Ετικέτα: Ερνέστο Τσε Γκεβάρα
Προς υπεράσπιση του Τσε Γκεβάρα: Απαντώντας στα ψέματα και τις συκοφαντίες
Ο τίτλος είναι ίσως υπερβολικός. “Έχει ανάγκη υπεράσπισης μια ιστορική προσωπικότητα όπως ο Τσε;”, θα αναρωτηθούν ορισμένοι. Όχι. Τέσσερις και πλέον δεκαετίες όμως μετά τη δολοφονία του στη Βολιβία, η δράση του θρυλικού επαναστάτη συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο διαστρεβλώσεων (σκοπίμων ως επί το πλείστον) και ψευδολογιών με κύριο στόχο την σπίλωση της ιδεολογικής και πολιτικής του κληρονομιάς. Στο “παιχνίδι” αυτό της διάδοσης ψευδών πληροφοριών για τον Τσε έχουν μετάσχει αντικομμουνιστές όλων των ειδών (από την φασιστική ακροδεξιά μέχρι το “φιλελεύθερο” κέντρο), με πρωμετωπίδα ασφαλώς την συντηρητική αμερικανική δεξιά και την αντεπαναστατική κουβανική μαφία της Φλόριντα. Στο άρθρο που ακολουθεί γίνεται μια προσπάθεια αποδόμησης επτά ψευδολογημάτων που έχουν κατά καιρούς εμφανιστεί στο διαδίκτυο (αλλά και στον Τύπο) αναφορικά με τον Γκεβάρα. Σαρανταπέντε χρόνια μετά την άνανδρη δολοφονία του Τσε, η στοιχειοθετημένη και τεκμηριωμένη απάντηση στις ύπουλα δομημένες συκοφαντίες καθίσταται αναγκαία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου το σοσιαλιστικό όραμα του επαναστάτη αποκτά επίκαιρο νόημα και το παράδειγμα του συνεχίζει να φωτίζει το δρόμο όσων πιστεύουν σ’ έναν καλύτερο κόσμο.
Ψέμα 1ο: “Το ταξίδι του νεαρού Τσε και του φίλου του Αλμπέρτο Γκρανάδο στη Λατινική Αμερική είναι, ως επι το πλείστο, μύθος. Η μηχανή (Λα Ποδερόσα II) καταστράφηκε νωρίς και οι δύο αργεντίνοι έκαναν το ταξίδι τους με άλλα μέσα”.
Πρόκειται περί προφανέστατου ψεύδους. Το ταξίδι των νεαρών Γκεβάρα και Γκρανάδο στη Λατινική Αμερική έχει καταγράψει ο φωτογραφικός φακός. Φωτογραφίες των δύο αργεντίνων στη Χιλή, στο Περού, σε περιοχές των δύσβατων Άνδεων αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα. Επιπλέον, οι αναλυτικές – και συνάμα αφηγηματικού χαρακτήρα – ιδιόχειρες σημειώσεις του Γκεβάρα που αργότερα δημοσιεύθηκαν υπό τον τίτλο “Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας” (Diarios de Motocicleta) δίνουν σαφές στίγμα των εντυπώσεων που αποκόμησε από το μεγάλο αυτό ταξίδι. Τόσο ο Γκεβάρα, όσο και ο Γκρανάδο παλαιότερα σε αφηγήσεις του, έχουν καταγράψει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια πτυχές του ταξιδιού τους αναφερόμενοι σε ανθρώπους που γνώρισαν και συνομίλησαν, σε μέρη που επισκέπτηκαν αλλά και στην εθελοντική τους εργασία ως γιατροί στο λεπροκομείο του Σαν Πάμπλο. Το ταξίδι των Γκεβάρα-Γκρανάδο κατέληξε, έπειτα από επτά μήνες περιπλάνησης, στο Καράκας. Αποτέλεσε δε το έναυσμα της ιδεολογικο-πολιτικής συνειδητοποίησης του μεσοαστού αργεντίνου, ο οποίος είδε με τα ίδια του τα μάτια την ιμπεριαλιστική καταπίεση και εκμετάλλευση που κατέτρωγε τις “σάρκες” και “έπινε το αίμα” των λαών της λατινικής αμερικής.
Ψέμα 2ο: “Μετά την πτώση του Μπατίστα, ο Τσε αποφάσισε την εκτέλεση – χωρίς δικαίωμα υπεράσπισης – εκατοντάδων κουβανών αξιωματούχων του καθεστώτος”.
Είναι αλήθεια ότι ο Τσε είχε οριστεί υπεύθυνος για την απόδοση δικαιοσύνης απέναντι σε όσους είχαν αποδεδειγμένη συμμετοχή στο τυρρανικό καθεστώς του Μπατίστα, ή είχαν συνεργαστεί με αυτό συμβάλοντας άμεσα στην πολυετή καταπίεση του κουβανικού λαού. Είναι επίσης αλήθεια ότι πολλοί εξ’ αυτών εκτελέσθηκαν. Συνιστά όμως ύπουλο ψεύδος ο ισχυρισμός ότι οι εκτελεσθέντες ήταν, δήθεν, αθώοι. Γι’ αυτό παραπέμπουμε στα λόγια του βιογράφου του Τσε, του αμερικανού Τζον Λι Άντερσον: «Ακόμη να βρω κάποια έγκυρη πηγή που να αποδεικνύει ότι ο Τσε εκτέλεσε κάποιον ‘αθώο’. Αυτά τα άτομα που εκτελέστηκαν απ’ το Γκεβάρα, ή έπειτα από διαταγή του, καταδικάστηκαν γιά τα συνήθη εγκλήματα που επισύρουν τη θανατική ποινή σε περίοδο πολέμου ή μετά από πόλεμο: βασανισμούς, βιασμούς, δολοφονίες η προδοσία». [1] Συγκρατήστε το “σε περίοδο πολέμου” – η απόδοση δικαιοσύνης απέναντι στους εγκληματίες της δικτατορίας Μπατίστα ακολούθησε το θρίαμβο της Επανάστασης ο οποίος ήλθε μέσα από μακρά περίοδο βίαιων πολεμικών επιχειρήσεων.
Σε αυτό να σημειωθεί ότι η πενταετής έρευνα του Άντερσον δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στην Κούβα αλλά, επιπλέον, έλαβε πληροφοριες και από την κουβανική κοινότητα του Μαϊάμι, γνωστή για τα αντικομμουνιστικά, αντιγκεβαρικά της αισθήματα. Αυτοί που συνήθως κατηγορούν τον Τσε (και την επαναστατική κυβέρνηση της Κούβας εν γένει) για εκτελέσεις “αθώων” είναι οι ίδιοι που “ένειπταν τας χείρας τους” όταν η πολεμική μηχανή των ΗΠΑ, ή του ΝΑΤΟ, δολοφονούσε μαζικά άμαχο πληθυσμό στο Βιετνάμ, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, την Σερβία, τη Λιβύη και αλλού.
Ας δώσουμε το λόγο στον ίδιο τον Γκεβάρα: «…ήρθε η 1η Γενάρη 1959, και η Επανάσταση – πάλι χωρίς να σκεφτεί τα όσα είχε διαβάσει στα βιβλία αλλά ακούγοντας ότι της χρειαζόταν από τα χείλη του λαού – αποφάσισε πρώτα απ’ όλα να τιμωρήσει τους ενόχους, και το έπραξε. Οι αποικιακές δυνάμεις αμέσως παρουσίασαν την όλη ιστορία στα πρωτοσέλιδα τους σε όλο τον κόσμο ως δολοφονία, και αμέσως προσπάθησαν να κάνουν αυτό που προσπαθούν πάντα να κάνουν οι ιμπεριαλιστές: να ενσπείρουν τη διχόνοια. “Υπάρχουν εδώ κομμουνιστές που σκοτώνουν ανθρώπους” έλεγαν. Με προφάσεις και τετριμμένα επιχειρήματα προσπάθησαν να ενσπείρουν διχόνοια ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν πολεμήσει για τον ίδιο σκοπό». [2]
Η Επανάσταση δεν θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς την επιβολή της λαϊκής Δικαιοσύνης. Οι προδότες, οι δοσίλογοι είχαν σχεδόν πάντα αυτήν την τύχη, από τη γαλλική επανάσταση του 1789 μέχρι την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους Ναζί το 1945. Από την άλλη πλευρά, η γενναιοδωρία, παραδείγματος χάρη, των Σαντινίστας στη Νικαράγουα (που έδωσαν αμνηστία σε συνεργάτες της δικτατορίας του Σομόζα) είχε ολέθριες συνέπειες: παλιοί της εθνοφρουράς που αφέθηκαν ελεύθεροι συμμάχησαν με τις, υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ, αντεπαναστατικές δυνάμεις των Κόντρα και στράφηκαν κατά των Σαντινίστας.
Ψέμα 3ο: “Ο Τσε Γκεβάρα ήταν ένας ψυχρός και ανελέητος δολοφόνος. Εκπαίδευσε αντάρτες οι οποίοι εκτέλεσαν αμάχους, ενώ δε δίσταζε να εκτελεί άμεσα συντρόφους του οι οποίο επεδείκνυαν λιποταξία”.
Είναι σαφές ότι οι χαρακτηρισμοί “ψυχρός”, “ανελέητος”, “δολοφόνος” κλπ, στοχεύουν αποκλειστικά στη δημιουργία εντυπώσεων. Και προφανώς εκστομίζονται από όσους δεν αντιλαμβάνονται – ή, ακόμη χειρότερα, παριστάνουν πως δεν αντιλαμβάνονται – το πλαίσιο στο οποίο διεξάγεται ένας ανταρτοπόλεμος ενάντια σε ένα τυρρανικό, διεφθαρμένο, φιλοιμπεριαλιστικό καθεστώς. Τόσο ο Γκεβάρα, όσο και οι υπόλοιποι πολεμιστές του αντάρτικου “Κινήματος της 26ης Ιούλη”, είχαν να αντιμετωπίσουν έναν άριστα εκπαιδευμένο στρατό που είχε πολλαπλάσια αριθμητική υπεροχή και σαφώς πιο εξελιγμένο οπλισμό. Ως εκ τούτου, είχαν υποχρέωση να επιδείξουν τη μέγιστη δυνατή πειθαρχία και την απαρέγκλητη προσήλωση τους στους νόμους της επανάστασης. Και πράγματι, σύμφωνα με το Γκεβάρα, μια ένοπλη επανάσταση δεν θα μπορούσε να πετύχει εάν δεν έχει εμποτιστεί με ταξικό μίσος – αυτό που οι αντάρτες, οι εξεγερμένοι, ο ίδιος ο λαός και οι σύμμαχοι του τρέφουν για τον εκμεταλλευτή κεφαλαιοκράτη, τον ιμπεριαλιστή, τον αποικιοκράτη και τους δειλούς αντεπαναστάτες.
Αντίθετα με όσα λένε και γράφουν οι εχθροί του Γκεβάρα, δεν υπάρχει ούτε ένα αξιόπιστα διασταυρωμένο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο Τσε έδωσε εντολή για εκτέλεση αμάχων. Τουναντίον, με την ιδιότητα του ως γιατρού, ο Γκεβάρα προσέφερε βοήθεια τόσο σε αιχμάλωτους στρατιώτες, όσο και στους ντόπιους χωρικούς στις περιοχές απ’ όπου πέρασε ο αντάρτικος στρατός. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, κατά τον κουβανικό ανταρτοπόλεμο, η οποιαδήποτε επίθεση (ακόμη και “παρενόχληση”) εναντίον άμαχου πληθυσμού απαγορεύονταν ρητά από τον επαναστατικό νόμο του Κινήματος της 26ης Ιούλη και η τιμωρία για τους παραβάτες ήταν η εσχάτη των ποινών.
