως απόδειξη των όσων είπα νωρίτερα για την παρουσία και τη δύναμη του Τσε σήμερα, θα μπορούσα να ρωτήσω: Υπάρχει καλύτερη ημερομηνία, καλύτερη επέτειος από αυτήν για να θυμόμαστε τον Τσε με όλη μας τη δύναμη και με τα πιο βαθιά αισθήματα εκτίμησης και ευγνωμοσύνης; Υπάρχει καλύτερη στιγμή από αυτή την επέτειο, όταν βρισκόμαστε για τα καλά στη διαδικασία επανόρθωσης; Τι επανορθώνουμε; Επανορθώνουμε όλα εκείνα τα πράγματα και είναι πολλά τα οποία απομακρύνονταν από το επαναστατικό πνεύμα, την επαναστατική δουλειά, την επαναστατική αρετή, την επαναστατική προσπάθεια, την επαναστατική ευθύνη· όλα εκείνα τα πράγματα που απέκλιναν από το πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων.

Επανορθώνουμε όλη την τσαπατσουλιά και τη μετριότητα που συνιστούν ακριβώς την άρνηση των ιδεών του Τσε, της επαναστατικής του σκέψης, του ύφους του, του πνεύματός του και του παραδείγματός του.

Πιστεύω ειλικρινά, και το δηλώνω με μεγάλη ικανοποίηση ότι, αν ο Τσε καθόταν εδώ σε αυτή την καρέκλα, θα ήταν πραγματικά πασιχαρής. Θα χαιρόταν γι’ αυτά τα οποία κάνουμε πράξη τούτες τις μέρες, ακριβώς όπως θα ήταν δυσαρεστημένος κατά την ασταθή εκείνη περίοδο, την ντροπιατική περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην οποία άρχισαν να κυριαρχούν μια σειρά από ιδέες, από μηχανισμούς, από κακές συνήθειες που θα είχαν προκαλέσει στον Τσε αισθήματα βαθύτατης και φρικτής πικρίας. [Χειροκροτήματα]
Η εθελοντική εργασία, για παράδειγμα, που ήταν το δημιούργημα του Τσε και ένα από τα καλύτερα πράγματα που μας άφησε κατά την παραμονή του στη χώρα μας και μέσα από τη συμμετοχή του στην επανάστασή μας, παρήκμαζε διαρκώς. Έγινε σχεδόν εθιμοτυπική. Γινόταν πράξη μόνο κατά περίσταση, μια ειδική μέρα, μια Κυριακή. Τότε έτρεχαν άνθρωποι σαν τις σβούρες και έκαναν πράγματα με ανοργάνωτο τρόπο.

Η άποψη του γραφειοκράτη, η άποψη του τεχνοκράτη ότι η εθελοντική εργασία δεν ήταν ούτε βασική, ούτε απαραίτητη, κέρδιζε όλο και περισσότερο έδαφος. Το σκεπτικό ήταν ότι η εθελοντική εργασία ήταν μια ανοησία, ότι ήταν σπατάλη χρόνου, ότι τα προβλήματα έπρεπε να επιλυθούν με υπερωρίες, και όλο και περισσότερες υπερωρίες, και μάλιστα ενώ ακόμα και η κανονική εργάσιμη μέρα δεν χρησιμοποιούνταν αποδοτικά.

Είχαμε βαλτώσει στη γραφειοκρατία, στο πλεονάζον προσωπικό, στους απαρχαιωμένους κανονισμούς εργασίας, στον βάλτο της κομπίνας, του ψεύδους. Είχαμε ξεπέσει σε ένα σωρό κακές συνήθειες για τις οποίες ο Τσε θα είχε φρίξει.

Γιατί αν ποτέ έλεγαν στον Τσε ότι κάποια μέρα θα υπήρχαν στην κουβανική επανάσταση επιχειρήσεις έτοιμες να κλέψουν προκειμένου να δείξουν ότι είναι κερδοφόρες, ο Τσε θα έφριττε. Ή αν του μιλούσαν για επιχειρήσεις οι οποίες, για να δείξουν ότι είναι κερδοφόρες και να απονείμουν χρηματικά βραβεία και ποιος ξέρει τι άλλα πριμ, θα πουλούσαν τα υλικά που τους παραχωρήθηκαν για τις εργασίες τους και θα κατέγραφαν τα έσοδα σαν να είχαν κατασκευάσει αυτά τα οποία είχαν αναλάβει να κατασκευάσουν, ο Τσε θα έφριττε. Και σας πληροφορώ ότι αυτό συνέβη στους δέκα πέντε δήμους της πρωτεύουσας της Δημοκρατίας, στις δέκα πέντε επιχειρήσεις υπεύθυνες για την επισκευή κατοικιών· και αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα. Εμφάνιζαν παραγωγή αξίας 8.000 πέσος τον χρόνο και όταν βάλαμε λίγη τάξη στο χάος, αποδείχθηκε ότι παρήγαγαν για λιγότερο από 4.000 πέσος. Δεν ήταν λοιπόν κερδοφόρες οι επιχειρήσεις αυτές. Ήταν κερδοφόρες μόνο όταν έκλεβαν.

Αν έλεγαν στον Τσε ότι θα εμφανίζονταν επιχειρήσεις οι οποίες, για να δείξουν ότι καλύπτουν και υπερκαλύπτουν το πλάνο, καταχωρούσαν την παραγωγή του Γενάρη στον Δεκέμβρη, ο Τσε θα έφριττε.

Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη αν του έλεγαν ότι υπήρχαν επιχειρήσεις που κάλυπταν το σχέδιο παραγωγής τους, απονέμοντας και βραβεία για το κατόρθωμα της κάλυψης από πλευράς εσόδων, αλλά όχι από πλευράς παραγωγής.

Παρήγαγαν είδη μεγαλύτερης χρηματικής αξίας και απέφευγαν να παράγουν όλα τα άλλα, επειδή απέδιδαν μικρότερο κέρδος, παρά το γεγονός ότι το ένα είδος χωρίς το άλλο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί.

Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη αν του έλεγαν ότι οι νόρμες παραγωγής ήταν τόσο χαλαρές, τόσο αναποτελεσματικές, τόσο ανήθικες που σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν όλοι οι εργαζόμενοι τις εκπλήρωναν στο διπλάσιο ή στο τριπλάσιο.

Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη αν του έλεγαν ότι τα χρήματα θα άρχιζαν να γίνονται το σημαντικότερο εργαλείο, το βασικό κίνητρο του ανθρώπου. Εκείνος που μας προειδοποιούσε τόσο πολύ γι’ αυτό θα ένιωθε φρίκη. Ότι οι βάρδιες δεν θα συμπληρώνονταν, ενώ θα αναφέρονταν εκατομμύρια ώρες υπερωριών· ότι η νοοτροπία των εργαζομένων μας θα διαφθειρόταν και οι άνθρωποι όλο και περισσότερο θα κουβαλούσαν το σύμβολο του πέσο στο μυαλό τους.

Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη γιατί γνώριζε ότι ο κομμουνισμός δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί μέσα από μια περιπλάνηση στα χιλιοπερπατημένα καπιταλιστικά μονοπάτια και ότι, ακολουθώντας κανείς αυτά τα μονοπάτια, θα ξεχάσει τελικά κάθε έννοια αλληλεγγύης, ακόμα και διεθνισμού.

Ακολουθώντας αυτά τα μονοπάτια δεν θα φτάναμε ποτέ ούτε στον νέο άνθρωπο ούτε σε μια νέα κοινωνία. Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη αν του έλεγαν ότι θα ερχόταν μια μέρα που θα πληρώνονταν πριμ κάθε λογής, όλο και περισσότερα πριμ, δίχως αυτά να έχουν κάποια σχέση με την παραγωγή.

Θα έφριττε ο Τσε αν μια μέρα έβλεπε ένα συγκρότημα επιχειρήσεων να βρίθει από καπιταλιστές της δεκάρας όπως τους αποκαλούμε εμείς να παίζουν το παιχνίδι του καπιταλισμού, να αρχίζουν να σκέπτονται και να ενεργούν ως καπιταλιστές, να ξεχνούν τη χώρα, να ξεχνούν τον λαό και τις υψηλές προδιαγραφές ποιότητας, επειδή η ποιότητα δεν έχει γι’ αυτούς καμία σημασία και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τα χρήματα τα οποία κέρδιζαν χάρη στις χαμηλές νόρμες.

Και αν έβλεπε να εφαρμόζουν τις ποσοτικές νόρμες παραγωγής όχι μόνο στη χειρωνακτική εργασία πράγμα το οποίο έχει κάποια λογική, όπως όταν κόβεις ζαχαροκάλαμο ή κάνεις διάφορες άλλες χειρωνακτικές και σωματικές δραστηριότητες, αλλά ακόμα και στην πνευματική εργασία, σε κάποιον που δουλεύει στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση, και ότι εδώ, ακόμη και η δουλειά ενός χειρούργου είναι δυνατό να υπόκειται σε νόρμες να βάζει οποιονδήποτε κάτω από το νυστέρι ώστε να διπλασιάσει ή να τριπλασιάσει το εισόδημά του μπορώ ειλικρινά να δηλώσω ότι ο Τσε θα ένιωθε φρίκη, γιατί κανένας από αυτούς τους δρόμους δεν μπορούσε να μας οδηγήσει ποτέ στον κομμουνισμό.

Αντίθετα, αυτοί οι δρόμοι οδηγούν σε όλες τις αισχρές πρακτικές και στην αποξένωση του καπιταλισμού.

Αυτοί οι δρόμοι, επαναλαμβάνω και ο Τσε το γνώριζε πολύ καλά, δεν θα μας οδηγούσαν ποτέ να οικοδομήσουμε τον πραγματικό σοσιαλισμό, ως το πρώτο και μεταβατικό στάδιο προς τον κομμουνισμό.

