«Ήταν ρατσιστής ο Τσε Γκεβάρα;» – Διαλύοντας μια αισχρή συκοφαντία

Ο Τσε κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό αφρικανάκι, Κονγκό, 1965 (ή 1966).
Ο Τσε κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό αφρικανάκι, Κονγκό, 1965 (ή 1966).

“Η ζωή του Τσε αποτελεί έμπνευση για όλους τους ανθρώπους που επιθυμούν την λευτεριά.
Θα τιμάμε πάντα τη μνήμη του”.

Νέλσον Μαντέλα, κατά την επίσκεψη του στην Κούβα, 1991.

Μια συνηθισμένη κατηγορία που απευθύνουν πληθώρα αντεπαναστατικών, ακροδεξιών, αντικομμουνιστικών στοιχείων ενάντια στον Τσε, είναι πως ο αργεντίνος επαναστάτης ήταν “ρατσιστής” απέναντι στους μαύρους. Πρόκειται για ένα επιχείρημα σαθρό που βασίζεται στην σκόπιμα διαστρεβλωμένη ανάγνωση επί μέρους πηγών. Ποιά είναι η πηγή που όλοι αυτοί χρησιμοποιούν για να αμαυρώσουν την εικόνα του Γκεβάρα; Πρόκειται για ένα εδάφιο ενός εκ των πρώτων ημερολογιών του νεαρού Ερνέστο Γκεβάρα που γράφτηκε το 1952. Η συγκεκριμένη σημείωση του Τσε γράφτηκε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του σε μια φτωχογειτονιά στη Βενεζουέλα των αρχών της δεκαετίας του 1950 και στην οποία ο 24χρονος τότε Γκεβάρα αναφέρεται σε έγχρωμους που συνάντησε στην περιοχή. Αναφερόμενος σε κατοίκους της περιοχής ο Ερνέστο τους χαρακτηρίζει “νωχελικούς και τεμπέληδες” οι οποίοι σκορπούν τα χρήματα τους σε μεθύσια – σε αντιδιαστολή με τους ευρωπαϊκής καταγωγής κατοίκους που κάνουν οικονομίες. Ταυτόχρονα, συγκρίνει την “φυλετική καθαρότητα” των μαύρων του Καράκας με την αντίστοιχη των πορτογάλων. Πρόκειται, δηλαδή, για μια διαπίστωση που κάνει ο 24χρονος Ερνέστο σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, χρησιμοποιώντας φράσεις που βγαίνουν απ’ τον αυθορμητισμό του νεολαίου ταξιδιώτη εκείνης της εποχής.

Οι συκοφάντες, στην προσπάθεια τους να αμαυρώσουν την προσωπικότητα του Γκεβάρα, απομονώνουν αυτές τις φράσεις, παρακάμπτουν το νεαρό της ηλικίας του συγγραφέα και, ασφαλώς, “ξεχνάνε” τα διδάγματα της μετέπειτα επαναστατικής ζωής του αργεντίνου. Την εποχή που γράφτηκαν οι γραμμές του ταξιδιωτικού ημερολογίου του (“Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας”), ο Ερνέστο έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με έγχρωμους. Ως εκ τούτου, οι φράσεις του νέου Γκεβάρα εντάσσονται σε αυτό που περιγράφει ένας εκ των βασικών του βιογράφων, ο Τζον Λι Άντερσον: “Το στερεότυπο της αλαζονείας των λευκών αργεντίνων”. Απόλυτα λογικό αν σκεφτούμε ότι ο 24χρονος Ερνέστο ήταν κι’ αυτός προϊόν του περιβάλλοντος του – ενός μεσοαστικού περιβάλλοντος μιας αργεντίνικης οικογένειας. Κάποιους μήνες αφότου ολοκληρώθηκε το ταξίδι του στη μεγάλη αμερικανική ήπειρο, ο ίδιος ο Γκεβάρα αναφέρει πως οι εμπειρίες του ταξιδιού “τον άλλαξαν”, τον έκαναν ένα νέο άνθρωπο, με νέες ιδέες. Στο Μαϊάμι, απ’ το οποίο πέρασε μετά το τέλος του ταξιδιού του, είχε την ευκαιρία να δει παραδείγματα φυλετικών διακρίσεων τα οποία κατέκρινε στις σημειώσεις του.

Η συνέχεια της ζωής του Ερνέστο, που σταδιακά έγινε ο επαναστάτης “Τσε”, αποδεικνύει τις στέρεες αντιρατσιστικές του πεποιθήσεις. Ωριμάζοντας μέσα από τη μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία, το κριτήριο με το οποίο ο Τσε διέκρινε τους ανθρώπους και τις συμπεριφορές τους ήταν ταξικό – όχι εθνοφυλετικό όπως ψευδέστατα διαδίδουν ορισμένοι. Αξίζει να δούμε ορισμένα παραδείγματα που αποκρυσταλλώνουν την ιστορική πραγματικότητα:

• Την επομένη χρονιά του μεγάλου ταξιδιού του στη νότια Αμερική, το 1953, ταξιδεύοντας στη Βολιβία με τον φίλο του Κάρλος Φερέρ (“Καλίκα”) ο Γκεβάρα εξοργίζεται βλέποντας όλους τους σκουρόχρωμους ντόπιους ινδιάνους να γίνονται αντικείμενο ψεκασμού με DDT (για ψείρες) προτού τους επιτραπεί η είσοδος στο Υπουργείο Αγροτικών Υποθέσεων.

• Ένας εκ των πρώτων “μαθητών” του Τσε το 1957 στην Σιέρρα Μαέστρα (ο Γκεβάρα είχε αναλάβει να παραδώσει μαθήματα γραφής και ανάγνωσης σε αντάρτες) ήταν ένας 45χρονος αμόρφωτος μαύρος χωρικός που πολεμούσε στα βουνά – ο Χούλιο Ζενόν Ακόστα. Στον Ακόστα ο Τσε ανέλαβε να μάθει το αλφάβητο. Αργότερα, όταν ο Ακόστα σκοτώθηκε σε ενέδρα του δικτατορικού στρατού, ο Τσε τον μνημόνευσε ως “τον πρώτο μαθητή μου” και ένα είδος “ευγενούς χωρικού” που αποτέλεσε – όπως τόσοι άλλοι – την καρδιά της κουβανικής επανάστασης.

• Κατά τη διάρκεια του αντάρτικου αγώνα στην Κούβα, ο Τσε συνδέθηκε ερωτικά στο πρώτο μισό του 1958 με μια έγχρωμη/μουλάτη κουβανή, την Ζοιλά Ροντρίγκες Γκαρσία. Και πριν την περιπέτεια του αντάρτικου ωστόσο, η πρώτη σύζυγος του Τσε (παντρεύτηκαν το 1955) ήταν η σκουρόχρωμη περουβιανή Ίλντα Γκαδέα, με καταγωγή απ’ τους ιθαγενείς πληθυσμούς του Περού.

• Το 1959, μετά την επικράτηση της Επανάστασης, ο Τσε υπήρξε εκ των πρωτοπόρων μιας προσπάθειας να ενταχθούν στα σχολεία και τα πανεπιστήμια της χώρας παιδιά και νέοι απ’ τον μαύρο πληθυσμό της Κούβας. Σε ομιλία του στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο του Λας Βίγιας, όπου ανακυρήχθηκε επίτιμος διδάκτωρ, έλεγε: “(Το Πανεπιστήμιο) θα πρέπει να βαφτεί με τα χρώματα των μαύρων, των μιγάδων, των εργατών, των αγροτών, ή αλλιώς θα βρεθεί χωρίς πόρτες. Γιατί τότε ο λαός θα τις σπάσει με ορμή, θα μπει μέσα και θα το βάψει με τα χρώματα που θεωρεί κατάλληλα”. Σε άλλο σημείο της ομιλίας του αναφέρει επίσης: “Και στους καθηγητές, τους συναδέλφους μου, έχω κάτι παρόμοιο να πω: θα πρέπει να πάρετε το χρώμα των μαύρων, των μιγάδων, των εργατών και αγροτών. Θα πρέπει να πάτε στον λαό. Θα πρέπει να ζείτε και αναπνέετε ως ένα σώμα με τον λαό, δηλαδή θα πρέπει να νιώσετε στο πετσί σας τις ανάγκες ολόκληρης της Κούβας”.

• Το 1959, προωθήθηκε από την Επαναστατική εξουσία ο λεγόμενος “Νόμος 270”, σύμφωνα με τον οποίο όλες οι παραλίες και άλλοι δημόσιοι χώροι ήταν προσβάσιμοι σε όλες τις φυλές, ανεξαρτήτως καταγωγής ή χρώματος δέρματος. Αυτό συνέβαινε για πρώτη φορά στην κουβανική ιστορία. Κέντρα διασκέδασης, επιχειρήσεις και άλλοι χώροι που προηγουμένως απαγόρευαν την είσοδο στους μαύρους πολίτες έκλεισαν.

• Ο Τσε Γκεβάρα ήταν φανατικός επικριτής των φυλετικών διακρίσεων που επικρατούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τον Αύγουστο του 1961 ο Τσε επιτέθηκε δημόσια στις ΗΠΑ για τις διακρίσεις ενάντια στους έγχρωμους πολίτες και την ανοχή απέναντι στη δράση της ρατσιστικής εγκληματικής οργάνωσης Κου Κουξ Κλαν. Τρία χρόνια αργότερα, από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ο Τσε κατηγόρησε τις ΗΠΑ για διακρίσεις ενάντια στους μαύρους πολίτες, μίλησε υπέρ του διωκόμενου έγχρωμου κομμουνιστή μουσικού Πωλ Ρόμπεσον και μνημόνευσε τον Κονγκολέζο ηγέτη Πατρίς Λουμούμπα. Στην ίδια ομιλία στον ΟΗΕ, πολλά χρόνια πριν “ξυπνήσει” η “ευαίσθητη” Δύση, ο Γκεβάρα άσκησε δημόσια σφοδρή κριτική στο ρατσιστικό άπαρτχαιντ της Νότιας Αφρικής. Χρόνια αργότερα, ο Νέλσον Μαντέλα θα δήλωνε ότι ο λόγος του Τσε “έσπασε” την λογοκρισία των νοτιοαφρικανικών φυλακών, δίνοντας θάρρος στους φυλακισμένους επαναστάτες του αφρικανικού κονγκρέσου.

Ο Βιγιέγας με τον Τσε στη Βολιβία, 1966.
Ο Βιγιέγας με τον Τσε στη Βολιβία, 1966.

• Φίλος και άνθρωπος που συνόδευε τον Τσε σε κάθε του βήμα, απ’ το 1959 έως τη δολοφονία του το 1967, υπήρξε ο αφροκουβανός Χάρυ Βιγιέγας, γνωστός με το ψευδώνυμο “Πόμπο”. Ο Πόμπο ήταν μαζί με τον Γκεβάρα τόσο στον αντάρτικο αγώνα στο Κονγκό όσο και αργότερα στη Βολιβία. Ο Βιγιέγας επέζησε στη Βολιβία και κατάφερε να επιστρέψει στην Κούβα όπου και διαμένει μέχρι σήμερα. Στις συνεντεύξεις του μιλάει με τα καλύτερα λόγια για τον παλιό του σύντροφο και φίλο ενώ έχει καταθέσει τη μαρτυρία του από εκείνη την εποχή στο βιβλίο “Pompo: A Man of Che’s Guerrilla, With Che Guevara in Bolivia 1966-68”.

