Ομιλία Φιντέλ Κάστρο γιά τον Τσε στην Σάντα Κλάρα (1997)

Η παρακάτω ομιλία εκφωνήθηκε από τον Πρόεδρο Φιντέλ Κάστρο κατά τη διάρκεια της επίσημης υποδοχής των λειψάνων του Τσε και των συντρόφων του στην πόλη της Σάντα Κλάρα, τον Οκτώβρη του 1997. Λίγες ημέρες πριν είχαν συμπληρωθεί 30 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε και των έξι ανταρτών στη Βολιβία.

17 Οκτωβρίου 1997

Συγγενείς των συντρόφων που σκοτώθηκαν στη μάχη,
Καλεσμένοι,
Λαέ της Σάντα Κλάρα,
Συμπατριώτες:

Με βαθιά συναισθήματα ζούμε μια από αυτές τις στιγμές που δε μπορούν να επαναληφθούν. Δεν ήρθαμε εδώ προκειμένου να πούμε αντίο στον Τσε και στους ηρωϊκούς συντρόφους του, ήρθαμε γιά να τους καλωσορίσουμε.

Βλέπω τον Τσε και τους αντάρτες του ως μια ενίσχυση, ως ένα άγημα ακατανίκητων μαχητών που, σε αυτήν την περίπτωση, περιλαμβάνει κουβανούς όπως και λατινοαμερικάνους που έχουν έρθει να αγωνιστούν μαζί μας και να γράψουν νέες σελίδες ιστορίας και δόξας. Βλέπω, επίσης, τον Τσε ως έναν ηθικό γίγαντα που μεγαλώνει όλο και περισσότερο κάθε μέρα που περνάει, του οποίου η εικόνα, η δύναμη και η επιρροή έχει πολλαπλασιαστεί σε όλον τον κόσμο.

Πως θα μπορούσε να χωρέσει κάτω από μιά ταφόπλακα, πως θα μπορούσε να χωρέσει σε αυτήν την πλατεία, πως θα μπορούσε να χωρέσει μόνο στο αγαπημένο μας, μικρό νησί; Μόνο στον κόσμο που ονειρεύτηκε, γιά τον οποίο έζησε και πάλεψε υπάρχει επαρκής χώρος γι’ αυτόν.

Η αξία του είναι ακόμη μεγαλύτερη γιατί (σήμερα στον κόσμο) υπάρχει περισσότερη αδικία, περισσότερη εκμετάλλευση, περισσότερη ανισότητα, περισσότερη ανεργία, περισσότερη φτώχεια, πείνα και αθλιότητα στην ανθρώπινη κοινωνία.

Οι αξίες γιά τις οποίες πολέμησε θα «ανυψωθούν» ακόμη περισσότερο ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης ιμπεριαλιστικής δύναμης, ηγεμονίας, της κυριαρχίας και παρεμβατικότητας ενάντια στα πιό ιερά δικαιώματα των λαών – ιδιαίτερα των πλέον αδύναμων, των υποανάπτυκτων, των φτωχών – που ήταν αποικίες της Δύσης και πηγές σκλαβωμένης εργασίας.

Τα προφανή ουμανιστικά του αισθήματα θα πάρουν τώρα μεγαλύτερη αξία αφού υπάρχει περισσότερη κακομεταχείριση, περισσότερος εγωκεντρισμός, περισσότερη απομόνωση, περισσότερες διακρίσεις κατά των αυτόχθονων λαών, των εθνοτικών μειονοτήτων, των γυναικών, των μεταναστών… ‘Οταν περισσότερα παιδιά αποτελούν αντικείμενο σεξουαλικής εκμετάλλευσης η όταν εκατομμύρια παιδιά εξαναγκάζονται να εργαστούν. Το παράδειγμα του θα ζεί όσο υπάρχει περισσότερη ανασφάλεια, περισσότερη εγκατάλειψη.
Το παράδειγμα του ως  ανθρώπου και επαναστάτη θα συνεχίζει να ξεχωρίζει την στιγμή που υπάρχουν περισσότεροι διεφθαρμένοι πολιτικοί, δημαγωγοί και υποκριτές σε όλα τα μέρη του κόσμου.