Αλλά μη σκεφτείτε ότι ο Τσε ήταν αφελής, ένας ιδεαλιστής ή ένας άνθρωπος που δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα. Ο Τσε κατανοούσε και λάμβανε υπόψη την πραγματικότητα. Αλλά ο Τσε πίστευε στον άνθρωπο. Αν δεν πιστέψουμε στον άνθρωπο, αν θεωρήσουμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα αδιόρθωτο ζωάκι, που μπορεί να βαδίσει μόνο αν το ταΐσεις χορτάρι ή το δελεάσεις με ένα καρότο ή το δείρεις με μια μαγκούρα όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος γι’ αυτό, δεν πρόκειται ποτέ του να γίνει επαναστάτης· όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος γι’ αυτό, δεν πρόκειται ποτέ του να γίνει σοσιαλιστής· όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος γι’ αυτό, δεν πρόκειται ποτέ του να γίνει κομμουνιστής. [Χειροκροτήματα]

Διαβάστε την συνέχεια στο Β’ Μέρος.

Δύο ανέκδοτα κείμενα του Κομαντάντε Γκεβάρα

tumblr_m02pfht4ZD1r6jgtto1_r1_400

Το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα δημοσιεύει για πρώτη φορά μεταφρασμένα δύο άγνωστα στο πλατύ κοινό κείμενα του Ερνέστο Γκεβάρα. Τα κείμενα περιέχονται στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του Κάρλος Ταμπλάδα «H πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού» (Διεθνές Βήμα, 2014).

ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΡΩΤΟ.

Ακόμα και μετά την παραίτησή του από τα κρατικά και κομματικά του καθήκοντα στην Κούβα και μέσα σε μια διεθνιστική αποστολή σε πλήρη εξέλιξη, ο Τσε συνέχισε να εμβαθύνει ακόμα περισσότερο στη πλατύτερη έρευνα του ανθρώπινου πολιτισμού γενικά και στην ιστορία της μαρξιστικής σκέψης ειδικότερα, πράγμα που τον οδήγησε να μελετήσει πλατιά, από τους αρχαίους φιλοσόφους έως τον σοβιετικό μαρξισμό μέσα από τα επίσημά του κείμενα. Κάπου μεταξύ του 1965 και 1966 έγραψε ένα γράμμα σε έναν Κουβανό σύντροφο, ενημερώνοντάς τον για τη μελέτη του:

Τούτη την παρατεταμένη περίοδο διακοπών το έχω ρίξει για τα καλά στη μελέτη της φιλοσοφίας – κάτι που είχα στον νου μου να κάνω εδώ και καιρό. Ήρθα αντιμέτωπος με την πρώτη δυσκολία: στην Κούβα δεν έχει δημοσιευτεί τίποτε, εάν εξαιρέσουμε τα σοβιετικά τούβλα [εγχειρίδια] που έχουν το μειονέκτημα ότι δεν σε αφήνουν να σκεφτείς: το κόμμα το έχει ήδη κάνει για σένα, και εσύ δεν έχεις παρά να το χωνεύεις. Από πλευράς μεθόδου είναι ότι πιο αντιμαρξιστικό υπάρχει και, επιπλέον, συνήθως είναι και κάκιστα. Η δεύτερη, όχι λιγότερο σημαντική δυσκολία ήταν ότι είχα άγνοια του φιλοσοφικού λεξιλογίου (έχω παλέψει σκληρά με τον δάσκαλο Χέγκελ και στον πρώτο γύρο με έριξε κάτω δύο φορές). Γι’ αυτό μου έφτιαξα ένα σχέδιο μελέτης δικό μου, το οποίο πιστεύω ότι θα μπορούσε να μελετηθεί και να βελτιωθεί πολύ περισσότερο, ώστε να αποτελέσει τη βάση μιας πραγματικής σχολής σκέψης έχουμε ήδη κάνει πολλά πράγματα, αλλά κάποτε θα πρέπει επίσης να μάθουμε να σκεφτόμαστε. Το σχέδιό μου συνίσταται σε αναγνώσματα, αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για σοβαρές δημοσιεύσεις των πολιτικών εκδόσεων.

Αν ρίξεις μια ματιά στις εκδόσεις της, [αναφέρεται στις Επίσημες Πολιτικές Εκδόσεις της Κούβας (Editora Política de Cuba)] θα δεις την πληθώρα Σοβιετικών και Γάλλων συγγραφέων που περιέχει. Αυτό οφείλεται στην ευκολία να βρεθούν μεταφράσεις και στον ιδεολογικό μιμητισμό. Δεν δίνεις με αυτόν τον τρόπο μαρξιστικό πολιτισμό στον λαό το πολύ, γνωστοποιείς τον μαρξισμό, πράγμα το οποίο είναι αναγκαίο, εάν βέβαια γίνεται σωστά (δεν ανήκουμε σ’ αυτήν την περίπτωση), είναι όμως ανεπαρκές.

Το σχέδιό μου είναι το εξής:
1. Κλασικοί φιλόσοφοι
2. Μεγάλοι υλιστές και διαλεκτικοί
3. Σύγχρονοι φιλόσοφοι
4. Κλασικοί της Οικονομίας και προγενέστεροι
5. Μαρξ και μαρξιστική σκέψη
6. Σοσιαλιστική οικοδόμηση
7. Ετερόδοξοι και καπιταλιστές
8. Πολεμικές

Κάθε ενότητα είναι ανεξάρτητη από την άλλη και θα μπορούσε να αναπτυχθεί ως εξής:

1. Να πάρουμε τους γνωστούς κλασικούς που είναι ήδη μεταφρασμένοι στα ισπανικά, προσθέτοντας μια σοβαρή εισαγωγική μελέτη κάποιου φιλόσοφου –μαρξιστή ει δυνατόν–, και ένα εκτενές επεξηγηματικό γλωσσάριο. Ταυτόχρονα, να δημοσιεύεται ένα λεξικό φιλοσοφικών όρων και μια ιστορία της φιλοσοφίας. Ίσως του Dinnyk ή του Hegel. Οι εκδόσεις θα μπορούσαν να ακολουθήσουν κάποια χρονολογική σειρά, επιλεκτικά βέβαια, ξεκινώντας με ένα ή δύο βιβλία των μεγαλύτερων στοχαστών και στη συνέχεια να εμπλουτίζουμε τη σειρά, φτάνοντας ως τη σύγχρονη εποχή, γυρίζοντας έπειτα πίσω στον χρόνο στρεφόμενοι σε άλλους, λιγότερο σημαντικούς φιλοσόφους και προσθέτοντας τόμους από τους πιο αντιπροσωπευτικούς κτλ.

2. Εδώ μπορούμε να ακολουθήσουμε την ίδια γενική μέθοδο, με συλλογές ορισμένων αρχαίων (παλιότερα είχα διαβάσει μια μελέτη που αναφερόταν στον Δημόκριτο, τον Ηράκλειτο και τον Λεύκιππο, που είχε γίνει στην Αργεντινή).

3. Εδώ θα δημοσιεύονταν οι πιο αντιπροσωπευτικοί μοντέρνοι φιλόσοφοι, σε συνδυασμό με σοβαρές και λεπτομερείς μελέτες από εξειδικευμένα άτομα (δεν είναι απαραίτητο να είναι Κουβανοί), που να έχουν την ανάλογη κριτική θεώρηση όταν παρουσιάζουν τις απόψεις των ιδεαλιστών.

4. Αυτό πραγματοποιείται ήδη, χωρίς κάποια τάξη, ενώ λείπουν βασικά έργα του Μαρξ. Εδώ θα ήταν απαραίτητο να δημοσιευτούν τα Άπαντα των Μαρξ και Ένγκελς, Λένιν, Στάλιν και άλλων μεγάλων μαρξιστών. Κανείς δεν έχει διαβάσει τίποτε της Ρόζας Λούξεμπεργκ, για παράδειγμα, η οποία έχει κάνει λάθη στην κριτική πάνω στον Μαρξ (3ος τόμος), αλλά πέθανε δολοφονημένη, και το ένστικτο του ιμπεριαλισμού είναι ανώτερο από το δικό μας σ’ αυτά τα θέματα. Επίσης λείπουν μαρξιστές στοχαστές που αργότερα ξεστράτισαν όπως ο Κάουτσκι και ο Χίλφερντινγκ (δεν ξέρω εάν έτσι γράφεται) που προσέφεραν πολλά, όπως και πολλοί σύγχρονοι μαρξιστές που δεν είναι εντελώς σχολαστικιστές.

5. Σοσιαλιστική οικοδόμηση. Βιβλία που να ασχολούνται με συγκεκριμένα προβλήματα, όχι μόνο των τωρινών κυβερνώντων αλλά και από το παρελθόν, τα οποία να ερευνούν σοβαρά τη συνεισφορά των φιλοσόφων και, πάνω απ’ όλα, των οικονομολόγων και των στατιστικολόγων.

6. Εδώ θα έρχονταν οι μεγάλοι ρεβιζιονιστές (αν θέλετε, μπορείτε να βάλετε και τον Χρουστσόφ) αναλύοντάς τους καλά βαθύτερα από όλους, και βέβαια θα έπρεπε να είναι και ο φίλος σου Τρότσκι, που υπήρξε και έγραψε, προσθέτοντας και τους μεγάλους θεωρητικούς του καπιταλισμού όπως ο Μάρσαλ, ο Κέινς ο Σάμπετερ κ.ά. Επίσης με ανάλυση σε βάθος εξηγώντας όλα τα γιατί.

8. Όπως υποδηλώνει η ονομασία, αυτή η κατηγορία είναι η πιο πολεμική, αλλά έτσι πάει μπροστά η σκέψη. Ο Προυντόν έγραψε τη φιλοσοφία της αθλιότητας και ξέρουμε ότι υπάρχει λόγω του έργου Η αθλιότητας της φιλοσοφίας.

Μια κριτική έκδοση μπορεί να βοηθήσει να κατανοήσουμε την εποχή και την ίδια την εξέλιξη του Μαρξ, που δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί. Υπάρχουν ο Ρομπέρτους και ο Ντύρινγκ εκείνη την εποχή, και ύστερα οι ρεβιζιονιστές και οι μεγάλες αντιπαραθέσεις της δεκαετίας του 1920 στην ΕΣΣΔ, που ίσως είναι οι σημαντικότερες για εμάς.