• To 1965, εκπροσωπώντας την κουβανική κυβέρνηση, ο Τσε Γκεβάρα συνάντησε πλήθος αντι-ιμπεριαλιστών ηγετών της Αφρικής, στην Αλγερία (Μπεν Μπελά), την Αίγυπτο (Νάσερ), στη Γκάνα, την Τανζανία, το Κονγκό και τη Μπενίν. Ο Γκεβάρα συνδέθηκε φιλικά με τον ηγέτη του αγώνα για την ανεξαρτησία της Ανγκόλα Αγκοστίνο Νέτο, τους ηγέτες για την απελευθέρωση της Γκάνα, της Τανζανίας, ενώ πρωτοστάτησε στην συνεργασία της Κούβας με απελευθερωτικές δυνάμεις της Αφρικής (π.χ. με το κίνημα FRELIMO της Μοζαμβίκης, τον Ντεσιρέ Καμπιλά στο Κονγκό κλπ.).

• Η συμμετοχή και οργάνωση αντάρτικου αγώνα στο Κονγκό το 1965 αποτέλεσε κορυφαίο σταθμό της αντι-ιμπεριαλιστικής δράσης του Γκεβάρα στην Αφρική, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά τη διεθνιστική του αλληλεγγύη. Οργάνωσε αντάρτικη δύναμη 130 αφροκουβανών που πολέμησαν μαζί με κονγκολέζους αντάρτες, οι οποίοι αργότερα αντιμετώπισαν την πανίσχυρη στρατιωτική μηχανή νοτιοαφρικανών μισθοφόρων. Αξίζει να σημειωθεί πως, κατα τη διάρκεια της παρουσίας του στο Κονγκό, ο μεταφραστής του Τσε (απ΄τα γαλλικά στα σουαχίλι) ήταν ο έφηβος μαύρος αφρικανός Freddy Ilanga – Το 2005 μιλώντας στο BBC o Ilanga δήλωνε πως ο Τσε “έδειχνε στους μαύρους τον ίδιο σεβασμό που έδειχνε στους λευκούς”. Τελευταία δε επιθυμία του F.Ilanga ήταν να χτίσει ένα μεγάλο φάρο στην Αφρική, στη μνήμη του Τσε.

Επιπλέον, ήταν ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα που σε δημόσιες παρεμβάσεις του δήλωνε τα ακόλουθα:

“Η Δημοκρατία δεν είναι συμβατή με την οικονομική ολιγαρχία, με την διάκριση ενάντια στους μαύρους και κατατρεγμένους απ΄την Κου Κουξ Κλαν”.

– Ομιλία στον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών, 8 Αυγούστου 1961.

Πως είναι δυνατό να παραστάνει το φρουρό της ελευθερίας εκείνος που σκοτώνει τα ίδια του τα παιδιά και καθημερινά τα ταπεινώνει για το χρώμα που έχει το δέρμα τους; Πως μπορεί να ποζάρει για φρουρός της ελευθερίας εκείνος που αφήνει ελεύθερους τους δολοφόνους των νέγρων και μάλιστα τους προστατεύει και τιμωρεί το νέγρικο πληθυσμό επειδή απαιτεί να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα του ως ελεύθερων ανθρώπων;”.

– Ομιλία στη Γ.Σ. του ΟΗΕ, 11 Δεκέμβρη 1964.

“Υψώνουμε τη φωνή μας για να θέσουμε σε επιφυλακή τον κόσμο ενάντια σε αυτό που συντελείται στη Νότια Αφρική. Η βάναυση πολιτική του άπαρτχάιντ εφαρμόζεται μπροστά στα μάτια των εθνών του κόσμου. Οι λαοί της Αφρικής εξωθούνται να αποδεχθούν το γεγονός ότι στην αφρικανική ήπειρο η (φυλετική) ανωτερότητα μιας φυλής παραμένει επίσημη πολιτική και πως στο όνομα αυτής της φυλετικής ανωτερότητας δολοφονίες αντιμετωπίζονται με ατιμωρισία. Μπορούν τα Ηνωμένα Έθνη να κάνουν κάτι για να το σταματήσουν αυτό;

– Ομιλία στη Γ.Σ. του ΟΗΕ, 11 Δεκέμβρη 1964.

“Πρέπει να προχωράμε μπροστά, χτυπώντας ακούραστα τον ιμπεριαλισμό. Απ’ όλο τον κόσμο πρέπει να πάρουμε μαθήματα απ’ τα γεγονότα. Η δολοφονία του Λουμούμπα θα έπρεπε να γίνει μάθημα σε όλους μας”.

Ομιλία, 1964.

Ήταν λοιπόν ρατσιστής ο Τσε Γκεβάρα; Προκύπτει αυτό απο οποιοδήποτε στοιχείο της σύντομης αλλά μεγαλειώδους επαναστατικής πορείας του; Η απάντηση είναι ασφαλώς όχι. Ο Γκεβάρα υπήρξε το αντίθετο του ρατσιστή – ήταν πιστός στον προλεταριακό διεθνισμό και την ταξική προσέγγιση της ανθρώπινης ιστορίας. Οι κατήγοροι και οι συκοφάντες του επιχειρούν, μέσα από ψέματα και διαστρεβλώσεις, να φέρουν τον Τσε “στα μέτρα τους”. Να μικρύνουν το επαναστατικό του ανάστημα το οποίο, ως δειλοί αντεπαναστάτες, φοβούνται. Μάταιος κόπος. Ο Γκεβάρα συνεχίζει να αποτελεί πρότυπο μαρξιστή-λενινιστή της εποχής του, με τα όποια λάθη και τις αδυναμίες που κάθε ανθρώπινο πλάσμα μπορεί να έχει, αλλά με άσβηστη τη φλόγα της ταξικής αλληλεγγύης και της βαθιάς αγάπης για τον άνθρωπο, ανεξαρτήτως φυλής, δέρματος, γλώσσας ή θρησκείας.

Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, Μάρτης 2014.

Στη Γκάνα, 1964.
Στη Γκάνα, 1964.

Oscar Fernandez Mel: Ο γιατρός της Επανάστασης μιλάει για τον Τσε Γκεβάρα

oscar fernadez mel and che 1
Ο Oscar με τον Τσε.

Συνέντευξη στην Αβάνα, Γενάρης 2003.

Για εμένα η πλευρά του Τσε για την οποία μου αρέσει περισσότερο να μιλώ είναι η μετά το θρίαμβο της Επανάστασης, όταν εμφανίζεται ως πολιτικός, ως άνθρωπος της δράσης, ο κατάλληλος άνθρωπος για οικονομολόγος, για να γίνει υπουργός Βιομηχανίας, όπως και έγινε.

Συναντούσε μηχανικούς, μεταλλουργούς, για να συζητήσει την ειδικότητα τους και το έκανε τόσο άνετα, σαν να έκανε διάλεξη, χάρη στο ταλέντο του και την αφοσίωση του στο ζήτημα. Ήταν επίσης συγγραφέας, δημοσιογράφος, ιδρυτής του Verde Olivo, της εφημερίδας στην οποία δημοσίευσε τα πρώτα κείμενα του. Έγραφε επίσης άρθρα σε διάφορα έγκυρα εθνικά και διεθνή έντυπα. Ήταν πολύπλευρος άνθρωπος, αλλά με έναν μοναδικό στόχο. Ήταν αυτός που θα εκπροσωπούσε την Κούβα σε όλες τις διεθνείς συγκεντρώσεις, επιφορτισμένος με διεθνείς ευθύνες, αυτός που θα μιλούσε εκ μέρους της Κούβας και της Επανάστασης.

Ήταν άνθρωπος πολύ μορφωμένος, ίσως από τους καλύτερα μορφωμένους ανθρώπους της Επανάστασης. Μπορούσε να εκφέρει γνώμη σχεδόν για κάθε θέμα, είτε ιστορικό είτε φιλοσοφικό ή λογοτεχνικό.

Αγαπούσε πολύ την καλή ποίηση και έγραφε ο ίδιος. Καταγινόταν με την ποίηση, ήθελε να γράψει, αλλά είχε τόσο πολλή δουλειά, που δεν μπορούσε να διαθέσει χρόνο σε πράγματα που αγαπούσε πολύ. Θαύμαζε τον μεξικάνο ποιητή Λεόν Φελίπε.

Αγαπούσε τις τέχνες, το μπαλέτο, την καλή μουσική – παρόλο που δεν είχε καλό αφτί, ήταν απολύτως φάλτσος. Χόρευε φριχτό τάνγκο και προσπαθούσε να σιγοτραγουδήσει, αλλά ήταν φάλτσος. Όσο για το χορό… Ο Αλμπέρτο Γκρανάδο, ο φιλός του, έχει πολλές ιστορίες να πει. Ο Τσε του έλεγε: “Κοίτα, όταν παίξουν κάτι που ξέρεις ότι μπορώ να το χορέψω, πες μου…”, και όταν έπαιζαν κάτι σηκωνόταν και χόρευε κάτι άσχετο.

Ήταν ακούραστος κριτικός, αγαπούσε την τέχνη. Επισκέπτονταν τα μουσεία, όπου πήγαινε και γνώριζε καλά τα πιο προχωρημένα επιτεύγματα. Δεν ήταν άσχετος με την κουλτούρα, μπορούσε να συζητήσει για κάθε ιστορική μορφή ή πολιτισμική πλευρά. Μιλούσε για τον Φραντς Κάφτα σα να τον γνώριζε προσωπικά… και όταν διηγούνταν μια ιστορία, την έλεγε ωραία. Προσπαθούσε πάντα να βρει χρόνο να συμπληρώσει τη μόρωσει που είχε πάρει ως παιδί από τη μητέρα του. Εκείνη ήταν γοητευτική γυναίκα, πολύ μορφωμένη και έξυπνη, μπορούσε να μιλάς ώρες μαζί της. Είχε εξαιρετικά γλυκιά έκφραση. Ο Τσε λάτρευε τη μητέρα του.

Όπως όλοι ξέρουν, ο Τσε ήταν φωτογράφος. Στο Μεξικό ζούσε από τη φωτογραφία. Σήμερα η φωτογραφική μηχανή του φυλάσσεται στο οχυρό Λα Καμπάνια. Την αγόρασε όταν ήρθε στην πρωτεύουσα τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης. Αργότερα ο φόρτος εργασίας δεν του επέτρεπε να φωτογραφίζει πολύ. Κάποτε ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει τη Nikon του. Του είπα: “Κοίτα, Τσε, μη φεύγεις χωρίς φωτογραφική μηχανή. Πάρε αυτήν” και του έδωσα την Kiev μου. Δυο τρείς μέρες μετά μου έστειλε τη Nikon του και την κρατώ ως κειμήλιο στη Λα Καμπάνια.

Γνώρισε τα πιο ωραία πράγματα στη ζωή, αλλά δεν τα απολάμβανε. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα απέρριπτε. Απλώς δεν τα επεδίωκε. Θαύμαζε έναν ωραίο πίνακα, ένα καλό κόσμημα. Ήταν αρκετά ανοιχτοχέρης, αλλά αρνιόταν τα υλικά αγαθά υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Τα ρούχα του έχουν σχολιαστεί πολύ και κατακρίθηκε που κυκλοφορούσε μ’ αυτά σα να μην ήξερε να φορέσει ένα αξιοπρεπές κοστούμι. Δεν θα μπορούσα ποτέ να τον φανταστώ με κολάρο και γραβάτα στο υπουργείο. Επιδίωκε την άνεση και την αίσθηση της ελευθερίας. Η χακί στολή του ήταν από καλό βαμβάκι και τον έκανε να νιώθει καλά. Δεν έβαζε μέσα το πουκάμισο και οι μπότες του ήταν αυτές που έφτιαχνε το υπουργείο Βιομηχανίας. Συχνά τις έδινε σε κάποιο βοηθό να τις φορέσει πρώτος για να τις ανοίξει. Του πρόσφερα πολλές φορές πιο αναπαυτικές μπότες, αλλά ποτέ δεν τις φόρεσε. Εκτιμούσε τη χειρονομία, αλλά δεν τις δεχόταν.

