Ένας ανθρωπιστής μαρξιστής: Ο αγώνας για έναν Κομμουνισμό με ανθρώπινο πρόσωπο (Μέρος Πρώτο)

Των Michael Löwy & Olivier Besancenot.

Το ανέκδοτο είναι διάσημο στην Αβάνα. Σε μια συνάντηση της κουβανικής διοίκησης λίγο μετά την επανάσταση, όταν ο Φιντέλ Κάστρο απευθυνόμενος στην ομήγυρη ρώτησε: “Υπάρχει κανένας οικονομολόγος (economiste) στην αίθουσα;”, ο Τσε ύψωσε το δάχτυλο. Αμέσως διορίστηκε πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας. Στο τέλος της συνάντησης, ο Φιντέλ τον ρώτησε αιφνιδιασμένος: “Δεν το ήξερα πως είσαι οικονομολόγος!” Και η απάντηση του συνομιλητή του: Carajo, εγώ κατάλαβα πως η ερώτηση ήταν αν υπάρχει κανένας κομμουνιστής (communiste) στην αίθουσα”. Πέρα από το αστείο, είναι σίγουρο πως ο Ερνέστο Γκεβάρα διεκήρυττε δημόσια την υποστήριξη του προς τις κομμουνιστικές ιδέες, ακόμη και πολύ πριν την κουβανική επανάσταση.

Η πολιτική, ανατρεπτική και ρομαντική εποποιία του Τσε έφερε στην εποχή της μια παγκόσμια πνοή οξυγόνου στους κόλπους του διεθνούς εργατικού κινήματος εγκλωβισμένου από τον Ψυχρό Πόλεμο. Σήμερα συνεχίζει να αποτελεί φυτώριο ιδεών και αυθεντική πηγή έμπνευσης. Ουσιαστικά, την στιγμή της παγκόσμιας ανάπτυξης του καπιταλισμού, η σκιά του Τσε εξακολουθεί να πλανιέται στα ύψη της μεξικανικής Τσιάπας, ανάμεσα στους επαναστάτες χωρικούς Ζαπατίστας. Εκτείνεται μέχρι τη Βενεζουέλα του Τσάβες. Αιωρείται πάνω από τις πορείες για μιαν άλλη παγκοσμιοποίηση, που σε σχολεία, επιχειρήσεις και πόλεις αμφισβητεί την επιβολή της νέας παγκόσμιας τάξης στην οικονομία, την κοινωνία, την ειρήνη και το περιβάλλον. […] Πέρα από τις περιπέτειες του με το Κρεμλίνο, ο Τσε μπορούσε, χάρη στην σκέψη του, να δώσει μια νέα και σταθερή ώθηση στο παγκόσμιο σχέδιο του κοινωνικού μετασχηματισμού. Σχέδιο που εκείνος ήθελε να δει τον καθένα να επαναοικειοποιείται ατομικά. Γι’ αυτόν, η κατανόηση του σοσιαλισμού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά σε προσωπική κλίμακα, όσο πιο κοντά γίνεται στις στενές έγνοιες του καθενός θύματος της εκμετάλλευσης. Η Επανάσταση, εάν καταστεί απρόσωπη, αποκόπτεται από το αισθητό νήμα των ανθρώπων. Όμως, εξατομικεύοντας την πολιτική, ο Τσε ελπίζει να φυτρώσει σε όσο περισσότερες συνειδήσεις μπορεί ο σπόρος των χειραφετητικών λογικών: η ιστορία της ανθρωπότητας έχει την ιδιαιτερότητα ότι την φτιάχνουν οι άνθρωποι.

Κατ’ αρχάς, ο επαναστατικός ανθρωπισμός του Τσε δεν οδηγεί τον αγώνα και τις ιδέες του στους δρόμους της ανανέωσης του μαρξισμού. Δεν προσπαθεί να τον τυλίξει σ’ ένα πιο ανθρωπιστικό περίβλημα. Η σκέψη του δεν έχει χτιστεί έτσι. Τον σπρώχνει προς το μαρξισμό γιατί σ’αυτόν το δρόμο η ανθρωπιστική του στράτευση βρίσκει διέξοδο. Και τούτο ακολουθεί τη δική του διανοητική και πολιτική πορεία. Από τα πρώτα του εφηβικά ταξίδια στη Λατινική Αμερική μέχρι τους επαναστατικούς αγώνες στην Κούβα, το Κονγκό ή τη Βολιβία, η ιδεολογική του μήτρα δεν παγιώνεται ποτέ. Αντίθετα, υπήρξε πάντα εν κινήσει, με διαρκείς διερωτήσεις, αδιάκοπες διερευνήσεις, υποκινούμενη από τη δίψα της ανακάλυψης. Τις απαντήσεις που δεν τις βρήκε έτοιμες σε επιλεγμένα αναγνώσματα του “μαρξισμού της πρόσοψης και του σκηνικού των Ρώσων”, όπως τον αποκαλεί ο Paco Ignacio Taibo II στη βιογραφία του “Ernesto Guevara, γνωστός και ως Che”. Τη στράτευση του την τραβά όσο μπορείκ, με τα σπλάχνα, την καρδιά και το κεφάλι του, ένα κεφάλι άπληστο για κατανόηση και γνώση.

Η περίοδος στην οποία αναπτύσσεται είναι σημαδεμένη από την αποικιοκρατία, με τους πολέμους της, τον ρατσισμό της, και από το κίνημα αποαποικιοποίησης όπως εκφράστηκε σε πολλούς ελευθερωτικούς αγώνες κατά του ιμπεριαλισμού, στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Μάλλον ταιριάζει σ’αυτό το είδος πολιτικών προσδοκιών, ανανεωμένων μετά από δεκαετίες σκέψης αποστειρωμένης από τη γραφειοκρατία της Μόσχας. Η περίσταση μοιάζει να ερεθίζει τα πνεύματα και να ευνοεί την ιδεολογική άμιλλα. Ακολουθώντας τη δική του πορεία, από άλλους δρόμους, ο Malcolm X, στο έδαφος των ΗΠΑ, έχοντας έλθει σε ρήξη με τους μαύρους μουσουλμάνους (Έθνος του Ισλάμ) το 1964, καταλήγει σε συμπεράσματα παρόμοια με του Τσε πριν τη δολοφονία του το 1965: φτάνει να υποστηρίξει έναν μαρξισμό ανοιχτό, ανθρωπιστικό και διεθνιστικό. Δυο ζωές. Δύο δολοφονίες. Δύο πορείες κομμένες πάνω στην ανάπτυξη τους από ένα θάνατο αποφασισμένο από τους ανήσυχους θιασώτες της τάξης των γιάνκηδων.

Η πολιτική του αναζήτηση οδηγεί σταδιακά τον Τσε στον μαρξισμό των απαρχών. Σ’ εκείνον όπου η ανθρωπότητα και το άτομο ήταν τα πάντα, ρίζα και σκοπός του εξισωτικού σχεδίου. Ενός παγκόσμιου σχεδίου που αποτελει αλυσίδα στην οποία ο άνθρωπος, ως κεντρικό πρόσωπο και αυθεντικό επαναστατικό υποκείμενο, ξαναγίνεται το κόκκινο νήμα που ενώνει όλα τα στάδια της κοινωνικής μεταμόρφωσης: από την εξέγερση που γίνεται προσωπικά αισθητή και προξενείται από τις αδικίες της τρέχουσας κοινωνίας μέχρι την ατομική άνθηση που ευνοείται από τη νέα κοινωνία. Ο Τσε κάνει λάβαρο του μια ρήση του Κουβανού ποιητή και επαναστάτη Χοσέ Μαρτί: “Κάθε πραγματικός άνθρωπος πρέπει να αισθάνεται στο δικό του μάγουλο το χτύπημα που δόθηκε στον οποιονδήποτε άνθρωπο”. Το να είσαι πάντα έτοιμος για εξέγερση, το να αγανακτείς, σημαίνει να νοιώθεις ότι ανήκεις σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, σε ένα πεπρωμένο αλληλεγγύης, αποτελεί ήδη δράση. Εκείνος τοποθετεί την ανθρωπότητα στο ίδιο επίπεδο με την οικογένεια. Απαντώντας σε κάποια Μαρία Ροσάριο Γκεβάρα, που τον ρωτά αν είναι δυνατό να είχαν κοινούς προγόνους, απαντά: “Δε νομίζω πως είμαστε πολύ στενοί συγγενείς, αν όμως είστε ικανή να τρέμετε από αγανάκτηση κάθε φορά που γίνεται μια αδικία στον κόσμο, τότε είμαστε σύντροφοι, και αυτό είναι σημαντικότερο”. Λέγοντας τούτο, δεν επιδιώκει να μειώσει τον οικογενειακό δεσμό, αλλά μάλλον να εξάρει μια σχέση παγκόσμια όπου ο καθένας μπορεί εν τέλει να αποτιμά τη δική του καλή κατάσταση σε συνάρτηση με εκείνη του ομοίου του.

Δεν πρόκειται για έναν αλτρουϊσμό που περιορίζεται στο να υπομένει κανείς τη δυστυχία των άλλων σαν βάρος, αλλ’ αντίθετα το ζητούμενο είναι να δρα για ν’αλλάξει τη δική του μοίρα, μέσω εκείνης των άλλων, σε μιαν αμοιβαία άνθηση. Εκείνος υπερασπιζόταν την ιδέα αυτή ενώπιον των νεαρών κομμουνιστών της Κούβας: “Το χρέος κάθε νέου κομμουνιστή είναι να είναι ουσιωδώς άνθρωπος, τόσο άνθρωπος που ν’ αγγίζει το καλύτερο στον άνθρωπο […], ν’αναπτύσσει την ευαισθησία του σε σημείο που να νιώθει την αγωνία όταν ένας άνθρωπος δολοφονείται κάπου στον κόσμο και να ενθουσιάζεται όποτε υψώνεται κάπου μια νέα σημαία ελευθερίας”. Το να ελευθερώσουμε την ανθρωπότητα από τις αλυσίδες της μαχόμενη κατά της προσωπικής αλλοτρίωσης, υπερασπιζόμενοι ηθικές αξίες, ιδού η αυθεντική προσφορά του Τσε στον μαρξισμό.

Από το βιβλίο των Μισέλ Λεβί και Ολιβιέ Μπεσανσενό “Che Guevara: His Revolutionary Legacy” (2009). Ελληνική Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης (εκδ.Φαρφουλάς).

Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.

Πάθη και θάνατος στην Βολιβία – Το τέλος του Τσε Γκεβάρα (Μέρος Τρίτο)

(Συνέχεια από Δεύτερο μέρος).

Στις 8 Απρίλη του 1967, ο Γκεβάρα έμαθε ένα ακόμα δυσάρεστο νέο. Ο πρώην πρόεδρος Παθ Εστενσόρο που είχε ανατραπεί από τους στρατιωτικούς και ζούσε εξόριστος στην Λίμα δήλωσε ότι οι γκερίλας ήταν κομμουνιστές και ότι κατά συνέπεια ο λαός δεν έπρεπε να τις στηρίξει. Ο Εστενσόρο δήλωσε επίσης ότι σημασία είχε πρωτίστως να κρατηθεί το καθεστώς εθνικιστικό.

Στις 10 Απριλίου, οι γκερίλας στήνουν ενέδρα σε ένα σύνταγμα στρατιωτών κοντά στο αγρόκτημα Νινκαχουάζου σε ένα πλάτωμα που ονομάζεται Ιριπίτι. Η μάχη κρατά περίπου 30 λεπτά της ώρας και 11 στρατιώτες του βολιβιανού στρατού σκοτώνονται. Ο Γκεβάρα και οι γκεριλας που μετρούν πια την δεύτερη νίκη τους, συλλαμβάνουν 7 τραυματισμένους στρατιώτες και ακόμα 11 που τους παραδίδονται. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ένας αξιωματικός. Οι γκερίλας έχουν δύο νεκρούς όμως πέφτουν στα χέρια του 35 ανέπαφα αυτόματα με όλα τους τα πυρομαχικά.

Μετά από αυτή τους την νίκη, οι γκερίλας αποσύρονται στο Νινκαχουάζου το οποίο σχεδιάζουν να το εγκαταλείψουν άμεσα. Το αγρόκτημα αποφασίζεται να μείνει στα χέρια δύο μελών της αποστολής. Τον Γάλλο δημοσιογράφο Ρεζί Ντεμπραί που εκτός από φίλος του Κάστρο θα κάλυπτε ειδησιογραφικά και την γκερίλια και τον Αργεντινό Σίρο Μπούστος, πολιτικό πρόσωπο που συμφωνούσε με τις ιδέες του Τσε, όχι όμως και την οργάνωση της γκερίλια. Πριν η γκερίλια αποτραβηχτεί στο δάσος γίνεται συζήτηση και κριτική. Συμφωνούνται τα δύο θεμελιώδη λάθη της: Η ελλιπής πληροφόρηση για τις πολιτικές συνθήκες της Βολιβίας και η ελλιπής τροφοδοσία.

Ο στενός αυχένας του Νινκαχουάζου είναι περικυκλωμένος από καθεστωτικές δυνάμεις. Ο Γκεβάρα δεν γνώριζε πως να οδηγήσει τους γκερίλας για να ξεφύγουν από τον κλοιό. Στο Ελ Μεσόν, η γκερίλια θα πέσει ξανά επάνω σε στρατιωτικό κλιμάκιο και θα του προκαλέσει δύο θύματα. Σκοτώνουν επίσης και ένα ειδικά εκπαιδευμένο σκύλο της CIA για ανεύρεση ανθρώπων μέσα στην ζούγκλα. Η πορεία συνεχίζεται κυρίως την νύχτα σε συνθήκες απόλυτων στερήσεων. Ξανά, δύο εβδομάδες αργότερα, στην περιοχή Ταπερίλια, η γκερίλια θα έρθει σε επαφή με μικρό στρατιωτικό τμήμα και θα σκοτώσει δύο οπλίτες. Η κίνηση της γκερίλια προβληματίζει τις αρχές. Η κινητοποίηση είναι μεγάλη και ακόμα δεν έχει φέρει σοβαρά αποτελέσματα. Μερικές ημέρες μετά οι Ντεμπραί και Μπούστος θα πέσουν στα χέρια των αρχών μαζί με το Άγγλο δημοσιογράφο Τζορτζ Άντριου Ροθ τον οποίο συνάντησαν τυχαία να καλύπτει τις επιχειρήσεις στο χωριό Μουγιουπάμπα.

