Ετικέτα: Ερνέστο Τσε Γκεβάρα
El Pensamiento Economico de Ernesto Che Guevara / Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (Μέρος Δεύτερο)
ΜΕΡΟΣ ‘Β (Συνέχεια από ΜΕΡΟΣ ‘Α).
«Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ» του οικονομολόγου Carlos Tablada Perez, εκδόσεις Casa de las Americas 1987, CUBA.
Του Βαγγέλη Γονατά – ΑΒΑΝΑ, ΚΟΥΒΑ.
Το 1963-64 έγινε στην Κούβα μια δημόσια συζήτηση για τα σχετικά πλεονεκτήματα δύο οικονομικών συστημάτων που εφαρμόστηκαν τα πρώτα χρόνια της επανάστασης. Παρ ότι η συζήτηση εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αφορά τεχνοκρατικά ζητήματα της οικονομίας (αν μπορούν να υπάρξουν απλώς τέτοια) εν τούτοις τα ζητήματα που τέθηκαν αφορούσαν τις δομές και τους μηχανισμούς οικοδόμησης του σοσιαλισμού, εκεί που βρίσκεται το κατ εξοχήν υποκείμενο γι αυτό, οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία. Η συμμετοχή του Γκεβάρα σε αυτή τη συζήτηση ήταν πρωταγωνιστική, καθοριστική και απόλυτη, καθώς όχι μόνο υποστήριξε αλλά και εφάρμοσε στις μεγάλες βιομηχανίες που διεύθυνε το ένα (“Προϋπολογιστικό Σύστημα Χρηματοδότησης”) από τα δύο συστήματα. Τόσο το βιβλίο του Carlos Tablada , όσο και η ελληνική έκδοση από το Διεθνές Βήμα ( Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΩΠΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΥΒΑ) αναφέρονται σε αυτήν ακριβώς την περίοδο και σε αυτά τα κείμενα του CHE.
Πριν προχωρήσουμε, θα επιχειρήσουμε μια κωδικοποίηση των δύο συστημάτων αντλώντας υλικό από την περιγραφή που κάνει ο ίδιος ο Τσε στο άρθρο του «Σχεδιασμός και συνείδηση κατά την μετάβαση στον σοσιαλισμό» – Για το προϋπολογιστικό σύστημα χρηματοδότησης, που δημοσιεύτηκε τον Φλεβάρη του 1964 στο 5ο τεύχος του Κουβανικού περιοδικού “Nuestra Industria Revista Economica” και έχει συμπεριληφθεί στην προαναφερόμενη έκδοση.
1.“Προϋπολογιστικό Σύστημα Χρηματοδότησης” (γνωστό και σαν Προϋπολογιστικό ή Σύστημα ενοποιημένων επιχειρήσεων)
Βασίζεται στον συγκεντρωτικό έλεγχο της δραστηριότητας της επιχείρησης. Τα σχέδια της επιχείρησης και η οικονομική της διαχείριση ελέγχονται άμεσα από τους κεντρικούς διοικητικούς μηχανισμούς. Δεν διαθέτει δικούς της χρηματικούς πόρους, ούτε λαμβάνει τραπεζικές πιστώσεις. Χρησιμοποιεί τα υλικά κίνητρα σε ατομική βάση, δηλαδή ατομικά χρηματικά μπόνους και ποινές, και στην κατάλληλη στιγμή θα χρησιμοποιήσει τα συλλογικά κίνητρα. Τα άμεσα υλικά κίνητρα όμως, περιορίζονται με τη μέθοδο πληρωμής μέσω μισθών.
-
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ θεωρείται μια ομαδοποίηση εργοστασίων ή παραγωγικών μονάδων που έχουν παρόμοια τεχνολογική βάση , έχουν κοινό προορισμό για τα προϊόντα τους, ή σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν μια περιορισμένη γεωγραφική θέση. Π. χ. Όλες οι μονάδες επεξεργασίας ζάχαρης, μαζί με άλλες παραγωγικές μονάδες σχετικές με την βιομηχανία ζάχαρης συγκροτούν την Ενοποιημένη Επιχείρηση Ζάχαρης (ConsolitadedSugarEnterprise).
-
ΤΟ ΧΡΗΜΑ λειτουργεί μόνο ως χρήμα υπολογισμού. Δεν είναι παρά η αντανάκλαση, σε τιμές, της απόδοσης μιας επιχείρησης που επιτρέπει στους κεντρικούς οργανισμούς να έχουν την δυνατότητα να αναλύσουν, έτσι ώστε να ελέγχουν τη λειτουργία της επιχείρησης.
-
ΚΕΦΑΛΑΙΟ δεν υπάρχει, σαν αποτέλεσμα του τρόπου που λειτουργεί το χρήμα. Στην τράπεζα υπάρχουν ξεχωριστοί λογαριασμοί αναλήψεων και καταθέσεων. Η επιχείρηση μπορεί να προβεί σε ανάληψη χρημάτων, σύμφωνα με το σχέδιο, από τον γενικό λογαριασμό εξόδων και από τον ειδικό λογαριασμό πληρωμής των μισθών. Οι καταθέσεις της όμως περνούν αυτόματα στα χέρια του κράτους.
-
ΝΟΡΜΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (Πλάνο) Η εργασία μετριέται με το χρόνο, με μπόνους για την υπερκάλυψη της προβλεπόμενης ποσότητας εργασίας, που περιορίζεται από το ποσό της αμοιβής της αμέσως επόμενης μισθολογικής κλάσης.
2.“Οικονομικό Λογιστικό Σύστημα” (γνωστό και σαν Λογιστικό ή Σύστημα αυτό-διαχειριζόμενων επιχειρήσεων). Η οικονομική αυτό-διαχείριση βασίζεται στον γενικό συγκεντρωτικό έλεγχο και στην μεγαλύτερη αποκέντρωση. Ο έλεγχος ασκείται έμμεσα από την τράπεζα, μέσα από το χρήμα και το νομισματικό αποτέλεσμα της δραστηριότητας της επιχείρησης χρησιμεύει ως μέτρο για το μπόνους. Το υλικό συμφέρον αποτελεί τον μέγα μοχλό ο οποίος κινητοποιεί ατομικά και συλλογικά τους εργαζόμενους.
-
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ είναι μια παραγωγική μονάδα με την δική της νομική υπόσταση. Π.χ. μια μονάδα επεξεργασίας ζάχαρης αποτελεί επιχείρηση.
-
ΤΟ ΧΡΗΜΑ δεν υπηρετεί μόνο αυτόν τον σκοπό (χρήμα υπολογισμού). Είναι επίσης ένα μέσο πληρωμής το οποίο λειτουργεί ως έμμεσο όργανο ελέγχου, μια που αυτά τα κονδύλια είναι που επιτρέπουν στην παραγωγική μονάδα να λειτουργεί. Οι σχέσεις της παραγωγικής μονάδας με την τράπεζα είναι παρόμοιες με εκείνες που διατηρεί ένας ιδιώτης παραγωγός με τις καπιταλιστικές Τράπεζες, στις οποίες πρέπει να εξηγεί αναλυτικά τα σχέδιά του, και να αποδεικνύει την φερεγγυότητά του.
-
ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ υπάρχει, η επιχείρηση διατηρεί δικούς της πόρους στις τράπεζες τους οποίους μπορεί να ενισχύει με κρατικά δάνεια για τα οποία πληρώνει τόκους. Εφόσον τα «ίδια» κεφάλαια της επιχείρησης, καθώς και τα δάνειά της, ανήκουν στην κοινωνία, η κίνησή τους αντανακλά την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης.
-
ΝΟΡΜΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (Πλάνο) Η εργασία μετριέται με την ώρα, καθώς επίσης και με την ποσότητα παραγωγής ανά ώρα ( δουλειά με το κομμάτι).
Θα μπορούσαν ίσως οι διαφορές ανάμεσα στα δύο οικονομικά συστήματα διαχείρισης να χαρακτηριστούν δυσδιάκριτες, ακόμα και δευτερεύουσες, καθώς και τα 2 οικονομικά συστήματα εφαρμόζονταν ήδη στην οικονομία της Κούβας. Το προϋπολογιστικό σύστημα που υποστήριζε ο Γκεβάρα ακολουθούσαν οι μεγάλες επιχειρήσεις (Υπουργείο Βιομηχανίας), το Λογιστικό όλες οι υπόλοιπες. Τα 2 συστήματα, ανεξάρτητα από την πολεμική της συζήτησης, δεν ήταν ανταγωνιστικά. Γιατί πολύ φυσιολογικά η νεαρή επανάσταση ασκώντας κρατική εξουσία από πάνω διαμόρφωνε το νομικό και οικονομικό πλαίσιο λειτουργίας και ελέγχου των επιχειρήσεων (Υπουργεία, Τράπεζες κ.α.) και σε συνδυασμό με τον εργατικό έλεγχο από κάτω (εργατικές οργανώσεις κ.α.) προωθούσε και εδραίωνε την επανάσταση, δημιουργώντας νέες δομές. Βρισκόμαστε στην αρχή της μεταβατικής περιόδου και η συζήτηση αφορά αν οι δημιουργούμενες δομές (τα συστήματα διαχείρισης εν προκειμένω) προωθούν ή όχι την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.
Την ίδια περίοδο αυτή η συζήτηση διεξάγεται συνολικά στο τότε σοσιαλιστικό στρατόπεδο που βρίσκεται βεβαίως σε άλλη φάση από την νεαρή επαναστατική εξουσία στην Κούβα. Θα μπορούσε να είναι η φάση της ωριμότητας, καθώς είχαν συσσωρευτεί κάποιες δεκαετίες άσκησης εξουσίας, είχαν προστεθεί οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και βρίσκονταν σε εξέλιξη η απελευθέρωση των αποικιών. Σήμερα βέβαια μπορούμε να εκτιμήσουμε εκ του ασφαλούς με βάση το αποτέλεσμα, ότι ήταν η αρχή της σήψης που οδήγησε στην κατάρρευση / ανατροπή 30 χρόνια αργότερα. Τότε όμως, λίγα μόλις χρόνια μετά το 20 Συνέδριο του ΚΚΣΕ, με την λεγόμενη «αποσταλινοποίηση» στο φόρτε της, οι καπιταλιστικοί οικονομικοί νόμοι ασκούσαν μεγάλη γοητεία στους οικονομολόγους (και όχι μόνο) του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.
Άλλωστε ο ίδιος ο Γκεβάρα ομολογεί ότι η μεγάλη πλειοψηφία των σοσιαλιστικών χωρών ακολουθεί το Λογιστικό σύστημα. Ωστόσο στην επιχειρηματολογία των 2 πλευρών επιστρατεύονται οι κλασσικοί του Μαρξισμού, το Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας του Ινστιτούτου Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, καθώς και η αρθρογραφία της εποχής από όλες τις σοσιαλιστικές χώρες. Σε αυτό το διεθνές πλαίσιο λοιπόν οι Κουβανοί τραβάνε αλλού , και ο Γκεβάρα ακόμα παραπέρα.
Συνεχίζεται…
Πηγή: Sierra Maestra, 27.5.2012.
Η Νεολαία πρέπει να βαδίζει στην πρωτοπορία
Το παρακάτω κείμενο αποτελεί ομιλία του Τσε κατά το κλείσιμο σεμιναρίου που είχε διοργανώσει η Ένωση Νέων Κομμουνιστών του Υπουργείου Βιομηχανίας με τίτλο «Η νεολαία και η Επανάσταση». Εκφωνήθηκε στις 9 Μάη 1964 στην Αβάνα.
