Κατηγορία: Ερνέστο Τσε Γκεβάρα
Η εικόνα του Τσε Γκεβάρα: Ο καθρέφτης της ντροπής
Του Άγγελου Ελεφάντη.
Να μιλάς σήμερα για τον Ερνέστο Γκεβάρα, τον θρυλικό Τσε, είναι σαν να πατάς αμέριμνος πάνω στον τάφο του παππού σου. Κι ωστόσο δεν είναι τόσο απόμακρος στον χρόνο όσο οι παππούδες μας, συνομήλικος είναι, ή περίπου. Σύγχρονος κι απόμακρος μαζί. Την απόσταση από τον επαναστάτη μιας άλλης εποχής τη δημιουργεί η πραγματική ιστορία του Γκεβάρα μέσα στην εποχή του, που δεν είναι πια η δική μας. Την «επικαιρότητά» του, τη συγχρονικότητά του, η αγορά των συμβόλων. Δεν εννοώ τα εμπορεύσιμα σύμβολα που κατασκευάζουν τα ΜΜΕ, αλλά τα σύμβολα που κατασκευάζουν οι άνθρωποι και με τα οποία αλληλοαναγνωρίζονται. Γι’ αυτή τη δεύτερη συμβολοποίηση του Γκεβάρα θέλω να πω δυο λόγια, για την εικόνα του που ξεπερνά την εποχή του, ακόμη και την ιστορική του προσωπικότητα.
Δύο τα κύρια στοιχεία αυτής της εικόνας που καταναλώθηκε όσο λίγες αυτά τα τελευταία τριάντα χρόνια: το ένα ο ωραίος, ο νέος, ο ιδαλγικός επαναστάτης με το αστέρι στο μαύρο του μπερέ και το βλέμμα ν’ ατενίζει τον ορίζοντα. Το άλλο στοιχείο, ένα πτώμα ξαπλωμένο πάνω σ’ ένα τραπέζι, τρυπημένο από τις σφαίρες των εκτελεστών του που έστειλαν τον Τσε στον άλλο κόσμο, ένα πτώμα «όμορφο», σαν Χριστός μετά την αποκαθήλωση, πτώμα όμως που έδειχνε αναντίλεκτα ότι ο ζωντανός άνθρωπος ήταν πλέον πεθαμένος και νεκρός.
Σε όσους έβλεπαν την εικόνα του ιδαλγικού επαναστάτη, η φωτογραφία του πτώματος έλεγε ότι το όραμα και ο οραματιστής δεν υπάρχουν πια. Σε όσους, πάλι, έβλεπαν το τρυπημένο από τις σφαίρες πτώμα, την αμετάκλητη απουσία του επαναστάτη, εκείνο το φλογερό βλέμμα της εικόνας του Τσε τον ξανάφερνε στη Γη ζωντανό ως επαναστάτη. Τη μια εικόνα, του νεκρού, την έφτιαξε η φωτογραφική μηχανή και οι σκοποί εκείνων που φωτογράφισαν το πτώμα.
Ήθελαν να καταδείξουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο σε όλη την οικουμένη ότι ο Τσε ήταν νεκρός. Μαζί του και ό,τι προσπάθησε, όσα οραματίστηκε. Επέζησε όμως επίμονα η εικόνα του επαναστάτη με το βλέμμα ν’ ατενίζει τον ορίζοντα, παρ’ όλη την εμπορευματοποίηση που του επέβαλλαν τα ΜΜΕ, οι μόδες, οι ενδυματολογο-μουσικές βιομηχανίες και εκκεντρικότητες. Δεν ήταν όμως δικό τους δημιούργημα, όσο κι αν την ιδιοποιήθηκαν, την εκμεταλλεύτηκαν, την πούλησαν, όσο κι αν τη μελοδραματοποίησαν. Δεν ήταν η αγοραία χρήση της φωτογραφίας, του θρύλου και του μύθου που κράτησε στη ζωή το σύμβολο επί τριάντα χρόνια. Διότι το εικονίζον παρέπεμπε συνεχώς στον εικονιζόμενο και τα συμφραζόμενά του, σε μια φαντασιακή αναφορά, πέρα από τις μεντιατικές παραποιήσεις και τις ιδεολογικές οικειοποιήσεις του εκάστοτε συρμού.
