Ο Τσε στην Παλαιστίνη / Che in Palestine

Κλικ γιά μεγέθυνση

Φωτογραφία του Τσε στη λωρίδα της Γάζας της Παλαιστίνης το 1959. Ως εκπρόσωπος της Επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας, ο Γκεβάρα επισκέπτηκε τους καταυλισμούς παλαιστινίων προσφύγων μεταφέροντας μήνυμα αλληλεγγύης και στήριξης στον παλαιστινιακό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

(Ευχαριστούμε το blog Sibilla-Σίβυλλα γιά την επισήμανση της ιστορικής φωτογραφίας)

Κριτικές παρατηρήσεις στην οικοδόμηση του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ (Μέρος Τρίτο)

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Σχετικά με το νόμο της αξίας.

Υπάρχει μια βαθιά διαφωνία (τουλάχιστον στην αυστηρότητα των χρησιμοποιούμενων όρων) ανάμεσα στην αντίληψη του νόμου της αξίας και τη δυνατότητα της συνειδητής χρήσης του, έτσι όπως τη θέτουν οι υπερασπιστές του οικονομικού ελέγχου και στην αντίληψη που έχουμε εμείς.

Το Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας λέει:

«Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στον καπιταλισμό, όπου ο νόμος της αξίας λειτουργεί σαν δύναμη τυφλή και αυθόρμητη, που επιβάλλεται στους ανθρώπους, η σοσιαλιστική οικονομία έχει συνείδηση του νόμου της αξίας, το κράτος τον λαβαίνει υπ’ όψη του και τον χρησιμοποιεί στην πράξη της σχεδιοποιημένης διεύθυνσης της οικονομίας».

«Η γνώση της δράσης του νόμου της αξίας και η σωστή χρησιμοποίησή του βοηθούν αναγκαστικά τους καθοδηγητές της οικονομίας στην ορθολογική διοχέτευση της παραγωγής, στη συστηματική βελτίωση των μεθόδων εργασίας και στη χρησιμοποίηση των μη εμφανών εφεδρειών για καλύτερη και περισσότερη παραγωγή».

Οι υπογραμμισμένες από εμάς λέξεις δείχνουν το πνεύμα των παραγράφων.

Ο νόμος της αξίας θα λειτουργεί σαν τυφλή, αλλά γνωστή δύναμη και ως εκ τούτου χειραγωγήσιμη ή χρησιμοποιήσιμη από τον άνθρωπο.

Ο νόμος όμως αυτός έχει ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα:

 
 

1. Καθορίζεται από την ύπαρξη μιας εμπορευματικής κοινωνίας.2. Τα αποτελέσματά του δεν μπορούν να μετρηθούν από τα πριν, αλλά αντανακλούν στην αγορά, όπου παραγωγοί και καταναλωτές ανταλλάσσουν.

3. Εχει συνοχή σ’ ένα σύνολο που περιλαμβάνει τις παγκόσμιες αγορές και οι αλλαγές και οι διαστρεβλώσεις σε ορισμένους κλάδους της παραγωγής αντανακλώνται στο συνολικό αποτέλεσμα.

4. Με την ιδιότητά του ως οικονομικού νόμου δρα ουσιαστικά σαν τάση και, στις μεταβατικές περιόδους, θα πρέπει λογικά να τείνει προς την εξαφάνιση.

Μερικές παραγράφους πιο κάτω το εγχειρίδιο τονίζει:

«Το σοσιαλιστικό κράτος χρησιμοποιεί το νόμο της αξίας πραγματοποιώντας τον έλεγχο στην παραγωγή και την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος μέσω του οικονομικού και πιστωτικού συστήματος».

«Ο έλεγχος πάνω στο νόμο της αξίας και η χρησιμοποίησή του σε συμφωνία με ένα σχέδιο αποτελούν τεράστιο πλεονέκτημα του σοσιαλισμού πάνω στον καπιταλισμό. Χάρη στον έλεγχο πάνω στο νόμο της αξίας η δράση του στη σοσιαλιστική οικονομία δε συμβαδίζει με την κατασπατάληση της κοινωνικής εργασίας που είναι σύμφυτο φαινόμενο με την αναρχία της παραγωγής, συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού».

«Ο νόμος της αξίας και οι κατηγορίες που σχετίζονται με αυτόν – το χρήμα, η τιμή, το εμπόριο, η πίστη, τα οικονομικά – χρησιμοποιούνται με επιτυχία στην ΕΣΣΔ και τις λαϊκές δημοκρατίες προς το συμφέρον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, στη διαδικασία της σχεδιασμένης διεύθυνσης της εθνικής οικονομίας».

Αυτό μπορούμε να το θεωρήσουμε ακριβές, μόνο συσχετίζοντάς το με τη συνολική ποσότητα αξιών που παράγονται για την άμεση χρήση από τον πληθυσμό και τα αντίστοιχα διαθέσιμα αποθέματα για την απόκτησή τους, πράγμα που θα μπορούσε να το κάνει ο οποιοσδήποτε καπιταλιστής υπουργός Οικονομικών με κάποια σχετικά ισορροπημένα κονδύλια.Μέσα σε αυτό το πλαίσιο όλες οι επιμέρους διαστρεβλώσεις του νόμου είναι δυνατές.

Παρακάτω:

«Η εμπορευματική παραγωγή, ο νόμος της αξίας και το χρήμα δεν θα εξαφανιστούν παρά μόνο όταν φτάσει η ανώτερη φάση του κομμουνισμού. Αλλά για να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που θα κάνουν δυνατή την εξάλειψη της εμπορευματικής παραγωγής και κυκλοφορίας στην ανώτερη φάση του κομμουνισμού, είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε και να χρησιμοποιήσουμε το νόμο της αξίας και τις εμπορευματονομισματικές σχέσεις στη διάρκεια της οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας».

Γιατί να «αναπτύξουμε»;

Κατανοούμε ότι για ένα χρονικό διάστημα οι κατηγορίες του καπιταλισμού διατηρούνται και ότι το διάστημα αυτό δεν μπορεί να καθοριστεί από πριν. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όμως της μεταβατικής περιόδου είναι αυτά μιας κοινωνίας που σπάει τα παλιά δεσμά της για να μπει γρήγορα στο καινούργιο στάδιο. Η τάση πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη μας, η εξάλειψη όσο το δυνατό πιο σθεναρά των παλιών κατηγοριών, όπως η αγορά, το χρήμα και ως εκ τούτου ο μοχλός του υλικού κινήτρου ή – για να το πούμε καλύτερα – οι συνθήκες που προκαλούν την ύπαρξή του. Το αντίθετο θα σήμαινε ότι το καθήκον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια καθυστερημένη κοινωνία είναι ένα είδος ιστορικού ατυχήματος και ότι οι ηγέτες, για να επανορθώσουν το σφάλμα, πρέπει να αφιερωθούν στην εμπέδωση όλων των κατηγοριών που ενυπάρχουν στην ενδιάμεση κοινωνία, αφήνοντας μονάχα σαν βάσεις της καινούργιας κοινωνίας την κατανομή των εσόδων ανάλογα με την εργασία και την τάση εξάλειψης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί, σαν παράγοντας της ανάπτυξης της γιγάντιας συνειδησιακής αλλαγής που είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε το μεταβατικό στάδιο, αλλαγής που θα πρέπει να συντελείται με την πολύμορφη δράση όλων των καινούργιων σχέσεων, τη διαπαιδαγώγηση και τη σοσιαλιστική ηθική, όταν λάβουμε υπόψη μας την ατομικιστική νοοτροπία που το άμεσο υλικό κίνητρο δημιουργεί στη συνείδηση, φρενάροντας την ανάπτυξη του ανθρώπου σαν κοινωνικού όντος.

 
 

