Τσε Γκεβάρα, ένα Σύμβολο Πάλης (Μέρος Δεύτερο)

Του Τόνυ Σονουά.

Τροτσκισμός.

Βέβαια δεν ξέρουμε τι συμπεράσματα έβγαζε ο Τσε από τη μελέτη των έργων του Τρότσκι και δεν πρόλαβε να προβάλει και να υποστηρίξει τέτοιες ιδέες, που φανερά θα έδειχναν ότι υιοθετούσε αυτές τις θέσεις. Παρόλα αυτά συνέχισε να τις μελετά. Λίγο πριν τον θάνατο του το 1967, για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι ο Γάλλος διανοούμενος Ρεζίζ Ντεμπρέ, που ήταν τότε στη Βολιβία και δούλευε με τις αντάρτικες δυνάμεις του Τσε, του έδωσε αρκετά βιβλία του Τρότσκι να διαβάσει. Δυστυχώς, εκείνη την περίοδο, οι ηγέτες του κύριου Τροτσκιστικού ρεύματος που υπήρχε τότε, δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να ανοίξουν πολιτικό διάλογο και συζήτηση για τα ζητήματα αυτά, με στόχο να βοηθήσουν τον Τσε να προχωρήσει και να ολοκληρώσει τις ιδέες του για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Αντίθετα, υποστήριξαν και ενθάρρυναν παραπέρα τις απόψεις του για το αντάρτικο και έδωσαν πλήρη και άκριτη υποστήριξη στο καθεστώς του Φιντέλ Κάστρο.

Στις ιδέες αυτές και στη λαθεμένη αυτή στάση αντιτάχθηκαν τότε, παρά τις μικρές τους δυνάμεις, οι αγωνιστές της οργάνωσης του Militant (τώρα Σοσιαλιστικό Κόμμα), που υποστήριζαν τις ιδέες του Τρότσκι και αργότερα δημιούργησαν την Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή (C.W.Ι.). To 1960, την εποχή των θυελλωδών γεγονότων στην Κούβα, τα μέλη της οργάνωσης του Militant υποστήριξαν βέβαια την επανάσταση και την ανατροπή του Μπατίστα, εξήγησαν όμως την ίδια ώρα τον χαρακτήρα του νέου καθεστώτος που δημιουργήθηκε και την ανάγκη να προσανατολιστεί προς την εργατική τάξη για να μπορέσει να εξαπλώσει την επανάσταση σ’ ολόκληρη την Λατ. Αμερική.

Αργότερα, ο Πήτερ Ταφ, σ’ ένα άρθρο του στο τεύχος 390 της βρετανικής εφημερίδας «Militant», εξήγησε τις διεργασίες που αναπτύσσονταν στην Κούβα. «Ο Κάστρο και ο Γκεβάρα στηρίχθηκαν κύρια στους αγρότες και στον αγροτικό πληθυσμό. Η εργατική τάξη μπήκε τελευταία στον αγώνα με την Γενική Απεργία που έγινε στην Αβάνα, όταν οι αντάρτες είχαν πια θριαμβεύσει και ο Μπατίστα το έσκασε για να σώσει τη ζωή του». Εξηγώντας πως αυτή η αγροτική βάση, στην οποία στηρίχθηκε η Κουβανική Επανάσταση, διαμόρφωσε ολόκληρο το χαρακτήρα του κινήματος, ανάλυσε πως ξεδιπλώθηκε η επανάσταση και πως κατάληξε στην κατάργηση του καπιταλισμού και της ατομικής ιδιοκτησίας. Ετσι υποστήριξε ότι «λόγω των δυνάμεων που στήριξαν την επανάσταση – δηλαδή ένας βασικά αγροτικός στρατός», το νέο καθεστώς δεν βασιζόταν στο συνειδητό δημοκρατικό έλεγχο και στη διεύθυνση της οικονομίας από την εργατική τάξη.

Έτσι ο Τσε, παρά το γεγονός ότι στην αναζήτηση του για μια εναλλακτική διέξοδο, διάβασε ορισμένες από τις ιδέες του Τρότσκι, δυστυχώς δεν κατάληξε να υιοθετήσει τη μαρξιστική μέθοδο. Παρ’ όλα αυτά οι επαναστατικές πράξεις του ήταν αρκετές για να προκαλέσουν την αντίδραση του Κρεμλίνου και πολλών άλλων. Για τους ηγετικούς κύκλους της γραφειοκρατίας στη Μόσχα ήταν ένας «τυχοδιώκτης», «φιλοκινέζος» και το χειρότερο απ’ όλα «τροτσκιστής». Από την άλλη, οι άρχουσες τάξεις στις καπιταλιστικές χώρες μισούσαν καθετί που υπεράσπιζε και όλα αυτά για τα οποία αγωνίστηκε. Για τις μάζες όμως στην Κούβα και σ’ ολόκληρη τη Λατ. Αμερική, ο Τσε ήταν ένας ήρωας, του οποίου το επαναστατικό παράδειγμα θα πρεπε να ακολουθήσουν κι άλλοι.

Ο Τσε εκτελέστηκε από τους υπηρέτες αυτών που υπερασπίζουν τους πλούσιους και τους ισχυρούς. Όμως, το παράδειγμα του ζει σαν ένα σύμβολο αγώνα ενάντια στην καταπίεση. Έτσι, όσο πληθαίνουν οι αγώνες ενάντια στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και την καπιταλιστική αγορά σ’ ολόκληρη την Λατ. Αμερική, τόσο πιο πολύ διαδίδεται σήμερα το σύνθημα, που γράφει η νεολαία στους τοίχους «CHE VIVE» («Ο Τσε ζει»). Ο καλύτερος τρόπος λοιπόν για να τιμήσουμε την επέτειο της εκτέλεσης του είναι, όλοι εμείς που συνεχίζουμε τον αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση διεθνώς, να βγάλουμε τα απαραίτητα συμπεράσματα από τις εμπειρίες του Τσε, για να μπορέσουμε να πετύχουμε τη νίκη που τόσο πολύ επιθυμούσε και το σοσιαλισμό. Η μπροσούρα αυτή έχει σαν στόχο να συμβάλει και να ενισχύσει αυτόν τον κρίσιμο αγώνα.

Ξεκίνησε σαν μποέμ

Είναι ίσως αναμενόμενο για έναν Αργεντινό να είναι ιδιοκτήτης μιας φυτείας τσαγιού, όπως συνέβαινε με τον Ερνέστο Γκεβάρα Λύντς, που είχε τη δική του στην απομακρυσμένη ζούγκλα της Μιζιόνες, στα σύνορα με την Παραγουάη και την Βραζιλία. Οι Χιλιανοί είναι φανατικοί καταναλωτές τσαγιού και οι Βραζιλιάνοι τρελαίνονται για τον καφέ. Οι Αργεντινοί όμως πίνουν με πολύ ευχαρίστηση το πικρό τσάι «Χέρμπα Μάτε» όλη την ημέρα, είτε είναι στην δουλειά, είτε ξεκουράζονται με φίλους.

Ο Ερνέστο Γκεβάρα Λύντς ήταν δισέγγονος ενός από τους πλουσιότερους άντρες της Ν.Αμερικής και οι πρόγονοι του ανήκαν στην Ισπανική και Ιρλανδέζικη αριστοκρατία. Το μεγαλύτερο μέρος της οικογενειακής περιουσίας είχε σπαταληθεί από τις προηγούμενες γενιές. Ετσι ο Γκεβάρα Λύντς επένδυσε ότι του είχε απομείνει στην φυτεία τσαγιού και μ’ αυτό τον τρόπο έλπιζε να φτιάξει τη δική του περιουσία. Το 1927 γνώρισε και παντρεύτηκε την Σέλια Δε Λα Σέρνα, μια Αργεντινή, επίσης αριστοκρατικής καταγωγής.

