Κατηγορία: Ερνέστο Τσε Γκεβάρα
Αν ζούσε σήμερα ο Τσε
Του Περικλή Κοροβέση*.
Ο Χορστ Μάλερ αυτό το επιφανές μέλος της «Φράξιας Κόκκινος Στρατός» – RAF θεωρούσε την εργατική τάξη της Δυτικής Γερμανίας τελείως παθητική και διεφθαρμένη και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να απελευθερωθεί από μόνη της. Οι εργάτες ήταν κατατρομαγμένα γουρούνια, μαζί με το σύνολο της Αριστεράς. Και μαζί με τους συντρόφους του, πίστεψαν πως με κάποιες δολοφονίες και κάποιους δυναμίτες θα την απελευθέρωναν. Αντίστοιχες αντιλήψεις και δράσεις υπήρχαν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Το ενδιαφέρον με τον Μάλερ ήταν πως μόλις βγήκε από τη φυλακή άλλαξε το μπολσεβίκικο κοστούμι του και φόρεσε το ναζιστικό. Σήμερα είναι ηγετικό στέλεχος των Νεοναζί.
Άλλαξε ο Μάλερ πολιτικές αντιλήψεις, όπως τον κατηγόρησαν, ή απλά παρέμεινε συνεπής στις απόψεις του και ήταν πάντα ναζί; Κατά την άποψή μου, μια ναζιστική ή φασιστική αντίληψη δεν είναι απαραίτητο να έχει την αντίστοιχη ιδεολογική αναφορά. Μπορεί να εκφράζεται μέσα από ένα θρησκευτικό κίνημα. Ακόμα μπορεί να εκφραστεί και από το οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα, δεξιό, κεντρώο, αριστερό, αλλά ακόμα και αναρχικό. Σ΄ αυτή την αντίληψη υπάρχουν μερικά σταθερά χαρακτηριστικά:
-Οι μάζες βρίσκονται σε λήθαργο και παρακμή και από μόνες τους δεν μπορούν να κάνουν τίποτε. Είναι πρόβατα και χρειάζονται ένα τσοπάνη (χριστιανική προσέγγιση, ποίμνιο και ποιμένας). Έχουν ανάγκη από έναν μεσσία-αρχηγό που θα τους οδηγήσει στην απελευθέρωση τους, αφού πρώτα υποταγούν τυφλά στον αρχηγό (Χίτλερ, Μουσολίνι, και από την άλλη πλευρά του καθρέπτη, Στάλιν, Μάο και όχι μόνο). Το ρόλο του Μεσσία μπορούν να παίξουν και οι λεγόμενες πρωτοποριακές ομάδες, που θεωρούν τον εαυτό τους εκπρόσωπο του λαού, άσχετα αν δεν έχουν καμιά σχέση μαζί του. Το μόνο που έχουν να κάνουν οι «κατώτεροι» είναι ή να ακολουθήσουν τυφλά τους αρχηγούς ή να θεωρηθούν εχθροί, στο σημείο που δεν υποτάσσονται στην ανώτερη αλήθεια. Άνθρωποι είναι μόνο όσοι είναι δικοί μας. Οι υπόλοιποι βαπτίζονται εχθροί. Και η βία, από εργαλείο, γίνεται αξία και δημιουργεί τον σίριαλ κίλερ, είτε με πολιτική αναφορά, είτε όχι.
-Υπάρχει πάντα μία αναφορά που δεν μπαίνει ποτέ σε αμφισβήτηση. Και αυτή μπορεί να είναι θρησκευτική-μεταφυσική, μπορεί να είναι εθνική ιδέα, μπορεί να είναι φυλετική και ακόμα μπορεί να είναι επαναστατική-φαντασιακή. Ένα είδος θεατρικού έργου, που για να παιχτεί, απαιτεί ανθρώπινες ζωές.
Αν ζούσε σήμερα ο Τσε δεν θα έκανε κανένα αντάρτικο. Θα είχε καταλάβει πως τα ένοπλα κινήματα είναι αδιέξοδα. Δηλαδή, αυτό που κατάλαβαν όλα τα ένοπλα κινήματα στη Λατινική Αμερική, που δεν είχαν καμιά σχέση με τις καρικατούρες των ένοπλων κινημάτων στην Ευρώπη. Οι Σαντινίστας, που πήραν την εξουσία με τα όπλα το 1979, κατάλαβαν στη συνέχεια πως δεν μπορούσαν να την κρατήσουν με τα όπλα. Και το 1990 κάνουν εκλογές τι οποίες και χάνουν και αποχωρούν από την εξουσία. Ο υποδιοικητής Μάρκος των Ζαπατίστας στο Μεξικό ποτέ δε δήλωσε πως πρέπει να πάρουν την εξουσία με τα όπλα, αλλά πως πρέπει να παλέψουν σε ένα πολιτικό πλαίσιο που θα δημιουργούσε μια αυθεντική δημοκρατία στο Μεξικό που θα χωρούσε και τα δικαιώματα των ιθαγενών λαών του.
Το μόνο ένοπλο κίνημα που έχει απομείνει στη Λατινική Αμερική είναι το παραδοσιακό αντάρτικο του FARC που δεν έχει πραγματικό πρόγραμμα εξουσίας. Αυτοσυντηρείται συχνά με συμμαχίες με τις μαφίες των ναρκωτικών, δημιουργώντας έτσι ένα ανταρτοληστρικό κίνημα που δεν έχει σχέση με τη πολιτική αλλά με την επιβίωση.