Για να συνοψίσουμε τις διαφωνίες μας:Θεωρούμε το νόμο της αξίας σαν μερικά υπαρκτό, εξαιτίας των υπολειμμάτων της εμπορευματικής κοινωνίας που παραμένουν και που αντανακλώνται στον τύπο ανταλλαγής που πραγματοποιείται ανάμεσα στο κράτος – προμηθευτή και τον καταναλωτή. Πιστεύουμε ότι ειδικά σε μια κοινωνία με πολύ ανεπτυγμένο εξωτερικό εμπόριο, όπως η δική μας, ο νόμος της αξίας σε παγκόσμια κλίμακα πρέπει να αναγνωριστεί σαν ένα γεγονός που κυριαρχεί στις εμπορικές σχέσεις, ακόμα και στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και αναγνωρίζουμε την ανάγκη να περάσει αυτό το εμπόριο σε μορφές πιο αναπτυγμένες στις χώρες της καινούργιας κοινωνίας, εμποδίζοντας να γίνουν βαθύτερες οι διαφορές ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες και τις πιο καθυστερημένες με την εμπορική ανταλλαγή. Με άλλα λόγια πρέπει να βρούμε εμπορικούς τύπους που να επιτρέπουν τη χρηματοδότηση βιομηχανικών επενδύσεων στις αναπτυσσόμενες χώρες, ακόμα και αν έρθουμε σε αντίθεση με τα συστήματα τιμών που υπάρχουν στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, πράγμα που θα επιτρέψει την όσο το δυνατό περισσότερο ισόμετρη πρόοδο ολόκληρου του σοσιαλιστικού στρατοπέδου με φυσικές συνέπειες τον περιορισμό των ανωμαλιών και την πρόσδοση μιας συνοχής στο πνεύμα του προλεταριακού διεθνισμού. (Η πρόσφατη συμφωνία ανάμεσα στην Κούβα και την ΕΣΣΔ είναι ένα δείγμα για το τι μπορεί να γίνει προς αυτή την κατεύθυνση). Αρνιόμαστε τη δυνατότητα της συνειδητής χρησιμοποίησης του νόμου της αξίας, στηριζόμενη στη μη ύπαρξη μιας ελεύθερης αγοράς που να εκφράζει αυτόματα την αντίθεση ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή, αρνιόμαστε την ύπαρξη κατηγορίας εμπορευμάτων στη σχέση ανάμεσα σε κρατικές επιχειρήσεις και θεωρούμε όλους τους οργανισμούς τμήμα της ενιαίας μεγάλης επιχείρησης που είναι το κράτος (παρόλο που στην πράξη δε συμβαίνει ακόμη αυτό στη χώρα μας). Ο νόμος της αξίας και το πλάνο είναι δύο όροι που συνδέονται από μιαν αντίθεση και τη λύση της. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο συγκεντρωτικός σχεδιασμός είναι ο τρόπος ύπαρξης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, η κατηγορία που την ορίζει και το σημείο όπου η συνείδηση του ανθρώπου κατορθώνει επιτέλους να συνθέσει και να κατευθύνει την οικονομία προς το στόχο της, την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπινου όντος μέσα στα πλαίσια της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Γιά τη διαμόρφωση των τιμών.

Στη θεωρία της διαμόρφωσης των τιμών έχουμε πάλι σοβαρές διαφωνίες. Στην αυτοδιαχείριση οι τιμές διαμορφώνονται «λαβαίνοντας υπόψη το νόμο της αξίας», αλλά δε μας εξηγούν (απ’ όσο ξέρουμε τουλάχιστον) ποια έκφραση του νόμου της αξίας εφαρμόζεται. Ξεκινούν από την κοινωνικά αναγκαία εργασία για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου προϊόντος, αλλά παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η κοινωνικά αναγκαία εργασία είναι μια οικονομικοϊστορική και άρα μεταβλητή έννοια, όχι μονάχα σε τοπικό επίπεδο (ή εθνικό), αλλά και σε παγκόσμιους ακόμη όρους. Οι συνεχείς πρόοδοι της τεχνολογίας, συνέπεια του ανταγωνισμού στον καπιταλιστικό κόσμο, περιορίζουν το κόστος της αναγκαίας εργασίας και ως εκ τούτου την αξία του προϊόντος. Μια κλειστή κοινωνία μπορεί να αγνοεί τις αλλαγές για ένα ορισμένο διάστημα, αλλά είναι υποχρεωμένη πάντα να επιστρέφει σε αυτές τις διεθνείς σχέσεις για να συγκρίνει την αξία της. Αν μια δοσμένη κοινωνία τις αγνοήσει για μακρόχρονο διάστημα, χωρίς να αναπτύξει καινούργιες και σωστές μορφές που θα τις αντικαταστήσουν, θα δημιουργήσει εσώτερες αλληλεπιδράσεις που θα εκφράσουν το δικό της σχήμα αξίας που θα έχει συνέπεια με τον εαυτό του, αλλά θα είναι αντίθετο με τις τάσεις της πιο αναπτυγμένης τεχνικής (όπως το ατσάλι και τα πλαστικά είδη). Αυτό μπορεί να προκαλέσει αρκετά σημαντικές σχετικές καθυστερήσεις και -όπως και να ‘χει το πράγμα- τέτοιες διαστρεβλώσεις του νόμου της αξίας σε διεθνή κλίμακα που δε θα μπορούν πια οι οικονομίες να συγκριθούν μεταξύ τους.

Ο φόρος κυκλοφορίας είναι μια μετρήσιμη εικονικότητα που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να διατηρήσουν καθορισμένα επίπεδα αποδοτικότητας, υψώνοντας την τιμή του προϊόντος για τον καταναλωτή με τέτοιο τρόπο, ώστε η προσφορά προϊόντος και η ποσότητα της φερέγγυας ζήτησης να εξισωθούν. Πιστεύουμε ότι αυτό επιβάλλεται από το σύστημα, αλλά δεν αποτελεί απόλυτη αναγκαιότητα και εργαζόμαστε με φόρμουλες που λαμβάνουν υπόψη τους όλες αυτές τις πλευρές.

Πρώτη δημοσίευση: Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Τεύχος 6, 2007.

Discurso al recibir el doctorado honoris causa de la Universidad Central de las Villas

28 de diciembre de 1959.

Queridos compañeros, nuevos colegas del Claustro y viejos colegas de la lucha por la libertad de Cuba: tengo que puntualizar como principio de estas palabras que solamente acepto el título que hoy se me ha conferido, como un homenaje general a nuestro ejército del pueblo. No podría aceptarlo a título individual por la sencilla razón de que todo lo que no tenga un contenido que se adapte solamente a lo que quiere decir, no tiene valor en la Cuba nueva; y cómo podría aceptar yo personalmente, a título de Ernesto Guevara, el grado de Doctor Honoris Causa de la Facultad de Pedagogía, si toda la pedagogía que he ejercido ha sido la pedagogía de los campamentos guerreros, de las malas palabras, del ejemplo feroz, y creo que eso no se puede convertir de ninguna manera en un toga; por eso sigo con mi uniforme del Ejército Rebelde aunque puedo venir a sentarme aquí, a nombre y representación de nuestro ejército, dentro del Claustro de Profesores. Pero al aceptar esta designación, que es un honor para todos nosotros, quería también venir a dar nuestro homenaje, nuestro mensaje de ejército del pueblo y de ejército victorioso.

Una vez a los alumnos de este Centro les prometí una pequeña charla en la que expusiera mis ideas sobre la función de la Universidad; el trabajo, el cúmulo de acontecimientos, nunca me permitió hacerlo, pero hoy voy a hacerlo, amparado ahora, además, en mi condición de Profesor Honoris Causa.

Y, ¿qué tengo que decirle a la Universidad como artículo primero, como función esencial de su vida en esta Cuba nueva? Le tengo que decir que se pinte de negro, que se pinte de mulato, no sólo entre los alumnos, sino también entre los profesores; que se pinte de obrero y de campesino, que se pinte de pueblo, porque la Universidad no es el patrimonio de nadie y pertenece al pueblo de Cuba, y si este pueblo que hoy está aquí y cuyos representantes están en todos los puestos del Gobierno, se alzó en armas y rompió el dique de la reacción, no fue porque esos diques no fueron elásticos, no tuvieron la inteligencia primordial de ser elásticos para poder frenar con esta elasticidad el impulso del pueblo, y el pueblo que ha triunfado, que está hasta malcriado en el triunfo, que conoce su fuerza y se sabe arrollador, está hoy a las puertas de la Universidad, y la Universidad debe ser flexible, pintarse de negro, de mulato, de obrero, de campesino, o quedarse sin puertas, y el pueblo la romperá y él pintará la Universidad con los colores que le parezca.

Ese es el mensaje primero, es el mensaje que hubiera querido decir los primeros días después de la victoria en las tres Universidades del país, pero que solamente pude hacer en la Universidad de Santiago, y si me pidieran un consejo a fuer de pueblo, de Ejército Rebelde y de profesor de Pedagogía, diría yo que para llegar al pueblo hay que sentirse pueblo, hay que saber qué es lo que quiere, qué es lo que necesita y qué es lo que siente el pueblo. Hay que hacer un poquito de análisis interior y de estadística universitaria y preguntar cuántos obreros, cuántos campesinos, cuántos hombres que tienen que sudar ocho horas diarias la camisa están aquí en esta Universidad, y después de preguntarse eso hay que preguntarse también, recurriendo al autoanálisis, si este Gobierno que hoy tiene Cuba representa o no representa la voluntad del pueblo. Y si esa respuesta fuera afirmativa, si realmente este Gobierno representa la voluntad del pueblo, habría que preguntarse también: este Gobierno que representa la voluntad del pueblo en esta Universidad, ¿dónde está y qué hace? Y entonces veríamos que desgraciadamente el Gobierno que hoy representa la mayoría casi total del pueblo de Cuba no tiene voz en las universidades cubanas para dar su grito de alerta, para dar su palabra orientadora, y para expresarlo sin intermedios, la voluntad, los deseos y la sensibilidad del pueblo.

