Καμίλο Σιενφουέγος (Camilo Cienfuegos)

Ο Καμίλο Σιενφουέγος, προσωπικός φίλος του Τσε Γκεβάρα, ήταν από τους πρωτεργάτες της Κουβανικής επανάστασης. Γεννηθείς στην συνοικία Λότον της Αβάνας το Φεβρουάριο του 1932 μεγάλωσε σε οικογένεια με αναρχικές τάσεις, από γονείς που είχαν εγκαταλείψει την Ισπανία πριν την έναρξη του εμφυλίου πολέμου. Η πρώτη του επαφή με τον επαναστατικό ακτιβισμό και την πολιτική γίνεται το 1954 όντας ενεργό μέλος φοιτητικής ομάδας ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα. Ως αποτέλεσμα αυτού μάλιστα, το Δεκέμβρη του 1955, τραυματίζεται από σφαίρα κατά τη διάρκεια διαδήλωσης γιά τον κουβανό ήρωα της ανεξαρτησίας Αντόνιο Μασέο.

Άνεργος και έχοντας υποστεί μεγάλη ταλαιπωρία από τις αστυνομικές αρχές του δικτατορικού καθεστώτος αναχωρεί γιά τις Ηνωμένες Πολιτείες, διαμένοντας γιά σύντομο διάστημα στη Νέα Υόρκη. Με τη λήξη της άδειας παραμονής του συλλαμβάνεται και απελαύνεται στο Μεξικό. Εκεί γνωρίζει τον Φιντέλ Κάστρο ο οποίος οργάνωνε ήδη το επαναστατικό κίνημα γιά την ανατροπή του Μπατίστα. Το Νοέμβριο του 1956 ο Σιενφουέγος είναι ένας εκ των 82 επιβαινόντων στο πλοιάριο «Γκράνμα» με προορισμό τις κουβανικές ακτές. Μετέχει ενεργά στο αντάρτικο στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα, αποκτώντας σύντομα τον τίτλο του «Κομαντάντε». Μεγάλη του επιτυχία θεωρείται η στρατηγικής σημασίας νίκη του επί των στρατιωτικών δυνάμεων της δικτατορίας στη μάχη του Yaguajay το Δεκέμβριο του 1958. Στις 31 Δεκεμβριου, οι αντάρτες υπό την ηγεσία των Τσε Γκεβάρα και Καμίλο Σιενφουέγος απελευθέρωναν θριαμβευτές την πόλη της Σάντα Κλάρα.

Λίγες ημέρες πριν τον μυστηριώδη θάνατο του, ο Καμίλο συνέλαβε – έπειτα από εντολή του Φιντέλ – τον σύντροφο Ούμπερ Μάτος, ο οποίος αντιτίθετο στον αναπτυσσόμενο κομμουνιστικό χαρακτήρα του Επαναστατικού Κινήματος της 26ης Ιουλίου. Στις 28 Οκτωβρίου 1959, το Cessna 310 αεροσκάφος στο οποίο επέβαινε ο Σιενφουέγος χάνεται πάνω απ’ τα νερά του Ατλαντικού, κατά τη διάρκεια πτήσης από το Κάμαγουέι προς την Αβάνα. Οι έρευνες που ακολούθησαν κατέληξαν σε αδιέξοδο, καθώς δε βρέθηκαν ποτέ συντρίμια του αεροσκάφους ούτε το σώμα του ίδιου του Σιενφουέγος. Η αναπάντεχη και μυστηριώδης εξαφάνιση του τον μετέτρεψαν σε είδωλο της Κουβανικής Επανάστασης – προς τιμήν του, ο Τσε έδωσε το όνομα του στο γιό του Καμίλο.

Στη μνήμη του κουβανού επαναστάτη δημιουργήθηκε μουσείο στην πόλη Γιαγκουαγιαϊ (Yaguajay) την κορυφή του οποίου κοσμεί μεγαλοπρεπές άγαλμα.