Η προσωπική του ανδρεία και η επαναστατική του ακεραιότητα θα αποτελούν αντικείμενο θαυμασμού την στιγμή που υπάρχουν δειλοί, οπορτουνιστές και προδότες στον κόσμο. Η ατσάλινη θέλήση του θα τιμάται την στιγμή που υπάρχουν οι ψυχικά αδύναμοι.

Η αίσθηση της τιμής, της αξιοπρέπειας και της αισιοδοξίας (του Τσε) θα μεγαλώνει όσο υπάρχουν οι πεσιμιστές. Η εγκράτεια του, το πνεύμα εργατικότητας και μελέτης θα μεγεθύνονται, την στιγμή που υπάρχουν αυτοί που κατασπαταλούν τις πολυτέλειες και τον πλούτο που παράγουν άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι.

Ο Τσε ήταν ένας πραγματικός Κομμουνιστής και είναι σήμερα το παράδειγμα και το είδωλο του επαναστάτη και του Κομμουνιστή. Ο Τσε υπήρξε δάσκαλος γιά ανθρώπους όπως ο ίδιος.

Πάντοτε συνεπείς με τις πράξεις του, δεν σταμάτησε ποτέ να κάνει ότι είχε πεί ότι θα κάνει και ήταν απαιτητικός με τον εαυτό του όσο και με τους άλλους. Όποτε χρειαζόταν ένας εθελοντής γιά μια αποστολή, ο Τσε ήταν ο πρώτος που θα έκανε ένα βήμα μπροστά. Είτε στο πεδίο της μάχης είτε στην ειρήνη, θα έδινε και τη ζωή του γιά την πραγμάτωση των μεγαλύτερων ονείρων του. Έκανε τα πάντα που φαινόντουσαν αδύνατα, δυνατά.

Η έφοδος του που τον οδήγησε από τα βουνά της Σιέρρα Μάεστρα στην κατάληψη της Σάντα Κλάρα με μιά μικρή ομάδα ανταρτών πιστοποιεί, μεταξύ άλλων πράξεων, τα πράγματα που ήταν ικανός να κάνει.

Το Βιετνάμ απέδειξε ότι ήταν δυνατό να πολεμήσει ενάντια στην ιμπεριαλιστική εισβολή και να νικήσει. Οι Σαντινίστας νικήσανε μια απ’ τις πλέον πανίσχυρες μαριονέτες των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι αντάρτες του Ελ Σαλβαδόρ βρέθηκαν στο παρά πέντε μιάς νίκης. Στην Αφρική το απαρτχάιντ ηττήθηκε παρά το γεγονός ότι το καθεστώς διέθετε πυρηνικά όπλα. Η Κίνα, χάρη στον ηρωϊκό αγώνα των εργατών και των χωρικών της, είναι μιά απ’ τις χώρες με τις καλύτερες προοπτικές στον κόσμο. Το Χονγκ Κονγκ επιστράφηκε έπειτα από 150 χρόνια κατοχής, η οποία ξεκίνησε ως μιά προσπάθεια να επιβληθεί εμπόριο ναρκωτικών στην υπόλοιπη Κίνα.

Δεν απαιτούν όλες οι εποχές και οι περιστάσεις τις ίδιες μεθόδους και τακτικές, όμως τίποτα δε μπορεί να σταματήσει την πορεία της ιστορίας – οι αντικειμενικοί της νόμοι έχουν διαχρονική εγκυρότητα. Ο Τσε βασίστηκε σε αυτούς τους νόμους και είχε απόλυτη πίστη στην ανθρωπότητα.

Πολλές φορές, οι μεγάλοι επαναστάτες και μεταρρυθμιστές της ανθρωπότητας δεν είχαν την ευκαιρία να δουν τα όνειρα τους να πραγματώνονται όσο σύντομα θα ήθελαν η πίστευαν. Αλλά, αργά η γρήγορα, ήταν νικητές. Ένας μαχητής μπορεί να πεθάνει, αλλά οι ιδέες του δεν πεθαίνουν.