Στο μεταξύ ο Γκεβάρα συνεχίζει την πορεία του ξεφεύγοντας κυριολεκτικά κάτω από την μύτη ενός ολόκληρου συντάγματος στρατού που επιχειρεί στην ευρύτερη περιοχή του Ελ Μεσόν. Τους προκαλεί ακόμα 3 απώλειες ανάμεσα στους οποίους και ένας αξιωματικός. Σε αυτή την φάση ο Γκεβάρα συντάσσει με τον Βολιβιανό ηγέτη Ρομπέρτο Περέδο την πρώτη διακήρυξη της γκερίλια. Αυτή εγκαθιδρύει και τον Απελευθερωτικό Εθνικό Στρατό Βολιβίας που οι τάξεις του είναι ανοιχτές σε άνδρες και γυναίκες κάθε ιδεολογικής απόχρωσης. Η διακήρυξη σχεδόν δεν κυκλοφόρησε στην Βολιβία, πάντως πέρασε τα σύνορα και έλαβε διεθνή δημοσιότητα. Παρόλα αυτά δεν κατάφερε να ανατρέψει την κακή εικόνα της γκερίλια που βρίσκονταν πιασμένη σε μια φάκα που διαρκώς στένευε.

Μερικές ημέρες μετά η δύναμη της γκερίλια σπάει στα δύο. Μια ομάδα φεύγει δυτικά προς την σιδηροδρομική γραμμή κοντά στα σύνορα με την Αργεντινή ενώ το κύριο τμήμα κινείται βόρεια. Νέες μάχες δίνονται στα περίχωρα του Ελ Εσπίνο και της Μουχίρια και η ομάδα του Γκεβάρα καταφέρνει να συνεχίσει την πορεία της. Στην περιοχή του Μορόκος (σημερινό Πιράι) ο Γκεβάρα δίενι σκληρή αποφασιστική μάχη με υπέρτερες κατά πολύ δυνάμεις. Η ομάδα του αποτελείται αποκλειστικά από βετεράνους της Κούβας και σκληροτράχηλους Βολιβιανούς κομμουνιστές. Επιφέρουν 8 νεκρούς ενώ οι ίδιοι έχουν 3. Σκοπός του Γκεβάρα με την πορεία του προς Βορρά είναι να διασπάσει τον αποκλεισμό του Νινκαχουάζου προς τις πόλεις και να εξασφαλίσουν πέρασμα στον δρόμο που συνδέει την Σάντα Κρουζ με την Κοκαμπάμπα.

Από την άλλη μεριά η ομάδα του Ακούνια Νούνιεθ συλλαμβάνει και εκτελεί ένα πραγματικά εξαιρετικό σχέδιο. Κινούμενη προς δυσμάς, αποκλείει τον δρόμο προς Σάντα Κρουζ, κόβει τις τηλεφωνικές γραμμές και καταλαμβάνει ένα λεωφορείο γεμάτο φοιτητές. Οι αντάρτες βγάζουν λόγο στους φοιτητές που ενθουσιασμένοι τους συνοδεύουν στο χωριό Σαμαιπάτα το οποίο οι γκεριλας καταλαμβάνουν. Οι γκεριλας συλλαμβάνουν τις τοπικές αρχές, μαζεύουν ρουχισμό και φάρμακα και βγάζουν λόγο στους συγκεντρωμένους χωρικούς. Οι γκερίλας, αποκλεισμένοι ως τότε από τον υπόλοιπο κόσμο αποδεικνύονται ξαφνικά άξιοι να αναπτύξουν αρκετή φαντασία και θάρρος για να ξεγελάσουν τον στρατό, να καταλάβουν ένα χωριό και να αναλάβουν πρωτοβουλία. Η κοινή γνώμη είναι βαθιά κλονισμένη και το καθεστώς Μπαρριέντος ανησυχεί γιατί πια δεν δέχεται μονάχα την πίεση της CIA και των ΗΠΑ που θέλουν να τελειώνουν με τους γκερίλας, αλλά και της ως τότε μετριοπαθούς αντιπολίτευσης. Ο Μπαρριέντος αναγκάζεται τον Ιούνιο να κηρύξει την χώρα σε κατάσταση πολιορκίας. Αστυνομικά μέτρα παίρνονται σε όλη την επικράτεια και συλλαμβάνονται στελέχη κομμουνιστικών και αριστερών οργανώσεων όπως και μέλη της Εθνικιστικής Επαναστατικής Κίνησης. Δικαστικά επιχειρείται ο συσχετισμός των δύο που όμως αποτυγχάνει, προκαλώντας τον έντονο ερεθισμό του λαού που στρέφεται ξανά στα ορυχεία…

Ο Ιούνιος και ο Ιούλιος είναι δυο μήνες μεγάλης πολιτικής αστάθειας στην Βολιβία. Στις 24 Ιουνίου ο στρατός επιτίθεται στους απεργούς εργάτες ορυχείων στο Κατάβι που διαδήλωναν μέσα στον χώρο εργασίας τους. Προκαλούνται 40 νεκροί και πάνω από 100 τραυματίες. Η σφαγή που είναι γνωστή ως σφαγή του Σαν Χουάν, δεν εξυπηρετεί ωστόσο την υπόθεση του αντάρτικου του Τσε. H κατάσταση είναι τραγική. Δύο παράλληλοι αγώνες βαδίζουν προς την καταστροφή επειδή λείπει η μεταξύ τους συνεννόηση.

Στις 20 Ιουλίου και με δύο από τα τρία κόμματα που στηρίζουν τον Μπαρριέντος να έχουν αποσύρει την στήριξή τους, ο στρατός δίνει ξανά μάχη με την γκερίλια στις όχθες του Μορόκος. Εκείνη την ημέρα η επίθεση αλλάζει ύφος και χαρακτήρα. Ο στρατός κινείται πιο αποφασιστικά και η επίδραση των Αμερικανών πρακτόρων και των «πράσινων μπερέ» γίνεται ευδιάκριτη. Ο Γκεβάρα και οι γκεριλιας αναγκάζονται σε υποχώρηση ενώ καταλαμβάνεται από τον στρατό πολύτιμο υλικό. Στα χέρια τους πέφτουν 10 στρατιωτικοί σάκοι με τρόφιμα, ασύρματοι, πομποί και οπλισμός. Ο Μπαρριέντος ξεκινά την ταχύτατη εκπαίδευση 600 ακόμα ιθαγενών rangers από Αμερικανούς στρατιωτικούς που έρχονται απευθείας από το Βιετνάμ. Ο Γκεβάρα αναγκάζεται να αναγνωρίσει την υπεροχή των αμερικανοκίνητων δυνάμεων.

Ο διοικητής Σέλτον των «πράσινων μπερέ» θα αναφέρει μετά την μάχη: » Ένας σκοτωμένος Βιετκόνγκ στοιχίζει 400.000 δολάρια. Στην Βολιβία η τιμή είναι πολύ πιο φθηνή». Αργότερα, τον Σεπτέμβρη του 1967, το καθεστώς Μπαρριέντος θα οργανώσει μια εκδήλωση τιμής για τους rangers που πολέμησαν την γκερίλια. 35 rangers παρατάσσονται και παρευρίσκεται όλη η αφρόκρεμα του αστικού κόσμου της Βολιβίας. Ξένοι πρέσβεις, πράκτορες της CIA, το επιτελείο του δικτάτορα και τα μέλη του τάγματος των Ροταριανών. Στην εκδήλωση εκφωνούνται λόγοι που εκθειάζουν τις ΗΠΑ και τον δυτικό πολιτισμό. Μια σειρά ξύλινα κουτάκια τοποθετούνται σε ένα τραπέζι για να δοθούν ως δώρα στους rangers. Στο τέλος της τελετής αποκαλύπτεται το περιεχόμενό τους. Πρόκειται για μια κονσέρβα σαρδέλες! Αυτό ακριβώς εννοούσε και ο διοικητής Σέλτον. Αυτό ήταν το μεροκάματο του τρόμου για αυτούς τους ανθρώπους.

Στις 31 Αυγούστου ο στρατός στήνει ενέδρα στην ομάδα του διοικητή Ακούνια Νούνιεθ. που αποτελούνταν από 17 γκερίλας. Η ενέδρα είχε ετοιμαστεί με πολύ μεγάλη φροντίδα. Ο γιος ενός χωρικού έδωσε την πληροφορία σε ένα στρατιώτη : Εκεί που ο πατέρας μου ψάρευε στον Ρίο Γκράντε δυο γκερίλας μπήκαν στο σπίτι μας και ζήτησαν τροφή. Αυτό το περιστατικό συνέβαινε στο Βάντο ντελ Γιέζο στο σημείο που συμβάλουν τα νερά του ποταμού Μαζικούρι μα το αμμώδες ρεύμα του Ρίο Γκράντε. Οι γκεριλας είπαν πως θα επιστρέψουν την επόμενη. Μόλις οι στρατιώτες έμαθαν το νέο διάταξαν την γυναίκα του χωρικού που έλειπε να γυρίσει στο σπίτι της και να περιμένει χωρίς να ανησυχεί την επίσκεψη των ανταρτών. Στο μεταξύ ο στρατός θα παραμόνευε μέσα στις λόχμες. Στην επιστροφή του ο ιδιοκτήτης της καλύβας δέχθηκε σύντομες οδηγίες. Η κυριότερη ήταν να φορέσει άσπρο πουκάμισο για να μην τον μπερδέψουν με τους γκερίλας οι στρατιώτες.

Τελικά ο διοικητής Ακούνια Νούνιεθ επέστρεψε. Σταμάτησε να πιει νερό και πίσω του έφθασαν και οι γκερίλας του. Ο στρατός άνοιξε πυρ. Ο Νούνιεθ σημάδεψε έναν στρατιώτη και οι δυο τους έριξαν ταυτόχρονα ο ένας στον άλλο με αποτέλεσμα να πέσουν κι οι δυο ταυτόχρονα νεκροί. Η μάχη κράτησε λίγο λόγω της σημαντικής διαφοράς ισχύς πυρός. Από τους 17 γκερίλας κατάφεραν να αποσυρθούν μόλις οι 8. Τα σώματα των άλλων τα παρέσυρε το ρεύμα του Ρίο Γκράντε που είχε γίνει κόκκινο. Ο στρατός έχασε 5 άνδρες. Οι άνδρες του Ακούνια που διέφυγαν έπεσαν ξανά σε στρατεύματα δύο ημέρες μετά στην Γιάχο Πάμπα με αποτέλεσμα να χαθούν ακόμα 4. Ο άλλοτε φοβερός λόχος του Ακούνια Νούνιεθ είχε πια αποδεκατιστεί.

Παράλληλα ο Γκεβάρα με την δική του ομάδα κινείται διαρκώς στις δύσβατες περιοχές του Καραπόρι, του Γιούκουε και της Τιτούκα. Τα εφόδια είναι ένα διαρκές τεράστιο πρόβλημα. Η πείνα θερίζει. Στον αυχένα της Ικουίρα ο Τσε δίνει μια ακόμα μάχη με τους κυβερνητικούς. Εκεί σκοτώνεται ένας ακόμα αντάρτης και χάνεται μια σημαντική σειρά ντοκουμέντων. Στο πλήγμα του προστίθεται και ανεύρεση 4ων κρυπτών στο αγρόκτημα Νινκαχουάζου που επιτέλους έχει ανακαλυφθεί.

Στις 22 Σεπτεμβρίου τα ντοκουμέντα αυτά παρουσιάζονται στην Ουάσινγκτον από τον Υπουργό Εξωτερικών της Βολιβίας και αποκαλύπτεται μέσω αυτών η παρουσία του Γκεβάρα στην Βολιβία. Η αποκάλυψη θα γίνει μπροστά και σε όλους τους υπουργούς εξωτερικών των λατινοαμερικανικών κρατών αφού το καθεστώς Μπαρριέντος είχε πάψει πια να εμπνέει εμπιστοσύνη. Τελικά όλα τα μέρη συμφωνούν: Ο Γκεβάρα ζει και βρίσκεται στην Βολιβία. Η θέση ότι είναι νεκρός καταρρίπτεται.

Στις 25 Σεπτέμβρη, ένας λιποτάκτης γκερίλα δίνει την πληροφορία ότι ο Γκεβάρα ζει αλλά είναι άρρωστος.

Στις 26 γίνεται η μάχη στις Χιγκουέρας κοντά στην χαράδρα του Γιούρο. Μια πολύωρη μάχη, μέρα μεσημέρι. Οι αντάρτες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν με την έλευση της αεροπορίας. Πίσω τους αφήνουν 3 νεκρούς μαζί και τον Βολιβιανό ηγέτη Ρομπέρτο Περέδο. Μετά την μάχη η ομάδα του Τσε αποφασίζει να χωριστεί στα δύο και να συναντιέται το βράδυ σε προσυμφωνημένα σημεία. Μέχρι τις 6 με 7 Οκτώβρη, ο Γκεβάρα κάνει αναγνώριση του εδάφους και προσπαθεί να επιλέξει προς τα που πρέπει να κινηθεί. Το ημερολόγιό του γράφει ότι ως τότε όλα γίνονται «χωρίς περιπλοκές», φαίνεται αισιόδοξος. Κλείνουν 11 μήνες επιχειρήσεων στην ζούγκλα.