Το εικονιζόμενο ήταν μια ρομαντική αναφορά στο πνεύμα της εξέγερσης, συμπύκνωνε τους οραματικούς συμβολισμούς μιας ολόκληρης γενιάς: της εξεγερμένης νεολαίας της δεκαετίας του ’60. Όχι, δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε στην περίπτωση αυτή τη ρήση του Ιωάννου του Δαμασκηνού «άλλο το εικονίζον και άλλο το εικονιζόμενο», διότι υπήρξε ανάμεσά τους μια μυστική επικοινωνία. Η εικόνα του επαναστατικού συμβόλου, όπως όλα τα σύμβολα, καθοδηγούσε το βλέμμα μέσα στο χάος του άγνωστου και της προσδοκίας.
Δεν αναφέρομαι στους συμβολισμούς του Τσε και της εικόνας του στη Λατινική Αμερική. Εκεί η επιθυμία και η ανάγκη, η κοινωνική συνθήκη της καταπιεσμένης αγροτιάς και της απέραντης πλέμπας των πόλεων, δίνουν άλλα νοήματα στους λαϊκούς συμβολισμούς και τις κοινωνικές πρακτικές. Εκτρέφουν ακόμη και την αγιοποίηση. Δεν είναι ίδια η περίπτωση στο Καρτιέ Λατέν, στη Ρώμη, στα Εξάρχεια. Αναφέρομαι στη θέση που κατέκτησε το σύμβολο Τσε στην εξεγερμένη νεολαία -κι όχι μόνο- της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Εδώ, σ’ ένα πρώτο επίπεδο πρόσληψης του Τσε έδρασε ο συμβολισμός του αντάρτη, του γκεριγέρο, για την άμεση πολιτική συνθηματολογία: ένα, δύο, τρία Βιετνάμ, η Τρικοντινεντάλ, η εξουσία βρίσκεται στην άκρη του τουφεκιού (μαοϊκό αυτό, αλλά συμβατό με το γκεβαρικό διάβημα), το αντάρτικο πόλης, ο ένοπλος αγώνας που μόνο αυτός αποδίδει την αλήθεια στην επαναστατική πράξη, η θεωρία του focus, το παράδειγμα της πρωτοποριακής ομάδας που θα μιμηθούν οι μάζες, η επανάσταση μέσα στην επανάσταση, ο ασυμβίβαστος αντιγραφειοκράτης. Όμως, αυτή η άμεση πολιτική συνθηματολογία και ιδεολογία, η εμπνευσμένη από το παράδειγμα του Γκεβάρα και που μετέτρεψε τον πολιτικό-πρακτικό και θεωρητικό του λόγο σε «γκεβαρισμό», γρήγορα εκμηδενίστηκε, όπως και η απόπειρα του Τσε στα βουνά της Βολιβίας. Και δεν άφησε τίποτε πίσω της, παρά μονάχα τη νοσταλγία και κάποιες απονεννοημένες απόπειρες που έσβησαν κι αυτές στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές ’80, μέσα στην αποτυχία και την απόγνωση των εμπνευστών της. Ο γκεβαρισμός στη Δύση δεν είχε συνέχεια. Υπήρξε όμως κάτι βαθύτερο από την επαναστατική γυμναστική και την ανατρεπτική φλυαρία, που πουθενά δεν γνώρισαν καμιά νίκη. Ξέρουμε ότι οι εξεγέρσεις -οι φοιτητικές και οι εργατικές- της δεκαετίας του ’60 δεν απείλησαν και δεν άλλαξαν τα οικονομικά και κοινωνικά θεμέλια -τον καπιταλισμό- των κοινωνιών που τις γέννησαν. Η μια κοινωνία μετά την άλλη, η μια εξουσία μετά την άλλη επανέκτησαν γρήγορα το πρόσκαιρα χαμένο έδαφος, εξομάλυναν την αναταραχή, ξαναβρήκαν τον βηματισμό τους. Τούτη η επανάκτηση θα ήταν υπεραρκετή να ενταφιάσει για πάντα το είδωλο του Τσε, όπως χώνεψε κι άλλα πολύ πιο μακρόβια και πολύ πιο αγκυρωμένα στις συλλογικές αναπαραστάσεις σύμβολα.