Κάποιες φορές έδινε την εντύπωση ότι ήταν απότομος, παρόλο που ήταν πολύ ευγενικός. Γνώριζε καλά την κοινωνική και ηθική εθυμοτυπία και ήξερε να την εφαρμόζει. Δεν ήταν αναιδής. Έχουν ειπωθεί πολλά γι’ αυτόν που δεν αποδίδουν αυτό που ήταν.

Αυτός ο “άλλος” Τσε, εξαιρετικός πολεμιστής, πολιτικός, επαναστάτης, μορφωμένος, εραστής της ποίησης και της καλής μουσικής, λιτοδίαιτος, αυτοκριτικός, που αγαπούσε τα παιδιά του, τη γυναίκα και την οικογένεια του, απολάμβανε ένα καλό ψητό ή κρασί, όταν το επέτρεπαν οι περιστάσεις. Ωστόσο δεν ήταν πότης ούτε μποέμ.

Γι’ αυτόν η τιμή ήταν το θεμέλιο της ζωής του. Ό,τι έκανε το έκανε για την τιμή της Επανάστασης. Επιπλέον, αυτό που φοβόταν περισσότερο ήταν να μη δημιουργήσει πρόβλημα στο Επαναστατικό Κίνημα. Παρακολούθησα την εξέλιξη του από τις πρώτες ομιλίες του. Θυμάμαι την πρώτη φορά που μίλησε σε μια ομάδα χωρικών στο Ελ Πεντρέρο, πάνω στο Εσκαμπράι. Έκανε ακόμη και κάποιες σουρεαλιστικές αναοφορές. Ήταν υπερβολικά ιδεολογική ομιλία για τους ακροατές του. Οι λέξεις ήταν καλές, αλλά δεν τις καταλάβαινε καλά το ακροατήριο.

Αργότερα ο Τσε έγινε ρήτορας. Εκφραζόταν πολύ λακωνικά. Κάποιες φορές, ενώ έβλεπα τηλεόραση, έρχονταν και μου έλεγε: “Δεν μπορείς να διαβάζεις, πρέπει να αυτοσχεδιάζεις”. Μιλούσε δέκα λεπτά και μετά έλεγε: “Σήμερα μίλησα 15 λεπτά”. Ποτέ δεν αγαπούσε τις μακριές ομιλίες, έλεγε ό,τι είχε να πει με τρόπο συνεκτικό, που αγαπούσαν οι άνθρωποι. Χειρονομούσε ελάχιστα ή και καθόλου.

oscar fernandez mel and che

Στις ομιλίες του φαίνονταν οι αρετές του – κυρίως η τιμιότητα, που θαυμάζω – και το ότι ήξερε πως κάποιος πρέπει να ενεργεί με όσα λέει. Ποτέ δεν έλεγε άλλα μπροστά σου και άλλα πίσω σου. Το πρόσεχε αυτό τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια ζωή του.

Η εντιμότητα του άντεχε σε κάθε έλεγχο. Κάποιες φορές η κριτική του πλήγωνε, αλλά αυτός ήταν. Δεν το ενδιέφεραν τα υλικά αγαθά, ούτε καν το φαϊ και η άνεση. Αυτά ήταν γι’ αυτόν ασήμαντα. Όταν ήμασταν στο Κονγκό και βλέπαμε ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά και δε μπορούσαμε να τα διορθώσουμε, προσπάθησε να τους δώσει ώθηση. Η κύρια αγωνία του ήταν η υπόληψη της Κουβανικής Επανάστασης. Ποιά θα ήταν η θέση της αν φεύγαμε αποτυχημένοι; Πιστεύω ότι αυτό αφορούσε την τιμή του, για την οποία τόσο φρόντιζε. Μια ειλικρινή τιμή, να κάνει το σωστό για το καλό της κοινωνίας και της ανθρωπότητας.

Η ζωή του στρεφόταν γύρω από την Επανάσταση, το ενδιαφέρον του για τον άνθρωπο και τον αγώνα για την ευημερία όλων. Οι απόψεις του τον οδήγησαν στην έννοια του Νέου Ανθρώπου, δηλαδή στη μετατροπή των σκέψεων σε πράξεις μιας διαφορετικής κοινωνίας. Δεν ξέρουμε πότε θα γίνει αυτό, αλλά ήταν υποστηρικτής αυτών των ιδεών.

Είναι κρίμα που πέθανε. Με δεδομένη την ηλικία του και τις πολιτικές, πολιτισμικές, κοινωνικές και ιστορικές αλλαγές που συνέβαιναν, θα μπορούσε να παίξει έναν πολύ πιο πρακτικό ρόλο για χάρη της Επανάστασης και της Κούβας. Πάντα έλεγε ότι ήθελε να αφήσει κάτι να τον θυμούνται, κάτι που θα υπενθύμιζε στους ανθρώπους την ύπαρξη του. Και το κατάφερε πλήρως, στο βαθμό που, 35 χρόνια μετά το θάνατο του, συζητείται περισσότερο από όταν ζούσε. Υπάρχουν πάνω από 70 βιβλία για τον Τσε, δέκα βιογραφίες με περισσότερες από 800 σελίδες, γραμμένες από σημαντικούς συγγραφείς.

Συμβαίνει κάτι με την εικόνα του. Ο μεξικάνος συγγραφέας Πάκο Ιγνάθιο Τάϊμπο, όταν τον ρώτησαν ποια είναι η μαγεία της εικόνας του Τσε, που την βλέπουμε σε όλο τον κόσμο να την έχουν άνθρωποι που δεν ξέρουν ποιός είναι – ας αφήσουμε την Κούβα και τη Βολιβία – είπε: “…η εικόνα του είναι η υλοποίηση της διαφάνειας και της υπερφυσικής εντιμότητας”.

oscar fernandez mel doctor cubaΟ Όσκαρ Φερνάντες Μελ γεννήθηκε στο Κολόν της επαρχίας Ματάνσας. Πήρε την ειδικότητα του ορθοπεδικού και εντάχθηκε στους αντάρτες της Σιέρρα Μαέστρα ως γιατρός. Ήταν μέλος της Μονάδας 8 του Τσε, η οποία έκοψε τη χώρα στα δύο με τη νίκη στη Σάντα Κλάρα. Μετά την Επανάσταση ήταν με τον Τσε στο οχυρό Λα Καμπάνια. Κατά την εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων ήταν επικεφαλής των ιατρικών υπηρεσιών των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων. Αργότερα υπηρέτησε ως δήμαρχος της Αβάνας και ως πρέσβης στο Λονδίνο. Σήμερα έχει αποσυρθεί από τις ένοπλες δυνάμεις και συνεχίζει να εργάζεται ως γιατρός.

Πηγή: «ΤΣΕ, η ζωή και το έργο του», των Hilda Barrio και Garreth Jenkins (Εκδόσεις Μαλλιάρης). Μετάφραση της έκδοσης: CHE HANDBOOK (2006).

Πέθανε ο κουβανός επαναστάτης – σύντροφος του Τσε στο αντάρτικο – Ulises Estrada

ulises estrada cubanoΟ Κουβανός Ulises Estrada, πολύ συνδεδεμένος με τον αργεντινοκουβανό επαναστάτη Ερνέστο Τσε Γκεβάρα και τη μυθική γερμανίδα αντάρτισσα Τάνια, πέθανε την Κυριακή στην Αβάνα σε ηλικία 79 ετών, σύμφωνα με άρθρο της εφημερίδας Γκράνμα τη Δευτέρα.

«Την προηγούμενη Κυριακή, κατά τις νυχτερινές ώρες, πέθανε στην πρωτεύουσα ο μαχητής Ουλίσες Εστράδα» έγραψε η εφημερίδα, προσθέτοντας ότι η κηδεία πραγματοποιήθηκε χθες (Δευτέρα) στο πάνθεον του Υπουργείου Εσωτερικών, στο νεκροταφείο Κολόν, όπου δέχτηκε τις τελευταίες τιμές. Δεν αναφέρθηκαν οι αιτίες θανάτου. Ο Εστράδα υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις στο Υπουργείο Εσωτερικών της Κούβας, στις οποίες έφερε σε πέρας λεπτές αποστολές σχετιζόμενες με αντάρτικα κινήματα στη Λατινική Αμερική κατά τη δεκαετία του 1960, σύμφωνα με την επίσημη βιογραφία του.

Όπως γράφει χαρακτηριστικά η Γκράνμα, συνεργάστηκε με τον κομαντάντε Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη διεθνιστική αποστολή του στο Κογκό, και στον εθνοαπελευθερωτικό αγώνα στη Γουινέα Μπισάου, μαζί με τον Αμίλκαρ Καμπράλ.

Επίσης εκπαίδευσε τη γερμανίδα Ταμάρα Μπούνκε (1937-1967), τη μυθική «Τάνια», τη μοναδική γυναίκα στην αντάρτικη ομάδα του Τσε στη Βολιβία, με την οποία είχε και ερωτική σχέση, όπως αποκάλυψε χρόνια μετά σε δύο βιβλία που της αφιέρωσε.

Το 1975 τοποθετήθηκε ως «νούμερο δύο» του τμήματος Αμερικής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας (PCC), με επικεφαλής τον Μανουέλ Πινιέιρο (γνωστό και ως Μπαρμπαρόχα -κοκκινογένη-, 1933-1998), επιφορτισμένο με τις σχέσεις της Κούβας με την αριστερά σε περιφερειακό επίπεδο και με τα αντάρτικα κινήματα.

Υπηρέτησε ακόμα ως πρέσβης της Κούβας σε Τζαμάικα, Υεμένη, Αλγερία και Μαυριτανία, και ως δημοσιογράφος στη Granma, την Habanero και άλλα κουβανικά μέσα. Τα τελευταία χρόνια ήταν διευθυντής του περιοδικού Tricontinental (Τριηπειρωτική), του οργανισμού αλληλεγγύης των λαών της Ασίας, Αφρικής και Λατινικής Αμερικής.

Πηγή: Cubadebate, Μετάφραση: Yannis Tsal.

* Ο Ulises Estrada είχε επισκεπτεί την Ελλάδα τον Ιούνη του 2008 για να παρουσιάσει το βιβλίο του «ΤΑΝΙΑ, η αντάρτισα με τον Τσε στη Βολιβία» (Εκδόθηκε από την εταιρεία New Star).

ulises01
Φωτογραφία απ’ το αντάρτικο αγώνα στο Κονγκό, 1965.

Ο Τσε Γκεβάρα για την ατομική τρομοκρατία

guevarism vs terrorism bannerΗ ΑΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΚΕΒΑΡΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΜΕ ΤΟ ΛΕΓΟΜΕΝΟ «ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΠΟΛΗΣ».