Αλλά και στο αντάρτικο της Βολιβίας υπάρχουν σαφή δείγματα της συμπεριφοράς του Τσε απέναντι στους αντιπάλους που πολύ απέχει από τις ψευδολογίες που εξαπολύουν οι συκοφάντες του. Αντιγράφουμε απ’ το ημερολόγιο της Βολιβίας: «Πιάσαμε αιχμαλώτους δυο νέους κατασκόπους, έναν υπολογαχό των καραμπινιέρων κι έναν καραμπινιέρο. Τους διαβάσαμε την μπροσούρα και τους αφήσαμε ελεύθερους…». [3] Σε άλλο σημείο του ίδιου ημερολογίου διαβάζουμε πως ο Γκεβάρα, ευρισκόμενος σε λόγο με θέα το δρόμο παρατηρούσε δύο στρατιώτες σε ένα περαστικό καμιόνι. Ένιωσε οίκτο γι’ αυτούς που κρύωναν, τυλιγμένοι στις κουβέρτες τους. «Δεν βρήκα το θάρρος να τους ρίξω…» γράφει.
Ψέμα 4ο: “Ο Τσε Γκεβάρα επεδείκνυε ρατσιστικό μίσος κατά των ομοφυλόφιλων, πρωταγωνιστώντας στη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης”.
Ουδεμία ένδειξη υπάρχει ότι οι απόψεις – και κυρίως η δράση – του Τσε είχαν ως βάση ρατσιστικά (εθνοτικά, θρησκευτικά, σεξουαλικά, κλπ.) κριτήρια. Ως γνήσιος μαρξιστής-λενινιστής ο Τσε Γκεβάρα δρούσε με ταξικό κριτήριο. Ως εχθρό του, απέναντι του, είχε αποκλειστικά τον καταπιεστή, τον εκμεταλλευτή, τον ιμπεριαλιστή και τους συνηγόρους αυτών. Όταν αναφερόμαστε σε διακρίσεις κατά των ομοφυλόφιλων στην Κούβα του 1960 πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψη δύο βασικά πράγματα:
Πρώτον, το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αναφερόμαστε. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία οι κοινωνίες της εποχής δεν ήταν ακόμη έτοιμες να δεχθούν διαφοροποίησεις, ή αλλαγές, στα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα. Να θυμήσουμε ότι τη δεκαετία του ’60 στις “προοδευτικές” Ηνωμένες Πολιτείες γινόντουσαν διακρίσεις κατά των μαύρων οι οποίοι αντιμετωπίζονταν ως πολίτες β’ κατηγορίας. Στις πρώην ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, κλπ.) οι πολίτες προερχόμενοι από αφρικανικές και ασιατικές χώρες αποτελούσαν δουλοπάροικους των εκεί καπιταλιστικών συστημάτων, στην φτηνή εργασία των οποίων βασίστηκε η όποια κερδοφορία των κεφαλαιοκρατικών ελίτ.
Δεύτερον, τις συνθήκες τις οποίες είχε να αντιμετωπίσει η Επανάσταση ώστε να εδραιωθεί. Συνθήκες οι οποίες απαιτούσαν ιδιαίτερη προσοχή, κυρίως δε σε ζητήματα που αφορούσαν τη διαφθορά των επαναστατικών συνειδήσεων την οποία επιδίωκε ο διεθνής ιμπεριαλισμός. Ένα κομμάτι της κοινωνίας που, εκμεταλλευόμενος τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, επιχείρησε να στρέψει κατά της Επανάστασης ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός ήταν οι ομοφυλόφιλοι. Πρόκειται για τον ίδιο ιμπεριαλισμό που, στα προ-επαναστατικά χρόνια, είχε εγκαταστήσει στο νησί μια ολόκληρη βιομηχανία πορνείας προς τέρψην εύπορων αμερικανών. Χιλιάδες κουβανοί και κουβανές, όλων των σεξουαλικών προσανατολισμών, χρησιμοποιήθηκαν ως φτηνό εμπόρευμα από τη δικτατορία του Μπατίστα και τους βορειοαμερικανούς προστάτες της.
Δύο ερευνήτριες, οι Λούρδη Αργκουέλες και Μπ. Ρούμπι-Ριτς [4], που ασχολήθηκαν με το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας στην μετά-1959 περίοδο, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η κατάρρευση της παραοικονομίας (της πορνείας) μετά την εδραίωση της επανάστασης είχε ως αποτέλεσμα την προσπάθεια προσεταιρισμού των ομοφυλόφιλων από αντεπαναστατικές δυνάμεις του υποκόσμου. «Αρκετοί βετεράνοι της κουβανικής μαφίας στρατολογήθηκαν από την CIA μπαίνοντας στις τάξεις των αντεπαναστατών» γράφουν οι Αρκουέλες και Ριτς. Οι αντεπαναστάτες του υποκόσμου (που είχαν χάσει τα κέρδη τους με τον θρίαμβο της επανάστασης) ξεκίνησαν να προσεγγίζουν νεαρούς ομοφυλόφιλους με σκοπό να τους εντάξουν στο αντεπαναστατικό κίνημα που οργανώνονταν από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Ένα παράδειγμα τέτοιας στρατολόγησης είναι η περίπτωση του Ρολάντο Κουμπέλα, ομοφυλόφιλου φοιτητή ο οποίος είχε πολεμήσει στο πλευρό των επαναστατικών δυνάμεων κατά του Μπατίστα αλλά κατέληξε να στρατολογηθεί από την CIA με σκοπό τη δολοφονία του Κάστρο. Έτσι, τα παραθαλάσσια τουριστικά γκέι-μπαρ στην περιοχή Λα Ράμπα είχαν καταλήξει ουσιαστικά μετά το 1959 “γιάφκες” αντεπανάστασης. Ποιά πολιτική όφειλε λοιπόν να ασκήσει η επαναστατική κυβέρνηση προκειμένου να διαφυλάξει τα κεκτημένα της επανάστασης και να προστατεύσει το λαό;
Οι ομοφυλόφιλοι νέοι και νέες που στρατολογήθηκαν από την CIA αποτέλεσαν – και αυτοί όπως πολλοί άλλοι κουβανοί – “πιόνια” της ιμπεριαλιστικής εχθρότητας απέναντι στην Επανάσταση. Ας μην ξεχνάμε ότι υπήρξε ένας πολύ μεγάλος αριθμός ομοφυλόφιλων κουβανών, κυρίως προερχόμενος από την εργατική τάξη και τα χαμηλά λαϊκά στρώμματα, που ουδέποτε εγκατέλειψε την Κούβα – αντιθέτως, οι άνθρωποι αυτοί εργάστηκαν προκειμένου να ενσωματωθούν αρμονικά στην κουβανική κοινωνία προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο κοινό καλό της επανάστασης.
Ψέμα 5ο: Ο Τσε ήλπιζε ότι η Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα θα οδηγούσε σε πυρηνικό πόλεμο, χωρίς να υπολογίζει το κόστος των χαμένων ανθρώπινων ζωών.
Το επιχείρημα αυτό αποτελεί σκόπιμη διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων, παίρνοντας αφορμή από μια φράση του Τσε λίγο καιρό μετά το τέλος της Κρίσης των Πυραύλων. Ο Γκεβάρα είχε δηλώσει τότε: «Είναι το εκπληκτικό παράδειγμα ενός λαού έτοιμου να διαλυθεί από ατομική έκρηξη προκειμένου οι στάχτες του να γίνουν τσιμέντο για τις νέες κοινωνίες και, την στιγμή που το κάνει αυτό, μια συμφωνία αποφασίζει την απόσυρση των ατομικών πυραύλων χωρίς να ζητηθεί η γνώμη του, κι ο λαός αυτός δεν αναισαίνει από ανακούφιση» [5]. Η διαστρέβλωση έγκειται στην λανθασμένη ερμηνεία των λεγομένων του Τσε. Ο Γκεβάρα, μέσα από την υπερβολή της παραπάνω φράσης, στρέφονταν ουσιαστικά κατά της τότε σοβιετικής ηγεσίας του Χρουστσώφ η οποία στήριξε τους διπλωματικούς της ακροβατισμούς στις πλάτες της επαναστατικής κουβανικής κυβέρνησης. Ως υπέρμαχος του ότι “κάθε άσκοπη θυσία θα πρέπει να αποφεύγεται”, ο Τσε ήταν μακριά από αυτοκτονικού τύπου αντιλήψεις οι οποίες θα απέβαιναν μοιραίες. Η θυσιαστική του αντίληψη ως αντάρτη πολεμιστή (θυσία σε προσωπικό επίπεδο, σε κάθε τομέα της ζωής, με στόχο την επιβίωση και εν τέλει την πραγμάτωση της επανάστασης) πρέπει να ερμηνεύεται στα δεδομένα ιστορικά και πολιτικά πλαίσια της εποχής αλλά και τις αντικειμενικές συνθήκες υπό τις οποίες θριάμβευσε και εδραιώθηκε η κουβανική Επανάσταση.
Ψέμα 6ο: Ως υπουργός βιομηχανίας ο Τσε απέτυχε παταγωδώς σε όλες τις πρωτοβουλίες που πήρε για την κουβανική οικονομία.
Ο Τσε δεν ήταν οικονομολόγος. Όντας μέλος του “Κινήματος της 26ης Ιούλη” και έχοντας συνεισφέρει τα μέγιστα στον θρίαμβο της Επανάστασης το 1959, ο Γκεβάρα ανέλαβε συγκεκριμένα πολιτικά πόστα έπειτα από πρόταση του Φιντέλ Κάστρο. Το έργο που είχε να επιτελέσει η επαναστατική κυβέρνηση της Κούβας ήταν πρακτικά τιτάνιο, έχοντας “κληρονομήσει” από το δικτάτορα Μπατίστα μια υποανάπτυκτη παραγωγικά χώρα, με κολοσσιαίες κοινωνικές ανισότητες και διαλυμένη οικονομία. Ορισμένα στατιστικά στοιχεία μιλούν απο μόνα τους: 91% των σπιτιών της επαρχίας δεν είχε επαρκή ηλεκτρισμό, 45% του πληθυσμού της επαρχίας δεν είχε μόρφωση (44% εξ’ αυτών δεν είχε πάει ποτέ σχολείο), για 2.000 άτομα αναλογούσε ένας γιατρός, 27% των παιδιών στις πόλεις και 61% στην επαρχία δεν πήγαιναν σχολείο, το 73% της καλλιεργήσιμης γης αποτελούσε ιδιοκτησία μιας χούφτας (9% των γεωκτημόνων) εύπορων αμερικανών επιχειρηματιών. Σε όλα αυτά να προστεθεί ο οικονομικός αποκλεισμός και τα άμεσα μέτρα απομόνωσης του νησιού που έλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες το 1960, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια εξαγωγών στην επαναστατική κυβέρνηση Κάστρο.
Πέραν των στρατιωτικών και διπλωματικών καθηκόντων του, ο Τσε ανέλαβε αρχικά επικεφαλής του τομέα Βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης (INRA). Στα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν στην Κούβα συντελέστηκε μια γενναία αναδιανομή γης (δήμευση των “λατιφουντίων” και πολυεθνικών, εθνικοποίηση αγροτικών και κτηνοτροφικών ράντσων, διανομή περισσότερου από 1 εκατομμύριο εκτάρια γης σε 100.000 αγρότες) στο πλαίσιο της περίφημης αγροτικής μεταρρύθμισης για την οποία ο Γκεβάρα εργάστηκε εντατικά και της οποίας υπήρξε θερμός υποστηρικτής. Αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης ήταν η σαφής βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των κουβανών της επαρχίας, η ρευματοδότηση των κατοικιών και η δημιουργία υποδομών, σχολείων και κλινικών.