Να θυμίσουμε λίγο την εποχή που γεννήθηκαν οι «ένοπλες επαναστατικές ομάδες» στην Ευρώπη: Αντάρτικα στον τρίτο κόσμο. Πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα. Βιετνάμ και Καμπότζη που προχωρούσαν νικηφόρα με τη δύναμη των όπλων. Κι ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση: Ξαναπαίρνουμε τα όπλα στον αναπτυγμένο κόσμο και γινόμαστε η ένοπλη πρωτοπορία ή εντασσόμαστε στο μαζικό κίνημα και δίνουμε όλη μας την ενέργεια σε αυτή τη δύναμη; Κάποιοι επέλεξαν την ένοπλη βία σαν υποδειγματική πράξη. Και έτσι είχαμε τη Φράξια Κόκκινος Στρατός στη Δυτική Γερμανία, την Άμεση Δράση στη Γαλλία, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία και στην Ελλάδα την 17 Νοέμβρη. Εκτός από την Ιταλία, όπου οι Ερυθρές Ταξιαρχίες και η Αυτονομία του Νέγκρι είχαν χιλιάδες μέλη και υποστηρικτές, όλες οι υπόλοιπες ομάδες της ένοπλης υποδειγματικής δράσης ήταν ολιγάριθμες.
Η τακτική που επιλέχτηκε ήταν οι δολοφονίες και η νιτρογλυκερίνη που αναβίωσαν τις χειρότερες στιγμές του αναρχικού κινήματος στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Ο αναρχισμός, από κίνημα ισότητας και δικαιοσύνης, ταυτίζεται με δολοφονικές ενέργειες, από τους πολέμιους του, και μέχρι σήμερα δεν έχει μπορέσει να ξεφύγει από αυτή τη ρετσινιά. Σε αυτό δεν είναι άμοιροι ευθυνών και οι ίδιοι οι αναρχικοί. Δομικά αυτά τα κινήματα δεν ήταν διαφορετικά από τα ένοπλα ακροδεξιά κινήματα των ΗΠΑ και ιδιαίτερα με την Κουν Κουξ Κλαν που χρησιμοποίησε τις ίδιες μεθόδους. Αυτό που άλλαζε ήταν ο στόχος. Στη περίπτωση της Ακροδεξιάς των ΗΠΑ στόχος ήταν οι μαύροι. Στη περίπτωση των ένοπλων επαναστατικών ομάδων ήταν στελέχη του κατεστημένου, άσχετα αν ήταν ένοχοι ή αθώοι. Και εδώ επικράτησε η φασιστική αντίληψη της συλλογικής ευθύνης. Ξεπέρασαν έτσι και τους ίδιους τους νόμους του κάθε ολοκληρωτικού κράτους. Εκεί κάποια δίκη ή κάποιο στρατοδικείο στηνόταν, έστω και για τα μάτια. Σ΄ αυτές τις ομάδες δεν χρειαζόταν τίποτα. Αποφάσιζαν ποιος ήταν ο εχθρός και τον εκτελούσαν, ξεπερνώντας και την ίδια τη μαφία στην οποία ποτέ δεν ίσχυσε η συλλογική ευθύνη. Το θύμα πάντοτε ήταν συγκεκριμένο. Στους «δικούς μας επαναστάτες» ισχύει η συλλογική ευθύνη. Και κατά τα πρότυπα των Ναζί δημιουργούν «Καλάβρυτα» στο μέτρο του δυνατού. Και εφαρμόζουν την αρχή του «συλλογικού υποσυνείδητου» που σημαίνει πως όλοι είναι ένοχοι.
Η υπόθεση της επανάστασης είναι να γυρίσει η δύναμη εκεί που ανήκει. Κι αυτό αποτελεί το μεγάλο διακύβευμα, όταν οι πολλοί πιστεύουν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Και ιδού λοιπόν πεδίο δόξης λαμπρό για τους επαναστάτες. Αγώνας για να γυρίσει η δύναμη εκεί που ανήκει. Γι αυτό χρειάζονται πολλές παρεμβάσεις, σε πολλά επίπεδα, τόσο στο ατομικό, όσο και στο κοινωνικό. Για μένα, αυτός που θέλει ένα κουβά νερό για να πλύνει τα δόντια του, δεν μπορεί να είναι επαναστάτης, ακόμα και αν διδάσκει οικολογία σε πανεπιστήμιο. Χωρίς προσωπική ηθική, είμαστε όλοι εν δυνάμει εξουσιαστές και γραφειοκράτες, όσο κι αν διακηρύσσουμε το αντίθετο.
Τελικά για ποιόν παράδεισο αγωνιζόμαστε; Για ποια ουτοπία; Για τίποτα από όλα αυτά. Κανείς δεν ήρθε από τον παράδεισο για να μας πει πως είναι. Και οι ουτοπίες που πήγαν να χτιστούν γίναν δυστοπίες. Δεν μπορούμε να φανταστούμε καμία μελλοντική κοινωνία, αν δεν αρχίζουμε να τη χτίζουμε από τώρα μέσα σ΄ αυτή τη κοινωνία. Μπορούμε να δούμε μερικά χαρακτηριστικά : ισότητα, δικαιοσύνη, η παραγωγή του πλούτου να πηγαίνει στη κοινωνία κι όχι στους κερδοσκόπους. Μαζί με πολλά άλλα χαρακτηριστικά, που έχουν διατυπωθεί ανά τους αιώνες από τους μεγάλους στοχαστές που είχαν στόχο τον άνθρωπο και την ευτυχία του.
Προς το παρόν παλεύουμε για ανθρώπινα δικαιώματα στη κόλαση. Κι αυτό δεν είναι εύκολη δουλειά.
(Ο Περικλής Κοροβέσης είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος και πολιτικός της αριστεράς. Γεννήθηκε το 1941 στο Αργοστόλι. Οι παραπάνω σκέψεις αποτελούν τμήμα της εισαγωγής του βιβλίου «Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις διάπυρον.)
Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.
Ο Τσε με την κόρη του Ιλντίτα-Μπεατρίς
Ομιλία στη Μόσχα
Το παρακάτω είναι απόσπασμα ομιλίας που δόθηκε από τον Τσε σε αίθουσα του μεγάρου εμπορικών συνδικάτων στη Μόσχα, στις 10 Δεκεμβρίου 1960. Ο Γκεβάρα περιγράφει τα βασικά στάδια της κουβανικής επανάστασης.