La Universidad Central de Las Villas dio un paso al frente para mejorar estas condiciones y cuando fue a realizar su forum sobre la Industrialización, recurrió, sí, a los industriales cubanos, pero recurrió al Gobierno también, nos preguntó nuestra opinión y la opinión de todos los técnicos de los organismos estatales y paraestatales, porque nosotros estamos haciendo -lo podemos decir sin jactancia- en este primer año de la Liberación, mucho más de lo que hicieron los otros gobiernos, pero además, mucho más de lo que hizo eso que pomposamente se llama la «libre empresa», y por eso como Gobierno tenemos derecho a decir que la industrialización de Cuba, que es consecuencia directa de la Reforma Agraria, se hará por y bajo la orientación del Gobierno Revolucionario, que la empresa privada tendrá, naturalmente, una parte considerable en esta etapa de crecimiento del país, pero quien sentará las pautas será el Gobierno, y lo será por méritos propios, lo será porque levantó esa bandera respondiendo quizás al impulso más íntimo de las masas, pero no respondiendo a la presión violenta de los sectores industriales del país. La industrialización y el esfuerzo que conlleva es hijo directo del Gobierno Revolucionario, por eso lo orientará y lo planificará. De aquí han desaparecido para siempre los préstamos ruinosos del llamado Banco de Desarrollo, por ejemplo, que prestaba 16 millones a un industrial y este ponía 400 mil pesos, y estos son datos exactos, y esos 400 mil pesos no salían tampoco de su bolsillo, salían del 10 por ciento de la comisión que le daban los vendedores por la compra de las maquinarias, y ese señor que ponía 400 mil pesos cuando el Gobierno había puesto 16 millones, era el dueño absoluto de esa empresa y como deudor del Gobierno, pagaba plazos cómodos y cuando le conviniera. El Gobierno salió a la palestra y se niega a reconocer ese estado de cosas, reclama para sí esa empresa que se ha formado con el dinero del pueblo y dice bien claro que si la «libre empresa» consiste en que algunos aprovechados gocen del dinero completo de la nación cubana, este Gobierno está contra la «libre empresa», siempre que esté supeditada a una planificación estatal, y como hemos entrado ya en este escabroso terreno de la planificación, nadie más que el Gobierno Revolucionario que planifica el desarrollo industrial del país de una punta a la otra, tiene derecho a fijar las características y la cantidad de los técnicos que necesitará en un futuro para llenar las necesidades de esta nación, y por lo menos debe oírse al Gobierno Revolucionario cuando dice que necesita nada más que determinado número de abogados o de médicos, pero que necesita cinco mil ingenieros y 15 mil técnicos industriales de todo tipo, y hay que formarlos, hay que salir a buscarlos, porque es la garantía de nuestro desarrollo futuro.

Hoy estamos trabajando con todo el esfuerzo por hacer de Cuba una Cuba distinta, pero este profesor de Pedagogía que está aquí no se engaña y sabe que de profesor de Pedagogía tiene tanto como de Presidente del Banco Central, y que si tiene que realizar una u otra tarea es porque las necesidades del pueblo se lo demandan, y eso no se hace sin sufrimiento mismo para el pueblo, porque hay que aprender en cada caso, hay que trabajar aprendiendo, hay que hacer borrar al pueblo el error, porque uno está en un puesto nuevo, y no es infalible, y no nació sabiendo, y como este Profesor que está aquí fue un día médico y por imperio de las circunstancias tuvo que tomar el fusil, y se graduó después de dos años como comandante guerrillero, y se tendrá luego que graduar de Presidente de Banco o Director de Industrialización del país, o aún quizás de profesor de Pedagogía, quiere este médico, comandante, presidente y profesor de Pedagogía, que se prepare la juventud estudiosa del país, para que cada uno en el futuro inmediato, tome el puesto que le sea asignado, y lo tome sin vacilaciones y sin necesidad de aprender por el camino, pero también quiere este profesor que está aquí, hijo del pueblo, creado por el pueblo, que sea este mismo pueblo el que tenga derecho también a los beneficios de la enseñanza, que se rompan los muros de la enseñanza, que no sea la enseñanza simplemente el privilegio de los que tienen algún dinero, para poder hacer que sus hijos estudien, que la enseñanza sea el pan de todos los días del pueblo de Cuba.

Y es lógico; no se me ocurriría a mí exigir que los señores profesores o los señores alumnos actuales de la Universidad de Las Villas realizaran el milagro de hacer que las masas obreras y campesinas ingresaran en la Universidad. Se necesita un largo camino, un proceso que todos ustedes han vivido, de largos años de estudios preparatorios. Lo que sí pretendo, amparado en esta pequeña historia de revolucionario y de comandante rebelde, es que comprendan los estudiantes de hoy de la Universidad de Las Villas que el estudio no es patrimonio de nadie, y que la Casa de Estudios donde ustedes realizan sus tareas no es patrimonio de nadie, pertenece al pueblo entero de Cuba, y al pueblo se la darán o el pueblo la tomará, y quisiera, porque inicié todo este ciclo en vaivenes de mi carrera como universitario, como miembro de la clase media, como médico que tenía los mismos horizontes, las mismas aspiraciones de la juventud que tendrán ustedes, y porque he cambiado en el curso de la lucha, y porque me he convencido de la necesidad imperiosa de la Revolución y de la justicia inmensa de la causa del pueblo, por eso quisiera que ustedes, hoy dueños de la Universidad, se la dieran al pueblo. No lo digo como amenaza para que mañana no se la tomen, no; lo digo simplemente porque sería un ejemplo más de los tantos bellos ejemplos que se están dando en Cuba, que los dueños de la Universidad Central de Las Villas, los estudiantes, la dieran al pueblo a través de su Gobierno Revolucionario. Y a los señores profesores, mis colegas, tengo que decirles algo parecido: hay que pintarse de negro, de mulato, de obrero y de campesino; hay que bajar al pueblo, hay que vibrar con el pueblo, es decir, las necesidades todas de Cuba entera. Cuando esto se logre nadie habrá perdido, todos habremos ganado y Cuba podrá seguir su marcha hacia el futuro con un paso más vigoroso y no tendrá necesidad de incluir en su Claustro a este médico, comandante, presidente de Banco y hoy profesor de pedagogía que se despide de todos.

Source: El Marxists Internet Archive.

Συνέντευξη της Αλέιδα Γκεβάρα στο «Ριζοσπάστη»

Συνέντευξη στο Γιώργο Μουσγά. Μετάφραση από τη Δέσποινα Μάρκου.

«Είμαι γιατρός στο παιδιατρικό νοσοκομείο Ουίλιαμ Σολέρο της Κούβας. Είμαι 40 χρονών και έχω δυο κόρες. Είμαι μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας και υπήρξα διεθνίστρια γιατρός. Δούλεψα δυο χρόνια στη Νικαράγουα και ένα χρόνο στην Αγκόλα». Αυτή είναι η ιστορία της ζωής της όπως λέει η ίδια η Αλέιδα Γκεβάρα – Μαρτς, που βρέθηκε στη χώρα μας με αφορμή το Ευρωπαϊκό Συνέδριο Αλληλεγγύης προς την Κούβα που έγινε στη Θεσσαλονίκη στις 13-14 Οκτώβρη 2001.

Οι διαλέξεις της τράβηξαν το ενδιαφέρον του Τύπου ενώ σε αρκετές περιπτώσεις κλήθηκε να σχολιάσει ή να συγκρίνει τον πατέρα της με τον Μπιν Λάντεν. Χωρίς περιστροφές χαρακτήρισε ανόητες τέτοιες συγκρίσεις και τις θεώρησε προσβολή τόσο για τον ίδιο τον Τσε αλλά και ασέβεια για τους αραβικούς λαούς, που σέβονται τον πατέρα της. Κάθε φορά θύμιζε τη θέση της Κούβας ότι είναι κατά της τρομοκρατίας συμπληρώνοντας: «Εμείς υπήρξαμε θύματα τρομοκρατίας και βιολογικού πολέμου και δε θέλουμε να υποστούν το ίδιο κι άλλοι λαοί». Και τόνιζε: «Λέμε και ΟΧΙ στον πόλεμο γιατί είναι άδικος και βάναυσος και δεν μπορεί να διαλύσει έναν πολιτισμό και ένα λαό».

Η συζήτηση με την Αλ. Γκεβάρα – Μαρτς ξεκίνησε με τα «Ερνεστάκια», μια μπριγάδα παιδιών στην ανατολική Κούβα, που την επισκέπτεται συχνά. Σε αυτή την μπριγάδα μπορούν να πάρουν μέρος οι καλύτεροι μαθητές. Οταν τελειώνουν τα μαθήματά τους πηγαίνουν εθελοντικά και μαζεύουν καφέ. «Μια μέρα ήρθε μια πιτσιρίκα και με ρώτησε: «Θα θυμώσεις αν σου πω ότι ο μπαμπάς σου είναι και δικός μου μπαμπάς;» Της απάντησα λοιπόν: «Ασφαλώς και δε θυμώνω καθόλου γι’ αυτό. Αντίθετα χαίρομαι που τον μοιράζομαι μαζί σου». Και εκείνη μου απάντησε: «Εγώ πάντα λέω ότι είναι και δικός μου πατέρας». Είναι πραγματικά μια πολύ μεγάλη αγάπη που έχουν τα παιδιά στον Τσε».