Κατά τη θητεία του Τσε ως επικεφαλής του τομέα Βιομηχανίας στο INRA και ως προέδρου της Εθνικής Τράπεζας, όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και το 84% της βιομηχανίας της Κούβας κοινωνικοποιήθηκαν – πέρασαν στον έλεγχο του κράτους. Η νέα επαναστατική κυβέρνηση έπρεπε να λύσει με αποτελεσματικό τρόπο τη μετάβαση από την διαλυμένη ιδιωτική οικονομία στην κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και της βιομηχανίας. Κατά την πενταετή ενασχόληση του Γκεβάρα με την προσπάθεια εκβιομηχανοποίησης της χώρας, η κουβανική βιομηχανία άρχισε να μεγαλώνει, να διευρύνεται και να σταθεροποιείται, κυρίως ως αποτέλεσμα της κινητοποίησης του ανθρώπινου παράγοντα (εργατικού δυναμικού) στον οποίο ο Τσε πίστευε ακράδαντα. Ασφαλώς, η οικονομική σκέψη του Τσε Γκεβάρα παραμένει μέχρι και σήμερα αντικείμενο υπό μελέτη, δεδομένων των διαφωνιών που ο ίδιος εξέφρασε γραπτά με την σοβιετική αντίληψη περί πολιτικής οικονομίας που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.
Η βρετανίδα συγγραφέας και ερευνήτρια Έλεν Γιάφε (Helen Yaffe) έχει ασχοληθεί εκτενώς με την οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε στα πρώτα χρόνια της επανάστασης στην Κούβα [6]. Σύμφωνα με την Γιάφε, ως υπουργός βιομηχανίας ο Τσε δημιούργησε εννέα ερευνητικά και αναπτυξιακά κέντρα τα οποία μελετούσαν οτιδήποτε σχετίζονταν με την εκβιομηχάνιση της χώρας: από μηχανισμούς αύξησης της παραγωγής ζάχαρης μέχρι την παραγωγή νικελίου, την ανίχνευση πηγών πετρελαίου, τη χημική βιομηχανία και την έρευνα στις νέες τεχνολογίες (την εποχή εκείνη υπήρχε ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής σε όλο το νησί). Ο Τσε εισήγαγε την ψυχολογική υποστήριξη (για το εργατικό δυναμικό αλλά και τους προϋσταμένους του) ως εργαλείο βελτίωσης της παραγωγικής δυνατότητας, σχεδίασε και οργάνωσε έναν λογικό μηχανισμό κλιμακούμενης μισθοδοσίας, υποστήριξε ένθερμα την αυτοοργάνωση των εργατών στο πλαίσιο της κολεκτιβοποίησης της εργασίας (κυρίως στις αγροτικές περιοχές), εισήγαγε για τις επιχειρήσεις το καινοτόμο “Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού” (ένα συγκεντρωτικό όργανο διαχείρησης διαφορετικό από αυτό της τότε ΕΣΣΔ) το οποίο στόχευε στην πρακτική αναθεώρηση της σοβιετικής αντίληψης περί του μαρξιστικού “νόμου της αξίας”. Σύμφωνα με την Δρ. Γιάφε “μέσα σε έξι ταραγμένα χρόνια ο Τσε έκανε μια αλησμόνητη συνεισφορά στην κουβανική οικονομία”.
Πέρα από το καθαρά πρακτικό σκέλος των πολιτικών που εφαρμόστηκαν επί υπουργίας του Γκεβάρα, η οικονομική θεωρία που ανέπτυξε ο Τσε (μέσα και από τη μελέτη της μαρξιστικής-λενινιστικής πολιτικής οικονομίας) έδειξε το δρόμο μιας εναλλακτικής σοσιαλιστικής οικονομίας η οποία δεν “αντιγράφει” τους καπιταλιστικούς νόμους παραγωγής. Η κριτική του Τσε απέναντι στην σοβιετική πολιτική οικονομία (σωστή ή λάθος, η ιστορία θα αποφανθεί) υπήρξε ουσιαστικά προάγγελος της σταδιακής κατάρρευσης των οικονομικών συστημάτων του ανατολικού μπλοκ δύο και πλέον δεκαετίες μετά το θάνατο του. Επομένως, στην αποδεδειγμένα σημαντική συνεισφορά του στην εκβιομηχάνιση της επαναστατικής Κούβας θα πρέπει να προστίθεται και η θεωρητική του συμβολή στην κατεύθυνση ενός οικονομικού συστήματος με πυρήνα τον άνθρωπο, πραγματική ενσάρκωση των ιδεών του Μαρξ και του Ένγκελς.
Ψέμα 7ο: Ο Τσε εγκατέλειψε την Κούβα το 1965, όχι για να ενισχύσει τον αγώνα άλλων λαών για την ελευθερία, αλλά διότι είχε αποτύχει στην προσωπική του ζωή, έχοντας άστατο οικογενειακό βίο, δεκάδες ερωμένες και “νόθα” τέκνα.
Πρόκειται ασφαλώς για μη πολιτικό επιχείρημα που στοχεύει στην σπίλωση του Γκεβάρα σε προσωπικό επίπεδο. Η πραγματικότητα είναι ότι ο Τσε, παρ’ ότι αφιερωμένος στους σκοπούς της επαναστατικής του δραστηριότητας, υπήρξε στοργικός σύζυγος και πατέρας. Παντρεύτηκε δύο φορές, την πρώτη την περουβιανή Ίλντα Γκαντέα και τη δεύτερη την κουβανή Αλέιδα Μαρτς. Απέκτησε συνολικά πέντε παιδιά (Ιλντίτα Μπεατρίζ, Αλέιδα, Καμίλο, Σέλια, Ερνέστο). Δεν υπάρχει ουδεμία βάσιμη ένδειξη ότι ο Τσε απέκτησε παιδιά πέραν αυτών με τις δύο συζύγους του. Στο βιβλίο της “Αναπόληση” [7], η Αλέιδα Μαρτς περιγράφει έναν άνδρα που αν και βρίσκονταν στη δίνη της επανάστασης (έχοντας περάσει τρία δύσκολα χρόνια στον ανταρτοπόλεμο και έχοντας αναλάβει διοικητικά πόστα στην επαναστατική κυβέρνηση) διατηρούσε στο ακέραιο το ενδιαφέρον του για την διαπαιδαγώγηση των παιδιών του, τα οποία λόγω υποχρεώσεων δεν έβλεπε όσο συχνά θα ήθελε. Αξίζει να σημειωθεί ότι ούτε η πρώτη σύζυγος του Τσε, η Ίλντα Γκαντέα, ούτε η Μαρτς έχουν αναφέρει το παραμικρό περιστατικό άστατης προσωπικής ζωής του Γκεβάρα.
Ο Τσε Γκεβάρα ήταν υπέρμαχος μιας αυστηρά πειθαρχημένης (στους σκοπούς της επανάστασης) ζωής, την οποία απαιτούσε να έχουν οι σύντροφοι και συναγωνιστές του. Πρώτα απ’ όλα όμως, την εφάρμοζε ο ίδιος στον εαυτό του, δίνοντας το παράδειγμα σε όσους έζησαν δίπλα του. Παρά το γεγονός ότι πτυχές της προσωπικής του ζωής ενδέχεται να μην τις μάθουμε ποτέ, η προσωπικότητα και ο πειθαρχημένος χαρακτήρας του επαναστάτη μαρξιστή Γκεβάρα δεν άφηναν σε καμία περίπτωση πολλά περιθώρια για άστατο βίο και πομπώδεις παρεκτροπές.
Νικόλαος Μόττας.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] The Legacy of Che, PBS NewsHour, 20 Νοεμβρίου 1997.
[2] Ομιλία κατα την έναρξη του Πρώτου Συνεδρίου Λατινοαμερικανικής Νεολαίας, 28 Ιούλη 1960.
[3] El Diario del Che En Bolivia, Αβάνα 1968.
[4] Lourdes Arguelles and B. Ruby Rich (1984), “Homosexuality, Homophobia, and. Revolution: Notes toward an. Understanding of the Cuban. Lesbian and Gay Male. Experience”.
[5] “Tactique et strategie de la revolution latino-americaine”, αναφορά στο άρθρο στο βιβλίο “Ernesto Guevara, connu aussie comme le Che” του Paco Ignacio Taibo II.
[6] Helen Yaffe, “Che Guevara: The Economics of Revolution”, Palgrave-McMillan / Δείτε επίσης “Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Ένας επαναστάτης ενάντια στην Σοβιετική πολιτική οικονομία”.
[7] Αλεϊδα Γκεβάρα-Μαρτς (μτφ. Βασιλική Κνήτου), Αναπόληση: Η ζωή μου με τον Τσε, εκδ. Ψυχογιός, 2007.
Άλλοι τον λεν Χριστό και άλλοι Τσε!
Του Στέλιου Ελληνιάδη.
Όταν όλα έχουν ισοπεδωθεί, όλα έχουν εκφυλιστεί, όλα έχουν απαξιωθεί, κάτω από τις μεγάλες βιτρίνες της άνευ όρων ανάπτυξης και της αέναης καταναλωτικής ψυχοθεραπείας, υπάρχει η φύση που αντιστέκεται, που αναζητεί διαρκώς ρωγμές και σημεία να ανασάνει, να βλαστήσει, να ανακτήσει το καταπατημένο έδαφος.
Σαν το δεντράκι που παρατηρούσαμε προχτές με την αδερφή μου να ξεπηδάει μέσα από μια ρωγμή του αυτοκινητόδρομου, να βγαίνει μέσα από χιλιάδες τόνους πέτρας κι ασφάλτου, στέλνοντας το μήνυμα ότι η φύση πιέζεται, αλλά δεν εξαφανίζεται. Έτσι κάπως ένιωσα για τον Τσε βλέποντάς τον στις ταινίες που προβλήθηκαν στο Τριανόν, στα πλαίσια του φεστιβάλ κουβανέζικου κινηματογράφου. Σαν να είναι ένα στοιχείο της φύσης που επιζεί άϋλα στις ψυχές και υλικά σε άπειρα πράγματα με χιλιάδες μορφές. Κόντρα σε χειραγωγημένες αντιλήψεις και κοινωνίες χαλασμένες που επιδιώκουν την ευημερία τους μέσα από την καταστροφή των άλλων και της φύσης ολάκερης, τείνοντας προς την αυτοκαταστροφή τους.
Είδα μπόλικη Κούβα. Κανονικούς και φιλικούς ανθρώπους, παρθένα φύση, όμορφα παλιά αυτοκίνητα, καταπληκτικές μουσικές και τραγούδια, και πολύ ωραίες φάτσες που έχεις την αίσθηση ότι συνοψίζονται όλες στο πρόσωπο του Τσε Γκεβάρα.
Ο Τσε, που έβλεπα στην οθόνη, από παλιές ταινίες και φωτογραφίες, αλλά και μέσα από τα λόγια των αφηγητών, της κόρης του, των συναγωνιστών του ή απλών πολιτών στις γειτονιές της Αβάνας και στα χωριά, είναι πανταχού παρών. Μέσα κι έξω από την Κούβα. Είναι ριζωμένος στο μυαλό των ανθρώπων και ξεπετάγεται και βλασταίνει μέσα στις κοινωνίες όσο κι αν τις πλακώνει το τσιμέντο και η συμβατικότητα. Υπάρχει σε εκατομμύρια σπίτια, μαγαζιά, σχολεία και γειτονιές, παράγκες και στρατόπεδα, σε αφίσες, κορνίζες, σκίτσα, ζωγραφιές, καρποστάλ, γκράφιτι, μπρελόκ, καρφίτσες, μπλουζάκια, αυτοκόλλητα, ταμπακιέρες, αναπτήρες, κούπες, μπιζού, βιβλία, τετράδια, περιοδικά, εφημερίδες, ταινίες και εκατομμύρια ιστοσελίδες στο διαδίκτυο. Υπάρχει ζωγραφισμένος σε τοίχους του Μεξικού και καρφιτσωμένος σε αιωνόβια δέντρα στις ζούγκλες της Ινδίας… σε άπειρα διηγήματα και ποιήματα και τραγούδια λατινοαμερικάνικα, νεπαλέζικα, παλαιστινιακά και ελληνικά… και κυρίως, υπάρχει στις συνειδήσεις εκατοντάδων, αν όχι δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Ο Τσε, πιο ανόθευτος κι απ’ τον Χριστό, γιατί δεν κουβαλάει τα μεγάλα και δυσβάκτακτα βάρη που φόρτωσαν στον Ιησού τον Ναζωραίο οι σφετεριστές του. Σφαγές, βασανιστήρια, γενοκτονίες, διωγμοί και πόλεμοι, στο όνομα του Χριστού. Λαοί και έθνη ολόκληρα εξαφανίστηκαν από τους χριστιανούς, σε όλο τον κόσμο. Τα πιο ασύλληπτα κακουργήματα σε βάρος των ανθρώπων, των ζώων και της γης ολόκληρης, έγιναν από τους αυτοεπονομαζόμενους χριστιανούς στο όνομα του Χριστού, ερήμην του, βεβαίως. Με σταυρούς λιντσάρανε τα θύματά τους οι ρατσιστές δολοφόνοι της Κου Κλουξ Κλαν. Για να μην πάμε πίσω στις σταυροφορίες, στην Ιερά Εξέταση, τη γενοκτονία των ιθαγενών της Αμερικής και της Αυστραλίας και ένα σωρό άλλα «κατορθώματα» των χριστιανών, στο όνομα του Χριστού, ερήμην του, πάντα.
