Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας 1952 – Ερνέστο Γκεβάρα και Αλμπέρτο Γκρανάδο

Φωτογραφίες από το ταξίδι των νεαρών γιατρών Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα και Αλμπέρτο Γκρανάδο στη Λατινική Αμερική. Έτος: 1952.

Ο Ερνέστο, ο Αλμπέρτο και φίλοι γύρω απ’ την «Λα Ποδερόσα ΙΙ».
Προσπαθώντας να φτιάξουν τη «Λα Ποδερόσα» στην Κόρδοβα της Αργεντινής…
Αναχωρώντας από το λεπροκομείο του Σαν Πάμπλο πάνω στην σχεδία «Μάμπο-Τάνγκο»…
Ποζάροντας στην αυτοσχέδια βάρκα τους «Μάμπο-Τάνγκο»…
Ο Ερνέστο μαζί με αυτόχθονες στο Περού.
Ο Ερνέστο Γκεβάρα στην Τσουκικαμάτα, 1952.
Ο Ερνέστο Γκεβάρα στα μεταλλεία της Τσουκικαμάτα, 1952.

Κριτικές παρατηρήσεις στην οικοδόμηση του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ (Μέρος Τρίτο)

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Σχετικά με το νόμο της αξίας.

Υπάρχει μια βαθιά διαφωνία (τουλάχιστον στην αυστηρότητα των χρησιμοποιούμενων όρων) ανάμεσα στην αντίληψη του νόμου της αξίας και τη δυνατότητα της συνειδητής χρήσης του, έτσι όπως τη θέτουν οι υπερασπιστές του οικονομικού ελέγχου και στην αντίληψη που έχουμε εμείς.

Το Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας λέει:

«Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στον καπιταλισμό, όπου ο νόμος της αξίας λειτουργεί σαν δύναμη τυφλή και αυθόρμητη, που επιβάλλεται στους ανθρώπους, η σοσιαλιστική οικονομία έχει συνείδηση του νόμου της αξίας, το κράτος τον λαβαίνει υπ’ όψη του και τον χρησιμοποιεί στην πράξη της σχεδιοποιημένης διεύθυνσης της οικονομίας».

«Η γνώση της δράσης του νόμου της αξίας και η σωστή χρησιμοποίησή του βοηθούν αναγκαστικά τους καθοδηγητές της οικονομίας στην ορθολογική διοχέτευση της παραγωγής, στη συστηματική βελτίωση των μεθόδων εργασίας και στη χρησιμοποίηση των μη εμφανών εφεδρειών για καλύτερη και περισσότερη παραγωγή».

Οι υπογραμμισμένες από εμάς λέξεις δείχνουν το πνεύμα των παραγράφων.

Ο νόμος της αξίας θα λειτουργεί σαν τυφλή, αλλά γνωστή δύναμη και ως εκ τούτου χειραγωγήσιμη ή χρησιμοποιήσιμη από τον άνθρωπο.

Ο νόμος όμως αυτός έχει ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα:

 
 

1. Καθορίζεται από την ύπαρξη μιας εμπορευματικής κοινωνίας.2. Τα αποτελέσματά του δεν μπορούν να μετρηθούν από τα πριν, αλλά αντανακλούν στην αγορά, όπου παραγωγοί και καταναλωτές ανταλλάσσουν.

3. Εχει συνοχή σ’ ένα σύνολο που περιλαμβάνει τις παγκόσμιες αγορές και οι αλλαγές και οι διαστρεβλώσεις σε ορισμένους κλάδους της παραγωγής αντανακλώνται στο συνολικό αποτέλεσμα.

4. Με την ιδιότητά του ως οικονομικού νόμου δρα ουσιαστικά σαν τάση και, στις μεταβατικές περιόδους, θα πρέπει λογικά να τείνει προς την εξαφάνιση.

Μερικές παραγράφους πιο κάτω το εγχειρίδιο τονίζει:

«Το σοσιαλιστικό κράτος χρησιμοποιεί το νόμο της αξίας πραγματοποιώντας τον έλεγχο στην παραγωγή και την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος μέσω του οικονομικού και πιστωτικού συστήματος».

«Ο έλεγχος πάνω στο νόμο της αξίας και η χρησιμοποίησή του σε συμφωνία με ένα σχέδιο αποτελούν τεράστιο πλεονέκτημα του σοσιαλισμού πάνω στον καπιταλισμό. Χάρη στον έλεγχο πάνω στο νόμο της αξίας η δράση του στη σοσιαλιστική οικονομία δε συμβαδίζει με την κατασπατάληση της κοινωνικής εργασίας που είναι σύμφυτο φαινόμενο με την αναρχία της παραγωγής, συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού».

«Ο νόμος της αξίας και οι κατηγορίες που σχετίζονται με αυτόν – το χρήμα, η τιμή, το εμπόριο, η πίστη, τα οικονομικά – χρησιμοποιούνται με επιτυχία στην ΕΣΣΔ και τις λαϊκές δημοκρατίες προς το συμφέρον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, στη διαδικασία της σχεδιασμένης διεύθυνσης της εθνικής οικονομίας».

Αυτό μπορούμε να το θεωρήσουμε ακριβές, μόνο συσχετίζοντάς το με τη συνολική ποσότητα αξιών που παράγονται για την άμεση χρήση από τον πληθυσμό και τα αντίστοιχα διαθέσιμα αποθέματα για την απόκτησή τους, πράγμα που θα μπορούσε να το κάνει ο οποιοσδήποτε καπιταλιστής υπουργός Οικονομικών με κάποια σχετικά ισορροπημένα κονδύλια.Μέσα σε αυτό το πλαίσιο όλες οι επιμέρους διαστρεβλώσεις του νόμου είναι δυνατές.

Παρακάτω:

«Η εμπορευματική παραγωγή, ο νόμος της αξίας και το χρήμα δεν θα εξαφανιστούν παρά μόνο όταν φτάσει η ανώτερη φάση του κομμουνισμού. Αλλά για να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που θα κάνουν δυνατή την εξάλειψη της εμπορευματικής παραγωγής και κυκλοφορίας στην ανώτερη φάση του κομμουνισμού, είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε και να χρησιμοποιήσουμε το νόμο της αξίας και τις εμπορευματονομισματικές σχέσεις στη διάρκεια της οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας».