Στις 8 Οκτώβρη, η ομάδα κινείται σε μια μικρή κατοικημένη έκταση. Μια γριά τους λέει ότι δεν έχει δει στρατό. Πιο πέρα μπαίνουν σε μια καλύβα με μια γυναίκα και ένα κατάκοιτο κορίτσι. Της αφήνουν μερικά χρήματα. Αργότερα θα διασχίσουν ένα χωράφι με πατάτες. Τα πόδια τους θα αφήσουν ίχνη στο χώμα. Την ίδια ημέρα μια χωριάτισσα πληροφορεί τον στρατό ότι άκουσε φωνές στην χαράδρα του Γιούρο. Στις 13:30 μια περιπολία rangers κινείται στο μέρος και δέχεται μια ριπή μυδράλιου που προκαλεί δύο νεκρούς. Τα ίχνη της γκερίλια έχουν πια βρεθεί. Εκείνος που κινδύνευσε περισσότερο ήταν ο ανθρακωρύχος και δεινός σκοπευτής Σιμόν Κούμπα που αφού άδειασε το όπλο του κατάφερε να κρυφτεί στην βλάστηση. Πίσω του βρίσκονταν ο Τσε που έριχνε κι αυτός όμως δέχτηκε πυρά στα πόδια και έπεσε τραυματισμένος. Ο Κούμπα το σήκωσε στα χέρια και ξεκίνησε να τρέχει σταματώντας μόνο για να ρίξει. Ο Τσε δέχτηκε κι άλλη σφαίρα στην πλάτη κι έχασε τον μπερέ του. Παρά το γεγονός ότι ο Κούμπα είχε κρυφτεί και το ότι ήταν κυκλωμένος από παντού, ο Τσε στηρίχθηκε σε ένα δέντρο και κράτησε το Μ2 του με το ένα χέρι προσπαθώντας να το χειριστεί έτσι για λίγα λεπτά. Τελικά δέχθηκε ακόμα μια σφαίρα στα πόδια και το όπλο του ξέφυγε σφηνώνοντας του μια σφαίρα στο δεξί μπράτσο. Έτσι πιάστηκε από τους Βολιβιανούς rangers τραυματισμένος πολλαπλά αλλά χωρίς να κινδυνεύει άμεσα η ζωή του.

Δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του και έδωσε εντολή να περισφύξουν την αρτηρία ενός σοβαρά τραυματισμένου στον μηρό ranger. Τώρα η ζωή του εξαρτιόνταν από δύο άνδρες: Τον λοχαγό Γκάρυ Πράδο Σαλγκάδο αρχηγό των rangers που είχε κάνει σπουδές στις ΗΠΑ και τον συνταγματάρχη Αντρές Σελίνς διοικητή της τρίτης μοίρας πυροβολικού του στρατού που ήταν ιεραρχικά ανώτερος του Πράδο. Και οι δύο ήταν αριστοκράτες και ο Γκεβάρα κουβέντιασε και με τους δύο. Τους ρώτησε αν είχαν φοιτήσει στην σχολή αντί-γκερίλα του Παναμά, ποια ήταν η κατάρτισή τους και σε ποιες μονάδες ανήκαν. Τα τραύματά του τον έκαναν να υποφέρει και παρά το γεγονός ότι δεν είχε υποστεί αιμορραγία τον δυσκόλευαν σημαντικά στην κίνηση. Οι στρατιωτικοί τον μετέφεραν σε μια κουβέρτα στο χωριό Χιγκουέρας που τον απόθεσαν σε ένα άδειο δωμάτιο του σχολείου.

Oι πράκτορες της CIA Felix Rodriguez (αριστερά) και Gustavo Villoldo.

Ακολούθησε μια σοβαρή λογομαχία ανάμεσα στους στρατιωτικούς, ενώ οι ψίθυροι των στρατιωτών έδιναν κι έπαιρναν. Ο ταγματάρχης Νίνιο Γκουσμάν επέμενε να τον μεταφέρει με το ελικόπτερο στην Βαλεγκράντε όμως ο συνταγματάρχης Σελίνς επέμενε να στείλει πρώτα τους τραυματίες. Πολλά συμβούλια έγιναν ανάμεσα στις στρατιωτικές αρχές και τις μυστικές υπηρεσίες για την επόμενη ημέρα. Ο Γκεβάρα σε όλο αυτό το διάστημα αρνήθηκε να πει τίποτα σε οποιονδήποτε ανώτερο αξιωματικό. Μίλησε όμως φιλικά με αρκετούς στρατιώτες και ζήτησε καπνό για την πίπα του. Στην δασκάλα του σχολείου που έφθασε στον τόπο περίεργη, λέγεται ότι είπε ότι το σχολείο είναι σε κακή κατάσταση και είναι αντιπαιδαγωγικό να διδάσκονται μαθητές σε τέτοιο κτίριο. Της τόνισε στο τέλος ότι για αυτά όλα αγωνίζονταν η γκερίλια.

Στις 9 Οκτωβρίου το πρωί τα συμβούλια και οι συζητήσεις έληξαν. Ο Γκεβάρα θα εκτελείτο το ίδιο εκείνο πρωί στον τόπο που κρατούνταν. Ήταν καθισμένος στο πάτωμα και βαριανάσαινε (από το άσθμα του) και δεν αντιλήφθηκε αμέσως τους δύο άνδρες που ήρθαν να τον πάρουν.

Ο λοχαγός Πράδο πλησίασε από πίσω και του έριξε μια ριπή με το αυτόματο στην πλάτη από πάνω προς τα κάτω. Τέσσερις σφαίρες βρήκαν το στόχο τους. Ο συνταγματάρχης Σελίνς έριξε μια μόνο σφαίρα με το περίστροφό του των 9mm  που διαπέρασε την καρδιά και τον πνεύμονα του Γκεβάρα και αποτέλεσε την χαριστική του βολή. Ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα ήταν νεκρός.

Καθώς έπαιρναν το πτώμα του από τον τόπο του εγκλήματος, οι δήμιοί του ανατρίχιασαν βλέποντας τα ορθάνοιχτα μάτια του και το ειρωνικό του χαμόγελο που φανέρωνε όλη του την περιφρόνηση για το είδος τους και όλη του την αγάπη για την ανθρωπότητα.

Το σώμα του μεταφέρθηκε στo Βαλεγκράντε όπου τοποθετήθηκε στο πλυσταριό του νοσοκομείου Nuestra Señora de Malta. Εκεί τραβήχτηκαν «αναμνηστικές» φωτογραφίες, έγιναν ιατρικές εξετάσεις ταυτοποίησης στο σώμα και νεκροτομή. Ταυτοποιήθηκαν επίσης τα δαχτυλικά του αποτυπώματα. Το σώμα του Γκεβάρα παράμεινε μερικές ημέρες σε έκθεση και αργότερα μεταφέρθηκε σε τοποθεσία κοντά στην αεροπορική βάση του Βαλεγκράντε όπου τάφηκε μυστικά με τα σώματα 6 ακόμα συντρόφων του. Τα άκρα του στάλθηκαν για επιβεβαίωση δαχτυλικών αποτυπωμάτων στον Μπουένος Άιρες και αργότερα στάλθηκαν στην Κούβα.

Πρώτη Δημοσίευση: Κόκκινος Φάκελος.

Πάθη και θάνατος στην Βολιβία – Το τέλος του Τσε Γκεβάρα (Μέρος Δεύτερο)

Φωτογραφία του Τσε στη Βολιβία. Προετοιμασία του αντάρτικου.

(Συνέχεια από Πρώτο μέρος).

Καθώς η μπριγάδα των Κουβανών επιτελών φθάνει στην Βολιβία, ένα οργανωμένο δίκτυο Βολιβιανών ετοιμάζεται να βάλει τις πρώτες βάσεις για την δράση των γκερίλας. Από τον Οκτώβρη έως τον Δεκέμβρη του 1966, ένας νέος κομμουνιστής 28 ετών, ο Ρομπέρτο Περέδο γύρισε όλη την γειτονική περιοχή Κεμίρι όπου βρίσκονταν μια από τις σημαντικότερες πηγές πετρελαίου της χώρας. Ο Περέδο ήταν οδηγός ταξί και πεπειραμένος οργανωτής. Εκεί έκανε επαφές με τον ντόπιο πληθυσμό και τελικά αγόρασε ένα μεγάλο αγρόκτημα το Νινκαχουάζου. Επιδόθηκε αμέσως σε γεωργικές εργασίες σπέρνοντας αραχίδες και προσπαθώντας να εξασφαλίσει την διατροφή πολλών ατόμων. Το αγρόκτημα σκοπό του είχε φυσικά την εξασφάλιση τροφής των γκερίλας. Αυτοί για να μην δώσουν βάση για συζητήσεις εγκαταστάθηκαν αρκετά μακρύτερα από το αγρόκτημα και μόνο την νύχτα εισέρχονταν σε αυτό για ανεφοδιασμό.

Η στρατολογία ξεκίνησε από τα ορυχεία όπου μια ανίσχυρη λύσσα ενάντια στην στρατιωτική κυβέρνηση είχε κάνει την εμφάνισή της. Παράλληλα, η εντάσεις ανάμεσα στην Μόσχα και το Πεκίνο εντείνονται με αποτέλεσμα να μεταφραστούν σε πολιτικές συγκρούσεις και εντός των κόλπων των Βολιβιανών εργατών. Αυτό το γεγονός έκανε την κυβέρνηση να διπλασιάσει την προσοχή της στους εργάτες των ορυχείων και να κάνει την στρατολόγηση εξαιρετικά δύσκολη. Ο Γκεβάρα δεν αρνούνταν να συνδιαλλαγεί με καμιά γραμμή αλλά σε τελική ανάλυση όλα σχετίζονταν με την εκλογή που θα έκανε το Κ.Κ. Βολιβίας. Η ηγεσία του Κ.Κ.Βολιβίας παρέμεινε σε αδράνεια μέχρι τον Δεκέμβρη του 1966 όπου ο γ.γ. του Βολιβιανού Κ.Κ. επισκεύθηκε την Αβάνα για να συζητήσει το θέμα με τον Φιντέλ Κάστρο. Ο Φιντέλ του πρότεινε να μετατεθεί η πολιτική διεύθυνση των ηπειρωτικών κομμουνιστικών κομμάτων από την Μόσχα στην Κούβα για καθαρά στρατηγικούς λόγους. Ο Μόντσε (γ.γ. του Κ.Κ. Βολιβίας) επέστρεψε  μερικές ημέρες μετά στην Βολιβία και συνάντησε τον Γκεβάρα στο αγρόκτημα Νινκαχουάζου. Παρά το πολύωρο των συνομιλιών το Κ.Κ. Βολιβίας εξακολουθούσε να κρατά στάση αναμονής και ο Μόντσε να μην αποφασίζει για την υποστήριξη της γκερίλια. Ο Μόντσε υποστήριζε πως η συμμετοχή του στην επιλογή και το στήσιμο της γκερίλια θα πρέπει να είναι καταλυτική γεγονός που δεν άρεσε στον Γκεβάρα που θεωρούσε ότι ο Μόντσε πρωτίστως θα προσπαθούσε να απομακρύνει φιλομαοικά στοιχεία από  το αντάρτικο.  Η απόπειρα διαπραγματεύσεων με τον Μόντσε τελειώνει άδοξα αφού ο γ.γ απαιτεί και την ηγεσία των επιχειρήσεων επί του βολιβιανού εδάφους. Ο Γκεβάρα αρνείται κατηγορηματικά.

Την επόμενη ημέρα, ο Γκεβάρα ακούει σε αναμετάδοση την ομιλία του Φιντέλ στην Αβάνα από την οποία συνάγει ότι ο Φιντέλ δεν γνωρίζει για τις διαπραγματεύσεις του Μόντσε μαζί του. «Στέλνουμε ένα μήνυμα ιδιαίτερα θερμό γιατί βγαίνει μέσα από τα βάθη της καρδιάς μας, από την αγάπη που γεννιέται μέσα στην καρδιά της μάχης, στέλνουμε ένα μήνυμα στον διοικητή Γκεβάρα και τους συντρόφους του όπου κι αν βρίσκονται αυτή την στιγμή..» Αναφέρει ο λόγος του Φιντέλ και μια βαριά σιωπή απλώνεται στο Νινκαχουάζου. Ακόμα ένα κομμάτι του λόγου του είναι αφιερωμένο σε αυτούς: «Οι ιμπεριαλιστές έχουν ήδη σκοτώσει τον Τσε σε διάφορα μέρη, αλλά ελπίζουμε πως μια μέρα, τη στιγμή που ο ιμπεριαλισμός καθόλου δεν θα το περιμένει, ο διοικητής Γκεβάρα θα ξαναγεννηθεί από την στάχτη του, σαν τον φοίνικα, με τα άρματα του γκουεριλιέρο και του Ευεργέτη. Ελπίζουμε να λάβουμε μια μέρα νέα πολύ συγκεκριμένα από τον Τσε…» 

Εκείνο το βράδυ οι γκερίλας κοιμήθηκαν με ελπίδα.

Στον επόμενο μήνα αρχίζουν να καταφθάνουν εθελοντές προερχόμενοι από τα ορυχεία του κασσίτερου. Αρχικά παρουσιάζεται μια ομάδα με επικεφαλής τον συνδικαλιστή Μοίζ Γκεβάρα των ορυχείων του Σαν Χοσέ που παρουσιάζεται στον Τσε στις 19/01/1967. Έναν μήνα αργότερα οκτώ ακόμα άνδρες θα καταφθάσουν στον Νινκαχουάζου για να πληθύνουν τις τάξεις του αντάρτικου. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο ανθρακωρύχος Σιμόν Κούμπα που θα παίξει αργότερα ηγετικό ρόλο.

Στο μεταξύ οι διαπραγματεύσεις με την Αβάνα συνεχίζονται. Εκεί βρίσκονται δύο ηγέτες του Κ.Κ.Βολιβίας, ο Χόργκε Κόλλε και Σιμόν Ρέγιες. Και οι δύο τονίζουν το ίδιο θέμα: Το αντάρτικο του Νινκαχουάζου συγκεντρώνει τους δυσαρεστημένους από το Κ.Κ. Βολιβίας. Ο Φιντέλ ξεκινά να σχηματίζει την γνώμη ότι ο Γκεβάρα και η γκερίλια δεν μπορούν πια να βασίζονται στο δίκτυο επισιτισμού και πληροφοριών του Κ.Κ. Βολιβίας. Το ιστορικό λάθος του Μόντσε και του Κ.Κ. αρχίζει να διαφαίνεται. Ο Φιντέλ τονίζει ακριβώς αυτό: Εάν το επιθυμεί το Κ.Κ. Βολιβίας μπορεί και πρέπει να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στην γκερίλια. Ακόμα η ζώνη επιχειρήσεων είναι ήσυχη. Η γκερίλας δεν ξεκουράζονται παρόλα αυτά. Εξασκούνται καθημερινά στα όπλα και την τακτική. Ξεκινούν επίσης να μαθαίνουν την «Κικούα» την γλώσσα των Ινδιάνων της περιοχής με την ελπίδα να επικοινωνήσουν μαζί τους. Ο χρόνος όμως τους φέρνει αντιμέτωπους με την εξάντληση της τροφής. Τον Φλεβάρη δεν έχει μείνει σχεδόν τίποτα και ο υπεύθυνος επισιτισμού στην Λα Παζ δεν δίνει εδώ και καιρό σημεία ζωής. Ο Γκεβάρα θα πληροφορηθεί αργότερα ότι το άτομο αυτό τους είχε προδώσει παίρνοντας μαζί του και 250.000 δολάρια που οι αντάρτες του είχαν δώσει για την αγορά τροφίμων. Οι γκερίλας αναγκάζονται να κυνηγούν πιθήκους και αγριοπερίστερα. Έχουν χωριστεί σε δύο ομάδες για αρτιότερη κίνηση και εξεύρεση τροφής. Τον Φλεβάρη ξεκινούν τα πρώτα κρούσματα λιποταξίας. Δύο άτομα εγκαταλείπουν μαζί με μικρό μέρος του οπλισμού και χάνεται επίσης και ένα αναισθητικό μηχάνημα.