ΕΡ: Εχει εξατμιστεί το άρωμα της Επανάστασης για τους νέους της Κούβας;

ΑΛΕΙΔΑ: Οχι γιατί ακριβώς γι’ αυτό δουλεύουμε. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε μια διαδικασία για το ανέβασμα του πολιτιστικού επιπέδου του λαού, προσπαθώντας να βρούμε τρόπους επικοινωνίας με τους πιο νέους ανθρώπους. Κάναμε πραγματικά μια πολύ μεγάλη επένδυση και καταφέραμε να κλείσουμε μια συμφωνία με την Κίνα για να αγοράσουμε βίντεο και τηλεοράσεις έτσι ώστε σε όλα ανεξαιρέτως τα σχολεία να υπάρχει μια τηλεόραση για είκοσι ή τριάντα παιδιά. Γύρω στο μεσημέρι η κουβανική τηλεόραση έχει ένα ειδικό πρόγραμμα για τα παιδιά.

Αυτό κάνει και τα μαθήματα πιο ενδιαφέροντα και αρέσει και στο παιδί. Πρόσφατα κάναμε και μια αγορά κομπιούτερ νέας γενιάς έτσι σε όλα τα σχολεία της χώρας να υπάρχουν κομπιούτερς και τα παιδάκια των πέντε χρονών απ’ το νηπιαγωγείο να μπορούν να μάθουν κομπιούτερ. Στα πιο απομακρυσμένα μέρη έχουν δημιουργηθεί κέντρα κομπιούτερ, έτσι ώστε μικρά παιδιά και νεολαίοι να μπορούν να πάνε και να ασχολούνται με τα κομπιούτερ. Απ’ την άλλη μεριά γίνεται μεγάλη κοινωνική δουλιά με τους νέους που έχουν προετοιμαστεί και διαπαιδαγωγηθεί γι’ αυτό, ώστε να εντοπίζουν πού υπάρχουν τα κοινωνικά προβλήματα και να ξέρει το κράτος από πού να ξεκινήσει για την επίλυση αυτών των προβλημάτων. Ετσι ώστε οι νέοι άνθρωποι ή οι έφηβοι να μην έχουν κακή κοινωνική συμπεριφορά.

Είναι μια πραγματικά φιλόδοξη δουλιά που αρχίσαμε να κάνουμε και που δίνει αποτελέσματα. Απ’ τη μια μεριά δίνεις δυνατότητες να αναπτυχθούν τα παιδιά και απ’ την άλλη προσπαθείς να βοηθήσεις τις οικογένειες εκείνες που έχουν ανάγκες, έτσι ώστε στην κοινωνία μας να έχουν όλοι το ίδιο κοινωνικό επίπεδο. Αυτό δεν το έχουμε καταφέρει τελείως αλλά δουλεύουμε προς αυτή την κατεύθυνση.

Το βασικό είναι να δίνουμε κίνητρα στους νέους για να δουλεύουν και να νιώθουν χρήσιμοι, να τους προετοιμάζουμε και να τους διαπαιδαγωγούμε στον πολιτιστικό τομέα ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν οτιδήποτε γίνεται στον κόσμο. Ετσι καταφέρνουμε να συνειδητοποιηθεί ο κόσμος. Είναι βεβαίως μια καθημερινή δουλιά που δεν πρέπει να σταματάει ποτέ. Βελτιώσαμε κάποια πράγματα και την άλλη μέρα ανακαλύπτουμε ότι υπάρχουν και άλλα πράγματα που πρέπει να βελτιώσουμε. Η προσπάθεια είναι συνεχής.

Υπάρχει όμως ένα πολύ σοβαρό ενδιαφέρον απ’ το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας και από την κυβέρνηση της χώρας έτσι ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος να χάσουν οι νέοι το ενδιαφέρον τους για την επανάσταση.

ΕΡ: Σε ποια κατάσταση βρίσκεται η Κούβα, καθώς συνεχίζεται ο αποκλεισμός από τις ΗΠΑ;

ΑΛΕΙΔΑ: Αυτή τη στιγμή η Κούβα έχει οικονομικές ελλείψεις. Επίσης ο πόλεμος και όλο αυτό το στρατιωτικό θέμα που έχει ξεκινήσει στο Αφγανιστάν είχε ήδη την επίδρασή του και στην Κούβα.

ΕΡ: Πώς έγινε αυτό;

ΑΛΕΙΔΑ: Μειώθηκε ο τουρισμός, καθώς ο κόσμος φοβάται να ταξιδέψει με αεροπλάνο. Αυτή η εξέλιξη δημιουργεί ελλείψεις στην οικονομία μας. Εχουμε ήδη ελλείψεις στα φάρμακα, στα τρόφιμα και στα ρούχα. Φυσικά αν κανείς συγκρίνει την Κούβα του 1992 με την Κούβα του 2001, η διαφορά είναι σημαντική.

ΕΡ: Γιατί;

ΑΛΕΙΔΑ: Εχουμε βελτιωθεί οικονομικά και κοινωνικά είμαστε ήρεμοι. Ομως αυτό δε σημαίνει ότι είμαστε ευχαριστημένοι. Ο αποκλεισμός εξακολουθεί να λειτουργεί. Είναι μια μορφή τρομοκρατίας ενάντια στον κουβανικό λαό. Είναι πραγματικά μια αδικία που συντελείται σε βάρος αυτού του λαού.

Υπάρχουν και πράγματα που πρέπει να βελτιώσουμε στο εσωτερικό. Πετύχαμε βελτίωση στην εκμετάλλευση του χρόνου εργασίας. Αντιμετωπίσαμε με επιτυχία τα προβλήματα εγκληματικότητας που είχαν εμφανιστεί στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Εχουμε, δηλαδή επιστρέψει στην πιο ομαλή περίοδο για την Κούβα σε αυτόν τον τομέα. Πρέπει να βελτιώσουμε την παραγωγή ζάχαρης. Φέτος η συγκομιδή της ζάχαρης ήταν πιο σταθερή. Ομως τα εργοστάσια ζάχαρης είναι πια παλιά και οδηγούν σε ακριβή παραγωγή. Αυτή τη στιγμή προσπαθούμε να αλλάξουμε την τεχνολογία αυτών των εργοστασίων. Αυτό όμως χρειάζεται χρόνο και χρήμα, αλλά σε αυτή την κατεύθυνση κινούμαστε.

Σε γενικές γραμμές η ζωή στην Κούβα είναι αρκετά σταθερή αλλά φιλοδοξούμε να βελτιώσουμε ακόμα πιο πολύ την οικονομία και νομίζουμε ότι προς αυτή την κατεύθυνση κάνουμε πράγματα που έχουν ενδιαφέρον. Θα μας βοηθήσει πολύ το νικέλιο, και η αναπτυγμένη βιομηχανία στον τομέα της ενέργειας, που δουλεύει με ό,τι έχει σχέση με τη χημεία.

Λόγω του αποκλεισμού, η καθημερινή ζωή είναι πολύ ακριβή.

ΕΡ: Τα νέα οικονομικά μέτρα δεν οδηγούν σε κοινωνικές διαφοροποιήσεις;

ΑΛΕΙΔΑ: Δυστυχώς παρουσιάστηκε αυτή η κοινωνική διαφοροποίηση. Είναι επόμενο ότι δε ζει με τον ίδιο τρόπο αυτός που κερδίζει δολάρια με αυτόν που δεν έχει δολάρια. Αλλά γι’ αυτό είναι πολύ σημαντική η βελτίωση της οικονομίας. Αν η βασική οικονομία της οικογένειας είναι σε ίσο επίπεδο και είναι ικανοποιητική, τότε για μένα είναι αδιάφορο αν εσείς πληρώνεστε σε δολάρια ή όχι. Δεν έχει πια καμιά σημασία. Γι’ αυτό αγωνιζόμαστε να ανεβάσουμε και να αυξήσουμε την οικονομία μας, έτσι ώστε να μην υπάρχει αυτή η σημαντική διαφορά όταν εγώ έχω ξένο συνάλλαγμα και εσείς όχι.

Η πολιτική του κουβανικού κράτους είναι να μειώσει στον ελάχιστο βαθμό τις ατομικές δουλιές. Ο άνθρωπος σκέφτεται όπως ζει. Είναι λοιπόν σημαντικό να μην πηγαίνουν οι Κουβανοί στις ατομικές δουλιές αλλά να νιώθουν κοινωνικά χρήσιμοι. Είναι ένας διαφορετικός τρόπος να βλέπει κανείς τη ζωή. Αν για παράδειγμα εσείς είστε ιδιοκτήτης ενός εστιατορίου είναι φυσικό να ενδιαφέρεστε για το μαγαζί σας και την τσέπη σας. Αν όμως είστε διευθυντής ενός κρατικού εστιατορίου σάς ενδιαφέρει να έχετε την καλύτερη δυνατή υπηρεσία προς το λαό -όχι για το προσωπικό σας κέρδος – αλλά για την κοινωνική ικανοποίηση. Αυτό λοιπόν είναι σημαντικό για τον τρόπο σκέψης.

Το κουβανικό κράτος προσπαθεί απ’ τη μια να ανεβάσει την οικονομία ώστε να «λιμαριστούν» και να αμβλυνθούν αυτές οι κοινωνικές διαφορές που δημιουργήθηκαν στη δεκαετία του 1990.