Το πρώτο από τα 4 παιδιά τους, ο Ερνέστο, θα γινόταν ο παγκοσμίως γνωστός επαναστάτης Τσέ Γκεβάρα. Ως επαναστάτης που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην παρανομία, άξιζε να έχει παραποιημένα και τα πιστοποιητικά της γέννησης και της ταφής του.

Στην πραγματικότητα ο Ερνέστο είχε γεννηθεί ένα μήνα νωρίτερα από τις 14 Ιούνη του 1928, που έγραφε το πιστοποιητικό της γέννησης του. Η πλαστογράφηση ήταν απαραίτητη γιατί η μητέρα του ήταν 3 μηνών έγκυος την μέρα που παντρεύτηκε. Ο Τσέ εκτελέστηκε στις 8 Οκτώβρη 1967 στην Βολιβία από την CIA και τον Βολιβιανό στρατό. Το σώμα του όμως «εξαφανίστηκε» και ο πραγματικός τόπος ταφής του βρέθηκε μόνο πρόσφατα.

30 χρόνια μετά την εκτέλεση του ο Τσε Γκεβάρα εξακολουθεί να ζεί στις μνήμες των λαών της Λ.Αμερικής και ακόμα πιο μακριά. Αφησε πίσω του μια μεγάλη παράδοση ως διεθνιστής και επαναστάτης που θυσίασε τη ζωή του και παραμένει ένα σύμβολο που εμπνέει τους αγωνιστές που παλεύουν ενάντια στην εκμετάλλευση. Με αφορμή την επέτειο της εκτέλεσης του οι επαναστάτες χαιρετίζουν τον Τσε σαν ένα σύμβολο του αγώνα ενάντια στην καταπίεση και αναγνωρίζουν τον ηρωικό ρόλο που έπαιξε στην Κουβανέζικη Επανάσταση του 1959.

Ο ανταρτοπόλεμος, που κατά κύριο λόγο βασίστηκε στους πιο καταπιεσμένους αγρότες της Κούβας, έληξε με την ανατροπή της μισητής δικτατορίας του Μπατίστα. Αυτό έγινε δυνατό εξαιτίας της συγκεκριμένης κατάστασης που επικρατούσε στην Κούβα και σ’ άλλες χώρες της Κεντρικής Αμερικής και της Καραϊβικής. Ο Τσε, όμως δεν μπόρεσε να ανάψει την φωτιά της επανάστασης με την ίδια επιτυχία στις χώρες της Λατ.Αμερικής, όπου υπήρχαν διαφορετικές συνθήκες-εκεί δηλαδή όπου ο αστικός πληθυσμός ήταν πολύ μεγαλύτερος και ο αγροτικός μικρότερος από ότι στην Κεντρική Αμερική.

Ετσι, η προσπάθεια του Τσε να χρησιμοποιήσει εκεί τις ίδιες μεθόδους που εφάρμοσε στην Κούβα, δημιούργησε σοβαρά ερωτηματικά για τις ιδέες και τις μεθόδους του, που πρέπει να εξεταστούν και να απαντηθούν από τους επαναστάτες σοσιαλιστές.

Η ανατροφή του

Ο Τσε δεν μπήκε, από την αρχή πρόθυμα στην πολιτική δράση. Εξαιτίας της μεσοαστικής του ανατροφής και της συμπάθειας του για τους φτωχούς και τους άρρωστους, αρχικά στράφηκε στην ιατρική και πήρε το πτυχίο του γιατρού το 1953 από το πανεπιστήμιο του Μπουένος Αϊρες. Η οικογένεια του μετακόμισε από τη Μιζιόνες στην Κόρντομπα για οικονομικούς λόγους, αλλά και για να βοηθήσει τον Τσε να ξεπεράσει το χρόνιο άσθμα του με την αλλαγή κλίματος. Τελικά, κατάληξαν να γυρίσουν πάλι πίσω στο Μπουένος Αϊρες, το 1947, όπου και οι γονείς του χώρισαν.

Το άσθμα θα κυνηγούσε τον Τσε σε όλη του τη ζωή, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν δίστασε αργότερα να εμπλακεί στον ανταρτοπόλεμο στις ζούγκλες. Οπως κι άλλα τέτοια προβλήματα, το άσθμα φαίνεται ότι επηρέασε σημαντικά την ανάπτυξη του. Συχνά δεν μπορούσε να περπατήσει και παρέμενε καθηλωμένος στο κρεββάτι του. Ετσι, ανάπτυξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το διάβασμα και το σκάκι. Αποφασισμένος να ξεπεράσει την αδυναμία του επέμενε να αθλείται. Παρ’ όλα αυτά όμως εξελίχθηκε σε κάπως μοναχικό άνθρωπο, που περνούσε πολλές ώρες διαβάζοντας και μελετώντας. Σ’ αυτό συντέλεσαν επίσης ο χωρισμός των γονιών του, ο θάνατος της γιαγιάς του και τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε τότε η οικογένεια του.

Στο πανεπιστήμιο ο Τσε ενδιαφέρθηκε αρκετά για τα πολιτικά βιβλία, αν και δεν συμμετείχε ενεργά στην πολιτική ζωή. Αρχισε να εξετάζει τις σοσιαλιστικές ιδέες και αργότερα θυμόταν ότι διάβασε κάποια έργα των Μαρξ, Εγκελς και Λένιν και κάτι του Στάλιν. Μελέτησε ακόμα λογοτέχνες όπως τον Ζολά και τον Τζακ Λόντον, αλλά και Αργεντινούς σοσιαλιστές όπως τον Αλφρέδο Παλάσιος. Ικανοποιούσε την δίψα του για ποίηση διαβάζοντας κυρίως έργα του Χιλιανού συγγραφέα και μέλους του Κ.Κ. Πάμπλο Νερούδα και του ποιητή του Ισπανικού Εμφύλιου, Φ.Γ. Λόρκα.

Πάντως, παρόλο το ενδιαφέρον για τις σοσιαλιστικές ιδέες δεν αναμείχθηκε καθόλου στην πολιτική δράση, πέρα από το συζητά με διάφορα μέλη της Κομμουνιστικής Νεολαίας και άλλες αριστερές ομάδες. Σύμφωνα με κάποια μαρτυρία μπήκε στην Νεολαία του Περόν (ένα λαϊκίστικο και εθνικιστικό κίνημα της Αργεντινής με ηγέτη τον στρατηγό Περόν), μόνο και μόνο για να αποκτήσει πιο εύκολη πρόσβαση στην βιβλιοθήκη του πανεπιστήμιου.

Έτσι, ο Τσε είχε δημιουργήσει στους γύρω του την εικόνα του ριζοσπάστη και του ανθρώπου που λέει ανοικτά την γνώμη του, αλλά δεν είχε ακόμα ξεκαθαρίσει τις ιδέες του και δεν θεωρούσε τον εαυτό του Μαρξιστή. Κύριος στόχος του παράμενε να γίνει γιατρός για να βοηθήσει τους άρρωστους και τους φτωχούς. Ομως μέσα του άρχισε να φουντώνει ένα πάθος για ταξίδια. Αρχικά γύρισε την Αργεντινή και αργότερα έκανε δύο ταξίδια και γνώρισε όλη την Λατ.Αμερική.

(Άρθρο στο Socialistworld.net / Μετάφραση: “Ξεκίνημα”, Σοσιαλιστική Διεθνιστική Οργάνωση).

Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.

Η δεύτερη δολοφονία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

Του Osvaldo Coggiola*.