Γιατί να «αναπτύξουμε»;

Κατανοούμε ότι για ένα χρονικό διάστημα οι κατηγορίες του καπιταλισμού διατηρούνται και ότι το διάστημα αυτό δεν μπορεί να καθοριστεί από πριν. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όμως της μεταβατικής περιόδου είναι αυτά μιας κοινωνίας που σπάει τα παλιά δεσμά της για να μπει γρήγορα στο καινούργιο στάδιο. Η τάση πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη μας, η εξάλειψη όσο το δυνατό πιο σθεναρά των παλιών κατηγοριών, όπως η αγορά, το χρήμα και ως εκ τούτου ο μοχλός του υλικού κινήτρου ή – για να το πούμε καλύτερα – οι συνθήκες που προκαλούν την ύπαρξή του. Το αντίθετο θα σήμαινε ότι το καθήκον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια καθυστερημένη κοινωνία είναι ένα είδος ιστορικού ατυχήματος και ότι οι ηγέτες, για να επανορθώσουν το σφάλμα, πρέπει να αφιερωθούν στην εμπέδωση όλων των κατηγοριών που ενυπάρχουν στην ενδιάμεση κοινωνία, αφήνοντας μονάχα σαν βάσεις της καινούργιας κοινωνίας την κατανομή των εσόδων ανάλογα με την εργασία και την τάση εξάλειψης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί, σαν παράγοντας της ανάπτυξης της γιγάντιας συνειδησιακής αλλαγής που είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε το μεταβατικό στάδιο, αλλαγής που θα πρέπει να συντελείται με την πολύμορφη δράση όλων των καινούργιων σχέσεων, τη διαπαιδαγώγηση και τη σοσιαλιστική ηθική, όταν λάβουμε υπόψη μας την ατομικιστική νοοτροπία που το άμεσο υλικό κίνητρο δημιουργεί στη συνείδηση, φρενάροντας την ανάπτυξη του ανθρώπου σαν κοινωνικού όντος.

 
 

Για να συνοψίσουμε τις διαφωνίες μας:Θεωρούμε το νόμο της αξίας σαν μερικά υπαρκτό, εξαιτίας των υπολειμμάτων της εμπορευματικής κοινωνίας που παραμένουν και που αντανακλώνται στον τύπο ανταλλαγής που πραγματοποιείται ανάμεσα στο κράτος – προμηθευτή και τον καταναλωτή. Πιστεύουμε ότι ειδικά σε μια κοινωνία με πολύ ανεπτυγμένο εξωτερικό εμπόριο, όπως η δική μας, ο νόμος της αξίας σε παγκόσμια κλίμακα πρέπει να αναγνωριστεί σαν ένα γεγονός που κυριαρχεί στις εμπορικές σχέσεις, ακόμα και στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και αναγνωρίζουμε την ανάγκη να περάσει αυτό το εμπόριο σε μορφές πιο αναπτυγμένες στις χώρες της καινούργιας κοινωνίας, εμποδίζοντας να γίνουν βαθύτερες οι διαφορές ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες και τις πιο καθυστερημένες με την εμπορική ανταλλαγή. Με άλλα λόγια πρέπει να βρούμε εμπορικούς τύπους που να επιτρέπουν τη χρηματοδότηση βιομηχανικών επενδύσεων στις αναπτυσσόμενες χώρες, ακόμα και αν έρθουμε σε αντίθεση με τα συστήματα τιμών που υπάρχουν στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, πράγμα που θα επιτρέψει την όσο το δυνατό περισσότερο ισόμετρη πρόοδο ολόκληρου του σοσιαλιστικού στρατοπέδου με φυσικές συνέπειες τον περιορισμό των ανωμαλιών και την πρόσδοση μιας συνοχής στο πνεύμα του προλεταριακού διεθνισμού. (Η πρόσφατη συμφωνία ανάμεσα στην Κούβα και την ΕΣΣΔ είναι ένα δείγμα για το τι μπορεί να γίνει προς αυτή την κατεύθυνση). Αρνιόμαστε τη δυνατότητα της συνειδητής χρησιμοποίησης του νόμου της αξίας, στηριζόμενη στη μη ύπαρξη μιας ελεύθερης αγοράς που να εκφράζει αυτόματα την αντίθεση ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή, αρνιόμαστε την ύπαρξη κατηγορίας εμπορευμάτων στη σχέση ανάμεσα σε κρατικές επιχειρήσεις και θεωρούμε όλους τους οργανισμούς τμήμα της ενιαίας μεγάλης επιχείρησης που είναι το κράτος (παρόλο που στην πράξη δε συμβαίνει ακόμη αυτό στη χώρα μας). Ο νόμος της αξίας και το πλάνο είναι δύο όροι που συνδέονται από μιαν αντίθεση και τη λύση της. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο συγκεντρωτικός σχεδιασμός είναι ο τρόπος ύπαρξης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, η κατηγορία που την ορίζει και το σημείο όπου η συνείδηση του ανθρώπου κατορθώνει επιτέλους να συνθέσει και να κατευθύνει την οικονομία προς το στόχο της, την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπινου όντος μέσα στα πλαίσια της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Γιά τη διαμόρφωση των τιμών.

Στη θεωρία της διαμόρφωσης των τιμών έχουμε πάλι σοβαρές διαφωνίες. Στην αυτοδιαχείριση οι τιμές διαμορφώνονται «λαβαίνοντας υπόψη το νόμο της αξίας», αλλά δε μας εξηγούν (απ’ όσο ξέρουμε τουλάχιστον) ποια έκφραση του νόμου της αξίας εφαρμόζεται. Ξεκινούν από την κοινωνικά αναγκαία εργασία για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου προϊόντος, αλλά παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η κοινωνικά αναγκαία εργασία είναι μια οικονομικοϊστορική και άρα μεταβλητή έννοια, όχι μονάχα σε τοπικό επίπεδο (ή εθνικό), αλλά και σε παγκόσμιους ακόμη όρους. Οι συνεχείς πρόοδοι της τεχνολογίας, συνέπεια του ανταγωνισμού στον καπιταλιστικό κόσμο, περιορίζουν το κόστος της αναγκαίας εργασίας και ως εκ τούτου την αξία του προϊόντος. Μια κλειστή κοινωνία μπορεί να αγνοεί τις αλλαγές για ένα ορισμένο διάστημα, αλλά είναι υποχρεωμένη πάντα να επιστρέφει σε αυτές τις διεθνείς σχέσεις για να συγκρίνει την αξία της. Αν μια δοσμένη κοινωνία τις αγνοήσει για μακρόχρονο διάστημα, χωρίς να αναπτύξει καινούργιες και σωστές μορφές που θα τις αντικαταστήσουν, θα δημιουργήσει εσώτερες αλληλεπιδράσεις που θα εκφράσουν το δικό της σχήμα αξίας που θα έχει συνέπεια με τον εαυτό του, αλλά θα είναι αντίθετο με τις τάσεις της πιο αναπτυγμένης τεχνικής (όπως το ατσάλι και τα πλαστικά είδη). Αυτό μπορεί να προκαλέσει αρκετά σημαντικές σχετικές καθυστερήσεις και -όπως και να ‘χει το πράγμα- τέτοιες διαστρεβλώσεις του νόμου της αξίας σε διεθνή κλίμακα που δε θα μπορούν πια οι οικονομίες να συγκριθούν μεταξύ τους.