Τώρα βλέπω ότι μου ξέφυγε μία θεματική ενότητα, γι’ αυτό αλλάζω τη σειρά (αυτή τη στιγμή γράφω στο φτερό»).
Θα είναι το νούμερο 4, οι Κλασικοί της οικονομίας και οι πρόδρομοι της, όπου βρίσκουμε τον Άνταμ Σμιθ, τους φυσιοκράτες κ.ά.
Είναι ένα έργο τεράστιο, αλλά η Κούβα το αξίζει και θα μπορούσε να το επιχειρήσει […].

Πηγή: Κάρλος Ταμπλάδα: Τσε Γκεβάρα: «H πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού» (Εκδόσεις Διεθνές Βήμα, σελ.161-164 ).

 ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΕΥΤΕΡΟ.

Στον πρόλογο ενός βιβλίου πολιτικής οικονομίας που έγραφε ο Τσε τη στιγμή που πέθανε, σημειώνει προφητικά την προέλευση της κρίσης, που αργότερα ξέσπασε στην ΕΣΣΔ και σε όλο σχεδόν το σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Μάς είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι, σε συνθήκες καταδίωξης, πείνας, ισχυρών ασθματικών επεισοδίων, μαχών, κρύου, μέσα στο αφιλόξενο άγριο φυσικό περιβάλλον και με τον πόνο για τόσους συντρόφους χαμένους στη μάχη, ότι ένα ανθρώπινο ον μπορούσε να γράφει, ύστερα από 14 ώρες αναγκαστικής πορείας στη ζούγκλα της Νότιας Αμερικής, στο φως του φεγγαριού ή και χωρίς αυτό, σχετικά με την προοπτική ενός εναλλακτικού σοσιαλισμού. Ποια αγωνία επικοινωνίας του έδινε δύναμη; Τι έπρεπε να μας πει, πριν μια σφαίρα βάλει τέλος στη ζωή του;

Από την πρώτη εμφάνιση του Κεφαλαίου, οι επαναστάτες του κόσμου είχαν στα χέρια τους ένα θεωρητικό μνημείο, που ξεκαθάριζε τους μηχανισμούς του καπιταλιστικού συστήματος, την εσωτερική λογική του αναπόφευκτου αφανισμού του. Για πολλές δεκαετίες υπήρξε η εγκυκλοπαίδεια, όπου μπορούσε κανείς να αντλήσει το αναντικατάστατο θεωρητικό υλικό για τις νέες γενιές των αγωνιστών. Ακόμα και σήμερα, το υλικό αυτό δεν έχει εξαντληθεί και θαυμάζει κανείς τη σαφήνεια και το βάθος τις κριτικής σκέψης των θεμελιωτών του διαλεκτικού υλισμού. Όποιος δεν γνωρίζει το Κεφάλαιο, δεν είναι οικονομολόγος με την πλήρη και τιμητική έννοια της λέξης.

Ωστόσο, η ζωή τράβηξε την πορεία της και ορισμένες από τις δηλώσεις του Μαρξ και του Ένγκελς δεν επιβεβαιώθηκαν στην πράξη. Ιδιαίτερα, ο χρόνος που προβλεπόταν για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας ήταν λίγος. Την όραση των λαμπρών επιστημόνων θόλωνε το επιτακτικό όραμα των επιφανών επαναστατών. Ακόμα, οι κοινωνικές αναταράξεις βάθαιναν και επεκτείνονταν όλο και περισσότερο, και οι αντιθέσεις, που προξένησε το μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη, γέννησαν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Ο Λένιν, επικεφαλής της επανάστασης αυτής, είναι υπεύθυνος για το θεωρητικής αξίας έργο, του προσδιορισμού του χαρακτήρα, που θα αποκτούσε ο καπιταλισμός στη νέα ιμπεριαλιστική του μορφή, ενώ ανέδειξε τον ανισομερή ρυθμό που αποκτά η ανάπτυξη της κοινωνίας –όπως και η φύση γενικότερα άλλωστε–, διαβλέποντας την πιθανότητα να σπάσει η ιμπεριαλιστική αλυσίδα, στον πιο αδύναμο κρίκο της, κάνοντας πράξη την πιθανότητα αυτή.

Ο τεράστιος όγκος των γραπτών που μας άφησε αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα του έργου των ιδρυτών. Στη συνέχεια, η πηγή άρχισε να στερεύει και έμειναν μόνο ορισμένα μεμονωμένα έργα του Στάλιν και κάποια γραπτά του Μάο Τσε Τουνγκ να μαρτυρούν τη τεράστια δημιουργική δύναμη του μαρξισμού.

Στα τελευταία του ο Στάλιν ανησυχούσε για τα αποτελέσματα αυτής της θεωρητικής πενίας και διέταξε τη σύνταξη ενός εγχειρίδιου, προσιτού στις μάζες, που θα έθιγε όλα τα θέματα της πολιτικής οικονομίας μέχρι τις μέρες μας.

Το εγχειρίδιο αυτό μεταφράστηκε στις κυριότερες γλώσσες του κόσμου και έχει δημοσιευθεί σε διάφορες εκδόσεις, ενώ υποβλήθηκε σε σημαντικές αλλαγές στη δομή και στον προσανατολισμό του, κάθε φορά που συντελούνταν αλλαγές στην ΕΣΣΔ.

Ξεκινώντας μια κριτική μελέτη του εγχειριδίου αυτού, συναντούμε τόσες πολλές έννοιες αντίθετες με τον δικό μας τρόπο σκέψης, που αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε ετούτο το εγχείρημα –ένα βιβλίο που να εκφράζει τις δικές μας απόψεις – με τις υψηλότερες δυνατές επιστημονικές απαιτήσεις και την ίδια ειλικρίνεια. Είναι απαραίτητη αυτή η τελευταία, γιατί η νηφάλια μελέτη του μαρξισμού και των πρόσφατων γεγονότων, μας τοποθετούν μεταξύ των επικριτών της ΕΣΣΔ, θέση που εξ επαγγέλματος καταλαμβάνουν πολλοί οπορτουνιστές, οι οποίοι ρίχνουν βέλη από την άκρα αριστερά προς όφελος της αντίδρασης.

Έχουμε δεσμευτεί σταθερά να μην κρύψουμε ούτε μία άποψή μας για λόγους τακτικής αλλά, ταυτόχρονα, να αντλήσουμε συμπεράσματα που, λόγω της αδιάβλητης λογικής τους και της σφαιρικής θεώρησής τους, θα βοηθήσουν να επιλυθούν προβλήματα και η συνεισφορά μας δεν θα περιορίζεται μόνο στο να θέτει ερωτήματα χωρίς λύση.

Πιστεύουμε ότι αυτή η δουλειά είναι σημαντική επειδή η μαρξιστική έρευνα στο οικονομικό πεδίο περπατά σε επικίνδυνα μονοπάτια. Τον αδιάλλακτο δογματισμό της εποχής του Στάλιν έχει διαδεχτεί ένας ασυνεπής πραγματισμός. Και, το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι, αυτό δεν αναφέρεται σε ένα μόνο πεδίο της επιστήμης· συμβαίνει σε κάθε πτυχή της ζωής των σοσιαλιστικών λαών, δημιουργώντας διαταραχές που είναι ήδη εξαιρετικά βλαβερές, ενώ τα τελικά τους αποτελέσματά είναι ανυπολόγιστα.

Στην πορεία της πρακτικής μας και της θεωρητικής μας έρευνας, φτάσαμε στην ανακάλυψη ενός μεγάλου ενόχου με όνομα και επίθετο: Βλαντίμιρ Ίλιτς Λένιν.
Αυτό είναι το μέγεθος του θράσους μας. Όμως όποιος έχει την απαραίτητη υπομονή ώστε να φτάσει στο τέλος του έργου αυτού, θα μπορέσει να εκτιμήσει τον σεβασμό και τον θαυμασμό που αισθανόμαστε γι’ αυτόν τον «ένοχο» και για τα επαναστατικά κίνητρα των πράξεων, που τα απώτερα αποτελέσματά τους θα τον ξάφνιαζαν σήμερα.

Είναι γνωστό από παλιά ότι η κοινωνική υπόσταση είναι αυτή που προσδιορίζει τη συνείδηση και είναι γνωστός ο ρόλος του εποικοδομήματος. Τώρα είμαστε μάρτυρες ενός ενδιαφέροντος φαινομένου, που δεν ισχυριζόμαστε ότι το ανακαλύψαμε εμείς, αλλά προσπαθούμε να εμβαθύνουμε στη σημασία που έχει: τη διασύνδεση μεταξύ βάσης και εποικοδομήματος. Η θέση μας είναι ότι οι αλλαγές που συντελέστηκαν λόγω της Νέας Οικονομικής Πολιτική (ΝΕΠ) διαπέρασαν τόσο βαθιά τη ζωή της ΕΣΣΔ ώστε να σημαδέψουν ολόκληρο αυτό το στάδιο. Και τα αποτελέσματά τους ήταν αποθαρρυντικά. Το καπιταλιστικό εποικοδόμημα βαθμιαία επηρέαζε όλο και πιο έντονα τις σχέσεις παραγωγής και οι τις αντιθέσεις, που προκλήθηκαν από την υβριδοποίηση που συνιστούσε η ΝΕΠ και που επιλύονται σήμερα σε όφελος του εποικοδομήματος: συντελείται μια επιστροφή στον καπιταλισμό.

Αλλά σε ετούτες τις εισαγωγικές σημειώσεις δεν θέλουμε να προτρέξουμε, μόνο να αναφέρουμε το μέγεθος τις αίρεσης που πρόκειται να εκφράσουμε. Θα πάρουμε τον χρόνο και τον χώρο που απαιτείται για την τεκμηριώσουμε εκτενώς.