Η δεύτερη δολοφονία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Το πρόσωπο και το πρόγραμμα του Τσε Γκεβάρα περνούν από την ιστορία στην μυθολογία ή τοποθετούνται σε έναν κύκλο απρόσιτο στους κοινούς θνητούς. Στην περίπτωση του Τσε τον μετατρέπουν σ΄ ένα σύμβολο θαυμαστό, τόσο βολικά νεκρό, της περίφημης δεκαετίας του ΄60, των ουτοπικών της ονείρων, τον κάνουν ένα είδος Τζίμι Χέντριξ του μαρξισμού, που ρίχτηκε σε μια αποστολή αυτοκτονίας πληρώνοντας το τίμημα. Πάνω σ΄ αυτήν την γραμμή, ο Rogelio Garcia Lupo παρατηρεί μπερδεμένος: «Ο χρόνος θα μετατρέψει την μορφή του Τσε σε σύμβολο μιας γενιάς… Ο Τσε που αντιπροσώπευσε περισσότερο από κάθε άλλο την γενιά της δεκαετίας του ΄60, έχει γίνει αποδεκτός ακόμα και από τους εχθρούς του, τους ιδεολόγους εκείνους που τον πολέμησαν, τον κυνήγησαν, και κατάφεραν τελικά να τον οδηγήσουν στον θάνατο». «Να τον οδηγήσουν στον θάνατο» είναι ο ντροπαλός κι επίκαιρος τρόπος περιγραφής μιας πράξης που δεν ήταν άλλο παρά εν ψυχρώ δολοφονία, με τους ενόχους γι΄ αυτήν – π.χ. τον τωρινό πρόεδρο της Βολιβίας στρατηγό Χούγκο Μπανζέρ Σουάρεζ ή τον πρώην δήμαρχο Γκάρυ Πράντο Σαλμόν, βουλευτή του «Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς» (MIR) – ή τους υπεύθυνους θεσμούς – τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ – να βρίσκονται θαυμάσια στη ζωή κι ατιμώρητοι, και νάχουν αποκτήσει ακόμα και κάποια φήμη για το «ανδραγάθημά» τους (να κατακρεουργήσουν με πολυβόλο έναν τραυματία κι άοπλο άνδρα). Οπως λέει κι ο Αντρές Ρολντάν: «Αυτός που το 1967, με τη στήριξη και βοήθεια του επιτελείου της CIA και του Πενταγώνου κατεδίωξαν αμείλικτα κι εξόντωσαν μια μικρή και αβοήθητη αντάρτικη ομάδα χάρη στις κατά πολύ υπέρτερες δυνάμεις τους, σήμερα ζητούν να παρουσιαστούν σαν ιπποτικοί αντίπαλοι μιας μεσαιωνικής κονταρομαχίας».

Το χρυσό βραβείο ηλιθιότητας ανήκει σε κάποιον Brook Larmer, που, μέσα από τις στήλες του υπερ – αντιδραστικού Νιούσγουηκ, τον Ιούλιο, αφού απαριθμήσει τους λόγους που μετατρέψαν τον Γκεβάρα σε αντικείμενο «μάρκετινγκ», καταλήγει: «Φαίνεται ν΄ αντιπροσωπεύει σ΄ έναν καταναλωτικό κόσμο, ένα ιδανικό καταναλωτικό κόσμο, ένα ιδανικό καθαρότητας, το πρότυπο του έντιμου ανθρώπου που διαρκώς τελειοποιεί την προσωπικότητά του. Μαζί μ΄ αυτά, πέθανε νέος, στα 39 του χρόνια, ήταν όμορφος και του πήγαινε ωραία η στρατιωτική του στολή»! Αυτή η «καθαρότητα» ατομικής ή μάλλον θρησκευτικής κατανάλωσης (ένας από τους τελευταίους βιογράφους του, ο Τζων Λη Αντερσον, βεβαιώνει ότι «η μεταστροφή του Τσε στην πολιτική έγινε όπως ο φωτισμός ενός αγίου, με την φωτεινότητα με την οποία ένας άγιος αποφασίζει ν΄ αντιμετωπίσει ότι κι αν προκύψει στον δρόμο του», διαχωρίζεται με τρόπο πολύ βολικό από τις πολιτικές ιδέες του Τσε, τις οποίες ένας άλλος βιογράφος του, ο μεξικανός Χόρχε Καστανιέδα περιγράφει σαν εξωπραγματικές αυτή τη στιγμή ή σαν αναχρονιστικές σήμερα: «Ο Τσε δεν έχει σύνδεση με τη δράση και τον πολιτικό λόγο, τις κοινωνικές αλλαγές και την παρούσα εικονογραφία. Οι καιροί στους οποίους παραπέμπει αποτελούν μέρες της μνήμης που ο κόσμος καλλιέργησε για καλλίτερους καιρούς που ποτέ δεν είρθαν».

Αν όλα τούτα είναι αληθινά, τότε αναρωτιέται κανείς γιατί ο Γκεβάρα να δολοφονηθεί άγρια με την επέμβαση της CIA, που έστειλε έναν πράκτορα εκτελεστή, τον κουβανό «gusano» {παρατσούκλι των αντεπαναστατών εμιγκρέδων στο Μαϊάμι Φέλιξ Ροντρίγκεζ, που βρισκόταν εν δράσει μέχρι πρόσφατα, όντας ο σύνδεσμος του Ολιβερ Νορθ στην Ονδούρα στη διάρκεια του σκανδάλου του Ιρανγκέϊτ. Γιατί να χρειαστεί να τον σκοτώσουν και δεν τον συνέλαβαν μόνο, να τον χρησιμοποιήσουν σαν σύμβολο της «κομμουνιστικής ανατρεπτικής δραστηριότητας» και σαν στοιχείο εκβιασμού κατά της Κούβας από την βολιβιάνικη δικτατορία, προσφέροντας τον για ανταλλαγή με αντεπαναστάτες κουβανούς, όπως έκανε αργότερα ο Πινοσέτ που χρησιμοποίησε τον φυλακισμένο ηγέτη του ΚΚ Χιλής Λουίς Κορβαλάν για να πετύχει ένα προπαγανδιστικό κόλπο, ανταλλάσσοντάς τον με τον (αντι) σοβιετικό διαφωνούντα Βλαντιμίρ Μπουκόφσκι;

Ο ίδιος ο Kαστανιέδα υποχρεώνεται να δείξει την πλήρη συμμετοχή της CIA στην καταδίωξη και τη δολοφονία του Γκεβάρα, μέσα από μαρτυρίες πολλών υψηλόβαθμων «αξιωματούχων» (με τους οποίους φαίνεται ότι ο Καστανιέδα έχει τόσην ευκολία πρόσβασης όση και μ΄ εκείνη των επαφών του με την λατινοαμερικάνικη αριστερά). Ο δημοσιογράφος Τσίρο Μπιάνκι Ρος κάνει τώρα διάφορες εικασίες πάνω στο γιατί αποφάσισαν να τον δολοφονήσουν: «Αν τον έφερναν στην Λα Παζ θα δημιουργούνταν πρόβλημα. Θάταν αντιπαραγωγικό να τον προσάγουν σε δίκη γιατί στο δικαστήριο θα γινόταν από κατηγορούμενος κατήγορος. Να τον κρατήσουν φυλακισμένο χωρίς δίκη πάλι δεν θάταν σκόπιμο γιατί η παγκόσμια κοινή γνώμη θα παρέμβαινε σε υπεράσπισή του. Να τον κρατήσουν ζωντανό θα ήταν κίνδυνος για τις κυβερνήσεις της Βολιβίας και των γειτονικών χωρών. Ως εκ τούτου έπρεπε να δολοφονηθεί».

Αυτά είναι μόνο μέρος της αλήθειας. Η δολοφονία του Τσε Γκεβάρα (και του Φιντέλ Κάστρο) είχαν αποφασιστεί θεσμικά ως κρατικός στόχος από τις ΗΠΑ, από την στιγμή που η κουβανέζικη επανάσταση μπήκε στο δρόμο του συνεπή αντι-ιμπεριαλισμού και του σοσιαλισμού. Ο καλά πληροφορημένος δημοσιογράφος Ταντ Σουλτς βεβαιώνει: «Το 1961, λίγο μετά το φιάσκο της εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων, στην Κούβα, μιας ταξιαρχίας κουβανών εμιγκρέδων σταλμένης από τις ΗΠΑ, ο πρόεδρος Τζων Φ. Κέννεντυ διάβασε το εγχειρίδιο του Τσε Γκεβάρα για τον ανταρτοπόλεμο. Αμέσως μετά υπέγραψε την διαταγή προς τον αμερικάνικο στρατό ν΄ ανοίξει μια σχολή καταστολής αντάρτικων στο Φορτ Μπραγκ της Βόρειας Καρολίνας».