ΕΡ: Θα αντέξει η Κούβα – ιδιαίτερα μετά τον Φιντέλ Κάστρο;

ΑΛΕΙΔΑ: Ο κουβανικός λαός – όσο μεγάλος, χαρισματικός και ευφυής κι αν είναι ο Φιντέλ Κάστρο – δε θα μπορούσε να αντισταθεί μόνο χάρη σ’ αυτόν. Πρέπει να υπάρχει μια κοινωνική συνείδηση και μια πολιτική διαπαιδαγώγηση.

Εγώ γεννήθηκα μαζί με την Επανάσταση και δεν μπορώ να ζήσω σε άλλο σύστημα. Είμαι ανίκανη να ζήσω σε άλλο σύστημα. Υπάρχουν πάρα πολλοί Κουβανοί σαν και μένα. Ετσι έχω την απόλυτη πεποίθηση ότι θα προχωρούμε μπροστά. Το 1996 οι ΗΠΑ ψήφισαν το νόμο Χελμς – Μπάρτον. Ολος ο κόσμος ξέρει την εξωτερική πλευρά αυτού του νόμου. Ομως αυτός ο νόμος έχει και μια εσωτερική πλευρά που ισχύει μόνο για την Κούβα και που λέει ότι αν αλλάξει το κοινωνικό της σύστημα οι ΗΠΑ έχουν το δικαίωμα να άρουν ή όχι τον αποκλεισμό.

Αν λοιπόν η Κούβα αλλάξει το κοινωνικό της σύστημα, επιτρέπεται στις ΗΠΑ να παραδώσουν στους πρώην ιδιοκτήτες τις παλιές ιδιοκτησίες. Αυτό σημαίνει ότι θα εκχωρηθούν οι σημερινοί παιδικοί σταθμοί, τα νοσοκομεία, τα Κέντρα των ηλικιωμένων, τα σχολεία. Είναι αδύνατον να τα δεχτεί αυτά ο κουβανικός λαός. Αυτό σημαίνει ότι οι ίδιες οι ΗΠΑ με το νόμο τους δε μας επιτρέπουν να αλλάξουμε κοινωνικό σύστημα, γιατί τότε θα χάσουμε όλα όσα έχουμε.

Ο κουβανικός λαός στη μεγάλη του πλειοψηφία δεν είναι κομμουνιστές. Είμαστε μόνο ένα εκατομμύριο κομμουνιστές. Ομως οι υπόλοιποι Κουβανοί είναι πατριώτες και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Μάθαμε να ζούμε με αξιοπρέπεια και σήμερα η Κούβα είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που λέει ΟΧΙ στις ΗΠΑ, κρατάει αυτό το ΟΧΙ και δεν τρέμει μπροστά σε τίποτε. Νομίζεις ότι θα δεχτούμε να το χάσουμε αυτό;

ΕΡ: Εσείς θα απαντήσετε.

ΑΛΕΙΔΑ: Είναι αδύνατο να το δεχτούμε. Αλλά ας πάρουμε και τη συναισθηματική πλευρά. Ο λαός μας είναι ένας ρομαντικός και πολύ τρυφερός λαός. Και από απλό σεβασμό ακόμα στον άνθρωπο εκείνο που έχει κάνει ό,τι ήταν δυνατόν για να κάνει καλύτερη τη ζωή του λαού, δε θα μπορούσαμε ποτέ να τον απογοητεύσουμε. Ετσι λοιπόν, απ’ οποιαδήποτε πλευρά κι αν το πάρεις, είμαστε υποχρεωμένοι να συνεχίσουμε αυτόν το δρόμο που επιλέξαμε. Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση για τον κουβανικό λαό.

ΕΡ: Είναι ουτοπία να είσαι σήμερα κομμουνιστής;

ΑΛΕΙΔΑ: Οχι δεν είναι ουτοπία. Είναι αναγκαιότητα, τουλάχιστον για μας.

Αναδημοσίευση από το «Ριζοσπάστη», 21 Οκτωβρίου 2001.

Ο Σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα (Μέρος Δεύτερο)

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Η εργασία πρέπει να αποκτήσει έναν καινούριο χαρακτήρα

Για να ξανακατακτήσει ο άνθρωπος την υπόστασή του, πρέπει να πάψει να υπάρχει ο άνθρωπος εμπόρευμα και να του χορηγήσει η κοινωνία ένα μέρισμα σε αντάλλαγμα της εκτέλεσης του κοινωνικού του καθήκοντος. Τα μέσα παραγωγής ανήκουν στην κοινωνία και η μηχανή είναι σαν το οχυρό όπου εκτελείται το καθήκον. Ο άνθρωπος αρχίζει να λευτερώνει τη σκέψη του από το άγχος με την ικανοποίηση των άμεσων αναγκών του από την εργασία. Αρχίζει να αναγνωρίζεται μέσα στο έργο του και να καταλαβαίνει το ανθρώπινο μεγαλείο του μέσα από το αντικείμενο που δημιουργεί και την πραγματοποιιούμενη εργασία. Η εργασία του δεν προϋποθέτει πια την εγκατάλειψη ενός μέρους της ύπαρξής του στη μορφή μιας πουλημένης δύναμης, που δεν του ανήκει, αλλά εκφράζει μια δική του εκδήλωση, μια προσφορά στην κοινή ζωή, την εκπλήρωση του κοινωνικού του καθήκοντος.

Κάνουμε όλοι ότι μας είναι δυνατόν για να δώσουμε στην εργασία αυτή την καινούρια διάσταση του κοινωνικού καθήκοντος και για να τη συνδέσουμε από τη μια με την τεχνολογική ανάπτυξη και από την άλλη, με την εθελοντική εργασία. Αυτοί οι δυο συντελεστές απαντούν στη μαρξιστική εκτίμηση σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν κατακτά πραγματικά την πλήρη ανθρώπινή του υπόσταση παρά μόνο όταν παράγει χωρίς τον καταναγκασμό της φυσικής ανάγκης να πουληθεί σαν εμπόρευμα.

Φυσικά υπάρχουν και τώρα καταναγκαστικές μορφές στην εργασία ακόμα κι όταν είναι εθελοντική. Ο άνθρωπος δεν πέτυχε ακόμη να κάνει την εργασία που του ταιριάζει μια αυτόματη λειτουργία κοινωνικής φύσης και παράγει ακόμα, πολύ συχνά, κάτω από την πίεση του περιβάλλοντος (είναι αυτό που ονομάζει ο Φιντέλ ηθικό καταναγκασμό). Δεν μπορεί να χαρεί απόλυτα το έργο του μέσα στα πλαίσια των νέων συνθηκών χωρίς την πίεση του κοινωνικού περίγυρου. Αυτό δεν θα μπορέσει να το κάνει παρά μέσα στον κομμουνισμό. Η αλλαγή δεν δημιουργείται αυτόματα στη συνείδηση, όπως ούτε και στην οικονομία. Οι διακυμάνσεις είναι αργές και ακανόνιστες, και υπάρχουν περίοδοι έντασης, διακοπής, ακόμα και οπισθοχώρησης.

Η πρώτη μεταβατική περίοδος προς τον κομμουνισμό

Όπως το σημειώσαμε ήδη, πρέπει να παραδεχτούμε πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίοδο καθαρά μεταβατική όπως εκείνη που περιγράφει ο Μαρξ στο «Κριτική του προγράμματος του Γκότα και της Ερφούρτης», αλλά μπροστά σε μια καινούρια φάση, που εκείνος δεν πρόβλεψε: την πρώτη περίοδο μετάβασης προς τον κομμουνισμό, ή την περίοδο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού.

Αυτή κυλά μέσα σε άγριους αγώνες των τάξεων και των στοιχείων του καπιταλισμού που συνεχίζουν να σκιάζουν την πραγματικότητά της. Αν προσθέσουμε σ’ αυτά τον σχολαστικισμό που ανέκοψε την ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας και εμπόδισε συστηματικά τη μελέτη αυτής της περιόδου της οποίας δεν μελετήθηκαν τα οικονομικά κίνητρα, πρέπει να συμπεράνουμε πως είμαστε ακόμα στην κούνια και ότι πρέπει να ξαναρχίσουμε την έρευνα όλων των πρωταρχικών χαρακτηριστικών αυτής της περιόδου, πριν να επεξεργαστούμε μια οικονομική και πολιτική θεωρία μεγαλύτερης προοπτικής.

Αυτή η θεωρία θα δώσει μια καθολική υπεροχή στους δυο στύλους της οικοδόμησης του σοσιαλισμού: τη διαμόρφωση του καινούριου ανθρώπου και την ανάπτυξη της τεχνικής. Σ’ αυτές τις δύο περιοχές μας μένουν ακόμη να κάνουμε πολλά, αλλά η καθυστέρηση αυτής της θεμελιώδους βάσης που είναι η τεχνική, είναι λίγο πιο δικαιολογημένη, δεδομένου ότι εμείς δεν πρόκειται να προχωρήσουμε στα τυφλά, αλλά να ακολουθήσουμε την κατάλληλη στιγμή το δρόμο που έχουν χαράξει οι πλέον προχωρημένες χώρες του κόσμου. Γι’ αυτό ο Φιντέλ επιμένει τόσο στην ανάγκη της τεχνικής και επιστημονικής επιμόρφωσης της χώρας μας κι ακόμη περισσότερο για την πρωτοπορία της.