Σύννεφα μαζεύονται πάνω από το Νινκαχουάζου, η Αβάνα είναι πολύ μακριά πια και το στρατόπεδο περικυκλωμένο από μια εχθρική και βαθιά ζούγκλα.

Στα τέλη του Φλεβάρη του 1967, μια πενταμελής ομάδα των γκερίλας ξεκινά σποραδικά να έχει επαφές με τους ντόπιους χωρικούς. Δύο από τους 5 είναι Κουβανοί. Οι χωρικοί τους δέχονται με δυσπιστία. Η ομάδα αυτή σκοπό είχε την διενέργεια μιας ευρύτερης αναγνωριστικής επιχείρησης. Οι χωρικοί τους αντιμετώπισαν δύσπιστα λόγω του ότι ήταν τόσο ξένοι ως προς την περιοχή όσο και προς την γλώσσα ( οι χωρικοί μιλούσαν την Αιμάρα ) Έτσι μετά την εμφάνισή τους οι χωρικοί τους υπέδειξαν να κινηθούν κατά μήκος του Ρίο Γκράντε και ειδοποίησαν αμέσως τον στρατό.

Οι γκερίλας της αναγνωριστικής ομάδας κινούνταν με μεγάλες στερήσεις κατά μήκος του Ρίο Γκράντε. Συχνά αναγκάζονταν να τρώνε ψόφια ψάρια ενώ κάλυπταν μονάχα 4 με 5 χιλιόμετρα ημερησίως. Ο στρατός, πληροφορείται μερικές ημέρες μετά ότι άτομα με στρατιωτική αμφίεση και γένια κινούνται στην περιοχή βόρεια του Καμίρι. O στρατός στέλνει μια μεγάλη ομάδα ανιχνευτών στην περιοχή που όμως έχει να αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες και κινείται και αυτή εξαιρετικά αργά.

Στις 16 Μάρτη δύο ακόμα ανθρακωρύχοι της ομάδας Γκεβάρα εγκαταλείπουν τους συντρόφους τους και λιποτακτούν. Καθόσον φαίνεται από την πορεία των γεγονότων, οι δύο άνδρες ενημέρωσαν τις αρχές με αντάλλαγμα την ασυλία και μερικές ημέρες μετά, ο στρατός ανακαλύπτει στην περιοχή κοντά στον Ρίο Γκράντε κρυψώνα με δύο βαλίτσες γεμάτες πολιτικά ρούχα που φθάνουν για να ντύσουν μια ομάδα περίπου 12 ατόμων. Σε μερικά από αυτά εντοπίζεται η ετικέτα «Κάζα Αλμπιόν Αβάνα». Η αξία αυτής της ανακάλυψης είναι μεγάλη για την κυβέρνηση της Βολιβίας αφού σηματοδοτεί την ύπαρξη Κουβανών ανταρτών στην ζούγκλα και άρα πιθανότατα και του Γκεβάρα.

Ζωηρή κινητοποίηση ξεκινά τότε από τις αρχές ασφαλείας της χώρας. Ο συνταγματάρχης Κόλλε Κουέτο, μεταβαίνει στον Μπουένος Άιρες και το Ρίο Ντε Τζανέιρο για να ζητήσει βοήθεια ανάλογη της σπουδαιότητας των ανακαλύψεων. Ο στρατός βρίσκεται επί ποδός πολέμου. Ξεκινά να διενεργεί τυχαίες περιπολίες στην περιοχή του Καμίρι και μερικές ημέρες μετά μια περίπολος πέφτει πάνω στην ομάδα του Αντώνιο Ντίας που κινείται στην περιοχή. Οι γκερίλας που δεν έχουν εξουσιοδότηση να ανοίξουν πυρ οπισθοχωρούν τακτικά μεν, αλλά λαμβάνοντας την κατεύθυνση του αρχηγείου στο Νινκαχουάζου. Οι στρατιώτες δεν έχουν παρά να ακολουθήσουν τα ίχνη τους για να βρουν την βάση της γκερίλια. Πίσω στο Νινκαχουάζου o Γκεβάρα ενημερώνεται για το συμβάν. Ξεσπά μια θυελλώδης λογομαχία στο τέλος της οποίας ο Σάτσεθ (επικεφαλής των ομάδων αναγνώρισης) καθαιρείται και υποβιβάζεται σε απλό στρατιώτη. Τελικώς η γκερίλια αποφασίζει να δώσει άμεσα μάχη μιας που δεν μπορεί να κρατήσει την ύπαρξή της μυστική.

Στις 23 Μάρτη η γκερίλια κέρδισε την μεγαλύτερή της μάχη. Στις όχθες του ποταμού Νινκαχουάζου, συγκρούεται με μεγάλο τμήμα στρατού και το ανατρέπει από τις θέσεις του. Σκοτώνονται 7 άνδρες του στρατού, τραυματίζονται 4 και αιχμαλωτίζονται ακόμα 9. Οι αιχμάλωτοι αφήνονται ελεύθεροι αφού τους παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες. Στα χέρια των ανταρτών πέφτουν 6 όπλα μάουζερ, 3 οπλοπολυβόλα και μια μεγάλη ποσότητα πυρομαχικών. Η μάχη αυτή άλλαξε την ως τότε ασαφή στάση της κυβέρνησης απέναντι στην γκερίλια. Τα γεγονότα της μάχης φουσκώθηκαν από τον τύπο και έγιναν δηλώσεις που μεγέθυναν την υπολογιζόμενη δύναμη των ανταρτών σε 500. Το Κ.Κ. Βολιβίας προβαίνει αμέσως μετά την ανακοίνωση του περιστατικού από τα μίντια σε μια δήλωση αλληλεγγύης με την γκερίλια παρά το γεγονός ότι η συμφωνία του με την Αβάνα δεν έχει ακόμα επιτευχθεί. Ωστόσο καμιά βοήθεια δεν θα φθάσει από αυτούς στο Νινκαχουάζου.

Την επόμενη της μάχης, καταδρομικά βάλλουν τυφλά στην περιοχή των γκερίλας από χαμηλό ύψος ενώ ο στρατός διενεργεί μια κυκλωτική επιχείρηση μαμούθ. Παράλληλα το ραδιόφωνο της Λα Παζ ανεβάζει την δύναμη των γκεριλας σε 700 και η CIA ξεκινά να στέλνει πράκτορές της στην χώρα. Ο αμερικανικός στρατός συνδράμει και αυτός στέλνοντας τα γνωστά του «πράσινα μπερέ» με ελικόπτερα.

Στο στρατόπεδο των γκερίλας μακριά από το Νινκαχουάζου, επικρατεί ατμόσφαιρα ασυμφωνίας. Το πρόβλημα είναι για μια ακόμη φορά η έλλειψη τροφίμων. Οι μοναδικές πληροφορίες που έχουν στην διάθεσή τους είναι ελάχιστα αξιόπιστες αφού προέρχονται αποκλειστικά από τους κρατικούς ραδιοσταθμούς. Ο Γκεβάρα αντιλαμβάνεται ξανά την αξία των «φιλικών συνόρων» που στην περίπτωσή τους δεν υπάρχουν και της ισχυρής πολιτικής οργάνωσης που στην δική του περίπτωση (το Κ.Κ. Βολιβίας) κωφεύει. Ο βολιβιανός πρόεδρος στρατηγός Μπαρριέντος αρνείται ακόμα για λόγους εξωτερικής πολιτικής ότι ο Γκεβάρα βρίσκεται στην χώρα του παρά την επιμονή πολλών στρατιωτικών επιτελών του. Δηλώνει με κυνισμό στα μέσα: « ο κύριος αυτός είναι νεκρός όπως και ο φίλος του Καμίλο Σιενφουέγκος. Οι γκερίλας δεν θέλουν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους γιατί εκεί βρίσκονται σημαντικοί άνθρωποι, πιθανότατα ξένοι καθοδηγητές τους.»

Οι επιχειρήσεις του στρατού βαίνουν άκαρπες για ακόμα μερικές εβδομάδες. Η κινητοποίηση των στρατευμάτων μεγαλώνει μέρα με την μέρα, αλλά ο Γκεβάρα και οι γκερίλας του δεν έχουν πει ακόμα την τελευταία τους λέξη.

Πρώτη Δημοσίευση: Κόκκινος Φάκελος.

* Γκερίλας: Οι αντάρτες (αγγλ: guerrillas), στα ισπανικά προφέρεται «γκερίγιας». / Μάριο Μόντσε: Επίσης προφέρεται «Μόνχε» (Mario Monje).

Πάθη και θάνατος στην Βολιβία – Το τέλος του Τσε Γκεβάρα (Μέρος Πρώτο)

Το επιτελείο των Βολιβιανών ανταρτών: Από αριστερά: Urbano, Miguel, Marcos, Che, Chino ( κινεζικής και περουβιανής καταγωγής), Pacho και Coco τον Δεκέμβριο του 1966.

Η εθνικιστική επανάσταση στην Βολιβία γεννήθηκε με τον Γκεβάρα το 1953. Το 1964, περνούσε στιγμές αγωνίας κυκλωμένη από εσωτερικές δυσκολίες, οικονομικές αποτυχίες (εθνικοποίηση ορυχείων, αγροτική μεταρρύθμιση κτλ), διπλωματικά επεισόδια και την αγανάκτηση του προλεταριάτου που βίωνε την εξαθλίωση. Η ασφυξία που προκαλούσαν οι γειτονικές χώρες, η πτώση των τιμών του κασσίτερου (μοναδικό εξαγώγιμο προϊόν της Βολιβίας) και η διαρκής υποτίμηση του νομίσματος οδηγούσαν αργά, αλλά σταθερά, το καθεστώς στην χρεωκοπία.

Στην διάρκεια του 1964 έγινε και ένα ακόμα σημαντικό γεγονός που κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει τις συνέπειές του. Τον Μάιο, ομάδες ανταρτών (γκερίλιας)  με πλήρη εξοπλισμό έκαναν την εμφάνισή τους στην επαρχεία της Σάντα-Κρουζ, στην ανατολική μεθοριακή περιοχή της Βραζιλίας. Η γκερίλια πραγματοποίησε επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα και τα συνοριακά φυλάκια, έβαζε φωτιές σε φυτείες ζαχαροκάλαμου και μετατοπίζονταν με καταπληκτική ευκολία σε μια περιοχή που δέσποζε κυριολεκτικά το παρθένο τροπικό δάσος. Θα μπορούσε κανείς να την περάσει για ανταρτομάδα Καστρικού τύπου, όμως αποτελείτο από γαιοκτήμονες και μέλη ενός φασιστικού κομματιδίου εξαιρετικά δραστήριου. Επρόκειτο με άλλα λόγια για την Βολιβιανή φάλαγγα. Οργανωτής της κίνησης αυτής υπήρξε ένας κτηματίας γερμανικής καταγωγής που είχε καταφέρει να συγκεντρώσει μια δύναμη περίπου 80 ανδρών. Η Βολιβία παρά το γεγονός ότι διέθετε κλιμάκιο στρατού ικανό να συντρίψει την φάλαγγα δεν το έπραξε λόγω του ότι αυτή σε πολλά τμήματα της αντιπολίτευσης φαίνονταν χρήσιμη. Έτσι στις 4 Νοεμβρίου του 1964 και κάτω από διακρατικές συνεννοήσεις με τις ΗΠΑ και άλλες χώρες, όλες οι παρατάξεις της αστικής αντιπολίτευσης έδρασαν ενωμένα και ανέτρεψαν το καθεστώς. Την επόμενη ημέρα, η φασιστική γκερίλια έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο αξιώνοντας από την νέα κυβέρνηση που σχηματίζονταν ακόμα, τεράστιες εδαφικές εκτάσεις.

Η νέα στρατιωτική κυβέρνηση της Βολιβίας έκανε ήδη από τις πρώτες ημέρες ζωής της αποδεκτά τα αιτήματα της γκερίλια, δυναμώνοντας την ισχύ της στην ύπαιθρο. Ο πρόεδρος της, Ρενέ Μπαριέντος, στρατηγός των αλεξιπτωτιστών, θα μπορούσε ανεπιφύλακτα να λέει μέχρι και το 1966, ότι διέθετε όχι μόνον την υποστήριξη του στρατού, αλλά και αυτή των αγροτών και γαιοκτημόνων.

Το 1966, ο Γκεβάρα επιστρέφει από το Κογκό για να κυνηγήσει ένα παλιό του όνειρο: Να ξεσηκώσει τους λαούς της Νοτίου Αμερικής ενάντια στους δυνάστες τους. Ο Γκεβάρα επιθυμούσε να ξεκινήσει είτε από την βόρεια Αργεντινή, είτε το νότιο Περού, είτε την Βολιβία. Στην Αργεντινή, ο ειρηνιστής κεντρώος Αρτούρο Ίλλια ήταν πάντα στην εξουσία παρά την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας. Στο Περού μια μη δικτατορική κυβέρνηση είχε εξαπολύσει πογκρόμ ενάντια στους γκερίλιας και οι περισσότεροι ηγέτες τους είχαν είτε σκοτωθεί ή φυλακιστεί. Η Βολιβία φαίνονταν ως μοναδική σχετικά ευνοϊκή, λύση. Το Κ.Κ. Βολιβίας, με πολλά μέλη του να βρίσκονται πρόσφυγες και στην Αβάνα, αρνούνταν να πάρει επιθετική θέση, ενώ όλα έδειχνα ότι οι εντάσεις και οι εξεγέρσεις στα ορυχεία της Βολιβίας μπορούσαν να θέσουν σύντομα το καθεστώς Μπαριέντος σε κίνδυνο.