Αυτό το φορτίο το κουβαλά κανείς για αρκετό καιρό και είναι δύσκολο να αποκοπεί από την σκέψη των ανθρώπων από τη μία μέρα στην άλλη – ακόμα και όταν διακηρρύσσεται ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας της επανάστασης. Μάλιστα, η διακήρυξη αυτή καθυστέρησε σε σχέση με το ίδιο το γεγονός, γιατί υπήρχε ήδη μια σοσιαλιστική επανάσταση αφού είχαμε αναλάβει τον έλεγχο των περισσότερων από τα βασικά μέσα παραγωγής. Από πολιτική άποψη όμως δεν συμβαδίζαμε πλήρως με όλες τις κατακτήσεις που σημείωνε η επανάσταση στον οικονομικό τομέα και σε ορισμένες πτυχές του ιδεολογικού τομέα.
Αυτή η ιδιαιτερότητα της επανάστασης μας επιβάλλει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όταν πρόκειται να χαρακτηρίσουμε το κόμμα μας ως ηγεσία της εργατικής τάξης στο σύνολο της και ιδιαίτερα σε ότι έχει να κάνει με τις συγκεκριμένες σχέσεις που αναπτύσσει με καθεμία από αυτές τις διοικητικές δομές όπως ο στρατός, ο μηχανισμός ασφάλειας κλπ. Το κόμμα μας δεν διαθέτει ακόμη καταστατικό, ούτε καν είναι ακόμη οριστικά διαμορφωμένο. Η ερώτηση, λοιπόν, είναι: Γιατί δεν υπάρχει καταστατικό; Εμπειρία υπάρχει μεγάλη και μάλιστα εμπειρία που έχει σχεδόν πενήντα χρόνια πρακτικής εφαρμογής. Τι είναι αυτό που συμβαίνει άραγε; Υπάρχουν ορισμένα ερωτήματα σχετικά με αυτήν την εμπειρία στα οποία προσπαθούμε να απαντήσουμε, ερωτήματα όμως που δεν μπορούμε να απαντήσουμε με τρόπο αυθόρμητο ούτε και με μια ανάλυση επιφανειακή γιατί οι συνέπειες για το μέλλον της επανάστασης είναι καθοριστικές.
Στην Κούβα η ιδεολογία των προηγούμενων κυρίαρχων τάξεων επιβιώνει επειδή αντανακλάται στις συνειδήσεις των ατόμων, όπως περιέγραψα προηγούμενως. Είναι επίσης παρούσα γιατί εισάγεται διαρκώς από τις Ηνωμένες Πολιτείες – το κέντρο συντονισμού της διεθνούς αντίδρασης – οι οποίες εξάγουν συμμορίες, δολιοφθορείς και προπαγανδιστές κάθε λογής, και με τις αδιάκοπες εκπομπές τους ουσιαστικά έχουν πρόσβαση σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια, με εξαίρεση την Αβάνα. Ο λαός της Κούβας βρίσκεται συνεπώς σε συνεχή επαφή με την ιδεολογία των ιμπεριαλιστών. Η ιδεολογία αυτή διαμορφώνεται κατάλληλα εντός της χώρας μέσω μηχανισμών προπαγάνδας επιστημονικά σχεδιασμένων ώστε να προβάλλουν την σκοτεινή πλευρά ενός συστήματος σαν το δικό μας, το οποίο αναγκαστικά θα έχει και σκοτεινές πλευρές. Αυτό συμβαίνει διότι βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο και επειδή όσοι από εμάς έχουμε ηγηθεί της επανάστασης έως τώρα δεν είμαστε επαγγελματίες οικονομολόγοι και πολιτικοί, με πλούσια εμπειρία και ένα επιτελείο από πίσω απ’ τον καθένα μας.
Την ίδια στιγμή, προβάλλουν τις πιο εκθαμβωτικές και φετιχιστικές όψεις του καπιταλιστικού συστήματος. Όλα αυτά εισάγονται στη χώρα και συχνά επιδρούν στο υποσυνείδητο πολλών ανθρώπων. Φέρνουν επίσης στην επιφάνεια απωθημένα συναισθήματα που δεν είχαν καν αγγιχτεί λόγω της ταχύτητας της διαδικασίας και της μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης η οποία απαιτήθηκε για να υπερασπιστούμε την επανάσταση μας – όπου η λέξη «επανάσταση» συνδέθηκε με τη λέξη «πατρίδα», με την υπεράσπιση όλων των συμφερόντων μας. Αυτό είναι ότι ιερότερο για τον καθέναν, ανεξάρτητα ακόμα και από την ταξική του προέλευση.
Απέναντι στην απειλή μιας θερμοπυρηνικής επίθεσης, όπως τον Οκτώβρη (του 1962), η συσπείρωση του λαού ήταν αυτόματη. Πολλοί άνθρωποι που ούτε σκοπία δεν είχαν εμφανιστεί για να φυλάξουν ποτέ τους στις πολιτοφυλακές προσφέρθηκαν να πολεμήσουν. Συντελέστηκε μια μεταμόρφωση κάθε ανθρώπου μπροστά στην κατάφωρη αδικία. Καθένας ήθελε να εκδηλώσει την αποφασιστικότητα του να αγωνιστεί για την πατρίδα του. Και είχα να κάνει επίσης με την απόφαση που παίρνει ένας άνθρωπος όταν βρίσκεται μπροστά σε έναν κίνδυνο από τον οποίον δε μπορεί να ξεφύγει με κανέναν τρόπο τηρώντας ουδέτερη στάση – γιατί απέναντι στις ατομικές βόμβες δεν υπάρχει ουδετερότητα, ούτε πρεσβείες, ούτε τίποτα. Τα εξολοθρεύουν όλα.
Έτσι έχουμε πορευτεί: με άλματα, άλματα ακανόνιστα, όπως προχωρούν όλες οι επαναστάσεις, εμβαθύνοντας όμως την ιδεολογία μας συγκεκριμένους τομείς, μαθαίνοντας όλο και πιο πολύ, συγκροτώντας σχολές μαρξισμού. Ταυτόχρονα, ανησυχούμε διαρκώς μήπως, μέσα από αυτήν την κριτική στάση απέναντι στα καθήκοντα του κόμματος σε κάθε επίπεδο του κρατικού μηχανισμού, οδηγηθούμε σε στάσεις που θα αδρανοποιήσουν την επανάσταση και θα εισαγάγουν συγκαλλυμένα τις μικροαστικές αντιλήψεις ή την ιδεολογία του ιμπεριαλισμού. Γι’ αυτό ακόμη και σήμερα δεν έχουμε οργανώσει κατάλληλα το κόμμα – γι’ αυτό δεν έχουμε ακόμη εξασφαλίσει τον αναγκαίο βαθμό θεσμοποίησης στα ανώτερα επίπεδα του κράτους.
Μας απασχολούν, όμως, και ορισμένα άλλα ζητήματα. Πρέπει να οικοδομήσουμε κάτι καινούργιο που να μπορεί να εκφράζει με σαφήνεια τις σχέσεις που, κατά την κρίς μας, πρέπε να υπάρχουν ανάμεσα στις μάζες και στα άτομα που βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας, τόσο άμεσα όσο και μέσω του κόμματος. Έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται πιλοτικά διάφορα μοντέλα τοπικής αυτοδιοίκησης: ένα από αυτά βρίσκεται στο Ελ Κάνο, άλλο στο Γκουίνες και ένα άλλο στο Ματάνζας. Μέσα από αυτά τα πιλοτικά προγράμματα, παρατηρούμε διαρκώς τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα όλων αυτών των διαφορετικών συστημάτων – στα οποία ενυπάρχουν σπέρματα ενός ανώτερου τύπου οργάνωσης – και ότι αντιπροσωπεύουν για την ανάπτυξη της επανάστασης και, κυρίως, για την ανάπτυξη του κεντρικού σχεδιασμού.
Μέσα σε αυτήν την πανσπερμία, μέσα από τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις υποστηρικτών διαφορετικών ιδεών, ακόμη και αν δεν υπήρχαν τάσεις ή καθορισμένα ρεύματα, άρχισε να αναπτύσσεται και το έργο της νεολαίας. Η οργάνωση νεολαίας άρχισε να λειτουργεί αρχικά ως παρακλάδι του Αντάρτικου Στρατού, κατέκτησε ένα μεγαλύτερο ιδεολογικό βάθος στην συνέχεια, και τέλος, εξελίχθηκε στην Ένωση Νέων Κομμουνιστών – σε έναν προθάλαμο θα λέγαμε για να γίνει κανείς μέλος του κόμματος, πράγμα το οποίο προϋποθέτει την υποχρέωση να αποκτήσει μια ανώτερη ιδεολογική κατάρτηση. Γύρω από αυτά τα ζητήματα δεν έγινε καμία πραγματική συζήτηση, αν και υπήρξαν κάποιες συζητήσεις σχετικά με το ποιος θα πρέπει να είναι ο ρόλος της οργάνωσης νεολαίας από πρακτική άποψη. Θα πρέπει η νεολαία να συναντιέται τρεις, τέσσερις ή πέντε ώρες για να συζητά φιλοσοφικά ζητήματα; Μπορεί να το κάνει, κανείς δεν λέει ότι δεν επιτρέπεται. Είναι απλώς ένα θέμα ισορροπίας και στάσης απέναντι στην επανάσταση, το κόμμα και κυρίως απέναντι στο λαό. Το γεγονός ότι η νεολαία καταπιάνεται με θεωρητικά ζητήματα δείχνει ότι έχει κατακτήσει ένα θεωρητικό βάθος. Όταν όμως το μόνο που κάνει είναι να ασχολείται με θεωρητικά ζητήματα, σημαίνει ότι η νεολαία δεν έχει καταφέρει να ξεπεράσει τη μηχανιστική αντιμετώπιση των πραγμάτων και βρίσκεται σε σύγχυση όσον αφορά τους στόχους της.
Έχει γίνει επίσης λόγος για τον αναγκαίο αυθορμητισμό, για τη χαρά της νιότης. Η νεολαία λοιπόν – αναφέρομαι στο σύνολο τα ης και όχι συγκεκριμένα σε αυτήν την ομάδα του Υπουργείου – οργάνωσε τη χαρά. Και οι ηγέτες της βάλθηκαν να αναλογίζονται τι είναι αυτό που οφείλουν να κάνουν οι νέοι, οι οποίοι εξ ορισμού θα πρέπει να είναι χαρούμενοι. Και αυτό ακριβώς μετέτρεπε τους νέους σε γέρους. Γιατί θα πρέπει ένας νέος άνθρωπος να κάτσει να σκεφτεί πως έπρεπε να είναι η νεολαία; Να κάνει απλά αυτό που σκέπτεται, αυτό θα πρέπει να χαρακτηρίζει τη νεολαία. Όμως συνέβαινε το αντίθετο, γιατί υπήρχε μια μερίδα ηγετών της νεολαίας που ήταν πραγματικά γερασμένη. Τότε είναι που η χαρά και ο αυθορμητισμός της νεολαίας γίνονται κάτι επιφάνειακό. Θα πρέπει για μια ακόμα φορά να είμαστε προσεκτικοί σε αυτό το ζήτημα και να μην συγχέουμε τη χαρά, τη ζωντάνια και τον αυθορμητισμό που διακρίνει τη νεολαία όλου του κόσμου – και κυρίως την κουβανική, λόγω των χαρακτηριστικών του κουβανικού λαού – με την επιπολαιότητα.
Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Μπορεί κανείς και πρέπει να είναι αυθόρμητος και χαρούμενο, πρέπει όμως την ίδια στιγμή να είναι και σοβαρός. Τίθεται λοιπόν εδώ ένα από τα πλέον δυσεπίλυτα προβλήματα, ως προς την θεωρητική του διάσταση. Γιατί, με απλά λόγια, αυτό σημαίνει να είναι κανείς Νέος Κομμουνιστής. Δεν πρέπει να χρειάζεται να σκεφτείς πως θα πρέπει να είσαι, είναι κάτι που πρέπει να βγαίνει από μέσα σου.