Τι γύρευε ένας πράκτορας της κυβέρνησης των Η.Π.Α. στο σημείο που τραυματίστηκε ο Τσε και (μετέπειτα) στην ανάκριση; Πίστεψαν ότι με το να τον σκοτώσουν, θα πάψει να υπάρχει ως μαχητής. Δεν είναι πλέον στο Λα Ιγκέρα… Αντίθετα, είναι οπουδήποτε υπάρχει ένα δίκαιο αίτημα προς υπεράσπιση.

Όσοι ενδιαφέρονταν να τον αφανίσουν δε μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο θρύλος του γράφτηκε ήδη στην ιστορία και ότι το προφητικό του όραμα θα γίνει σύμβολο όλων των εκατοντάδων εκατομμυρίων φτωχών ανθρώπων αυτού του πλανήτη.

Νέοι άνθρωποι, παιδιά, ηλικιωμένοι, άνδρες και γυναίκες… όλοι τον ήξεραν. Οι έντιμοι άνθρωποι αυτού του κόσμου, ασχέτως των κοινωνικών τους καταβολών, τον θαυμάζουν. Ο Τσε προελαύνει και κερδίζει περισσότερες μάχες από ποτέ.

Ευχαριστούμε Τσε. Ευχαριστούμε γιά την ιστορία σου, τη ζωή και το παράδειγμα σου. Ευχαριστούμε που έρχεσαι ως ενισχυτής αυτού του δύσκολου αγώνα που δίνουμε σήμερα, να σώσουμε τις ιδέες γιά τις οποίες πολέμησες τόσο πολύ, να σώσουμε την Επανάσταση, το έθνος και τον σοσιαλισμό. Αυτά τα επιτεύγματα είναι κομμάτι των ονείρων σου που γίνονται πραγματικότητα.

Προκειμένου να βγάλουμε εις πέρας αυτό το τεράστιο καθήκον – να νικήσουμε τα ιμπεριαλιστικά σχέδια ενάντια στην Κούβα, αντιστεκόμενοι στον οικονομικό αποκλεισμό – προκειμένου να γράψουμε ιστορία, βασιζόμαστε σε σένα, Τσε.

Όπως βλέπεις αυτή η χώρα, που είναι η δική σου χώρα, αυτός ο λαός που είναι ο δικός σου λαός, αυτή η επανάσταση που είναι η δική σου επανάσταση συνεχίζουν να ανεμίζουν την σημαία του σοσιαλισμού με τιμή και υπερηφάνια.

Καλωσήρθατε ηρωϊκοί σύντροφοι. Ο ωκεανός των ιδεών και της δικαιοσύνης που θα υπερασπιστείτε, στο πλευρό του λαού μας, δεν θα ηττηθεί ποτέ από τον εχθρό. Μαζί θα συνεχίσουμε να πολεμάμε γιά έναν καλύτερο κόσμο.

Hasta la Victoria Siempre!

(Πηγή: Radio Havana Cuba – Μετάφραση: Ν.Μόττας)

Ερνέστο Γκεβάρα και Ραούλ Κάστρο / Che Guevara and Raul Castro

Πάνω: Ο Τσε και ο Ραούλ, κορυφαία μέλη της Επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας. Κάτω: «Αντίπαλοι» στο γήπεδο του μπεϊζμπολ, ο Τσε επικεφαλής της «Occidente» και ο Ραούλ της «Oriente».

Φωτογραφία του Αlberto Korda.

Επίσκεψη στην Σοβιετική Ένωση, 1960 / Visiting the Soviet Union

Ο Τσε υπογράφει μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ Κούβας και ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια επίσκεψης του στη Μόσχα το 1960 (Αρχεία Υπουργείου Εξωτερικών Κούβας).

Compaсero: The Life and Death of Che Guevara

Newsweek, July 21, 1997, p.22-23.

By Jorge G. Castañeda.