Τίποτα δεν είναι πιο γκροτέσκο από το να περιγράψεις το θάνατο του Τσε Γκεβάρα σαν το δίκαιο τίμημα για τα «λάθη του foquismo» [της πολιτικοστρατιωτικής τακτικής εγκατάστασης ενός foco, μιας αντάρτικης εστίας], ή να πεις ότι «πέθανε» θύμα των δικών του μεθόδων. Κι όμως αυτό το δρόμο ακολουθούν οι βιογράφοι του, Αντερσον και Καστανιέδα, που με πρόσχημα την «ιστορική αντικειμενικότητα» περιγράφουν τον Τσε σαν «ιδεαλιστή» και συνάμα σαν «αμείλικτο και αποφασιστικό». Ο ίδιος ο Ταντ Σουλτς τον περιγράφει σαν ένα κράμα του Τρότσκι, του Ροβεσπιέρου και του… Τορκουεμάδα» {του Μεγάλου Ιεροεξεταστή!}. Ομως η δολοφονία του Γκεβάρα δεν έχει καμμιά σχέση με την ευθύνη του για την εκτέλεση διαφόρων πρακτόρων και βασανιστών της δικτατορίας του Φουλγκένσιο Μπατίστα, στην Κούβα. Ο Τσε τόνισε παίρνοντας τις κύριες ευθύνες ότι οι εκτελέσεις δεν είχαν να κάνουν με κάποιο είδος αντεκδίκησης. «Μετά τη φυγή του Μπατίστα, ο Γκεβάρα έγινε διοικητής της Καμπάνια, του κυριώτερου φρουρίου της Αβάνας και εκεί προέδρευε στις δίκες των διαφόρων δημίων του δικτάτορα, από τους οποίους 55 εκτελέστηκαν. Ο Γκεβάρα επέμενε στην αναζήτηση αποδείξεων ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν πραγματικά ένοχοι για τις βιαιοπραγίες για τις οποίες κατηγορούνταν. Οι δικαστικές διαδικασίες που ακολουθούσε, όσο στοιχειώδεις κι αν ήταν, εμπόδιζαν το λιντσάρισμα που ήταν γενική απαίτηση. Για το Τσε η διάλυση της παλιάς στρατιωτικής μηχανής ήταν ο απαραίτητος όρος για να πραγματοποιηθεί η κοινωνική επανάσταση».

Η κριτική του «foquismo» δεν μπορεί να συνδέεται με την παραμικρή παραχώρηση στην αστική – ιμπεριαλιστική – δημοκρατίζουσα καρικατούρα του. Για τον Γκεβάρα, ο ουσιαστικός επαναστατικός παράγοντας δεν ήταν η «πεφωτισμένη βούληση» μιας φούχτας ενόπλων αλλά η ίδια η Κουβανέζικη Επανάσταση, που την έβλεπε ως την απαρχή της λατινοαμερικάνικης επανάστασης – πράγμα αντικειμενικά σωστό όπως το έδειξαν τα επαναστατικά προτσές της δεκαετίας του ΄60 και του ΄70 στον Άγιο Δομίνικο, την Βολιβία, το Ελ Σαλβαδόρ, την Νικαράγουα (για να μην μιλήσουμε για τις καταπληκτικές εργατικές εξεγέρσεις στην Αργεντινή, την Χιλή, την Ουραγουάη, το Περού). Μια επανάσταση που υπερασπιζόταν με την δικιά τους εσωτερική δύναμη, ενάντια στην απομόνωση που ήθελε να την κλείσει «η μεγάλη παγκόσμια συμφωνία» των ΗΠΑ με την ΕΣΣΔ στη διάρκεια του (κακώς) λεγόμενου «ψυχρού» πολέμου, όπως το απέδειξε η «κρίση των πυραύλων» το 1962.

Όπως ο Τσε είπε: «Όλοι γνωρίζουν τον αληθινό κίνδυνο της Κουβανέζικης Επανάστασης. Οι χώρες εκείνες που είναι πολύ εξαρτημένες και συνεπώς πολύ κυνικές μιλούν για τον κίνδυνο της κουβανέζικης ανατρεπτικής δραστηριότητας, και έχουν δίκιο. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος από την μεριά της Κουβανέζικης Επανάστασης είναι το παράδειγμά της, είναι η επαναστατική του γεγονότος ότι η κυβέρνηση στηρίζεται στην εξουσία του λαού, καθοδηγούμενου από έναν ηγέτη παγκόσμιου κύρους, που έχει φτάσει σε ύψη που σπάνια έχουν ειδωθεί στην Ιστορία».

«Είναι το φοβερό παράδειγμα ενός λαού που είναι διατεθειμένος να θυσιαστεί σ΄ ένα ατομικό ολοκαύτωμα ώστε οι στάχτες του να χρησιμέψουν στο πλάσιμο νέων κοινωνιών, κι όταν, χωρίς να τον ρωτήσουν, του επιβάλουν μια συμφωνία απόσυρσης των ατομικών πυραύλων, αυτός ο λαός δεν ανασαίνει από ανακούφιση, ούτε λέει ευχαριστώ για την εκεχειρία, παρά συνεχίζει να μιλάει με την δικιά του μοναδική φωνή. Κάνει αισθητή την μαχητική του θέση, την μοναδική και την ισχυρή απόφασή του για πάλη ενάντια σ΄ όλους τους κινδύνους και ενάντια στην ίδια την πυρηνική απειλή του Γιάνκικου ιμπεριαλισμού».

Στις αμετάκλητες καταδίκες του αντάρτικου – που είναι μόνο μια μέθοδος πάλης – συνήθως γίνεται μια προσπάθεια εξάλειψης της ανθρώπινης βούλησης ως συνειδητού παράγοντα ικανού να αλλάξει την πραγματικότητα. Παρά τα θεωρητικά σφάλματα του foquismo (που θεωρητικοποιήθηκαν περισσότερο από τον Ρεζί Ντεμπραί παρά από τον ίδιο τον Τσε), ο Γκεβάρα, μετά την έξοδό του από την Κούβα, πρώτα στο Κογκό και μετά στην Βολιβία, στηρίζονταν: α) σε μια αντικειμενική εκτίμηση του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις στις λατινοαμερικάνικες χώρες και β) σε μια εκτίμηση χωρίς αυταπάτες των πολιτικών δυνάμεων που ισχυρίζονται ότι θα στηρίξουν το επαναστατικό προτσές, πρώτα – πρώτα τα ΚΚ, ανάμεσα του και το βολιβιανό που κατηγορήθηκε από την κουβανέζικη ηγεσία για προδοσία κατά του αντάρτικου του Τσε (συμπεριλαμβανομένης της υποψίας για άμεση κατάδοση). Ο ίδιος ο Τσε είχε μιαν αντίληψη καθαρή σε ποιες δυνάμεις μπορούσε να στηριχθεί, στις οποίες συμπεριελάμβανε και τους τροτσκιστές.