Πρέπει, ωστόσο, να πάρουμε υπόψη ότι, κατά την «εξεγερμένη» δεκαετία του ’60 στη Δυτική Ευρώπη, κυρίως, είχε υπάρξει μια ορισμένη σύγκλιση του πολιτικού οράματος με το πολιτισμικό. Εντελώς επιγραμματικά υπενθυμίζω νέα αιτήματα που ανατάραζαν την κατεστημένη τάξη: σεξουαλική επανάσταση, φεμινισμός, αντιαυταρχικό σχολείο, σχετικοποίηση της επιστήμης, αμφισβήτηση της καπιταλιστικής ορθολογικότητας, οικολογία, αντιψυχιατρική, έκρηξη της υποκειμενικότητας, αμφισβήτηση της πυρηνικής οικογένειας και γενικότερα των ιεραρχικών δομών, αναθεμελίωση του πανεπιστημίου, αμφισβήτηση του ευρωπαιοκεντρισμού, της κομματοκρατίας, του γραφειοκρατικοποιημένου συνδικαλισμού, της μικροαστικής ηθικής. Για πρώτη φορά τέθηκε το ζήτημα ότι η εξουσία θεμελιώνεται όχι μόνο στο κράτος και τα χρηματιστήρια, αλλά και σε άλλους πολιτιστικούς και κοινωνικούς θεσμούς, ακόμη και στη γλώσσα και στην τέχνη και στο σχολείο. Αυτές οι αναζητήσεις, οι ζητήσεις και κινήματα, συνοδευμένες από τη ροκ, τα τζην, τα τραγούδια των Μπητλς και του Ντύλαν, συνοδευμένες από το αντιπολεμικό πνεύμα και την άρνηση του σοβιετισμού, καταλήγουν σε αποσύνθεση μέσα στη νοσταλγία ή στην αντιστροφή. Η φαντασία δεν ήρθε στην εξουσία, πολλοί «φαντασμένοι» όμως θρονιάστηκαν για τα καλά εκεί. Σ’ αυτές όμως τις κοινωνικές ζητήσεις της δεκαετίας του ’60 πρέπει να αναζητήσει κανείς τους λόγους της επιβίωσης του ειδώλου του Τσε: στο σώμα, αν και ασπόνδυλο, μιας πολιτιστικής επανάστασης, που δεν βρήκε τρόπο να είναι κάπως και πολιτική. Γιατί ήταν πράγματι μια πολιτιστική επανάσταση, μολονότι τελικά χάθηκε αφήνοντας τον Κλίντον με το τρομπόνι του να παίζει τον επικήδειό της.
Ο Τσε, αν και χάθηκε «ανώφελα», θα πάρει επικές διαστάσεις. Ίσως ήταν η τελευταία έκφραση επικής ιδεολογίας. Το μοντέλο, βέβαια, του γκεβαρισμού δεν αντιστοιχούσε σε ό,τι προσδιόριζε την εποχή εκείνη στην ανεπτυγμένη Δύση. Ο Τσε, όμως, αυτό το βλέμμα στον ορίζοντα, ενσάρκωσε δυνατά την προσδοκία για την αλλαγή της ζωής, των προϋποθέσεων της ζωής. Δεν ξέρω τι έβλεπε ο ίδιος, ίσως μάλιστα το όραμά του να μας είναι ξένο σήμερα, όπως και οι τρόποι που διάλεξε για να το πραγματοποιήσει, ίσως να προστάτευσε τη σαγήνη του ο θάνατός του. Παρά ταύτα, δεν πιστεύω ότι η «επικαιροποίηση» του Γκεβάρα αυτές τις μέρες είναι μεντιατικός θόρυβος, ούτε νοσταλγία παλαιών πολεμιστών που τη συνδαυλίζει η επέτειος. Έχει μείνει κάτι πολύ σημαντικό, ζεστό, από τη δεκαετία του ’60 και το κατεξοχήν σύμβολό της: η ανάγκη της εξέγερσης, η κληρονομιά της απείθειας. Η ανάγκη της εξέγερσης, της επανάστασης, είναι η πιο ανθρώπινη πολιτική και ηθική ανάγκη, όταν η ζωή γίνεται αβίωτη. Είναι η στιγμή που, όπως έλεγε ο Ζιλ Ντελέζ, αισθανόμαστε ντροπή να είμαστε άνθρωποι. Η εικόνα του Ερνέστο Γκεβάρα είναι ο καθρέφτης για το πρόσωπο της ντροπής μέσα στον μεταμοντέρνο κόσμο μας.
* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Ενθέματα, εμβολιασμοί και στράτευση. Παρεμβάσεις για την Αριστερά 1996-2008, Αθήνα 2008, σ. 75-79. Η αναδημοσίευση έγινε από το ιστολόγιο «ΠαραλληλοΓράφος«. Ο Άγγελος Ελεφάντης (1936-2008) ήταν δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Αλέιδα Γκεβάρα: «στη Λατινική Αμερική σήμερα υπάρχει ένα άρωμα επανάστασης»
Συνέντευξη στην Σία Κοσιώνη γιά το Americalatina.com.gr.
Πώς είναι δυνατόν σε ένα κόσμο που τα πάντα έχουν να κάνουν με το χρήμα ο Τσε να παραμένει ζωντανός;
Σήμερα οι νέοι ψάχνουν πολύ την εικόνα του. Αυτό συμβαίνει ίσως γιατί έχουν ανάγκη το παράδειγμα ενός άνδρα ολοκληρωμένου. Στον κόσμο που ζούμε οι άνθρωποι αναζητούν κάτι πιο αγνό, πιο καθαρό, κάτι στο οποίο να μπορούν να στηριχθούν, όπως ένα κομμάτι ξύλο στη θάλασσα. Νομίζω πως αυτό ακριβώς ήταν ο πατέρας μου.
Πως μπορεί κάποιος τη σήμερον ημέρα να πιστεύει ακόμη στις ιδέες του Τσε;
Οι ιδέες του είναι αναγκαίες σήμερα. Η πραγματικότητα για την οποία πάλεψε και αγωνίστηκε έστω και ως ιδέα έχει καταρρακωθεί από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Δέστε τι γίνεται ακόμη και στην Ευρώπη. Η φτώχια σαρώνει. Ο καπιταλιστικός κόσμος που δημιουργούν τα θέλει όλα δικά του και δεν αφήνει τίποτα για τους άλλους. Σε αυτες τις ανάγκες, σε αυτες τις συνθήκες, η εικόνα του Τσε γίνεται ακόμα πιο δυνατή. Ίσως ο κόσμος έχει μεγάλη ανάγκη για νέες ιδέες.
Πόσα χρόνια κυριαρχεί ο καπιταλισμός ως διεθνές σύστημα; Περισσότερα από 200 χρόνια; Ναι. Και το 80% της ανθρωπότητας παραμένει φτωχό. Άρα αυτό το σύστημα δεν έλυσε τα προβλήματα της μεγάλης πλειοψηφίας. Άρα τι πρέπει να κάνουμε; Να ψάξουμε για εναλλακτικές. Πρέπει να θέσουμε σε ισχύ ιδεές που να μιλούν για αλλυλεγγύη, για σεβασμό μεταξύ των λαών και αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους.
Ποια πιστεύετε ότι είναι η επόμενη μέρα της Κούβας;
(Γελάει). Ποτέ δεν μπορώ να αποφύγω αυτήν την ερώτηση! Κοίτα, πρέπει να ξέρεις την Κούβα για να καταλάβεις. Ο κουβανέζικος λαός έχει πολεμήσει πολλά χρόνια για να κατακτήσει την ανεξαρτησία του και το κατάφερε πριν 50 χρόνια. Είναι πολύ σημαντικό για εμάς να καταλάβετε πως ο Φιντέλ Κάστρο είναι ένας άνδρας εξαιρετικός, ένας άνδρας μοναδικός, αλλά είναι μόνος… Μόνος δε θα μπορούσε να κάνει επανάσταση στην Κούβα και όντας μόνος δεν μπορεί να τη διατηρήσει. Και μάλιστα σε απόσταση μόλις 90 μιλίων από τις ΗΠΑ. Πρέπει να υπάρχει λαϊκή συνείδηση και συναίνεση για να προχωρήσει η επανάσταση.