Ένα χαρακτηριστικό των λεγόμενων οργανώσεων «αντάρτικου πόλης», που έδρασαν τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα στην Ευρώπη, ήταν οι – άμεσες η έμμεσες – αναφορές τους στον Τσε Γκεβάρα. Οργανώσεις όπως οι ιταλικές «Ερυθρές Ταξιαρχίες» (Brigade Rosse) και η γερμανική «Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF) Μπάαντερ-Μάινχοφ» ιδρύθηκαν στην αυγή της δεκαετίας του 1970, εν μέσω του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο Βιετνάμ, δύο χρόνια μετά το γαλλικό Μάη του ’68 και τρία χρόνια μετά τη δολοφονία του Τσε στη Βολιβία. Λίγα χρόνια αργότερα, μετά την πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα, εμφανίζεται η επονομαζόμενη Ε.Ο. «17 Νοέμβρη», σε γιάφκα της οποίας μάλιστα, δίπλα από ρουκέτες και λοιπό οπλισμό, φιγουράριζε η διάσημη φωτογραφία του Τσε, η guerrillero heroico.

Οι παραπάνω οργανώσεις επιχείρησαν να ενσωματώσουν στη δράση τους ένα κομβικό σημείο της γκεβαρικής αντίληψης του ανταρτοπολέμου: το λεγόμενο “foco” (foquismo) [1], την προσπάθεια δηλαδή δημιουργίας πολλαπλών, διάσπαρτων εστιών «πολέμου», αιφνιδιάζοντας, χτυπώντας γρήγορα και φεύγοντας. Σύμφωνα με τη θεωρία του «φοκίσμο», από την ύπαρξη ενός δυνατού πυρήνα μπορούν να δημιουργηθούν πολυάριθμες εστίες αντάρτικου οι οποίες, εάν εξαπλωθούν, δύναται να κερδίσουν τον αντίπαλο τακτικό στρατό. Πράγματι, αν δούμε το ιστορικό των «χτυπημάτων» τόσο του γερμανικού «RAF», των ιταλικών «Ερυθρών Ταξιαρχιών» όσο και της «17 Νοέμβρη» αντιλαμβανόμαστε την προσπάθεια δημιουργίας ταχύτατων, αιφνιδιαστικών χτυπημάτων (δολοφονιών, βομβιστικών επιθέσεων, κλπ.) σε διάσπαρτα σημεία των αστικών κέντρων που οι οργανώσεις αυτές έδρασαν. Η πραγματική, όμως, θεωρία του γκεβαρικού ανταρτοπολέμου με τη δράση των ομάδων αυτών εμπεριέχει σημαντικότατες διαφορές. Αυτές μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:

  1. Η θεωρία του ανταρτοπολέμου που ανέπτυξε ο Γκεβάρα είχε ως πεδίο δράσης την ύπαιθρο, τις αγροτικές περιοχές. Ασφαλώς, έχουμε πάντα κατα νου ότι η θεωρία του γκεβαρικού ανταρτοπολέμου βασίστηκε στις συνθήκες που υπήρχαν στην Κούβα τη δεκαετίας του ’50. «Η κατάσταση δεν είναι τόσο δύσκολη στην ύπαιθρο, όπου οι κάτοικοι μπορούν να έχουν την υποστήριξη του ένοπλου αντάρτικου και σε μέρη όπου οι δυνάμεις καταστολής δεν μπορούν να φτάσουν» αναφέρει ο Τσε στο πρώτο κεφάλαιο του «Ανταρτοπολέμου» [2]. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης, λοιπόν, μετέφεραν την ένοπλη πάλη στα αστικά κέντρα, στην καρδιά δηλαδή του αστικού κράτους, εκεί όπου οι μηχανισμοί του κράτους ήταν πανίσχυροι. Ακόμη και αν δεχθούμε το – ούτως η άλλως αναμφίβολο – γεγονός ότι η Δυτική Γερμανία της δεκαετίας του ’70 έχει ουσιαστικές διαφορές απ’ την Κούβα του ’50 η του ’60, ποιές αντικειμενικές συνθήκες επέβαλλαν την έναρξη της ένοπλης πάλης στο Αμβούργο, τη Φρανκφούρτη ή τη Ρώμη, όπου συγκεντρώνονταν όλη η ισχύς της τότε δυτικογερμανικής και ιταλικής αστικής τάξης και των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων τους; Το λεγόμενο αντάρτικο πόλης, λοιπόν, σε περίοδο που δεν υπάρχουν οι κατάλληλες επαναστατικές συνθήκες, αποτελεί ουσιαστική παρέκκλιση (αν όχι και βάναυση διαστρέβλωση) απ’ τη γκεβαρική μέθοδο του ανταρτοπολέμου.

  2. Ο ανταρτοπόλεμος για τον Τσε, για να έχει πιθανότητες επιτυχούς έκβασης, είχε μια βασική προϋπόθεση: να βασίζεται και να προσβλέπει στη λαϊκή στήριξη. Γράφει σχετικά ο Τσε στον πρόλογο του «Ανταρτοπολέμου»: «Έχει σημασία να τονίσουμε ότι ο αντάρτικος αγώνας πάλη των μαζών, είναι πάλη του λαού: το αντάρτικο, σαν ένοπλος πυρήνας, είναι η αγωνιστική πρωτοπορία του λαού, η μεγάλη του δύναμη έχει τις ρίζες της στις μάζες του πληθυσμού. Δεν πρέπει να θεωρούμε το αντάρτικο κατώτερο αριθμητικά του στρατού ενάντια στον οποίο μάχεται, ακόμη και αν διαθέτει μικρότερη δύναμη πυρός. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να καταφεύγει κανείς στον ανταρτοπόλεμο όταν έχει μαζί του έναν πολυπληθή πυρήνα έστω και αν διαθέτει έναν πολύ μικρότερο αριθμό όπλων για να αμυνθεί απέναντι στην καταπίεση» [3]. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης που γνωρίσαμε στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες ίσως να ήθελαν να πιστεύουν ότι αποτελούσαν την αγωνιστική πρωτοπορία του λαού – όμως δεν ήταν. Αντιθέτως, οι οργανώσεις αυτές αυτοπροσδοιορίζονταν ως «αγωνιστική πρωτοπορία», παίρνοντας τα όπλα ερήμην του μαζικού εργατικού-λαϊκού κινήματος. Πολεμούσαν στο «όνομα του λαού» ενώ αποτελούνταν (όπως αποδείχθηκε) από σχετικά μικρούς πυρήνες συνωμοτικά δρώντων ομάδων. «Και το επαναστατικό Κίνημα της 26ης Ιούλη στην Κούβα δεν ήταν πολυάριθμο» ίσως αντιτείνει κάποιος. Ναι, αλλά ταυτόχρονα με τη δράση των ανταρτών στην κουβανική ύπαιθρο, στελέχη του Κινήματος δρούσαν ταυτόχρονα στα αστικά κέντρα (Αβάνα, Σαντιάγκο), στρατολογούσαν νέους, οργάνωναν μαζικές απεργίες ενάντια στο καθεστώς, έχτιζαν ολόκληρο δίκτυο λαϊκής υποστήριξης στον αντάρτικο αγώνα [4].

  3. RAF bombing Germany
    Βομβιστική ενέργεια της RAF-Baader Meinhof τη δεκαετία του ’70.

Η αντίληψη του Τσε Γκεβάρα για τη μορφή της επανάστασης, βασίζεται στη λενινιστική προσέγγιση για την αναγκαιότητα μαζικής, οργανωμένης λαϊκής πάλης. Όπως ο Λένιν, έτσι και ο Γκεβάρα ήταν αντίθετος με την ατομική τρομοκρατία, με τις μεμονωμένες δηλαδή βίαιες τρομοκρατικές πράξεις. Να τι έγραφε ο ίδιος ο Τσε για την ατομική τρομοκρατία, την οποία αναγάγουν σε «επαναστατικό αγώνα» διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι «επαναστάτες»:

«Η δολοφονία και ο τυφλός τερορισμός (τρομοκρατία) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Είναι προτιμότερο να γίνεται μαζική δουλειά, να εντυπώνεται το επαναστατικό ιδανικό, και να το κάνει να ωριμάσει για να μπορούν, στη δοσμένη στιγμή, να κινητοποιήσουν αυτές τις μάζες υποστηριζόμενες από τον επαναστατικό στρατό και να κάνουν να κλίνει η πλάστιγγα προς την πλευρά της Επανάστασης» [5].

Ποιό «επαναστατικό ιδανικό» άραγε αποτύπωσαν στη λαϊκή σκέψη οι ευρωπαϊκές οργανώσεις αντάρτικου πόλεων; Ποιά σχέση υπήρχε ανάμεσα στις μάζες και σε ομάδες τύπου «Μπάαντερ-Μάϊνχοφ» ή «17 Νοέμβρη»; Σε τι χρησίμευσαν οι δολοφονίες κατώτερων ιεραρχικά στελεχών ξένων μυστικών υπηρεσιών η πρεσβειών, αστυνομικών οργάνων ή μεμονωμένων επιχειρηματιών;

Η τρομοκρατία που δε βασίζεται στη λαϊκή υποστήριξη και που έχει ατομικά χαρακτηριστικά, ξεκομμένα απ’ τη μαζική-εργατική πάλη των μαζών έχει αρνητικά αποτελέσματα. Να τι έγραφε ο Τσε επ’ αυτού:

«Είμαστε ειλικρινά πεπεισμένοι ότι η τρομοκρατία είναι ένα αρνητικό όπλο, που δεν προσφέρει απολύτως ποτέ τα αναμενόμενα αποτελέσματα κι ότι μπορεί να απομακρύνει το λαό από ένα επαναστατικό κίνημα, αφού συνδέεται ολοκληρωτικά με αυτούς που επιδιώκουν ανθρώπινες απώλειες χωρίς προοπτική για τα προσδοκώμενα αποτελέσματα» [6].

Συμπέρασμα.

Che-Guevara-Guerrilla1Μεταξύ της «τρομοκρατίας» που ασκείται ενάντια στο αστικό κατεστημένο και τους ιμπεριαλιστές από μια μαζική επανάσταση με λαϊκά χαρακτηριστικά και της ατομικής τρομοκρατίας μεμονωμένων ομάδων αντάρτικου πόλης υψώνεται ένα μεγάλο τείχος. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις πάλης. Ο Λένιν το θέτει στη σωστή του βάση: «(…) οι μεμονωμένες απόπειρες δολοφονίας, σαν επαναστατική τακτική, είναι άσκοπες και επιζήμιες. Μόνο το μαζικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί σαν πραγματική πολιτική πάλη (…)» [7]. Ο ανταρτοπόλεμος, λοιπόν, δεν είναι ούτε αυτοσκοπός, ούτε μπορεί να συγχέεται με την ατομική τρομοκρατία και την τακτική των μεμονωμένων δολοφονιών που εφάρμοσε το λεγόμενο «αντάρτικο πόλης». Αντιθέτως, ο ανταρτοπόλεμος είναι η προμετωπίδα του πολιτικού αγώνα, σε μια δοσμένη χρονική περίοδο μεγάλης όξυνσης της ταξικής αντιπαράθεσης που δημιουργεί επαναστατικές συνθήκες. Γράφει επ’ αυτού ο Γκεβάρα: «Γιατί αγωνίζεται ο αντάρτης: Πρέπει να καταλήξουμε στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως ο αντάρτης είναι ένας κοινωνικός μεταρρυθμιστής, που παίρνει τα όπλα ανταποκρινόμενος στην οργισμένη διαμαρτυρία του λαού ενάντια στους καταπιεστές του και αγωνίζεται να αλλάξει το κοινωνικό καθεστώς που κρατάει τα άοπλα αδέλφια του μέσα στον εξευτελισμό και τη μιζέρια. Ξεσηκώνεται ενάντια στις συγκεκριμένες συνθήκες των θεσμοθετημένων δομών που κυριαρχούν κάποια δεδομένη στιγμή, και καταγίνεται, με όσες δυνάμεις του επιτρέπουν οι περιστάσεις, να σπάσει τα πλαίσια αυτών των θεσμοθετημένων δομών» [8].