Ο φόρος κυκλοφορίας είναι μια μετρήσιμη εικονικότητα που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να διατηρήσουν καθορισμένα επίπεδα αποδοτικότητας, υψώνοντας την τιμή του προϊόντος για τον καταναλωτή με τέτοιο τρόπο, ώστε η προσφορά προϊόντος και η ποσότητα της φερέγγυας ζήτησης να εξισωθούν. Πιστεύουμε ότι αυτό επιβάλλεται από το σύστημα, αλλά δεν αποτελεί απόλυτη αναγκαιότητα και εργαζόμαστε με φόρμουλες που λαμβάνουν υπόψη τους όλες αυτές τις πλευρές.

Πρώτη δημοσίευση: Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Τεύχος 6, 2007.

Ο Τσε στην Παλαιστίνη / Che in Palestine

Κλικ γιά μεγέθυνση

Φωτογραφία του Τσε στη λωρίδα της Γάζας της Παλαιστίνης το 1959. Ως εκπρόσωπος της Επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας, ο Γκεβάρα επισκέπτηκε τους καταυλισμούς παλαιστινίων προσφύγων μεταφέροντας μήνυμα αλληλεγγύης και στήριξης στον παλαιστινιακό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

(Ευχαριστούμε το blog Sibilla-Σίβυλλα γιά την επισήμανση της ιστορικής φωτογραφίας)

Με την Ίλντα Γκαντέα

Ο Τσε με την πρώτη του σύζυγο Ίλντα Γκαντέα κατά το μήνα του μέλιτος στο Μεξικό, 1955.

Με την Ίλντα και την κόρη τους, Ιλντίτα.

Με την Ίλντα, την Ιλντίτα και οικογενειακούς φίλους στην Αβάνα, 1959.

Σημειώσεις γιά τη μελέτη της Κουβανικής Επανάστασης

Αυτή είναι μία μοναδική επανάσταση που μερικοί άνθρωποι θεωρούν ότι αντιφάσκει με μία από τις πιο ορθόδοξες αρχές του επαναστατικού κινήματος, όπως την εξέφρασε ο Λένιν: «Χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα». Μπορούμε να πούμε πως η επαναστατική θεωρία, ως έκφραση μιας κοινωνικής αλήθειας, υπερβαίνει κάθε διακήρυξή της, δηλαδή, ακόμα και αν η θεωρία δεν είναι γνωστή, η επανάσταση μπορεί να επιτύχει αν η ιστορική αλήθεια ερμηνευτεί σωστά και αν οι εμπλεκόμενες δυνάμεις χρησιμοποιηθούν με το σωστό τρόπο. Κάθε επανάσταση, πάντα συνδυάζει διαφορετικές τάσεις, οι οποίες παρόλα αυτά ταυτίζονται στην πράξη και όσον αφορά τους άμεσους στόχους της επανάστασης.

Είναι ξεκάθαρο, πως αν οι ηγέτες έχουν μία στοιχειώδη θεωρητική γνώση πριν τη δράση, μπορούν να αποφύγουν δοκιμές και σφάλματα, όταν αυτή η θεωρία ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι κύριοι πρωταγωνιστές αυτής της επανάστασης δεν διέθεταν συνεπή θεωρητικά κριτήρια, αλλά δεν μπορούμε να πούμε πως ήταν αδαείς ως προς αρκετές παραμέτρους της ιστορίας, της κοινωνίας, της οικονομίας, και των επαναστάσεων που απασχολούν τον κόσμο σήμερα. Η βαθιά γνώση της πραγματικότητας, η στενή επαφή με το λαό, η σταθερότητα των στόχων του απελευθερωτή καθώς και η πρακτική επαναστατική εμπειρία, έδωσαν στους ηγέτες αυτούς την ευκαιρία να διαμορφώσουν ένα πιο πλήρες θεωρητικό σύστημα.

Όλα αυτά θα πρέπει να θεωρηθούν ως μία εισαγωγή στην εξήγηση αυτού του περίεργου φαινομένου που ευαισθητοποίησε όλο τον κόσμο: την Κουβανική Επανάσταση. Είναι άξιο διερεύνησης, στην σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, πώς και γιατί μία ομάδα ανθρώπων, κατεστραμμένη από έναν ασύγκριτα ανώτερο, σε τεχνική και εξοπλισμό, στρατό κατάφερε καταρχήν να επιβιώσει, να γίνει δυνατή και αργότερα δυνατότερη από τον εχθρό στα πεδία της μάχης, να συνεχίσει κατόπιν σε νέες ζώνες μετώπου και τελικά να νικήσει τον εχθρό, αν και τα στρατεύματά της ήταν ακόμα μικρότερα σε αριθμό.

Φυσικά, εμείς που δεν δείχνουμε το απαιτούμενο ενδιαφέρον για την θεωρία, δεν διατρέχουμε τον κίνδυνο να εκθέσουμε την αλήθεια της κουβανικής επανάστασης ως να ήμασταν οι αυθεντίες της. Θα προσπαθήσουμε απλά να δώσουμε τις βάσεις για την ερμηνεία αυτής της αλήθειας. Στην πραγματικότητα, η κουβανική επανάσταση θα πρέπει να διαχωριστεί σε δύο διακριτά επίπεδα: εκείνο της ένοπλης δράσης μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1959, και των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών μεταρυθμίσεων που ακολούθησαν.

Ακόμα και αυτά τα δύο επίπεδα, πρέπει να υποδιαιρεθούν, ωστόσο δεν θα ασχολήθουμε με αυτά υπό το πρίσμα της ιστορικής έκθεσης, αλλά από την οπτική της εξέλιξης της επαναστατικής σκέψης των ηγετών τους, μέσω της επαφής τους με τον λαό. Με την ευκαιρία, εδώ πρέπει να τοποθετηθούμε γενικά απέναντι σε έναν από τους πιο αμφιλεγόμενους όρους του σύγχρονου κόσμου: τον μαρξισμό. Όταν μας ρωτούν αν είμαστε Μαρξιστές, η θέση μας είναι η ίδια με εκείνη ενός φυσικού ή βιολόγου στο ερώτημα αν είναι «με τον Νεύτωνα» ή «με τον Παστέρ» αντίστοιχα.

Υπάρχουν αλήθειες τόσο εμφανείς και μέρος της ανθρώπινης γνώσης, ώστε είναι σήμερα άσκοπο να τις συζητούμε. Πρέπει να είναι κανείς «Μαρξιστής», τόσο φυσικά όσο είναι κάποιος με τον Νεύτωνα στη φυσική ή με τον Παστέρ στη βιολογία, αναλογιζόμενος πως αν νέα δεδομένα καθορίσουν νέες αντιλήψεις, οι αντιλήψεις αυτές δεν στερούν από τις παλαιότερες το μέρος της αλήθειας που κατέχουν. Τέτοια είναι για παράδειγμα η περίπτωση της σχετικότητας του Αϊνστάιν ή της κβαντικής θεωρίας του Πλανκ, σε σχέση με τις ανακαλύψεις του Νεύτωνα. Δεν αφαιρούν τίποτα από το μεγαλείο του σοφού Άγγλου. Χάρη στο Νεύτωνα, η φυσική κατάφερε να εξελιχθεί ανακαλύπτοντας νέες έννοιες του διαστήματος. Ο σοφός Άγγλος πρόσφερε το αναγκαίο σκαλοπάτι για τους επόμενους.