«Ξεκινήσαμε τη μάχη μας κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, όταν η ιδεολογική ισορροπία των δυνάμεων ήταν αρκετά διαφορετική απ’ ότι σήμερα. Μάθαμε και πήραμε εμπειρίες στην πορεία του αγώνα – γίναμε επαναστάτες στην πορεία της επανάστασης. Γίναμε κοινωνοί της αλήθειας μέσω των εμπειριών μας και αυτή η αλήθεια ήταν ότι οι φτωχές μάζες της επαρχίας πρέπει να γίνουν ο πυρήνας του Επαναστατικού Στρατού μας. Καταλάβαμε ότι στις κουβανικές συνθήκες δε θα μπορούσε να υπάρξει κανένας άλλος τρόπος από μιά λαϊκή, ένοπλη εξέγερση ενάντια στην καταπίεση των μαριονετών των ιμπεριαλιστών Γιάνκις. Παίρνοντας τα όπλα στα χέρια ενωθήκαμε με τους χωρικούς, δίνοντας μάχη ενάντια στον στρατό της φιλοαμερικανικής ολιγαρχίας και τον νικήσαμε. Δείξαμε ότι ο λαός μπορεί να οπλιστεί, να πολεμίσει τους δυνάστες και να τους συνθλίψει…
«Στην παρούσα φάση είμαστε στην κατάσταση όπου, απ’ τη μιά πλευρά, το νησί μας είναι κάτω από συνεχή απειλή από πλοία, βάσεις και πεζοναύτες των ιμπεριαλιστών – από την άλλη πλευρά έχουμε την ανεκτίμητη υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης η οποία λειτουργεί ως αμυντική ασπίδα προστατεύοντας την (εδαφικη) ακεραιότητα και ανεξαρτησία μας.
Δυστυχώς η Κούβα είναι ένα από τα (γεωστρατηγικώς) καυτά σημεία στον πλανήτη. Δεν συμμεριζόμαστε την επιθυμία των ιμπεριαλιστών να παίζουν με την φωτιά. Γνωρίζουμε τις πιθανές επιπτώσεις μιάς διαμάχης εάν αυτή ξεσπάσει στις ακτές μας και κάνουμε κάθε προσπάθεια να την αποφύγουμε. Αλλά το αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από εμάς μόνο. Η δύναμη των λαών σε όλον τον κόσμο που στηρίζουν την Κούβα και το σοσιαλιστικό μπλοκ υπό την ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης – αυτή είναι το όπλο πάνω στο οποίο επαφύουμε την πίστη μας η οποία θα αποτρέψει τις ΗΠΑ απ’ το να υποπέσουν στο θανάσιμο λάθος να μας επιτεθούν.
Αλλά πρέπει να είμαστε σε επαγρύπνηση, πρέπει να προστατεύσουμε τις ακτές μας, τον ουρανό μας, τη γη μας και να είμαστε πάντα έτοιμοι να απαντήσουμε…. Το κουβανικό έθνος, συνεπαρμένο από τον ενθουσιασμό της δημιουργικότητας, κοιτάει με αυτοπεποίθηση στο μέλλον. Ο λαός γνωρίζει ότι θα αναδειχθεί νικητής απ’ όλες τις προκλήσεις. Ετοιμάζονται να χτίσουν ένα νέο και καλύτερο κόσμο παρόλο που, δυστυχώς. αυτός ο κόσμος πρέπει να χτιστεί κρατώντας ταυτόχρονα σφιχτά στα χέρια ένα όπλο. Αυτό είναι το έθνος τους αντιπροσώπους του οποίου δεχθήκατε με ενθουσιασμό, χαρά και επαναστατική έμπνευση εδώ και σε όλες τις πόλεις της Σοβιετικής Ένωσης και σε όλες τις σοσιαλιστικές χώρες.
Η Κούβα αποδέχεται τις ευθύνες που συνοδεύουν τη θέση που της έχει ανατεθεί στον αγώνα ενάντια στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό και είναι έτοιμη να σταθεί αταλάντευτη, όσο ο ιμπεριαλισμός έχει στραμμένο το όπλο του σε αυτήν.
Όμως, η Κούβα προετοιμάζεται να απαντήσει ακόμη και στην ασημαντότερη ευκαιρία γιά ειρηνική διευθέτηση όλων των ζητημάτων. Η Κούβα ολοψύχως στηρίζει την σοβιετική πρόταση στον ΟΗΕ γιά διεθνή αφοπλισμό. Ας χρησιμοποιηθούν κάποια από τα χρήματα που τώρα σπαταλώνται γιά όπλα ώστε να μοιρασθούν σε αυτά τα έθνη που χρειάζονται κεφάλαιο γιά την ανάπτυξη τους. Η Κούβα είναι σταθερός υποστηρικτής της ειρηνικής συμβίωσης χωρών με διαφορερικά κοινωνικά συστήματα και προσφέρει ειρήνη σε οποιονδήποτε θα την αποδεχθεί. Αλλά αυτήν την στιγμή δεν θα έπρεπε να κατεβάσουμε τα τουφέκια μας γιατί είναι με αυτά που θα υπερασπιστούμε τα σύνορα μας, εάν παραβιαστούν απ’ τον εχθρό. Και ας γίνει γνωστό ότι η αντι-επαναστατική τρομοκρατία θα βρεί μπροστά της τον τρόμο της επανάστασης και όσοι σηκώσουν τα όπλα τους εναντίον μας προκειμένου να φορέσουν αλυσίδες στο νησί μας πάλι θα εξολοθρευτούν.
Γράμματα στην Αλέϊδα Μαρτς
Παρακάτω παρατίθενται γράμματα και επιστολές που απέστειλε ο Τσε στην σύζυγο του Αλέϊδα Γκεβάρα-Μαρτς από διάφορα μέρη του εξωτερικού. Ως επι το πλείστον αναφέρονται στην περίοδο 1965-1966. Οι επιστολές ανήκουν στο προσωπικό αρχείο της Αλέϊδα Μαρτς και μέρος αυτών δημοσιεύθηκαν στο πρόσφατο βιβλίο της με τίτλο «Αναπόληση: Η ζωή μου με τον Τσε» (2007).