Υλική και ηθική αναγκαιότητα

Μέσα στην περιοχή των μη παραγωγικών δραστηριοτήτων, είναι πιο εύκολο να διακρίνουμε την υλική αναγκαιότητα από την ηθική αναγκαιότητα. Από πολύ παλιά ο άνθρωπος προσπαθεί να ελευθερωθεί από την αλλοτρίωση με την κουλτούρα και την τέχνη. Πεθαίνει καθημερινά επί οκτώ ώρες παίζοντας το ρόλο του εμπορεύματος για να αναστηθεί μετά την καλλιτεχνική δημιουργία. Αλλά αυτό το φάρμακο φέρει το σπέρμα αυτής καθαυτής της αρρώστιας: εκείνος που ζητά την ενότητα με τη φύση είναι μια μοναχική ύπαρξη. Υπερασπίζεται την ατομικότητά του από το περιβάλλον και αντιδρά μπροστά στις αισθητικές ιδέες σαν ένα μοναδικό ον, που ο πόθος του είναι να μείνει άσπιλος. Δεν πρόκειται παρά για μια απόπειρα φυγής.

Ο νόμος της αξίας δεν είναι πια η απλή αντανάκλαση των σχέσεων παραγωγής. Οι καπιταλιστές μονοπωλητές την περικλείουν σε μια περίπλοκη κενολογία, καθιστώντας την μια υπάκουη υπηρέτρια, ακόμα κι όταν οι χρησιμοποιούμενες μέθοδοι είναι καθαρά εμπειρικές. Ο υπεροργανισμός επιβάλλει έναν τύπο τέχνης που απαιτεί μια εργασία καλλιτεχνών πολύ προχωρημένης παιδείας. Οι αντιδραστικοί κυριαρχούνται από την τεχνική και μόνο τα εξαιρετικά ταλέντα μπορούν να δημιουργήσουν προσωπικό έργο. Οι άλλοι καταντούν θλιβεροί μισθωτοί ή αποτυγχάνουν. Επικαλούνται την καλλιτεχνική αναζήτηση που την θεωρούν σαν την έκφραση της ελευθερίας, αλλά αυτή η «αναζήτηση» έχει τα όριά της, αδιόρατα, μέχρι που να τσακιστεί απάνω τους, ως τη στιγμή δηλαδή, που τίθεται το πραγματικό πρόβλημα του ανθρώπου και της αλλοτρίωσής του. Το αδικαιολόγητο άγχος και η χοντροκομμένη ψυχαγωγία αποτελούν τις βολικές δικλείδες για την ανθρώπινη ανησυχία. Όποιος σεβαστεί τους κανόνες του παιχνιδιού απολαμβάνει όλες τις τιμές, όμοιες με κείνες που θα μπορούσε να επιτύχει ένας πίθηκος που θα επινοούσε τις πιρουέτες. Ο μόνος όρος είναι να μην προσπαθήσεις να ξεφύγεις από το αόρατο κλουβί.

Μια νέα τάση καλλιτεχνικής αναζήτησης

Όταν η Επανάσταση πήρε την εξουσία οι τελείως εξημερωμένοι πήραν το δρόμο της εξορίας. Οι άλλοι, οι επαναστάτες και μη οραματίστηκαν ένα καινούριο δρόμο. Η αναζήτηση δέχτηκε κι αυτή μια νέα εκτίναξη. Πάντως οι δρόμοι ήταν, λίγο πολύ, χαραγμένοι και η ιδέα της φυγής κρύφτηκε κάτω από τη λέξη «λευτεριά». Οι επαναστάτες κράτησαν συχνά αυτή τη στάση, κατάλοιπο του αστικού ιδεαλισμού στις συνειδήσεις τους. Στις χώρες που πέρασαν από μια παρόμοια εξέλιξη επιχείρησαν να καταπολεμήσουν αυτές τις τάσεις με έναν υπερβολικό δογματισμό. Η γενική εκπαίδευση μεταβλήθηκε σχεδόν σε ένα ταμπού και ανακήρυξαν σαν το ύψιστο σημείο εκπαιδευτική φιλοδοξίας μια τυπικά πιστή εικόνα της φύσης, που μεταβάλλεται εν συνεχεία σε μια μηχανική εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας όπως ήθελαν να τη βλέπουν, μιας σχεδόν ιδανικής κοινωνίας χωρίς συγκρούσεις ούτε αντιθέσεις που επιθυμούσαν να πραγματοποιήσουν.

Ο σοσιαλισμός είναι νέος και έχει τα ελαττώματά του. Εμάς, των επαναστατών, μας λείπουν συχνά οι αναγκαίες γνώσεις και το πνευματικό θάρρος για να αντιμετωπίσουμε την προσπάθεια να αναπτύξουμε τον καινούριο άνθρωπο, με διαφορετικές μέθοδες απ’ αυτές, τις πολύ συμβατικές που είναι σημαδεμένες από τη σφραγίδα της κοινωνίας που τις δημιούργησε (για μια ακόμη φορά εμφανίζεται το πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα μορφής και περιεχομένου). Βρισκόμαστε σε μεγάλη αναστάτωση και μας απορροφούν τα υλικά προβλήματα. Δεν υπάρχουν μεγάλοι καλλιτέχνες που να εξασκούν ταυτόχρονα μεγάλη επαναστατική επιρροή. Οι άνθρωποι του Κόμματος πρέπει να αναλάβουν αυτή την προσπάθεια και να ψάξουν να βρουν τον αντικειμενικό στόχο: πως θα καλλιεργηθεί ο λαός.

Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός θεμελιώθηκε στην τέχνη του περασμένου αιώνα

Ζητούν λοιπόν την απλοποίηση, ώστε να φτάσουν στο επίπεδο εκείνου που όλος ο κόσμος θα καταλαβαίνει, εκείνου δηλαδή που καταλαβαίνουν οι υπάλληλοι. Καταργούν την αυθεντική καλλιτεχνική αναζήτηση και το πρόβλημα της γενικής κουλτούρας περιορίζεται στον σφετερισμό του σοσιαλιστικού παρόντος και του νεκρού παρελθόντος (ακίνδυνου κατά συνέπεια). Έτσι γεννιέται ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός πάνω στις βάσεις του περασμένου αιώνα.

Αλλά η ρεαλιστική τέχνη του ΧΙΧου αιώνα είναι μια ταξική τέχνη κι αυτή ίσως πιο καπιταλιστική από την παρακμιακή του ΧΧου αιώνα, όπου διαφαίνεται η αγωνία του αλλοτριωμένου ανθρώπου. Στην περιοχή της κουλτούρας ο καπιταλισμός έδωσε όλο του τον εαυτό και δε μένει πια παρά ένα δυσώδες πτώμα που εκδηλώνεται στην τέχνη με τη σημερινή της παρακμή. Αλλά γιατί να φιλοδοξούμε να ψάχνουμε στις ξεθυμασμένες φόρμες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού τη μοναδική αξιόλογη συνταγή; Δεν μπορούμε να αντιτάξουμε στον ρεαλισμό την «ελευθερία», γιατί αυτή δεν υπάρχει ακόμη και δεν θα υπάρξει όσο η ανάπτυξη της καινούριας κοινωνίας δεν ολοκληρωθεί. Αλλά και να μην τολμήσουμε να καταδικάσουμε όλες τις προγενέστερες μορφές τέχνης του πρώτου μισού του ΧΙΧου αιώνα, από το ύψος του παπικού θρόνου ενός αμείλικτου ρεαλισμού, γιατί θα υποπέσουμε σ’ ένα προυντονικό σφάλμα επιστροφής στο παρελθόν, και θα βάζαμε έτσι ένα ζουρλομανδύα στην καλλιτεχνική έκφραση του ανθρώπου που γεννιέται και δημιουργεί σήμερα.

Λείπει η ανάπτυξη ενός ιδεολογικο-μορφωτικού μηχανισμού που θα οδηγήσει στην έρευνα και θα ξεριζώσει τα ζιζάνια που πολλαπλασιάζονται τόσο εύκολα, στη γόνιμη γη την επιχορηγούμενη από το Κράτος.

Ο άνθρωπος που πρέπει να δημιουργήσουμε

Στην χώρα μας δεν πέσαμε στο σφάλμα ενός τετριμμένου ρεαλισμού, αλλά στο αντίθετο σφάλμα. Κι αυτό γιατί δεν καταλάβαμε πόσο αναγκαία ήταν η δημ8ιουργία ενός νέου ανθρώπου, που δεν θα ‘να, ούτε εκείνος του ΧΙΧου αιώνα ούτε και του δικού μας του παρακμασμένου και σάπιου. Τον άνθρωπο του ΧΧΙου αιώνα πρέπει να δημιουργήσουμε αν και δεν είναι για την ώρα, παρά μια υποκειμενική ιδέα καθόλου συστηματοποιημένη. Αυτό είναι εξάλλου ένα από τα θεμελιώδη σημεία της μελέτης και της εργασίας μας. Στην περίπτωση που θα έχουμε συγκεκριμένες επιτυχίες σε μια βάση θεωρητική, απ’ όπου, αντιστρόφως θα αντλήσουμε θεωρητικά συμπεράσματα γενικού χαρακτήρα, στη βάση των πρακτικών μας ερευνών, τότε θα έχουμε κάνει μια πολύτιμη προσφορά στο μαρξισμό – λενινισμό για το συμφέρον της ανθρωπότητας. Η αντίδραση κατά του ανθρώπου του ΧΙΧου αιώνα μας έσπρωξε ξανά στην παρακμή του ΧΧου. Δεν πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό σφάλμα, αλλά πρέπει να το επανορθώσουμε με τον κίνδυνο ν’ ανοίξουμε το δρόμο στο ρεβιζιονισμό.