Το έργο αυτό έχει και ένα άλλο χαρακτηριστικό: είναι μια κραυγή που βγαίνει μέσα από την υπανάπτυξη. Έως τώρα, οι επαναστάσεις που έτειναν στον σοσιαλισμό είχαν γεννηθεί σε χώρες ως επί το πλείστον καθυστερημένες (και επιπλέον ρημαγμένες από τον πόλεμο) ή σε χώρες με μια σχετική βιομηχανική ανάπτυξη (Τσεχοσλοβακία, ανατολικό τμήμα της Γερμανίας) ή σε χώρες-ηπείρους. Και όλες αυτές συγκροτούσαν μια γεωγραφική ενότητα. Μέχρι τώρα δεν είχε μπει στην περιπέτεια του σοσιαλισμού καμία μικρή απομονωμένη χώρα, η οποία δεν έχει πρόσβαση σε μεγάλες αγορές, ούτε είναι σε θέση σε σύντομο χρονικό διάστημα να επωφεληθεί από τον διεθνή καταμερισμό εργασίας, όμως ταυτόχρονα έχει ένα επίπεδο ζωής σχετικά υψηλό. Τα λάθη, τα άλματα στα τυφλά, θα έχουν και αυτά τη θέση τους στις σελίδες που ακολουθούν, αφού μάς είναι χρήσιμα ως ιστορία. Το σημαντικό όμως είναι ότι πρόκειται για τη δική μας λογική, λογική που ταυτίζεται με αυτήν των χωρών, οι οποίες είναι ελάχιστα ανεπτυγμένες, ως σύνολο, γι’ αυτό πιστεύουμε ότι οι προτάσεις μας έχουν την αξία που απορρέει από μια ορισμένη οικουμενικότητα.

Πολλοί θα παραξενευτούν ειλικρινά με αυτή τη σωρεία νέων και διαφορετικών επιχειρημάτων, άλλοι θα αισθανθούν πληγωμένοι και θα υπάρξουν και αυτοί που θα θεωρήσουν ότι ολόκληρο αυτό το βιβλίο παίρνει μια εξαγριωμένη αντικομουνιστική θέση, μασκαρεμένη με θεωρητικές αιτιάσεις. Πολλοί, όμως, το ελπίζουμε ειλικρινά, θα αισθανθούν την πνοή των νέων ιδεών και θα δουν να εκφράζεται το δικό τους σκεπτικό, που μέχρι τώρα ήταν αποσπασματικό, χωρίς οργανική συνοχή, να παίρνει μια μορφή, λίγο ως πολύ, συνεκτική.

Σε αυτή την ομάδα ανθρώπων απευθύνεται βασικά το βιβλίο και επίσης, στο πλήθος των Κουβανών φοιτητών που πρέπει να υποστούν την οδυνηρή διαδικασία εκμάθησης «αιώνιων αληθειών» μέσα από τις εκδόσεις που προέρχονται, ως επί το πλείστον, από την ΕΣΣΔ και παρατηρούν πώς η δική μας στάση και οι επανειλημμένες παρεμβάσεις των ηγετών μας βαδίζουν στην αντίθετη κατεύθυνση με αυτά που διαβάζουν στις εκδόσεις αυτές.

Σε όσους μας κοιτάζουν με δυσπιστία, βασισμένοι στην εκτίμηση και την αφοσίωση που νιώθουν προς τις σοσιαλιστικές χώρες, κάνουμε μία μόνο υπόδειξη: Η δήλωση του Μαρξ, που σημειώνεται στις πρώτες σελίδες του Κεφαλαίου, ότι η αστική επιστήμη αδυνατεί να ασκήσει κριτική στον εαυτό της, και αντί αυτού απολογείται, δυστυχώς ισχύει σήμερα για την μαρξιστική οικονομική επιστήμη. Το βιβλίο αυτό συνιστά μια προσπάθεια επιστροφής στον σωστό δρόμο και, ανεξάρτητα από την επιστημονική του αξία, μας κάνει περήφανους ότι το προσπαθήσαμε σε αυτή τη μικρή αναπτυσσόμενη χώρα.

Πολλές είναι η εκπλήξεις που περιμένουν την ανθρωπότητα στον δρόμο της τελικής της απελευθέρωσης. Ωστόσο – είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι γι’ αυτό –, δεν θα φτάσουμε ποτέ ως εκεί, παρά μόνο μέσα από μια ριζική αλλαγή στρατηγικής από μέρους των βασικών σοσιαλιστικών δυνάμεων. Το εάν η αλλαγή αυτή θα προέλθει από την αδυσώπητη πίεση του ιμπεριαλισμού ή από μια εξέλιξη των μαζών στις χώρες αυτές ή μέσα από έναν συνδυασμό παραγόντων είναι κάτι που θα το πει η Ιστορία. Εμείς συνεισφέρουμε αυτό τον ταπεινό κόκκο άμμου στην κατεύθυνση αυτή, με την αγωνία ότι το εγχείρημα είναι πολύ ανώτερο των δυνάμεών μας. Σε κάθε περίπτωση, μένει η μαρτυρία αυτής της παράτολμης απόπειρας μας:

Η δύναμη της καρδιάς μας πρέπει να δοκιμαστεί, αποδεχόμαστε την πρόκληση της Σφίγγας, δεν αποφεύγουμε την τρομερή ανάκριση που θα μας υποβάλλει.

Οι κουβανοί τιμούν την 86η επέτειο της γέννησης του Τσε Γκεβάρα

che guevara 86th birthday celebrated CubaΑΒΑΝΑ – Με πλήθος εκδηλώσεων στο νησί της Επανάστασης τιμάται σήμερα η συμπλήρωση 86 χρόνων από τη γέννηση του Κομαντάντε Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Κέντρο των εκδηλώσεων αναμένεται να είναι, ως συνήθως, η πόλη της Σάντα Κλάρα όπου και βρίσκεται θαμένη η σωρός του αργεντίνου επαναστάτη. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην ημέρα τιμής στον Τσε κατέχει η κουβανική νεολαία, καθώς μαθητές από κάθε γωνιά της Κούβας θα ξεναγηθούν στο Μαυσωλείο της Σάντα Κλάρα, την τελευταία κατοικία του Γκεβάρα και των συντρόφων του από το αντάρτικο της Βολιβίας.

Σε ειδική εκδήλωση, μπροστά από το επιβλητικό μπρούτζινο άγαλμα του Τσε, σε περίπου 100 κουβανούς νέους θα αποδοθεί η κάρτα μέλους της Ένωσης Νέων Κομμουνιστών (Unión de Jóvenes Comunistas). Ως κορυφαίο στέλεχος της Κουβανικής Επανάστασης και υπουργός βιομηχανίας, άλλωστε, ο Τσε είχε δώσει ουκ ολίγες διαλέξεις ενώπιον της κουβανικής νεολαίας – μια απ’ τις πλέον γνωστές και καταγεγραμμένες είναι η ομιλία του στην Ένωση Νέων Κομμουνιστών του Υπουργείου Βιομηχανίας στις 9 Μάη 1964.

Οι διοργανωτές της εκδήλωσης έχουν φροντίσει επίσης να εορταστούν και τα γεννέθλια παιδιών που γεννήθηκαν την 14η Ιούνη και φέρουν το όνομα “Τσε”, ενώ θα λάβουν χώρα εκθέσεις φωτογραφίας και διαγωνισμός σκάκι το οποίο καθιέρωσε ο Γκεβάρα. Τις πρωϊνές ώρες στα σχολεία θα διοργανωθούν συζητήσεις και εργασίες με θέμα τον Τσε, ενώ επιστημονική ημερίδα θα φιλοξενήσει το Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Felix Varela.

Σημειώνεται ότι η 14η Ιούνη είναι η γενέθλιος ημέρα και ενός άλλου, πολύ παλαιότερου, ήρωα της Κούβας, του Αντόνιο Μασέο. Ο Μασέο γεννήθηκε το 1845 και υπήρξε εκ των σπουδαιότερων προσωπικοτήτων του αγώνα για την κουβανική ανεξαρτησία. 

Με πληροφορίες από Prensa Latina.

Προδημοσίευση: «Τσε Γκεβάρα: Η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού» (του Κάρλος Ταμπλάδα)

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ:

Το εξώφυλλο του βιβλίου.
Το εξώφυλλο του βιβλίου.

«Τσε Γκεβάρα: Η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού». Συγγραφέας: Κάρλος Ταμπλάδα. Εκδόσεις: Διεθνές Βήμα, Αθήνα, 2014.

Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα ως κομμάτι της ηγεσίας της Κουβανικής Επανάστασης, χάραξε μια προοπτική προς την απελευθέρωση του κόσμου από το καπιταλιστικό σύστημα και όλες τις φρικαλεότητές του. Θέλησε να ανοίξει τον δρόμο ώστε οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες να ξεκινήσουν την μετάβαση προς μια κοινωνία, πιο δίκαιη και πιο ανθρώπινη, μια σοσιαλιστική κοινωνία, αλλάζοντας και οι ίδιοι μέσα από αυτή την διαδικασία.

Βασισμένο στις ομιλίες και τα γραπτά του Γκεβάρα της δεκαετίας του 1960, το βιβλίο αυτό εξετάζει την πρακτική και θεωρητική συμβολή του, και την επικαιρότητα της σκέψης του.

Για το βιβλίο αυτό απονεμήθηκε στον Κάρλος Ταμπλάδα το Ειδικό Βραβείο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα του οργανισμού Casa de las Americas το 1987. Έκτοτε το έργο έχει δημοσιευτεί σε 14 χώρες και 9 γλώσσες, σε μισό εκατομμύριο αντίτυπα.

«Ο Τσε πίστευε στον άνθρωπο. Αν δεν πιστεύουμε στον άνθρωπο, αν θεωρούμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα αδιόρθωτο ζωάκι, που μπορεί να πάει μπροστά μόνο αν το ταΐζεις χορτάρι ή το δελεάζεις με ένα καρότο ή το δέρνεις με μια μαγκούρα – όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος γι αυτό, δεν πρόκειται ποτέ να γίνει επαναστάτης δεν πρόκειται ποτέ να γίνει κομμουνιστής.» – Φιντέλ Κάστρο.