Δεν ξέρω αν εισχωρώ σε βαθιά ημι-φιλοσοφικά νερά, αναφέρομαι όμως σε ένα από τα θέματα που μας έχουν απασχολήσει περισσότερο απ’ όλα. Ο κύριος τρόπος με τον οποίο η νεολαία θα πρέπει να δείχνει τον δρόμο προς τα εμπρός είναι ακριβώς με το να βρίσκεται στην πρωτοπορία σε καθέναν από τους τομείς εργασίας που συμμετέχει. Αυτός είναι ο λόγος που πολλές φορές είχαμε διάφορα μικροπροβλήματα με τη νεολαία: γιατί δεν έκοβε όσο ζαχαροκάλαμο όφειλε να κόψει, γιατί δεν συμμετείχε αρκετά στις εθελοντικές εργασίες. Με δυο λόγια, κανείς δεν μπορεί να καθοδηγήσει με τη θεωρία και μόνο, ούτε μπορεί να υπάρξει σταρτός αποτελούμενος από στρατηγούς. Ο στρατός μπορεί να έχει έναν στρατηγό, και αν είναι πολύ μεγάλος, μπορεί να έχει περισσότερους στρατηγούς και έναν γενικό διοικητή. Αν όμως δεν υπάρχουν αυτοί που θα πάνε στο πεδίο της μάχης, δεν υπάρχει στρατός. Και αν στο πεδίο της μάχης ο στρατός δεν καθοδηγείται από εκείνους που έχουν πάει και οι ίδιοι στο μέτωπο για να πολεμήσουν, αυτός ο στρατός είναι άχρηστος. Ένα από τα χαρακτηριστικά του δικού μας αντάρτικου στρατού ήταν ότι εκείνοι που προάγονταν σε έναν από τους τρείς και μοναδικούς βαθμούς του στρατού – υπολοχαγός, λοχαγός ή διοικητής – ήταν μόνο όσο είχαν με κάποιον τρόπο διακριθεί στο πεδίο της μάχης χάρη στις ατομικές τους αρετές.
Στους δύο πρώτους βαθμούς – του υπολοχαγού και του λοχαγού – ανήκαν όσοι διηύθυναν τις επιχειρήσεις των μαχών. Έχουμε ανάγκη συνεπώς από υπολοχαγούς και λοχαγούς ή όπως αλλιώς θέλετε να τους ονομάσουμε. Θα μπορούσαμε αν θέλετε να τους αφαιρέσουμε τον στρατιωτικό τίτλο. Τα άτομα, όμως, που θα βρίσκονται στην ηγεσία πρέπει να ηγούνται με τα ο παράδειγμα που δίνουν. Το να ακολουθήσεις κάποιον ή να κάνεις τους άλλους να σε ακολουθήσουν είναι ένα έργο που ορισμένες φορές μπορεί να γίνει δύσκολο. Είναι όμως απείρως πιο εύκολο από το να υποχρεώσεις κάποιους άλλους να βαδίσουν σε ένα μονοπάτι ανεξερεύνητο όπου κανείς δεν έχει ακόμη περπατήσει.
Η νεολαία μένει να αναλάβει τα μεγάλα ζητήματα που έχει προτάξει η κυβέρνηση, ως ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν από τις λαϊκές μάζες, να τα μετατρέψει σε δική της υπόθεση και στον δρόμο αυτό να πορευτεί στην πρωτοπορία. Με την καθοδήγηση και τον προσανατολισμό του κόμματος, η νεολαία θα πρέπει να βαδίζει στην πρωτοπορία.
Με την απόρριψη όλων των λανθασμένων τρόπων λειτουργίας της ηγεσίας και την εκλογή ως μελών του κόμματος των παραδειγματικών εργαζομένων, των πρωτοπόρων εργαζομένων οι οποίοι στον χώρο εργασίας μπορούσαν να μιλήσουν με κύρος, των ίδιων πρωτοπόρων εργαζομένων που πήγαιναν στο μέτωπο, συντελείται η πρώτη ποιοτική αλλαγή στο κόμμα μας. [Σημ: Ως μέρος της αναδιοργάνωσης των Ενοποιημένων Επαναστατικών Οργανώσεων και της συγκρότησης τα ου Ενωμένου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης, το 1962-1963, καθιερώθηκε μια διαδικασία κατά την οποία οι εργαζόμενοι εκλέγονται από τους συναδέλφους τους, σε συνελεύσεις που πραγματοποιούνται στους χώρους εργασίας, για την ομάδα από την οποία το κόμμα εκλέγει τα μέλη του. Αυτή η διαδικασία ισχύει μέχρι σήμερα στο Κομουνιστικό Κόμμα Κούβας].
Η αλλαγή αυτή, χωρίς να είναι η μοναδική, και συνοδευόμενη στην συνέχεια από μια σειρά οργανωτικών μέτρων, αποτελεί την πιο σημαντική πτυχή της μετεξέλιξης μας. Έχει επίσης υπάρξει μια σειρά αλλαγών όσον αφορά τη νεολαία.
Η δική μου τώρα επιμονή σε αυτό το σημείο – κάτι που κατ’ επανάληψη σας έχω εκφράσει – είναι να μην πάψετε να είστε νέοι, να μην μετατραπείται σε γέρους θεωρητικούς ή σε θεωρητικολόγους. Να διατηρήσετε τη φρεσκάδα και τον ενθουσιασμό της νιότης. Να είστε ικανοί να αφουγκράζεστε τα μεγάλα κελεύσματα της κυβέρνησης, να τα αφομοιώνετε και να γίνεστε η κινητήρια δύναμη ολόκληρου του μαζικού κινήματος, βαδίζοντας στην πρωτοπορία. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να μπορείτε να κρίνετε ποιοι είναι οι σημαντικοί τομείς στους οποίους η κυβέρνησης δίνει μεγαλύτερη έμφαση – μια κυβέρνηση που εκπροσωπεί το λαό και είναι την ίδια στιγμή ένα κόμμα.
Ταυτόχρονα, θα πρέπει κανείς να αξιολογεί τα πράγματα και να θέτει προτεραιότητες. Αυτά είναι τα καθήκοντα που πρέπει να εκπληρώσει η οργάνωση νεολαίας. Μιλήσατε για την τεχνολογική επανάσταση. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα, ένας από τους πιο συγκεκριμένους στόχους που προσιδιάζει στην ιδιοσυγκρασία των νέων. Δεν μπορεί όμως κανείς να πραγματοποιήσει την τεχνολογική επανάσταση από μόνος του, μια που είναι κάτι που συντελείται σε όλο τον κόσμο, σε κάθε χώρα, σοσιαλιστική και μη σοσιαλιστική – αναφέρομαι στις ανεπτυγμένες χωρες φυσικά.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες συντελείται μια τεχνολογική επανάσταση. Στη Γαλλία υπάρχει μια ισχυρή τεχνολογική επανάσταση, όπως και στη Βρετανία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Και οι χώρες αυτές σίγουρα δεν είναι σοσιαλιστικές. Η τεχνολογική επανάσταση πρέπει συνεπώς να έχει ένα ταξικό και σοσιαλιστικό περιεχόμενο. Για να υπάρξει αυτό, απαιτείται μια μεταμόρφωση της νεολαίας, ώστε να γίνει μια πραγματική κινητήριος δύναμη. Είναι απαραίτητο να εξαλειφθούν, με άλλα λόγια, όλα τα κατάλοιπα της παλιάς κοινωνίας που έχει πεθάνει. Δεν μπορούμε να δούμε την τεχνολογική επανάσταση ανεξάρτητα από μια κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Αν δεν υπάρχει μια κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μια σοσιαλιστική τεχνολογική επανάσταση.
Πρόκειται απλά για τον αντικατοπτρισμό στο εσωτερικό της Κούβας της τεχνολογοικής επανάστασης που συντελείται με μεγάλα βήματα χάρη στις πρόσφατες επιστημονικές εφευρέσεις και ανακαλύψεις. Αυτά είναι γεγονότα που δεν μπορούν να διαχωριστούν το ένα από το άλλο. Η κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία συνίσταται στις αλλαγές που πραγματοποιούνται στην συνείδηση του κάθε ατόμου, αλλαγές που αναγκαστικά απαιτούν πολύ χρόνο. Δεν μπορεί κανείς να έχει την αξίωση οι αλλαγές αυτές να ολοκληρωθούν σε μια σύντομη χρονική περίοδο, κατά την οποία η εργασία θα εξακολουθεί να έχει τον ίδιο χαρακτήρα που έχει και σήμερα – θα εξακολουθεί να είναι μια καταναγκαστική κοινωνική υποχρέωση – ώσπου να μετατραπεί σε κοινωνική ανάγκη. Αν σε κάθε μας βήμα συνδιάζουμε την ικανότητα να μεταμορφώνουμε τους εαυτούς μας, γενικεύοντας την στάση μας απέναντι στη μελέτη της νέας τεχνολογίας, με την ικανότητα να αποδίδουμε στις θέσεις εργασίας μας ως μέλη της πρωτοπορίας, τότε θα προχωρήσουμε. Και αν σταδιακά συνηθίσετε να μετατρέπετε την παραγωγική σας εργασία σε κάτι που με το πέρασμα του χρόνου γίνεται ανάγκη, τότε αυτόματα θα γίνετε η πρωτοπόρα ηγεσία της νεολαίας και δεν θα προβληματιστείτε ξανά για το τι οφείλετε να κάνετε. Θα κάνετε απλά ότι τη δεδομένη στιγμή σας φαίνεται πιο λογικό. Δεν θα χρειάζεται να ψάχνετε να βρείτε τι είναι αυτό που ικανοποιεί τη νεολαία.
Θα είστε συγχρόνως νέοι αλλά και εκπρόσωποι της πρωτοπορίας της νεολαίας. Όσοι είναι νέοι, προπαντός νέοι στο πνεύμα, δεν χρειάζεται να ανησυχούν για το τι πρέπει να κάνουν για να ευχαριστήσουν τους άλλους. Να κάνετε απλά ότι είναι απαραίτητο, ότι σας φαίνεται λογικό τη δεδομένη στιγμή. Έτσι η νεολαία θα γίνει ηγεσία. Σήμερα έχουμε ξεκινήσει μια διαδικασία πολιτικοποίησης, αν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, του Υπουργείου Βιομηχανίας. Το Υπουργείο είναι ένας πολύ ψυχρός χώρος, ένας πολύ γραφειοκρατικός χώρος, μια φωλιά βαρετών και σχολαστικών γραφειοκρατών, από τον υπουργό και κάτω, που βασανίζονται αδιάκοπα με συγκεκριμένα καθήκοντα προκειμένου να βρουν νέες σχέσεις και νέες συμπεριφορές. Εσείς λοιπόν ως οργάνωση νεολαίας παραπονεθήκατε ότι δεν παρακολούθησαν πολλοί τις εκδηλώσεις που οργανώσατε – ο χώρος ήταν άδειος τις μέρες που δεν ήμουν εγώ – και θα θέλατε να κάνω μια παρατήρηση. Μπορώ να πω κάτι, δεν μπορώ όμως να ζητήσω από κανέναν να έρθει εδώ. Τι ακριβώς συμβαίνει; Το πρόβλημα είναι απλά ότι είτε υπάρχει έλλειψη επικοινωνίας, είτε υπάρχει έλλειψη ενδιαφέροντος, και ότι σε κάθε περίπτωση το θέμα δεν έχει αντιμετωπιστεί από τους ανθρώπους που έχουν επιφορτιστεί να το κάνουν. Και αυτό είναι ένα συγκεκριμένο καθήκον του Υπουργείου. Είναι καθήκον της οργάνωσης νεολαίας, να υπερνικήσει την αδιαφορία που υπάρχει στο Υπουργείο. Αναμφίβολα, πάντα υπάρχει περιθώριο για ανάλυση και αυτοκριτική. Είναι πάντα επίκαιρη η εκτίμηση ότι δεν γίνονται όλα όσα είναι απαραίτητα ώστε να υπάρχει μια διαρκής επικοινωνία με τον κόσμο.