★★★★★★★★
Αγαπημένη μου,
Σήμερα σου γράφω απ’ τη Χιροσίμα, την πόλη της βόμβας. Στο βάθρο που βλέπεις υπάρχουν τα ονόματα εβδομήντα οκτώ χιλιάδων νεκρών. Το σύνολο υπολογίζεται σε εκατόν ογδόντα χιλιάδες. Τέτοιες επισκέψεις κάνουν καλό, σε ωθούν να παλέψεις ακόμη πιό αποφασιστικά γιά την ειρήνη.
Σε φιλώ,
Τσε
★★★★★★★★
ΜΑΡΟΚΟ
Αλεϊδούλα,
Σου στέλνω έναν πιστό συζυγικό εναγκαλισμό απ’το τελευταίο επίσημο σταθμό αυτού του ταξιδιού. Σκόπευα να σου μείνω πιστός με τη σκέψη αλλά εδώ πέρα κυκλοφορούν κάτι Μαροκινές που τα θέλουν.
Φιλιά,
Τσε
★★★★★★★★
ΠΑΡΙΣΙ, Ιανουάριος 1965
Πέρα από κάθε αμφιβολία, έχω αρχίσε να γερνάω. Είμαι όλο και πιο ερωτευμένος μαζί σου και μου λείπει ολοένα και πιο πολύ το σπίτι, τα παιδιά, όλος αυτός ο μικρός κόσμος που περισσότερο τον μαντεύω παρά τον ζω. Σε τούτη την προχωρημένη ηλικία που κουβαλάω, αυτό ειναι πολύ επικίνδυνο’ εσύ μου είσαι αναγκαία κι εγώ είμαι μονάχα μιά συνήθεια…..
★★★★★★★★
1965
Κυρία,
Απ’ αυτές τις δύο πόρτες το έσκασε η μοναξιά και πήγα να τη βρω στο πράσινο νησί της. Δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε μιά μέρα να σταθούμε πιασμένοι χέρι-χέρι, με τα παιδιά μας ένα γύρω, και να θαυμάσουμε η θέα, ανεβασμένοι σε κάποιο χνάρι του παρελθόντος. Αν δεν το καταφέρουμε, ονειρεύομαι να το πετύχετε εσείς.
Σας φιλώ με σεβασμό το χέρι.
Ο αντρούλης σας.
★★★★★★★★
Αγαπημένη μου,
Εκμεταλλεύομαι τα λιγοστά ελεύθερα λεπτά μου εν μέσω αυτής της ταραγμένης διαδρομής στο Στάλινγκραντ, γιά να σου στείλω αυτήν την κάρτα. Πράγματι, εδώ βρίσκεται μπροστά σε μία από τις μεγαλύτερες εποποιίες της ανθρώπινης ιστορίας. Σε δύο μέρες φεύγω γιά την Κίνα.
Φιλιά,
Τσε.
★★★★★★★★
ΣΑΓΚΑΗ, ΚΙΝΑ
Έμαθα τα νέα σε τούτη την πόλη, που το όνομα της μπορείς να διαβάσεις κάτω από αυτό το καινούργιο απόκτημα. Έχεις βαλθεί να με κάνεις πάντα ρεζίλι. Εν πάση περιπτώσει, στέλνω ένα φιλί στην καθεμιά σας και να θυμάσαι: ότι έγινε έγινε.
Φιλιά,
Τσε
★★★★★★★★
ΠΑΡΙΣΙ
Αγαπημένη μου,
Καθώς ονειρευόμουν μες στο Λούβρο, κρατώντας σε απ’ το χέρι, σε είδα να παριστάνεσαι σε μια ζωγραφιά. Στρουμπουλή, σοβαρή, μ’ένα χαμόγελο λιγάκι θλιμμένο (ίσως επειδή κανένας δε σ’αγαπάει) να περιμένεις τον μακρινό αγαπημένο (να είναι άραγε αυτός που νομίζω ή κάποιος άλλος;). Κι’ άφησα το χέρι σου για να σε δω καλύτερα και να μαντέψω τι κρύβεται στην καρπερή σου μήτρα. Αγόρι, σωστά;
Ένα φιλί και μια μεγάλη αγκαλιά γιά όλους και ιδιαίτερα για σένα, απ’ τον
Στρατάρχη Του
Τσε
★★★★★★★★
Αγαπημένη μου,
Είναι η τελευταία κάρτα εδώ και πολύ καιρό, ίσως. Σε σκέφτομαι, όπως σκέφτομαι και τα μικρά κεφτεδάκια που έχω αφήσει πίσω. Αυτή η δουλειά σου αφήνει τελικά πολύ λίγο χρόνο γιά σκέψεις.
Δε σου στέλνω το δαχτυλίδι, γιατί σκέφτηκα πως δεν ήταν σωστό να ξοδέψω χρήματα γιά κάτι τέτοιο, τώρα που τόσο τα έχουμε ανάγκη. Θα σου στείλω κάτι απ’ τη χώρα του προορισμού μας. Γιά την ώρα σου στέλνω δύο παθιασμένα φιλιά, ικανά να λιώσουν την κρύα σου καρδιά. Μοίρασε το ένα σε μικρότερα κομμάτια και δώσ’ το στα παιδιά. Δώσε άλλα πιό μετρημένα φιλιά στα πεθερικά μου και στους υπόλοιπους του σογιού. Στους νιόπαντρους μια αγκαλιά και την πρόταση μου τον πρωτότοκο να τον πουν Ραμόν.
Τις νύχτες των τροπικών, θα ξαναπιάσω την παλιά μου τέχνη, ή μάλλον κακοτεχνία, του ποιητή (κυρίως στον τομέα της σκέψης παρά σ’εκείνον της σύνθεσης), κι εσύ θα είσαι η μόνη πρωταγωνίστρια. Μη σταματάς να διαβάζεις. Να δουλέψεις αρκετά και να με θυμάσαι πότε πότε.