«Λίγοι άνδρες έχουν επιτύχει να αφήνουν σε κάθε τους δράση ένα τόσο ξεχωριστό προσωπικό σημάδι. Είχε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων, που τον είχαν επιλέξει μέσα από χιλιάδες γιά μιά προνομιούχο θέση εξαιτίας της τολμηρότητας των απόψεων του, την επιμονή του, την ευφυία του και την απαράμιλλη αφοσίωση του. Ο Καμίλο εξάσκησε την αφοσίωση του με θρησκευτική ευλάβεια».

– Τσε Γκεβάρα γιά τον Καμίλο Σιενφουέγος.

Η στρατιωτική σκέψη του Τσε Γκεβάρα

Του Πάνου Πικραμένου.

Στις 21 Ιουλίου 1957, ο Τσε προάγεται για πρώτη φορά στον βαθμό του «κομαντάντε», δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή. Μέχρι τώρα, παρά την συμμετοχή του στις μάχες που κάποιες φορές έφτανε τα όρια του ηρωισμού, τα επίσημα καθήκοντά του περιορίζονταν σε αυτά του γιατρού της ομάδας. Στις σημειώσεις του, που αργότερα συνοψίστηκαν στο έργο «Ανταρτοπόλεμος», ο Τσε, γράφει τις σκέψεις του για την μεθοδολογία του αντάρτικου, μία εμπειρία που απέκτησε κυρίως την εποχή του αντάρτικου στην Σιέρα Μαέστρα και κατά την πορεία προς την Αβάνα. Σε ό,τι αφορά τα χαρακτηριστικά του ανταρτοπόλεμου, ο Τσε Γκεβάρα προέβαλε για πρώτη φορά την άποψη ότι πρόκειται για μια μορφή πολέμου όπως όλες οι άλλες και επομένως έχει τα βασικά χαρακτηριστικά που έχει κάθε πόλεμος, όπως πολιτικό στόχο, αυξημένη σημασία του αστάθμητου παράγοντα και της φθοράς, τον ζωτικό ρόλο του στρατιωτικού διοικητή κ.ά.

Κατά την άποψη του, φορέας της επαναστατικής αλλαγής είναι ο επαναστατικός στρατός. Ο επαναστατικός πόλεμος μπορεί να κερδηθεί ή να χαθεί ανάλογα με τον βαθμό της τεχνικής προετοιμασίας, της στρατιωτικής εμπειρίας και πάνω απ’ όλα της στρατιωτικής πειθαρχίας του στρατιωτικού πυρήνα, του «foco», όπως τον ονόμαζε. Ωστόσο αργότερα ο Τσε δεν έπαυε να τονίζει ότι το αντάρτικο δεν είναι πάντα πανάκεια για την αλλαγή μίας κοινωνίας. Όταν μια κυβέρνηση είναι δημοκρατικά εκλεγμένη και έχει αφήσει χώρο για την έκφραση διαφορετικών πολιτικών απόψεων, η ένοπλη επανάσταση δεν ξεσπάει εύκολα και δεν πρέπει να αποκλείεται η ειρηνική δράση και αντίσταση ως «όπλο» για τις επιθυμητές πολιτικές αλλαγές.