Πιστεύετε πως ο καπιταλισμός θα καταφέρει να εισβάλλει εύκολα στην Κούβα;
Πιστεύω πως δεν είναι ο καπιταλισμός η πραγματική μας ανησυχία. Νομίζω πως υπάρχουν άλλα σοβαρότερα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Στον κόσμο, βλέπεις, αρέσει να βολεύεται όταν του δίνονται προνόμια. Εμείς πρέπει να παλέψουμε ενάντια σε αυτό. Να παλέψουμε για την ιδεολογία μας. Δεν φοβόμαστε λοιπόν τον ιμπεριαλισμό. Αυτό που μας φοβίζει είναι το κατά πόσο μπορούμε εμείς οι ίδιοι να διατηρήσουμε το σύστημα που έχουμε δημιουργήσει. Και για αυτό πρέπει να παλεύουμε διαρκώς.
Τι συμβαίνει στη Λατινική Αμερική; Γιατί τόσες κοινωνικές επαναστάσεις τώρα;
Πολλά πράγματα συμβαίνουν. Είναι μια από τις πιο όμορφες περιόδους της ηπείρου μου. Ή θα τα καταφέρουμε τώρα ή δε θα τα καταφέρουμε ποτέ. Υπάρχει άρωμα επανάστασης, μια λαϊκή κίνηση δυνατή. Έχουμε τις αντιδράσεις των ιθαγενών στον Ισημερινό, στη Βολιβία, στη Βραζιλία… Αντιδράσεις μεγάλες, δυνατές, θαυμάσιες κινήσεις λαϊκές. Ο κόσμος ψάχνει για τις εναλλακτικές που σας έλεγα. Και σε αυτό αρχηγός είναι αυτή τη στιγμή η Βενεζουέλα.
Γιατί αποφασίσατε να γίνετε γιατρός;
Η ιατρική είναι η πιο ανθρωπιστική επιστήμη. Το να είσαι γιατρός σημαίνει να είσαι κοντά στη χαρά και στον πόνο του ανθρώπου. Από τη στιγμή που γεννήθηκα εισέπραξα πολύ αγάπη από το λαό μου και ήθελα κάπως να την επιστρέψω. Δε θα μπορούσα να γίνω κάτι άλλο. Μόνο έτσι μπορώ να αποπληρώσω κάτι από όλα όσα έχω εισπράξει.
Ο Τσε έπρεπε να πεθάνει για να γίνει σύμβολο;
Όχι… Ο Τσε και όσο ζούσε ήταν σύμβολο. Σύμβολο αγώνα και αντίστασης για πολλούς άνδρες και γυναίκες στον κόσμο. Δυστυχώς πέθανε πολύ νέος. Κι όμως με τόση λίγη ζωή άφησε τόσα πράγματα για την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Φανταστείτε τι θα είχε αφήσει για όλους μας αν ζούσε περισσότερο. Ήταν πάντα υπέροχος…
Πως συνδυάζονται τα όπλα με τη φωτογραφική μηχανή;
Τα όπλα όταν χρησιμοποιούνται σωστά, σε βοηθούν να υπερασπιστείς τις αρχές σου, την ίδια σου την τρυφερότητα ως άνθρωπος. Κάποια στιγμή βρέθηκα στη Βραζιλία και είδα την απόγνωση ανδρών, γυναικών και παιδιών στους δρόμους, είπα πως κάτι πρέπει να κάνω. Ή θα πεθάνουμε από την πείνα ή θα πεθάνουμε προσπαθώντας να αλλάξουμε αυτήν την πραγματικότητα. Το πώς θα την αλλάξει κάθε λαός είναι δική του απόφαση. Όμως αν αποφασίσει να πάρει τα όπλα για να προστατεύσει τη ζωή του, κανείς δε θα έχει το δικαίωμα να τον κριτικάρει. Δεν είναι παιχνίδι η ζωή των λαών.