Για να βρεις τον Χριστό μέσα σ’ αυτό το ανθρωποσφαγείο, πρέπει να είσαι θεός ο ίδιος. Όλη η ιστορία των δυτικών κοινωνιών, σχεδόν δύο χιλιάδων χρόνων, είναι ιστορία λεηλασιών, πολέμων και γενοκτονιών με επικεφαλής πάπες, καρδινάλιους και χριστεπώνυμους ηγέτες, εγκληματίες χειρίστης μορφής. Πώς να ξεκαθαρίσει ένας χριστιανός τον Χριστό μέσα σ’ αυτή τη χαβούζα; Πώς να διαχωριστεί απ’ όλους αυτούς που για λόγους συμφερόντων χρησιμοποίησαν τον Χριστό για να διαπράξουν τα πιο βδελυρά και μαζικά εγκλήματα;
Ο Τσε δεν είναι θεός, ούτε καν ημίθεος. Έμεινε φυσικός, θνητός, αλλά κι αυτός θυσιάστηκε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε. Και συνεχίζει να καταγγέλει τα εγκλήματα των ανθρώπων, να πολεμάει τους βάρβαρους και να φωτίζει τα μονοπάτια και τις λεωφόρους των λαών για μια άλλη ζωή, όχι όμως στον ουρανό, αλλά στη γη.
Ο ίδιος πολέμησε στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική, αυτοπροσώπως, αλλά μετά θάνατον τον συναντούμε σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες. Ο Τσε είναι η προσωποποίηση της αυτοθυσίας και το σύμβολο όλων των αγώνων για ελευθερία και δικαιοσύνη, σε όλον τον κόσμο. Είναι του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος.
Ο Τσε δεν ξεριζώνεται.
Μέσα σ’ αυτό τον εφιαλτικό κόσμο, του πολύ σκληρού, μέχρι ψυχικής και σωματικής εξόντωσης, ανταγωνισμού, όλα παραποιούνται, όλα αγοράζονται και πουλιούνται, όλα εκφυλίζονται. Οι ευγενικές ιδέες και οι αξίες της ισότητας, της αλληλεγγύης, της ειρήνης, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης δεν βολεύονται. Για την ακρίβεια, θεωρούνται εχθρικές, αντιπαραγωγικές και αντίθετες στο σύστημα της εξαχρείωσης, της απάτης, της βίας και της εκμετάλλευσης που κυριαρχεί. Δεν χωράνε σ’ αυτό το σύστημα οι ανιδιοτελείς άνθρωποι, ούτε οι θεοί. Ούτε ο Τσε ούτε ο Χριστός.
Αλλά, ευτυχώς, ο Τσε φυτρώνει παντού, κόντρα στη βούληση και την τρομοκρατία της απανταχού ολιγαρχίας. Και επειδή φυτρώνει παντού, δεν ξεριζώνεται. Μπορείς να σκίσεις την αφίσα του ή να απαγορεύσεις την αναφορά του ονόματός του ή τη μετάδοση των τραγουδιών που αναφέρονται σ’ αυτόν, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις τη διάχυσή του σαν αεράκι στη φύση. Οι πολίτες δεν εισπνέουν μόνο οξυγόνο, εισπνέουν και ιδανικά και αξίες και πρόσωπα που τα συμβολίζουν και κυκλοφορούν ελεύθερα. Σύμβολα που διεισδύουν παντού, που δεν εμποδίζονται με κανένα τρόπο και κανένα μέσο.
Ο Τσε είναι ιδέα, είναι η άϋλη περιγραφή ενός κόσμου θαυμαστού, μελλοντικού. Ενός κόσμου που δεν υπάρχει ακόμα πουθενά ολόκληρος σε υλική μορφή, αλλά πλανιέται στην ατμόσφαιρα και στα μυαλά των ανθρώπων. Και όχι μόνο. Υπάρχει σε εκατομμύρια σημεία και φαινόμενα, στις γειτονιές, στις πόλεις και τα χωριά, στα νησιά και τα δάση, στα όρη και τις ερήμους, με διάφορες μορφές. Σε κινήματα αντίστασης, σε ομάδες αλληλεγγύης, σε κοινωνικά ιατρεία, σε εναλλακτικές καλλιέργειες, σε έργα τέχνης, σε υψωμένες γροθιές και οργισμένα συνθήματα, σε ποιήματα και τραγούδια, σε αγάπες και όνειρα, οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Και αντιλαμβάνεσαι την παρουσία του με τις αισθήσεις και την κοινή λογική, εάν δεν είσαι αλλοτριωμένος, εάν δεν είσαι τυφλωμένος από την προπαγάνδα, τη βία και την κατανάλωση. Εάν δε, έχεις έκτη αίσθηση, είσαι διορατικός, έχεις φαντασία, βλέπεις πέρα από το προφανές ή πιστεύεις ότι η φύση είναι από τη φύση της όμορφη και δημιουργική, τότε είσαι κι εσύ μέρος αυτού του άλλου κόσμου, που γεννιέται αργά και βασανιστικά, αλλά όμορφα. Τα γεννητούρια του, δηλαδή πότε με το καλό, δεν μπορώ να τα προβλέψω, γι’ αυτό μην με ρωτήσετε. Δεν ξέρω. Πέρα από την αίσθηση ότι έρχεται, τίποτα άλλο δεν μπορώ να πω.
Βασισμένο σε σχόλιο που μεταδόθηκε «Στο Κόκκινο, 105,5», Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012. Πηγή: Δρόμος της Αριστεράς.
Η επίσκεψη του Τσε Γκεβάρα στη μαρτυρική Χιροσίμα
Ήταν Ιούλης 1959, επτά περίπου μήνες μετά το θρίαμβο της Κουβανικής Επανάστασης, όταν ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα προσγειώνονταν στο αεροδρόμιο του Τόκιο φορώντας την χαρακτηριστική στρατιωτική του στολή. Οι ΗΠΑ είχαν ήδη επιβάλλει στην Κούβα οικονομικό αποκλεισμό στο εμπόριο ζάχαρης και ο Τσε, μαζί με αντιπροσωπεία κουβανών, μετέβησαν στη χώρα της Άπω Ανατολής με στόχο μια εμπορική συμφωνία για αύξηση του αριθμού των εξαγωγών. Πέραν των συναντήσεων της με υψηλόβαθμους αξιωματούχους της ιαπωνικής κυβέρνησης, η κουβανική αποστολή επισκέπτηκε μεγάλους βιομηχανικούς κολοσσούς της χώρας όπως η Τογιότα, η Σόνυ και η Μιτσουμπίσι. Όταν η κυβέρνηση του Τόκιο απέκλεισε την Χιροσίμα από το πρόγραμμα των επισκέψεων, ο Τσε αποφάσισε να επισκεφτεί την πόλη ανεπίσημα και χωρίς την συνοδεία επισήμων.
Εκείνη την περίοδο – ήταν μόλις λίγους μήνες μετά την Επανάσταση στην Κούβα άλλωστε – ο Γκεβάρα δεν ήταν ακόμη γνωστή φυσιογνωμία στην Ιαπωνία. Παρ’ όλα αυτά όμως, η παρουσία του σε όσους είχαν την ευκαιρία να τον συναντήσουν και να συνομιλήσουν μαζί του άφησε ισχυρές εντυπώσεις. Το αληθινό, καθαρό και διαπεραστικό του βλέμμα, καθώς και ο ήπιος τρόπος με τον οποίο συνομιλούσε προκάλεσαν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον αξιωματούχου της ιαπωνικής κυβέρνησης που συνόδευε την κουβανική αποστολή.
Ο Τσε, λοιπόν, επισκέπτηκε την πόλη της Χιροσίμα παρά τις αρχικές αντιδράσεις της κυβέρνησης της Ιαπωνίας. Ο ίδιος ήταν από πριν αποφασισμένος να μην αφήσει το τραγικό αυτό μέρος έξω απ’ το πρόγραμμα της περιοδείας του. Αρχικά υπήρξε η ιδέα να επισκεπτεί ένα νεκροταφείο πεσόντων στρατιωτιών της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας – Ο Τσε αρνήθηκε να μεταβεί εκεί με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχε λόγος να τιμήσει στρατιώτες που μακέλευσαν αθώους ανθρώπους στο όνομα μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης.
Στο μυαλό του Κομαντάντε ήταν η Χιροσίμα και η ανείπωτη τραγωδία που οι κάτοικοι της (και μαζί τους ο Ιαπωνικός λαός) έζησαν με τη ρήψη της ατομικής βόμβας, τον Αύγουστο του 1945. “Επιθυμώ να δω το μέρος όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες σκότωσαν περισσότερους από 100.000 ανθρώπους” έλεγε στα μέλη της αποστολής εκείνες τις μέρες. Αποφάσισε να μεταβεί κρυφά στην Χιροσίμα, γνωρίζοντας ότι κανένας δεν θα αναγνώριζε την ιδιότητα του ως υψηλόβαθμου στελέχους της επαναστατικής Κουβανικής κυβέρνησης. Μαζί με δύο μέλη της αποστολής αναχώρησαν με το βραδινό τρένο από το Τόκιο για την πόλη της Χιροσίμα. Στην συνέχεια ο Τσε είχε την ευκαιρία να επισκεπτεί το “Πάρκο της Ειρήνης” (Hiroshima Peace Memorial Park), το μουσείο της πόλης και το νοσοκομείο στο οποίο νοσηλεύονταν ασθενείς που υπέφεραν από διάφορες παθήσεις-αποτέλεσμα της ραδιενέργειας που σκόρπισε η δολοφονική ατομική βόμβα των αμερικανών.
Ένας ρεπόρτερ τοπικής εφημερίδας που αναγνώρισε τη φιγούρα του Τσε ζήτησε μια σύντομη συνέντευξη. Όπως ο ίδιος διηγήθηκε αργότερα, ο Γκεβάρα ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στα λόγια του, ούτως ώστε να μην πει κάτι που θα έθιγε, την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τους λαούς της Ιαπωνίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Βλέποντας όμως το μέγεθος της τραγωδίας που άφησε πίσω της η πυρηνική καταστροφή, η οργή του επαναστάτη που αποζητά δικαιοσύνη βγήκε στην επιφάνεια: “Πρέπει να δώσουμε την αγάπη μας στη Χιροσίμα και στους ανθρώπους της για πάντα” και ρώτησε: “Γιατί η Ιαπωνία δεν ζητά μια δημόσια συγνώμη από τις ΗΠΑ και γιατί δεν δείχνει τον θυμό της για όσα συνέβησαν, ώστε να σταματήσουν (οι ΗΠΑ) να ελέγχουν τη χώρα αυτή;”. Για έναν άνθρωπο με έκδηλο το πνεύμα του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης, όπως ο Ερνέστο Γκεβάρα, ήταν πολύ δύσκολο να μην νιώσει την πρωτοφανή στα ιστορικά δεδομένα αδικία που συντελέστηκε στη Χιροσίμα το 1945. Ήταν αδύνατο να μην εξοργιστεί, ως γνήσιος διεθνιστής επαναστάτης, μπροστά στον πόνο και την τραγωδία των ανθρώπων την γιαπωνέζικης πόλης που ισοπεδώθηκε από την ατομική βόμβα της ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης.