Ένα φιλί τελευταίο, παθιασμένο, δίχως ρητορείες, απ’ τον
Ραμόν σου
★★★★★★★★
ΚΟΝΓΚΟ
Μοναδική μου εσύ στον κόσμο, (Αυτό το δανείστηκα απ’ τον γερο-Χικμέτ.)
Τι μάγια έχεις κάνει στο φτωχό σαρκίο μου και δε με νοιάζουν πια οι αληθινές αγκαλιές, παρά ονειρεύομαι τις κοιλότητες όπου μ’ έβαζες να φωλιάζω, τη μυρωδιά και τα τραχιά, χωριάτικα χάδια σου;
Ετούτο εδώ είναι μια άλλη Σιέρρα Μαέστρα αλλά δίχως τη γεύση της δημιουργίας ή, ακόμη λιγότερο, της ικανοποίησης του να νιώθω τον τόπο δικό μου. Όλα κυλούν με αργούς ρυθμούς, λες κι’ ο πόλεμος είναι μια δουλειά που μπορούμε ν’αφήσουμε για μεθαύριο. Γιά την ώρα, ο φόβος σου μην τυχόν και με σκοτώσουν είναι τόσο αβάσιμος όσο οι ζήλιες σου παλιότερα.
Η δουλειά μου περιορίζεται σε μαθήματα γαλλικών κάμποσες ώρες τη μέρα, εκμάθηση σουαχίλι και ιατρική. Σε λίγες μέρες από τώρα θα ξεκινήσει μια σοβαρή δουλειά, αλλά μόνο για εκπαίδευση. Κάτι σαν το Μίνας νιελ Φρίο, όπως ήταν στον πόλεμο. Όχι όπως όταν το επισκεφτήκαμε μαζί.
Δώσε ένα προστατευτικό φιλί στα παιδιά (και στην Ιλδίτα). Βγάλτε μιά φωτογραφία όλοι μαζί και στείλ’ τη μου. Μιά που να μην είναι πολύ μεγάλη κι’ άλλη μιά μικρούλα. Μάθε γαλλικά, ασχολήσου περισσότερο μ’ αυτά παρά με τη νοσηλευτική, και να μ’αγαπάς.
Ένα μεγάλο φιλί, σαν κι αυτό που θα σου δώσω όταν ξαναβρεθούμε.
Σ’αγαπώ,
Τάτου.
★★★★★★★★
Μη με εκβιάζεις. Δεν μπορείς να έρθεις εδώ πέρα τώρα, αλλά ούτε και σε τρείς μήνες. Μέσα σ’ ένα χρόνο τα πράγματα θα είναι αλλιώς και θα δούμε τι θα γίνει. Πρέπει να αναλύσουμε σωστά τις περιστάσεις. Το σπουδαιότερο είναι όταν έρθεις να μην είσαι “η κυρία” αλλα η μαχήτρια, και πρέπει να προετοιμαστείς γι’ αυτό, μαθαίνοντας τουλάχιστον γαλλικά […]
Έτσι έχω περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου – υποχρεωμένος να ανακόπτω τις στοργικές μου διαθέσεις εξαιτίας άλλων σκέψεων και στόχων κι’ ο κόσμος να πιστεύει πως έχει να κάνει μ’ ένα μηχανικό τέρας. Βοήθησε με τώρα, Αλέϊδα, να είσαι δυνατή και να μη μου θέτεις προβλήματα που δεν μπορούν να λυθούν. Όταν παντρευτήκαμε, ήξερες ποιός είμαι. Πράξε κι’ εσύ το δικό σου καθήκον κάνοντας πιο υποφερτό το δρόμο μου, που είναι μακρύς ακόμη. Να μ’αγαπάς, με πάθος αλλά και με κατανόηση. Ο δρόμος μου έχει ήδη χαρακτεί, κανένας δε θα με σταματήσει παρά μόνο ο θάνατος. Μη λυπάσαι τον εαυτό σου. Όρμησε στη ζωή και νίκησε την. Κάποια κομμάτια της διαδρομής θα τα διανύσουμε μαζί. Αυτό που κουβαλάω μέσα μου δεν είναι καμιά ανέμελη δίψα γιά περιπέτειες με ότι συνεπάγεται, κι’ εγώ το ξέρω. Εσύ θα έπρεπε να το μαντεύεις […]
Μόρφωσε τα παιδιά. Μην τα κακομάθεις, μην τα παραχαϊδεύεις και κυρίως τον Καμίλο. Μη σκέφτεσαι να τα αφήσεις, γιατί δεν είναι δίκαιο. Είναι κι’ αυτά κομμάτι μας.
Σε αγκαλιάζει, με μια αγκαλιά μεγάλη και γλυκιά,
ο Τάτου σου.