Ο Κάρλος Ταμπλάδα Πέρες (Carlos Tablada Pérez – Αβάνα 1948). Είναι πτυχιούχος στην Κοινωνιολογία και τηcarlos tablada Φιλοσοφία, διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών και ερευνητής στο Κέντρο Έρευνας της Παγκόσμιας Οικονομίας (CIEM), Αβάνα, Κούβα. Είναι μέλος της Εθνικής Ένωσης Συγγραφέων και Καλλιτεχνών της Κούβας (UNEAC), γραμματέας Ενημέρωσης και Εκδόσεων του Παγκόσμιου Φόρουμ για Εναλλακτικές Λύσεις (FMA), γενικός διευθυντής των εκδόσεων Ruth, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας. Ως επισκέπτης καθηγητής έχει διδάξει σε 155 πανεπιστήμια σε 33 χώρες. Το τελευταίο του βιβλίο είναι Η Ιστορία της Τράπεζας στην Κούβα, Τόμος 1, 2008, εκδόσεις La Colonia. Έχει δημοσιεύσει πολλά βιβλία και δεκάδες άρθρα και μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά. Του απονεμήθηκε το ειδικό Βραβείο Casa de las Americas, 1987, για το βιβλίο Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Το βιβλίο αυτό έχει γνωρίσει έως τώρα 33 εκδόσεις και δύο ανατυπώσεις σε 14 χώρες και σε 9 γλώσσες, σε μισό εκατομμύριο αντίτυπα μέχρι σήμερα.

Το έργο αυτό που εκδόθηκε αυτές τις μέρες από το Διεθνές Βήμα, ξεκίνησε να μεταφράζεται στην Αβάνα το Μάιο του 2012 και η επιμέλειά του ολοκληρώθηκε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2014. Οι 200 σελίδες της αρχικής έκδοσης του 1987 στα ισπανικά, κατέληξε σε 530 σελίδες στα ελληνικά, καθώς καθ’ υπόδειξη του συγγραφέα, προστέθηκε το νέο υλικό που είχε συμπεριληφθεί στις μετέπειτα εκδόσεις, και ορισμένοι πρόλογοι αυτών των εκδόσεων (της αμερικανίδας Μέρι-Αλις Γουότερς και των κουβανών Σέλια Μαρία Χαρτ Σανταμαρία και Αουρέλιο Αλόνσο). Περιλαμβάνεται επίσης η ιστορική ομιλία του Φιντέλ Κάστρο στην 20η επέτειο (1987) του θανάτου του Τσε που έχει ήδη εκδοθεί στα ελληνικά από το Διεθνές Βήμα σαν μέρος του βιβλίου «Ο Σοσιαλισμός και ο Άνθρωπος στην Κούβα». Τέλος εισαγωγή του βιβλίου είναι ένα κεφάλαιο του υπό έκδοση νέου βιβλίου του συγγραφέα με τίτλο «Ο μαρξισμός του Τσε».

Έτσι, με βάση την αρχική έκδοση του 1987, στο βιβλίο αποτυπώνεται η δυναμική της οικονομικής σκέψης του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στην διάρκεια αυτών των χρόνων, που επανέρχεται πάντα επίκαιρη, σε κάθε καμπή της ιστορίας της πάλης για την απελευθέρωση του ανθρώπου, υπογραμμίζοντας την αξία του έργου του νεαρού τότε Ταμπλάδα που αφιέρωσε την μισή μέχρι τότε ζωή του στην συγγραφή της μελέτης που εξέδωσε το 1987 και συνεχίζει ακάθεκτος να την επιβεβαιώνει εμπλουτίζοντάς την μέχρι σήμερα, 27 χρόνια μετά. Αν προσθέσουμε και τα 15 χρόνια που αφιέρωσε στην συγγραφή της πριν το 1987 μπορούμε αβίαστα να συμπεράνουμε ότι ο Ταμπλάδα αφιέρωσε ολόκληρη την μέχρι τώρα ζωή του στην μελέτη αυτής της σχετικά αθέατης πλευράς του Τσε, του πλούσιου θεωρητικού του έργου για τα ζητήματα της μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό που αποτελεί κληρονομιά και ανεκτίμητο όπλο για τους σημερινούς αγωνιστές που παλεύουν ενάντια στον ιμπεριαλισμό εμπνευσμένοι από τα κομμουνιστικά ιδανικά φιλοδοξώντας να χαράξουν τους νέους επαναστατικούς δρόμους.

Αντίθετα από ότι θα μπορούσε να πιθανολογήσει κανείς, η μακρόχρονη αυτή ενασχόληση του Ταμπλάδα δεν έγινε εκ του ασφαλούς, σε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον, στον ήλιο , στα χρώματα και στην μουσική της Καραϊβικής. Γιατί τόσο η διαδικασία διόρθωσης που σηματοδότησε την «κουβανική αντι-περεστρόικα» στα μέσα της δεκαετίας του 80, όσο και η Ειδική Περίοδος που ακολούθησε την διακοπή των οικονομικών σχέσεων με την τότε (για λίγο ακόμα) ΕΣΣΔ, ήταν επίσης χρόνια της φωτιάς για την Κούβα. Φωτιά που δυνάμωνε κάθε φορά και πιο πολύ την πλούσια κληρονομιά του Αργεντίνου. Κληρονομιά που ο Φιντέλ πάσχιζε με αγωνία να κατανοηθεί σε όλο το βάθος και την ουσία της , καθώς η εικόνα του ηρωικού αντάρτη αντικειμενικά την επικάλυπτε.

Το 2005 εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Αβάνα (και επανεκδόθηκε το 2012) η συλλογή Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Κριτικές Σημειώσεις στην Πολιτική Οικονομία . Σε αυτό το βιβλίο – μεταξύ άλλων – συμπεριλαμβάνονται οι σημειώσεις του Τσε με τις οποίες έκανε μια εκτενή κριτική ανασκευή στο τότε Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, γεγονός που έδωσε νέα ώθηση στις συζητήσεις στην Κούβα, για την Πολιτική Οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, συζητήσεις που ποτέ βέβαια, δεν σταμάτησαν στο νησί, όπως επίσης ποτέ δεν έγινε «εκτός μόδας» η μελέτη του Ταμπλάδα.

Ανακεφαλαιώνοντας, πιστεύουμε ότι, η επικαιροποημένη έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου του Ταμπλάδα δίνει στο αναγνώστη μια πρώτη, αλλά σχετικά ολοκληρωμένη γεύση της κουβανικής πολιτικής αντίληψης για τον σοσιαλισμό. Επιπλέον, δίνει λογικές απαντήσεις στις αιτίες αποσύνθεσης των καθεστώτων στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ενδεχομένως να ανοίγει και κάποιος δρόμους για την απάντηση του αδυσώπητου ερωτήματος των τελευταίων δεκαετιών, «Γιατί η Κούβα άντεξε ;».

Ιούνιος 2014,

Βαγγέλης Γονατάς.

** Το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα ευχαριστεί τους συντελεστές της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου για τη δυνατότητα προδημοσίευσης και την παροχή των σχετικών πληροφοριών για το ενδιαφέρον πόνημα. Οι απόψεις των υπογεγραμμένων άρθρων, κειμένων και κριτικών που δημοσιεύονται εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους.

«Ήταν ρατσιστής ο Τσε Γκεβάρα;» – Διαλύοντας μια αισχρή συκοφαντία

Ο Τσε κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό αφρικανάκι, Κονγκό, 1965 (ή 1966).
Ο Τσε κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό αφρικανάκι, Κονγκό, 1965 (ή 1966).

“Η ζωή του Τσε αποτελεί έμπνευση για όλους τους ανθρώπους που επιθυμούν την λευτεριά.
Θα τιμάμε πάντα τη μνήμη του”.

Νέλσον Μαντέλα, κατά την επίσκεψη του στην Κούβα, 1991.

Μια συνηθισμένη κατηγορία που απευθύνουν πληθώρα αντεπαναστατικών, ακροδεξιών, αντικομμουνιστικών στοιχείων ενάντια στον Τσε, είναι πως ο αργεντίνος επαναστάτης ήταν “ρατσιστής” απέναντι στους μαύρους. Πρόκειται για ένα επιχείρημα σαθρό που βασίζεται στην σκόπιμα διαστρεβλωμένη ανάγνωση επί μέρους πηγών. Ποιά είναι η πηγή που όλοι αυτοί χρησιμοποιούν για να αμαυρώσουν την εικόνα του Γκεβάρα; Πρόκειται για ένα εδάφιο ενός εκ των πρώτων ημερολογιών του νεαρού Ερνέστο Γκεβάρα που γράφτηκε το 1952. Η συγκεκριμένη σημείωση του Τσε γράφτηκε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του σε μια φτωχογειτονιά στη Βενεζουέλα των αρχών της δεκαετίας του 1950 και στην οποία ο 24χρονος τότε Γκεβάρα αναφέρεται σε έγχρωμους που συνάντησε στην περιοχή. Αναφερόμενος σε κατοίκους της περιοχής ο Ερνέστο τους χαρακτηρίζει “νωχελικούς και τεμπέληδες” οι οποίοι σκορπούν τα χρήματα τους σε μεθύσια – σε αντιδιαστολή με τους ευρωπαϊκής καταγωγής κατοίκους που κάνουν οικονομίες. Ταυτόχρονα, συγκρίνει την “φυλετική καθαρότητα” των μαύρων του Καράκας με την αντίστοιχη των πορτογάλων. Πρόκειται, δηλαδή, για μια διαπίστωση που κάνει ο 24χρονος Ερνέστο σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, χρησιμοποιώντας φράσεις που βγαίνουν απ’ τον αυθορμητισμό του νεολαίου ταξιδιώτη εκείνης της εποχής.

Οι συκοφάντες, στην προσπάθεια τους να αμαυρώσουν την προσωπικότητα του Γκεβάρα, απομονώνουν αυτές τις φράσεις, παρακάμπτουν το νεαρό της ηλικίας του συγγραφέα και, ασφαλώς, “ξεχνάνε” τα διδάγματα της μετέπειτα επαναστατικής ζωής του αργεντίνου. Την εποχή που γράφτηκαν οι γραμμές του ταξιδιωτικού ημερολογίου του (“Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας”), ο Ερνέστο έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με έγχρωμους. Ως εκ τούτου, οι φράσεις του νέου Γκεβάρα εντάσσονται σε αυτό που περιγράφει ένας εκ των βασικών του βιογράφων, ο Τζον Λι Άντερσον: “Το στερεότυπο της αλαζονείας των λευκών αργεντίνων”. Απόλυτα λογικό αν σκεφτούμε ότι ο 24χρονος Ερνέστο ήταν κι’ αυτός προϊόν του περιβάλλοντος του – ενός μεσοαστικού περιβάλλοντος μιας αργεντίνικης οικογένειας. Κάποιους μήνες αφότου ολοκληρώθηκε το ταξίδι του στη μεγάλη αμερικανική ήπειρο, ο ίδιος ο Γκεβάρα αναφέρει πως οι εμπειρίες του ταξιδιού “τον άλλαξαν”, τον έκαναν ένα νέο άνθρωπο, με νέες ιδέες. Στο Μαϊάμι, απ’ το οποίο πέρασε μετά το τέλος του ταξιδιού του, είχε την ευκαιρία να δει παραδείγματα φυλετικών διακρίσεων τα οποία κατέκρινε στις σημειώσεις του.