Με την επιστροφή του στην Κούβα, μετά το πέρας του ταξιδιού του, ο Τσε προέβη σε μια δημόσια δήλωση αναφορικά με την ανάγκη να τιμάται η μνήμη των θυμάτων της Χιροσίμα. Αυτήν του την εμπειρία την μετέδωσε και στον Φιντέλ Κάστρο, καθιερώνοντας κάθε χρόνο, στις 6 Αυγούστου, την ημέρα μνήμης των θυμάτων του πυρηνικού ολοκαυτώματος. Το έγκλημα στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι διδάσκεται στους κουβανούς μαθητές του δημοτικού, ενώ ο Φιντέλ Κάστρο πραγματοποίησε επίσκεψη στη μαρτυρική πόλη το 2003, κάνοντας έτσι πράξη μια υπόσχεση που είχε δώσει στον αλησμόνητο φίλο και σύντροφο του.
Νίκος Μόττας.
Πηγή: Toru Miyoshi. Che Nihon wo Iku (Che goes to Japan). Bungei Shunju. Tokyo: Bungei Shunju Ltd., March 1969.
Πώς έβλεπε ο Τσε τον Σοσιαλισμό

Του Μισέλ Λεβί.
Από την επιτυχία της κουβανικής επανάστασης, το 1959, μέχρι το 1967, η σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα εξελίχτηκε. Αν και οι κεντρικοί άξονες της πολιτικής του θεωρίας και πρακτικής παρέμειναν η χειραφέτηση της Λατινικής Αμερικής και ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό σε παγκόσμιο επίπεδο, από το 1963 και μετά τον απασχολούσε η άσκηση κριτικής στο αδιέξοδο όπου οδηγούσαν τα συστήματα της Ανατολικής Ευρώπης.
Ο Τσε Γκεβάρα απομακρυνόταν ολοένα και περισσότερο από τις αρχικές αυταπάτες του για την ΕΣΣΔ και τον σοβιετικού τύπου μαρξισμό. Σε επιστολή του, το 1965, προς τον φίλο του Αρμάντο Χαρτ (τον κουβανό υπουργό Πολιτισμού), κατακρίνει σκληρά τον « ιδεολογικό μιμητισμό » που έχει κάνει την εμφάνισή του στην Κούβα με την έκδοση σοβιετικών εγχειριδίων για τη διδασκαλία του μαρξισμού.
Εκείνη την εποχή, την άποψή του συμμερίζονταν οι Μαρτίνεζ Χερέντια, Ορέλιο Αλόνσο και ο κύκλος τους στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Αβάνας, οι οποίοι εξέδιδαν την επιθεώρηση « Pensiamento critico ». Τα εγχειρίδια, τα οποία αποκαλούσε « σοβιετικά τούβλα », « έχουν το μειονέκτημα ότι δεν σε αφήνουν να σκεφτείς : το Κόμμα το έχει ήδη κάνει για σένα, κι εσύ οφείλεις να τα χωνέψεις » [1], έγραφε. Είναι ξεκάθαρο ότι αναζητεί ένα νέο μοντέλο, για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, πιο ριζοσπαστική, πιο εξισωτική, πιο αλληλέγγυα.
Το έργο του « Τσε » δεν είναι ένα στεγανό σύστημα που έχει απάντηση για όλα : για πολλά ζητήματα (τη σοσιαλιστική δημοκρατία, τον αγώνα ενάντια στη γραφειοκρατία) η συλλογιστική του παραμένει ατελής και εξαιτίας του θανάτου του, το 1967. Ο Μαρτίνεζ Χερέντια έχει δίκιο να υπογραμμίζει : « το ανολοκλήρωτο της σκέψης του Τσε […] παρουσιάζει και θετικές όψεις. Ο μεγάλος διανοητής είναι παρών, δείχνοντάς μας προβλήματα και δρόμους […] απαιτώντας από τους συντρόφους του να σκέφτονται, να μελετούν, να συνδυάζουν τη θεωρία με την πράξη. Είναι αδύνατον, όταν αποδέχεσαι πραγματικά τη σκέψη του, να τη μετατρέψεις σε δόγμα ή σε θεωρητικό προπύργιο […] τσιτάτων και συνταγών » [2].
Μεταξύ 1960 και 1962, ο Γκεβάρα έτρεφε πολλές ελπίδες για τις « αδελφές χώρες » του « υπαρκτού σοσιαλισμού ». Ύστερα από μερικές επισκέψεις στην ΕΣΣΔ και την Αν. Ευρώπη, και μετά την εμπειρία των πρώτων χρόνων της μετάβασης προς τον σοσιαλισμό στην Κούβα, άρχισε να γίνεται επικριτικός. Η απόκλιση των απόψεών του εκφράστηκε δημόσια σε πολλές περιπτώσεις, κυρίως στον διάσημο « Λόγο του Αλγερίου » το 1965. Όμως, ήδη από την περίοδο 1963-1964, κατά τη διάρκεια του μεγάλου δημόσιου διαλόγου για την οικονομία στην Κούβα, έγινε αισθητή η απόπειρά του να διατυπώσει μια καινούρια προσέγγιση του σοσιαλισμού.
Τα « τούβλα » από την ΕΣΣΔ.
Ο συγκεκριμένος διάλογος είχε οδηγήσει σε αντιπαράθεση τους οπαδούς ενός είδους « σοσιαλισμού της αγοράς » όπου θα υπήρχε αυτονομία των επιχειρήσεων και επιδίωξη της οικονομικής αποτελεσματικότητας, όπως συνέβαινε στην ΕΣΣΔ, και του Γκεβάρα, ο οποίος υποστήριζε έναν κεντρικό σχεδιασμό, βασισμένο σε κοινωνικά, πολιτικά και ηθικά κριτήρια : αντί για πριμ παραγωγικότητας και τιμές καθορισμένες από την αγορά, πρότεινε να παρέχονται δωρεάν ορισμένα αγαθά και υπηρεσίες. Ωστόσο, στις παρεμβάσεις ο Τσε δεν προσδιόριζε με σαφήνεια ποιος θα ελάμβανε τις θεμελιώδεις οικονομικές αποφάσεις. Με άλλα λόγια, ετίθετο το ζήτημα της δημοκρατίας στο σχεδιασμό. Πάνω σε αυτό το θέμα, όπως και σε αρκετά άλλα, ορισμένα ανέκδοτα έως τώρα κείμενα του Γκεβάρα, που δόθηκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα στην Κούβα, ανοίγουν νέες προοπτικές.
Πρόκειται για τις « Κριτικές σημειώσεις » του Τσε στο Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ (έκδοση του 1963 στα ισπανικά) -ένα από τα « τούβλα » που ανέφερε στην επιστολή του προς τον Χαρτ- οι οποίες συντάχθηκαν κατά την παραμονή του στην Τανζανία και κατόπιν, κυρίως, στην Πράγα, τη διετία 1965-1966. Δεν μιλάμε για βιβλίο, ούτε καν για δοκίμιο, αλλά για μια συλλογή αποσπασμάτων του σοβιετικού έργου, τα οποία συνοδεύονται από σχόλια, συχνά αιχμηρά και ειρωνικά [3].
Περιμέναμε την έκδοση αυτού του ντοκουμέντου εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Για δεκαετίες έμεινε « εκτός κυκλοφορίας » : η μόνη παραχώρηση ήταν να αφήσουν μερικούς κουβανούς ερευνητές να το μελετήσουν και να δημοσιοποιήσουν ορισμένα αποσπάσματα [4]. Χάρη στη Μαρία ντελ Κάρμεν Αριέτ Γκαρσία, του Κέντρου Μελετών Τσε Γκεβάρα της Αβάνας, βρίσκεται σήμερα στη διάθεση όλων των ενδιαφερόμενων. Η διευρυμένη έκδοση περιέχει και διάφορα άλλα ανέκδοτα κείμενα : μια επιστολή στον Φιντέλ Κάστρο, γραμμένη τον Απρίλιο του 1965, η οποία χρησιμεύει ως πρόλογος του βιβλίου, σημειώσεις πάνω σε κείμενα του Μαρξ και του Λένιν, μια επιλογή των πρακτικών των συζητήσεων ανάμεσα στον Γκεβάρα και τους συνεργάτες του στο υπουργείο Βιομηχανίας (1963-1965), τα οποία εν μέρει είχαν ήδη εκδοθεί τη Γαλλία και την Ιταλία τη δεκαετία του 1970, επιστολές σε διάφορες προσωπικότητες (Πολ Σουίζι, Σαρλ Μπετελέμ), αποσπάσματα μιας συνέντευξης στο αιγυπτιακό περιοδικό « Al Taliah » (Απρίλιος 1965).
Το έργο εκφράζει παράλληλα την ανεξαρτησία πνεύματος του Γκεβάρα, την κριτική αποστασιοποίησή του από τον « υπαρκτό σοσιαλισμό », καθώς και την αναζήτηση ενός ριζοσπαστικού δρόμου. Δείχνει επίσης και τα όρια της συλλογιστικής του.
Ας αρχίσουμε από τα τελευταία : Ο Τσε, μέχρι εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή -δεν γνωρίζουμε αν η ανάλυσή του προχώρησε κατά τη διάρκεια της διετίας 1966-1967- δεν έχει κατανοήσει το πρόβλημα του σταλινισμού. Αποδίδει τα αδιέξοδα που παρατηρήθηκαν στην ΕΣΣΔ τη δεκαετία του 1960, στη… Νέα Οικονομική Πολιτική του Λένιν ! Βέβαια, σκέφτεται ότι, εάν ο Λένιν είχε ζήσει περισσότερο -« διέπραξε το σφάλμα να πεθάνει », παρατηρεί με χιούμορ- θα είχε διορθώσει εκείνες τις επιπτώσεις της που οδήγησαν στα μεγαλύτερα πισωγυρίσματα. Παραμένει πεπεισμένος ότι η εισαγωγή καπιταλιστικών στοιχείων από τη Νέα Οικονομική Πολιτική οδήγησε σε βαθύτατες παρεκκλίσεις, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση του καπιταλισμού, η οποία παρατηρήθηκε στην ΕΣΣΔ το 1963.
Καμία από τις κριτικές σημειώσεις του για τη Νέα Οικονομική Πολιτική δεν στερείται ενδιαφέροντος. Μερικές φορές συμπίπτουν με εκείνες που διατύπωσε η αριστερή αντιπολίτευση (στην ΕΣΣΔ) την περίοδο 1925-1927 : για παράδειγμα, όταν διαπιστώνει ότι « τα στελέχη του κόμματος συμμάχησαν με το σύστημα, δημιουργώντας μια προνομιούχο κάστα ». Όμως, η ιστορική υπόθεση που καθιστά τη Νέα Οικονομική Πολιτική υπεύθυνη για τις φιλοκαπιταλιστικές τάσεις στην ΕΣΣΔ του Λεονίντ Μπρέζνιεφ, προφανώς ελάχιστα στέκει. Όχι ότι ο Γκεβάρα αγνοούσε τον ολέθριο ρόλο του Στάλιν… Σημειώνει κάπου, με εντυπωσιακή ακρίβεια : « Το τρομερό ιστορικό έγκλημα του Στάλιν υπήρξε το γεγονός ότι περιφρόνησε την κομμουνιστική εκπαίδευση και καθιέρωσε την απεριόριστη λατρεία της εξουσίας ». Αν και δεν πρόκειται για ανάλυση του σταλινικού φαινομένου, είναι ήδη εμφανής η κατηγορηματική του απόρριψη από τον Τσε.