Το Κ.Κ. Βολιβίας, επιχειρούσε την στρατολογία μελών της γκερίλια που ετοιμάζονταν από τους εργάτες των ορυχείων και τα νέα που δίνονταν στον Γκεβάρα φαίνονταν θετικά. Εδώ είναι όμως που ο  Γκεβάρα θα πραγματοποιήσει ένα στρατηγικό λάθος εφάμιλλο με αυτό του Λένιν το 1920 (ενάντια στην Πολωνία). Οι εργάτες ορυχείων που θα αποτελούσαν την μαγιά της γκερίλια ήταν, ως επί το πλείστον γεννημένοι σε ορεινά οροπέδια ή κοιλάδες της χώρας και θα συναντούσαν ανυπέρβλητες δυσκολίες στην ανάπτυξη της δράσης τους στην ζούγκλα. Με τα δεδομένα αυτά ξεκινά η οργάνωση της γκερίλια της Βολιβίας.

Η οργάνωση της γκερίλια στην Βολιβία, αποτελεί έργο τόσο του «Τσε» όσο και του Φιντέλ  Κάστρο. Η ανεξαρτησία της Κούβας και η οικονομική της σχέση με την ΕΣΣΔ επέβαλαν την διασφάλιση μιας συλλογικότητας στην επανάσταση της Λατινικής Αμερικής. Έτσι μονάχα η ενότητα των Λατινοαμερικανών θα μπορούσε να εξασφαλίσει την επιβίωση και την πρόοδο της κουβανικής επανάστασης αλλά και της επανάστασης σε κάθε άλλο κράτος ή κρατίδιο της νοτιοαμερικανικής ηπείρου.

Το γενικό επιτελείο της γκερίλια αποτελούνταν από τον Γκεβάρα και ακόμα 15 άνδρες, περισσότεροι από τους οποίους υπήρξαν βετεράνοι του σώματος Σίρο Ρεντότο και είχαν πολεμήσει με τον Γκεβάρα στην Σάντα Κλάρα το 1958. Έτσι ξεκινά η αποστολή της Βολιβιανής γκερίλια.

Το σώμα των γκερίλιας χωρίσθηκε σε τέσσερις ομάδες για να περάσει στην Βολιβία. Όλοι με πλαστά χαρτιά που είχαν εκδοθεί από τις αρχές της Ουρουγουάης, του Παναμά, του Εκουαδόρ και της Κολομβίας. Τουλάχιστον έξι από τα άτομα της αποστολής είχαν τον βαθμό του διοικητή καθώς επίσης και σημαντικές πολιτικές θέσεις στην Αβάνα. Ο Χουάν Ακούνια Νούνιεθ, λόγου χάρη ήταν μέλος της Κ.Ε. του Κ. Κ. Κούβας και ένας από τους πρώτους αντάρτες του Κάστρο. Ο Ορλάντο Παντόχα Ταμάιο, είχε εργαστεί στο πλευρό του Ραμίρο Βαλέντες όταν αυτός ήταν διοικητής της πολιτικής αστυνομίας, ενώ ο Ελιζέο Ρέγιες Ροντρίγκες ήταν ένας από τους αυθεντικότερους ήρωες της κουβανικής επανάστασης και έλαβε τον βαθμό του διοικητή στην πορεία από την Σιέρρα Μαέστρα στην Λας Βίλλινας. Εν ολίγοις, οι αντάρτες του Γκεβάρα, αποτελούσαν πραγματική επαναστατική δύναμη και θυσίασαν την προσωπική τους θέση αλλά και ζωή για την υπόθεση της παν-λατινικής επανάστασης.

O διοικητής Παντόχα Ταμάιο έφθασε στην Βολιβία με δύο ακόμα άντρες μέσω του Περού. Σκοπός του ήταν να έρθει σε επαφή με τα απομεινάρια των τροτσκιστικών ανταρτομάδων του Χούγκο Μπλάνκο, που διαλύθηκαν το 1963 και να δει εάν μπορούσε να γίνει επαφή και συνεργασία. Μαζί του βρέθηκαν ακόμα 3 σύντροφοί του που έφθασαν από ξηράς με κοινά μεταφορικά μέσα.

Τον Σεπτέμβρη του 1966 ο Γκεβάρα πέρασε στην Βολιβία με ακόμα έναν γκερίλα. Είχε φύγει με κανονική πτήση της Ιμπέρια από την Αβάνα για την Βραζιλία κι από εκεί συνέχισε με λεωφορείο ως το Βολιβιανό έδαφος. Μερικές ημέρες μετά πέρασε στην «Κηπούπολη» την δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Βολιβίας και είχε συνάντηση με τον Χόρχε Κόλλε Κουέτο, μέλος του πολιτικού γραφείου του Κ.Κ. Βολιβίας που ήθελε να βεβαιωθεί για την παρουσία του Γκεβάρα στην χώρα. Ο Κόλλε του έκανε ενημέρωση και για την πολιτική και στρατιωτική κατάσταση της χώρας που την γνώριζε καλά αφού ο αδελφός του ήταν μέλος του γενικού επιτελείου Βολιβίας. Παρά την πίεση του Γκεβάρα, ο Κόλλε δεν του έδωσε καμιά συγκεκριμένη υπόσχεση συνεργασίας γιατί αυτή έπρεπε να προέλθει από την συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής του Κ.Κ.

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ακόμα 5 άνδρες των γκερίλιας περάσαν στην Βολιβία ενώ τον Δεκέμβριο ήρθαν και οι 4 τελευταίοι. Η τελευταία ομάδα βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές του γιατρού Κάρλος Λούνα Μαρτίνεθ και τελικό προορισμό της Λα Παζ.

Έτσι ξεκινά, η κομμουνιστική-επαναστατική γκερίλια της Βολιβίας που θα αποτελέσει τύμβο αλλά και ύψιστο μνημείο τόσο του Ερνέστο Γκεβάρα όσο και της λατινοαμερικανικής επανάστασης.

Συνέχεια στο Δεύτερο μέρος.

Πρώτη Δημοσίευση: Κόκκινος Φάκελος.

Πώς έβλεπε ο Τσε τον Σοσιαλισμό

Του Μισέλ Λεβί.

Από την επιτυχία της κουβανικής επανάστασης, το 1959, μέχρι το 1967, η σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα εξελίχτηκε. Αν και οι κεντρικοί άξονες της πολιτικής του θεωρίας και πρακτικής παρέμειναν η χειραφέτηση της Λατινικής Αμερικής και ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό σε παγκόσμιο επίπεδο, από το 1963 και μετά τον απασχολούσε η άσκηση κριτικής στο αδιέξοδο όπου οδηγούσαν τα συστήματα της Ανατολικής Ευρώπης.

Ο Τσε Γκεβάρα απομακρυνόταν ολοένα και περισσότερο από τις αρχικές αυταπάτες του για την ΕΣΣΔ και τον σοβιετικού τύπου μαρξισμό. Σε επιστολή του, το 1965, προς τον φίλο του Αρμάντο Χαρτ (τον κουβανό υπουργό Πολιτισμού), κατακρίνει σκληρά τον « ιδεολογικό μιμητισμό » που έχει κάνει την εμφάνισή του στην Κούβα με την έκδοση σοβιετικών εγχειριδίων για τη διδασκαλία του μαρξισμού.

Εκείνη την εποχή, την άποψή του συμμερίζονταν οι Μαρτίνεζ Χερέντια, Ορέλιο Αλόνσο και ο κύκλος τους στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Αβάνας, οι οποίοι εξέδιδαν την επιθεώρηση « Pensiamento critico ». Τα εγχειρίδια, τα οποία αποκαλούσε « σοβιετικά τούβλα », « έχουν το μειονέκτημα ότι δεν σε αφήνουν να σκεφτείς : το Κόμμα το έχει ήδη κάνει για σένα, κι εσύ οφείλεις να τα χωνέψεις » [1], έγραφε. Είναι ξεκάθαρο ότι αναζητεί ένα νέο μοντέλο, για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, πιο ριζοσπαστική, πιο εξισωτική, πιο αλληλέγγυα.

Το έργο του « Τσε » δεν είναι ένα στεγανό σύστημα που έχει απάντηση για όλα : για πολλά ζητήματα (τη σοσιαλιστική δημοκρατία, τον αγώνα ενάντια στη γραφειοκρατία) η συλλογιστική του παραμένει ατελής και εξαιτίας του θανάτου του, το 1967. Ο Μαρτίνεζ Χερέντια έχει δίκιο να υπογραμμίζει : « το ανολοκλήρωτο της σκέψης του Τσε […] παρουσιάζει και θετικές όψεις. Ο μεγάλος διανοητής είναι παρών, δείχνοντάς μας προβλήματα και δρόμους […] απαιτώντας από τους συντρόφους του να σκέφτονται, να μελετούν, να συνδυάζουν τη θεωρία με την πράξη. Είναι αδύνατον, όταν αποδέχεσαι πραγματικά τη σκέψη του, να τη μετατρέψεις σε δόγμα ή σε θεωρητικό προπύργιο […] τσιτάτων και συνταγών » [2].

Μεταξύ 1960 και 1962, ο Γκεβάρα έτρεφε πολλές ελπίδες για τις « αδελφές χώρες » του « υπαρκτού σοσιαλισμού ». Ύστερα από μερικές επισκέψεις στην ΕΣΣΔ και την Αν. Ευρώπη, και μετά την εμπειρία των πρώτων χρόνων της μετάβασης προς τον σοσιαλισμό στην Κούβα, άρχισε να γίνεται επικριτικός. Η απόκλιση των απόψεών του εκφράστηκε δημόσια σε πολλές περιπτώσεις, κυρίως στον διάσημο « Λόγο του Αλγερίου » το 1965. Όμως, ήδη από την περίοδο 1963-1964, κατά τη διάρκεια του μεγάλου δημόσιου διαλόγου για την οικονομία στην Κούβα, έγινε αισθητή η απόπειρά του να διατυπώσει μια καινούρια προσέγγιση του σοσιαλισμού.

Τα « τούβλα » από την ΕΣΣΔ.

Ο συγκεκριμένος διάλογος είχε οδηγήσει σε αντιπαράθεση τους οπαδούς ενός είδους « σοσιαλισμού της αγοράς » όπου θα υπήρχε αυτονομία των επιχειρήσεων και επιδίωξη της οικονομικής αποτελεσματικότητας, όπως συνέβαινε στην ΕΣΣΔ, και του Γκεβάρα, ο οποίος υποστήριζε έναν κεντρικό σχεδιασμό, βασισμένο σε κοινωνικά, πολιτικά και ηθικά κριτήρια : αντί για πριμ παραγωγικότητας και τιμές καθορισμένες από την αγορά, πρότεινε να παρέχονται δωρεάν ορισμένα αγαθά και υπηρεσίες. Ωστόσο, στις παρεμβάσεις ο Τσε δεν προσδιόριζε με σαφήνεια ποιος θα ελάμβανε τις θεμελιώδεις οικονομικές αποφάσεις. Με άλλα λόγια, ετίθετο το ζήτημα της δημοκρατίας στο σχεδιασμό. Πάνω σε αυτό το θέμα, όπως και σε αρκετά άλλα, ορισμένα ανέκδοτα έως τώρα κείμενα του Γκεβάρα, που δόθηκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα στην Κούβα, ανοίγουν νέες προοπτικές.

Πρόκειται για τις « Κριτικές σημειώσεις » του Τσε στο Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ (έκδοση του 1963 στα ισπανικά) -ένα από τα « τούβλα » που ανέφερε στην επιστολή του προς τον Χαρτ- οι οποίες συντάχθηκαν κατά την παραμονή του στην Τανζανία και κατόπιν, κυρίως, στην Πράγα, τη διετία 1965-1966. Δεν μιλάμε για βιβλίο, ούτε καν για δοκίμιο, αλλά για μια συλλογή αποσπασμάτων του σοβιετικού έργου, τα οποία συνοδεύονται από σχόλια, συχνά αιχμηρά και ειρωνικά [3].

Περιμέναμε την έκδοση αυτού του ντοκουμέντου εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Για δεκαετίες έμεινε « εκτός κυκλοφορίας » : η μόνη παραχώρηση ήταν να αφήσουν μερικούς κουβανούς ερευνητές να το μελετήσουν και να δημοσιοποιήσουν ορισμένα αποσπάσματα [4]. Χάρη στη Μαρία ντελ Κάρμεν Αριέτ Γκαρσία, του Κέντρου Μελετών Τσε Γκεβάρα της Αβάνας, βρίσκεται σήμερα στη διάθεση όλων των ενδιαφερόμενων. Η διευρυμένη έκδοση περιέχει και διάφορα άλλα ανέκδοτα κείμενα : μια επιστολή στον Φιντέλ Κάστρο, γραμμένη τον Απρίλιο του 1965, η οποία χρησιμεύει ως πρόλογος του βιβλίου, σημειώσεις πάνω σε κείμενα του Μαρξ και του Λένιν, μια επιλογή των πρακτικών των συζητήσεων ανάμεσα στον Γκεβάρα και τους συνεργάτες του στο υπουργείο Βιομηχανίας (1963-1965), τα οποία εν μέρει είχαν ήδη εκδοθεί τη Γαλλία και την Ιταλία τη δεκαετία του 1970, επιστολές σε διάφορες προσωπικότητες (Πολ Σουίζι, Σαρλ Μπετελέμ), αποσπάσματα μιας συνέντευξης στο αιγυπτιακό περιοδικό « Al Taliah » (Απρίλιος 1965).

Το έργο εκφράζει παράλληλα την ανεξαρτησία πνεύματος του Γκεβάρα, την κριτική αποστασιοποίησή του από τον « υπαρκτό σοσιαλισμό », καθώς και την αναζήτηση ενός ριζοσπαστικού δρόμου. Δείχνει επίσης και τα όρια της συλλογιστικής του.