★★★★★★★★
Αγάπη μου, ήρθε η ώρα να σου στείλω ένα αντίο με γεύση από κοιμητήριο (από φύλλα νεκρά, από κάτι τουλάχιστον μακρινό και παροπλισμένο). Θέλησα να το κάνω μ’ εκείνα τα αριθμητικά σημάδια που δεν φτάνουν στο περιθώριο και συνήθως τα ονομάζουν ποίηση, αλλά απέτυχα – έχω τόσες εξομολογήσεις γιά τ’ αυτιά σου που η λέξη γίνεται πια δεσμοφύλακας, κι ακόμη περισσότερο όσο αυτοί οι φευγαλέοι αλγόριθμοι αγαλλιάζουν στην παύση του ρυθμού μου. Δεν είμαι κατάλληλος για το ευγενές λειτούργημα της ποίησης. Κι όχι πως δεν έχω πράγματα γλυκά να πω. Να ήξερες μόνο πόσα απ’ αυτά στροβιλίζονται μέσα μου. Είναι όμως τόσο μακρύς ο δρόμος, τόσο περίπλοκο και στενό το κοχύλι που τα περικλείει, που βγαίνουν κουρασμένα απ’ το ταξίδι, κακόκεφα, συνεσταλμένα και τα πιο γλυκά απ’ όλα είναι τόσο εύθραυστα! Κομματιάζονται στο δρόμο κι απομένουν σκόρπιες δονήσεις και τίποτ’ άλλο […]
Μου λείπει η καθοδήγηση, θα έπρεπε να διαλυθώ για να καταφέρω επιτέλους να στο πω. Ας χρησιμοποιήσουμε τις λέξεις με το καθημερινό τους νόημα κι ας φωτογραφίσουμε τις στιγμές. […] Έτσι σ’αγαπώ, με την ανάμνηση του πικρού καφέ κάθε πρωί δίχως όνομα και με τη γεύση της καθαρής σάρκας στην κοιλότητα του γονάτου σου, μ’ ένα πούρο που η στάχτη του ισορροπεί και μια ασυνάρτητη γκρίνια προς υπεράσπιση του πάλλευκου μαξιλαριού […] Έτσι σ’αγαπώ, κοιτάζοντας τα παιδιά σαν μια σκάλα δίχως ιστορία (κι εκεί υποφέρω γιατί οι μεταμορφώσεις τους δε μου ανήκουν), με μια σουβλιά θλίψης στα πλευρά, πολυάσχολος, αποστεφόμενος τη σχόλη, κλεισμένος στο κοχύλι μου […]
Το τωρινό θα ‘ναι ένα πραγματικό αντίο – η λάσπη μ’ έχει γεράσει πέντε χρόνια, δε μένει πια παρά μόνο το τελευταίο άλμα, το οριστικό. Τελείωσαν πια τα τραγούδια των σειρήνων και οι μέσα μου μάχες, δένεται η κορδέλα για τον τελευταίο μου αγώνα δρόμου. Η ταχύτητα μου θα είναι τόση που κάθε κραυγή θα σβηστεί. Το παρελθόν τελείωσε. Είμαι το μέλλον που έρχεται.
Μη με φωνάξεις, δε θα σ΄ακούσω – μπορώ μονάχα να σε συλλογιέμαι τις ηλιόλουστες μέρες, κάτω απ’ το ανανεωμένο χάδι των πυροβολισμών […] Θα ρίξω ένα βλέμμα λοξό, σαν το σκυλί που στρέφεται γιά τελευταία φορά πριν πέσει να ξεκουραστεί, και θα σας αγγίξω με τη ματιά μου, τον καθένα ξεχωριστά και όλους μαζί.
Αν κάποια μέρα νιώσεις ένα βλέμμα να πέφτει πάνω σου με βία, μη στραφείς, μη σπάσεις τα μάγια, συνέχισε να πίνεις τον καφέ σου κι άσε με να σε ζήσω για πάντα μές στην αιώνια στιγμή.
★★★★★★★★
2 Δεκεμβρίου 1966.
Μοναδική μου,
Εκμεταλλεύομαι το ταξίδι ενός φίλου για να σου στείλω ετούτες τις γραμμές. Θα μπορούσα φυσικά να στις στείλω με το ταχυδρομείο, αλλά μου φάνηκε πιό οικείος ο “μη επίσημος” δρόμος. Θα μπορούσα να σου πω ότι μου λείπεις τόσο που έχω χάσει τον ύπνο μου, αλλά ξέρω ότι δε θα με πίστευες, οπότε συγκρατούμαι. Είναι όμως κάποιες μέρες που η νοσταλγία ορμάει ασυγκράτητη και με κυριεύει. Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, κυρίως, δεν ξέρεις πόσο μου έλλειψαν τα τελετουργικά σου δάκρυα, κάτω από τούτον τον ουρανό με τα καινούργια άστρα, που μου θύμιζε πόσο λίγο έχω χαρεί τη ζωή στον προσωπικό τομέα […]
Γιά τη ζωή μου εδώ δεν έχω να σου πω πολλά ενδιαφέροντα, η δουλειά μου αρέσει αλλά απαιτεί απομόνωση και μερικές φορές γίνεται κουραστική. Μελετάω, όποτε μου μένει χρόνος, και πότε πότε ονειρεύομαι. Παίζω σκάκι, δίχως αξιόλογους αντιπάλους, και περπατάω αρκετά. Αδυνατίζω, λίγο απ’ τη νοσταλγία και λίγο απ’ τη δουλειά. Δώσε ένα φιλί στα κεφτεδάκια, και σ’ όλους τους άλλους. Για σένα ένα φιλί έμπλεο αναστεναγμών και λοιπών θλιβερών, απ’ τον φτωχό και φαλακρό σου
Σύζυγο
★★★★★★★★
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ
Μοναδική μου εσύ στον κόσμο, λαθραία έβγαλα απ’ το αρμάρι του Χικμέτ ετούτον τον ερωτευμένο στίχο μόνο, γιά να σου δείξω το ακριβές μέγεθος της αγάπης μου.
Παρ’ όλα αυτά, στον πιό βαθύ λαβύρινθο του μελαγχολικού κοχυλιού σμίγουν και απωθούνται οι πόλοι του πνεύματος μου: εσύ και ΟΛΟΙ.
Οι Όλοι απαιτούν την αμέριστη αφοσίωση μου, μόνη η σκιά μου να σκοτεινιάζει το δρόμο! Κι όμως, δίχως να ξεγελάω τους νόμους του εξαϋλωμένου έρωτα σ’ έχω φυλαγμένη στον ταξιδιωτικό μου σάκο.
(Σε κουβαλάω στο σάκο μου του ακούρατου ταξιδιώτη σαν τον άρτον ημών τον επιούσιο.)