Σοσιαλιστικός επεκτατισμός
Στον « Λόγο του Αλγερίου », ο Γκεβάρα απαιτούσε από τις χώρες που αυτοπροσδιορίζονταν ως σοσιαλιστικές να θέσουν τέρμα « στη σιωπηρή συνενοχή τους με τις χώρες των εκμεταλλευτών, τις δυτικές χώρες ». Αυτή η πρακτική εκφραζόταν μέσα από τους άνισους όρους ανταλλαγών με τους λαούς που αγωνίζονταν ενάντια στον ιμπεριαλισμό [5]. Το ζήτημα επανέρχεται πολλές φορές στις « Κριτικές σημειώσεις » του στο σοβιετικό εγχειρίδιο. Ενώ οι συγγραφείς του επίσημου έργου εξυμνούν την « αμοιβαία βοήθεια » ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες, ο πρώην υπουργός Βιομηχανίας της Κούβας είναι υποχρεωμένος να διαπιστώσει ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα : « Εάν ο προλεταριακός διεθνισμός πρωτοστατούσε στις ενέργειες των κυβερνήσεων κάθε σοσιαλιστικής χώρας, (…) αυτό θα αποτελούσε μεγάλη επιτυχία. Όμως, ο διεθνισμός έχει αντικατασταθεί από τον σοβινισμό (της υπερδύναμης ή της μικρής χώρας) ή από την υποταγή στην ΕΣΣΔ (…). Αυτή η κατάσταση πληγώνει όλα τα τίμια όνειρα των κομουνιστών σε ολόκληρο τον κόσμο ».
Μερικές σελίδες παρακάτω, σε ένα ειρωνικό σχόλιο για τον τρόπο με τον οποίο το εγχειρίδιο εξυμνούσε τον καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες, ο οποίος υποτίθεται ότι στηριζόταν στην « αδελφική συνεργασία », ο Γκεβάρα παρατηρεί : « Η σφηκοφωλιά της Κομεκόν [6] διαψεύδει αυτόν τον ισχυρισμό στην πράξη. Το κείμενο αναφέρεται σε μια ιδανική κατάσταση η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα με την εφαρμογή στην πράξη του προλεταριακού διεθνισμού, ωστόσο, σήμερα αυτός είναι αξιοθρήνητα απών ». Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται κι ένα άλλο απόσπασμα, στο οποίο διαπιστώνει με πικρία ότι στις σχέσεις των χωρών που υποστηρίζουν ότι είναι σοσιαλιστικές συναντάμε « φαινόμενα επεκτατισμού, ετεροβαρών ανταλλαγών, ανταγωνισμού, έως και κάποιον βαθμό εκμετάλλευσης, και οπωσδήποτε την υποταγή των ασθενέστερων κρατών στα ισχυρότερα ».
Τέλος, όταν το εγχειρίδιο μιλάει για την « οικοδόμηση του σοσιαλισμού » στην ΕΣΣΔ, η κριτική του Τσε θέτει το ρητορικό ερώτημα : « Μπορούμε να οικοδομήσουμε τον σοσιαλισμό σε μια μονάχα χώρα ; » Μια άλλη παρατήρηση κινείται έχει παρόμοια αφετηρία : ο Τσε διαπιστώνει ότι ο « Λένιν είχε διατρανώσει απερίφραστα τον παγκόσμιο χαρακτήρα της επανάστασης, πράγμα που στη συνέχεια διαψεύστηκε ». Πρόκειται για μια ξεκάθαρη αιχμή προς την « οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια μονάχα χώρα » [7].
Στις περισσότερες κριτικές του Γκεβάρα αντιστοιχούν οικονομικά κείμενά του της διετίας 1963-1964 : υπεράσπιση του κεντρικού σχεδιασμού ενάντια στον νόμο της αξίας και ενάντια στα αυτόνομα εργοστάσια που λειτουργούν με τους κανόνες της αγοράς. Ανησυχεί επίσης για τα πριμ που χορηγούνται ως υλικό κίνητρο στους διευθυντές των εργοστασίων, καθώς θεωρεί ότι αποτελούν όχημα διαφθοράς. Ο Γκεβάρα υπερασπίζεται το σχεδιασμό ως κεντρικό άξονα της διαδικασίας της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, επειδή « απελευθερώνει το ανθρώπινο ον από την κατάσταση του οικονομικού πράγματος ». Ωστόσο, αναγνωρίζει στην επιστολή του προς τον Φιντέλ ότι στην Κούβα « οι εργαζόμενοι δεν συμμετέχουν στη σύνταξη του πλάνου ».
Ποιος πρέπει να εκπονεί τον σχεδιασμό ;
Ο διάλογος της περιόδου 1963-1964 δεν είχε δώσει απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Στις « Κριτικές σημειώσεις » του 1965-1966 βρίσκουμε πολύ πιο ενδιαφέρουσες και πιο προωθημένες απόψεις : ορισμένα αποσπάσματα θέτουν ξεκάθαρα την αρχή της λήψης των αποφάσεων για τα μεγάλα οικονομικά ζητήματα από τον ίδιο τον λαό. Οι μάζες, γράφει ο Τσε, οφείλουν να συμμετέχουν στην εκπόνηση του πλάνου, ενώ η εκτέλεσή του αποτελεί ένα καθαρά τεχνικό θέμα. Κατά τη γνώμη του, στην ΕΣΣΔ η θεώρηση του πλάνου ως « μια οικονομική απόφαση των μαζών, οι οποίες έχουν συνείδηση του ρόλου τους », αντικαταστάθηκε από ένα πλασέμπο, τους οικονομικούς μοχλούς που καθορίζουν τα πάντα. Οι μάζες, επιμένει, « οφείλουν να έχουν τη δυνατότητα να κατευθύνουν το πεπρωμένο τους, να αποφασίζουν το μερίδιο που θα διατεθεί για τη συσσώρευση και το μερίδιο που θα διατεθεί για κατανάλωση », ενώ η οικονομική τεχνική οφείλει να εργάζεται με βάση τους αριθμούς τους οποίους έχει αποφασίσει ο λαός, και η « συνείδηση των μαζών οφείλει να εξασφαλίζει την επίτευξη αυτών των στόχων ».
Αυτό το ζήτημα επανέρχεται αρκετές φορές : όπως γράφει, οι εργάτες, και ο λαός γενικότερα « θα αποφασίζουν για τα μεγάλα προβλήματα της χώρας (ρυθμός ανάπτυξης, συσσώρευση-κατανάλωση) », ακόμα κι αν το πλάνο ανήκει στην αρμοδιότητα των ειδικών. Αυτός ο υπερβολικά μηχανικός διαχωρισμός ανάμεσα στη λήψη των οικονομικών αποφάσεων και στην εκτέλεσή τους είναι συζητήσιμος. Ο Γκεβάρα δεν έχει φτάσει ακόμα σε όλα τα πολιτικά συμπεράσματα που αυτός συνεπάγεται -εκδημοκρατισμός της εξουσίας, πολιτικός πλουραλισμός, ελευθερία της δημιουργίας οργανώσεων- ωστόσο, η σημασία αυτής της νέας αντίληψης για την οικονομική δημοκρατία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί [8].
Μπορούμε να θεωρήσουμε τις σημειώσεις ως ένα σημαντικό βήμα στο δρόμο του Γκεβάρα προς μια εναλλακτική κομουνιστική δημοκρατική λύση απέναντι στο σοβιετικό μοντέλο. Αυτός ο δρόμος διακόπηκε απότομα τον Οκτώβριο του 1967, από τους βολιβιανούς δολοφόνους του που εργάζονταν για λογαριασμό της CIA.
«Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 11 Δεκεμβρίου 2007 – Le Monde Diplomatique.
Υποσημειώσεις:

[1] Η επιστολή, η οποία παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα ανέκδοτη, παρουσιάστηκε στο έργο του Nestor Kohau, « Ernesto Che Guevara. Otro mondo es possible », Nuestra America, Μπουένος Αϊρες, 2003, σελ. 156-158.
[2] « Che, el socialismo y el comunismo », στο « Pensar el Che, Centro de estudios sobre America », Editorial Jose Marti, Αβάνα, 1989, τόμος ΙΙ, σελ.30.
[3] Ernesto Che Guevara, « Apuntes criticos a la economia politica », Ocean Press, Αβάνα, 2006.
[4] Βλέπε Carrlos Tablada, « El pensiamento economico de Ernesto Che Guevara » (τριάντα εκδόσεις από το 1987, η τελευταία εκ των οποίων στον « Ruth Casa Editorial », Παναμάς, 2005), Orlando Borrego, « El camino del fuego », Imagen Contempor―nca, Αβάνα, 2001.
[5] Ernesto Che Guevara, « Obras 1957-1967 », Maspero, Παρίσι, 1970, τόμος ΙΙ, σελ. 574.
[6] Συμβούλιο Αμοιβαίας Οικονομικής Βοήθειας : ένα είδος Κοινής Αγοράς των χωρών του « υπαρκτού σοσιαλισμού ».
[7] Αυτή η πολιτική θεωρία την οποία υποστήριξε ο Στάλιν το 1924 και η οποία ερχόταν σε αντίθεση με τις « διεθνιστικές » αρχές που υποστήριζε παλαιότερα ο Λένιν, υιοθετήθηκε από το 14ο Συνέδριο του Κομουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης στις 18 Δεκεμβρίου του 1925.
[8] Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι στις συζητήσεις με τους συνεργάτες του στο υπουργείο Βιομηχανίας οι οποίες δημοσιεύονται στον ίδιο τόμο, ο Γκεβάρα υπερασπίστηκε πολλές φορές την ελευθερία της έκφρασης. Έτσι, σε μια συζήτηση τον Νοέμβριο του 1964 επιμένει : « Δεν είναι δυνατόν να καταστρέψεις μια γνώμη με τη βία, αυτό μπλοκάρει όλη την ελεύθερη ανάπτυξη της διάνοιας ».
Τσε Γκεβάρα: Η ουσία του αντάρτικου αγώνα («Ο Ανταρτοπόλεμος», Πρώτο Κεφάλαιο)
Του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.
Η ένοπλη νίκη του κουβανικού λαού κατά της δικτατορίας του Μπατίστα, δεν υπήρξε μόνο ένας επικός θρίαμβος που ανακοινώθηκε από τα δελτία ειδήσεων όλου του κόσμου. Υπήρξε και παράγοντας για την αναθεώρηση παλιών δογμάτων σχετικά με την συμπεριφορά των λαϊκών μαζών της Λατινικής Αμερικής, αποδείχνοντας με τρόπο απτό την ικανότητα του λαού να αποτινάξει μια καταπιεστική κυβέρνηση μέσω του αντάρτικου αγώνα.
Πιστεύουμε ότι με τρία θεμελιώδη σημεία συνέβαλε η Κουβανική Επανάσταση στην πρακτική των επαναστατικών κινημάτων στη Λατινική Αμερική. Αυτά είναι:
1. Οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο ενάντια στον στρατό.
2. Δεν είναι πάντα απαραίτητο να πριμένουμε να δημιουργηθούν όλες οι συνθήκες για την επανάσταση – μια εστία εξέγερσης μπορεί να τις δημιουργήσει.
3. Στην υπανάπτυκτη Αμερική, το πεδίο του ένοπλου αγώνα πρέπει βασικά να είναι η ύπαιθρος.