O Φιντέλ Κάστρο, στην συνέντευξή του στον Γκιάννι Μίνα, το 1987 «είχε την πρόθεση να εξηγήσει (χωρίς να πείσει) γιατί δεν βοήθησε τον Γκεβάρα στην Βολιβία», παρόλο που του ζητήθηκε. Σ΄ αυτό, όπως και σε άλλα πράγματα, η κουβανέζικη ηγεσία δεν υπήρξε συνεπής, γεγονός που φωτίζει την τωρινή της πορεία: «Οι καιροί αλλάζουν και ο Τσε δεν μπορεί να είναι τόσο ένα παράδειγμα, όσο ένα μνημείο που θα μαρτυράει για τις πρώτες στιγμές της επανάστασης, που είναι τώρα λησμονημένες. Μερικές φορές ο Κάστρο μιλούσε για τις αποτυχημένες επιχειρήσεις του Γκεβάρα. Άλλες φορές για τα ιδανικά του. Αποπολιτικοποιημένος, στερημένος από την έντονη ιδεολογική θωράκισή του, ο Τσε μπαίνει στο Πάνθεον των μαρτύρων, νεκρό σύμβολο του έθνους».

Ο αγώνας του Τσε στην Βολιβία δεν εξηγείται από την ξεχωριστή ηθική του αξία, από το μοναδικό του «αδάμαστο πνεύμα», ή από τον «επαναστατικό ανθρωπισμό» που τον χαρακτήριζε. Ηταν η (συζητήσιμη) πολιτική διέξοδος από μια πολιτική σύγκρουση, που τον έκανε κατά τον Ταντ Σουλτς, να «έχει εχθρούς σ΄ όλους τους τομείς του ΚΚ Βολιβίας, ιδιαίτερα σ΄ εκείνους που προέρχονταν από το παλιό σταλινικό ΚΚ. Οι διαφορές αναφέρονταν στην αυξανόμενη υποταγή στην γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ, με πρόσχημα την «οικονομική βοήθεια», όταν αυτή συνεπαγόταν «την πώληση πετρελαίου (στην Κούβα) σε τιμές της παγκόσμιας αγοράς {…} Ο Τσε κατήγγειλε αυτό το αίσχος χωρίς να μασάει τα λόγια του.

«Πώς μπορείς να μιλάς για «αμοιβαίο όφελος» όταν πουλάς σε τιμές παγκόσμιας αγοράς τις πρώτες ύλες που κοστίζουν ιδρώτα και απεριόριστο πόνο στις καθυστερημένες χώρες και να ζητάς τιμές της παγκόσμιας αγοράς για μηχανήματα που παράγονται στα μεγάλα αυτοματοποιημένα εργοστάσια του σήμερα;Εάν εγκαθιδρύουμε αυτό τον τύπο σχέσεων ανάμεσα στις ομάδες των εθνών, τότε οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι οι σοσιαλιστικές χώρες είναι, κατά κάποιο τρόπο, συνένοχος της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης. Θα μπορούσε να αγνοηθεί εάν η συνολική αξία των ανταλλαγών με τις υπανάπτυκτες χώρες αντιπροσωπεύει μόνον ένα ασήμαντο τμήμα του εξωτερικού εμπορίου αυτών των χωρών. Αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, δεν εξαφανίζει όμως τον ανήθικο χαρακτήρα αυτού του εμπορίου».

Ενάντια στην «ειρηνική συνύπαρξη» ο Τσε κάλεσε για την δημιουργία «δυο – τριών – πολλών Βιετνάμ», κι όσον αφορά την Λατινική Αμερική υπεράσπισε την προοπτική της «σοσιαλιστικής επανάστασης ενάντια στην καρικατούρα της επανάστασης». Ο Τσε συχνά κατήγγειλε την υποκριτική υπεράσπιση και βοήθεια με το σταγονόμετρο που έδιναν η ΕΣΣΔ και η Κίνα στο Βιετνάμ όταν πάλευε ενάντια στον Γιάνκικο ιμπεριαλισμό. Είναι σαφές ότι ο Τσε, όπως βεβαιώνει ο κομμαντάτε Μπενίνιο (ο κουβανός αντάρτης που συνόδευσε τον Τσε στην Βολιβία): «Είχε μια σκέψη διαφορετική από τους υπόλοιπους ηγέτες… Τούτο αποκαλύφθηκε όταν έβγαλε την ομιλία στο Αλγέρι (1963). Η πολιτική του γραμμή αποκηρύχθηκε από τους Σοβιετικούς και τους σοσιαλιστές κι ασκήθηκε μια κάποια πίεση πάνω στον Κάστρο και τον Τσε να έχουν πολύ βαθιές συζητήσεις {…}. Κατά την Σοβιετική Ενωση, ο Τσε είχε μετατραπεί σε αντισοβιετικό. Μερικοί τον αποκαλούσαν Τροτσκιστή και τα παρόμοια. Αυτό δεν ήταν γνωστό στον Κουβανέζικο λαό πέρα από μερικούς ηγέτες του». Επειδή ο Τσε δεν μπόρεσε να επεξεργαστεί προγραμματικά τις διαφωνίες του, τους έδωσε μόνο μια εμπειρική διέξοδο (την δράση ενάντια στην παθητικότητα).

Κριτικάροντας έναν από τους πρόσφατους βιογράφους του, ο Ταντ Σουλτς τονίζει ότι «ο Αντερσον δεν λέει ξεκάθαρα ότι ο Φιντέλ είχε αποφασίσει ότι ήταν η ώρα πια να αποδεσμευθεί από τον Τσε για λόγους που αφορούσαν την Κούβα (και τους Σοβιετικούς). Ηταν πλέον ξεκάθαρο ότι ο Αργεντίνος δεν ήταν πια χρήσιμος». Οι λόγοι «που αφορούσαν την Κούβα» αναφέρονται στα σημάδια εσωτερικής γραφειοκρατικοποίησης, που είχαν ήδη δειχθεί στην «οικονομική συζήτηση» στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 (όταν ο Τσε πάλεψε προτάσεις διευθυντικού γραφειοκρατισμού και ταυτόχρονα… οικονομικής αυτοδιαχείρισης των επιχειρήσεων) και που αντανακλούσαν την αυξανόμενη υποταγή στην Ρώσικη γραφειοκρατία. Τον Αύγουστο 1971, το κυριότερο συνδικάτο (εκείνο της ζαχαροβιομηχανίας) έβγαλε απόφαση ότι «το συνδικάτο θα πασχίσει να επιβάλλει την πειθαρχία της εργασίας, για να κάνουν οι εργάτες το καθήκον τους απέναντι στην κοινωνία». Η ανάδυση μιας γραφειοκρατικής εξουσίας που διέλυε την εργατική διαχείριση ήταν εμφανής.

Ο Ταντ Σουλτς λέει πολύ περισσότερα για το τί σκέφτεται ο ίδιος όταν τονίζει ότι «αν υποθέσουμε ότι ζούσε ακόμη ο Τσε, σαν ιδεολόγος της τιμιότητας με κάθε τίμημα, θα εναντιωνόταν στο δρόμο που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια ο Φιντέλ: δολαριοποίηση της οικονομίας, κίνητρα στην ξένη διείσδυση, φιλικές σχέσεις με την πλειοψηφία των λατινοαμερικανών προέδρων που έχουν εκλεγεί δημοκρατικά (ιδέα εντελώς απορριπτέα κατά τον Τσε), αποδοχή της πρώτης επίσκεψης στο νησί του Πάπα Ιωάννη Παύλου του Β΄ που πρόκειται να γίνει τον ερχόμενο Ιανουάριο». Σίγουρα κι ακόμη περισσότερο, ο Τσε δεν θα συμφωνούσε με την συμφιλίωση ανάμεσα στην επανάσταση και τους χειρότερους ιστορικούς της εχθρούς, πράγμα που θα την καθιστούσε, σε κάθε περίπτωση, άχρηστη.