Σωστά. Όταν όμως κάποιος κάνει αυτοκριτική, πρέπει να είναι ολοκληρωμένη. Αυτοκριτική βέβαια δεν σημαίνει αυτομαστίγωση, αλλά έχει να κάνει με την ανάλυση της στάσης του καθενός. Και επιπλέον ο τεράστιος φόρτος εργασίας που κουβαλά ο καθένας στις πλάτες του – όπου στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο τα καθήκοντα – σημαίνει ότι γίνεται πιο δύσκολο να υπάρξει μια άλλου είδους σχέση, να επιδιώξει κανείς μια σχέση πιο ανθρώπινη, θα μπορούσαμε να πούμε, μια σχέση λιγότερο εγκλωβισμένη στα γραφειοκρατικά κανάλια που σκάβουμε μέσα από το ατελείωτο χαρτομάνι.
Αυτό θα έρθει με τον καιρό, όταν η δουλειά δεν θα είναι τόσο πιεστική, όταν θα μπορεί κανείς να βασιστεί σε έναν επαρκή αριθμό στελεχών, όταν θα εκπληρώνονται πάντα όλα τα καθήκοντα, και όταν θα έχει εκλείψει η δυσπιστία απέναντι στην εργασία που είναι ένα από τα επονείδιστα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ολόκληρο αυτό το στάδιο της επανάστασης μας. Σήμερα είναι απαραίτητο να ελέγχει κανείς προσωπικά κάθε έγγραφο, να κάνει ο ίδιος τους υπολογισμούς των στατιστικών στοιχείων, και πάλι ανακύπτουν λάθη. Όταν λοιπόν όλη αυτή η περίοδος παρέλθει – ήδη πλησιάζει προς το τέλος της και σύντομα θα εκλείψει – και όταν όλα τα στελέχη ισχυροποιηθούν, όταν θα έχουμε όλοι μας προοδεύσει λίγο ακόμα, τότε φυσικά θα υπάρχει χρόνος για άλλου είδους σχέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο υπουργός ή ο διευθυντής θα βγαίνει να ρωτάει τον καθένα πως είναι η οικογένεια του. Σημαίνει ότι θα μπορούμε να οργανώσουμε σχέσεις που να μας επιτρέπουν να εργαζόμαστε καλύτερα και μέσα στο υπουργείο αλλά και έξω από αυτό, έτσι ώστε να γνωριστούμε καλύτερα.
Γιατί στόχος του σοσιαλισμού σήμερα, σε αυτήν τη φάση οικοδόμησης του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, δεν είναι απλά η δημιουργία αστραφτερών εργοστασίων. Τα εργοστάσια αυτά φτιάχνονται με στόχο τον ολοκληρωμένο άνθρωπο. Ο άνθρωπος θα πρέπει να μετασχηματίζεται παράλληλα με την ανάπτυξη της παραγωγής. Δεν θα κάναμε τη δουλειά μας αν ήμασταν αποκλειστικά παραγωγοί εμπορευμάτων και πρώτων υλών και δεν ήμασταν ταυτοχρόνως ικανοί να παράγουμε ανθρώπους. Πρόκειται εδώ για μια απο τις αποστολές της νεολαίας: να ωθήσει και να καθοδηγήσει, μέσω του παραδείγματος της, τη δημιουργία του μελλοντικού ανθρώπου. Σε αυτό το έργο δημιουργίας και καθοδήγησης συμπεριλαμβάνεται και η συγκρότηση του εαυτού μας, γιατί απέχουμε όλοι από το να είμαστε τέλειοι. Και όλοι θα πρέπει να βελτιωνόμαστε μέσα από τη δουλειά μας, τις διαπροσωπικές σχέσεις, μέσα από της σοβαρή μελέτη και τις αντιπαραθέσεις με κριτικό πνεύμα. Όλα αυτά συμβάλλουν στον μετασχηματισμό του ανθρώπου. Αυτό το γνωρίζουμε, μια που έχουν περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια από τον θρίαμβο της επανάστασης μας. Επτά χρόνια πέρασαν επίσης από τότε που οι πρώτοι από εμάς αποβιβάστηκαν και ξεκίνησαν τον αγώνα, την τελική φάση του αγώνα. Όποιος κοιτάξει προς τα πίσω και αναλογιστεί πως ήταν ο ίδιος πριν επτά χρόνια θα αντιληφθεί ότι η απόσταση που έχουμε διανύσει είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη, αλλά και ότι απομένει ακόμη αρκετός δρόμος.
Αυτοί είναι οι στόχοι μας. Είναι σημαντικό για τη νεολαία να κατανοήσει ποιός είναι ο ρόλος της και ποια είναι η βασική της αποστολή. Δεν χρειάζεται να παραφουσκώνει την σημασία του ρόλου αυτού, ούτε να θεωρεί τον εαυτό της ως κέντρο του σοσιαλιστικού σύμπαντος. Θα πρέπει όμως να βλέπει τον εαυτό της ως έναν σημαντικό κρίκο, έναν πολύ σημαντικό κρίκο που μας δείχνει το μέλλον.
Εμείς οδεύουμε προς τη δύση, παρόλο που, κατά μία έννοια γεωγραφική, ανήκουμε ακόμη στη νεολαία. Έχουμε φέρει σε πέρας πολλά δύσκολα καθήκοντα. Είχαμε την ευθύνη της καθοδήγησης μιας χώρας σε στιγμές τρομακτικά δύσκολες και αυτό βέβαια γερνά και φθείρει τους ανθρώπους. Σε μερικά χρόνια το καθήκον όσων από εμάς έχουν απομείνει θα είναι να αποσυρθούμε σε χειμερινά καταλύματα αφήνοντας τους νέους να καταλάβουν τις θέσεις μας. Όπως και να έχουν τα πράγματα, πιστεύω οτι εκπληρώσαμε με αρκετή αξιοπρέπεια μια αποστολή πολύ σημαντική. Δεν θα ήταν, όμως, το έργο μας ολοκληρωμένο αν δεν ξέραμε ποια είναι η κατάλληλη στγμή να αποσυρθούμε. Συμπληρωματικά, μια άλλη αποστολή σας είναι να διαμορφώσετε τους ανθρώπους που θα μας αντικαταστήσουν, έτσι ώστε το γεγονός ότι εμείς θα καλυφθούμε από τη λήθη, σαν κάτι που ανήκει στο παρελθόν, να αναδειχθεί σε ένα από τα πιο σημαντικά κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογήσουμε τη δράση ολόκληρης της νεολαίας και ολόκληρου του λαού.
Πηγή: Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους (Che Guevara habla a la juventud / Che Guevara talks to young people), Pathfinder Press, 2000. Ελληνική Έκδοση: Διεθνές Βήμα, 2004.
El Pensamiento Economico de Ernesto Che Guevara / Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα
ΜΕΡΟΣ ‘Α.
Του οικονομολόγου Carlos Tablada Perez, εκδόσεις Casa de las Americas, 1987. Εκδόθηκε επίσης στην αγγλική γλώσσα το 1989 με τον τίτλο «Che Guevara: Economics and Politics in the Transition to Socialism» από τις εκδόσεις Pathfinder.
Του Βαγγέλη Γονατά – ΑΒΑΝΑ, ΚΟΥΒΑ.
Τη χρονιά που εκδόθηκε αυτό το βιβλίο η Κουβανέζικη Επανάσταση περπατά την 3η δεκαετία της ζωής της και απέχει ελάχιστα από την μεγαλύτερη ίσως πρόκληση που θα αντιμετώπιζε, τη διακοπή των σχέσεων με την Σοβιετική Ένωση, που τόσο κόστισε στον έτσι κι αλλιώς, σκληρά δοκιμαζόμενο λαό του ηρωικού νησιού. Τα επόμενα χρόνια, στην «ειδική περίοδο» όπως ονομάστηκε, η Κούβα και η επανάστασή της κέρδισαν την μάχη της επιβίωσης γεμίζοντας χαρά και αισιοδοξία τους επαναστάτες, και γενικότερα τους προοδευτικούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η Κούβα παρέμεινε ο αναμμένος φάρος της επανάστασης, όταν οι πρόσκαιρα νικητές πανηγύριζαν το τέλος της ιστορίας. Σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς, μια επανάσταση σε μια μικρή χώρα, κόντρα σε θεούς και δαίμονες ζει και στοιχειώνει τον ύπνο τους. Το φάντασμα του κομμουνισμού που περιέγραψε αλληγορικά ο Καρλ Μάρξ στην πρώτη αράδα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου είναι ακόμα εδώ, και τόσο κοντά στην… μητρόπολη! Σήμερα η Κούβα προχωρά σε μεταρρυθμίσεις – που δεν είναι θέμα του παρόντος γραπτού – αναζωπυρώνοντας τους πάγιους ευσεβείς πόθους των εχθρών της, αλλά και την καλοπροαίρετη ή όχι συζήτηση στους φίλους της, (ή στους άσπονδους φίλους της).
Τα ζητήματα που καταπιάνεται το βιβλίο βοηθούν να κατανοηθεί – και να κριθεί – τόσο το γερό υπόβαθρο των σημερινών μεταρρυθμίσεων, όσο και η βασική αιτία που η επανάσταση επέζησε και ζει μέχρι σήμερα. Όσοι πίστεψαν ότι η Κούβα στάθηκε απλά τυχερή – και αγνοούν τον νόμο πως η τύχη δεν πάει συνήθως με τους επαναστάτες – θα δουν ότι οι βάσεις που τέθηκαν τότε στην νηπιακή ηλικία της επανάστασης, έφτιαξαν τον γερό σκελετό που την κρατά ζωντανή μέχρι σήμερα, στους δυσμενέστερους συσχετισμούς. Θα δουν ότι οι βάσεις αυτές, δεν τέθηκαν κυρίως στον υλικό παράγοντα, αλλά στον παράγοντα άνθρωπο, το υποκείμενο το οποίο έχει ανάγκη να μετασχηματίσει την κοινωνία, αλλά για να το επιτύχει πρέπει να μετασχηματίσει ταυτόχρονα και τον εαυτό του. Ο Νέος Άνθρωπος λοιπόν, αυτός που θα φτιάξει την νέα κοινωνία πρέπει να κινηθεί – και κινείται – κυρίως με ηθικά κίνητρα, τέτοια που μόνο μια ιδεολογία μπορεί να δώσει. Και μια επανάσταση, δίνει υλική υπόσταση σε μια ιδεολογία, μια επανάσταση δημιουργεί ιδεολογία. Και εκεί επένδυσαν οι Κουβανοί, με πρωταγωνιστική συμμετοχή του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.