Από αυτές τις τρείς συνεισφορές, οι δύο πρώτες αντιμάχονται την παθητική στάση κάποιων επαναστατών ή ψευτοεπαναστατών που καταφεύγουν, βρίσκοντας, έτσι , καταφύγιο για την αδράνεια τους στην πρόφαση ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει απέναντι σε έναν επαγγελματικό στρατό. Αντιμάχονται όμως και κάποιους άλλους, που κάθονται και περιμένουν να δημιουργηθούν, με τρόπο μηχανικό, όλες οι αναγκαίες αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες, δίχως να νοιάζονται να τις επιταχύνουν. Όσο και αν είναι σήμερα ολοφάνερη η ισχύς αυτών των δύο αναμφισβήτητων αληθειών, συζητήθηκαν αρκετά στο παρελθόν στην Κούβα και πιθανά να συζητιούνται επίσης και στη Λατινική Αμερική. Φυσικά, όταν μιλάμε για τις συνθήκες της επανάστασης, δεν είναι δυνατό να σκέφτεται κανείς ότι όλες τους θα δημιουργηθούν κάτω από την ώθηση που θα τους δώσει η αντάρτικη εστία. Πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου, ότι υπάρχουν κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις που κάνουν εφικτή την δημιουργία και την εδραίωση της πρώτης εστίας. Δηλαδή, πρέπει να αποδείξουμε ολοκάθαρα στο λαό ότι δεν είναι δυνατό να κρατάμε τον αγώνα για κοινωνικές διεκδικήσεις μέσα στα πλαίσια μόνο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η ειρήνη τορπιλίζεται απο κείνες ακριβώς τις καταπιεστικές δυνάμεις που διατηρούνται στην εξουσία παραβιάζοντας το καθιερωμένο δίκαιο,
Κάτω από αυτές τις συνθήκες η λαϊκή δυσαρέσκεια παίρνει ολοένα και πιο θετικές μορφές και προεκτάσεις, και αποκτά, σε κάποια δεδομένη στιγμή, ένα τέτοιο επίπεδο αντίστασης που αποκρυσταλλώνεται στο ξέσπασμα του αγώνα, που αρχικά προκλήθηκε από τη στάση των αρχών. Εκεί όπου μια κυβέρνηση ανέβηκε στην εξουσία έπειτα από κάποιας μορφής λαϊκή ετυμηγορία, είτε νόθα είτε όχι, και υπάρχει τουλάχιστον μια φαινομενική τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας, το αντάρτικο ξέσπασμα είναι αδύνατο να προκληθεί, εφόσον δεν έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες του πολιτικού αγώνα.
Η τρίτη συμβολή είναι βασική στρατηγικής φύσης και πρέπει να απασχολήσει εκείνους που επιχειρούν με δογματικά κριτήρια να επικεντρώσουν την πάλη των μαζών στα κινήματα των πόλεων, ξεχνώντας ολότελα την τεράστια συμμετοχή ανθρώπων της υπαίθρου στη ζωή όλων των υπανάπτυκτων χωρών της Αμερικής. Αυτό δεν σημαίνει ότι υποτιμάμε τους αγώνες των οργανωμένων εργατικών μαζών. Απλά, αναλύουμε με ρεαλιστικά κριτήρια τις δυνατότητες κάτω από τις δύσκολες συνθήκες του ένοπλου αγώνα, εκεί όπου οι εγγυήσεις που συνήθως κοσμούν τα συντάγματα μας είτε έχουν ανασταλεί είτε αγνοούνται. Σε αυτές τις συνθήκες, τα εργατικά κινήματα αναγκάζονται να περάσουν στην παρανομία, δίχως όπλα, αντιμετωπίζοντας τεράστιους κινδύνους. Η κατάσταση δεν είναι τόσο δύσκολη στην ύπαιθρο, όπου οι κάτοικοι μπορούν να έχουν την υποστήριξη του ένοπλου αντάρτικου και σε μέρη όπου οι δυνάμεις καταστολής δεν μπορούν να φτάσουν.
Παρ’ όλο που αργότερα θα αναλύσουμε λεπτομερειακά αυτά τα τρία συμπεράσματα που απορρέουν από την κουβανική επαναστατική εμπειρία, τα αναφέρουμε τώρα, στην αρχή αυτού του έργου, γιατί τα θεωρούμε σαν τη θεμελιώδη συνεισφορά μας.
Ο ανταρτοπόλεμος, βάση της πάλης για την απελευθέρωση ενός λαού, παρουσιάζει διάφορα χαρακτηριστικά, διαφορετικές όψεις, ακόμα και αν υπάρχει πάντα η ίδια ουσιαστική θέληση για απελευθέρωση. Είναι ευνόητο – και όσοι έγραψαν πάνω σε αυτό το θέμα το έχουν τονίσει πολλές φορές – ότι ο πόλεμος ανταποκρίνεται σε μια καθορισμένη σειρά επιστημονικών νόμων, και όποιος πάει αντίθετα σε αυτούς τους νόμους, οδηγείται στην ήττα. Ο ανταρτοπόλεμος, όντας μια φάση του πολέμου, πρέπει να διέπεται απο όλους αυτούς τους νόμους. Αλλά λόγω της ιδιαιτερότητας του, διέπεται επιπλέον απο μια σειρά συμπληρωματικούς νόμους, που πρέπει να ακολουθηθούν για να διεξαχθεί με επιτυχία. Είναι φυσικό, οι γεωγραφικές και κοινωνικές συνθήκες κάθε χώρας να προσδοιορίζουν τον τρόπο και τις ιδιαίτερες μορφές που θα προσλάβει ο ανταρτοπόλεμος. Όμως, οι ουσιαστικοί του νόμοι έχουν ισχύ για οποιονδήποτε αγώνα αυτού του είδους. Καθήκον μας αυτην την στιγμή είναι να βρούμε τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται αυτού του είδους ο αγώνας, τους κανόνες που πρέπει να ακολουθήσουν οι λαοί που αναζητούν την απελευθέρωση τους. Να θεωρητικοποιήσουμε τα γεγονότα, να συνθέσουμε και να γενικεύσουμε αυτή την εμπειρία, έτσι ώστε να επωφεληθούν από αυτήν και άλλοι.
Το πρώτο που πρέπει να καθορίσουμε είναι ποιοι είναι οι μαχητές σε έναν ανταρτοπόλεμο. Απο τη μια πλευρά έχουμε τον πιεστικό πυρήνα και τον πράκτορα του, τον επαγγελματικό στρατό, καλά οπλισμένο και πειθαρχημένο, που, σε πολλές περιπτώσεις, βασίζεται στην ξένη βοήθεια, καθώς και μικρούς πυρήνες γραφειοκρατών, λακέδες στην υπηρεσία του καταπιεστικού πυρήνα. Από την άλλη πλευρά έχουμε τον πληθυσμό της συγκεκριμένης χώρας ή περιοχής. Έχει σημασία να τονίσουμε ότι ο αντάρτικος αγώνας πάλη των μαζών, είναι πάλη του λαού: το αντάρτικο, σαν ένοπλος πυρήνας, είναι η αγωνιστική πρωτοπορία του λαού, η μεγάλη του δύναμη έχει τις ρίζες της στις μάζες του πληθυσμού. Δεν πρέπει να θεωρούμε το αντάρτικο κατώτερο αριθμητικά του στρατού ενάντια στον οποίο μάχεται, ακόμη και αν διαθέτει μικρότερη δύναμη πυρός. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να καταφεύγει κανείς στον ανταρτοπόλεμο όταν έχει μαζί του έναν πολυπληθή πυρήνα έστω και αν διαθέτει έναν πολύ μικρότερο αριθμό όπλων για να αμυνθεί απέναντι στην καταπίεση.
Τότε, ο αντάρτης μπορεί να υπολογίσει στην ολόπλευρη υποστήριξη του πληθυσμού της περιοχής. Είναι κάτι απολύτως απαραίτητο. Και αυτό φαίνεται ολοκάθαρα, αν πάρουμε για παράδειγμα τις συμμορίες ληστών που δρουν σε κάποια περιοχή. Έχουν όλα τα χαρακτηριστικά του αντάρτικου στρατού: ομοιογένεια, σεβασμό στον αρχηγό, γενναιότητα, γνώση του εδάφους, και πολλές φορές, ακόμη και ολοκληρωμένη εκτίμηση για την τακτική που πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Το μόνο που τους λείπει είναι η υποστήριξη του λαού. Και αναπόφευκτα αυτές οι συμμορίες είτε συλλαμβάνονται, είτε εξολοθρεύονται από τις δυνάμεις της δημόσιας τάξης.
Έχοντας αναλύσει τον τρόπο με τον οποίο κάνει τις επιχειρήσεις του το αντάρτικο, τις μορφές του αγώνα και κατανοώντας τη μαζική του βάση, απομένει να αναρωτηθούμε: Γιατί αγωνίζεται ο αντάρτης: Πρέπει να καταλήξουμε στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως ο αντάρτης είναι ένας κοινωνικός μεταρρυθμιστής, που παίρνει τα όπλα ανταποκρινόμενος στην οργισμένη διαμαρτυρία του λαού ενάντια στους καταπιεστές του και αγωνίζεται να αλλάξει το κοινωνικό καθεστώς που κρατάει τα άοπλα αδέλφια του μέσα στον εξευτελισμό και τη μιζέρια. Ξεσηκώνεται ενάντια στις συγκεκριμένες συνθήκες των θεσμοθετημένων δομών που κυριαρχούν κάποια δεδομένη στιγμή, και καταγίνεται, με όσες δυνάμεις του επιτρέπουν οι περιστάσεις, να σπάσει τα πλαίσια αυτών των θεσμοθετημένων δομών. Όταν θα αναλύσουμε σε βάθος την τακτική του ανταρτοπολέμου, θα δούμε ότι ο αντάρτης πρέπει να έχει πλήρη γνώση του εδάφους όπου βρίσκεται, των δρόμων πρόσβασης και διαφυγής, των δυνατοτήτων γρήγορων ελιγμών – πρέπει να έχει την υποστήριξη του λαού και, φυσικά, μέρη όπου να μπορεί να κρυφτεί. Όλα αυτά υποδεικνύουν ότι ο αντάρτης θα κάνει τις επιχειρήσεις του σε τόπους τραχείς και αραιοκατοικημένους. Σε αυτούς τους τόπους, η πάλη του λαού για διεκδικήσεις επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο, και σχεδόν αποκλειστικά, στην αλλαγή της κοινωνικής δομής της γαιοκτησίας. Δηλαδή, ο αντάρτης είναι, πρώτα απ’ όλα, ένας αγρότης επαναστάτης. Εκφράζει τις επιθυμίες της μεγάλης μάζας των αγροτών να γίνουν αφέντες της γης, αφέντες των μέσων παραγωγής, των ζώων τους και όλων όσων τελικά λαχταρούσαν τόσα χρόνια, όλων όσων αποτελούν τη ζωή τους και θα αποτελέσουν και τον τάφο τους. Πρέπει να πούμε ότι σύμφωνα με τις τρέχουσες ερμηνείες υπάρχουν δυο διαφορετικοί τύποι ανταρτοπολέμου. Ο ένας από αυτούς, που συνίσταται σε έναν αγώνα συμπληρωματικό, πλάι στο μεγάλο τακτικό στρατό, όπως είναι η περίπτωση του ουκρανικού αντάρτικου στην Σοβιετική Ένωση, δεν ενδιαφέρει αυτήν την ανάλυση. Μας ενδιαφέρει η περίπτωση μιας ένοπλης ομάδας που αναπτύσσεται σε αγροτικές περιοχές. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, όποια και αν είναι η ιδεολογία που εμπνέει τον αγώνα, η οικονομική βάση προσδιορίζεται από την επιθυμία για ιδιοκτησία της γης.