Η Ιστορία μας διδάσκει ότι χωρίς πολιτική πρωτοπορία που ζυμώνεται μέσα στις μάζες, στο λαϊκό κίνημα, δε μπορεί να υπάρξει αποτελεσματικός αντάρτικος αγώνας και επανάσταση. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης που γνωρίσαμε τις τρείς τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα οδήγησαν σε αντίθετα αποτελέσματα – όντας απομονωμένες απ’ το μαζικό-λαϊκό εργατικό κίνημα λειτούργησαν ως λιπαντικό στα γρανάζια της αστικής αυταρχικότητας, δυσφήμισαν την επαναστατική δράση στις λαϊκές συνειδήσεις και κατέληξαν στην αναπόφευκτη αποτυχία. Η δε προσπάθεια τους να οικειοποιηθούν σε ορισμένες περιπτώσεις τη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία, αλλά και τον ίδιο τον Τσε ως επαναστατικό σύμβολο, δε μπορεί παρά να εκληφθεί ως ύβρις, πράξη προσβλητική απέναντι στην ιστορική πραγματικότητα.

Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, Γενάρης 2014.

Υποσημειώσεις:

[1] Ο όρος “foquismo” (φοκίσμο) αναπτύχθηκε απ΄ τον γάλλο διανοούμενο Ρεζί Ντεμπρέ και βασίστηκε στα γραπτά του Τσε στο βιβλίο “Ο Ανταρτοπόλεμος” αλλά και στην εμπειρία του ίδιου του Ντεμπρέ στο αντάρτικο της Βολιβίας (1966-67).
[2] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», εκδόσεις «Καρανάση», Αθήνα, 1982 και στο Τσε Γκεβάρα: Η ουσία του αντάρτικου αγώνα (“Ο Ανταρτοπόλεμος”, Πρώτο Κεφάλαιο).
[3] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος»,, εκδόσεις «Καρανάση», Αθήνα, 1982 και στο Τσε Γκεβάρα: Η ουσία του αντάρτικου αγώνα (“Ο Ανταρτοπόλεμος”, Πρώτο Κεφάλαιο)
[4] Ο αντάρτικος αγώνας στην Κούβα δεν ήταν ξεκομμένος απ’ την πολιτική δράση μέσα στο λαό. Το Κίνημα της 26ης Ιούλη του Φιντέλ Κάστρο συνεργάζονταν με άλλες οργανώσεις όπως το λεγόμενο “Επαναστατικό Διευθυντήριο” αλλά και το “Σοσιαλιστικό Λαϊκό Κόμμα”.
[5] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», Αθήνα, 1982, σελ. 118-119.
[6] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», Αθήνα, 1982, σελ. 127.
[7] Β.Ι.Λένιν, Απαντα, τ. 40, σελ. 312.
[8] Βλέπε υποσημειώσεις [2] και [3].

Χόρχε Μασέτι: Συνάντηση και συνέντευξη με τον Τσε στην Σιέρρα Μαέστρα (Μέρος ‘Β)

Che Guevara with Jorge Masetti Sierra Maestra

Το δεύτερο μέρος της συνέντευξης που δώθηκε στον αργεντίνο δημοσιογράφο Χόρχε Ρικάρντο Μασέτι τον Απρίλη του 1958. Ο Μασέτι ήταν ο πρώτος αργεντίνος που έβλεπε ο Γκεβάρα μετά από πολύ καιρό. Ήταν ο δημοσιογράφος με πρωτοβουλία του οποίου αργότερα ιδρύθηκε το ειδησεογραφικό δίκτυο Prensa Latina που συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι σήμερα ως πηγή ειδήσεων από την Κούβα και τη λατινική Αμερική. Το πρώτο μέρος εδώ.

Γκεβάρα: Κουβέντιασα με τον Φιντέλ μια ολόκληρη νύχτα. Το ξημέρωμα, ήμουν πλέον ο γιατρός της μελλοντικής του εκστρατείας. Στην πραγματικότητα, μετά τις εμπειρίες των ταξιδιών μου ανά τη Λατινική Αμερική και το επιστέγασμα της Γουατεμάλα, δεν χρειάζονταν και πολλά για να πεισθώ να ενταχθώ σε οποιαδήποτε επανάσταση εναντίον ενός τυράννου, αλλά ο Φιντέλ με εντυπωσίασε ως ένας άντρας εκπληκτικός. Αντιμετώπιζε και επέλυσε τις πιο απίθανες καταστάσεις. Είχε την ακλόνητη πίστη ότι, έτσι και ξεκινούσε για την Κούβα, θα κατάφερνε να φτάσει. Πως, όταν θα έφτανε, θα πολεμούσε. Και πως πολεμώντας, θα νικούσε. Συμμερίστηκα την αισιοδοξία του. Έπρεπε να το κάνει, να αγωνιστεί, να το πραγματοποιήσει. Να πάψει τα κλάματα και να παλέψει. Και για να αποδείξει στο λαό της πατρίδας του ότι μπορούσε να του έχει εμπιστούνη, επειδή ότι έλεγε το έκανε, έριξε το περίφημο σύνθημα του: “Το ’56 ή θα είμαστε ελεύθεροι ή θα είμαστε μάρτυρες”, ανακοινώνοντας ότι, προτού τελειώσει εκείνη η χρονιά, θα αποβιβαζόταν κάπου στην Κούβα, επικεφαλής του εκστρατευτικού του σώματος.

Ερώτηση: Και τι συνέβη μόλις αποβιβαστήκατε;

Η συζήτηση πλέον συγκέντρωνε το ενδιαφέρον περισσότερων από τριάντα ακροατών. Καθισμένοι στο έδαφος, με το όπλο ανάμεσα στα γόνατα και τα κασκέτα να προστατεύουν τα μάτια από την αντηλιά, “οι άντρες του Τσε” κάπνιζαν και άκουγαν προσεκτικά, χωρίς να αρθρώνουν ούτε λέξη. Ένας νεαρός γενειοφόρος γιατρός έραβε ένα δάχτυλο ενώνοντας το τέλειο, με όλη του την προσοχή στα όσα άκουγε. Ο Γίμπρε, φανατικός θαυμαστής των ηγετών της επανάστασης, αλλά άγρυπνος δογματικός ανέλυε κάθε λέξη του Γκεβάρα, ξύνοντας τα σπυριά στο στομάχι του με τα καφετιά από το αργιλώδες χώμα, νύχια του. Ο Βιρέγιες άκουγε νυσταγμένα. Ο Γκιγέρμο, ένα αμούστακο αγόρι με πολύ μακριά μαλλιά, καθάριζε το τουφέκι του με την ίδια προσοχή που ο γιατρός έραβε το δάχτυλο. Από κάποιο σημείο, ερχόταν να αναμειχθεί στη μυρωδιά του ταμπάκου εκείνη του τηγανητού χοιρινού.

Ο Γκεβάρα συνέχισε την κουβέντα του με το τσιγάρο στο στόμα και τα πόδια αναπαυτικά απλωμένα.

Γκεβάρα: Όταν φτάσαμε, μας διέλυσαν. Είχαμε ένα φρικτό ταξίδι με το γιότ Γκράνμα, στο οποίο επέβαιναν οι 82 αντάρτες, συν το πλήρωμα. Μια καταιγίδα μας έβγαλε από την πορεία μας και οι περισσότεροι υποφέραμε από ναυτία. Το νερό και τα τρόφιμα στο κότερο είχαν τελειώσει και, το αποκορύφωμα των ατυχιών, όταν φτάσαμε στο νησί, το κόλλησε στη λάσπη. Από τον αέρα και από την ακτή μας πυροβολούσαν αδιάκοπα, ήδη είχαμε απομείνει ζωντανοί λιγότεροι από τους μισούς – ή με μισή ζωή – αν λάβουμε υπόψη την κατάσταση μας. Συνολικά, απ’ τους 82, απομείναμε με τον Φιντέλ 12. Από την πρώτη στιγμή η ομάδα μας μειώθηκε σε 7, καθώς οι άλλοι 5 την κοπάνησαν. Αυτό ήταν ότι απέμεινε από το φιλόδοξο εκστρατευτικό σώμα του Κινήματος της 26ης Ιουλίου. Ξαπλωμένοι στο έδαφος, χωρίς να μπορούμε να πυροβολήσουμε για να μην προδοθούμε, περιμέναμε την τελική απόφαση του Φιντέλ, ενώ από μακριά ηχούσαν οι συστοιχίες πυροβόλων του ναυτικού και οι ριπές των βομβαρδιστικών της αεροπορίας.

Ο Γκεβάρα άφησε έναν καγχασμό στη θύμηση όλων αυτών.

Γκεβάρα: Τι τύπος είναι ο Φιντέλ! Ξέρεις, εκμεταλλεύτηκε τον θόρυβο του πολυβόλου για να σηκωθεί όρθιος και να μας πει: “Ακούστε πως μας χτυπούν. Είναι τρομοκρατημένοι. Μας φοβούνται, επειδή ξέρουν ότι θα τους ξεπαστρέψουμε”. Και χωρίς άλλη κουβέντα, φορτώθηκε το τουφέκι και τον γυλιό του και μπήκε επικεφαλής του μικρού μας καραβανιού. Πηγαίναμε γραμμή για το Τουρκίνο, το πιο ψηλό και απρόσιτο βουνό της Σιέρρα Μαέστρα, όπου στήσαμε τον πρώτο μας καταυλισμό. Οι χωρικοί μας κοιτούσαν να περνάμε χωρίς ίχνος εγκαρδιότητας. Αλλά ο Φιντέλ δεν το ‘βαζε κάτω. Τους χαιρετούσε με χαμόγελο και κατόρθωνε μέσα σε ελάχιστα λεπτά να ανοίξει μια συζήτηση λίγο πολύ φιλική. Όταν αρνούνταν να μας δώσουν τρόφιμα, συνεχίζαμε αδιαμαρτύρητα την πορεία μας. Σιγά σιγά η αγροτιά διαπίστωσε ότι εμείς οι “μουσάτοι ρέμπελοι” ήμασταν το ακριβώς αντίθετο των φρουρών που μας έψαχναν. Ενώ ο στρατός του Μπατίστα ιδιοποιούνταν όλα όσα χρειαζόταν από τις παράγκες τους – ακόμα και τις γυναίκες, εννοείται – οι άντρες του Φιντέλ Κάστρο σέβονταν την ιδιοκτησία των χωρικών και πλήρωναν γενναιόδωρα ότι κατανάλωναν. Παρατηρούσαμε, όχι χωρίς έκπληξη, πως οι αγρότες τα είχαν χάσει με τη συμπεριφορά μας. Ήταν συνηθισμένοι στο φέρσιμο του στρατού του Μπατίστα. Σιγά σιγά έγιναν πραγματικοί μας φίλοι και καθώς άρχισαν οι αψιμαχίες μας με τα αποσπάσματα των κυβερνητικών στρατευμάτων, πολλοί εξέφραζαν την επιθυμία να ενωθούν μαζί μας. Όμως, εκείνες οι πρώτες μάχες προς αναζήτηση όπλων, εκείνες οι ενέδρες που άρχισαν να ανησυχούν τους φρουρούς, σήμαναν επίσης και την έναρξη του πιο άγριου κύματος τρομοκρατίας που μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε. Σε κάθε αγρότη έβλεπαν έναν εν δυνάμει αντάρτη και τον σκότωναν. Αν μάθαιναν πως είχαμε περάσει από μια συγκεκριμένη ζώνη, πυρπολούσαν τις καλύβες στις οποίες πιθανόν είχαμε φτάσει. Αν πήγαιναν σε ένα αγρόκτημα και δεν έβρισκαν άντρες – επειδή δούλευαν ή βρίσκονταν στο χωριό – φαντάζονταν ότι είχαν ενταχθεί στις γραμμές μας, που κάθε μέρα όλο και πύκνωναν, και τουφέκιζαν όλους τους υπόλοιπους. Η τρομοκρατία που άσκησε ο στρατός του Μπατίστα υπήρξε, αναμφίβολα, ο πιο αποτελεσματικός μας σύμμαχος τον πρώτο καιρό. Η πιο εύγλωττη σε αγριότητα απόδειξη για την αγροτιά πως ήταν αναγκαίο να ξεμπερδεύουν με το καθεστώς του Μπατίστα.