Όσοι επίσης επιφανειακά εξηγούσαν το «Κουβανικό φαινόμενο» στη τρέλα, τον ρομαντισμό ή απλά στην «ιδιομορφία» των Κουβανών θα διαπιστώσουν ότι η Επανάσταση και οι ηγέτες της είχαν και έχουν πλήρη συναίσθηση του διεθνιστικού τους καθήκοντος όχι μόνο ως πρακτική και υλική υποστήριξη των επαναστατικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο, αλλά και ως ενεργητική συμμετοχή στην πάλη για την διαμόρφωση της ιδεολογίας και της στρατηγικής του κομμουνιστικού και επαναστατικού κινήματος. Εύκολα θα συμπεράνει κανείς από τα κείμενα και μόνο, ότι το ίδιο πράττουν και στο εσωτερικό της χώρας, δεν κρύβουν τις κοινωνικές αντιθέσεις, οξύνουν τις ιδεολογικές, τις κάνουν πολιτικές. Ο ίδιος ο Φιδέλ, στην ομιλία του για τα 20 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε, μιλάει (αναφερόμενος και για διευθυντές κρατικών επιχειρήσεων) για «καπιταλιστές της δεκάρας, κερδοσκόπους που έχουν τυφλή εμπιστοσύνη σε μηχανισμούς και καπιταλιστικές κατηγορίες», χαρακτηρίζει το Σύστημα Οικονομικής Διαχείρισης και Σχεδιασμού «Κουτσό, ψωριάρικο άλογο, με πολλές πληγές τις οποίες θεραπεύαμε με ιώδιο και γράφαμε φάρμακα…. ένα δεξιό άλογο (που πρέπει) να του τραβάμε δυνατά τα γκέμια». Είναι σαφής η αντίληψη που εκφράζεται με τον πιο επίσημο τρόπο, 30 σχεδόν χρόνια μετά το θρίαμβο της επανάστασης, για τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της κουβανικής κοινωνίας, τελικά για τη ταξική πάλη σε συνθήκες προσπάθειας οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Χωρίς καμιά θεωρία συνωμοσίας, σαν κάτι απόλυτα φυσιολογικό όπως η ζωή, περιγράφεται μια οικονομία, μια κοινωνία με τις αντιθέσεις της, σε διαρκή κίνηση και πάλη.
Δυστυχώς το βιβλίο «Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα» δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Πολλά στοιχεία τόσο για το βιβλίο (που το βρήκαμε στην Αβάνα) όσο και για πολλά και ενδιαφέροντα σχετικά με το θέμα κείμενα, αντλήσαμε από το βιβλίο «ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΒΑ: O ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΥΒΑ» (ISBN 978-960-98194-7-3) των εκδόσεων «Διεθνές Βήμα».
Το 1959 με την είσοδο των ανταρτών του Φιδέλ Κάστρο στην Αβάνα η επανάσταση έχει θριαμβεύσει. Ο ίδιος ο Φιδέλ αναλαμβάνει (15/2/1959) καθήκοντα πρωθυπουργού αντικαθιστώντας τον Χοσέ Μιρό Καδρόνα καθώς και την ανώτατη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων. Μετά την αποχώρηση του Μπατίστα Πρόεδρος αναλαμβάνει ο φιλελεύθερος αστός δικαστικός Μανουέλ Ουρούτια που είχε δικάσει τους συλληφθέντες μαχητές της Γκράνμα, και είχε κάνει δημόσια κριτική στο καθεστώς Μπατίστα στη διάρκεια της δίκης. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου παραιτείται λόγω λαϊκής κατακραυγής και ακολουθεί το γνωστό δρομολόγιο για τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου και παρέμεινε μέχρι το θάνατό του (1981). Η επανάσταση προχωρά και στα τέλη του 1960 θέτει τις βάσεις για να οικοδομήσει μια κοινωνία βασισμένη στην αλληλεγγύη και τον διεθνισμό.
Σε πολιτικό επίπεδο υπάρχει το ΟRI – «Organizaciones Revolucionarias Intergradas» (Eνοποιημένες Επαναστατικές Οργανώσεις) -ναι, υπήρχαν πολλές- με συντονιστή σε εθνικό επίπεδο τον Ανίμπαλ Εσκαλάντε, ηγέτη του Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος Κούβας (Κομμουνιστικού) και εκδότη του περιοδικού του κόμματος ΗΟΥ (Σήμερα) από τον οποίο αφαιρέθηκαν οι ηγετικές αρμοδιότητες στις αρχές του 1962 λόγω σεχταρισμού. Το ΟRI αποτέλεσε το εμβρυακό σχήμα από το οποίο ιδρύθηκε αργότερα (1965) το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας. Δεν είναι του παρόντος η παράθεση των Επαναστατικών Οργανώσεων που δρούσαν στην Κούβα, οι ομοιότητες και οι διαφορές τους. Μπορεί όμως κανείς και μόνο από αυτά, να συμπεράνει την διαλεκτική σχέση που έχει η ύπαρξη επαναστατικού προγράμματος – οργάνωσης – στρατού στην αντίληψη των ηγετών της επανάστασης. Μπορεί επίσης να συμπεράνει ότι η πολιτική πρωτοπορία (αναγκαία προϋπόθεση κάθε επανάστασης) δεν είναι υπόθεση κληρονομικού ή πολιτικού-ιδεολογικού «χρίσματος» αλλά κάτι που πρέπει να υλοποιηθεί και τελικά αποδειχθεί, βασικά εκ του αποτελέσματος.
Αυτά τα χρόνια της φωτιάς ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα πέρασε από πολλές και καίριες ηγετικές θέσεις της Επανάστασης. Εκτός από στρατιωτικός ηγέτης στην αποφασιστική μάχη στη Σάντα Κλάρα που σήμανε και την στρατιωτική νίκη της επανάστασης, υπήρξε ένας από τους βασικούς εκπροσώπους της Κούβας στο εξωτερικό καθώς ηγήθηκε πολλών αντιπροσωπειών. Διατέλεσε Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας, επικεφαλής του INRA (Iινστιτούτο Αγροτικής Μεταρρύθμισης) και διεύθυνε την Βιομηχανία της χώρας από την εποχή που τα βασικά εργοστάσια δεν είχαν ακόμα εθνικοποιηθεί αλλά μερικά μόνο τελούσαν απλά υπό κατάληψη και ανέλαβε το Υπουργείο Βιομηχανίας όταν αργότερα ιδρύθηκε.
Παρ ότι η περιρρέουσα εντύπωση είναι ότι η «κυβερνητική» ή η «πολιτική-ιδεολογική» περίοδος του CΗΕ ήταν η αναγκαστική του αγρανάπαυση ή κάτι που τελικά δεν του πήγαινε και πολύ ή το έκανε αγγαρεία, τα κείμενά του αυτής της περιόδου δείχνουν το αντίθετο. Δείχνουν ότι ο ηρωικός αντάρτης μπόρεσε να είναι τέτοιος γιατί είχε βαθιά πεποίθηση και άποψη διαμορφώνοντας την ιδεολογία του με τα μεθοδολογικά εργαλεία του μαρξισμού. Ο ιδεολόγος, στοχαστής, πολιτικός μπόρεσε να είναι τέτοιος, γιατί διαμόρφωσε και τεκμηρίωσε τα πιστεύω του μέσα από την φωτιά της ένοπλης πάλης και βίωσε πρωταγωνιστικά την ανώτατη μορφή της που είναι μια επανάσταση. Η ηρωική πλευρά του CHE δεν μπορεί να αγνοηθεί από κανέναν, όμως επιλεκτικά προβάλλεται η ρομαντική εκδοχή της θυσίας του. Όμως ο CHE δεν πήγε στην Βολιβία να αυτοκτονήσει, πήγε για να νικήσει. Έπεσε στη μάχη όπως θα μπορούσε να πέσει και στην Κούβα και στις άλλες χώρες που κράτησε το ντουφέκι.
Τέλος, υπήρξαν και γκρίζες δεκαετίες που κάποια φίλια (πόσο άραγε;) επίσημα χείλη στην Ελλάδα και αλλού, ψιθύριζαν την ανεπίσημη προς τον Che κριτική του «αριβίστα», του «τυχοδιώκτη» κ.α, κατά τα άλλα όμως ρομαντικού και τίμιου αγνού επαναστάτη. Όμως τελικά ο CHE παρέμεινε – και προφανώς όχι τυχαία – αναμφισβήτητα το πιο αναγνωρίσιμο επαναστατικό σύμβολο του αιώνα που πέρασε, και εξακολουθεί να εμπνέει και σήμερα τις νέες γενιές επαναστατών. Το καθήκον λοιπόν όσων φιλοδοξούν να βρίσκονται σήμερα στην πλευρά της προόδου και της επανάστασης είναι η αποκάλυψη και προβολή αυτής της σχετικά αγνοημένης πλευράς του CHE. Σε αυτήν την κατεύθυνση φιλοδοξούμε να εντάξουμε την ενασχόληση μας με το συγκεκριμένο βιβλίο του Carlos Tablada που συμπυκνώνει την πολύχρονη μελέτη του πάνω στη σκέψη του αθέατου και όχι ιδιαίτερα γνωστού (όσο αφορά αυτήν του την πλευρά) CHE. Θα δούμε τελικά αν και πόσο θα μπορέσουμε να υλοποιήσουμε αυτό το φιλόδοξο σχέδιο, εδώ στην μακρινή Αβάνα. Από την άλλη, αν όχι εδώ, που;
Συνεχίζεται…
Πηγή: Sierra Maestra, 21.5.2012.
Τσε Γκεβάρα: Ο Στοχαστής των Πράξεων
Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα παρέμβαση του γάλλου τροτσκιστή φιλοσόφου Daniel Bensaïd (1946-2010) για τον Τσε. Η παρέμβαση αυτή έγινε τον Ιούλιο του 1997 σε μια διεθνή κατασκήνωση νέων.
Του Ντανιέλ Μπενσαϊντ.
Θελήσατε να αφιερώσετε αυτήν την βραδιά στην απότιση φόρου τιμής προς τον επαναστάτη αγωνιστή που υπήρξε ο Τσε Γκεβάρα, λίγο πριν από την τριακοστή επέτειο του θανάτου του, κι ενώ εμφανίζεται μια σειρά βιβλίων και ταινιών που ξαναπιάνουν την συζήτηση για την προσωπικότητα του και ρόλο του στην ιστορία των καταπιεσμένων.
Για κάποιους αποτελεί την τέλεια περίπτωση φανατικού σπρωγμένου από την απελπισία, ριγμένου σε μια φυγή εξ’ αρχής καταδικασμένη, στην αναζήτηση του ίδιου του θανάτου του, ο οποίος δυστυχώς έμελλε να τραβήξει στην προσωπική του περιπέτεια άνδρες και γυναίκες που ήσαν αφελείς η είχαν τυφλωθεί. Για άλλους, είναι μια άμωμη θρησκευτική εικόνα, η ενσάρκωση μιας τελειότητας σαν του Χριστού, σε βαθμό που αύριο ίσως ανεγερθεί κανένα μαυσωλείο για την περισυλλογή του επανευρεθέντος λειψάνου του και τον εορτασμό μιας λατρείας τόσο αντίθετης στο δικό του όραμα για τον κόσμο και τους ανθρώπους.
Εμάς, που δεν έχουμε ούτε Θεό, ούτε αφέντη, ούτε είδωλα, εκείνο που μας ενδιαφέρει στη μορφή του Τσε, στο μετεωρικό του πέρασμα από την σύγχρονη ιστορία, είναι αντίθετα ο τόσο απλά ανθρώπινος χαρακτήρας του αγωνιστή, με τις αρετές και τις αδυναμίες του, που η ζωή και οι πράξεις του συνοψίζουν τις μεγάλες ελπίδες και τις μεγάλες απογοητεύσεις αυτού του αιώνα που φτάνει στο τέλος του.