Η Κίνα του Μάο ξεκινά με έναν ξεσηκωμό των εργατικών πυρήνων του Νότου, που ηττήθηκαν και σχεδόν αποδεκατίστηκαν. Σταθεροποιείται και ξεκινά την ανοδική του πορεία μονάχα όταν, μετά τη μεγάλη πορεία στο Γενάν, εγκαθίσταται σε αγροτικές περιοχές και θέτει σαν βάση των διεκδικήσεων την αγροτική μεταρρύθμιση. Ο αγώνας του Χο Τσι Μινχ στην Ινδοκίνα στηρίζεται στους καταπιεσμένους από τον γαλλικό αποικιακό ζυγό αγρότες των ορυζώνων, και με αυτήν τη δύναμη προχωρά μέχρι που νικά τους αποικιοκράτες. Και στις δύο περιπτώσεις παρεμβάλλεται ο πατριωτικός πόλεμος ενάντια στον ιάπωνα εισβολές, όμως δεν ξεχνιέται η οικονομική βάση, δηλαδή, ο αγώνας για τη γη. Στην περίπτωση της Αλγερίας, η μεγάλη ιδέα του αραβικού εθνικισμού αποτελεί την οικονομική απάντηση στον σφετερισμό του συνόλου σχεδόν της καλλιεργήσιμης γης από ένα εκατομμύριο γάλλους εποίκους. Σε κάποιες χώρες, όπως το Πουέρτο Ρίκο, όπου οι ιδιαίτερες συνθήκες του νησιού δεν επέτρεψαν το αντάρτικο ξέσπασμα, το πατριωτικό πνεύμα των κατοίκων του, βαθιά τραυματισμένο από τις διακρίσεις που καθημερινά διαπράττονται εναντίον τους, έχει σαν βάση τον πόθο του αγρότη (αν και σε πολλές περιπτώσεις έχει ήδη προλεταριοποιηθεί) για τη γη που του κλέβει ο βορειοαμερικάνος εισβολέας.
Ήταν η ίδια αυτή κεντρική ιδέα που εμψύχωνε, αν και με διαφορετικές προεκτάσεις, τους μικροϊδιοκτήτες, τους αγρότες και τους σκλάβους των υποστατικών της ανατολικής Κούβας που συσπειρώθηκαν για να υπερασπιστούν όλοι μαζί το δικαίωμα στην ιδιοκτησία της γης, στη διάρκεια του τριαντάχρονου απελευθερωτικού πολέμου.
Παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που κάνουν τον ανταρτοπόλεμο έναν ειδικό τύπο πολέμου και έχοντας υπόψη τις δυνατότητες ανάπτυξης του, καθώς, με την αύξηση της δυναμικότητας του πυρήνα που πραγματοποιεί τις επιχειρήσεις, μεταβάλλεται σε έναν πόλεμο θέσεων, πρέπει να θεωρήσουμε ότι αυτού του είδους ο αγώνας δεν είναι παρά ο ίδιος ο πόλεμος θέσεων σε εμβρυακή κατάσταση, δεν είναι παρά ένα σχέδιο για τον πόλεμο θέσεων. Οι δυνατότητες του αντάρτικου να αναπτυχθεί και να αλλάξει το είδος του αγώνα μέχρι να φτάσει σε έναν συμβατικό πόλεμο είναι τόσες, όσες είναι και οι πιθανότητες να νικήσει τον εχθρό στις διάφορες μάχες, συγκρούσεις και αψιμαχίες που θα διεξαχθούν. Γι’ αυτό και θεμελιώδης αρχή είναι πως δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να δοθεί μάχη που να μην κερδηθεί, δεν πρέπει να γίνει σύγκρουση ή αψιμαχία που να μην κερδηθεί. Υπάρχει ένας αντιπαθητικός ορισμός που λέει: “Ο αντάρτης είναι ο ιησουίτης του πολέμου”. Αυτός ο ορισμός υποδεικνύει την ιδιότητα της πανουργίας, του αιφνιδιασμού και μυστικότητας, που είναι, ολοφάνερα, ουσιαστικά στοιχεία του αντάρτικου αγώνα. Όπως είναι φυσικό, είναι ένας ειδικός ιησουιτισμός που υπαγορεύεται από τις περιστάσεις, που κάποιες στιγμές μας αναγκάζουν να πάρουμε μια απόφαση διαφορετική από τις ρομαντικές και φαιδρές αντιλήψεις με τις οποίες θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε πως γίνεται ο πόλεμος.
Ο πόλεμος είναι πάντα ένας αγώνας, όπου και οι δύο αντίπαλοι προσπαθούν να εξοντώσουν ο ένας τον άλλο. Έτσι, εκτός από τη δύναμη, θα καταφύγουν σε κάθε στρατήγημα, σε κάθε πιθανό κόλπο, για να πετύχουν αυτό το αποτέλεσμα. Οι στρατιωτικές τακτικές και στρατηγικές αντιπροσωπεύουν τις επιδιώξεις της ομάδας που αποβλέπει να επωφεληθεί από κάθε αδύνατο σημείο του εχθρού. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, σε έναν πόλεμο θέσεων, η δράση κάθε διμοιρίας μιας μεγάλης στρατιωτικής ομάδας, παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά, όσον αφορά την ατομική πάλη, με εκείνα που παρατηρούνται στο αντάρτικο. Υπάρχει πανουργία, μυστικότητα, αιφνιδιασμός, και όταν δεν υπάρχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, είναι γιατί είναι αδύνατο να αιφνιδιαστεί ο αντίπαλος που βρίσκεται σε επαγρύπνηση. Επειδή όμως το αντάρτικο είναι απο μόνο του ένας διαχωρισμός και επειδή υπάρχουν μεγάλες εδαφικές περιοχές που δεν περιφρουρούνται από τον εχθρό, πάντα μπορούν να πραγματοποιηθούν αυτές οι επιχειρήσεις κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να εξασφαλιστεί ο αιφνιδιασμός – και είναι καθήκον του αντάρτη να το κάνει.
“Χτύπα και φύγε” το αποκαλούν μερικοί περιφρονητικά, και αυτό ακριβώς είναι. Χτύπα και φύγε, περίμενε, παραμόνευε, ξαναχτύπα και φύγε πάλι, και έτσι συνέχεια, δίχως να αφήνεις ανάπαυση στον εχθρό. Φαινομενικά, υπάρχει σε όλα αυτά μια αρνητική στάση, μια στάση οπισθοχώρησης και αποφυγής μετωπικών συγκρούσεων. Όμως, όλα αυτά, είναι συνεπή με τη γενική στρατηγική του ανταρτοπολέμου, που έχει ίδιο τελικό στόχο με οποιονδήποτε πόλεμο: την επίτευξη της νίκης και την εξόντωση του εχθρού. Είναι ολοφάνερο ότι ο ανταρτοπόλεμος είναι μια φάση του πολέμου που από μόνος του δεν έχει τη δυνατότητα να πετύχη τη νίκη. Είναι, επιπλέον, μια απο τις αρχικές φάσεις του πολέμου και θα αναδιπλώνεται και θα αναπτύσσεται, μέχρι που, με την συνεχή αύξηση του, ο αντάρτικος στρατός προσλάβει τα χαρακτηριστικά ενός τακτικού στρατού. Εκείνη τη στιγμή θα είναι έτοιμος να δώσει το οριστικό πλήγμα στον εχθρό και να εξασφαλίσει τη νίκη. Ο θρίαμβος θα είναι πάντα καρπός ενός τακτικού στρατού, κι ας έχει τις απαρχές του σε έναν αντάρτικο στρατό.
Έτσι λοιπόν, όπως σε έναν σύγχρονο πόλεμο δεν χρειάζεται να πεθάνει ο στρατηγός μιας μεραρχίας επικεφαλής των στρατιωτών του, έτσι και ο αντάρτης, όντας στρατηγός του εαυτού του, δεν πρέπει να πεθάνει σε οποιαδήποτε μάχη. Είναι πρόθυμος να δώσει τη ζωή του, όμως η θετική ιδιότητα του ανταρτοπόλεμου είναι ακριβώς ότι ο καθένας από τους αντάρτες είναι πρόθυμος να πεθάνει, όχι για να υπερασπιστεί ένα ιδανικό, αλλά για να το κάνει πραγματικότητα. Αυτή είναι η βάση, η ουσία του αντάρτικου αγώνα. Αυτό είναι το θαύμα, χάρη στο οποίο ένας μικρός πυρήνας ανθρώπων, ένοπλη πρωτοπορία του μεγάλου λαϊκού πυρήνα που τον υποστηρίζει, βλέποντας πιο πέρα από τον άμεσο τακτικό στόχο, προχωρεί αποφασιστικά στην κατάκτηση ενός ιδανικού, στην εδραίωση μιας νέας κοινωνίας, στο σπάσιμο των απαρχαιωμένων σχημάτων της παλιάς κοινωνίας, στην κατάκτηση, τελικά, της κοινωνικής δικαιοσύνης για την οποία αγωνίζεται.
Απ’ αυτήν την άποψη, όλες οι υποτιμητικές εκφράσεις αποκτούν το πραγματικό τους μεγαλείο, το μεγαλείο του σκοπού που υπηρετούν. Και ας τονίσουμε πως δεν αναφερόμαστε σε ανεπίτρεπτα μέσα για να φτάσουμε στον στόχο. Η αγωνιστική στάση, αυτή η στάση που ούτε μια στιγμή δεν πρέπει να ατονίσει, αυτή η ανυποχώρητη στάση μπροστά στα μεγάλα προβλήματα του τελικού στόχου, αποτελεί το μεγαλείο του αντάρτη.
* Το κείμενο αποτελεί το πρώτο μέρος του Πρώτου Κεφαλαίου του βιβλίου «Ο Ανταρτοπόλεμος» (Guerrilla Warfare) που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1961. Επιμέλεια: Ν. Μόττας/Guevaristas.
Ερνέστο ο φωτογράφος: Ο φακός ως «διαρκές όπλο»
7 Μάη 2006. Του Γρηγόρη Τραγγανίδα.
Ο Τσε Γκεβάρα είχε πολλές ιδιότητες, τις περισσότερες από τις οποίες ουδέποτε «διεκδίκησε». Αλλοι ήταν αυτοί που μίλησαν για τη λογοτεχνική του δεινότητα, τις πολιτικές και στρατιωτικές του ικανότητες, τα πλούσια και δημιουργικά επεξεργασμένα ιδεολογικά του αποθέματα. «Καλλιτέχνη του αντάρτικου αγώνα» τον αποκαλούσε ο Φιντέλ.
Το σίγουρο είναι, πως αυτή η πολυσχιδής προσωπικότητα, ακόμη και μετά από τόσες δεκαετίες από τον τραγικό του θάνατο, εξακολουθεί να μας εκπλήσσει και να μας διδάσκει. Από την περασμένη Τρίτη στο Πολιτιστικό Κέντρο «Ελληνικός Κόσμος» (Πειραιώς 254, κτίριο 1) και για τους επόμενους μήνες, το ελληνικό κοινό έχει τη μοναδική ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά μία από τις χαρακτηριστικότερες, όσο και μέχρι πρότινος άγνωστες στους περισσότερους, πτυχές του Τσε: Την ενασχόλησή του με τη φωτογραφία. Μέσα από την έκθεση με τίτλο «ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ: Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ», που διοργανώνει και παρουσιάζει σε όλο τον κόσμο το Κέντρο Μελετών «Τσε Γκεβάρα» που εδρεύει στην Αβάνα (με συνδιοργανωτή για την Ελλάδα την εταιρία «New Star») το αθηναϊκό αρχικά και μετά και το κοινό άλλων μεγάλων ελληνικών πόλεων, θα δει:
-
238 φωτογραφίες, τραβηγμένες από το 1951 ως το 1963, σε μια σειρά χώρες.
-
11 φακέλους εργαστηρίων των φωτογραφιών με σημειώσεις του.
-
Φωτοτυπία της ταυτότητας φωτογράφου του Τσε.
-
Τις μηχανές του, μια «Plaubel» του 1960 και μια «Ihagee» του 1934.



Η έκθεση περιλαμβάνει φωτογραφίες από το δεύτερο ταξίδι του στη Λατινική Αμερική. Ξεκινά από το 1953 και φτάνει στην τελευταία του γνωστή φωτογραφία στην Τανζανία, πριν αναχωρήσει για το Κονγκό. Ανάμεσά τους απαθανατίζει την Κούβα της Επανάστασης, το Κάιρο, τη Δαμασκό, την Ταϊλάνδη, τη Βιρμανία, τις Ινδίες, το Πακιστάν, την Κεϋλάνη, το Χονγκ Κονγκ, την Ιαπωνία, το Μαρόκο, το Τολέδο. Αρχαιολογικοί χώροι, εργοστάσια, πόλεις, πορτρέτα, τίποτα δεν τον αφήνει ασυγκίνητο.