Ο θόρυβος της μηχανής ενός αεροπλάνου τράβηξε την προσοχή όλων.

“Αεροπλάνο!” φώναξαν πολλοί και όλος ο κόσμος βάλθηκε να τρέχει προς το εσωτερικό της Οτίλια. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο εξαφανίστηκαν από τα ξηραντήρια του καφέ τα χάμουρα των ζώων και τα σακίδια και γύρω από το αγρόκτημα δεν έβλεπες τίποτα πέρα από τον ήλιο που ξάσπριζε τα δέντρα, το τσιμεντένιο δάπεδο του ξηραντήρα και το κοκκινόχωμα του δρόμου. Ένα σκούρο γκρι αεροπλανάκι παρουσιάστηκε πίσω από έναν λοφίσκο και έκανε δύο μεγάλους κύκλους πάνω από την Οτίλια, σε αρκετό ύψος, αλλά δίχως να ρίξει ούτε μια ριπή. Σύντομα εξαφανίστηκε.

Βγήκαμε όλοι από το σπίτι, σαν να ήμασταν επί ώρες εκεί κλεισμένοι. Θύμισα στον Γκεβάρα την πρόθεση μου να συναντήσω το συντομότερο δυνατόν τον Φιντέλ Κάστρο, για να ηχογραφήσω το ρεπορτάζ μου και κατόπιν να επιστρέψω στη βάση, για να προσπαθήσω να το μεταδώσω κατευθείαν στο Μπουένος Άιρες. Μέσα σε λίγα λεπτά μου βρήκε έναν οδηγό, που γνώριζε καλά την περιοχή Χιμπακόα όπου μάλλον δρούσε ο Φιντέλ, και ένα γερό λίγο πολύ μουλάρι χωρίς πάρα πολλές πληγές.

“Πρέπει να φύγετε τώρα αμέσως”, μου εξήγησε ο Γκεβάρα, “για να φτάσετε εγκαίρος στον πρώτο καταυλισμό, και αύριο το πρωί θα συνεχίσετε μέχρι το Λας Μερσέδες. Εκεί ίσως να μπορέσουν να σας πουν κατά που κινείται ο Φιντέλ. Με λίγη τύχη, σε τρεις μέρες θα τον έχετε εντοπίσει”.

Καβάλησα το μουλάρι και τους αποχαιρέτησα όλους, υποσχόμενος στο Γκεβάρα να συναντηθούμε στη Λα Μέσα έπειτα από μερικές μέρες, όταν θα επέστρεφα με το ρεπορτάζ μου. Έδωσα στον Γίμπρε μόλικα χρησιμοποιημένα φιλμ και δύο μαγνητοταινίες, για να τα φυλάξει στη βάση μετάδοσης.

Κόντευε μεσημέρι και το γουρούνι άρχισε να τηγανίζεται και πάλι, αφού πέρασε η τρομάρα του αεροπλάνου. Η οσμή λίπους, που τόσο με ανακάτωνε αρχικά, μου φάνηκε υπέροχη. Ο απίστευτα καθαρός αέρας της Σιέρρα Μαέστρα αποτελούσε ένα σπουδαίο τονωτικό για το στομάχι μου. Ο Σορί Μαρίν μου έφερε μισή ντουζίνα μπανάνες, που αυτή τη φορά – ποτέ δεν κατάφερα να μάθω γιατί – τις λέγανε μαλτένιες. Ο Γκεβάρα συνέστησε στον οδηγό μεγάλη προσοχή όταν θα πλησιάζαμε στο Λας Μίνας. “Είναι ο πρώτος συμπατριώτης μου που βλέπω εδώ και πολύ καιρό”, φώναξε γελώντας, “και θέλω να αντέξει τουλάχιστον ώσπου να στείλει το ρεπορτάζ στο Μπουένος Άιρες”. “Τσάου”, τον χαιρέτησα από μακριά.

Καμιά τριανταριά φωνές αποκρίθηκαν, γελώντας και κραυγάζοντας, θαρρείς και μόλις είχα δώσει τον πιο κωμικό χαιρετισμό που θα μπορούσα να σκεφτώ.

Πηγή: “Ο Τσε από τον Γκεβάρα”, Εκδόσεις Τόπος, 2008. Τίτλος πρωτότυπου: Che desde la memoria, 2004, Ocean Press.

Χόρχε Μασέτι: Συνάντηση και συνέντευξη με τον Τσε στην Σιέρρα Μαέστρα (Μέρος ‘Α)

Che Guevara with Jorge Masetti Sierra Maestra
Ο Τσε και ο Μασέτι στην Σιέρρα Μαέστρα.

Η παρακάτω συνέντευξη δώθηκε στον αργεντίνο δημοσιογράφο Χόρχε Ρικάρντο Μασέτι τον Απρίλη του 1958. Ο Μασέτι ήταν ο πρώτος αργεντίνος που έβλεπε ο Γκεβάρα μετά από πολύ καιρό. Ήταν ο δημοσιογράφος με πρωτοβουλία του οποίου αργότερα ιδρύθηκε το ειδησεογραφικό δίκτυο Prensa Latina που συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι σήμερα ως πηγή ειδήσεων από την Κούβα και τη λατινική Αμερική. 

Αφηγείται ο Μασέτι.

Όταν ξύπνησα ήμουν απογοητευμένος. Είχα κοιμηθεί γαλήνια ως τις πέντε και ούτε για μια στιγμή δεν άκουσα πυροβολισμούς. Η φρουρά είχε κάν ει μια σύντομη επιδρομή, αλλά επέστρεψε αμέσως στο στρατόπεδο της μαθαίνοντας ότι ο Τσε δεν βρισκόταν στην Οτίλια και πιθανώς τους ετοίμαζε κάποια ενέδρα. […]

Ο Γκεβάρα έφτασε στις έξι. Καθώς παρατηρούσα με θαυμασμό μια ομάδα νέων, που καταπιάνονταν παραδόξως με κάτι που εγώ εδώ και πολύ καιρό είχα πάψει να κάνω, δηλαδή να πλύνουν το πρόσωπο τους, άρχισαν να εμφανίζονται απο διάφορα σημεία ομάδες ιδρωμένων ανταρτών, φορτωμένων με τον ελαφρύ γυλιό τους και τον βαρύ οπλισμό τους. Οι τσέπες ήταν φουσκωμένες από σφαίρες και τα φυσεκλίκια διασταυρώνονταν στο απροστάτευτο, απο ένα πουκάμισο δίχως κουμπιά, στέρνο.

Ήταν εκείνοι που είχαν στήσει την προηγούμενη νύχτα μια ενέδρα στον στρατό του Σάντσες Μοσκέρα και επέστρεφαν κουρασμένοι, νυσταγμένοι και φλεγόμενοι ακόμα από την επιθυμία να τα βάλουν με τις μονάδες του μισητού συνταγματάρχη. Σε λίγο ήρθε και ο Ερνέστο Γκεβάρα, καβάλα σ’ ένα μουλάρι, με τα πόδια να κρέμονται και τη γυρτή ράχη να προεκτείνεται στις κάννες μιας μπερέτας και ενός τουφεκιού με τηλεσκοπικό στόχαστρο, σαν δύο κοντάρια που στήριζαν τον σκελετό του εμφανώς μεγάλου σώματος του. Όταν το μουλάρι πλησίασε, μπόρεσα να δω ότι κρεμόταν από τη μέση του μια πέτσινη φυσιγγιοθήκη γεμάτη σφαίρες και ένα πιστόλι. Από τις τσέπες του πουκαμίσου του εξείχαν δύο περιοδικά, από τον λαιμό κρεμόταν μια φωτογραφική μηχανή και από το μυτερό πιγούνι μερικές τρίχες που λαχταρούσαν να γίνουν γενειάδα. 

Κατέβηκε με όλη του την άνεση απο το μουλάρι, πατώντας το χώμα με κάτι τεράστιες και χοντροκομμένες μπότες και, καθώς με πλησίαζε, υπολόγισε ότι είχε ύψος γύρω στο ένα και εβδομήντα οκτώ και ότι το άσθμα από το οποίο υπέφερε δεν φαινόταν να του δημιουργεί το παραμικρό εμπόδιο.  Ο Σορί Μαρίν έκανε τις συστάσεις μπροστά στα μάτια είκοσι στρατιωτών που ποτέ δεν είχαν δει μαζί δύο αργεντίνους και που κάπως απογοητεύτηκαν βλέποντας ότι χαιρετηθήκαμε με αρκετή τυπικότητα.

Ο περίφημος Τσε Γκεβάρα μου φάνηκε σαν ένας συνηθισμένος νεαρός αργεντίνος της μεσαίας τάξης, καθώς επίσης και σαν μια ξανανιωμένη καρικατούρα του Καντίφλας (σ.σ: μεξικανός κωμικός). Με κάλεσε να προγευματίσουμε μαζί και αρχίσαμε να τρώμε χωρίς σχεδόν να μιλάμε. Οι πρώτες ερωτήσεις ήταν, λογικά, απο εκείνον. Και, λογικά επίσης, αφορούσαν την πολιτική κατάσταση της Αργεντινής.

Οι απαντήσεις μου φάνηκε να τον ικανοποιούν και, αφού κουβεντιάσαμε για λίγο, διαπιστώσαμε ότι συμφωνούσαμε σε πολλά και πως τελικά δεν ήμασταν δύο επικίνδυνα υποκείμενα. Σύντομα κουβεντιάζαμε δίχως πολλές επιφυλάξεις – διατηρούσαμε βέβαια μερικές, σαν καλοί αργεντίνοι της ίδιας γενιάς – και αρχίσαμε να μιλάμε στον ενικό.