Το έμψυχο υλικό ενός αντάρτικου κινήματος, σύμφωνα με τον Τσε στρατολογείται κυρίως από τον ανεκπαίδευτο πληθυσμό της υπαίθρου, ενώ αναφέρει λεπτομερώς πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν προβλήματα όπως η υποτυπώδης δομή και η πειθαρχία. Από αυτή την πεποίθησή του προκύπτει και η μεγάλη σκληρότητά που έδειχνε στους άνδρες του, όταν πίστευε ότι έβαζαν σε κίνδυνο τον αγώνα. Εκτελούσε αμέσως τους προδότες και τους λιποτάκτες, ενώ αντίθετα ήταν μεγαλόψυχος με τους στρατιώτες του εχθρού. Ο Τσε θεωρούσε απαραίτητους για την επανάσταση όσους έφεραν όπλα και μπορούσαν να συμμετέχουν σε μάχες. Αυτούς, θεωρούσε κύριους φορείς της επαναστατικής δράσης, ενώ τις φοιτητικές και εργατικές οργανώσεις στις πόλεις τις θεωρούσε απαραίτητες, μόνο σε ρόλο επιμελητείας και ανεφοδιασμού. Ο Τσε πιστεύει ότι το κίνημα στις πόλεις είναι ανεπαρκές: «Μπορείτε να εκπαιδεύσετε τους ανθρώπους σας να αντέχουν τα χειρότερα βασανιστήρια στη φυλακή, αλλά δεν μπορείτε να τους μάθετε να χρησιμοποιούν πολυβόλο», παρατηρεί σε έναν από τους ηγέτες των πόλεων. Για τον Τσε ο λαός της υπαίθρου δίνει τους καλύτερους μαχητές του αντάρτικου, που γνωρίζουν τον τόπο, τους κατοίκους και τα ήθη της περιοχής, και που είναι συνηθισμένοι στη σκληραγωγία της βουνίσιας ζωής. Ως δεξαμενή στρατολόγησης, ο Τσε πίστευε ότι πιο κατάλληλη ήταν η αγροτική παρά η εργατική τάξη, αφού στις τότε συνθήκες της νοτίου Αμερικής επαναστατικό υποκείμενο, δηλαδή το κοινωνικό στρώμα που είχε λόγους να κάνει επανάσταση, δεν ήταν οι βιομηχανικοί εργάτες, όπως κήρυσσε η ορθόδοξη μαρξιστική θεωρία, αλλά οι αγρότες. Αυτό γιατί στις χώρες του Τρίτου Κόσμου και ειδικά στη Λατινική Αμερική, δεν υπήρχε ανεπτυγμένη βιομηχανία ώστε να υπάρξει και υπολογίσιμος αριθμός δυσαρεστημένων εργατών που να έχουν αποκτήσει επαναστατική συνείδηση και να επιθυμούν επαναστατικές αλλαγές. Ο Τσε πίστευε ότι η δημιουργία μικρών «πυρήνων», αρκούσε για να προκαλέσει την έναρξη μίας επαναστατικής διαδικασίας, τουλάχιστον στην Λατινική Αμερική της εποχής εκείνης. Mια επιτυχία ενός αντάρτικου κινήματος η υποστήριξη του πληθυσμού θεωρείται αναγκαίος όρος, δηλαδή οι αντάρτες χρειάζονται την λαϊκή υποστήριξη. Ο Τσε δεν έπαυε να τονίζει ότι «η γνώση του εδάφους και η συνεργασία του λαού αποτελούν απαραίτητα συστατικά της επιτυχίας. Όποιος δεν αντιλαμβάνεται αυτή την αναμφισβήτητη αλήθεια, δεν μπορεί να γίνει αντάρτης μαχητής… Οι εχθροπραξίες πρέπει να γίνονται πάντα σε έδαφος ευνοϊκό για τους αντάρτες».