Πάω να οικοδομήσω τις ανοίξεις του αίματος και του γουδιού κι αφήνω, στο κενό της απουσίας μου, ετούτο το φιλί το δίχως γνωστή διεύθυνση. Δε μου έχουν ανακοινώσει, όμως, την κρατημένη θέση στη θριαμβευτική παρέλαση της νίκης και το μονοπάτι που βγάζει στο δρόμο μου είναι φωτοστεφανωμένο από δυσοίωνες σκιές.
Αν προορίζουν γιά μένα τον σκοτεινό θώκο των τσιμέντων, φύλαξε τον στο ομιχλώδες αρχείο των αναμνήσεων – κατέφυγε σ’αυτόν τις νύχτες των δακρύων και των ονείρων …
Αντίο, μοναδική μου, μην τρέμεις μπροστά στην πείνα των λύκων ούτε στις παγωμένες στέπες της απουσίας, σ’ έχω στο μέρος της καρδιάς και θα πορευτούμε μαζί ώσπου ο δρόμος να σβηστεί …
Ομιλία Φιντέλ Κάστρο γιά τον Τσε στην Σάντα Κλάρα (1997)
Η παρακάτω ομιλία εκφωνήθηκε από τον Πρόεδρο Φιντέλ Κάστρο κατά τη διάρκεια της επίσημης υποδοχής των λειψάνων του Τσε και των συντρόφων του στην πόλη της Σάντα Κλάρα, τον Οκτώβρη του 1997. Λίγες ημέρες πριν είχαν συμπληρωθεί 30 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε και των έξι ανταρτών στη Βολιβία.
17 Οκτωβρίου 1997
Συγγενείς των συντρόφων που σκοτώθηκαν στη μάχη,
Καλεσμένοι,
Λαέ της Σάντα Κλάρα,
Συμπατριώτες:
Με βαθιά συναισθήματα ζούμε μια από αυτές τις στιγμές που δε μπορούν να επαναληφθούν. Δεν ήρθαμε εδώ προκειμένου να πούμε αντίο στον Τσε και στους ηρωϊκούς συντρόφους του, ήρθαμε γιά να τους καλωσορίσουμε.
Βλέπω τον Τσε και τους αντάρτες του ως μια ενίσχυση, ως ένα άγημα ακατανίκητων μαχητών που, σε αυτήν την περίπτωση, περιλαμβάνει κουβανούς όπως και λατινοαμερικάνους που έχουν έρθει να αγωνιστούν μαζί μας και να γράψουν νέες σελίδες ιστορίας και δόξας. Βλέπω, επίσης, τον Τσε ως έναν ηθικό γίγαντα που μεγαλώνει όλο και περισσότερο κάθε μέρα που περνάει, του οποίου η εικόνα, η δύναμη και η επιρροή έχει πολλαπλασιαστεί σε όλον τον κόσμο.
Πως θα μπορούσε να χωρέσει κάτω από μιά ταφόπλακα, πως θα μπορούσε να χωρέσει σε αυτήν την πλατεία, πως θα μπορούσε να χωρέσει μόνο στο αγαπημένο μας, μικρό νησί; Μόνο στον κόσμο που ονειρεύτηκε, γιά τον οποίο έζησε και πάλεψε υπάρχει επαρκής χώρος γι’ αυτόν.
Η αξία του είναι ακόμη μεγαλύτερη γιατί (σήμερα στον κόσμο) υπάρχει περισσότερη αδικία, περισσότερη εκμετάλλευση, περισσότερη ανισότητα, περισσότερη ανεργία, περισσότερη φτώχεια, πείνα και αθλιότητα στην ανθρώπινη κοινωνία.
Οι αξίες γιά τις οποίες πολέμησε θα «ανυψωθούν» ακόμη περισσότερο ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης ιμπεριαλιστικής δύναμης, ηγεμονίας, της κυριαρχίας και παρεμβατικότητας ενάντια στα πιό ιερά δικαιώματα των λαών – ιδιαίτερα των πλέον αδύναμων, των υποανάπτυκτων, των φτωχών – που ήταν αποικίες της Δύσης και πηγές σκλαβωμένης εργασίας.
Τα προφανή ουμανιστικά του αισθήματα θα πάρουν τώρα μεγαλύτερη αξία αφού υπάρχει περισσότερη κακομεταχείριση, περισσότερος εγωκεντρισμός, περισσότερη απομόνωση, περισσότερες διακρίσεις κατά των αυτόχθονων λαών, των εθνοτικών μειονοτήτων, των γυναικών, των μεταναστών… ‘Οταν περισσότερα παιδιά αποτελούν αντικείμενο σεξουαλικής εκμετάλλευσης η όταν εκατομμύρια παιδιά εξαναγκάζονται να εργαστούν. Το παράδειγμα του θα ζεί όσο υπάρχει περισσότερη ανασφάλεια, περισσότερη εγκατάλειψη.
Το παράδειγμα του ως ανθρώπου και επαναστάτη θα συνεχίζει να ξεχωρίζει την στιγμή που υπάρχουν περισσότεροι διεφθαρμένοι πολιτικοί, δημαγωγοί και υποκριτές σε όλα τα μέρη του κόσμου.
Η προσωπική του ανδρεία και η επαναστατική του ακεραιότητα θα αποτελούν αντικείμενο θαυμασμού την στιγμή που υπάρχουν δειλοί, οπορτουνιστές και προδότες στον κόσμο. Η ατσάλινη θέλήση του θα τιμάται την στιγμή που υπάρχουν οι ψυχικά αδύναμοι.
Η αίσθηση της τιμής, της αξιοπρέπειας και της αισιοδοξίας (του Τσε) θα μεγαλώνει όσο υπάρχουν οι πεσιμιστές. Η εγκράτεια του, το πνεύμα εργατικότητας και μελέτης θα μεγεθύνονται, την στιγμή που υπάρχουν αυτοί που κατασπαταλούν τις πολυτέλειες και τον πλούτο που παράγουν άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι.
Ο Τσε ήταν ένας πραγματικός Κομμουνιστής και είναι σήμερα το παράδειγμα και το είδωλο του επαναστάτη και του Κομμουνιστή. Ο Τσε υπήρξε δάσκαλος γιά ανθρώπους όπως ο ίδιος.