Ένα χωριατόπαιδο, που είχε στήσει αφτί, έκανε το Γκεβάρα να πετάξει ένα χιουμοριστικό σχόλιο για το πόσο αστείο έβρισκαν οι κουβανοί τον τρόπο της ομιλίας μας, και τα αμοιβαία γέλια μας μας ένωσαν, αμέσως σχεδόν, σε ένα διάλογο λιγόγερο συγκρατημένο. Τότε του εξήγησα τους λόγους του ταξιδιού μου στην Σιέρρα Μαέστρα. Την επιθυμία μου να ξεκαθαρίσω, πρώτα απ’ όλα στον εαυτό μου, το τι είδους επανάσταση ήταν αυτή που διαδραματίζονταν στην Κούβα εδώ και 17 μήνες – πως ήταν δυνατόν να αντέχουν για τόσο διάστημα χωρίς τη στήριξη κάποιου ξένου κράτους – γιατί ο λαός της Κούβας δεν κατάφερνε να ρίξει το Μπατίστα αν πραγματικά ήταν με τους επαναστάτες και δεκάδες ακόμα ερωτήσεις, πολλές από τις οποίες είχαν ήδη βρει, κατά την άποψη μου, απάντηση μετά το ταξίδι στην Οτίλια: έχοντας βιώσει τον τρόπο των πόλεων και το τουφεκίδι των βουνών, έχοντας δει άοπλους αντάρτες να συμμετέχουν σε ενέδρες αυτοκτονίας για να αρπάξουν ένα όπλο με το οποίο να πολεμήσουν πραγματικά , έχοντας ακούσει τους αναλφάβητους χωρικούς να εξηγούν, ο καθένας με τον τρόπο του, αλλά σαφέστατα, γιατί αγωνίζονταν, έχοντας διαπιστώσει πια ότι δεν βρισκόμουν ανάμεσα σε έναν στρατό φανατικών, που θα ανεχόταν την οποιαδήποτε συμπεριφορά των ηγετών του, αλλά ανάμεσα σε μια ομάδα αντρών με επίγνωση ότι το όποιο ξεστράτισμα από την έντιμη γραμμή, που τόσο τους έκανε περήφανους, θα σήμαινε το τέλος των πάντων και νέα ανταρσία.

Εγώ όμως, παρ’ όλα αυτά, διατηρούσα τις αμφιβολίες μου. Αρνιόμουν να αφήσω να με παρασύρει εντελώς η συμπάθειά μου προς τους αγωνιζόμενους χωρικούς, πριν διερευνήσω εξονυχιστικά τις ιδέες εκείνων που τους καθοδηγούσαν. Αρνιόμουν να δεχθώ μια για πάντα ότι κανένα αμερικάνικο κονσόρτσιουμ δεν επιχειρούσε να γίνει όψιμος υποστηρικτής του Φιντέλ Κάστρο, παρά το ότι, τα αεριωθούμενα που η βορειοαμερικανική αεροναυτική αποστολή είχε χορηγήσει στον Μπατίστα, είχαν βομβαρδίσει πολλές φορές το μέρος όπου βρισκόμουν. Η πρώτη μου συγκεκριμένη ερώτηση στον Γκεβάρα, στον νεαρό αργεντίνο γιατρό, τον ηρωϊκό κομαντάντε και επικεφαλής μιας επανάστασης, που δεν είχε την παραμικρή σχέση με την πατρίδα του, ήταν:

(Ξεκινά η συνέντευξη με τον Τσε)

Ερώτηση: Γιατί βρίσκεσαι εδώ;

(εκείνος είχε ανάψει την πίπα του και γω το τσγάρι μου και καθίσαμε αναπαυτικά, για μια συζήτηση που ξέραμε πως θα διαρκούσε. Με τον ήρεμο τόνο του, που οι κουβανοί θεωρούσαν αργεντίνικο και εγώ θα τον περιέγραφα ως ένα μείγμα κουβανέζικου και μεξικάνικου, μου απάντησε…)

Γκεβάρα: Βρίσκομαι εδώ απλώς και μόνον επειδή θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί η Αμερική από δικτάτορες είναι ανατρέποντας τους. Βοηθώντας την πτώση τους με κάθε τρόπο. Και, όσο πιο άμεσος είναι, τόσο καλύτερα

Ερώτηση: Και δεν φοβάσαι μήπως η παρέμβαση σου στα εσωτερικά ζητήματα μιας χώρας που δεν είναι η πατρίδα σου θεωρηθεί εισβολή;

Γκεβάρα: Κατ’ αρχήν, εγώ θεωρώ πατρίδα μου όχι μόνο την Αργεντινή, αλλά ολόκληρη την Αμερική. Έχω προγόνους τόσο ένδοξους όσο ο Χοσέ Μαρτί και είναι στη χώρα του ακριβώς που υπακούω στα κελεύσματα του. Δε μπορώ να καταλάβω γιατί να την αποκαλέσουν εισβολή όταν συμμετέχω προσωπικά, δίνομαι ολοκληρωτικά, προσφέρω το αίμα μου για μια υπόθεση που θεωρώ δίκαιη και παλλαϊκή, βοηθώντας ένα λαό να απαλλαγεί από μια τυραννία η οποία αποδέχεται την εισβολή μιας ξένης δύναμης που τη βοηθάει με όπλα, με αεροπλάνα, με χρήματα και με ειδικούς εκπαιδευτές. Καμιά χώρα ως τώρα δεν κατήγγειλε την αμερικανική επέμβαση στις κουβανικές υποθέσεις και καμιά εφημερίδα δεν κατηγορεί τους Γιάνκηδες ότι βοηθούν τον Μπατίστα να σφάξει τον ίδιο το λαό του. Όμως πολλοί ασχολούνται μ’ εμένα. Εγώ είμαι ο ξένος που, παρεμβαίνοντας από τα έξω, βοηθάει τους αντάρτες με τη σάρκα του και το αίμα του. Εκείνοι που προμηθεύουν τα όπλα πυροδοτώντας έναν πόλεμο στο εσωτερικό της χώρας δεν παρεμβαίνουν. Ενώ εγώ…

Ο Γκεβάρα επωφελήθηκε από την παύση για να ανάψει τη σβησμένη πίπα του. Όλα όσα είχε πει έβγαιναν απο κάτι χείλια που έμοιαζαν να χαμογελούν αδιάκοπα χωρίς την παραμικρή έμφαση, με τρόπο εντελώς απρόσωπο. Αντίθετα, εγώ ήμουν απόλυτα σοβαρός. Ήξερα πως είχα ακόμα πολλές ερωτήσεις να του υποβάλω, που τις έβρισκα ήδη γελοίες.

– Και τι γίνεται με τον κομμουνισμό του Φιντέλ Κάστρο;

Τώρα το χαμόγελο διαγράφτηκε καθαρά. Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά στην πίπα του, που γουργούρισε, και μου αποκρίθηκε στον ίδιο ατάραχο τόνο με πριν:

Γκεβάρα: Ο Φιντέλ δεν είναι κομμουνιστής*. Αν ήταν, θα είχε τουλάχιστον περισσότερα όπλα. Αλλά αυτή η επανάσταση είναι αποκλειστικά κουβανέζικη. Ή, πιο σωστά, λατινοαμερικάνικη. Πολιτικά θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τον Φιντέλ και το κίνημα του ως “επαναστατικό πατριωτισμό”. Εννοείται πως είναι αντιαμερικάνικο, στο βαθμό που οι βορειοαμερικάνοι είναι αντεπαναστάτες. Αλλά, στην πραγματικότητα, δεν διακηρύσσουμε και ούτε κάνουμε παντιέρα μας κάποιον προσηλυτιστικό αντιαμερικανισμό. Είμαστε εναντίον των ΗΠΑ – επανέλαβε με έμφαση για να το ξεκαθαρίσει εντελώς – επειδή η Βόρειος Αμερική είναι εναντίον των λαών μας.

Masetti with fidel castro sierra maestra
Ο Χ.Μασέτι (αριστερά) με τον Φιντέλ στην Σιέρρα Μαέστρα.

(* Σημείωση Guevaristas: Βρισκόμαστε στο 1958. Τόσο ο Φιντέλ όσο και ευρύτερα το Κίνημα της 26ης Ιούλη δεν έχουν δώσει ξεκάθαρα δείγματα κομμουνιστικής ιδεολογίας. Ο Τσε είχε έρθει σε επαφή με κομμουνιστές ήδη από την εποχή που βρισκόταν στη Γουατεμάλα – και γι’ αυτό είχε επικυρηχθεί ως «κομμουνιστής» απ’ το καθεστώς Μπατίστα μαζί με ορισμένους άλλους συντρόφους του κουβανέζικου αντάρτικου.  Ο Φιντέλ Κάστρο έχει διηγηθεί ο ίδιος πως έγινε κομμουνιστής. Η απάντηση επομένως του Γκεβάρα στην ερώτηση που του έθεσε ο Μασέτι μπορεί να θεωρηθεί και ως προσπάθεια να προβάλει περισσότερο τα αντι-ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά του αντάρτικου κινήματος, με σκοπό να ενώσει όσο το δυνατόν περισσότερους κουβανούς στην πάλη ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα και των αμερικανών υποστηρικτών του).

Γκεβάρα: Ο βασικός στόχος αυτής της ανοησίας είμαι εγώ – συνέχισε λέγοντας ο Τσε. Δεν υπήρξε Γιάνκης δημοσιογράφος που να ήρθε στα βουνά και που να μην άρχισε να με ρωτάει για τη δράση μου στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γουατεμάλα – θεωρώντας δεδομένο ότι συμμετείχα στο κομμουνιστικό κόμμα εκείνης της χώρας – απλώς και μόνον επειδή υπήρξα, αλλά και είμαι ένας ειλικρινής θαυμαστής της δημοκρατικής διακυβέρνησης του συνταγματάρχη Γιακόμπο Άρμπενς.

– Ανέλαβες κάποιο αξίωμα σε εκείνη την κυβέρνηση;

Γκεβάρα: Όχι, ποτέ, συνέχιζε να μιλάει ήρεμα, χωρίς να βγάζει την πίπα απ’ το στόμα. Αλλά, όταν σημειώθηκε η βορειοαμερικάνικη εισβολή, προσπάθησα να δημιουργήσω μια ομάδα από νέους σαν εμένα, για να αντιμετωπίσουμε τους υψηλόμισθους υπαλλήλους των μεγάλων φρουτέμπορων. Στη Γουατεμάλα ήταν αναγκαίο να συγκρουστούμε, και σχεδόν κανείς δεν συγκρούστηκε. Ήταν αναγκαίο να αντισταθούμε, και σχεδόν κανείς δεν το έκανε.

Εγώ συνέχισα να τον ακούω χωρίς να κάνω ερωτήσεις. Δεν υπήρχε λόγος, άλλωστε.

Γκεβάρα: Από εκεί το έσκασα για το Μεξικό, όταν πλέον οι πράκτορες του FBI άρχισαν να συλλαμβάνουν και να δολοφονούν απροκάλυπτα όλους όσους θεωρούσαν επικίνδυνους για την κυβέρνηση της United Fruit. Στη γη των Αζτέκων ξαναβρέθηκα με κάποιους του κινήματος της 26ης Ιουλίου που είχα γνωρίσει στη Γουατεμάλα, και γίναμε φίλοι με τον Ραούλ Κάστρο, τον μικρότερο αδελφό του Φιντέλ. Εκείνος με παρουσίασε στον αρχηγό του Κινήματος, όταν ήδη σχεδίαζαν την εκστρατεία στην Κούβα.

Καθώς η πίπα του είχε σβήσει, έκανε μια παύση για να ανάψει ένα τσιγάρο και πρόσφερε και σ’εμένα. Για να δείξω πως υπήρχα πίσω απ’ την πυκνή κουρτίνα του καπνού, τον ρώτησα πως είχε ενταχθεί στο κουβανέζικο αντάρτικο.

Πηγή: «Ο Τσε από τον Γκεβάρα», Εκδόσεις Τόπος, 2008. Τίτλος πρωτότυπου: Che desde la memoria, 2004, Ocean Press.

Ο Μίκης Θεοδωράκης αφηγείται: «Όταν συνάντησα τον Τσε στην Κούβα»

mikis theodorakis - che guevaraΟ Μίκης Θεοδωράκης επισκέπτηκε την Κούβα τρία χρόνια μετά την Επανάσταση, το 1962. Ως προσωπικότητα της ελληνικής αριστεράς εκείνης της εποχής, ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης βρέθηκε στην Κούβα συμμετέχοντας σε αποστολή της τότε ΕΔΑ στο νησί της Επανάστασης. Παρακάτω δημοσιεύονται αποσπάσματα αφηγήσεων του Μ.Θεοδωράκη για την επίσκεψη του στην Κούβα και – ιδιαιτέρως – την συνάντηση που είχε με τον Τσε, που την περίοδο εκείνη ήταν υπουργός βιομηχανίας της επαναστατικής κυβέρνησης.