Στο άρθρο του «Ανταρτοπόλεμος, μια μέθοδος» και σε ό,τι αφορά την συνεργασία των ανταρτών με τον λαό, o Τσε Γκεβάρα είναι σαφής: «Αυτοί που θέλουν να κάνουν αντάρτικο ξεχνώντας την πάλη των μαζών, ως εάν επρόκειτο για δύο αντίπαλες πάλες, είναι άξιοι επικρίσεως. Είμαστε αντίθετοι σ΄ αυτή τη θέση. Το αντάρτικο είναι πόλεμος του λαού, δηλαδή μαζική πάλη. Το να ισχυρισθεί κανείς πώς θα κάνει ανταρτοπόλεμο χωρίς την υποστήριξη του πληθυσμού, είναι σα να πηγαίνει σε αναπόφευκτη πανωλεθρία. Το αντάρτικο είναι η μαχόμενη πρωτοπορία του λαού …στηριζομένη στην πάλη των μαζών των χωρικών και των εργατών της περιοχής και όλου του χώρου στον οποίο βρίσκεται. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν είναι παραδεκτός ανταρτοπόλεμος». Αυτό είναι για τον Τσε το δίδαγμα όχι μόνο της κουβανέζικης επανάστασης, μα όλων των λαϊκών πολέμων, και ιδιαιτέρως, του επαναστατικού στρατού του Β. Βιετνάμ, που ήταν στα μάτια του Τσε, το παράδειγμα του πιο «ολοκληρωμένου οργανικού δεσμού μεταξύ μιας ένοπλης πρωτοπορίας και του λαού», όπου «ο ανταρτοπόλεμος δεν είναι παρά η έκφραση της πάλης των μαζών». Για τον Τσε σημαντικό είναι επίσης και το δίδαγμα της κινέζικης επανάστασης: Σε μια συνέντευξη του Απριλίου 1959 σε δημοσιογράφο της Λαϊκής Κίνας, υπογραμμίζει ότι είχε μελετήσει «προσεκτικά» τα στρατιωτικά κείμενα του Μάο τσε Τουνγκ, γεγονός που πιθανώς αναφέρεται όχι μόνο στις στρατιωτικές απόψεις των κειμένων του, αλλά επίσης και στην πολιτική τους βαρύτητα: την ανάλυση των δεσμών μεταξύ του αντάρτικου και των αγροτικών μαζών. Και γενικά για τον Τσε ο λαός είναι «η καρδιά του αντάρτικου» που βρίσκεται πίσω από κάθε ενέργεια, είναι ο αόρατος συνεργάτης που παρακολουθεί τον εχθρό, μεταφέρει ειδήσεις, εξασφαλίζει τον εφοδιασμό, παρέχει στους μαχητές την αποτελεσματική του υποστήριξη τη συμμετοχή του, τη γενναιόδωρη προστασία του. Το κυριότερο όμως και αμιγώς στρατιωτικό χαρακτηριστικό ενός ανταρτοπόλεμου, είναι ότι πρόκειται για έναν πόλεμο χωρίς σταθερές στρατιωτικές επιδιώξεις. «Χτύπα και τρέξε, περίμενε, στήσε ενέδρα, χτύπα ξανά και πάλι τρέξε κι αυτό συνέχεια ώστε ο εχθρός να μην ξεκουράζεται ποτέ. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η παραπάνω λογική εμφανίζει κάποια αρνητικά χαρακτηριστικά, μία υποχωρητική διάθεση που αποφεύγει τη μετωπική σύγκρουση. Παρ΄ όλα αυτά, απορρέει από την γενικότερη στρατηγική αντιμετώπιση του αντάρτικου που σε τελική ανάλυση έχει τον ίδιο στόχο με οποιανδήποτε εμπλέκεται σε έναν πόλεμο: την συντριβή του εχθρού και την νίκη», γράφει στον «Ανταρτοπόλεμο». «Η μάχη δεν πρέπει να διαρκεί πολύ, αντίθετα πρέπει να είναι ταχύτατη και εξαιρετικά αποτελεσματική, δηλαδή να διαρκεί λίγα λεπτά και να ακολουθείται από άμεση υποχώρηση», συνεχίζει. «Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό μίας αντάρτικης ομάδας είναι η κινητικότητα… Υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις προκειμένου να επιβιώσει μία αντάρτικη δύναμη που έχει μόλις αρχίσει να αναπτύσσεται: συνεχής μετακίνηση, συνεχής ετοιμότητα, συνεχής δυσπιστία». «Η υπερβολική ανάπτυξη της περιοχής που εκδηλώνεται το αντάρτικο πρέπει να αποφευχθεί», συνεχίζει εννοώντας ότι ένας αντάρτικος στρατός δεν διεκδικεί εδάφη αλλά προσπαθεί να φθείρει τον αντίπαλο.