Στην Βολιβία ο Τσε δεν σχεδίαζε την κατάληψη της εξουσίας ξεκινώντας από μιαν αντάρτικη εστία, ούτε μιαν επανάληψη της εποποιίας του κινήματος της 26ης Ιουλίου στην Κούβα. Αποσκοπούσε στην εγκατάσταση μιας βάσης για την επαναστατική δράση σε διάφορες χώρες. Στ΄ απομνημονεύματα του κομμαντάτε Μπενίνο (Ντανιέλ Αλαρκόν Ραμίρεζ) γράφεται: «Σύμφωνα με το σχέδιό μας έπρεπε να τελειώσουμε στις 30 Ιουνίου με τους Βολιβιανούς, Αργεντίνους, Βραζιλιάνους και Περουβιανούς, σ΄ ένα πρώτο στάδιο, μετατρέποντας την θέση μας σε βοήθημα της πάλης σ΄ αυτές τις χώρες, όπου θα στέλναμε στρατιώτες να δράσουν… Αυτά τα σχέδια απέτυχαν επειδή…». Η ήττα του Τσε ήταν πολιτική, όχι ιστορική. Η κριτική των πολιτικών του λαθών είναι ζωτική για το κίνημα των εργαζομένων και της νεολαίας καθώς και η διάσωση της επαναστατικής του μνήμης. Αυτή πρέπει να την υπερασπίσουμε ενάντια σε μια δεύτερη δολοφονία: εκείνη που θέλει να μετατρέψει σε μια αναχρονιστική και «ουτοπική ηθική», σε έναν «μύθο» κατάλληλο να γίνει άγαλμα, έναν άνδρα που αφιέρωσε την ζωή του στην πάλη για την διεθνή και λατινοαμερικάνικη επανάσταση αφήνοντας μια παρακαταθήκη καθόλου μυθολογική σε μια Ιστορία που εμείς οφείλουμε να οδηγήσουμε στην ολοκλήρωση.

* Ο Osvaldo Coggiola είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο και στέλεχος του Εργατικού Κόμματος (Partido Obrero). To άρθρο δημοσιεύθηκε στις 13 Αυγούστου 1997 στην εφημερίδα Prensa Obrera

El Partido Marxista-Leninista

Che Guevara Ministry 8Prólogo al libro El partido marxista-leninista, publicado por la Dirección Nacional del Partido Unido de la Revolución Socialista de Cuba, La Habana, 1963.

Por Ernesto Che Guevara.

Este pequeño libro está destinado a iniciar a los militantes del Partido, en el amplio y riquísimo acervo de las ideas marxistas-leninistas.

La elección de los temas es simple y efectiva. Se trata de un capítulo del Manual de marxismo-leninismo de Otto V. Kuusinen y de una serie de discursos de Fidel Castro. La selección es buena porque en el capítulo del Manual de marxismo-leninismo se sintetiza la experiencia de los partidos hermanos y se da un esquema general de lo que debe ser y cómo debe actuar un partido marxista-leninista, y en la sucesión de discursos del compañero Fidel se ve desfilar la historia política de nuestros país a través de las palabras en algunos casos autobiográficos, del dirigente de la Revolución.

Las dos cosas están íntimamente ligadas, la teoría general como expresión de las experiencias del Partido Comunista de la Unión Soviética y de los partidos marxista-leninistas de toda la humanidad y la aplicación práctica de estas ideas generales a nuestras especiales características. De las peculiaridades que dan el marco al desarrollo de los acontecimientos sociales en esta región del mundo, no debe inferirse que existan excepciones históricas; simplemente, en el marco general de la teoría, hija de la experiencia, cabe el caso específico de la situación cubana que agrega nuevas experiencias al movimiento obrero del mundo.

El manual nos enseña con meridiana claridad qué es un partido marxista leninista: «personas fundidas por una comunidad de ideas que se agrupan para dar vida a las concepciones marxistas, es decir, para llevar a cabo la misión histórica de la clase obrera.» Explica además cómo un partido no puede vivir aislado de la masa, cómo debe estar en permanente contacto con ella, cómo debe ejercer la crítica y la autocrítica y ser muy severo con sus propios errores; cómo no debe basarse solamente en conceptos negativos de lucha contra algo, sino también en conceptos positivos de lucha por algo, cómo los partidos marxistas no pueden cruzarse de brazos esperando que las condiciones objetivas y subjetivas, formadas a través del complejo mecanismo de la lucha de clases, alcancen todos los requisitos necesarios para que el poder caiga en manos del pueblo como una fruta madura. Enseña el papel dirigente y catalizador de este partido, vanguardia de la clase obrera, dirigente de su clase, que sabe mostrarle el camino el triunfo y acelerar el paso hacia nuevas situaciones sociales. Insiste en que aún en los momentos de reflujo social, es necesario saber retroceder y mantener firmes los cuadros para apoyarse en la próxima ola y avanzar más lejos, hacia el fin fundamental del partido en la primera época revolucionaria, que es la obtención del poder.

Y es lógico que este partido lo sea de clase. Un partido marxista-leninista mal podría ser de otra manera; su misión es buscar el camino más corto para lograr la dictadura del proletariado y sus militantes más valiosos, sus cuadros dirigentes y su táctica salen de la clase obrera.

No puede concebirse que la construcción del socialismo se inicie con un partido de la clase burguesa, con un partido que tuviera entre sus integrantes una buena cantidad de explotadores y éstos fueran encargados de fijar su línea política. Evidentemente, una agrupación de ese tipo sólo puede dirigir la lucha en una etapa de liberación nacional, hasta ciertos niveles y en determinadas circunstancias. En el momento siguiente, la clase revolucionaria se convertiría en reaccionaria y se establecerían nuevas condiciones que obligarán a la aparición del partido marxista-leninista como dirigente de la lucha revolucionaria. Y ya, en América al menos, es prácticamente imposible hablar de movimientos de liberación dirigidos por la burguesía. La Revolución cubana ha polarizado fuerzas; frente al dilema pueblo o imperialismo, las débiles burguesías nacionales eligen el imperialismo y traicionan definitivamente a su país. Se pierde casi totalmente la posibilidad de que en esta parte del mundo se produzca un tránsito pacífico al socialismo.

Si el partido marxista-leninista es capaz de prever las etapas históricas a sobrevenir y es capaz de convertirse en bandera y vanguardia de un pueblo aún antes de haber liquidado la etapa de liberación nacional -tratándose de nuestros países colonizados- entonces ese partido habrá cumplido una doble misión histórica y podrá afrontar las tareas de la construcción del socialismo con más fuerza, con más prestigio entre las masas.

Luego vienen la experiencia cubana; experiencia rica por todo lo que tiene de nuevo, por todo lo que tiene de vigoroso en esta época de desarrollo de la revolución americana y también por lo rico en enseñanzas que son sus errores, analizados y corregidos públicamente, en contacto con las masa y ante el juicio de la opinión pública.

Particularmente importantes son los discursos del compañero Fidel referidos al Partido Unido de la Revolución Socialista y a los métodos de trabajo empleados en las ORI que marcan dos etapas fundamentales de nuestro desarrollo. En la primera se expresa la confusión franca de un revolucionario cabal que ha llegado al pináculo del camino ascendente de la evolución de su pensamiento y proclama sin dudas, ante el mundo, su profesión de marxista-leninista. Pero lo hace, no como una simple afirmación verbal, sino mostrando los rasgos, los hechos más salientes de la evolución del dirigente, de la evolución del movimiento y del Partido hacia una conjugación destinada a integrar el Partido Unido de la Revolución Socialista.

Analizándose a sí mismo, el compañero Fidel reconoce la cantidad de concepciones regresivas que el medio había inculcado en él; cuenta cómo instintivamente fue luchando contra esas concepciones y forjándose en la lucha, cuenta de sus dudas y explica el por qué de esas dudas y cómo se resolvieron.

Es esta etapa el Movimiento 26 de Julio constituía algo nuevo, muy difícil de definir; Fidel Castro, héroe del Moncada, prisionero de Isla de Pinos, entrena un grupo de expedicionarios que tiene como misión alcanzar las costas de Oriente, iniciar el incendio revolucionario de la provincia y separarla del resto de la isla en un primer momento o avanzar inconteniblemente, de acuerdo con las condiciones objetivas, hasta la propia Habana, en una sucesión de victorias más o menos sangrientas.