Οι εξελίξεις στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες, όπως και σε άλλους τομείς, αποτελούν τμήματα μίας μακράς ιστορικής πορείας, που συνδέονται μεταξύ τους, αλληλοπροστίθενται και διαρκώς οδηγούν σε βελτιώσεις. Στις αρχές της ιστορίας του ανθρώπου, υπήρξαν τα μαθηματικά των Κινέζων, των Αράβων ή των Ινδών. Σήμερα, τα μαθηματικά δεν έχουν σύνορα. Στην πορεία της ιστορίας, υπήρξε ένας Έλληνας Πυθαγόρας, ένας Ιταλός Γαλιλαίος, ένας Άγγλος Νεύτωνας, ένας Γερμανός Γκάους, ένας Ρώσος Λομπατσέφκσι, ένας Αϊνστάιν κ.λπ. Έτσι και στον τομέα των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, από το Δημόκριτο μέχρι τον Μαρξ, μία μακρά σειρά από στοχαστές πρόσθεσαν τις δικές τους πρωτότυπες έρευνες και διαμόρφωσαν ένα σώμα εμπειρίας και αντιλήψεων.

Η συνεισφορά του Μαρξ είναι πως ξαφνικά παρήγαγε μία ποιοτική αλλαγή στην ιστορία της κοινωνικής σκέψης. Ερμηνεύει την ιστορία, κατανοεί τη δυναμική της και προβλέπει το μέλλον (πράγμα που από μόνο του ικανοποιεί την επιστημονική του υποχρέωση), αλλά επί πρόσθετα εκφράζει μία επαναστατική αντίληψη: ο κόσμος δεν αρκεί να ερμηνευτεί αλλά θα πρέπει να μεταβληθεί. Ο άνθρωπος παύει να αποτελεί δούλο και εργαλείο του περιβάλλοντός του, μετατρέποντας τον εαυτό του σε αρχιτέκτονα της μοίρας του. Εκείνη τη στιγμή, ο Μαρξ θέτει τον εαυτό του στόχο όλων εκείνων που ενδιαφέρονται να διατηρήσουν την παλιά τάξη, όπως άλλοτε με τον Δημόκριτο του οποίου το έργο κάηκε από τον Πλάτωνα και τους ακόλουθούς του, τους ιδεολόγους της Αθηναϊκής αριστοκρατίας των δούλων. Με αφετηρία τον επαναστατικό Μαρξ, μία πολιτική ομάδα με στέρεες ιδέες εδραιώθηκε. Βασιζόμενη στος γίγαντες Μαρξ και Έγγελς, εξελίχθηκε σταδιακά χάρη σε προσωπικότητες όπως ο Λένιν, ο Στάλιν, ο Μάο Τσετούνγκ και οι νέοι ηγέτες της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας, διαμόρφωσε ένα σύνολο δογμάτων και ας μας επιτραπεί να πούμε, παραδείγματα για να ακολουθήσουμε.

Η κουβανική επανάσταση παίρνει τον Μαρξ από το σημείο εκείνο στο οποίο ο ίδιος εγκατέλειψε την επιστήμη για να φέρει στον ώμο το επαναστατικό τουφέκι. Και τον πιάνει από εκείνο το σημείο, όχι με διάθεση ρεβιζιονισμού ενάντια αυτών που ακολουθούν τον Μαρξ ή αποκατάστασης ενός «καθαρού» Μαρξ, αλλά γιατί σε εκείνο το σημείο, ο επιστήμονας Μαρξ, έθετε τον εαυτό του έξω από την Ιστορία, την οποία μελετούσε και προέβλεπε. Ήταν από εκεί και πέρα που ο επαναστάτης Μαρξ μπορούσε να αγωνιστεί μέσα στην Ιστορία.

Εμείς οι πρακτικοί επαναστάτες ακολουθούμε απλώς τους νόμους που προέβλεψε ο Μαρξ, ο επιστήμονας. Προσαρμοζόμαστε στις προβλέψεις του επιστήμονα Μαρξ, καθώς διασχίζουμε τον δρόμο της εξέγερσης, αντιπαλεύοντας την παλαιά δομή εξουσίας, στηριζόμενοι στο λαό για την καταστροφή αυτής της δομής και έχοντας την ευτυχία του λαού ως βάση του αγώνα μας. Δηλαδή, και είναι καλό να το τονίσουμε μία ακόμα φορά, οι νόμοι του Μαρξισμού περιέχονται στα γεγονότα της κουβανικής επανάστασης, ανεξάρτητα από το τί γνωρίζουν οι ηγέτες της για αυτούς, από θεωρητικής πλευράς.

Πριν την απόβαση του Γκράνμα, κυριαρχούσε μία νοοτροπία, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, σε ένα βαθμό «ιδεαλιστική»: τυφλή σιγουριά για μία αστραπιαία λαϊκή έκρηξη, ενθουσιασμός και πίστη στην δυνατότητα ανατροπής του καθεστώτος του Μπατίστα μέσω ενός ένοπλου ξεσηκωμού συνδυασμένου με αυθόρμητες επαναστατικές απεργίες.που θα προκαλούσαν την πτώση του δικτάτορα. […]

Μετά την απόβαση έρχεται η ήττα, η σχεδόν ολοσχερής καταστροφή των δυνάμεων και η επανασυγκρότησή τους σε αντάρτικο. Οι λιγοστοί – αποφασισμένοι για τον αγώνα – που επιβίωσαν, κατανόησαν πως το να βασίζονται σε μαζικούς ξεσηκωμούς σε όλη την έκταση του νησιού ήταν λάθος, μία ψευδαίσθηση. Κατάλαβαν επίσης πως ο αγώνας θα ήταν μακρύς και ότι απαιτούσε μεγάλη συμμετοχή των χωρικών. Εκείνη την περίοδο, οι αγρότες προσχωρούσαν στον ανταρτοπόλεμο για πρώτη φορά.