Θα εκκινήσω από το ενδιαφέρον που εμπνέει πάντα αυτό το πρόσωπο, αντίθετα με τόσα άλλα που υπήρξαν διάσημα, σε γενιές οι οποίες δεν γνώρισαν άμεσα τον αγώνα του. Η ζωή του Τσε είναι ένα είδος συμπύκνωσης, επιταχυνθείσας περίληψης, της επαναστατικής εμπειρίας του αιώνα. Μαζί του, γύρω του, όλα πηγαίνουν πολύ γρήγορα. Γεννημένος το 1928, πεθαίνει το 1967, στα 39 του. Ο εν ενεργεία πολιτικός βίος του διαρκεί άρα λιγότερο από μια δεκαπενταετία. Είναι γεμάτος με το παραπάνω: το 1954, συμμετοχή στην αντίσταση κατά της ιμπεριαλιστικής παρέμβασης στη Γουατεμάλα, από το 1956 μέχρι το 1959 το αντάρτικο στην Κούβα, που αρχίζει με την αποβίβαση από το Granma και καταλήγει με την θριαμβευτική είσοδο στην Αβάνα. Από το 1959 μέχρι το 1965 άσκηση κυβερνητικών καθηκόντων και διπλωματικές αποστολές. Το 1966 συμμετοχή στον αγώνα στο Κονγκό,το 1967 αποστολές και θάνατος στη Βολιβία… 15 χρόνια εξαιρετικά δραστήρια: σύμφωνα με το παράδειγμα του Σεν Ζυστ [1], ο Τσε έζησε σαν άνθρωπος που επειγόταν, πιο έντονα από άλλους που ωστόσο έζησαν μακρύτερες ζωές.
Δεν είναι μόνο αυτή η βραχύτητα που εντυπωσιάζει, αλλά η επιταχυνθείσα διαδρομή της εμπειρίας του μέσα στον αιώνα. Κατ’ αρχάς, στο μυητικό του ταξίδι με μοτοσυκλέτα στη Λατινική Αμερική, είναι η μαθητεία στην πραγματικότητα, στην ιμπεριαλιστική κυριαρχία πάνω στην ήπειρο, και στη μιζέρια, τη φτώχεια, την πολιτισμική εξάρτηση που απορρέουν από αυτήν. Σφυρηλατεί εκεί μια βαθύτατη επαναστατική και αντιιμπεριαλιστική πίστη, που αποτελεί το πρώτο ελατήριο της στράτευσής του. Κατόπιν, με την εμπειρία της κουβανικής επανάστασης, διαπιστώνει ότι ένας αντιδικτατορικός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, δύο βήματα από την ιμπεριαλιστική δύναμη, δεν μπορεί να επιτύχει πλήρως τους στόχους του αν περεμποδίζεται από συμφωνίες με τις διεφθαρμένες, εξαρτημένες, εύθραστες εθνικές αστικές τάξεις. Συμπεραίνει ότι η μόνη λύση για πραγματική ανεξαρτησία βρίσκεται στον αγώνα για τον σοσιαλισμό. Εξ’ ου και η περίφημη διατύπωση του: «Η σοσιαλιστική επανάσταση, ή καρικατούρα επανάστασης», που συναντά φυσιολογικά στην πορεία τους όρους και το περιεχόμενο της αντίθεσης μεταξύ «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα» και διαρκούς επενάστασης. Αν κάποιοι της γενιάς μας, που τη γνώριζαν ήδη προ πολλού, αναγνώρισαν στον Τσε έναν όμοιο και έναν αδελφό εν όπλοις, πολλοί επίσης επανακάλυψαν τον τροτσκισμό εκκινώντας από τον γκεβαρισμό.
Τέλος, η τρίτη μεγάλη του εμπειρία, ως υπουργού Βιομηχανίας της επαναστατικής κυβέρνησης, εμπεριείχε διενεκτικές σχέσεις με τις «αδελφές χώρες» του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου». Διαπραγματευόμενος την στήριξη, την οικονομική και στρατιωτική συνεργασία, συζητώντας τη διεθνή πολιτική με τους Κινέζους και Σοβιετικούς ηγέτες, ο Τσε κατέληξε σε ένα τρομερό συμπέρασμα που είχε το θάρρος – πρέπει να φανταστούμε την εποχή και το πλαίσιο για να μετρήσουμε την τόλμη του – να εκφράσει δημόσια σε μιαν ομιλία που έχει μείνει διάσημη, και η οποία εκφωνήθηκε στο Αλγέρι στα 1965, μετά από ένα ταξίδι στην Σοβιετική Ένωση και την Κίνα. Πρόκειται για πρόκληση και για αληθινό κατηγορητήριο κατά της απουσίας διεθνισμού στην πολιτική των λεγομένων σοσιαλιστικών κρατών. Τους προσάπτει κατ’ αρχάς το ότι επιβάλλουν στις φτωχότερες χώρες συνθήκες εμπορικής συναλλαγής που είναι οι ίδιες με εκείνες του παγκόσμιου εμπορίου όπου κυριαρχεί ο Ιμπεριαλισμός. Επίσης τους προσάπτει ευθέως το ότι δεν προσφέρουν άνευ όρων βοήθεια, στρατιωτική και άλλη, στους απελευθερωτικούς αγώνες, ιδιαίτερα στο Κονγκό και το Βιετνάμ.
Η ομιλία στο Αλγέρι αποτελεί πραγματική πράξη κατηγορίας κατά των παραβιάσεων στη διεθνή αλληλεγγύη εκ μέρους των λεγομένων σοσιαλιστικών χωρών. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το ότι, μετά την επιστροφή του από το Αλγέρι, ο Τσε δεν έκανε άλλη δημόσια εμφάνιση στην Κούβα. Φαίνεται πλέον – σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα ντοκουμέντα και τις μαρτυρίες – πως οι Σοβιετικοί ηγέτες είχαν καταστήσει σαφές στους Κουβανούς ηγέτες ότι είχε εφ’ εξής καταστεί ανεπιθύμητος, ότι δεν μπορούσε πια να εκπροσωπεί την Κουβανική Επανάσταση από οποιαδήποτε θέση, και ότι άρα έπρεπε να εξουδετερωθεί ή να βρεθεί γι’ αυτόν κάποια άλλη δουλειά. Είναι ο ένας από τους λόγους – όχι ο μόνος, αναμφίβολα – που επιτρέπουν να αντιληφθούμε όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια της ζωής του Τσε, την παρουσία του στο Κονγκό το 1966 και την αποστολή του στη Βολιβία το επόμενο έτος.
Η επείγουσα αυτή πορεία μες στην τραγωδία του αιώνα μας οδηγεί σε ένα ερώτημα που συζητείται σήμερα ευρέως, και μέσα στην επαναστατική αριστερά, όπου η δράση του Τσε παρουσιάζεται ενίοτε ως μια ρομαντική και αυτοκτονική τρέλα, ίσως συμπαθητική, αλλά ξένη προς την πραγματικότητα. Πέρα από τα προσωπικά του ψυχολογικά χαρακτηριστικά (όλοι έχουμε ένα σκιώδες τμήμα, παιδικά τραύματα και παράξενες παρωθήσεις), οι επιλογές και η συμπεριφορά του Τσε δείχνουν μιαν εξαιρετικά οξεία πολιτική συνείδηση ως προς τα τότε διακυβεύματα, μιαν ιδιαίτερα διαυγή κατανόηση της πραγματικότητας στη διεθνή κατάσταση, σημαδεμένη από τη διενεκτική συναλλαγή των μεγάλων δυνάμεων και την ιστορική δοκιμασία της ιμπεριαλιστικής προέλασης στο Βιετνάμ. Οι αποφάσεις του είναι πολιτικές. Εκφράζουν μια συμφωνία τέλεια και σπάνια – ακόμη και στους κόλπους των επαναστατών – μεταξύ σκέψης και πράξεων. Μπορούμε να πούμε γι’ αυτόν εκείνο που έγραψε ο Dionys Mascolo για τον Σεν Ζυστ: ότι υπήρξε «ένας στοχαστής πράξεων».
Όσα έγραψε στα τελευταία του κείμενα, ιδίως στο περίφημο μήνυμα του το 1967 προς την Τριηπειρωτική (Τρικοντινεντάλ), από τα οποία πολλοί από εμάς έχουν διαβάσει τουλάχιστον αποσπάσματα, είναι πράγματα απλά, σχεδόν κοινότυπα. Όμως για πολλούς ανθρώπους που αυτοχαρακτηρίζονταν επαναστάτες, που θεωρούσαν εαυτούς θεματοφύλακες της επαναστατικής κληρονομιάς χωρίς επακόλουθη δράση, τα λόγια αυτά ηχούσαν σαν ανελέητη πρόκληση. Γνωρίζετε αυτές τις μικρές φράσεις.
«Το καθήκον κάθε επαναστάτη είναι να κάνει την επανάσταση». Προφανώς. Ασφαλώς. Όμως είναι ένας τρόπος να καταγγείλει, μες σε αυτό το πλαίσιο, όλους τουτς υποτιθέμενους επαναστάτες που όχι μόνο δεν προσπαθούν να κάμουν την επανάσταση, ενώ διαχειρίζονται περιστασιακά οφέλη, αλλά να τορπιλίζουν τις προσπάθειες των λαών για την ελευθερία τους. «Σοσιαλιστική Επενάσταση, ή καρικατούρα επανάστασης»: δεν κατασκευάζουμε μια νέα κοινωνία και ανθρωπότητα με τα ίδια ήθη, τις ίδιες μεθόδους, τις ίδιες σχέσεις εξουσίας, την ίδια αντίληψη περί εργασίας, την ίδια αντίληψη περί εργασίας που υπάρχουν στον παλιό κόσμο. Θα πρέπει να ανατρέψουμε βαθύτατα τις κοινωνικές σχέσεις σε όλες τους τις πτυχές, περιλαμβανομένων και εκείνων της καθημερινής ζωής, των προσωπικών σχέσεων, των σχέσεων των φύλων. Σε ένα κείμενο που υπήρξε πολύ σημαντικό για εμάς, το «Ο Σοσιαλισμός και ο Άνθρωπος στην Κούβα», ο Τσε επικρίνει την επίσημη λογοτεχνία και φιλοσοφία των λεγομένων σοσιαλιστικών χωρών, ζητώντας την ανανέωση της σκέψης, την έξοδο από τα δόγματα, τη ρήξη με την καταπιεστική κουλτούρα των ορθοδοξιών του Κράτους και του κόμματος.
Το βάρος του γραφειοκρατικού οικοδομήματος ήταν τόσο μεγάλο και δύσκολο να μετακινηθεί, χρειαζόταν τέτοια ενέργεια και προσπάθεια, που η ρήξη βέβαια δεν ήταν ακίνδυνη. Κάποιοι κατηγόρησαν τον Τσε για βολονταρισμό – δηλαδή μιαν υπερβάλλουσα βούληση που ξεφεύγει από την πραγματικότητα – ή για αριστερισμό. Δυστυχώς, ο ίδιος είχε συνειδητοποιήσει πλήρως, στις τελευταίες του μάχες, τις αντιφάσεις της κατάστασης, ενός σχεδόν απελπισμένου αγώνα δρόμου κατά της βαρβαρότητας, με αντίπαλο το χρονόμετρο. Στο μήνυμα του προς την Τρικοντινεντάλ, μιά γτια την «τραγική μοναξιά του λαού του Βιετνάμ» απέναντι στην αμερικανική παρέμβαση. Η τραγική αυτή μοναξιά είναι και η δική του μοναξιά στη Βολιβία. Του ανήκει. Είναι, καθώς λέει ο ίδιος, το αποτέλεσμα «μιας παράλογης στιγμής στην ιστορία της ανθρωπότητας». Παράλογης, γιατί ενώ κάποιοι λαοί εξεγείρονται και αποτινάσσουν το ζυγό της καταπίεσης, εκείνοι που θα έπρεπε να στέκουν στο πλευρό τους χωρίς να παζαρεύουν την υποστήριξη τους δείχνονται ανεπαρκείς και μάλιστα προβάλλουν εμπόδια.