«Αυτή ήταν μια πρώτη επίσκεψη που έγινε τότε επίσημα στην Κούβα. Πάρα πολύ μεγάλο ταξίδι, με ελικοφόρα. Ήταν μια προσπάθεια των Κουβανέζων να καλέσουν αντιπροσωπείες από όλο τον κόσμο, προκειμένου να απαντήσουν στις κατηγορίες και τις συκοφαντίες των διαφόρων γραφείων των ιμπεριαλιστών, που μιλούσαν για σφαγείς και λοιπά, τα γνωστά.

Βρήκαμε μια περίεργη κατάσταση, γιατί όλος ο κόσμος ήταν ένοπλος, όλοι φορούσαν χακί στολές, είχαν όλοι μπαρμπούτος και οι γυναίκες ήταν ένοπλες, παράλληλα όμως υπήρχε και μια πανηγυρική ατμόσφαιρα. Δηλαδή όλος ο κόσμος χόρευε, μιλούσε, πανηγύριζε. Γιόρταζαν συνέχεια αυτοί, ήταν μια γιορτή της επανάστασης συνεχής.

Πήγαμε εκεί, όπου μας έβαλαν σε ένα αμερικάνικο ξενοδοχείο – είχαν επιτάξει όλα τα ξενοδοχεία. Εκείνο που μας έκανε εντύπωση ήταν ότι στα πρώτα πατώματα, στα πρώτα τριάντα πατώματα έμεναν παιδιά. Είχαν πάρει τα παιδιά από τα χωριά, όπου δεν είχαν σπίτια να μείνουν, για να τα προφυλάξουν, να ζουν σε καλύτερες συνθήκες. Αυτά τα παιδιά τα έβαζαν σε δωμάτια, πήγαιναν σε σχολεία όλα μαζί, ήταν καθαρά… Και ήθελα να τονίσω ότι αυτά τα παιδιά, που μεγάλωσαν και σπούδασαν, σήμερα είναι η νέα τάξη της Κούβας. Γι’ αυτό είναι τόσο δυνατός ο Κάστρο, δε θα φύγει ποτέ, διότι πρόκειται για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά, τα οποία δημιουργήθηκαν από το τίποτα.

Αρχίσαμε να κάνουμε αυτές τις επισκέψεις, να βλέπουμε την σύγχρονη Κούβα. Πήγαμε και στα υπουργεία, εγώ και ο Σακελλάρης, ένας βουλευτής της ΕΔΑ. Η ΕΔΑ πήρε εμένα ως προσωπικότητα, για να είμαι λίγο πιο γνωστός. Φυσικά δεν ήμουν εκεί γνωστός, αλλά, τέλος πάντων, είχαν την καλοσύνη να διαλέξουν εμένα. Τον Σακελλάρη τον ενδιέφερε να δει τα οικονομικά της επανάστασης. Σου λέει “Σε λίγο η ΕΔΑ θα είναι κυβέρνηση στην Ελλάδα, να δούμε πως πάνε τα οικονομικά εδώ”. Ο Κάστρο και οι άλλοι δέχονταν κάθε τόσο τους ξένους. Είδαμε και τον γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος… αυτοί εν τω μεταξύ είχαν ξεφτιλιστεί, διότι, λίγο πριν πέσει ο Μπατίστα, το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν εναντίον του Κάστρο.

Πήγαμε λοιπόν στο “Αβάνα Λίμπρε”, το πρώην “Χίλτον”, το οποίο ονόμασαν “Αβάνα Λίμπρε”, “Ελεύθερη Αβάνα”, και μας είπαν ότι στην ταράτσα επάνω, που έπαιζε και μια ορχήστρα, θα μας δεχόταν η ηγεσία των επαναστατών. Καθίσαμε σε κάτι τραπέζια και μετά ήρθαν οι διερμηνείς. Κάναμε τις συστάσεις, ήταν ο Φιντέλ Κάστρο, ο Τσε Γκεβάρα και ο πρόεδρος της Κούβας, ο μόνος που δεν είχε γένια. Άρχισε να ρωτάει για την Ελλάδα, ήξεραν για την Ελλάδα, πολλοί όμως δεν ήξεραν καν που βρίσκεται».

Και ο Τσε;

«Ε, βέβαια. Ο Τσε ήταν γιατρός, από την Αργεντινή. Την αρχαία Ελλάδα βέβαια την γνώριζαν, λίγα πράγματα όμως ήξεραν για την σύγχρονη Ελλάδα. Εκεί λοιπόν που τελείωνε η συνάντησή μας, άρχισε η ορχήστρα να παίζει το “Lune de miel”. Το “Honeymoon song” ήταν το εθνικό τους τραγούδι. Μου είπαν μάλιστα ότι το έχουν γράψει και σε μια στήλη εκεί ότι ο ραδιοφωνικός τους σταθμός ξεκίνησε με το τραγούδι αυτό, το οποίο θεωρούσαν ότι είναι μεξικάνικο. Κάποιος έξυπνος Μεξικάνος εκεί έβαλε το όνομά του από κάτω. Το τραγουδούσε ένας Μεξικάνος τραγουδιστής τον οποίο λάτρευε όλοι η Νότια Αμερική, ήταν ο Καζαντζίδης, ας πούμε της Νότιας Αμερικής. Φυσικά και στην Κούβα, λόγω αυτής της διασκευής του τραγουδιού, και του τραγουδιστή, το τραγούδι ήταν στα χείλη όλων των Κουβανέζων. Λέει λοιπόν ο διερμηνέας, όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, στον Κάστρο: “Με την ευκαιρία, να σας πω ότι αυτό το τραγούδι είναι δημιουργία του κύριου εδώ”. “Πού πάτε;” λέει ο Κάστρο κατενθουσιασμένος. “Είναι δυνατόν; Γράφει τέτοια πράγματα;” Δε με άφηναν να φύγω. Και ο Τσε Γκεβάρα ετοιμαζόταν να πάει στη Σιέρα Μαέστρα για περιοδεία. “Θα σε πάρω μαζί μου αύριο”, μου λέει. “Έχει ωραίο κλίμα και άφθονο οξυγόνο εκεί που πηγαίνω”».

Πως ήταν ο Τσε Γκεβάρα, λοιπόν; Γιατί ήταν τόσο μεγάλος μύθος; Έπρεπε να είναι τόσο μεγάλος μύθος;

«Αυτά τα πράγματα και τους μύθους δεν τα διαπιστώνεις με μια συνάντηση. Εμείς κάναμε απλές συζητήσεις με ένα διερμηνέα που δεν ήξερε και πάρα πολύ καλά τα ισπανικά. Εκείνο το καλαμπούρι που έκανα μαζί του είναι ότι παντού έλεγε “Μουέρτε ο λιμπερτά”, ξέρεις, “Ελευθερία ή θάνατος”. Μάλιστα με πήγε και σε ένα μοντέρνο σφαγείο και δεν ήθελα να μπω μέσα, και είδα την πινακίδα: “Ελευθερία ή θάνατος”. Του λέω “Εδώ, αγαπητέ σύντροφε, κοροϊδεύετε τα ζώα, εδώ μόνο ο θάνατος τα περιμένει. Τι μου λες και βάζεις το “ή” ; Είναι σκέτο “μουέρτε”, του λέω. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι πήγαμε σε ένα κέντρο που είχε μουσική και χορέψαμε. Σηκώθηκε ο ίδιος επάνω και είπε στην ορχήστρα να παίξουμε το τραγούδι αυτό, ενθουσιάστηκε ο κόσμος και μετά με φώναξε πάνω και είπε “Αυτός είναι ο συνθέτης”, και χειροκρότησαν όλοι. Αγαπήθηκα πολύ στην Κούβα ως λαϊκός συνθέτης, δε γίνεται παραπάνω. Να μείνουν ήσυχοι εδώ όσοι λένε ότι είμαι καλός μουσικός και κακός πολιτικός. Αφού δοξάστηκα ως μουσικός στην Κούβα…”».

Πηγή: ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ 85 ΧΡΟΝΙΑ. ΆΞΙΟΣ ΕΣΤΙ – ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ, σελ 357 έως 359. Αναδημοσίευση από «Theodorakism-Θεοδωρακισμός».

Ακολουθεί ένα δεύτερο απόσπασμα, από συνέντευξη του Μ.Θεοδωράκη στην ιστοσελίδα America Latina (10 Ιούνη 2011):

«Το 1962 που πήγα στην Κούβα να δούμε τι γίνεται λίγο μετά από την Επανάσταση, ήμουν στην ταράτσα του “Κούβα Λίβρε” του παλιού “Χίλτον”. Πίναμε εκεί και κάποιοι χόρευαν. Υπήρχαν αντιπροσωπείες από διάφορες χώρες όπως η Ισπανία. Για εμάς έλεγαν “Όμηρος, Αριστοτέλης, Ακρόπολη». Τι κάνετε εδώ με ρώτησαν, θα κάτσετε πολύ ακόμη; Λέω, αύριο μεθάυριο θα φύγω λέω γιατί με πειράζει το κλίμα εδώ. Τότε άρχισε να παίζει το τραγούδι μου, το οποίο ήταν μεγάλο σουξέ. Τότε λέει ο διερμηνέας για μένα “αυτός είναι ο συνθέτης αυτού του τραγουδιού”. Πετάγονται αμέσως όλοι όρθιοι. Όταν ξεκίνησε για πρώτη φορά την εκπομπή του ο σταθμός “Αβάνα Λίβρε” άρχισε με αυτό το τραγούδι. Λούνα Ντε Μιέλ. Είναι γραμμένο. Αυτοί ήταν ξερελαμένοι.

Μου λένε «κάτσε εδώ δεν θα πας πουθενά». Μου λέει ο Τσε Γκεβάρα «αύριο θα σε πάρω να πάμε μαζί στα βουνά που έχει ωραίο καιρό». Και έτσι άρχισε εκείνη η φιλία. Γνώρισα τον Τσε Γκεβάρα, ο λαός εκεί βέβαια είναι λίγο βαρύς. Έρχεται ένας χωριάτης και μου δίνει ένα τεράστιο πούρο, λέει κάπνισε. Αλλά μου άρεσε. Μετά πήγαμε στο βουνό, καθίσαμε μια εβδομάδα να δούμε τι έκανε η Επανάσταση και το βράδυ πηγαίναμε σε μέρη που χόρευαν οι νέοι. Ο Τσε έλεγε έχουμε «εδώ μέσα έχουμε τον φίλο μου που έγραψε αυτό το τραγούδι».. Αισθανόμουν σαν ήρωας, όλοι φώναζαν και χόρευαν.  Κάθε τόσο και λιγάκι άρχονταν κούτες με πούρα που έστελνε ο Τσε… χα, χα.. Ήταν πανάκριβα τότε..»

Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει μελοποιήσει ποιήμα του Τάσου Λειβαδίτη που αναφέρεται στον Τσε Γκεβάρα. Είναι «Ο Άγιος Τσε» από το έργο «Λειτουργία Νο.2: Για τα παιδιά που σκοτώνονται στον πόλεμο. Το τραγούδι επανακυκλοφόρησε το 1976 υπό τον τίτλο «Στο κατώφλι των καιρών» στο δίσκο «Τα λυρικά».