Η στρατιωτική τακτική του είναι κλασσική και έχει μελετηθεί από όλους τους σύγχρονους στρατούς. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη έκδοση στρατιωτικών κειμένων του Τσε Γκεβάρα στην Ελλάδα, δεν έγινε από κάποια αριστερή ομάδα ή κόμμα αλλά από το Γενικό Επιτελείο Στρατού την δεκαετία του 60… Ένα άλλο χαρακτηριστικό του ανταρτοπόλεμου, που απασχόλησε τον Τσε είναι οι περιορισμένοι πόροι των δυνάμεων που τον διεξάγουν. Ανέκαθεν στον ανταρτοπόλεμο κατέφευγαν όσοι γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να κερδίσουν έναν συμβατικό πόλεμο. Βασική θέση του Τσε είναι η πεποίθηση ότι ένας αντάρτικος στρατός μπορεί να υπερισχύσει ενός τακτικού, εφ όσον εκμεταλλευθεί σωστά τις περιστάσεις. Η κατά μέτωπο αντιπαράθεση αποφεύγεται αφού σχεδόν πάντα ο τακτικός στρατός είναι ισχυρότερος και καλύτερα εξοπλισμένος από έναν αντάρτικο.

Η στρατηγική του ανταρτοπόλεμου συνίσταται στην αποκέντρωση των δυνάμεων. Οι αντάρτες έχουν την ικανότητα να είναι «πανταχού παρόντες» ώστε να αποτελέσουν τον εφιάλτη ενός τακτικού στρατού. Οι αντάρτικες δυνάμεις συγκεντρώνονται βάσει σχεδίων για συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αλλά η συγκέντρωση αυτή καλύπτει περιορισμένο χώρο και γίνεται για περιορισμένο χρόνο. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, ο ανταρτοπόλεμος χαρακτηρίζεται από έμφαση στην ευκινησία, τον αιφνιδιασμό και τη νυχτερινή δράση, ιδίως όταν το έδαφος είναι δυσμενές για τους αντάρτες. Η συνηθέστερη μορφή τακτικών επιχειρήσεων
του ανταρτοπόλεμου είναι η ενέδρα. Η στρατηγική του αντάρτικου στρατού συνοψίζεται το να φθείρει τον αντίπαλο, να καταφεύγει στα βουνά και να καθιστά την παρουσία του αντιπάλου στις πεδιάδες και στις πόλεις αβέβαιη και ασύμφορη. Πρωταρχικός όμως στόχος των ανταρτών είναι η ίδια η επιβίωσή τους. Μάχη δίνουν μόνο αν η επιτυχία είναι εξασφαλισμένη, αν υπάρχει κέρδος σε εφόδια και αν οι απώλειες είναι λίγες. Σημαντικό ρόλο όμως παίζει και η μορφολογία του εδάφους και η καλή γνώση του από τους αντάρτες. Από τα διαφορετικά είδη εδάφους, οι ορεινοί όγκοι, οι ζούγκλες και τα δάση ευνοούν τον
ανταρτοπόλεμο. Το ίδιο ισχύει και για τις ελώδεις περιοχές.

Ο ΤΣΕ ΣΤΟ ΚΟΝΓΚΟ, 1965.