La realidad golpeó sobre nosotros; no estaban dadas todas las condiciones subjetivas necesarias para que aquel intento cristalizara, no se habían seguido todas las reglas de la guerra revolucionaria que después aprenderíamos con nuestra sangre y la sangre de nuestros hermanos en dos años de dura lucha. Fuimos derrotados y allí comenzó la más importante historia de nuestro movimiento. Allí se mostró su verdadera fuerza, su verdadero mérito histórico; nos dimos cuenta de los errores tácticos cometidos y de que faltaban algunos factores subjetivos importantes; el pueblo tenía conciencia de la necesidad de un cambio, faltaba la certeza de su posibilidad. Crearla era la tarea, y en la Sierra Maestra comienza el largo proceso que sirve de catalizador al movimiento entero de la Isla y que va provocando huracanes ininterrumpidos, incendios revolucionarios ininterrumpidos en todo el territorio.

Se empieza a demostrar con los hechos que el Ejército Revolucionario, con la fe y el entusiasmo del pueblo correctamente encaminados, en condiciones favorables para la lucha, puede ir aumentando su fuerza mediante el adecuado uso de las armas y destruir un día el ejército enemigo. Esa es una gran lección en nuestra historia. Antes de lograr el triunfo, ha ido cambiando la correlación de fuerzas hasta convertirse en inmensamente favorable al movimiento revolucionario; se han creado las condiciones subjetivas necesarias para realizar el cambio y provocado la crisis de poder esencial para el mismo. Se da una nueva experiencia revolucionaria a América, se demuestra cómo las grandes verdades del marxismo-leninismo se cumplen siempre; en este caso, que la misión de los dirigentes y de los partidos es la de crear todas las condiciones necesarias para la toma de poder y no convertirse en nuevos espectadores de la ola revolucionaria que va naciendo en el seno del pueblo.

Al mismo tiempo, al mostrar la necesidad de que los núcleos armados que defienden la soberanía popular están a cubierto de sorpresas, de ataques, de aniquilamientos, indica la importancia de que la lucha armada tenga por escenario los terrenos más favorables a la guerra de guerrillas, es decir, los lugares más accidentados de las zonas rurales. Ese es otro aporte de la Revolución a nuestra lucha de emancipación americana; del campo se va a la ciudad, de menos a mayor, creando el movimiento revolucionario que culmina en La Habana.

En otra parte Fidel expresa claramente: condición esencial del revolucionario es saber interpretar la realidad. Refiriéndose a la huelga de abril, explica cómo no supimos interpretarla en ese momento y por ello sufrimos una catástrofe. ¿Por qué se declara la huelga de abril? Porque había en el seno del movimiento una serie de contradicciones que nosotros llamamos de la Sierra y del Llano y que se hacía patentes a través del análisis de los elementos considerados fundamentales para decidir la luchas armada, los que eran diametralmente diferentes en cada una de las alas.

La Sierra estaba dispuesta a derrotar al ejército cuantas veces fuera necesario, ir ganándole batalla tras batalla, conquistando sus armamentos y llegar algún día a la toma total del poder sobre la base de su Ejército Rebelde. El Llano era partidario de la lucha armada general en todo el país con un epílogo de huelga general revolucionaria que expulsara a la dictadura batistiana y sentara la autoridad de los «civiles» como gobernantes convirtiendo al nuevo ejército «apolítico».

El choque de esta tesis es continuo y no es lo más adecuado para la unidad de mando que se requiere en momentos como éste. La huelga de abril es preparada y decretada por el Llano con la anuencia de la dirección de la Sierra que no se siente capaz de impedirla, aunque tiene serias dudas sobre su resultado y con las expresas reservas del PSP que advierte el peligro a tiempo. Los comandantes revolucionarios van al Llano para ayudarla y así Camilo Cienfuegos, nuestro inolvidable Jefe del Ejército, empieza a hacer sus primeras incursiones en la zona de Bayamo.

Estas contradicciones tiene una raíz más honda que las discrepancias tácticas: el Ejército Rebelde ya es ideológicamente proletario y piensa en función de clase desposeída; el Llano todavía sigue pequeño burgués, con futuros traidores en su dirección y muy influenciado por el medio en que se desenvuelve.

Era una lucha menos por el control interno, en el marco de la gran lucha revolucionaria por el poder. Los recientes acontecimientos de Argelia se explican claramente por analogía con la Revolución cubana: el ala revolucionaria no se deja desplazar del poder y lucha conquistándolo íntegro, el Ejército de Liberación es el representante genuino de la revolución que triunfa.

Los choques se suceden periódicamente y solamente se logra la unidad de mando (todavía no acatada por todos, sin embargo) cuando Fidel es nombrado Primer Ministro, algunos meses después de logrado el triunfo de la Revolución. Hasta ese momento ¿qué habíamos hecho?; habíamos adquirido, como dijera Fidel, el derecho a empezar. Sólo habíamos culminado una etapa que se basaba en la lucha a muerte contra el sistema establecido en Cuba, representado en el dictador Batista, pero el hecho de seguir consecuentemente una línea revolucionaria tendente a mejorar el estado de nuestra sociedad y liberarla lo más posible de todas la trabas económicas, nos llevaba por fuerza a una lucha frontal con el imperialismo.

Para el desarrollo y profundización de nuestra ideología el imperialismo ha sido un factor muy importante; cada golpe que nos daba precisaba una respuesta; cada vez que reaccionaban los yanquis, con su soberbia habitual, tomando alguna medida contra Cuba, nosotros teníamos que tomar la contramedida necesaria y de esta manera iba profundizándose la Revolución.

El Partido Socialista Popular entraba en este frente y los compañeros de vieja militancia revolucionaria y los compañeros que llegaban al poder a través de la luchas en la Sierra empezaban una tarea de fusión. Ya en ese momento Fidel advertía contra algunos peligros del sectarismo y criticaba al que restregara en la nariz de otros los 15 o 20 años de militancia y el sectarismo de las barbas en la Sierra o del tiratiros de la ciudad.

En la época de la lucha armada había un grupo de compañeros que trataban de defender al movimiento del aparente caudillismo del compañero Fidel y cometieron el mismo error, que se repitiera después en la época del sectarismo, de confundir los grandes méritos del dirigente, los grandes méritos del líder de la Revolución y sus innegables dotes de mando, con el individuo cuya única preocupación era asegurarse el apoyo incondicional de los suyos y establecer un sistema de caudillaje. Fue una lucha de principios falsos llevada por un grupo de compañeros, lucha que no terminó siquiera el primer de enero o el momento en que Fidel asumiera el cargo de Primer Ministro, sino mucho después, cuando el ala derecha del 26 de Julio era destrozada. Así cayeron, por oponerse a la voluntad popular, Urrutia, Miró Cardona, Ray, Hubert Matos, David Salvador y tantos otros traidores.

Surge, después de la victoria total contra el ala derecha, la necesidad de estructurar un partido: el Partido Unido de la Revolución, exponente del marxismo leninismo en las condiciones de Cuba.

Debiera ser un organismo ligado a las masas y por cuadros estrictamente seleccionados, de una organización centralizada y elástica a la vez y, para todo ello, confiábamos ciegamente en la autoridad ganada en muchos años de lucha por el Partido Socialista Popular, haciendo dejación casi total de nuestros criterios organizativos. De esta manera se fueron creando una serie de condiciones para que madurara el fruto del sectarismo.

En el proceso de estructuración, el compañero Aníbal Escalante se encargaba de la organización y comenzaba una etapa negra aunque, felizmente, muy corta, de nuestro desarrollo. Se erraba en los métodos de dirección; el Partido perdía sus cualidades esenciales de ligazón a las masas, del ejercicio del centralismo democrático y del espíritu de sacrificio. Recurriendo a veces, a verdaderos malabarismos se colocaban gentes sin experiencia y sin méritos en lugares dirigentes, por el hecho de haberse acomodado a la situación imperante.