Δύο γεγονότα συνέβησαν, μικρής αξίας σε σχέση με τον αριθμό των πολεμιστών που συμμετείχαν, αλλά μεγάλης ψυχολογικής σημασίας. Καταρχήν, ο ανταγωνισμός που ένιωθαν οι άντρες των πόλεων – που αποτελούσαν την αντάρτικη ομάδα – απέναντι στους χωρικούς έσβησε. Με τη σειρά τους, οι χωρικοί ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στην ομάδα και κυρίως φοβούνταν τα σκληρά αντίποινα της κυβέρνησης. Σε αυτή τη φάση, δύο πολύ σημαντικές διαπιστώσεις προέκυψαν: στους χωρικούς έγινε φανερό πως οι παράνομες φορολογίες του στρατού και οι διωγμοί δεν θα αρκούσαν για την λήξη του αντάρτικου, ακόμα και τη στιγμή που ο στρατός μπορούσε να εξολοθρεύσει τα σπίτια, τη συγκομιδή και τις οικογένειές τους. Συνεπώς ήταν καλή λύση να καταφύγουν στους αντάρτες. Από την πλευρά τους, οι αντάρτες έμαθαν ότι ήταν όλο και περισσότερο αναγκαίο να «κερδίσουν» τις μάζες των χωρικών. […]

[Μετά την αποτυχία της κύριας επίθεσης του Μπατίστα στον Επαναστατικό Στρατό], ο πόλεμος παίρνει νέα μορφή: η αναλογία των δυναμέων κλίνει προς το μέρος της επανάστασης. Μέσα σε ενάμισι μήνα, δύο ολιγάριθμες φάλλαγες, η πρώτη 80 και η άλλη 140 ανδρών, διαρκώς περιστοιχισμένες και διωκόμενες από έναν στρατό χιλιάδων στρατιωτών, διέσχισαν τις πεδιάδες του Camagüey, έφθασαν στη Λας Βίγιας και ξεκίνησαν το έργο του διαχωρισμού του νησιού στα δύο. Ίσως μοιάζει παράδοξο, ακατανόητο, ακόμα και εντυπωσιακό πως δύο φάλλαγες τόσο μικρού μεγέθους – χωρίς επικοινωνία, μεταφορικά μέσα, χωρίς το στοιχειώδη οπλισμό του σύγχρονου ανταρτοπολέμου – κατόρθωσαν να πολεμήσουν εναντίον καλά εκπαιδευμένων και πάνω απ’ όλα καλά εξοπλισμένων μονάδων. Βασικό στοιχείο [για τη νίκη] είναι ο χαρακτήρας της κάθε στρατιάς: όσο λιγότερες ανέσεις έχει ο αντάρτης, τόσο περισσότερο μυείται στις κακουχίες της ζωής στη φύση και αισθάνεται σαν στο σπίτι του. Το ηθικό του είναι υψηλότερο, η αίσθηση ασφάλειας είναι μεγαλύτερη. Την ίδια στιγμή, έχει μάθει να θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του σε κάθε περίσταση, να την εμπιστεύεται στην τύχη σαν να παίζει κορώνα-γράμματα. Γενικά, σε αυτό το είδος πολέμου, ελάχιστα μετρά στον κάθε αντάρτη αν θα επιζήσει ή όχι. Ο εχθρός, στο παράδειγμα της Κούβας, είναι ο κατώτερος συνέταιρος του δικτάτορα, είναι ο άνθρωπος στον οποίο αφήνονται τα τελευταία ψίχουλα από μία μακρά αλυσίδα κερδοσκόπων, ξεκινώντας από τη Γουώλ Στρητ και καταλήγοντας σε εκείνον. Ο ρόλος του είναι να υπερασπιστεί τα προνόμιά του, αλλά μόνο μέχρι το σημείο που αυτό έχει σημασία για τον ίδιο. Ο μισθός του και η σύνταξή του αξίζουν κάποια ταλαιπωρία και κινδύνους, αλλά σε καμία περίπτωση την ίδια τη ζωή του. Αν το τίμημα για την υπεράσπισή τους είναι τέτοιο, τότε είναι καλύτερο για αυτόν να τα εγκαταλείψει, υποχωρώντας δηλαδή μπροστά στον αντάρτη. Από αυτές τις δύο διαπιστώσεις, και την ηθική τους, αναδεικνύεται η διαφορά που έμελλε να προκαλέσει την κρίση της 31ης Δεκεμβρίου 1958. […]

Εδώ παίρνει τέλος η σύγκρουση. Αλλά οι άντρες που φθάνουν στην Αβάνα μετά από δύο χρόνια αγώνα στα βουνά και τις πεδιάδες του Οριέντε, στις πεδιάδες του Camagüey και στα βουνά, τις πεδιάδες και τις πόλεις της Λας Βίγιας, δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι, ιδεολογικά, με αυτούς που προσάραξαν στις ακτές της Λας Κολοράντας ή με αυτούς που πήραν μέρος στην πρώτη φάση του αγώνα. Η δυσπιστία τους απέναντι στους χωρικούς έχει μεταβληθεί σε οικειότητα και σεβασμό για τις αρετές τους. Η ολοκληρωτική άγνοιά τους για την αγροτική ζωή έχει μεταβληθεί σε γνώση των αναγκών των χωρικών. Η προσήλωσή τους σε στατιστικές και θεωρίες έχει πλέον συνδεθεί με την καθημερινή πραγματικότητα.

Με σημαία την Αγροτική Μεταρρύθμιση, η πραγματοποίηση της οποίας ξεκινά στη Σιέρα Μαέστρα, αυτοί οι άντρες συγκρούονται με τον ιμπεριαλισμό. Γνωρίζουν ότι η Αγροτική Μεταρρύθμιση είναι η βάση πάνω στην οποία θα χτιστεί η νέα Κούβα. Γνωρίζουν επίσης ότι θα δώσει γη σε όλους τους μη κατέχοντες αλλά και ότι θα απογυμνώσει τους παράνομους σφετεριστές της, γνωρίζοντας ότι οι μεγαλύτεροι εκμεταλλευτές είναι άνθρωποι που ασκούν επιρροή στο Στέητ Ντιπάρτμεντ ή την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Αλλά έμαθαν ήδη να νικούν τις δυσκολίες με γενναιότητα, με κουράγιο και κυρίως με την υποστήριξη του λαού. Και βλέπουν πλέον στο μέλλον την απελεύθερωση που περιμένει, πέρα από τις κακουχίες.

Ραμόν Μπενίτεζ (Ramón Benítez)

Ραμόν Μπενίτεζ ήταν το όνομα με το οποίο ο Τσε ταξίδεψε το 1966 στη Βολιβία προκειμένου να οργανώσει το εκεί αντάρτικο κίνημα. Πριν ακόμη εγκαταλείψει την Κούβα γιά τη Βολιβία – και με ελάχιστους ανθρώπους να γνωρίζουν τι επρόκειτο να συμβεί – ο Τσε μπήκε στη διαδικασία αλλαγής του παρουσιαστικού του. Έτσι, ο «Ραμόν Μπενίτεζ» ήταν ένας μεγαλύτερος ηλικιακά άνδρας (γύρω στα 55-60), με λίγα μαλλιά και χοντρά γυαλιά μυωπίας. Το παρουσιαστικό συνόδευαν και τα  ανάλογα έγγραφα (διαβατήριο, σχετικές επαγγελματικές ταυτότητες) με τα οποία θα μπορούσε να περάσει ανενόχλητος τον έλεγχο του αεροδρομίου της Λα Παζ και όπου αλλού χρειαζόταν.