Μία από τις σημαντικότερες επινοήσεις του Τσε ήταν η έννοια της «ένοπλης προπαγάνδας», δηλαδή η ιδέα ότι οι αντάρτικες κινήσεις δεν έχουν ως αποκλειστικό στόχο την άμεση στρατιωτική νίκη επί του εχθρού, αλλά χρησιμεύουν και στο να υποσκάπτουν το ηθικό του, να ξεσκεπάζουν τις αδυναμίες του και να εδραιώνουν την πίστη του λαού στην επανάσταση. Η πολιτική δραστηριότητα του αντάρτικου, για τον Τσε δεν περιορίζεται καθόλου στην «κλασσική» προπαγάνδα: διεξάγει την «προπαγάνδα διά των γεγονότων», από τη μια με τις ίδιες τις ένοπλες δραστηριότητες, που δείχνουν το τρωτό του αντιπάλου, από την άλλη, με την εφαρμογή, στις περιοχές που ελέγχει, κοινωνικών μέτρων επαναστατικού χαρακτήρα: «απαλλοτρίωση», κατοχή και διανομή των γαιών στους χωρικούς, οργάνωση συνεταιρισμών, εγκαθίδρυση δικαστηρίου και διοίκησης, έκδοση επαναστατικών νόμων κ.λπ. «Το αντάρτικο παρουσιάζεται έτσι σταδιακά ως εξουσία κατ’ εναλλαγή αντίθετη στην εγκατεστημένη εξουσία, σαν νέα νομιμότητα που αντικαθιστά το νόμο του κράτους: επαναστατική εξουσία και νομοθεσία που εξυπηρετούν τα συμφέροντα και τις κοινωνικές βλέψεις των λαϊκών μαζών και που εξουδετερώνουν το όργανο καταπίεσης της κυρίαρχης τάξης».

Τέλος σε ό,τι αφορά τον εξοπλισμό, ο Τσε ως ιδανικό όπλο της εποχής του θεωρούσε το αμερικανικής κατασκευής Μ-1, γνωστό ως Garand, καθώς και όπλα μεγάλου βεληνεκούς που επιτρέπουν στους αντάρτες να πυροβολούν τον αντίπαλο από απόσταση. «Η ιδανική σύνθεση για μια αντάρτικη ομάδα της τάξεως των 25 ανδρών θα ήταν: 10 με 15 τουφέκια και δέκα αυτόματα όπλα είτε Garand είτε περίστροφα, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρών και εύκολα μεταφερόμενων όπλων όπως το Μπράουνινγκ και το μοντέρνο βελγικό FAL και ημιαυτόματα όπλα Μ-14», αναφέρει στον «Ανταρτοπόλεμο».

Ο ίδιος ο Τσε ποτέ δεν φαντάστηκε τον αντίκτυπο που θα έχουν οι στρατιωτικοπολιτικές προτάσεις του και η θεωρία του για τον ανταρτοπόλεμο. Το εγχειρίδιο περί ανταρτοπόλεμου που συνέγραψε υπήρξε αληθινό «Ευαγγέλιο» για μια σειρά από επαναστατικά κινήματα σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Τσε το συνέγραψε έναν χρόνο μετά την πτώση του Μπατίστα και την κατάληψη της εξουσίας στην Κούβα, το 1960.

* Ο Πάνος Πικραμένος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το κείμενο περιλαμβάνεται στη μονογραφία «Τσε Γκεβάρα: Ο Τελευταίος Πραγματικός Επαναστάτης», εκδόσεις Αμυντική Γραμμή.

Κομμουνιστικό Κόμμα Κούβας (PCC)

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας (Partido Communista de Cuba) αποτελεί τη μετεξέλιξη της Επαναστατικής κυβέρνησης του Φιντέλ Κάστρο που ανέλαβε την εξουσία το 1959. Βασισμένο αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, ιδρύθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1965 στην Αβάνα. Πρώτος Γενικός Γραμματέας ορίστηκε τότε ο σημερινός πρόεδρος της χώρας, Ραούλ Κάστρο.

Το πρώτο συνέδριο του Κόμματος έλαβε χώρα το 1975 ενώ ακολούθησαν συνέδρια το 1980, το 1986 το 1991 και το 1997. Το πιό πρόσφατο Συνέδριο (6ο) έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2011 στην Αβάνα.

Το επίσημο δημοσιογραφικό όργανο του κόμματος είναι η εφημερίδα «Γκράνμα» (Granma).