Οι μεγάλες μάζες που η συνείδησή τους αναπτύσσεται, οι νέες ιδέες που προοδεύουν παράλληλα στους κόλπους της κοινωνίας και οι υλικές δυνατότητες μιας πλήρους ανάπτυξης όλων των μελών της, συντελούν στο να γίνεται η εργασία πολύ πιο γόνιμη. Το παρόν είναι καμωμένο από αγώνες, το μέλλον μας ανήκει.

Το προπατορικό αμάρτημα των διανοούμενων

Με λίγα λόγια η ενοχή πολλών από τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες μας είναι συνέπεια του προπατορικού τους αμαρτήματος: δεν είναι αυθεντικοί επαναστάτες. Μπορείς να προσπαθήσεις να μπολιάσεις μια φτελιά για να κάνει αχλάδια, αλλά συγχρόνως πρέπει να φυτέψεις αχλαδιές. Οι νέες γενιές θα γεννηθούν ελευθερωμένες από το προπατορικό αμάρτημα. Πρέπει με προσπάθεια να εμποδίσουμε τη σύγχρονη γενιά, που σπαράσσεται από τις διαμάχες της, να διαφθαρεί, για να μη διαφθείρει και τις καινούριες γενιές. Δεν πρέπει να δημιουργήσουμε μισθωτούς υποταγμένους στην επίσημη σκέψη, ούτε και υπότροφους που θα ζουν ωραία στη σκέπη της υποτροφίας τους εξασκώντας μια λευτεριά σε εισαγωγικά. Οι επαναστάτες που θα τραγουδήσουν τον καινούριο άνθρωπο με την αυθεντική φωνή του λαού θα ‘ρθουν. Είναι μια προετοιμασία που χρειάζεται καιρό.

Στην κοινωνία μας η νεολαία και το Κόμμα παίζουν ένα μεγάλο ρόλο. Η νεολαία είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί είναι ο εύπλαστος άργιλος με τον οποίο μπορεί να κατασκευαστεί ο καινούριος άνθρωπος απαλλαγμένος απ’ όλα τα κατάλοιπα του παρελθόντος. Μπορούμε να την μεταχειριστούμε σύμφωνα με τις φιλοδοξίες μας. Η εκπαίδευσή της είναι κάθε μέρα και πληρέστερη και δεν ξεχνάμε να την προτρέπουμε από την αρχή στην εργασία. Οι υπότροφοί μας εργάζονται χειρονακτικά κατά τις διακοπές τους ή ακόμα και κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Σ’ άλλες περιπτώσεις η εργασία είναι μια επιβράβευση και σ’ άλλες ένα μορφωτικό όργανο, δεν είναι ποτέ μια τιμωρία. Μια καινούρια γενιά γεννιέται.

Το Κόμμα, οργάνωση της πρωτοπορίας

Το Κόμμα είναι μια οργάνωση πρωτοπορίας, οι καλύτεροι δουλευτάδες, προτείνονται από τους συναδέλφους τους για να ενταχθούν. Είναι μειοψηφία, αλλά επιβάλλεται αρκετά χάρη στην ποιότητα των στελεχών του. Επιθυμούμε να γίνει το Κόμμα ένα μαζικό κόμμα, αλλά όταν οι μάζες θα έχουν κατακτήσει το επίπεδο της ανάπτυξης της πρωτοπορίας, δηλαδή θα έχουν εκπαιδευτεί για τον κομμουνισμό. Όλες μας οι προσπάθειες τείνουν προς τα εκεί. Το Κόμμα είναι ένα ζωντανό παράδειγμα, τα στελέχη του πρέπει να δίνουν μαθήματα δραστηριότητας στη δουλειά τους και θυσίας και οφείλουν με τη δράση τους να οδηγήσουν τις μάζες στο τέρμα των επαναστατικών τους προσπαθειών. Γεγονός που απαιτεί χρόνια σκληρού αγώνα εναντίον των δυσχερειών της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, των ταξικών εχθρών, του σκυλολογιού του παρελθόντος και του ιμπεριαλισμού. Θα ήθελα τώρα να εξηγήσω το ρόλο που παίζει η προσωπικότητα, ο άνθρωπος, σαν ιθύνων νους των μαζών που κάνουν την ιστορία. Πρόκειται για την εμπειρία μας και όχι για καμιά συνταγή.

Ο Φιντέλ έδωσε την πνοή του στην Επανάσταση κατά τα πρώτα χρόνια και την κατηύθυνε πάντα, δίνοντάς της τον χαρακτήρα. Αλλά υπάρχει μια ομάδα επαναστατών που εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο του ανώτατου ιθύνοντος και μια μεγάλη μάζα που ακολουθεί τους ιθύνοντες γιατί αυτοί ήξεραν να ερμηνεύσουν τις προσδοκίες της.

Για να αισθάνεται το άτομο πιο πλούσιο

Δεν πρόκειται για το ποσό των κιλών του κρέατος που τρως, ούτε για τις πόσες φορές θα πάει κανείς στην πλαζ, ούτε για τα εισαγόμενα προϊόντα πολυτελείας που μπορεί κάποιος να αγοράσει με τον σημερινό του μισθό. Σημασία έχει το πως θα νιώθει το άτομο πιο πλούσιο εσωτερικά και πιο υπεύθυνο. Ο άνθρωπος της χώρας μας γνωρίζει πως η ένδοξη εποχή που του έλαχε είναι μια εποχή θυσιών, και την ξέρει τη θυσία. Οι πρώτοι βαφτίστηκαν στην πείρα της στη Σιέρρα Μαέστρα, ύστερα τη γνωρίσαμε σ’ ολόκληρη τη Κούβα. Η Κούβα είναι η πρωτοπόρος της Λατινικής Αμερικής και επειδή έχει αυτή την πρωτοποριακή θέση και επειδή αντιπροσωπεύει την αληθινή λευτεριά για τις μάζες της Λατινικής Αμερικής, οφείλει να κάνει θυσίες. Στο εσωτερικό της χώρας οι ιθύνοντες πρέπει να εκπληρώνουν τον προορισμό τους των πρωτοπόρων, και πρέπει να το πούμε με κάθε ειλικρίνεια πως, σε μια αληθινή επανάσταση στην οποία προσφέρεις τα πάντα χωρίς καμιά υλική ανταπόδοση, το έργο του επαναστάτη είναι ταυτόχρονα υπέροχο και αγωνιώδες. Επιτρέψτε μου να το πω, με τον κίνδυνο να φανώ γελοίος, πως ο αληθινά αυθεντικός επαναστάτης καθοδηγείται από μεγάλα αισθήματα γενναιοφροσύνης και είναι αδύνατο να φανταστείς έναν αυθεντικό επαναστάτη χωρίς αυτή την ιδιότητα.

Ίσως αυτό να είναι ένα από τα μεγάλα δράματα του ιθύνοντος που πρέπει να συνδυάζει ένα παθιασμένο ταμπεραμέντο με μια ψυχρή εξυπνάδα (και να παίρνει οδυνηρές αποφάσεις χωρίς να συσπάται ένας μυς του προσώπου του). Οι επαναστάτες μας της πρωτοπορίας οφείλουν να εξιδανικεύσουν αυτή την αγάπη του λαού, να την κάνουν τον πιο ιερό τους σκοπό, μοναδικό και αδιαχώριστο. Δεν μπορούν να χρησιμοποιούν την ευαισθησία τους στο ίδιο επίπεδο με τους άλλους ανθρώπους.

Ο προλεταριακός διεθνισμός είναι ένα καθήκον

Οι ιθύνοντες της επανάστασης έχουν παιδιά που στα πρώτα τους ψελλίσματα δεν μαθαίνουν το όνομά τους και γυναίκες που είναι κι αυτές επίσης ταγμένες στο θρίαμβο της Επανάστασης. Το περιβάλλον των φίλων ανταποκρίνεται ακριβώς σε κείνο των συντρόφων της Επανάστασης. Έξω απ’ αυτήν δεν υπάρχει ζωή, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες πρέπει να έχεις πολύ ανθρωπιά και μεγάλη συναίσθηση της δικαιοσύνης και της αλήθειας για να μην πέσεις σ’ έναν υπερβολικό δογματισμό, σ’ ένα ψυχρό σχολαστικισμό, και να μην απομονωθείς από τις μάζες.