Το διαβατήριο του «κ.Ramón Benítez».

Πριν αναχωρήσει για τη Βολιβία ο Τσε, μεταμφιεσμένος ήδη σε Ραμόν, επισκέφτηκε γιά τελευταία φορά την οικογένεια του. Η σύζυγος του, Αλεϊδα Μαρτς, περιγράφει εκείνη την συγκινητική συνάντηση:

«Λίγες μέρες πριν από την αναχώρησή, τον μετέφεραν σε ένα ασφαλές σπίτι που βρισκόταν στην Αβάνα, μεταμορφωμένο ήδη σε γερο-Ραμόν, κι’ εκεί ζήτησε να δει τα παιδιά. Η συνάντηση έπρεπε να γίνει με αυτόν τον τρόπο, επειδή φοβόταν ότι τα μεγαλύτερα παιδιά μας, αν τον αναγνώριζαν, κάπου θα το έλεγαν, κι αυτό ίσως προκαλούσε πολύ σοβαρά προβλήματα.

Όταν έφτασαν τα παιδιά, τους τον σύστησα ως έναν στενό φίλο του μπαμπά τους απ’ την Ουρουγουάη, που ήθελε να τα γνωρίσει. Φυσικά δε φαντάστηκαν ότι εκείνος ο άντρας,

που έδειχνε εξηντάρης, μπορούσε να είναι ο πατέρας τους. Ήταν μια στιγμή πολύ δύσκολη γιά τον Τσε αλλά και για μένα. Για εκείνον βέβαια ήταν εξαιρετικά επώδυνο το να βρίσκεται τόσο κοντά τους και να μην μπορεί να τους το πει, ούτε να τους φερθεί όπως ήθελε. Ήταν μία απ’ τις πιο σκληρές δοκιμασίες που χρειάστηκε να περάσει ποτέ του. […]

Η Αλεϊδίτα, τρέχοντας ξετρελαμένη πέρα-δώθε, χτύπησε κάπου το κεφάλι της, και ήταν ο Τσε εκείνος που τη φρόντισε. Το έκανε με τόση λεπτότητα και ευαισθησία, που ύστερα από λίγο η μικρή ήρθε να μου πει ένα μυστικό, που το άκουσε κι εκείνος: «Μαμά, αυτός ο κύριος είναι

ερωτευμένος μαζί μου». Δεν είπαμε τίποτα, χλομιάσαμε μόνο σ’ όλον εκείνο το φόρτο συναισθημάτων.

Αλεϊδα Μαρτς, Αναπόληση: Η ζωή μου με τον Τσε, Εκδ. Ψυχογιός, 2007.

Ο Φιντέλ ρίχνει μια ματιά στο διαβατήριο του «Ραμόν Μπενίτεζ» ενώ ο μεταμφιεσμένος Τσε παρακολουθεί.

Η στρατιωτική σκέψη του Τσε Γκεβάρα

Του Πάνου Πικραμένου.

Στις 21 Ιουλίου 1957, ο Τσε προάγεται για πρώτη φορά στον βαθμό του «κομαντάντε», δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή. Μέχρι τώρα, παρά την συμμετοχή του στις μάχες που κάποιες φορές έφτανε τα όρια του ηρωισμού, τα επίσημα καθήκοντά του περιορίζονταν σε αυτά του γιατρού της ομάδας. Στις σημειώσεις του, που αργότερα συνοψίστηκαν στο έργο «Ανταρτοπόλεμος», ο Τσε, γράφει τις σκέψεις του για την μεθοδολογία του αντάρτικου, μία εμπειρία που απέκτησε κυρίως την εποχή του αντάρτικου στην Σιέρα Μαέστρα και κατά την πορεία προς την Αβάνα. Σε ό,τι αφορά τα χαρακτηριστικά του ανταρτοπόλεμου, ο Τσε Γκεβάρα προέβαλε για πρώτη φορά την άποψη ότι πρόκειται για μια μορφή πολέμου όπως όλες οι άλλες και επομένως έχει τα βασικά χαρακτηριστικά που έχει κάθε πόλεμος, όπως πολιτικό στόχο, αυξημένη σημασία του αστάθμητου παράγοντα και της φθοράς, τον ζωτικό ρόλο του στρατιωτικού διοικητή κ.ά.

Κατά την άποψη του, φορέας της επαναστατικής αλλαγής είναι ο επαναστατικός στρατός. Ο επαναστατικός πόλεμος μπορεί να κερδηθεί ή να χαθεί ανάλογα με τον βαθμό της τεχνικής προετοιμασίας, της στρατιωτικής εμπειρίας και πάνω απ’ όλα της στρατιωτικής πειθαρχίας του στρατιωτικού πυρήνα, του «foco», όπως τον ονόμαζε. Ωστόσο αργότερα ο Τσε δεν έπαυε να τονίζει ότι το αντάρτικο δεν είναι πάντα πανάκεια για την αλλαγή μίας κοινωνίας. Όταν μια κυβέρνηση είναι δημοκρατικά εκλεγμένη και έχει αφήσει χώρο για την έκφραση διαφορετικών πολιτικών απόψεων, η ένοπλη επανάσταση δεν ξεσπάει εύκολα και δεν πρέπει να αποκλείεται η ειρηνική δράση και αντίσταση ως «όπλο» για τις επιθυμητές πολιτικές αλλαγές.