Τέλος, η συγκλονιστική πορεία του Τσε στη Βολιβία, που περιγράφεται στην ταινία του Dindo με τρόπο σπαρακτικό, και που μπορεί να μοιάσει με απερίσκεπτη απόπειρα σε μια περιοχή απομονωμένη και σχεδόν έρημη, δείχνει μιαν αμείλικτη λογική σ’ έναν παράλογο κόσμο. Ο Τσε: ένας επαναστάτης χάρη στη λογική! Αφού του είχε απαγορευτεί να επιστρέψει στην Κούβα μετά την ομιλία του στο Αλγέρι, είχε προσπαθήσει να ανοίξει στο Κονγκό ένα νέο στάδιο της αφρικανικής επανάστασης μετά την ανεξαρτησία και τη δολοφονία του Πατρίς Λουμούμπα το 1961. Η ήττα υπήρξε οδυνηρή. Παρέμενε ωστόσο πεπεισμένος ότι, αν παρέμενε απομονωμένη στον κόσμο, σε μικρή απόσταση από τις αμερικανικές ακτές, η Κουβανική Επανάσταση δε μπορούσε παρά να υποστεί σιγά-σιγά τις συνθήκες και τη βούληση των αδελφών χωρών να βρεθεί κάτω από τη γραφειοκρατική τους εξουσία. Η επιταγή, το επαναστατικό καθήκον – είτε επετύγχανε είτε όχι – ήταν εφ’ εξής να γίνει το παν για να κοπεί ο κύκλος, να σπάσει η πολιορκία, άρα να επεκταθεί η Επανάσταση εκκινώντας από το εγγύτερο, δηλαδή από την αμερικανική ήπειρο, που εκείνος γνώριζε καλά αφού την είχε διατρέξει. Το σχέδιο ήταν αναμφίβολα πολύ φιλόδοξο, υπερβολικό, όμως δεν του έλειπε η πολιτική έννοια. Το θέμα δεν ήταν η κατάληψη της εξουσίας στη Βολιβία, αλλά η συγκέντρωση και προετοιμασία μερικών εκατοντάδων αγωνιστών από τουλάχιστον πέντε χώρες προκειμένου να γίνει η Βολιβία μια αφετηρία, η ηπειρωτική εστία για μιαν ηπειρωτική ανατροπή.
Εξαπολύοντας το σύνθημα «Να δημιουργήσουμε δύο, τρία , πολλά Βιετνάμ», ο Τσε πρόσθετε ότι πολλοί θα πέθαιναν «θύματα των λαθών τους». Τέτοια λάθη έκανε και ο ίδιος, και μάλιστα όχι μικρά. Κατ’ αρχάς υποτίμησε το σαμποτάζ με θύμα τον ίδιο, εκ μέρους των Σοβιετικών ηγετών και των επίσημων κομμουνιστών ηγετών της Βολιβίας. Σύμφωνα με τον σύντροφο του εν όπλοις στη Βολιβία, τον συνταγματάρχη Dariel Alarcon («Benigno») μετά από τη συνάντηση του με τον Γ.Γ. του Κόμματος, Μάριο Μόνχε, συγκεντρώνει την 1η Ιανουαρίου 1967 τη χούφτα Κουβανών που ήσαν στρατευμένοι στο πλευρό του για να τους εξηγήσει ότι οι συνθήκες δεν ήσαν οι ίδιες που είχαν προβλεφθεί αρχικά, ότι ήταν πολύ δύσκολο, ίσως απελπισμένο, ότι άρα μπορούσαν να αισθάνονται ελεύθεροι να αποσυρθούν χωρίς ντροπή, κάτι που κανείς τους δεν έκανε. Στριμωγμένος σε πολιτικό και ιστορικό αδιέξοδο, ο αγώνας του μπορούσε ακόμη να έχει έννοια, ως μήνυμα, ως κληρονομιά προς μετάδοση, που εμείς έχουμε την ευθύνη να συλλέξουμε και να μεταδώσουμε με τη σιερά μας.
Όπως όλες οι ανθρώπινες μορφές, εκείνη του Τσε έχει τις αντιθέσεις της, τα όρια της, τις ελλείψεις της. Κανείς, ή σχεδόν κανείς, δεν αμφισβητεί κάποια χαρακτηριστικά στοιχεία της προσωπικότητας του: μιάν αδιάλλακτη δικαιοσύνη, ένα μίσος των προνομίων χάριν της ισότητας, ένα επίμονο θάρρος. Από τις ιδιότητες αυτές δεν λείπει η σκληρότητα. Γιατί ο αγώνας μέχρι θανάτου ενάντια σε έναν εχθρό ισχυρό και χωρίς ενδοιασμούς δεν είναι κοσμικό γκαλά. Κι επίσης γιατί, αν και άρρωστος, επέβαλλε στους άλλους την ίδια σκληρότητα που επέβαλλε και στον εαυτό του. Μπορούμε πάντα να συζητούμε για περιστάσεις και συμπεριφορές.
Σε ό,τι μας αφορά, έχει σημασία προπάντων να σημειώσουμε τα πολιτικά όρια της εμπειρίας του, χωρίς να μειώσουμε την σημασία της. Διαμορφώθηκε μέσα στις πολύ ιδιάζουσες συνθήκες της Κουβανικής Επανάστασης, η οποία υπήρξε σύντομη: λιγότερο από τρία χρόνια χωρίζουν την αποβίβαση από το Granma και τη θριαμβευτική είσοδο στην Αβάνα, τις πρώτες αψιμαχίες μιας χούφτας φυγάδων ναυαγών και τη νίκη του επαναστατικού στρατού. Συχνά, ο θρύλος της Κουβανικής Επανάστασης, που συντηρείται από τους ίδιους εκείνους οι οποίοι συμμετείχαν σε αυτήν, πάει να γίνει μυθική αφήγηση και απλουστευτική εποποιία, αφήνοντας στο σκοτάδι τα όσα προηγήθηκαν, την ύπαρξη ενός κοινωνικού κινήματος, αγροτικού και αστικού, το ρόλο των δικτύων, την πολλαπλότητα των πρωταγωνιστών, ωσάν η Κουβανική Επανάσταση να αναγόταν στη θριαμβευτική πορεία του Φιντέλ και αποστόλων του. Δεν έχει σημασία το ότι οι ίδιοι αυτοί που συμμετείχαν πείστηκαν για την αλήθεια του θρύλου τους σε σημείο που να αποδίδουν, υπό την πίεση της ανάγκης, μιαν υπέρμετρη αξία στην παραδειγματική δράση, στην τόλμη της εμπροσθοφυλακής. Το να προχωρείς μπροστά, να δείχνεις το δρόμο, να τα δίνεις όλα, επιτρέπει να ριχτείς στη μάχη, να καταλάβεις θέσεις που μοιάζουν απίστευτες, να ηλεκτρίσεις τις ενέργειες όσο διαρκεί μια εκστρατεία. Η μέθοδος αυτήυ όμως έχει τα όρια της όταν ζητείται να κατασκευάσεις κάτι που θα διαρκέσει, να μετασχηματίσεις την οικονομία, να επαναστατικοποιήσεις την κουλτούρα. Χρειάζεται εδώ η συλλογική διάνοια και ενέργεια του οργανωμένου πλήθους, η αφομοίωση μιας πλουραλιστικής και δημοκρατικής κουλτούρας, αναγκαία για την επίλυση των αντιθέσεων. Χρειάζεται υπομονή και επιμονή.
Ο Τσε ήταν χαρακτηριστικός τύπος του ανθρώπου που επείγεται. Διέτρεξε τον κόσμο με το συναίσθημα, αρκετά ακριβές εξ άλλου, ότι οι μεγάλες καταστροφές του αιώνα τον ακολουθούσαν πάντα κατά πόδας. Κι ωστόσο η ατομική αφοσίωση, στην εργασία όπως και στον αγώνα, η προσωπική του ολιγάρκεια και ο ασκητισμός του απέναντι στα προνόμια, δε μπορούσαν να αντικαταστήσουν τους θεσμούς, τους κανόνες, τις συλλογικές εμπειρίες, αυτά για τα οποία το στρατιωτικό στυλ του αντάρτικου δεν επαρκεί πλέον. Αυτήν τη διαίσθηση την είχα ο Σεν Ζυστ, ο οποίος, δηλώνοντας ότι η επανάσταση είχε παγώσει, οραματίστηκε λίγο πριν ανέβει στο ικρίωμα την αναγκαιότητα δημοκρατικών θεσμών.
Η αδυναμία αυτή είναι κατανοητή. Κατά τη δεκαετία του 1960, στο λατινοαμερικανικό επαναστατικό κίνημα είχε επικρατήσει ο ορίζοντας του πολέμου. Του πολέμου στο Βιετνάμ, βέβαια, εντοιχισμένου στην ασταθή ισορροπία του Ψυχρού Πολέμου (με απτό παράδειγμα την Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα). Και επίσης, του εντελώς πρόσφατου πολέμου για την ανεξαρτησία στην Αλγερία. Στον πόλεμο, ο διαχωρισμός σε συμμάχους και εχθυρούς δεν σηκώνει αποχρώσεις. Οι σχέσεις εξουσίας και διοίκησης είναι αναπόφευκτες, και δίνουν απλές και γοργές απαντήσεις σε περίπλοκα ερωτήματα. Τούτη η περιστασιακή αποτελεσματικότητα έχει τα όρια της. Στα όρια αυτά θα εστιαζόταν σήμερα η κριτική μας σχέση με τον Τσε, χωρίς να μειώσει κατ’ ελάχιστο αυτό που του χρωστάμε.
Επέμεινα επί μακρόν στην σημασία ενός τέτοιου προσώπου για μια γενιά – τη δική μου – που ήδη μετρά, φευ, κάποιες δεκαετίες δραστηριότητας πίσω της. Σήμερα έχει σημασία να επανέλθουμε στην επικαιρότητα της κληρονομιάς, αν θέλουμε να εξαγάγουμε από αυτήν κάτι το χρήσιμο και ζωντανό, αντί για ένα θλιβερό αντικείμενο λατρείας και αναμνηστικών τελετών. Θα πρέπει να κατανοήσουμε το γιατί η παρουσία του παραμένει τόσο ζωντανή, στη Λατινική Αμερική και τον κόσμο ολόκληρο.
Αφ’ ενός επειδή, μετά από τόσες μεγάλες επαναστατικές μορφές λατινοαμερικανών, όπως ο κουβανός Χούλιο Αντόνιο Μέλλα ή ο περουβιανός Κάρλος Μαριάτεγκι, ο Τσε αποτέλεσε παράδειγμα ενός μη σταλινικού επαναστάτη, αποφασιστικά διεθνιστή και αντιγραφειοκράτη. Από αυτήν την άποψη, το κίνημα των Ζαπατίστας στο Μεξικό συνεχίζει τρόπον τινά αυτήν την παράδοση. Υπάρχει κάτι από το πνεύμα του Τσε στην απίστευτη τόλμη της εξέγερσης της 1ης Ιανουαρίου 1994, στο Σαν Κριστομπάλ δε λας Κάζας, λίγο μετά από τη διάλυση της ΕΣΣΔ και τον πόλεμο στον Κόλπο, εν μέσω παγκόσμιας φιλελεύθερης επέλασης, τη στιγμή που υπογραφόταν από το Μεξικό Συνθήκη Ελεύθερης Συναλλαγής με τις ΗΠΑ (Alena). Το να υψωθεί κάτω από τέτοιες συνθήκες το λάβαρο της εξέγερσης μοιάζει να πηγαίνει κόντρα στα ρεύματα της εποχής, να αντιτίθεται στις διακυρήξεις περί ιστορικού πεπρωμένου. Είναι ωστόσο μια πράξη αντίστασης και πρόκλησης σύμφωνα με το πνεύμα του καιρού, κατά τον τρόπο του Τσε.