Η συνέχεια της ζωής του Ερνέστο, που σταδιακά έγινε ο επαναστάτης “Τσε”, αποδεικνύει τις στέρεες αντιρατσιστικές του πεποιθήσεις. Ωριμάζοντας μέσα από τη μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία, το κριτήριο με το οποίο ο Τσε διέκρινε τους ανθρώπους και τις συμπεριφορές τους ήταν ταξικό – όχι εθνοφυλετικό όπως ψευδέστατα διαδίδουν ορισμένοι. Αξίζει να δούμε ορισμένα παραδείγματα που αποκρυσταλλώνουν την ιστορική πραγματικότητα:

• Την επομένη χρονιά του μεγάλου ταξιδιού του στη νότια Αμερική, το 1953, ταξιδεύοντας στη Βολιβία με τον φίλο του Κάρλος Φερέρ (“Καλίκα”) ο Γκεβάρα εξοργίζεται βλέποντας όλους τους σκουρόχρωμους ντόπιους ινδιάνους να γίνονται αντικείμενο ψεκασμού με DDT (για ψείρες) προτού τους επιτραπεί η είσοδος στο Υπουργείο Αγροτικών Υποθέσεων.

• Ένας εκ των πρώτων “μαθητών” του Τσε το 1957 στην Σιέρρα Μαέστρα (ο Γκεβάρα είχε αναλάβει να παραδώσει μαθήματα γραφής και ανάγνωσης σε αντάρτες) ήταν ένας 45χρονος αμόρφωτος μαύρος χωρικός που πολεμούσε στα βουνά – ο Χούλιο Ζενόν Ακόστα. Στον Ακόστα ο Τσε ανέλαβε να μάθει το αλφάβητο. Αργότερα, όταν ο Ακόστα σκοτώθηκε σε ενέδρα του δικτατορικού στρατού, ο Τσε τον μνημόνευσε ως “τον πρώτο μαθητή μου” και ένα είδος “ευγενούς χωρικού” που αποτέλεσε – όπως τόσοι άλλοι – την καρδιά της κουβανικής επανάστασης.

• Κατά τη διάρκεια του αντάρτικου αγώνα στην Κούβα, ο Τσε συνδέθηκε ερωτικά στο πρώτο μισό του 1958 με μια έγχρωμη/μουλάτη κουβανή, την Ζοιλά Ροντρίγκες Γκαρσία. Και πριν την περιπέτεια του αντάρτικου ωστόσο, η πρώτη σύζυγος του Τσε (παντρεύτηκαν το 1955) ήταν η σκουρόχρωμη περουβιανή Ίλντα Γκαδέα, με καταγωγή απ’ τους ιθαγενείς πληθυσμούς του Περού.

• Το 1959, μετά την επικράτηση της Επανάστασης, ο Τσε υπήρξε εκ των πρωτοπόρων μιας προσπάθειας να ενταχθούν στα σχολεία και τα πανεπιστήμια της χώρας παιδιά και νέοι απ’ τον μαύρο πληθυσμό της Κούβας. Σε ομιλία του στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο του Λας Βίγιας, όπου ανακυρήχθηκε επίτιμος διδάκτωρ, έλεγε: “(Το Πανεπιστήμιο) θα πρέπει να βαφτεί με τα χρώματα των μαύρων, των μιγάδων, των εργατών, των αγροτών, ή αλλιώς θα βρεθεί χωρίς πόρτες. Γιατί τότε ο λαός θα τις σπάσει με ορμή, θα μπει μέσα και θα το βάψει με τα χρώματα που θεωρεί κατάλληλα”. Σε άλλο σημείο της ομιλίας του αναφέρει επίσης: “Και στους καθηγητές, τους συναδέλφους μου, έχω κάτι παρόμοιο να πω: θα πρέπει να πάρετε το χρώμα των μαύρων, των μιγάδων, των εργατών και αγροτών. Θα πρέπει να πάτε στον λαό. Θα πρέπει να ζείτε και αναπνέετε ως ένα σώμα με τον λαό, δηλαδή θα πρέπει να νιώσετε στο πετσί σας τις ανάγκες ολόκληρης της Κούβας”.

• Το 1959, προωθήθηκε από την Επαναστατική εξουσία ο λεγόμενος “Νόμος 270”, σύμφωνα με τον οποίο όλες οι παραλίες και άλλοι δημόσιοι χώροι ήταν προσβάσιμοι σε όλες τις φυλές, ανεξαρτήτως καταγωγής ή χρώματος δέρματος. Αυτό συνέβαινε για πρώτη φορά στην κουβανική ιστορία. Κέντρα διασκέδασης, επιχειρήσεις και άλλοι χώροι που προηγουμένως απαγόρευαν την είσοδο στους μαύρους πολίτες έκλεισαν.

• Ο Τσε Γκεβάρα ήταν φανατικός επικριτής των φυλετικών διακρίσεων που επικρατούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τον Αύγουστο του 1961 ο Τσε επιτέθηκε δημόσια στις ΗΠΑ για τις διακρίσεις ενάντια στους έγχρωμους πολίτες και την ανοχή απέναντι στη δράση της ρατσιστικής εγκληματικής οργάνωσης Κου Κουξ Κλαν. Τρία χρόνια αργότερα, από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ο Τσε κατηγόρησε τις ΗΠΑ για διακρίσεις ενάντια στους μαύρους πολίτες, μίλησε υπέρ του διωκόμενου έγχρωμου κομμουνιστή μουσικού Πωλ Ρόμπεσον και μνημόνευσε τον Κονγκολέζο ηγέτη Πατρίς Λουμούμπα. Στην ίδια ομιλία στον ΟΗΕ, πολλά χρόνια πριν “ξυπνήσει” η “ευαίσθητη” Δύση, ο Γκεβάρα άσκησε δημόσια σφοδρή κριτική στο ρατσιστικό άπαρτχαιντ της Νότιας Αφρικής. Χρόνια αργότερα, ο Νέλσον Μαντέλα θα δήλωνε ότι ο λόγος του Τσε “έσπασε” την λογοκρισία των νοτιοαφρικανικών φυλακών, δίνοντας θάρρος στους φυλακισμένους επαναστάτες του αφρικανικού κονγκρέσου.

Ο Βιγιέγας με τον Τσε στη Βολιβία, 1966.
Ο Βιγιέγας με τον Τσε στη Βολιβία, 1966.

• Φίλος και άνθρωπος που συνόδευε τον Τσε σε κάθε του βήμα, απ’ το 1959 έως τη δολοφονία του το 1967, υπήρξε ο αφροκουβανός Χάρυ Βιγιέγας, γνωστός με το ψευδώνυμο “Πόμπο”. Ο Πόμπο ήταν μαζί με τον Γκεβάρα τόσο στον αντάρτικο αγώνα στο Κονγκό όσο και αργότερα στη Βολιβία. Ο Βιγιέγας επέζησε στη Βολιβία και κατάφερε να επιστρέψει στην Κούβα όπου και διαμένει μέχρι σήμερα. Στις συνεντεύξεις του μιλάει με τα καλύτερα λόγια για τον παλιό του σύντροφο και φίλο ενώ έχει καταθέσει τη μαρτυρία του από εκείνη την εποχή στο βιβλίο “Pompo: A Man of Che’s Guerrilla, With Che Guevara in Bolivia 1966-68”.

• To 1965, εκπροσωπώντας την κουβανική κυβέρνηση, ο Τσε Γκεβάρα συνάντησε πλήθος αντι-ιμπεριαλιστών ηγετών της Αφρικής, στην Αλγερία (Μπεν Μπελά), την Αίγυπτο (Νάσερ), στη Γκάνα, την Τανζανία, το Κονγκό και τη Μπενίν. Ο Γκεβάρα συνδέθηκε φιλικά με τον ηγέτη του αγώνα για την ανεξαρτησία της Ανγκόλα Αγκοστίνο Νέτο, τους ηγέτες για την απελευθέρωση της Γκάνα, της Τανζανίας, ενώ πρωτοστάτησε στην συνεργασία της Κούβας με απελευθερωτικές δυνάμεις της Αφρικής (π.χ. με το κίνημα FRELIMO της Μοζαμβίκης, τον Ντεσιρέ Καμπιλά στο Κονγκό κλπ.).

• Η συμμετοχή και οργάνωση αντάρτικου αγώνα στο Κονγκό το 1965 αποτέλεσε κορυφαίο σταθμό της αντι-ιμπεριαλιστικής δράσης του Γκεβάρα στην Αφρική, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά τη διεθνιστική του αλληλεγγύη. Οργάνωσε αντάρτικη δύναμη 130 αφροκουβανών που πολέμησαν μαζί με κονγκολέζους αντάρτες, οι οποίοι αργότερα αντιμετώπισαν την πανίσχυρη στρατιωτική μηχανή νοτιοαφρικανών μισθοφόρων. Αξίζει να σημειωθεί πως, κατα τη διάρκεια της παρουσίας του στο Κονγκό, ο μεταφραστής του Τσε (απ΄τα γαλλικά στα σουαχίλι) ήταν ο έφηβος μαύρος αφρικανός Freddy Ilanga – Το 2005 μιλώντας στο BBC o Ilanga δήλωνε πως ο Τσε “έδειχνε στους μαύρους τον ίδιο σεβασμό που έδειχνε στους λευκούς”. Τελευταία δε επιθυμία του F.Ilanga ήταν να χτίσει ένα μεγάλο φάρο στην Αφρική, στη μνήμη του Τσε.