Σάντα Κλάρα (Santa Clara)
-

-
Το άγαλμα του Τσε στο Μαυσωλείο της Σάντα Κλάρα.
Η ιστορική πόλη της Σάντα Κλάρα (ιδρύθηκε το 1689) είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας Βίγια Κλάρα στην Κούβα. Βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα της χώρας και η ιστορία της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με κορυφαίες στιγμές της Κουβανική επανάστασης. Στις 29 Δεκεμβρίου 1958 ο αντάρτικος στρατός του Φιντέλ Κάστρο εισήλθε στην πόλη απελευθερώνοντας την από τις στρατιωτικές δυνάμεις του Μπατίστα, δίνοντας καθοριστικό χτύπημα στο δικτατορικό καθεστώς και ανοίγοντας το δρόμο γιά την επέλαση των μπαρμπούδος προς την πρωτεύουσα Αβάνα. Η κατάκτηση της Σάντα Κλάρα έγινε από τις φάλαγγες του Τσε και του Καμίλο Σιενφουέγος, σε μια απ’ τις πλέον επικές μάχες της επανάστασης. Δώδεκα ώρες μετά την πτώση της πόλης, ο Φουλχένσιο Μπατίστα εγκατέλειψε τη χώρα.
Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑ ΚΛΑΡΑ
Τα τμήματα υπό την καθοδήγηση του Γκεβάρα μετακινήθηκαν από τις 28 Δεκεμβρίου από το λιμάνι του Καϊμπαριέν δια μέσου του τοπικού οδικού δικτύου στην Σάντα Κλάρα. Εν τω μεταξύ, κυβερνητικές δυνάμεις στην στρατιωτική βάση του Καμαϊουάνι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, με αποτέλεσμα η μετακίνηση των επαναστατών να συνεχιστεί ανενόχλητα. Τα χαράματα τα επαναστατικά τμήματα βρίσκονταν στο Πανεπιστήμιο της πόλης.
Οι επαναστατικές δυνάμεις, 300 ένοπλοι, διαιρέθηκαν σε δύο ομάδες ομάδες. Η νότια ομάδα ήρθε αντιμέτωπη με τις δυνάμεις του Συνταγματάρχη Κασίγιας Λουμπούϊ. Το επονομαζόμενο «τάγμα αυτοκτονίας» της δεύτερης ομάδας υπό τον Ρομπέρτο Ροντρίγκεθ (ή «Ελ Βακερίτο»), εστάλη από τον Γκεβάρα να καταλάβει τον στρατηγικής σημασίας λόφο στα προάστια της πόλης, όπου βρίσκονταν το αρχηγείο των κυβερνητικών (μέσα σε ένα θωρακισμένο βαγόνι τρένου), χρησιμοποιώντας χειροβομβίδες. Εντός σύντομου χρονικού διαστήματος η ομάδα του Ροντρίγκεθ έτρεψε σε φυγή τους κυβερνητικούς, οι οποίοι κατέφυγαν σε κέντρο της πόλης, ενώ οι υπόλοιποι παραδόθηκαν.
Εντός της πόλης, έλαβαν μέρος σποραδικές οδομαχίες, ενώ οι επαναστατικές δυνάμεις υπό τον Ρολάνδο Κουμπέλα, υποστηρίχθηκαν ενεργά και από πολίτες, οι οποίοι τους παρείχαν βόμβες μολότωφ. Οι κυβερνητικοί παρόλο που είχαν υποστήριξη από την αεροπορία και από τεθωρακισμένα οχήματα δεν κατάφεραν παρόλα αυτά να απωθήσουν τους επιτιθέμενους.