Πρωτοχρονιά 1958 στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα

Χριστούγεννα 1957 – Πρωτοχρονιά 1958. Οι αντάρτες του Φιντέλ Κάστρο γιορτάζουν την έλευση του νέου έτους που έμελλε να είναι το τελευταίο του δικτάτορα Μπατίστα στην εξουσία. Ο Κομαντάντε Ερνέστο Τσε Γκεβάρα καθιστός στο κέντρο.

[Christmas 1957 – New Year’s Day 1958. Fidel Castro’s rebels celebrate the coming of the new year which was Fulgencio Batista’s last one in Cuba’s leadership. Comandante Ernesto Che Guevara is sitting in the center.]

Με τον ηγέτη της ΕΣΣΔ Νικίτα Χρουστσώφ / Che with USSR leader Nikita Khrushchev

Κλικ γιά μεγέθυνση

Ο Τσε σε συνάντηση με τον ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης και Πρώτο Γενικό Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ Νικίτα Χρουστσώφ, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του στη Μόσχα. 

Should Che be an icon? YES!

Saturday 06 October 2007.

By George Galloway*.

From Caracas to Cape Town, Ches- terfield to Cowdenbeath, one man’s admittedly handsome face on a T shirt tells you more about its wearer than how well he or she fits it. Ernesto «Che» Guevara Lynch, who was murdered by United States agents under orders from Washington 40 years ago, is the face of global rebellion.

He inspires all the more intensely since he could have lived a prosperous bourgeois life as an Argentine dentist. Instead, and despite asthma, he chose a life of action, a motorcycle diarist, a comandante in a triumphant Cuban revolutionary army, a guerrilla leader in the Congo, a martyr in the mountain gulleys of Bolivia.

It’s true he had a spell as a bank manager – but it was the governorship of Cuba’s revolutionary state bank.

It was the 1950s motorcycle tour that did it. The immiserated wastelands of Latin American, where the poor starved, the latifundists larked and the US corporations sucked the blood of South America.

In 1954 he witnessed the overthrow of the reforming Guatemalan government at the behest of the United Fruit company, run by those scions of the US establishment, the Dulles family.

By the time Che Guevara met Fidel Castro a year later he was a rebel. After, he was a revolutionary. Guevara had absolutely no military background and signed on with Fidel as the rebel «army’s» doctor. In the mountains of eastern Cuba in the late 1950s he became a military leader and a strategist of revolutionary warfare of the first order. It was an old-fashioned ethos: lead your men (and women) from the front and don’t ask them to do anything you aren’t prepared to do with them.

It was in no small measure due to his military victories that the Cuban revolution triumphed – the rebels’ entry into Havana on New Years Day 1959 is memorably recreated in the Godfather II. The Mafiosi and the bordello owners headed for the airport with the barbaric dictator Fulgencio Batista.

Those who would traduce Che, Fidel and the Cuban revolutionaries must say what Cuba would be like now if that dictatorship had held on – Haiti, the most hellish place in the Western hemisphere is literally not far from Cuba, but metaphorically in a different universe.

By the standards of Cuba’s blood-drenched history the retribution visited on the dictator’s henchmen was light – even according to the US ambassador to Havana and the head of the CIA at the time, Alan Dulles.

Che, in particular, defies the right-wing stereotype of the ice-cold, cunning revolutionist. He said that ‘the true revolutionary is guided by a great feeling of love. It is impossible to think of a genuine revolutionary lacking this quality.’

Even as Cuba, in the grip of the US’s embargo, looked to the Soviet Union for support, Che was prepared to criticise the bureaucratism he saw in Moscow.

It’s a staple of liberal and conservative cynics that revolutionaries such as Che ineluctably end up mirror images of the monsters they set out to overthrow. No one shatters that lazy cliché more than Che.