Las ORI pierden su función de motor ideológico -y de control de todo el aparato productivo a través de esta función- y pasa a ser un aparato administrativo; en estas condiciones, los llamados de alerta que debían venir de las provincias, explicando la serie de problemas que allí existían, se perdían, porque quienes debían analizar el trabajo de los funcionarios administrativos eran precisamente los dirigentes del núcleo que cumplían una doble función de partido y de administración pública.

La etapa de los conceptos equivocados, de las equivocaciones garrafales y de los trasplantes mecánicos ha finalizado, afortunadamente. Las viejas bases en que se fundara este engendro sectario se han roto.

Frente a los interrogantes, la decisión de la Dirección Nacional presidida por Fidel fue volver a las masas, recurrir a las masas, y así se estableció el sistema de consulta de todos los centros de trabajo para la elección de los obreros ejemplares por la masa, la posibilidad de ser seleccionados para integrar los Núcleos del Partido, de un partido íntimamente unido a ellas.

Como parte de los cambios del Partido se reformó el sistema de educación, premiando con ella, no como en momentos pasados, a los amigos, a los «claros», a los «bachilleres del marxismo», sino a los mejores trabajadores, a los hombres que han demostrado con su actitud frente a la Revolución, con su trabajo diario y su entusiasmo y espíritu de sacrificio las superiores dotes de miembro del partido dirigente.

De acuerdo con eso se han cambiado todos los criterios y empieza una nueva época de vigorización del Partido y de los métodos. Se abre ante nosotros un amplio y luminoso camino de construcción socialista en la que al Partido le toca la tarea de conducción. Esa conducción no será la de la orden mecánica y burocrática, la del control estrecho y sectario, la del mandar hacer, la del consejo que debe seguirse en cuanto a expresión verbal y no por constituir un ejemplo vivo, la del privilegio de las ideas o de la historia pasada.

El partido del futuro estará íntimamente unido a las masas y absorberá de ellas las grandes ideas que después se plasmarán en directivas concretas; un partido que aplicará rígidamente su disciplina de acuerdo con el centralismo democrático y, al mismo tiempo, donde existan, permanentes, la discusión, la crítica y la autocrítica abiertas, para mejorar el trabajo continuamente. Será en esta etapa un partido de cuadros, de los mejores, y éstos deberán cumplir su tarea dinámica de estar en contacto con el pueblo, transmitir las experiencias hacia las esferas superiores, transmitir a las masas las directivas concretas y ponerse en marcha al frente de éstas. Primeros en el estudio, primeros en el trabajo, primeros en el entusiasmo revolucionario, primeros en el sacrificio; en todo momento los más buenos, más puros, más humanos que todos los otros, deben ser los cuadros de nuestro partido.

Porque hay que recordar siempre que el marxista no es una máquina automática y fanática dirigida, como un torpedo, mediante un servomecanismo hacia un objetivo determinado. De este problema se ocupa expresamente Fidel en una de sus intervenciones: «¿Quién ha dicho que el marxismo es la renuncia de los sentimientos humanos, al compañerismo, al amor al compañero, al respeto al compañero, a la consideración al compañero? ¿Quién ha dicho que el marxismo es no tener alma, no tener sentimientos? Si precisamente fue el amor al hombre lo que engendró el marxismo, fue el amor al hombre, a la humanidad, el deseo de combatir la desdicha del proletariado, el deseo de combatir la miseria, la injusticia, el calvario y toda la explotación sufrida por el proletariado, lo que hace que de la mente de Carlos Marx surja el marxismo cuando precisamente podía surgir el marxismo, cuando precisamente podía surgir una posibilidad real y más que una posibilidad real, la necesidad histórica de la Revolución social de la cual fue intérprete Carlos Marx. Pero, ¿qué lo hizo ser ese intérprete sino el caudal de sentimientos humanos de hombres como él, como Engels, como Lenin?»

Esta apreciación de Fidel es fundamental para el militante del nuevo partido, recuérdenlo siempre, compañeros, grábenselo en la memoria como su arma más eficaz contra todas las desviaciones. El marxista debe ser el mejor, el más cabal, el más completo de los seres humanos pero, siempre, por sobre todas las cosas, un ser humano; un militante de un partido que vive y vibra en contacto con las masas; un orientador que plasma en directivas concretas los deseos a veces oscuros de la masa; un trabajador incansable que entrega todo a su pueblo; un trabajador sufrido que entrega sus horas de descanso, su tranquilidad personal, su familia o su vida a la Revolución, pero nunca es ajeno al calor del contacto humano.

En el terreno internacional nuestro Partido tendrá deberes importantísimos; como el primer país socialista de América, un ejemplo a seguir por otros países, una experiencia viva para se captada por los demás partidos hermanos; una experiencia viviente, repetida y cambiante, que muestra a la luz del conocimiento público todos sus aciertos y sus errores. En esta forma su ejemplo es más didáctico y no tiene la aspiración de ser elevado solamente ante quienes han hecho profesión de fe del marxismo-leninismo, sino ante las masas populares de América.

La Segunda Declaración de La Habana es una guía para el proletariado, el campesinado y los intelectuales revolucionarios de América; nuestra propia actitud será guía permanente. Debemos ser dignos de ese lugar que tenemos, debemos trabajar todos los días pensando en nuestra América y fortalecer más y más las bases de nuestro estado, su organización económica y su desarrollo político, para poder también, al mismo tiempo que nos superamos internamente, convencer más y más a los pueblos de América de la posibilidad práctica de iniciar el camino del desarrollo socialista, en la etapa actual de correlación de fuerzas internacionales.

Todo esto sin olvidarnos de que nuestra capacidad emocional frente a los desmanes de los agresores y los sufrimientos de los pueblos, no puede estar limitada al marco de América, ni siquiera al marco de América y los países socialistas juntos; debemos practicar el verdadero internacionalismo proletario, recibir como afrenta propia toda agresión, toda afrenta, todo acto que vaya contra la dignidad del hombre, contra su felicidad en cualquier lugar del mundo.

Nosotros, militantes de un partido nuevo, en una nueva región liberada del mundo y en nuevas situaciones, debemos mantener siempre en alto la misma bandera de dignidad humana que alzara nuestro Martí, guía de muchas generaciones, presente hoy con su frescura de siempre en la realidad de Cuba: «Todo hombre verdadero debe sentir en la mejilla el golpe dado a cualquier mejilla de hombre.»

Τσε, Γκαμάλ Νάσερ και Ανουάρ Σαντάτ στην Αίγυπτο / Che, Gamal Nasser and Anwar Sadatt

Κλικ γιά μεγέθυνση

Ο Τσε με τον αιγύπτιο ηγέτη και εκφραστή του «αραβικού σοσιαλισμού» Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ (μπροστά) και το μετέπειτα πρόεδρο Ανουάρ Σαντάτ στην Αίγυπτο, Οκτώβριος 1965.

Ο Τσε Γκεβάρα στον Ο.Η.Ε. / Che Guevara at the United Nations

Στιγμιότυπα από την ομιλία του Τσε στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη, 1964.

Πριν την ομιλία. Ο Τσε και μέλη της κουβανικής αποστολής παρακολουθούν τις εργασίες της Γενικής Συνέλευσης στον Ο.Η.Ε.

Η αντιπροσωπεία της Κούβας στη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε., 1964. Φωτογραφία του περιοδικού Life.

Ο Τσε Γκεβάρα συνομιλεί στην αίθουσα της ολομέλειας του ΟΗΕ με τους πρέσβεις της ΕΣΣΔ και της Κούβας. Φωτο: Bettmann/Corbis.

Συνέντευξη στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο CBS στη Νέα Υόρκη.

Τσε και Ραούλ Κάστρο στο Μεξικό

Ο Τσε (πρώτος από δεξιά) και ο Ραούλ (κέντρο) ποζάρουν μαζί με φίλους σε παραλία του Μεξικού. Λίγες μόνο μέρες πριν την αναχώρηση γιά την Κούβα.