Με την κατάληψη του θωρακισμένου τρένου στο οποίο αιχμαλωτίσθηκαν πολλοί κυβερνητικοί αξιωματικοί και κατασχέθηκε μεγάλη ποσότητα πυρομαχικών, το έργο του Γκεβάρα διευκολύνθηκε ανυπολόγιστα. Η ψυχολογική τροπή των γεγονότων όμως ήταν ακόμη πιο σημαντική καθώς τα περισσότερα οχυρά παραδόθηκαν στους επαναστάτες. Κατά το μεσημέρι της ίδιας μέρας ο Τσε Γκεβάρα μέσω ραδιοφωνικής εκπομπής ανακοίνωσε ότι και τα τελευταία προκαλύμματα του καθεστώτος Μπατίστα στην Σάντα Κλάρα παραδόθηκαν.
Πηγή: Wikipedia.
Σήμερα η Σάντα Κλάρα αριθμεί περί τους 240.000 κατοίκους και είναι απ’ τις πλέον διάσημες τουριστικές τοποθεσίες της Κούβας. Στην πόλη βρίσκεται το Μαυσωλείο του Τσε Γκεβάρα στο οποίο έχουν ταφεί τα οστά του, ενώ στο ίδιο σημείο υπάρχει μουσείο αφιερωμένο στον κορυφαίο επαναστάτη.
Ένας επαναστάτης της επιστήμης και της συνείδησης
Tο παρακάτω κείμενο του Αρμάντο Χαρτ Ντάβαλος δημοσιεύθηκε ως Προλογικό Σημείωμα στο βιβλίο «Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους» (Che Guevara talks to young people), εκδόσεις Διεθνές Βήμα, 2004.
Του Αρμάντο Χαρτ*.
Για μένα είναι τιμή και ταυτόχρονα αποτελεί μια πραγματική πρόκληση η συγγραφή ενός προλόγου στο βιβλίο «Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους» – ένα βιβλίο που ως επίλογο έχει την ομιλία του Φιντέλ μπροστά στο μνημείο το οποίο χτίστηκε στο κέντρο του νησιού για να στεγάσει τα ιερά οστά του ήρωα, μαζί με εκείνα των αξέχαστων συντρόφων του. Θα προσπαθήσω να μοιραστώ με το νέο σε ηλικία αναγνώστη – στον οποίο, κατά κύριο λόγο, απευθύνεται το βιβλίο αυτό – κάποιες, σύντομες αναγκαστικά, σκέψεις γι’ αυτή την εξαιρετική φυσιογνωμία της αμερικανικής ηπείρου και της συγχρονης παγκόσμιας ιστορίας.
Είναι αλήθεια ότι ο Τσε θα μιλούσε διαφορετικά σήμερα στους νέους ανθρώπους – οι οποίοι βιώνουν πολύ διαφορετικές συνθήκες – απ’ ότι μιλούσε τρείς και πλέον δεκαετίες νωρίτερα. Ξαναδιαβάζοντας, ωστόσο, αυτές τις ομιλίες, εκπλήσσεται κανείς από το πόσο εξαιρετικά επίκαιρες είναι. Οι ομιλίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι πράγματι ο Τσε είναι ένας άνθρωπος του παρόντος.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 λεγόταν ότι όλα τα μοντέλα αλλαγής του κόσμου είχαν πλέον εκλείψει, και μαζί τους κάθε πιθανότητα να βρεθούν νεα. Η εικόνα, όμως, του Ηρωικού Αντάρτη προβάλλει σαν ένα φάντασμα που πλανάται σε όλον τον δυτικό κόσμο. Το φάντασμα αυτό μεγαλώνει και θα συνεχίσει να γιγαντώνεται, θα δυναμώνει και θα μεγαλώνει ο πλούτος των ιδεών του στον βαθμό που αγγίζει τους νέους ανθρώπους και εκείνοι κάνουν κτήμα τους την ουσία των πράξεων και των οραμάτων του Τσε. Ο Χοσέ Κάρλος Μαριάτεγκι, ένας από τους πιο σημαντικούς επαναστάτες στοχαστές της Λατινικής Αμερικής, μελέτησε και κατέδειξε την αναγκαιότητα των μύθων. Επισήμανε ότι οι λαοί που κατάφεραν πολλά, χρειάστηκε να δημιουργήσουν μύθους μεταξύ των μαζών. Εάν θέλουμε να είμαστε επαναστάτες με την αυστηρή έννοια του όρου, πρέπει να μελετήσουμε τα αίτια και τους παράγοντες που κάνουν τον Τσε να ζει στις καρδιές της αμερικανικής ηπείρου και να εκφράζει με χίλιους δυο τρόπους τους πόθους και τα οράματα της πιο ριζοσπαστικής νεολαίας κάθε ηπείρου. Τριάντα και πλέον χρόνια από τότε που πέρασε στην αθανασία στη χαράδρα του Γιούρο, η μορφή του αντηχεί στις πλατείες και στους δρόμους, ξαναζωντανεύοντας την κραυγή «Πάντα μπροσά ως τη νίκη!» (Hasta la victoria siempre!). Ο καλύτερος τρόπος να είμαστε συνεπείς προς τις ιδέες του σοσιαλισμού και προς τις δυνατότητες μιας επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας και να εντοπίσουμε τους λόγους που βρίσκονται πίσω από αυτό το γεγονός.