Instead of settling down in Havana, he set out to spread revolution in Congo, where the great Patrice Lumumba had been murdered in a UN-supported coup. Nelson Mandela paid tribute to the Cuban role in Africa’s liberation struggle. On his release from prison he went to Cuba, rather than any other capital in the world, beneath an illumination of Che’s image, Mandela lifted his hands aloft and said: ‘See how far we slaves have come!’

‘There are no frontiers in this struggle to the death,’ Che told an international conference in 1965. ‘We cannot remain indifferent in the face of what occurs in any part of the world. A victory for any country against imperialism is our victory, just as any country’s defeat is our defeat.’

That internationalism, which has become a leitmotif of today’s movements, connected him with the masses on every continent.

Even the coldest of latter-day Cold Warriors must have been moved by the recent story that a Cuban medical team last year saved the sight of Mario Teran, the Bolivian sergeant who executed Che.

One of the greatest mistakes the US state ever made was to create those pictures of Che’s corpse. Its Christ-like poise in death ensured that his appeal would reach way beyond the turbulent university campus and into the hearts of the faithful, flocking to the worldly, fiery sermons of the liberation theologists.

Which leaves the liberals, who say that they too, as Che put it, ‘. . . tremble with indignation at every injustice,’ but who turn up their noses when the despairing mass of people resort to force against the daily violence of the elite.

They call to mind the admonition of the great black abolitionist Frederick Douglass: ‘Those who profess to favour freedom and yet depreciate agitation… want the ocean without the awful roar of its many waters…. Power concedes nothing without a demand.’

Today, a new generation is struggling for progress – drawing strength from Hugo Chavez’s Bolivarian revolution, while many of us also remain mindful of the catastrophe that engulfed Allende and the Chilean movement when those who stood in its way were not defanged. To wish Venezuela’s social reforms without Che’s revolutionary steadfastness is to will the first 11 September atrocity – Santiago, Pinochet, 1973, gunfire drowning the song of a new Chile.

Che’s time is not past – it is coming. I was struck recently by the remarkable introduction by Lucia Alvarez de Toledo to a compilation of Che’s Bolivian diaries. She met the daughter of the telegaphist in the Bolivian village where Che was taken who had communicated the first written word of his murder.

Toldeo writes: «She said she had been there when Guevara had died. She said she was 19 at the time. Then she cast a look around her and said, ‘Look at us. Nothing has changed since then. El Commandante came too soon. We were ignorant and did not understand him… We abandoned him… and here we are just as we were before he came, or maybe even worse.’ «

*George Galloway is a british politician and a Member of the British Parliament from 1987 to 2010. Since 2004 he is a member of the Socialist political party «Respect» in the United Kingdom.

Article published on «The Independent».

Che (ταινία)

Η ταινία «Che», παραγωγής του 2008, είναι μια κινηματογραφική περιήγηση στη ζωή του Τσε Γκεβάρα. Την σκηνοθεσία υπογράφει ο αμερικανός Στήβεν Σόντερμπεργκ, ενώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο (του Τσε) έχει ο βραβευμένος με Όσκαρ πορτορικανός ηθοποιός Μπενίσιο Ντελ Τόρο, ο οποίος ήταν εκ των βασικών παραγωγών. Η ταινία χωρίζεται στο Πρώτο («The Argentine») και το Δεύτερο («Guerilla») μέρος, συνολικής διάρκειας 268 λεπτών.

Η επίσημη πρεμιέρα του φιλμ έγινε στο Διεθνές Φεστιβάλ των Καννών το Μάϊο του 2008.

Πέραν του Ντελ Τόρο συμμετέχουν οι ηθοποιοί: Φράνκα Ποτέντε, Καταλίνα Σαντίνο Μορένο, Τζούλια Όρμοντ, Ντέμιαν Μπιχίρ, Ροντρίγκο Σαντόρο.

Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν κυρίως στο Μεξικό αλλά και στο μέγαρο των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη.

Το πρώτο μέρος της ταινίας (με ελληνικούς υπότιτλους).