Επιπλέον, ήταν ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα που σε δημόσιες παρεμβάσεις του δήλωνε τα ακόλουθα:

“Η Δημοκρατία δεν είναι συμβατή με την οικονομική ολιγαρχία, με την διάκριση ενάντια στους μαύρους και κατατρεγμένους απ΄την Κου Κουξ Κλαν”.

– Ομιλία στον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών, 8 Αυγούστου 1961.

Πως είναι δυνατό να παραστάνει το φρουρό της ελευθερίας εκείνος που σκοτώνει τα ίδια του τα παιδιά και καθημερινά τα ταπεινώνει για το χρώμα που έχει το δέρμα τους; Πως μπορεί να ποζάρει για φρουρός της ελευθερίας εκείνος που αφήνει ελεύθερους τους δολοφόνους των νέγρων και μάλιστα τους προστατεύει και τιμωρεί το νέγρικο πληθυσμό επειδή απαιτεί να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα του ως ελεύθερων ανθρώπων;”.

– Ομιλία στη Γ.Σ. του ΟΗΕ, 11 Δεκέμβρη 1964.

“Υψώνουμε τη φωνή μας για να θέσουμε σε επιφυλακή τον κόσμο ενάντια σε αυτό που συντελείται στη Νότια Αφρική. Η βάναυση πολιτική του άπαρτχάιντ εφαρμόζεται μπροστά στα μάτια των εθνών του κόσμου. Οι λαοί της Αφρικής εξωθούνται να αποδεχθούν το γεγονός ότι στην αφρικανική ήπειρο η (φυλετική) ανωτερότητα μιας φυλής παραμένει επίσημη πολιτική και πως στο όνομα αυτής της φυλετικής ανωτερότητας δολοφονίες αντιμετωπίζονται με ατιμωρισία. Μπορούν τα Ηνωμένα Έθνη να κάνουν κάτι για να το σταματήσουν αυτό;

– Ομιλία στη Γ.Σ. του ΟΗΕ, 11 Δεκέμβρη 1964.

“Πρέπει να προχωράμε μπροστά, χτυπώντας ακούραστα τον ιμπεριαλισμό. Απ’ όλο τον κόσμο πρέπει να πάρουμε μαθήματα απ’ τα γεγονότα. Η δολοφονία του Λουμούμπα θα έπρεπε να γίνει μάθημα σε όλους μας”.

Ομιλία, 1964.

Ήταν λοιπόν ρατσιστής ο Τσε Γκεβάρα; Προκύπτει αυτό απο οποιοδήποτε στοιχείο της σύντομης αλλά μεγαλειώδους επαναστατικής πορείας του; Η απάντηση είναι ασφαλώς όχι. Ο Γκεβάρα υπήρξε το αντίθετο του ρατσιστή – ήταν πιστός στον προλεταριακό διεθνισμό και την ταξική προσέγγιση της ανθρώπινης ιστορίας. Οι κατήγοροι και οι συκοφάντες του επιχειρούν, μέσα από ψέματα και διαστρεβλώσεις, να φέρουν τον Τσε “στα μέτρα τους”. Να μικρύνουν το επαναστατικό του ανάστημα το οποίο, ως δειλοί αντεπαναστάτες, φοβούνται. Μάταιος κόπος. Ο Γκεβάρα συνεχίζει να αποτελεί πρότυπο μαρξιστή-λενινιστή της εποχής του, με τα όποια λάθη και τις αδυναμίες που κάθε ανθρώπινο πλάσμα μπορεί να έχει, αλλά με άσβηστη τη φλόγα της ταξικής αλληλεγγύης και της βαθιάς αγάπης για τον άνθρωπο, ανεξαρτήτως φυλής, δέρματος, γλώσσας ή θρησκείας.

Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, Μάρτης 2014.

Στη Γκάνα, 1964.
Στη Γκάνα, 1964.

Oscar Fernandez Mel: Ο γιατρός της Επανάστασης μιλάει για τον Τσε Γκεβάρα

oscar fernadez mel and che 1
Ο Oscar με τον Τσε.

Συνέντευξη στην Αβάνα, Γενάρης 2003.

Για εμένα η πλευρά του Τσε για την οποία μου αρέσει περισσότερο να μιλώ είναι η μετά το θρίαμβο της Επανάστασης, όταν εμφανίζεται ως πολιτικός, ως άνθρωπος της δράσης, ο κατάλληλος άνθρωπος για οικονομολόγος, για να γίνει υπουργός Βιομηχανίας, όπως και έγινε.

Συναντούσε μηχανικούς, μεταλλουργούς, για να συζητήσει την ειδικότητα τους και το έκανε τόσο άνετα, σαν να έκανε διάλεξη, χάρη στο ταλέντο του και την αφοσίωση του στο ζήτημα. Ήταν επίσης συγγραφέας, δημοσιογράφος, ιδρυτής του Verde Olivo, της εφημερίδας στην οποία δημοσίευσε τα πρώτα κείμενα του. Έγραφε επίσης άρθρα σε διάφορα έγκυρα εθνικά και διεθνή έντυπα. Ήταν πολύπλευρος άνθρωπος, αλλά με έναν μοναδικό στόχο. Ήταν αυτός που θα εκπροσωπούσε την Κούβα σε όλες τις διεθνείς συγκεντρώσεις, επιφορτισμένος με διεθνείς ευθύνες, αυτός που θα μιλούσε εκ μέρους της Κούβας και της Επανάστασης.

Ήταν άνθρωπος πολύ μορφωμένος, ίσως από τους καλύτερα μορφωμένους ανθρώπους της Επανάστασης. Μπορούσε να εκφέρει γνώμη σχεδόν για κάθε θέμα, είτε ιστορικό είτε φιλοσοφικό ή λογοτεχνικό.

Αγαπούσε πολύ την καλή ποίηση και έγραφε ο ίδιος. Καταγινόταν με την ποίηση, ήθελε να γράψει, αλλά είχε τόσο πολλή δουλειά, που δεν μπορούσε να διαθέσει χρόνο σε πράγματα που αγαπούσε πολύ. Θαύμαζε τον μεξικάνο ποιητή Λεόν Φελίπε.

Αγαπούσε τις τέχνες, το μπαλέτο, την καλή μουσική – παρόλο που δεν είχε καλό αφτί, ήταν απολύτως φάλτσος. Χόρευε φριχτό τάνγκο και προσπαθούσε να σιγοτραγουδήσει, αλλά ήταν φάλτσος. Όσο για το χορό… Ο Αλμπέρτο Γκρανάδο, ο φιλός του, έχει πολλές ιστορίες να πει. Ο Τσε του έλεγε: “Κοίτα, όταν παίξουν κάτι που ξέρεις ότι μπορώ να το χορέψω, πες μου…”, και όταν έπαιζαν κάτι σηκωνόταν και χόρευε κάτι άσχετο.

Ήταν ακούραστος κριτικός, αγαπούσε την τέχνη. Επισκέπτονταν τα μουσεία, όπου πήγαινε και γνώριζε καλά τα πιο προχωρημένα επιτεύγματα. Δεν ήταν άσχετος με την κουλτούρα, μπορούσε να συζητήσει για κάθε ιστορική μορφή ή πολιτισμική πλευρά. Μιλούσε για τον Φραντς Κάφτα σα να τον γνώριζε προσωπικά… και όταν διηγούνταν μια ιστορία, την έλεγε ωραία. Προσπαθούσε πάντα να βρει χρόνο να συμπληρώσει τη μόρωσει που είχε πάρει ως παιδί από τη μητέρα του. Εκείνη ήταν γοητευτική γυναίκα, πολύ μορφωμένη και έξυπνη, μπορούσε να μιλάς ώρες μαζί της. Είχε εξαιρετικά γλυκιά έκφραση. Ο Τσε λάτρευε τη μητέρα του.

Όπως όλοι ξέρουν, ο Τσε ήταν φωτογράφος. Στο Μεξικό ζούσε από τη φωτογραφία. Σήμερα η φωτογραφική μηχανή του φυλάσσεται στο οχυρό Λα Καμπάνια. Την αγόρασε όταν ήρθε στην πρωτεύουσα τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης. Αργότερα ο φόρτος εργασίας δεν του επέτρεπε να φωτογραφίζει πολύ. Κάποτε ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει τη Nikon του. Του είπα: “Κοίτα, Τσε, μη φεύγεις χωρίς φωτογραφική μηχανή. Πάρε αυτήν” και του έδωσα την Kiev μου. Δυο τρείς μέρες μετά μου έστειλε τη Nikon του και την κρατώ ως κειμήλιο στη Λα Καμπάνια.

Γνώρισε τα πιο ωραία πράγματα στη ζωή, αλλά δεν τα απολάμβανε. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα απέρριπτε. Απλώς δεν τα επεδίωκε. Θαύμαζε έναν ωραίο πίνακα, ένα καλό κόσμημα. Ήταν αρκετά ανοιχτοχέρης, αλλά αρνιόταν τα υλικά αγαθά υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Τα ρούχα του έχουν σχολιαστεί πολύ και κατακρίθηκε που κυκλοφορούσε μ’ αυτά σα να μην ήξερε να φορέσει ένα αξιοπρεπές κοστούμι. Δεν θα μπορούσα ποτέ να τον φανταστώ με κολάρο και γραβάτα στο υπουργείο. Επιδίωκε την άνεση και την αίσθηση της ελευθερίας. Η χακί στολή του ήταν από καλό βαμβάκι και τον έκανε να νιώθει καλά. Δεν έβαζε μέσα το πουκάμισο και οι μπότες του ήταν αυτές που έφτιαχνε το υπουργείο Βιομηχανίας. Συχνά τις έδινε σε κάποιο βοηθό να τις φορέσει πρώτος για να τις ανοίξει. Του πρόσφερα πολλές φορές πιο αναπαυτικές μπότες, αλλά ποτέ δεν τις φόρεσε. Εκτιμούσε τη χειρονομία, αλλά δεν τις δεχόταν.

Κάποιες φορές έδινε την εντύπωση ότι ήταν απότομος, παρόλο που ήταν πολύ ευγενικός. Γνώριζε καλά την κοινωνική και ηθική εθυμοτυπία και ήξερε να την εφαρμόζει. Δεν ήταν αναιδής. Έχουν ειπωθεί πολλά γι’ αυτόν που δεν αποδίδουν αυτό που ήταν.