Τα διδάγματα και το παράδειγμα της θυσίας του Τσε στις ζούγκλες της Βολιβίας έχουν χαράξει για πάντα στο μυαλό των νέων γενιών μια αίσθηση ηρωισμού και ηθικών αξιών στην πολιτική και στην ιστορία. Και αφού ο ηθικός παράγοντας είναι αυτό που λείπει από την πολιτική, και η έλλειψη αυτή έχει οδηγήσει ακόμα και σε επαναστάσεις, υπάρχει μια πεποίθηση του Τσε που έχει με δραματικό τρόπο επιβεβαιωθεί: δεν μπορεί να υπάρξει επανάσταση χωρίς τον ηθικό παράγοντα. Ο Τσε μίλησε επίσης με ευγλωττία, βάθος και σφρίγος για την ανάγκη ενός νέου τύπου ανθρώπου στον εικοστό πρώτο αιώνα. Η ίδια η ζωή έχει υποχρεώσει έναν τέτοιο άνθρωπο να διαμορφωθεί στον εικοστό αιώνα. Η αναγνώριση του τεράστιου ρόλου της κουλτούρας και των ηθικών αξιών στην ιστορία των πολιτισμών και τα πρακτικά συμπεράσματα που βγαίνουν από την αναγνώριση αυτή είναι το σημαντικότερο μήνυμα του Comandante Ερνέστο Τσε Γκεβάρα προς τους νέους ανθρώπους. Το ζήτημα αυτό έχει μια προϊστορία. Ο πολιτισμός δεν ανέλυσε ποτέ με το απαιτούμενο βάθος και απο επιστημονική σκοπιά το ρόλο των ηθικών και πνευματικών αξιών στο πέρασμα της Ιστορίας. Αυτή είναι η πιο σημαντική πνευματική πρόκληση που έχει κληροδοτήσει στη νεολαία ο εικοστός αιώνας.
Η δυτική και χριστιανική κουλτούρα στην Ευρώπη εξελίσσεται από το έτος 1000 και νωρίτερα, για να καταφέρει – με το Μαρξ και τον Ένγκελς – να φτάνει στο υψηλότερο επίπεδο της φιλοσοφικής γνώσης, στους τομείς των κοινωνικών και οικονομικών επιστημών. Στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, στο μεταξυ, αποκρυσταλλωνόνταν ένας τρόπος σκέψης – με σύμβολα τον Μπολιβάρ και τον Μαρτί – ο οποίος, σε επιστημονική βάση, τόνιζε τη δύναμη του ανθρώπου και τον ρόλο της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και της πολιτικής. Η πρωτοτυπία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα – όπως και της κουβανικής επανάστασης – συνίσταται στο εξής: εμπνευσμένος από την πνευματική κληρονομιά της Δικής μας Αμερικής και με αφετηρία την αφοσίωση του στις ηθικές αξίες, υιοθέτησε τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς και υποστήριξε τη χρήση των λεγόμενων υποκειμενικών παραγόντων στην κινητοποιήση και την καθοδήγηση της επαναστατικής δράσης των μαζών και της κοινωνίας συνολικά.

- Ο Χαρτ (δεξιά) με τον Τσε την περίοδο της Επανάστασης.