Ας αρχίσουμε από τα τελευταία : Ο Τσε, μέχρι εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή -δεν γνωρίζουμε αν η ανάλυσή του προχώρησε κατά τη διάρκεια της διετίας 1966-1967- δεν έχει κατανοήσει το πρόβλημα του σταλινισμού. Αποδίδει τα αδιέξοδα που παρατηρήθηκαν στην ΕΣΣΔ τη δεκαετία του 1960, στη… Νέα Οικονομική Πολιτική του Λένιν ! Βέβαια, σκέφτεται ότι, εάν ο Λένιν είχε ζήσει περισσότερο -« διέπραξε το σφάλμα να πεθάνει », παρατηρεί με χιούμορ- θα είχε διορθώσει εκείνες τις επιπτώσεις της που οδήγησαν στα μεγαλύτερα πισωγυρίσματα. Παραμένει πεπεισμένος ότι η εισαγωγή καπιταλιστικών στοιχείων από τη Νέα Οικονομική Πολιτική οδήγησε σε βαθύτατες παρεκκλίσεις, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση του καπιταλισμού, η οποία παρατηρήθηκε στην ΕΣΣΔ το 1963.

Καμία από τις κριτικές σημειώσεις του για τη Νέα Οικονομική Πολιτική δεν στερείται ενδιαφέροντος. Μερικές φορές συμπίπτουν με εκείνες που διατύπωσε η αριστερή αντιπολίτευση (στην ΕΣΣΔ) την περίοδο 1925-1927 : για παράδειγμα, όταν διαπιστώνει ότι « τα στελέχη του κόμματος συμμάχησαν με το σύστημα, δημιουργώντας μια προνομιούχο κάστα ». Όμως, η ιστορική υπόθεση που καθιστά τη Νέα Οικονομική Πολιτική υπεύθυνη για τις φιλοκαπιταλιστικές τάσεις στην ΕΣΣΔ του Λεονίντ Μπρέζνιεφ, προφανώς ελάχιστα στέκει. Όχι ότι ο Γκεβάρα αγνοούσε τον ολέθριο ρόλο του Στάλιν… Σημειώνει κάπου, με εντυπωσιακή ακρίβεια : « Το τρομερό ιστορικό έγκλημα του Στάλιν υπήρξε το γεγονός ότι περιφρόνησε την κομμουνιστική εκπαίδευση και καθιέρωσε την απεριόριστη λατρεία της εξουσίας ». Αν και δεν πρόκειται για ανάλυση του σταλινικού φαινομένου, είναι ήδη εμφανής η κατηγορηματική του απόρριψη από τον Τσε.

Σοσιαλιστικός επεκτατισμός

Στον « Λόγο του Αλγερίου », ο Γκεβάρα απαιτούσε από τις χώρες που αυτοπροσδιορίζονταν ως σοσιαλιστικές να θέσουν τέρμα « στη σιωπηρή συνενοχή τους με τις χώρες των εκμεταλλευτών, τις δυτικές χώρες ». Αυτή η πρακτική εκφραζόταν μέσα από τους άνισους όρους ανταλλαγών με τους λαούς που αγωνίζονταν ενάντια στον ιμπεριαλισμό [5]. Το ζήτημα επανέρχεται πολλές φορές στις « Κριτικές σημειώσεις » του στο σοβιετικό εγχειρίδιο. Ενώ οι συγγραφείς του επίσημου έργου εξυμνούν την « αμοιβαία βοήθεια » ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες, ο πρώην υπουργός Βιομηχανίας της Κούβας είναι υποχρεωμένος να διαπιστώσει ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα : « Εάν ο προλεταριακός διεθνισμός πρωτοστατούσε στις ενέργειες των κυβερνήσεων κάθε σοσιαλιστικής χώρας, (…) αυτό θα αποτελούσε μεγάλη επιτυχία. Όμως, ο διεθνισμός έχει αντικατασταθεί από τον σοβινισμό (της υπερδύναμης ή της μικρής χώρας) ή από την υποταγή στην ΕΣΣΔ (…). Αυτή η κατάσταση πληγώνει όλα τα τίμια όνειρα των κομουνιστών σε ολόκληρο τον κόσμο ».

Μερικές σελίδες παρακάτω, σε ένα ειρωνικό σχόλιο για τον τρόπο με τον οποίο το εγχειρίδιο εξυμνούσε τον καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες, ο οποίος υποτίθεται ότι στηριζόταν στην « αδελφική συνεργασία », ο Γκεβάρα παρατηρεί : « Η σφηκοφωλιά της Κομεκόν [6] διαψεύδει αυτόν τον ισχυρισμό στην πράξη. Το κείμενο αναφέρεται σε μια ιδανική κατάσταση η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα με την εφαρμογή στην πράξη του προλεταριακού διεθνισμού, ωστόσο, σήμερα αυτός είναι αξιοθρήνητα απών ». Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται κι ένα άλλο απόσπασμα, στο οποίο διαπιστώνει με πικρία ότι στις σχέσεις των χωρών που υποστηρίζουν ότι είναι σοσιαλιστικές συναντάμε « φαινόμενα επεκτατισμού, ετεροβαρών ανταλλαγών, ανταγωνισμού, έως και κάποιον βαθμό εκμετάλλευσης, και οπωσδήποτε την υποταγή των ασθενέστερων κρατών στα ισχυρότερα ».

Τέλος, όταν το εγχειρίδιο μιλάει για την « οικοδόμηση του σοσιαλισμού » στην ΕΣΣΔ, η κριτική του Τσε θέτει το ρητορικό ερώτημα : « Μπορούμε να οικοδομήσουμε τον σοσιαλισμό σε μια μονάχα χώρα ; » Μια άλλη παρατήρηση κινείται έχει παρόμοια αφετηρία : ο Τσε διαπιστώνει ότι ο « Λένιν είχε διατρανώσει απερίφραστα τον παγκόσμιο χαρακτήρα της επανάστασης, πράγμα που στη συνέχεια διαψεύστηκε ». Πρόκειται για μια ξεκάθαρη αιχμή προς την « οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια μονάχα χώρα » [7].

Στις περισσότερες κριτικές του Γκεβάρα αντιστοιχούν οικονομικά κείμενά του της διετίας 1963-1964 : υπεράσπιση του κεντρικού σχεδιασμού ενάντια στον νόμο της αξίας και ενάντια στα αυτόνομα εργοστάσια που λειτουργούν με τους κανόνες της αγοράς. Ανησυχεί επίσης για τα πριμ που χορηγούνται ως υλικό κίνητρο στους διευθυντές των εργοστασίων, καθώς θεωρεί ότι αποτελούν όχημα διαφθοράς. Ο Γκεβάρα υπερασπίζεται το σχεδιασμό ως κεντρικό άξονα της διαδικασίας της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, επειδή « απελευθερώνει το ανθρώπινο ον από την κατάσταση του οικονομικού πράγματος ». Ωστόσο, αναγνωρίζει στην επιστολή του προς τον Φιντέλ ότι στην Κούβα « οι εργαζόμενοι δεν συμμετέχουν στη σύνταξη του πλάνου ».

Ποιος πρέπει να εκπονεί τον σχεδιασμό ;

Ο διάλογος της περιόδου 1963-1964 δεν είχε δώσει απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Στις « Κριτικές σημειώσεις » του 1965-1966 βρίσκουμε πολύ πιο ενδιαφέρουσες και πιο προωθημένες απόψεις : ορισμένα αποσπάσματα θέτουν ξεκάθαρα την αρχή της λήψης των αποφάσεων για τα μεγάλα οικονομικά ζητήματα από τον ίδιο τον λαό. Οι μάζες, γράφει ο Τσε, οφείλουν να συμμετέχουν στην εκπόνηση του πλάνου, ενώ η εκτέλεσή του αποτελεί ένα καθαρά τεχνικό θέμα. Κατά τη γνώμη του, στην ΕΣΣΔ η θεώρηση του πλάνου ως « μια οικονομική απόφαση των μαζών, οι οποίες έχουν συνείδηση του ρόλου τους », αντικαταστάθηκε από ένα πλασέμπο, τους οικονομικούς μοχλούς που καθορίζουν τα πάντα. Οι μάζες, επιμένει, « οφείλουν να έχουν τη δυνατότητα να κατευθύνουν το πεπρωμένο τους, να αποφασίζουν το μερίδιο που θα διατεθεί για τη συσσώρευση και το μερίδιο που θα διατεθεί για κατανάλωση », ενώ η οικονομική τεχνική οφείλει να εργάζεται με βάση τους αριθμούς τους οποίους έχει αποφασίσει ο λαός, και η « συνείδηση των μαζών οφείλει να εξασφαλίζει την επίτευξη αυτών των στόχων ».

Αυτό το ζήτημα επανέρχεται αρκετές φορές : όπως γράφει, οι εργάτες, και ο λαός γενικότερα « θα αποφασίζουν για τα μεγάλα προβλήματα της χώρας (ρυθμός ανάπτυξης, συσσώρευση-κατανάλωση) », ακόμα κι αν το πλάνο ανήκει στην αρμοδιότητα των ειδικών. Αυτός ο υπερβολικά μηχανικός διαχωρισμός ανάμεσα στη λήψη των οικονομικών αποφάσεων και στην εκτέλεσή τους είναι συζητήσιμος. Ο Γκεβάρα δεν έχει φτάσει ακόμα σε όλα τα πολιτικά συμπεράσματα που αυτός συνεπάγεται -εκδημοκρατισμός της εξουσίας, πολιτικός πλουραλισμός, ελευθερία της δημιουργίας οργανώσεων- ωστόσο, η σημασία αυτής της νέας αντίληψης για την οικονομική δημοκρατία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί [8].

Μπορούμε να θεωρήσουμε τις σημειώσεις ως ένα σημαντικό βήμα στο δρόμο του Γκεβάρα προς μια εναλλακτική κομουνιστική δημοκρατική λύση απέναντι στο σοβιετικό μοντέλο. Αυτός ο δρόμος διακόπηκε απότομα τον Οκτώβριο του 1967, από τους βολιβιανούς δολοφόνους του που εργάζονταν για λογαριασμό της CIA.

«Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 11 Δεκεμβρίου 2007 – Le Monde Diplomatique.

Υποσημειώσεις:

Ο Μισέλ Λεβί.

[1] Η επιστολή, η οποία παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα ανέκδοτη, παρουσιάστηκε στο έργο του Nestor Kohau, « Ernesto Che Guevara. Otro mondo es possible », Nuestra America, Μπουένος Αϊρες, 2003, σελ. 156-158.

[2] « Che, el socialismo y el comunismo », στο « Pensar el Che, Centro de estudios sobre America », Editorial Jose Marti, Αβάνα, 1989, τόμος ΙΙ, σελ.30.

[3] Ernesto Che Guevara, « Apuntes criticos a la economia politica », Ocean Press, Αβάνα, 2006.

[4] Βλέπε Carrlos Tablada, « El pensiamento economico de Ernesto Che Guevara » (τριάντα εκδόσεις από το 1987, η τελευταία εκ των οποίων στον « Ruth Casa Editorial », Παναμάς, 2005), Orlando Borrego, « El camino del fuego », Imagen Contempor―nca, Αβάνα, 2001.

[5] Ernesto Che Guevara, « Obras 1957-1967 », Maspero, Παρίσι, 1970, τόμος ΙΙ, σελ. 574.

[6] Συμβούλιο Αμοιβαίας Οικονομικής Βοήθειας : ένα είδος Κοινής Αγοράς των χωρών του « υπαρκτού σοσιαλισμού ».

[7] Αυτή η πολιτική θεωρία την οποία υποστήριξε ο Στάλιν το 1924 και η οποία ερχόταν σε αντίθεση με τις « διεθνιστικές » αρχές που υποστήριζε παλαιότερα ο Λένιν, υιοθετήθηκε από το 14ο Συνέδριο του Κομουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης στις 18 Δεκεμβρίου του 1925.

[8] Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι στις συζητήσεις με τους συνεργάτες του στο υπουργείο Βιομηχανίας οι οποίες δημοσιεύονται στον ίδιο τόμο, ο Γκεβάρα υπερασπίστηκε πολλές φορές την ελευθερία της έκφρασης. Έτσι, σε μια συζήτηση τον Νοέμβριο του 1964 επιμένει : « Δεν είναι δυνατόν να καταστρέψεις μια γνώμη με τη βία, αυτό μπλοκάρει όλη την ελεύθερη ανάπτυξη της διάνοιας ».

Mensaje a los pueblos del mundo a través de la Tricontinental

Crear dos, tres… muchos Vietnam, es la consigna. Es la hora de los hornos y no se ha de ver más que la luz.
– José Martí

Ya se han cumplido ventiún años desde el fin de la última conflagración mundial y diversas publicaciones, en infinidad de lenguas, celebran el acontecimiento simbolizado en la derrota del Japón. Hay un clima de aparente optimismo en muchos sectores de los dispares campos en que el mundo se divide.

Ventiún años sin guerra mundial, en estos tiempos de confrontaciones máximas, de choques violentos y cambios repentinos, parecen una cifra muy alta. Pero, sin analizar los resultados prácticos de esa paz por la que todos nos manifestamos dispuestos a luchar (la miseria, la degradación, la explotación cada vez mayor de enormes sectores del mundo) cabe preguntarse si ella es real.

No es la intención de estas notas historiar los diversos conflictos de carácter local que se han sucedido desde la rendición del Japón, no es tampoco nuestra tarea hacer un recuento, numeroso y creciente, de luchas civiles ocurridas durante estos años de pretendida paz.

Bástenos poner como ejemplos contra el desmedido optimismo las guerras de Corea y Vietnam.

En la primera, tras años de lucha feroz, la parte norte del país quedó sumida en la más terrible devastación que figure en los anales de la guerra moderna; acribillada de bombas; sin fábricas, escuelas u hospitales; sin ningún tipo de habitación para albergar a diez millones de habitantes. En esta guerra intervinieron, bajo la fementida bandera de las Naciones Unidas, decenas de países conducidos militarmente por los Estados Unidos, con la participación masiva de soldados de esa nacionalidad u el uso, como carne de cañón, de la población sudcoreana enrolada.

En el otro bando, el ejército y el pueblo de Corea y los voluntarios de la República Popular China contaron con el abastecimiento y asesoría del aparato militar soviético. Por parte de los norteamericanos se hicieron toda clase de pruebas de armas de destrucción, excluyendo las termonucleares pero incluyendo las bacteriológicas y químicas, en escala limitada. En Vietnam, se han sucedido acciones bélicas, sostenidas por las fuerzas patrióticas de ese país casi ininterrumpidamente contra tres potencias imperialistas: Japón, cuyo poderío sufriera una caída vertical a partir de las bombas de Hiroshima y Nagasaki; Francia, que recupera de aquel país vencido sus colonias indochinas e ignoraba las promesas hechas en momentos difíciles; y los Estados Unidos, en esta última fase de la contienda.