Αυτός ο “άλλος” Τσε, εξαιρετικός πολεμιστής, πολιτικός, επαναστάτης, μορφωμένος, εραστής της ποίησης και της καλής μουσικής, λιτοδίαιτος, αυτοκριτικός, που αγαπούσε τα παιδιά του, τη γυναίκα και την οικογένεια του, απολάμβανε ένα καλό ψητό ή κρασί, όταν το επέτρεπαν οι περιστάσεις. Ωστόσο δεν ήταν πότης ούτε μποέμ.

Γι’ αυτόν η τιμή ήταν το θεμέλιο της ζωής του. Ό,τι έκανε το έκανε για την τιμή της Επανάστασης. Επιπλέον, αυτό που φοβόταν περισσότερο ήταν να μη δημιουργήσει πρόβλημα στο Επαναστατικό Κίνημα. Παρακολούθησα την εξέλιξη του από τις πρώτες ομιλίες του. Θυμάμαι την πρώτη φορά που μίλησε σε μια ομάδα χωρικών στο Ελ Πεντρέρο, πάνω στο Εσκαμπράι. Έκανε ακόμη και κάποιες σουρεαλιστικές αναοφορές. Ήταν υπερβολικά ιδεολογική ομιλία για τους ακροατές του. Οι λέξεις ήταν καλές, αλλά δεν τις καταλάβαινε καλά το ακροατήριο.

Αργότερα ο Τσε έγινε ρήτορας. Εκφραζόταν πολύ λακωνικά. Κάποιες φορές, ενώ έβλεπα τηλεόραση, έρχονταν και μου έλεγε: “Δεν μπορείς να διαβάζεις, πρέπει να αυτοσχεδιάζεις”. Μιλούσε δέκα λεπτά και μετά έλεγε: “Σήμερα μίλησα 15 λεπτά”. Ποτέ δεν αγαπούσε τις μακριές ομιλίες, έλεγε ό,τι είχε να πει με τρόπο συνεκτικό, που αγαπούσαν οι άνθρωποι. Χειρονομούσε ελάχιστα ή και καθόλου.

oscar fernandez mel and che

Στις ομιλίες του φαίνονταν οι αρετές του – κυρίως η τιμιότητα, που θαυμάζω – και το ότι ήξερε πως κάποιος πρέπει να ενεργεί με όσα λέει. Ποτέ δεν έλεγε άλλα μπροστά σου και άλλα πίσω σου. Το πρόσεχε αυτό τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια ζωή του.

Η εντιμότητα του άντεχε σε κάθε έλεγχο. Κάποιες φορές η κριτική του πλήγωνε, αλλά αυτός ήταν. Δεν το ενδιέφεραν τα υλικά αγαθά, ούτε καν το φαϊ και η άνεση. Αυτά ήταν γι’ αυτόν ασήμαντα. Όταν ήμασταν στο Κονγκό και βλέπαμε ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά και δε μπορούσαμε να τα διορθώσουμε, προσπάθησε να τους δώσει ώθηση. Η κύρια αγωνία του ήταν η υπόληψη της Κουβανικής Επανάστασης. Ποιά θα ήταν η θέση της αν φεύγαμε αποτυχημένοι; Πιστεύω ότι αυτό αφορούσε την τιμή του, για την οποία τόσο φρόντιζε. Μια ειλικρινή τιμή, να κάνει το σωστό για το καλό της κοινωνίας και της ανθρωπότητας.

Η ζωή του στρεφόταν γύρω από την Επανάσταση, το ενδιαφέρον του για τον άνθρωπο και τον αγώνα για την ευημερία όλων. Οι απόψεις του τον οδήγησαν στην έννοια του Νέου Ανθρώπου, δηλαδή στη μετατροπή των σκέψεων σε πράξεις μιας διαφορετικής κοινωνίας. Δεν ξέρουμε πότε θα γίνει αυτό, αλλά ήταν υποστηρικτής αυτών των ιδεών.

Είναι κρίμα που πέθανε. Με δεδομένη την ηλικία του και τις πολιτικές, πολιτισμικές, κοινωνικές και ιστορικές αλλαγές που συνέβαιναν, θα μπορούσε να παίξει έναν πολύ πιο πρακτικό ρόλο για χάρη της Επανάστασης και της Κούβας. Πάντα έλεγε ότι ήθελε να αφήσει κάτι να τον θυμούνται, κάτι που θα υπενθύμιζε στους ανθρώπους την ύπαρξη του. Και το κατάφερε πλήρως, στο βαθμό που, 35 χρόνια μετά το θάνατο του, συζητείται περισσότερο από όταν ζούσε. Υπάρχουν πάνω από 70 βιβλία για τον Τσε, δέκα βιογραφίες με περισσότερες από 800 σελίδες, γραμμένες από σημαντικούς συγγραφείς.

Συμβαίνει κάτι με την εικόνα του. Ο μεξικάνος συγγραφέας Πάκο Ιγνάθιο Τάϊμπο, όταν τον ρώτησαν ποια είναι η μαγεία της εικόνας του Τσε, που την βλέπουμε σε όλο τον κόσμο να την έχουν άνθρωποι που δεν ξέρουν ποιός είναι – ας αφήσουμε την Κούβα και τη Βολιβία – είπε: “…η εικόνα του είναι η υλοποίηση της διαφάνειας και της υπερφυσικής εντιμότητας”.

oscar fernandez mel doctor cubaΟ Όσκαρ Φερνάντες Μελ γεννήθηκε στο Κολόν της επαρχίας Ματάνσας. Πήρε την ειδικότητα του ορθοπεδικού και εντάχθηκε στους αντάρτες της Σιέρρα Μαέστρα ως γιατρός. Ήταν μέλος της Μονάδας 8 του Τσε, η οποία έκοψε τη χώρα στα δύο με τη νίκη στη Σάντα Κλάρα. Μετά την Επανάσταση ήταν με τον Τσε στο οχυρό Λα Καμπάνια. Κατά την εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων ήταν επικεφαλής των ιατρικών υπηρεσιών των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων. Αργότερα υπηρέτησε ως δήμαρχος της Αβάνας και ως πρέσβης στο Λονδίνο. Σήμερα έχει αποσυρθεί από τις ένοπλες δυνάμεις και συνεχίζει να εργάζεται ως γιατρός.

Πηγή: «ΤΣΕ, η ζωή και το έργο του», των Hilda Barrio και Garreth Jenkins (Εκδόσεις Μαλλιάρης). Μετάφραση της έκδοσης: CHE HANDBOOK (2006).

Πέθανε ο κουβανός επαναστάτης – σύντροφος του Τσε στο αντάρτικο – Ulises Estrada

ulises estrada cubanoΟ Κουβανός Ulises Estrada, πολύ συνδεδεμένος με τον αργεντινοκουβανό επαναστάτη Ερνέστο Τσε Γκεβάρα και τη μυθική γερμανίδα αντάρτισσα Τάνια, πέθανε την Κυριακή στην Αβάνα σε ηλικία 79 ετών, σύμφωνα με άρθρο της εφημερίδας Γκράνμα τη Δευτέρα.

«Την προηγούμενη Κυριακή, κατά τις νυχτερινές ώρες, πέθανε στην πρωτεύουσα ο μαχητής Ουλίσες Εστράδα» έγραψε η εφημερίδα, προσθέτοντας ότι η κηδεία πραγματοποιήθηκε χθες (Δευτέρα) στο πάνθεον του Υπουργείου Εσωτερικών, στο νεκροταφείο Κολόν, όπου δέχτηκε τις τελευταίες τιμές. Δεν αναφέρθηκαν οι αιτίες θανάτου. Ο Εστράδα υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις στο Υπουργείο Εσωτερικών της Κούβας, στις οποίες έφερε σε πέρας λεπτές αποστολές σχετιζόμενες με αντάρτικα κινήματα στη Λατινική Αμερική κατά τη δεκαετία του 1960, σύμφωνα με την επίσημη βιογραφία του.

Όπως γράφει χαρακτηριστικά η Γκράνμα, συνεργάστηκε με τον κομαντάντε Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη διεθνιστική αποστολή του στο Κογκό, και στον εθνοαπελευθερωτικό αγώνα στη Γουινέα Μπισάου, μαζί με τον Αμίλκαρ Καμπράλ.

Επίσης εκπαίδευσε τη γερμανίδα Ταμάρα Μπούνκε (1937-1967), τη μυθική «Τάνια», τη μοναδική γυναίκα στην αντάρτικη ομάδα του Τσε στη Βολιβία, με την οποία είχε και ερωτική σχέση, όπως αποκάλυψε χρόνια μετά σε δύο βιβλία που της αφιέρωσε.

Το 1975 τοποθετήθηκε ως «νούμερο δύο» του τμήματος Αμερικής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας (PCC), με επικεφαλής τον Μανουέλ Πινιέιρο (γνωστό και ως Μπαρμπαρόχα -κοκκινογένη-, 1933-1998), επιφορτισμένο με τις σχέσεις της Κούβας με την αριστερά σε περιφερειακό επίπεδο και με τα αντάρτικα κινήματα.

Υπηρέτησε ακόμα ως πρέσβης της Κούβας σε Τζαμάικα, Υεμένη, Αλγερία και Μαυριτανία, και ως δημοσιογράφος στη Granma, την Habanero και άλλα κουβανικά μέσα. Τα τελευταία χρόνια ήταν διευθυντής του περιοδικού Tricontinental (Τριηπειρωτική), του οργανισμού αλληλεγγύης των λαών της Ασίας, Αφρικής και Λατινικής Αμερικής.

Πηγή: Cubadebate, Μετάφραση: Yannis Tsal.

* Ο Ulises Estrada είχε επισκεπτεί την Ελλάδα τον Ιούνη του 2008 για να παρουσιάσει το βιβλίο του «ΤΑΝΙΑ, η αντάρτισα με τον Τσε στη Βολιβία» (Εκδόθηκε από την εταιρεία New Star).

ulises01
Φωτογραφία απ’ το αντάρτικο αγώνα στο Κονγκό, 1965.