Αν αυτή η συνέχεια είναι σημαντική, πολλές άλλες εμπειρίες έχουν συσσωρευθεί εδώ και τριάντα χρόνια στη Λατινική Αμερική. Η μεταστροφή που επέφερε η ειρωνία των Ζαπατίστας, η απολογία του Μάρκος όταν μιλά για έναν «ηρωϊσμό της ζωής», αποτελούν με τον τρόπο τους τεκμήρια αυτών των εξελίξεων: «Δεν θέλουμε», γράφει ο υποδιοικητής Μαρκος, «να κληρονομήσουν απο μας τη λατρεία του θανάτου. Θέλουμε ν’ αφήσουμε κληρονομιά τη λατρεία του αγώνα. Και όπως λένε εδώ, για ν’αγωνίζεσαι πρέπει να ‘σαι ζωντανός – νεκροί δε μπορούμε να αγωνιστούμε. Πραγματικά, ένα μεγάλο μέρος της στρατιωτικής μας εκπαίδευσης είχε για σκοπό να μην πεθαίνουμε: «το πρώτο καθήκον ενός αγωνιστή είναι να μην πεθάνει», τους λέγαμε». Και που δεν τους εμπόδισε να διακινδυνεύσουν τις ζωές τους και εξακολουθεί να μην τους εμποδίζει.
Η εικόνα του Τσε στιν κόσμο παραμένει προπάντων εκείνη ενός έμπρακτα διεθνιστή, ακατάβλητου πολέμιου ενός κόσμου παραδομένου στις λεηλασίες και τις μιζέριες της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης. Εξ’ ου και η επικαιρότητα και ακτινοβολία του. Σε αυτόν τον κυνικό και κυριολεκτικά αποκαρδιωμένο κόσμο, αποδεικνύει ότι η συμφωνία ήθους και πολιτικής είναι δυνατή, ότι η πολιτική δεν είναι κατ’ ανάγκην ανήθικη, ούτε το ήθος κατ’ ανάγκην απολίτικο, ότι μπορούμε να συνδιάζουμε τα δύο. Το γόητρο που διατηρεί απέναντι στους νέους προέρχεται επίσης από το ότι αποτελεί μιαν ίσως μοναδική περίπτωση επαναστάτη που, μολονότι άγγιξε την εξουσία, ήταν σε θέση να την εγκαταλείψει για να θέσει και πάλι τις δυνάμεις του στην υπηρεσία ενός αγώνα που δε μπορεί να ολοκληρωθεί σε μια μόνη χώρα. Αν εξακολουθεί και σήμερα να σας ενδιαφέρει και να σας έλκει, είναι για όλους αυτούς τους λόγους, κι ακόμη επειδή, έχοντας πεθάνει στα 39 του, νέος ακόμη, η εικόνα του συνδέει αξεδιάλυτα τη νιότη με την επανάσταση.
[1] Σεν Ζυστ (Louis Antoine de Saint-Just), σημαντική πολιτική προσωπικότητα της Γαλλικής Επανάστασης, στενός συνεργάτης του Ροβεσπιέρου.
Από το βιβλίο των Μισέλ Λεβί και Ολιβιέ Μπεσανσενό “Che Guevara: His Revolutionary Legacy” (2009). Ελληνική Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης (εκδ.Φαρφουλάς).
«Τι μάθαμε και τι διδάξαμε»: Οι πρώτες σκέψεις για την Κουβανική Επανάσταση
Το Δεκέμβρη του 1958, κατά τις τελευταίες εβδομάδες πριν την θριαμβευτική νίκη της Επανάστασης, ο Τσε έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Τι μάθαμε και τι διδάξαμε» το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1959 στην εφημερίδα Patria που ήταν το επίσημο όργανο του Επαναστατικού Στρατού στην επαρχία Λας Βίγιας. Ακολουθούν τα κυριότερα σημεία του κειμένου.
«O δρόμος ήταν γεμάτος δυσκολίες και αντιφάσεις. Στο διάβα κάθε επαναστατικής διαδικασίας που ηγείται με ειλικρίνεια – και δεν παρακωλυέται από αυτούς που βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης – υπάρχει μια σειρά αμοιβαίων αλληλεπιδράσεων μεταξύ των ηγετών και των επαναστατικών μαζών …
… Πράγματι, η επαφή μας με τις μάζες των χωρικών μας δίδαξε τη μεγάλη αδικία που το παρόν σύστημα της αγροτικής ιδιοκτησίας συνεπάγεται. Οι χωρικοί μας έπεισαν για την ανάγκη μιας δίκαιης, εκ βάθρων αλλαγής αυτού του συστήματος ιδιοκτησίας. Με την καθημερινή δουλειά τους μας διαφώτησαν για τη δυνατότητα αυτοθυσίας του κουβανού χωρικού (αγρότη) καθώς και για την άνευ ορίων ευγένεια και αφοσίωση του.
Όμως επίσης διδάξαμε. Διδάξαμε την έλλειψη φόβου για τον εχθρό και την καταδυνάστευση. Διδάξαμε ότι τα όπλα στα χέρια του λαού αποτελούν ανώτερη δύναμη από μισθοφορικούς στρατούς. Διδάξαμε, εν συντομία, το διάσημο ρητό που πάντα πρέπει να επαναλαμβάνεται: Η Ισχύς εν τη ενώσει…
Σε αυτήν τη δεύτερη επέτειο (από το ξεκίνημα του ένοπλου αγώνα ενάντια στο καθεστώς του Μπατίστα) αλλάζουμε τον όρκο που είχαμε δώσει: Δεν θα είμαστε πλέον «ελεύθεροι ή μάρτυρες». Θα ΕΙΜΑΣΤΕ ελεύθεροι – ελεύθεροι με τη δράση όλου του λαού της Κούβας, ο οποίος σπάζει τη μια αλυσίδα μετά την άλλη με το αίμα και την αυτοθυσία των καλύτερων τέκνων του. «
Πηγή: http://www.companeroche.com, Μετάφραση: Guevaristas.
Οι ιρλανδικές ρίζες του Τσε Γκεβάρα και η «μάχη» του Galway
Ένας «πόλεμος» μένεται τις τελευταίες εβδομάδες στην παραθαλάσσια ιρλανδική πόλη του Galway. Η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της πόλης να τιμήσει τον Τσε Γκεβάρα ανεγείροντας σχετικό μνημείο, ξέθαψε τους σκελετούς της αντίδρασης, του συντηρητισμού και της αντικομμουνιστικής υστερίας. Γιατί όμως αποφάσισε το Galway να τιμήσει τον Τσε; Η απάντηση βρίσκεται ασφαλώς στις ιρλανδικές ρίζες του αργεντίνου επαναστάτη και στους άρρηκτους δεσμούς της οικογένειας Γκεβάρα με το νησί του ευρωπαϊκού βορρά.
Όπως είναι γνωστό, το πλήρες ονοματεπώνυμο του πατέρα του Τσε ήταν Ερνέστο Γκεβάρα Λυντς (Ernesto Guevara Lynch). Το επώνυμο «Λυντς» είναι από τα πλέον διαδεδομένα στην Ιρλανδία. Σύμφωνα με την ιρλανδική ιστοριογραφία και λαογραφία, η επωνυμία αυτή έχει δύο ιστορικές καταγωγές: Μια Νορμανδική και μια Γαελική (Σκωτσέζικη). Σύμφωνα με τη νορμανδική, το «Λυντς» προέρχεται από το γαλλόφωνο «Ντε Λεντς» που πιθανόν να ήταν η ονομασία κάποιας πόλης (ή περιοχής) που δεν υφίσταται πλέον. Η γαελική-σκωτσέζικη καταγωγή του επιθέτου έχει τις ρίζες της στην ιρλανδική ονομασία «Ο Λόϊνσιχ» (O Loinsigh) που στην τοπική διάλεκτο σημαίνει «άνθρωπος της θάλασσας». Αυτή η τελευταία ονομασία υπήρξε ιδιαίτερα διαδεδομένη κατά την προμεσαιωνική εποχή σε περιοχές όπως το Λίμερικ, το δυτικό Κορκ αλλά και η βόρεια επαρχία Ντέρρυ.
Η αμεσότερη σχέση του Τσε με την πόλη του Galway προκύπτει μέσω της γιαγιάς του, της Άννα Ίζαμπελ Λυντς, η οποία φέρεται να γεννήθηκε στην επαρχία του Galway και να μετανάστευσε στη Λατινική Αμερική. Εκεί, στην Αργεντινή, γνώρισε έναν ντόπιο άνδρα που έφερε το επώνυμο «Γκεβάρα» και μαζί απέκτησαν έναν γιο, τον Ερνέστο (πατέρα του Τσε). Ο ίδιος ο Τσε όχι μόνο γνώριζε γι’ αυτήν του την οικογενειακή σύνδεση με την Ιρλανδία αλλά δήλωνε σε κάθε ευκαιρία περήφανος για το ιρλανδικό επαναστατικό αίμα που έρεε μέσα του.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Πήτερ Μπέρεσφορντ Έλις, ο οποίος είχε την ευκαιρία να συναντήσει τον πατέρα του Τσε, ο αργεντίνος Κομαντάντε ήταν εντυπωσιασμένος από την ιστορία της Ιρλανδίας και των επαναστατικών φυσιογνωμιών που το νησί ανέδειξε στον αγώνα της ανεξαρτησίας απ’ τη Μεγάλη Βρετανία. Στις 13 Μαρτίου 1965 ο Τσε επισκέφτηκε το Δουβλίνο ως ενδιάμεσο σταθμό προερχόμενος από την Πράγα. Εκεί, στο αεροδρόμιο Σάννον της ιρλανδικής πρωτεύουσας, ο δημοσιογράφος των Irish Times Άρθρουρ Κουίνλαν του πήρε συνέντευξη στην οποία ο Τσε μίλησε για την ιρλανδική καταγωγή του, αναφέροντας τη γιαγιά του από το Galway. Μάλιστα, κατά την ολιγόωρη στάση του στο νησί ο Γκεβάρα επισκέφτηκε μαζί με κουβανούς συντρόφους το λιμάνι του Λίμερικ το οποίο προετοιμαζόταν για την διάσημη εορτή του Αγίου Πατρικίου.
Στο επαναστατικό πνεύμα του Τσε κάνει προφανή την επιρροή του ο συνδιασμός ιρλανδικής και βασκικής καταγωγής. Σε ότι αφορά τις ιρλανδικές ρίζες του Κομαντάντε, ο ίδιος ο πατέρας του είχε δηλώσει σε μια συνέντευξη του το 1969: «Το πρώτο αξιοσημείωτο πράγμα είναι το γεγονός ότι στις φλέβες του γιού μου κυλούσε το αίμα των ιρλανδών επαναστατών». Και συνέχισε προσθέτοντας: «Ο Τσε κληρονόμησε κάποια από τα χαρακτηριστικά των ακούραστων προγόνων μας».
Απόσπασμα συνέντευξης του Τσε στην ιρλανδική τηλεόραση.
Η «μάχη» του Galway.
Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο άρθρο του Guevaristas («Ιρλανδία: Μνημείο για τον Τσε στην πόλη καταγωγής της γιαγιάς του») το δημοτικό συμβούλιο του Galway πήρε την απόφαση να ανεγείρει μνημείο τιμώντας το λατινοαμερικάνο επαναστάτη.

- Ψηφιακή απεικόνιση του προτεινόμενου μνημείου για τον Τσε.