Hubieron confrontaciones limitadas en todos los continentes, aun cuando en el americano, durante mucho tiempo, sólo se produjeron conatos de lucha de liberación y cuartelazos, hasta que la Revolución cubana diera su clarinada de alerta sobre la importancia de esta región y atrajera las iras imperialistas, obligándola a la defensa de sus costas en Playa Girón, primero, y durante la Crisis de Octubre, después.

Este último incidente pudo haber provocado una guerra de incalculables proporciones, al producirse, en torno a Cuba, el choque de norteamericanos y soviéticos.

Pero, evidentemente, el foco de las contradicciones, en este momentos, está radicado en los territorios de la península indochina y los países aledaños. Laos y Vietnam son sacudidos por guerras civiles, que dejan de ser tales al hacerse presente, con todo su poderío, el imperialismo norteamericano, y toda la zona se convierte en una peligrosa espoleta presta a detonar. En Vietnam la confrontación ha adquirido características de una agudeza extrema. Tampoco es nuestra intención historiar esta guerra. Simplemente, señalaremos algunos hitos de recuerdo.

En 1954, tras la derrota aniquilante de Dien-Bien-Phu, se firmaron los acuerdos de Ginebra, que dividían al país en dos zonas y estipulaban la realización de elecciones en un plazo de 18 meses para determinar quienes debían gobernar a Vietnam y cómo se reunificaría el país. Los norteamericanos no firmaron dicho documento, comenzando las maniobras para sustituir al emperador Bao Dai, títere francés, por un hombre adecuado a sus intenciones. Este resultó ser Ngo Din Diem, cuyo trágico fin es conocido de todos.

En los meses posteriores a la firma del acuerdo, reinó el optimismo en el campo de las fuerzas populares. Se desmantelaron reductos de lucha antifrancesa en el sur del país y se esperó el cumplimiento de lo pactado. Pero pronto comprendieron los patriotas que no habría elecciones a menos que los Estados Unidos se sintieran capaces de imponer su voluntad en las urnas, cosa que no podía ocurrir, aun utilizando todos los métodos de fraude conocidos.

Nuevamente se iniciaron las luchas en el sur del país y fueron adquiriendo mayor intensidad hasta llegar al momento actual, en que el ejército norteamericano se compone de casi medio millón de invasores, mientras las fuerzas títeres disminuyen su número, y sobre todo, han perdido totalmente la combatividad.

Hace cerca de dos años que los norteamericanos comenzaron el bombardeo sistemático de la República Democrática de Vietnam en un intento más de frenar la combatividad del sur y obligar a una conferencia desde posiciones de fuerza. Al principio los bombardeos fueron más o menos aislados y se revestían de la máscara de represalias por supuestas provocaciones del norte. Después aumentaron en intensidad y método, hasta convertirse en una gigantesca batida llevada a cabo por unidades aéreas de los Estados Unidos, día a día, con el propósito de destruir todo vestigio de civilización en la zona norte del país. Es un episodio de la tristemente célebre escalada. Las aspiraciones materiales del mundo yanqui se han cumplido en buena parte a pesar de la denodada defensa de las unidades antiaéreas vietnamitas, de los más de 1,700 aviones derribados y de la ayuda del campo socialista en material de guerra.

Hay una penosa realidad: Vietnam, esa nación que representa las aspiraciones, las esperanzas de victoria de todo un mundo preterido, está trágicamente solo. Ese pueblo debe soportar los embates de la técnica norteamericana, casi a mansalva en el sur, con algunas posibilidades de defensa en el norte, pero siempre solo. La solidaridad del mundo progresista para con el pueblo de Vietnam semeja a la amarga ironía que significaba para los gladiadores del circo romano el estímulo de la plebe. No se trata de desear éxitos al agredido, sino de correr su misma suerte; acompañarlo a la muerte o la victoria.

Cuando analizamos la soledad vietnamita nos asalta la angustia de este momento ilógico de la humanidad.

El imperialismo norteamericano es culpable de agresión; sus crímenes son inmensos y repartido por todo el orbe. ¡Ya lo sabemos, señores! Pero también son culpables los que en el momento de definición vacilaron en hacer de Vietnam parte inviolable del territorio socialista, corriendo, así, los riesgos de una guerra de alcance mundial, pero también obligando a una decisión a los imperialistas norteamericanos. Y son culpables los que mantienen una guerra de denuestos y zancadillas comenzada hace ya buen tiempo por los representantes de las dos más grandes potencias del campo socialista.

Preguntemos, para lograr una respuesta honrada: ¿Está o no aislado el Vietnam, haciendo equilibrios peligrosos entre las dos potencias en pugna? Y ¡qué grandeza la de ese pueblo! ¡Qué estoicismo y valor, el de ese pueblo! Y qué lección para el mundo entraña esa lucha.

Hasta dentro de mucho tiempo no sabremos si el presidente Johnson pensaba en serio iniciar algunas de las reformas necesarias a un pueblo para limar aristas de las contradicciones de clase que asoman con fuerza explosiva y cada vez más frecuentemente. Lo cierto es que las mejoras anunciadas bajo el pomposo título de lucha por la gran sociedad han caído en el sumidero de Vietnam.

El más grande de los poderes imperialistas siente en sus entrañas el desangramiento provocado por un país pobre y atrasado y su fabulosa economía se resiente del esfuerzo de guerra. Matar deja de ser el más cómodo negocio de los monopolios. Armas de contención, y no en número suficiente, es todo lo que tienen estos soldados maravillosos, además del amor a su patria, a su sociedad y un valor a toda prueba. Pero el imperialismo se empantana en Vietnam, no halla camino de salida y busca desesperadamente alguno que le permita sortear con dignidad este peligroso trance en que se ve. Mas los «cuatro puntos» del norte y «los cinco» del sur lo atenazan, haciendo aún más decidida la confrontación.

Todo parece indicar que la paz, esa paz precaria a la que se ha dado tal nombre, sólo porque no se ha producido ninguna conflagración de carácter mundial, está otra vez en peligro de romperse ante cualquier paso irreversible e inaceptable, dado por los norteamericanos. Y, a nosotros, explotados del mundo, ¿cuál es el papel que nos corresponde? Los pueblos de tres continentes observan y aprenden su lección en Vietnam. Ya que, con la amenaza de guerra, los imperialistas ejercen su chantaje sobre la humanidad, no temer la guerra es la respuesta justa. Atacar dura e ininterrumpidamente en cada punto de confrontación, debe ser la táctica general de los pueblos. Pero, en los lugares en que esta mísera paz que sufrimos no ha sido rota, ¿cuál será nuestra tarea? Liberarnos a cualquier precio.

El panorama del mundo muestra una gran complejidad. La tarea de la liberación espera aún a países de la vieja Europa, suficientemente desarrollados para sentir todas las contradicciones del capitalismo, pero tan débiles que no pueden seguir ya seguir el rumbo del imperialismo o iniciar esa ruta. Ahí las contradicciones alcanzarán en los próximos años carácter explosivo, pero sus problemas y, por ende, la solución de los mismos son diferentes a las de nuestros pueblos dependientes y atrasados económicamente.

El campo fundamental de la explotación del imperialismo abarca los tres continentes atrasados, América, Asia y África. Cada país tiene características propias, pero los continentes, en su conjunto, también las presentan.

América constituye un conjunto más o menos homogéneo y en la casi totalidad de su territorio los capitales monopolistas norteamericanos mantienen una primacía absoluta. Los gobiernos títeres o, en el mejor de los casos, débiles y medrosos, no pueden imponerse a las órdenes del amo yanqui. Los norteamericanos han llegado casi al máximo de su dominación política y económica, poco más podrían avanzar ya. Cualquier cambio de la situación podría convertirse en un retroceso en su primacía. Su política es mantenerlo conquistado. La línea de acción se reduce en el momento actual, al uso brutal de la fuerza para impedir movimientos de liberación de cualquier tipo que sean.

Bajo el slogan, «no permitiremos otra Cuba», se encubre la posibilidad de agresiones a mansalva, como la perpetrada contra Santo Domingo o, anteriormente, la masacre de Panamá, y la clara advertencia de que las tropas yanquis están dispuestas a intervenir en cualquier lugar de América donde el orden establecido sea alterado, poniendo en peligro sus intereses. Esa política cuenta con una impunidad casi absoluta; la OEA es una máscara cómoda, por desprestigiada que esté; la ONU es de una ineficiencia rayana en el ridículo o en lo trágico; los ejércitos de todos los países de América están listos a intervenir para aplastar a sus pueblos. Se ha formado, de hecho, la internacional del crimen y la traición.

Por otra parte las burguesías autóctonas han perdido toda su capacidad de oposición al imperialismo y solo forman su furgón de cola. No hay más cambios que hacer; o revolución socialista o caricatura de revolución.

Asia es un continente de características diferentes. Las luchas de liberación contra una serie de poderes coloniales europeos, dieron por resultado el establecimiento de gobiernos más o menos progresistas, cuya evolución posterior ha sido, en algunos casos, de profundización de los objetivos primarios de la liberación nacional y en otros de reversión hacia posiciones proimperialistas.

Dado el punto de vista económico, Estados Unidos tenía poco que perder y mucho que ganar en Asia. Los cambios le favorecen; se lucha por desplazar a otros poderes neocoloniales, penetrar nuevas esferas de acción en el campo económico, a veces directamente, otras utilizando al Japón.

Pero existen condiciones políticas especiales, sobre todo en la península indochina, que le dan características de capital importancia al Asia y juegan un papel importante en la estrategia militar global del imperialismo norteamericano. Este ejerce un cerco a China a través de Corea del Sur, Japón, Taiwan, Vietnam del Sur y Tailandia, por lo menos.

Esa doble situación: un interés estratégico tan importante como el cerco militar a la República Popular China y la ambición de sus capitales por penetrar esos grandes mercados que todavía no dominan, hacen que el Asia sea uno de los lugares más explosivos del mundo actual, a pesar de la aparente estabilidad fuera del área vietnamita.

Perteneciendo geográficamente a este continente, pero con sus propias contradicciones, el Oriente Medio está en plena ebullición, sin que se pueda prever hasta dónde llegará esa guerra fría entre Israel, respaldada por los imperialistas, y los países progresistas de la zona. Es otro de los volcanes amenazadores del mundo.

El África ofrece las características de ser un campo casi virgen para la invasión neocolonial. Se han producido cambios que, en alguna medida, obligaron a los poderes neocoloniales a ceder sus antiguas prerrogativas de carácter absoluto. Pero, cuando los procesos se llevan a cabo ininterrumpidamente, al colonialismo sucede, sin violencia, un neocolonialismo de iguales efectos en cuanto a la dominación económica se refiere. Estados Unidos no tenía colonias en esta región y ahora lucha por penetrar en los antiguos cotos cerrados de sus socios. Se puede asegurar que África constituye, en los planes estratégicos del imperialismo norteamericano su reservorio a largo plazo; sus inversiones actuales sólo tienen importancia en la Unión Sudafricana y comienza su penetración en el Congo, Nigeria y otros países, donde se inicia una violenta competencia (con carácter pacífico hasta ahora) con otros poderes imperialistas.

No tiene todavía grandes intereses que defender salvo su pretendido derecho a intervenir en cada lugar del globo en que sus monopolios olfateen buenas ganancias o la existencia de grandes reservas de materias primas. Todos estos antecedentes hacen lícito el planteamiento interrogante sobre las posibilidades de liberación de los pueblos a corto o mediano plazo.

Si analizamos el África veremos que se lucha con alguna intensidad en las colonias portuguesas de Guinea, Mozambique y Angola, con particular éxito en la primera y con éxito variable en las dos restantes. Que todavía se asiste a la lucha entre sucesores de Lumumba y los viejos cómplices de Tshombe en el Congo, lucha que, en el momento actual, parece inclinarse a favor de los últimos, los que han «pacificado» en su propio provecho una gran parte del país, aunque la guerra se mantenga latente.

En Rhodesia el problema es diferente: el imperialismo británico utilizó todos los mecanismos a su alcance para entregar el poder a la minoría blanca que lo detenta actualmente. El conflicto, desde el punto de vista de Inglaterra, es absolutamente antioficial, sólo que esta potencia, con su habitual habilidad diplomática presenta una fachada de disgustos ante las medidas tomadas por el gobierno de Ian Smith, y es apoyada en su taimada actitud por algunos de los países del Commonwealth que la siguen, y atacada por una buena parte de los países del África Negra, sean o no dóciles vasallos económicos del imperialismo inglés.

En Rhodesia la situación puede tornarse sumamente explosiva si cristalizaran los esfuerzos de los patriotas negros para alzarse en armas y este movimiento fuera apoyado efectivamente por las naciones africanas vecinas. Pero por ahora todos sus problemas se ventilan en organismos tan inicuos como la ONU, el Commonwealth o la OUA.

Sin embargo, la evolución política y social del África no hace prever una situación revolucionaria continental. Las luchas de liberación contra los portugueses deben terminar victoriosamente, pero Portugal no significa nada en la nómina imperialista. Las confrontaciones de importancia revolucionaria son las que ponen en jaque a todo el aparato imperialista, aunque no por eso dejemos de luchar por la liberación de las tres colonias portuguesas y por la profundización de sus revoluciones.

Cuando las masa negras de Sudáfrica o Rhodesia inicien su auténtica lucha revolucionaria, se habrá iniciado una nueva época en el África.

* Publicado por primera vez en La Habana – Cuba, en Abril de 1967. Texto digitalizado aparece aquí por cortesí de la Biblioteca de Textos Marxistas en Internet. Recodificado para el MIA por Juan R. Fajardo. 

 

 

 

¿Qué es un «guerrillero»?

Por Ernesto Che Guevara.