Πάντοτε συνεπείς με τις πράξεις του, δεν σταμάτησε ποτέ να κάνει ότι είχε πεί ότι θα κάνει και ήταν απαιτητικός με τον εαυτό του όσο και με τους άλλους. Όποτε χρειαζόταν ένας εθελοντής γιά μια αποστολή, ο Τσε ήταν ο πρώτος που θα έκανε ένα βήμα μπροστά. Είτε στο πεδίο της μάχης είτε στην ειρήνη, θα έδινε και τη ζωή του γιά την πραγμάτωση των μεγαλύτερων ονείρων του. Έκανε τα πάντα που φαινόντουσαν αδύνατα, δυνατά.
Η έφοδος του που τον οδήγησε από τα βουνά της Σιέρρα Μάεστρα στην κατάληψη της Σάντα Κλάρα με μιά μικρή ομάδα ανταρτών πιστοποιεί, μεταξύ άλλων πράξεων, τα πράγματα που ήταν ικανός να κάνει.
Το Βιετνάμ απέδειξε ότι ήταν δυνατό να πολεμήσει ενάντια στην ιμπεριαλιστική εισβολή και να νικήσει. Οι Σαντινίστας νικήσανε μια απ’ τις πλέον πανίσχυρες μαριονέτες των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι αντάρτες του Ελ Σαλβαδόρ βρέθηκαν στο παρά πέντε μιάς νίκης. Στην Αφρική το απαρτχάιντ ηττήθηκε παρά το γεγονός ότι το καθεστώς διέθετε πυρηνικά όπλα. Η Κίνα, χάρη στον ηρωϊκό αγώνα των εργατών και των χωρικών της, είναι μιά απ’ τις χώρες με τις καλύτερες προοπτικές στον κόσμο. Το Χονγκ Κονγκ επιστράφηκε έπειτα από 150 χρόνια κατοχής, η οποία ξεκίνησε ως μιά προσπάθεια να επιβληθεί εμπόριο ναρκωτικών στην υπόλοιπη Κίνα.
Δεν απαιτούν όλες οι εποχές και οι περιστάσεις τις ίδιες μεθόδους και τακτικές, όμως τίποτα δε μπορεί να σταματήσει την πορεία της ιστορίας – οι αντικειμενικοί της νόμοι έχουν διαχρονική εγκυρότητα. Ο Τσε βασίστηκε σε αυτούς τους νόμους και είχε απόλυτη πίστη στην ανθρωπότητα.
Πολλές φορές, οι μεγάλοι επαναστάτες και μεταρρυθμιστές της ανθρωπότητας δεν είχαν την ευκαιρία να δουν τα όνειρα τους να πραγματώνονται όσο σύντομα θα ήθελαν η πίστευαν. Αλλά, αργά η γρήγορα, ήταν νικητές. Ένας μαχητής μπορεί να πεθάνει, αλλά οι ιδέες του δεν πεθαίνουν.
Τι γύρευε ένας πράκτορας της κυβέρνησης των Η.Π.Α. στο σημείο που τραυματίστηκε ο Τσε και (μετέπειτα) στην ανάκριση; Πίστεψαν ότι με το να τον σκοτώσουν, θα πάψει να υπάρχει ως μαχητής. Δεν είναι πλέον στο Λα Ιγκέρα… Αντίθετα, είναι οπουδήποτε υπάρχει ένα δίκαιο αίτημα προς υπεράσπιση.
Όσοι ενδιαφέρονταν να τον αφανίσουν δε μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο θρύλος του γράφτηκε ήδη στην ιστορία και ότι το προφητικό του όραμα θα γίνει σύμβολο όλων των εκατοντάδων εκατομμυρίων φτωχών ανθρώπων αυτού του πλανήτη.
Νέοι άνθρωποι, παιδιά, ηλικιωμένοι, άνδρες και γυναίκες… όλοι τον ήξεραν. Οι έντιμοι άνθρωποι αυτού του κόσμου, ασχέτως των κοινωνικών τους καταβολών, τον θαυμάζουν. Ο Τσε προελαύνει και κερδίζει περισσότερες μάχες από ποτέ.
Ευχαριστούμε Τσε. Ευχαριστούμε γιά την ιστορία σου, τη ζωή και το παράδειγμα σου. Ευχαριστούμε που έρχεσαι ως ενισχυτής αυτού του δύσκολου αγώνα που δίνουμε σήμερα, να σώσουμε τις ιδέες γιά τις οποίες πολέμησες τόσο πολύ, να σώσουμε την Επανάσταση, το έθνος και τον σοσιαλισμό. Αυτά τα επιτεύγματα είναι κομμάτι των ονείρων σου που γίνονται πραγματικότητα.
Προκειμένου να βγάλουμε εις πέρας αυτό το τεράστιο καθήκον – να νικήσουμε τα ιμπεριαλιστικά σχέδια ενάντια στην Κούβα, αντιστεκόμενοι στον οικονομικό αποκλεισμό – προκειμένου να γράψουμε ιστορία, βασιζόμαστε σε σένα, Τσε.
Όπως βλέπεις αυτή η χώρα, που είναι η δική σου χώρα, αυτός ο λαός που είναι ο δικός σου λαός, αυτή η επανάσταση που είναι η δική σου επανάσταση συνεχίζουν να ανεμίζουν την σημαία του σοσιαλισμού με τιμή και υπερηφάνια.
Καλωσήρθατε ηρωϊκοί σύντροφοι. Ο ωκεανός των ιδεών και της δικαιοσύνης που θα υπερασπιστείτε, στο πλευρό του λαού μας, δεν θα ηττηθεί ποτέ από τον εχθρό. Μαζί θα συνεχίσουμε να πολεμάμε γιά έναν καλύτερο κόσμο.
Hasta la Victoria Siempre!
(Πηγή: Radio Havana Cuba – Μετάφραση: Ν.Μόττας)