Πρέπει να αγωνίζεσαι καθημερινά ώστε, αυτή η αγάπη για την ανθρωπότητα, να εκδηλώνεται θετικά και να χρησιμεύει σαν παράδειγμα και σαν κίνητρο. Ο επαναστάτης – μέσα στο Κόμμα του – ιδεολογική κινητήρια δύναμη της επανάστασης, καταναλώνεται σ’ αυτή την αέναη προσπάθεια που δεν τελειώνει παρά με τον θάνατο, εφ’ όσον η οικοδόμηση του σοσιαλισμού δεν ολοκληρωθεί σ’ όλο τον κόσμο.

Αν η επαναστατική του δραστηριότητα χαλαρώσει μια φορά τις προσπάθειες που απαιτούν ταχεία διεκπεραιώσει στην τελική κλιμάκωση και αν ξεχάσει τον προλεταριακό διεθνισμό, η Επανάσταση που διευθύνει παύει να είναι μια κινητήρια δύναμη και βουλιάζει σε μια άνετη αποχαύνωση, που εκμεταλλεύονται οι προαιώνιοι εχθροί μας, οι ιμπεριαλιστές, κερδίζοντας τότε έδαφος. Ο προλεταριακός διεθνισμός είναι ένα καθήκον, αλλά είναι επίσης και μια επαναστατική αναγκαιότητα. Αυτό μαθαίνουμε στο λαό μας.

Οι κίνδυνοι του δογματισμού και οι αδυναμίες μας

Είναι σίγουρο πως η παρούσα κατάσταση περικλείει κινδύνους. Όχι μόνο εκείνον του δογματισμού, όχι μόνο του να σκληρύνουν οι σχέσεις μας με τις μάζες κατά τη διάρκεια της μεγάλης προσπάθειας, αλλά και το να υποπέσουμε σε αδυναμίες. Ένας άνθρωπος που αφιερώνει τη ζωή του ολόκληρη στην Επανάσταση δεν μπορεί να απασχολείται με τη σκέψη για το τί λείπει στο παιδί του, για τα χαλασμένα του παπούτσια και για τα στοιχειώδη πράγματα που στερείται η οικογένειά του. Αν αφήσει τον εαυτό του να βασανίζεται απ’ αυτές τις σκέψεις δημιουργεί ένα έδαφος ευνοϊκό για την ανάπτυξη της φθοράς.

Υποστηρίξαμε πάντα, πως τα παιδιά μας πρέπει να έχουν τα ίδια πράγματα με τα άλλα παιδιά, αλλά και πως πρέπει να στερούνται επίσης αυτά που τα άλλα παιδιά στερούνται. Η οικογένειά μας πρέπει να το καταλάβει και ν’ αγωνιστεί γι’ αυτό. Η Επανάσταση γίνεται δια μέσου του ανθρώπου, αλλά πρέπει κι αυτός να σφυρηλατεί, μέρα με τη μέρα, το επαναστατικό του πνεύμα. Έτσι προχωρούμε. Επί κεφαλής της μεγάλης πορείας – δεν ντρεπόμαστε να το πούμε- περπατάει ο Φιντέλ, πίσω του ακολουθούν τα καλύτερα στελέχη του Κόμματος και αμέσως μετά, τόσο κοντά που αισθάνεσαι την τεράστια δύναμή του, έρχεται το σύνολο του λαού που περπατάει σταθερά προς τον κοινό σκοπό. Αποτελείται από άτομα που απόκτησαν τη συνείδηση του τι πρέπει να πράξουν, από ανθρώπους που αγωνίζονται να βγουν από το βασίλειο της ανάγκης και να μπουν σε κείνο της λευτεριάς.

Αυτή η τεράστια μάζα, υπακούει, πειθαρχεί, ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη κατανοητή απ’ όλους, δεν είναι πια ένα πλήθος διασκορπισμένο, διαλυμένο στο κενό, μέσα στο οποίο προσπαθεί ο καθένας, με οποιοδήποτε μέσο, να βρει ένα στήριγμα για το αβέβαιο μέλλον, σε μια λυσσασμένη διαμάχη με τους όμοιούς του. Ξέρουμε πως έχουμε να κάνουμε ακόμη θυσίες και πως πρέπει να πληρώσουμε για την ηρωική μας υπόσταση του πρωτοποριακού έθνους. Εμείς οι άλλοι, οι ιθύνοντες, πρέπει να πληρώσουμε, για να έχουμε το δικαίωμα να λέμε πως είμαστε οι πρωτοπόροι του λαού που βρίσκεται επικεφαλής της Λατινικής Αμερικής

Πληρώνουμε όλοι, κανονικά, το μερτικό μας στις θυσίες, έχοντας την επίγνωση πως θα ανταμειφθούμε με την ικανοποίηση πως εκπληρώσαμε το καθήκον μας και πως προχωρήσαμε όλοι μαζί προς τον καινούργιο άνθρωπο που εμφανίζεται στον ορίζοντα.

Επιτρέψτε μου κάποια συμπεράσματα.

Εμείς οι σοσιαλιστές, είμαστε πιο ελεύθεροι γιατί είμαστε πιο πλούσιοι και είμαστε πιο πλούσιοι γιατί είμαστε πιο ελεύθεροι. Ο σκελετός της απόλυτης λευτεριάς μας είναι έτοιμος. Δεν του λείπει παρά η σάρκα και τα ενδύματά του, θα τα δημιουργήσουμε.

Η λευτεριά μας και το ψωμί μας έχουν το χρώμα του αίματος και είναι διογκωμένα από θυσίες. Η θυσία μας, είναι ενσυνείδητη, αυτό είναι το τίμημα της λευτεριάς που οικοδομούμε. Ο δρόμος είναι μακρύς και εν μέρει άγνωστος. Ξέρουμε το στόχο μας. Εμείς οι ίδιοι θα φτιάξουμε τον άνθρωπο του ΧΧΙου αιώνα. Θα σφυρηλατηθούμε στην καθημερινή δράση δημιουργώντας τον καινούργιο άνθρωπο με μια νέα τεχνική. Η προσωπικότητα παίζει το μεγάλο ρόλο της κινητήριας και κατευθυντήριας δύναμης από τη στιγμή που ενσαρκώνει τις πιο υψηλές αρετές και τις προσδοκίες του λαού ακολουθώντας σταθερά το δρόμο της.

Εκείνη που ανοίγει το δρόμο, είναι η ομάδα της πρωτοπορίας, οι καλύτεροι ανάμεσα στους καλούς, το Κόμμα. Το βασικό υλικό του έργου μας είναι η Νεολαία. Σ’ αυτήν τοποθετούμε όλες μας τις ελπίδες και την ετοιμάζουμε για να πάρει τη σημαία από τα χέρια μας.

Αν αυτή η επιστολή φωτίζει κάτι, θα ‘χει εκτελέσει τον προορισμό της. Δεχθείτε τον χαιρετισμό μου, ευλογημένο σαν χειραψία ή σαν ένα «Άβε Μαρία».

Patria o Muerte! Πατρίδα η Θάνατος!

(Το κείμενο συντάχθηκε υπό τη μορφή επιστολής προς τον Carlos Quijano, διευθυντή της εβδομαδιαίας εφημερίδας “Μάρτσα”, που εκδιδόταν στο Μοντεβίδεο της Ουρουγουάης. Δημοσιεύθηκε το Μάρτιο του 1965).

Χέρμπερτ Μάθιους (Herbert Matthews)

Ο Χέρμπερτ Μάθιους (γεννηθείς στις 10 Ιανουαρίου 1900 στη Νέα Υόρκη) ήταν αμερικανός δημοσιογράφος και ανταποκριτής της εφημερίδας New York Times. Απέκτησε διεθνή φήμη όταν τον Ιανουάριο του 1957 βρέθηκε στις δύσβατες βουνοπλαγιές της Σιέρρα Μαέστρα, στην Κούβα, προκειμένου να πάρει συνέντευξη από τον αρχηγό του αντάρτικου στρατού, Φιντέλ Κάστρο. Λέγεται ότι ο Μάθιους κατάφερε να κανονίσει τη συνέντευξη με τον κουβανό επαναστάτη μέσω της διευθύντριας του γραφείου των Times στην Αβάνα, Ρούμπι Φίλιπς.

Το ρεπορτάζ που υπογράφτηκε από το Μάθιους διέλυσε τις όποιες φήμες είχε δημιουργήσει το καθεστώς Μπατίστα περί δήθεν θανάτου του Φιντέλ. Η ιστορία των γενναίων κουβανών επαναστατών που μάχονταν ενάντια σε μιά αδίστακτη και διεφθαρμένη δικτατορία έκανε το γύρο της Αμερικής και του κόσμου. Η δημοσίευση των κειμένων στους New York Times έκανε το Μάθιους στόχο της συντηρητικής δεξιάς των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία του χρέωσε ότι «έβγαλε το Φιντέλ απ’ την αφάνεια».

Ο Χέρμπερτ Μάθιους πέθανε στις 30 Ιουλίου 1977. Τον Φεβρουάριο του 2007, το Κουβανικό Πρακτορείο Ειδήσεων γνωστοποίησε ότι στο σημείο που είχε δωθεί η συνέντευξη του Μάθιους με τον Κάστρο, ανεγέρθη πινακίδα σε ανάμνηση εκείνης της συνάντησης.