Το έμψυχο υλικό ενός αντάρτικου κινήματος, σύμφωνα με τον Τσε στρατολογείται κυρίως από τον ανεκπαίδευτο πληθυσμό της υπαίθρου, ενώ αναφέρει λεπτομερώς πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν προβλήματα όπως η υποτυπώδης δομή και η πειθαρχία. Από αυτή την πεποίθησή του προκύπτει και η μεγάλη σκληρότητά που έδειχνε στους άνδρες του, όταν πίστευε ότι έβαζαν σε κίνδυνο τον αγώνα. Εκτελούσε αμέσως τους προδότες και τους λιποτάκτες, ενώ αντίθετα ήταν μεγαλόψυχος με τους στρατιώτες του εχθρού. Ο Τσε θεωρούσε απαραίτητους για την επανάσταση όσους έφεραν όπλα και μπορούσαν να συμμετέχουν σε μάχες. Αυτούς, θεωρούσε κύριους φορείς της επαναστατικής δράσης, ενώ τις φοιτητικές και εργατικές οργανώσεις στις πόλεις τις θεωρούσε απαραίτητες, μόνο σε ρόλο επιμελητείας και ανεφοδιασμού. Ο Τσε πιστεύει ότι το κίνημα στις πόλεις είναι ανεπαρκές: «Μπορείτε να εκπαιδεύσετε τους ανθρώπους σας να αντέχουν τα χειρότερα βασανιστήρια στη φυλακή, αλλά δεν μπορείτε να τους μάθετε να χρησιμοποιούν πολυβόλο», παρατηρεί σε έναν από τους ηγέτες των πόλεων. Για τον Τσε ο λαός της υπαίθρου δίνει τους καλύτερους μαχητές του αντάρτικου, που γνωρίζουν τον τόπο, τους κατοίκους και τα ήθη της περιοχής, και που είναι συνηθισμένοι στη σκληραγωγία της βουνίσιας ζωής. Ως δεξαμενή στρατολόγησης, ο Τσε πίστευε ότι πιο κατάλληλη ήταν η αγροτική παρά η εργατική τάξη, αφού στις τότε συνθήκες της νοτίου Αμερικής επαναστατικό υποκείμενο, δηλαδή το κοινωνικό στρώμα που είχε λόγους να κάνει επανάσταση, δεν ήταν οι βιομηχανικοί εργάτες, όπως κήρυσσε η ορθόδοξη μαρξιστική θεωρία, αλλά οι αγρότες. Αυτό γιατί στις χώρες του Τρίτου Κόσμου και ειδικά στη Λατινική Αμερική, δεν υπήρχε ανεπτυγμένη βιομηχανία ώστε να υπάρξει και υπολογίσιμος αριθμός δυσαρεστημένων εργατών που να έχουν αποκτήσει επαναστατική συνείδηση και να επιθυμούν επαναστατικές αλλαγές. Ο Τσε πίστευε ότι η δημιουργία μικρών «πυρήνων», αρκούσε για να προκαλέσει την έναρξη μίας επαναστατικής διαδικασίας, τουλάχιστον στην Λατινική Αμερική της εποχής εκείνης. Mια επιτυχία ενός αντάρτικου κινήματος η υποστήριξη του πληθυσμού θεωρείται αναγκαίος όρος, δηλαδή οι αντάρτες χρειάζονται την λαϊκή υποστήριξη. Ο Τσε δεν έπαυε να τονίζει ότι «η γνώση του εδάφους και η συνεργασία του λαού αποτελούν απαραίτητα συστατικά της επιτυχίας. Όποιος δεν αντιλαμβάνεται αυτή την αναμφισβήτητη αλήθεια, δεν μπορεί να γίνει αντάρτης μαχητής… Οι εχθροπραξίες πρέπει να γίνονται πάντα σε έδαφος ευνοϊκό για τους αντάρτες».

Στο άρθρο του «Ανταρτοπόλεμος, μια μέθοδος» και σε ό,τι αφορά την συνεργασία των ανταρτών με τον λαό, o Τσε Γκεβάρα είναι σαφής: «Αυτοί που θέλουν να κάνουν αντάρτικο ξεχνώντας την πάλη των μαζών, ως εάν επρόκειτο για δύο αντίπαλες πάλες, είναι άξιοι επικρίσεως. Είμαστε αντίθετοι σ΄ αυτή τη θέση. Το αντάρτικο είναι πόλεμος του λαού, δηλαδή μαζική πάλη. Το να ισχυρισθεί κανείς πώς θα κάνει ανταρτοπόλεμο χωρίς την υποστήριξη του πληθυσμού, είναι σα να πηγαίνει σε αναπόφευκτη πανωλεθρία. Το αντάρτικο είναι η μαχόμενη πρωτοπορία του λαού …στηριζομένη στην πάλη των μαζών των χωρικών και των εργατών της περιοχής και όλου του χώρου στον οποίο βρίσκεται. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν είναι παραδεκτός ανταρτοπόλεμος». Αυτό είναι για τον Τσε το δίδαγμα όχι μόνο της κουβανέζικης επανάστασης, μα όλων των λαϊκών πολέμων, και ιδιαιτέρως, του επαναστατικού στρατού του Β. Βιετνάμ, που ήταν στα μάτια του Τσε, το παράδειγμα του πιο «ολοκληρωμένου οργανικού δεσμού μεταξύ μιας ένοπλης πρωτοπορίας και του λαού», όπου «ο ανταρτοπόλεμος δεν είναι παρά η έκφραση της πάλης των μαζών». Για τον Τσε σημαντικό είναι επίσης και το δίδαγμα της κινέζικης επανάστασης: Σε μια συνέντευξη του Απριλίου 1959 σε δημοσιογράφο της Λαϊκής Κίνας, υπογραμμίζει ότι είχε μελετήσει «προσεκτικά» τα στρατιωτικά κείμενα του Μάο τσε Τουνγκ, γεγονός που πιθανώς αναφέρεται όχι μόνο στις στρατιωτικές απόψεις των κειμένων του, αλλά επίσης και στην πολιτική τους βαρύτητα: την ανάλυση των δεσμών μεταξύ του αντάρτικου και των αγροτικών μαζών. Και γενικά για τον Τσε ο λαός είναι «η καρδιά του αντάρτικου» που βρίσκεται πίσω από κάθε ενέργεια, είναι ο αόρατος συνεργάτης που παρακολουθεί τον εχθρό, μεταφέρει ειδήσεις, εξασφαλίζει τον εφοδιασμό, παρέχει στους μαχητές την αποτελεσματική του υποστήριξη τη συμμετοχή του, τη γενναιόδωρη προστασία του. Το κυριότερο όμως και αμιγώς στρατιωτικό χαρακτηριστικό ενός ανταρτοπόλεμου, είναι ότι πρόκειται για έναν πόλεμο χωρίς σταθερές στρατιωτικές επιδιώξεις. «Χτύπα και τρέξε, περίμενε, στήσε ενέδρα, χτύπα ξανά και πάλι τρέξε κι αυτό συνέχεια ώστε ο εχθρός να μην ξεκουράζεται ποτέ. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η παραπάνω λογική εμφανίζει κάποια αρνητικά χαρακτηριστικά, μία υποχωρητική διάθεση που αποφεύγει τη μετωπική σύγκρουση. Παρ΄ όλα αυτά, απορρέει από την γενικότερη στρατηγική αντιμετώπιση του αντάρτικου που σε τελική ανάλυση έχει τον ίδιο στόχο με οποιανδήποτε εμπλέκεται σε έναν πόλεμο: την συντριβή του εχθρού και την νίκη», γράφει στον «Ανταρτοπόλεμο». «Η μάχη δεν πρέπει να διαρκεί πολύ, αντίθετα πρέπει να είναι ταχύτατη και εξαιρετικά αποτελεσματική, δηλαδή να διαρκεί λίγα λεπτά και να ακολουθείται από άμεση υποχώρηση», συνεχίζει. «Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό μίας αντάρτικης ομάδας είναι η κινητικότητα… Υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις προκειμένου να επιβιώσει μία αντάρτικη δύναμη που έχει μόλις αρχίσει να αναπτύσσεται: συνεχής μετακίνηση, συνεχής ετοιμότητα, συνεχής δυσπιστία». «Η υπερβολική ανάπτυξη της περιοχής που εκδηλώνεται το αντάρτικο πρέπει να αποφευχθεί», συνεχίζει εννοώντας ότι ένας αντάρτικος στρατός δεν διεκδικεί εδάφη αλλά προσπαθεί να φθείρει τον αντίπαλο.