Quizá no haya país en el mundo en que la palabra «guerrillero» no sea simbólica de una aspiración libertaria para el pueblo. Solamente en Cuba esta palabra tiene un significado repulsivo. Esta Revolución, libertadora, en todos sus extremos, sale también a dignificar esa palabra. Todos saben que fueron guerrilleros aquellos simpatizantes del régimen de esclavización española que tomaron las armas para defender en forma irregular la corona del rey de España; a partir de ese momento, el nombre queda como símbolo, en Cuba, de todo lo malo, lo retrógrado, lo podrido del país. Sin embargo, el guerrillero es, no eso, sino todo lo contrario; es el combatiente de la libertad por excelencia; es el elegido del pueblo, la vanguardia combatiente del mismo en su lucha por la liberación. Porque la guerra de guerrillas no es como se piensa, una guerra minúscula, una guerra de un grupo minoritario contra un ejército poderoso, no; la guerra de guerrillas es la guerra del pueblo entero contra la opresión dominante. El guerrillero es su vanguardia armada; el ejército lo constituyen todos los habitantes de una región o de un país. Esa es la razón de su fuerza, de su triunfo, a la larga o a la corta, sobre cualquier poder que trate de oprimirlo; es decir, la base y el substratum de la guerrilla está en el pueblo.

No se puede concebir que pequeños grupos armados, por más movilidad y conocimiento del terreno que tengan, puedan sobrevivir a la persecución organizada de un ejército bien pertrechado sin ese auxiliar poderoso. La prueba está en que todos los bandidos, todas las gavillas de bandoleros, acaban por ser derrotados por el poder central, y recuérdese que muchas veces estos bandoleros representan, para los habitantes de la región, algo más que eso, representan también aunque sea la caricatura de una lucha por la libertad.

El ejército guerrillero, ejército popular por excelencia, debe tener en cuanto a su composición individual las mejores virtudes del mejor soldado del mundo. Debe basarse en una disciplina estricta. El hecho de que las formalidades de la vida militar no se adapten a la guerrillera, que no haya taconeo ni saludo rígido, ni explicación sumisa ante el superior, no demuestran de manera alguna que no haya disciplina. La disciplina guerrillera es interior, nace del convencimiento profundo del individuo, de esa necesidad de obedecer al superior, no solamente para mantener la efectividad del organismo armado que está integrado, sino también para defender la propia vida. Cualquier pequeño descuido en un soldado de un ejército regular es controlado por el compañero más cercano. En la guerra de guerrillas, donde cada soldado es unidad y es un grupo, un error es fatal. Nadie puede descuidarse. Nadie puede cometer el más mínimo desliz, pues su vida y la de los compañeros le va en ello.

Esta disciplina informal, muchas veces no se ve. Para la gente poco informada, parece mucho más disciplinado el soldado regular con todo su andamiaje de reconocimientos de las jerarquías que el respeto simple y emocionado con que cualquier guerrillero sigue las instrucciones de su jefe. Sin embargo, el ejército de liberación fue un ejército puro donde ni las más comunes tentaciones del hombre tuvieron cabida; y no había aparato represivo, no había servicio de inteligencia que controlara al individuo frente a la tentación. Era su autocontrol el que actuaba. Era su rígida conciencia del deber y de la disciplina.

El guerrillero es, además de un soldado disciplinado, un soldado muy ágil, física y mentalmente. No puede concebirse una guerra de guerrillas estática. Todo es nocturnidad. Amparados en el conocimiento del terreno, los guerrilleros caminan de noche, se sitúan en la posición, atacan al enemigo y se retiran. No quiere decir esto que la retirada sea muy lejana al teatro de operaciones; simplemente tiene que ser muy rápida del teatro de operaciones.

El enemigo concentrará inmediatamente sobre el punto atacado todas sus unidades represivas. Irá la aviación a bombardear, irán las unidades tácticas a cercarlos, irán los soldados decididos a tornar una posición ilusoria.

El guerrillero necesita sólo presentar un frente al enemigo. Con retirarse algo, esperarlo, dar un nuevo combate, volver a retirarse, ha cumplido su misión específica. Así el ejército puede estar desangrándose durante horas o durante días. El guerrero popular, desde sus lugares de acecho, atacará en momento oportuno.

Hay otros profundos axiomas en la táctica de guerrillas. El conocimiento del terreno debe ser absoluto. El guerrillero no puede desconocer el lugar donde va a atacar, pero además debe conocer todos los trillos de retirada así como todos los caminos de acceso o los que están cerrados. Las casas amigas, y enemigas, los lugares más protegidos, aquellos donde se puede dejar un herido, aquellos otros donde se puede establecer un campamento provisional, en fin, conocer como la palma de la mano el teatro de operaciones. Y eso se hace y se logra porque el pueblo, el gran núcleo del ejército guerrillero, está detrás de cada acción. Los habitantes de un lugar son acémilas, informantes, enfermeros, proveedores de combatientes, en fin, constituyen los accesorios importantísimos de su vanguardia armada.

Pero frente a todas estas cosas; frente a este cúmulo de necesidades tácticas del guerrillero, habría que preguntarse: «¿por qué lucha?», y, entonces surge la gran afirmación: «El guerrillero es un reformador social. El guerrillero empuña las armas como protesta airada del pueblo contra sus opresores, y lucha por cambiar el régimen social que mantiene a todos sus hermanos desarmados en el oprobio y la miseria. Se ejercita contra las condiciones especiales de la institucionalidad de un momento dado y se dedica a romper con todo el vigor que las circunstancias permitan, los moldes de esa institucionalidad.»

Veamos algo importante: ¿qué es lo que el guerrillero necesita tácticamente? Habíamos dicho, conocimiento del terreno con sus trillos de acceso y escape, velocidad de maniobra, apoyo del pueblo, lugares donde esconderse, naturalmente. Todo eso indica que el guerrillero ejercerá su acción en lugares agrestes y poco poblados. Y, en los lugares agrestes y poco poblados, la lucha del pueblo por sus reivindicaciones se sitúa preferentemente y hasta casi exclusivamente en el plano del cambio de la composición social de la tenencia de la tierra, es decir, el guerrillero es, fundamentalmente y antes que nada, un revolucionario agrario.

Interpreta los deseos de la gran masa campesina de ser dueña, de la tierra, dueña de los medios de producción, de sus animales, de todo aquello por lo que ha luchado durante años, de lo que constituye su vida y constituirá también su cementerio.

Por eso, en este momento especial de Cuba, los miembros del nuevo ejército que nace al triunfo desde las montañas de Oriente y del Escambray, de los llanos de Oriente y de los llanos de Camagüey, de toda Cuba, traen, como bandera de combate, la Reforma Agraria.

Es una lucha quizás tan larga como el establecimiento de la propiedad individual. Lucha que los campesinos han llevado con mejor o peor éxito a través de las épocas, pero que siempre ha tenido calor popular. Esta lucha no es patrimonio de la Revolución. La Revolución ha recogido esa bandera entre las masas populares y la ha hecho suya ahora. Pero antes, desde mucho tiempo; desde que se alzaran los vegueros de La Habana; desde que los negros trataran de conseguir su derecho a la tierra en la gran guerra de liberación de los 30 años; desde que los campesinos tomaran revolucionariamente el Realengo 18, la tierra ha sido centro de la batalla por la adquisición de un mejor modo de vida.

Esta Reforma Agraria que hoy se está haciendo, que empezó tímida en la Sierra Maestra, que se trasladó al Segundo Frente Oriental y al macizo del Escambray, que fue olvidada algún tiempo en las gavetas ministeriales y resurgió pujante con la decisión definitiva de Fidel Castro es, conviene repetirlo una vez más, quien dará la definición histórica del «26 de julio».

Este Movimiento no inventó la Reforma Agraria. La llevará a cabo. La llevará a cabo íntegramente hasta que no quede campesino sin tierra, ni tierra sin trabajar. En ese momento, quizás, el mismo Movimiento haya dejado de tener el por qué de existir, pero habrá cumplido su misión histórica. Nuestra tarea es llegar a ese punto, el futuro dirá si hay más trabajo a realizar. Guerra y población campesina

El vivir continuado en estado de guerra crea en la conciencia del pueblo una actitud mental para adaptarse a ese fenómeno nuevo. Es un largo y doloroso proceso de adaptación del individuo para poder resistir la amarga experiencia que amenaza su tranquilidad. La Sierra Maestra y otras nuevas zonas liberadas han debido pasar también por esta amarga experiencia.

La situación campesina en las zonas agrestes de la serranía era sencillamente espantosa. El colono, venido de lejanas regiones con afanes de liberación, había doblado las espaldas sobre las tumbas nuevas que arrancaba su sustento, con mil sacrificios, había hecho nacer las matas de café de las lomas empinadas donde es un sacrificio el tránsito a lo nuevo; todo con su sudor individual respondiendo al afán secular del hombre por ser dueño de su pedazo de tierra; trabajando con amor infinito ese risco hostil al que trataba como una parte de sí mismo. De pronto, cuando las matas de café empezaban a florearse con el grano que era su esperanza, aparecía un nuevo dueño de esas tierras. Era una compañía extranjera; un geófago local o algún aprovechado especulador inventaba la deuda necesaria. Los caciques políticos, los jefes de puesto trabajaban como empleados de la compañía o el geófago apresando o asesinando cualquier campesino demasiado rebelde a las arbitrariedades. Ese panorama de derrota y desolación fue el que encontramos para unirlo a la derrota, producto de nuestra inexperiencia, en la Alegría de Pío (nuestro único revés en esta larga campaña, nuestra cruenta lección de lucha guerrillera). El campesinado vio en aquellos hombres macilentos cuya barba, ahora legendaria, empezaba a aflorar, un compañero de infortunio, un nuevo golpeado por las fuerzas represivas, y nos dio su ayuda espontánea y desinteresada, sin esperar nada de los vencidos.

Pasaron los días y nuestra pequeña tropa de ya aguerridos soldados mantuvo los triunfos de La Plata y Palma Mocha. El régimen reaccionó con toda su brutalidad y el asesinato campesino se hizo en masa. El terror se desató sobre los valles agrestes de la Sierra Maestra y los campesinos retrajeron su ayuda; una barrera de mutua desconfianza asomaba entre ellos y los guerrilleros; aquéllos por el miedo a la represalia, éstos por temor al chivatazo de los timoratos. Nuestra política, no obstante, fue justa y comprensiva y la población guajira inició su viraje de retorno a nuestra causa.

La dictadura, en su desesperación y en su crimen, ordenó la reconcentración de las miles de familias guajiras de la Sierra Maestra a las ciudades. Los hombres más fuertes y decididos, casi todos los jóvenes, prefirieron la libertad y la guerra a la esclavitud y la ciudad. Largas caravanas de mujeres, niños y ancianos peregrinaron por los caminos serpenteantes donde habían nacido, bajaron al llano y fueron arrinconados en las afueras de las ciudades. Por segunda vez Cuba vivía la página más criminal de su historia: la reconcentración. Primero lo ordenó Weyler, el sanguinario espadón de la España colonial; ahora lo mandaba Fulgencio Batista, el peor de los traidores y de los asesinos que ha conocido América. El hambre, la miseria, las enfermedades, las epidemias y la muerte, diezmaron a los campesinos reconcentrados por la tiranía; allí murieron niños por falta de atención médica y de alimentación, cuando a unos pasos de ellos estaban los recursos que pudieron salvar sus vidas. La protesta indignada del pueblo cubano, el escándalo internacional y la impotencia de la dictadura en derrotar a los rebeldes, obligaron al tirano a suspender la reconcentración de las familias campesinas de la Sierra Maestra. Y otra vez volvieron a las tierras donde habían nacido, miserables, enfermos y diezmados, los campesinos de la Sierra. Si antes habían sufrido los bombardeos de la dictadura, la quema de su bohío y el asesinato en masa, ahora habían conocido la inhumanidad y barbarie de un régimen que los trató peor que la España colonial a los cubanos de la guerra independentista. Batista había superado a Weyler.

Los campesinos volvieron con una decisión inquebrantable de luchar hasta vencer o morir, rebeldes hasta la muerte o la libertad.

Nuestra pequeña guerrilla de extracción ciudadana empezó a colorearse de sombreros de yarey; el pueblo perdía el miedo, se decidía a la lucha, tomaba decididamente el camino de su redención. En este cambio coincidía nuestra política hacia el campesinado y nuestros triunfos militares que nos mostraba ya como una fuerza imbatible en la Sierra Maestra.

Puestos en la disyuntiva, todos los campesinos eligieron el camino de la Revolución. El cambio de carácter de que hablábamos antes se mostraba ahora en toda su plenitud: la guerra era un hecho, doloroso sí, pero transitorio; la guerra era un estado definitivo dentro del cual el individuo debía adaptarse para subsistir. Cuando la población campesina lo comprendió, inició las tareas para afrontar las circunstancias adversas que se presentarían.

Los campesinos volvieron a sus conucos abandonados, suspendieron el sacrificio de sus animales guardándolos para épocas peores y se adaptaron también a los ametrallamientos salvajes, creando cada familia su propio refugio individual. Se habituaron también a las periódicas fugas de las zonas de guerra, con familias, ganado y enseres, dejando al enemigo sólo el bohío para que cebaran su odio convirtiéndolo en cenizas. Se habituaron a la reconstrucción sobre las ruinas humeantes de su antigua vivienda, sin quejas, sólo con odio concentrado y voluntad de vencer.

Cuando se inició el reparto de reses para luchar contra el cerco alimenticio de la dictadura, cuidaron sus animales con amorosa solicitud y trabajaron en grupos, estableciendo de hecho cooperativas para trasladar el ganado a lugar seguro, donando también sus potreros, y sus animales de carga al esfuerzo común. En un nuevo milagro de la Revolución, el individualista acérrimo que cuidaba celosamente los límites de su propiedad y de su derecho propio, se unía, por imposición de la guerra, al gran esfuerzo común de la lucha. Pero hay un milagro más grande. Es el reencuentro del campesino cubano con su alegría habitual, dentro de las zonas liberadas. Quien ha sido testigo de los apocados cuchicheos con que nuestras fuerzas eran recibidas en cada casa campesina, nota con orgullo el clamor despreocupado, la carcajada alegre del nuevo habitante de la Sierra. Ese es el reflejo de la seguridad en sí mismo que la conciencia de su propia fuerza ha dado a los habitantes de nuestra porción liberada. Esa es nuestra tarea futura: hacer retornar al pueblo de Cuba el concepto de su propia fuerza, de la seguridad absoluta en que sus derechos individuales, respaldados por la Constitución, son su mayor tesoro. Más aún que el vuelo de las campanas, anunciará la liberación el retorno de la antigua carcajada alegre, de despreocupada seguridad que hoy ha perdido el pueblo cubano.