Η στρατιωτική τακτική του είναι κλασσική και έχει μελετηθεί από όλους τους σύγχρονους στρατούς. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη έκδοση στρατιωτικών κειμένων του Τσε Γκεβάρα στην Ελλάδα, δεν έγινε από κάποια αριστερή ομάδα ή κόμμα αλλά από το Γενικό Επιτελείο Στρατού την δεκαετία του 60… Ένα άλλο χαρακτηριστικό του ανταρτοπόλεμου, που απασχόλησε τον Τσε είναι οι περιορισμένοι πόροι των δυνάμεων που τον διεξάγουν. Ανέκαθεν στον ανταρτοπόλεμο κατέφευγαν όσοι γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να κερδίσουν έναν συμβατικό πόλεμο. Βασική θέση του Τσε είναι η πεποίθηση ότι ένας αντάρτικος στρατός μπορεί να υπερισχύσει ενός τακτικού, εφ όσον εκμεταλλευθεί σωστά τις περιστάσεις. Η κατά μέτωπο αντιπαράθεση αποφεύγεται αφού σχεδόν πάντα ο τακτικός στρατός είναι ισχυρότερος και καλύτερα εξοπλισμένος από έναν αντάρτικο.

Η στρατηγική του ανταρτοπόλεμου συνίσταται στην αποκέντρωση των δυνάμεων. Οι αντάρτες έχουν την ικανότητα να είναι «πανταχού παρόντες» ώστε να αποτελέσουν τον εφιάλτη ενός τακτικού στρατού. Οι αντάρτικες δυνάμεις συγκεντρώνονται βάσει σχεδίων για συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αλλά η συγκέντρωση αυτή καλύπτει περιορισμένο χώρο και γίνεται για περιορισμένο χρόνο. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, ο ανταρτοπόλεμος χαρακτηρίζεται από έμφαση στην ευκινησία, τον αιφνιδιασμό και τη νυχτερινή δράση, ιδίως όταν το έδαφος είναι δυσμενές για τους αντάρτες. Η συνηθέστερη μορφή τακτικών επιχειρήσεων
του ανταρτοπόλεμου είναι η ενέδρα. Η στρατηγική του αντάρτικου στρατού συνοψίζεται το να φθείρει τον αντίπαλο, να καταφεύγει στα βουνά και να καθιστά την παρουσία του αντιπάλου στις πεδιάδες και στις πόλεις αβέβαιη και ασύμφορη. Πρωταρχικός όμως στόχος των ανταρτών είναι η ίδια η επιβίωσή τους. Μάχη δίνουν μόνο αν η επιτυχία είναι εξασφαλισμένη, αν υπάρχει κέρδος σε εφόδια και αν οι απώλειες είναι λίγες. Σημαντικό ρόλο όμως παίζει και η μορφολογία του εδάφους και η καλή γνώση του από τους αντάρτες. Από τα διαφορετικά είδη εδάφους, οι ορεινοί όγκοι, οι ζούγκλες και τα δάση ευνοούν τον
ανταρτοπόλεμο. Το ίδιο ισχύει και για τις ελώδεις περιοχές.

Ο ΤΣΕ ΣΤΟ ΚΟΝΓΚΟ, 1965.

Μία από τις σημαντικότερες επινοήσεις του Τσε ήταν η έννοια της «ένοπλης προπαγάνδας», δηλαδή η ιδέα ότι οι αντάρτικες κινήσεις δεν έχουν ως αποκλειστικό στόχο την άμεση στρατιωτική νίκη επί του εχθρού, αλλά χρησιμεύουν και στο να υποσκάπτουν το ηθικό του, να ξεσκεπάζουν τις αδυναμίες του και να εδραιώνουν την πίστη του λαού στην επανάσταση. Η πολιτική δραστηριότητα του αντάρτικου, για τον Τσε δεν περιορίζεται καθόλου στην «κλασσική» προπαγάνδα: διεξάγει την «προπαγάνδα διά των γεγονότων», από τη μια με τις ίδιες τις ένοπλες δραστηριότητες, που δείχνουν το τρωτό του αντιπάλου, από την άλλη, με την εφαρμογή, στις περιοχές που ελέγχει, κοινωνικών μέτρων επαναστατικού χαρακτήρα: «απαλλοτρίωση», κατοχή και διανομή των γαιών στους χωρικούς, οργάνωση συνεταιρισμών, εγκαθίδρυση δικαστηρίου και διοίκησης, έκδοση επαναστατικών νόμων κ.λπ. «Το αντάρτικο παρουσιάζεται έτσι σταδιακά ως εξουσία κατ’ εναλλαγή αντίθετη στην εγκατεστημένη εξουσία, σαν νέα νομιμότητα που αντικαθιστά το νόμο του κράτους: επαναστατική εξουσία και νομοθεσία που εξυπηρετούν τα συμφέροντα και τις κοινωνικές βλέψεις των λαϊκών μαζών και που εξουδετερώνουν το όργανο καταπίεσης της κυρίαρχης τάξης».

Τέλος σε ό,τι αφορά τον εξοπλισμό, ο Τσε ως ιδανικό όπλο της εποχής του θεωρούσε το αμερικανικής κατασκευής Μ-1, γνωστό ως Garand, καθώς και όπλα μεγάλου βεληνεκούς που επιτρέπουν στους αντάρτες να πυροβολούν τον αντίπαλο από απόσταση. «Η ιδανική σύνθεση για μια αντάρτικη ομάδα της τάξεως των 25 ανδρών θα ήταν: 10 με 15 τουφέκια και δέκα αυτόματα όπλα είτε Garand είτε περίστροφα, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρών και εύκολα μεταφερόμενων όπλων όπως το Μπράουνινγκ και το μοντέρνο βελγικό FAL και ημιαυτόματα όπλα Μ-14», αναφέρει στον «Ανταρτοπόλεμο».

Ο ίδιος ο Τσε ποτέ δεν φαντάστηκε τον αντίκτυπο που θα έχουν οι στρατιωτικοπολιτικές προτάσεις του και η θεωρία του για τον ανταρτοπόλεμο. Το εγχειρίδιο περί ανταρτοπόλεμου που συνέγραψε υπήρξε αληθινό «Ευαγγέλιο» για μια σειρά από επαναστατικά κινήματα σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Τσε το συνέγραψε έναν χρόνο μετά την πτώση του Μπατίστα και την κατάληψη της εξουσίας στην Κούβα, το 1960.

* Ο Πάνος Πικραμένος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το κείμενο περιλαμβάνεται στη μονογραφία «Τσε Γκεβάρα: Ο Τελευταίος Πραγματικός Επαναστάτης», εκδόσεις Αμυντική Γραμμή.