On the night of october 7 the 17 men broke out along the bottom of the Yuro or Churo gorge. A potato farmer across the stream distinguished a band of bearded, emaciated ghosts carrying guns and rucksacks. He had no doubt; it had to be the guerrillas. He dispatched his son to the military command post of Captain Gary Prado Salmon, just a few miles away. This soldier’s soldier immediately set up a textbook ambush, with men stationed at the entrance and exit of the ravine, and his command post on the high ground. Che’s last battle was about to begin.

Guevara had also issued his combat instructions, though he was not absolutely certain that the army had discovered the presence of his group. He split up his platoon into several small squads, each ordered to explore the narrow creeks ahead of them, to determine if there was a way out of the ravine. As the sun rose, [guerrillas] Benigno and Pacho realized that there were already dozens of soldiers on the high ground above them. Che had two choices: withdrow toward the back of the ravine and hope the soldiers had not bottled it up, or remain quiet until nightfall, trusting that the army would not detect his detachment. He chose the latter option and placed his men in a defensive perimeter, in case the troops did discover them. Around 1:30 on October 8, the vanguard position, at the mouth of the ravine, was hit by army fire; the different rebel positions were isolated from each other. Soon, two jets and a helicopter overflew the area, but did not bomb or strafe the hills. Che’s squad, made up of seven guerrillas, attempted to withdraw into the ravine; it would not be able to sustain he army’s fire for long. Minutes later, Guevara’s M-I carbine was shot out of his hands and rendered useless; soon he was hit in the calf, a flesh wound that nonetheless made it difficult for him to walk. Willi, or Simуn Cuba, dragged him along a small ridge, his machine gun in one hand, the other propping up his commandante as best he could. Three soldiers from Prado’s platoon saw them approaching, waited for them to climb a tiny cliff, and when they showed themselves, shouted out: «Drop your weapons and raise your hands.» Che could not shoot back; his pistol had no clip and his carbine was disabled. Willi held his fire, either because he could not shoot with one hand or because prudence indicated that as the wisest course. According to some accounts, Che then spoke up: «Don’t shoot, I am Che Guevara and I am worth more to you alive than dead»; other versions, tainted by Bolivian military spin, attribute a different statement to the defeated Argentine: «I am Che Guevara and I have failed.» Another, more plausible story is that it was Willi who threw down his rifle and raised his voice when the two soldiers, nervous and exhausted, took aim and seemed indecisive about what to do: «S—, this is Commander Guevara and he deserves respect.»

Captain Gary Prado was immediately advised of Che’s capture and scrambled down the ravine as the shooting continued below. He made two or three quick checks of Guevara’s identity, requisitioned his knapsack, and excitedly radioed Eighth Division headquarters: Che had been taken. A long procession formed, as Prado marched him off to La Higuera, two kilometers away. Behind them followed the other prisoners, mules carrying the bodies of the fallen rebels, the wounded soldiers, and soon, hundreds of onlookers. Guevara was thrown into a mud-floored room in the local schoolhouse; Willi was locked up next door.

Through the night the troops celebrated their success, while the Bolivia High Command in La Paz deliberated about what to do with its legendary captive. Che was in minor pain, and obviously depressed, but from available accounts, did not seem ready to die, though he must have contemplated this prospect. If he did exclaim, «I am worth more to you alive than dead,» he probably thought so. He may have concluded that the Bolivian government would prefer to try him and brandish his capture as a symbol of victory against foreign aggression, rather than execute him. But things did not turn out that way.

At night and in the early dawn, Gary Prado and army officer Andres Selich attempted fruitlessly to interrogate Guevara. Next morning, around 6:30, a helicopter flew in from Vallegrande with three passengers: Major Niсo de Guzmбn, the pilot; Colonel Joaquin Zenteno, the head of the Eighth Division; and Felix Rodriguez, the ClA’s Cuban-American radio man, sent along both out of deference for U.S. support—as Rodrнguez explains it—and to ensure proper identification of Che. Rodrнguez also was instructed to question Che and photograph his notebooks and the other seized documents.

The army had a monumental problem on its hands. There was no death penalty in Bolivia, and virtually no high-security prison where Guevara could serve a long sentence, The very thought of a trial sent shudders down the spines of President Barrientos, Armed Forces Commander General Ovando and the Armed Forces Chief of Staff, Juan Jose Torres. If the country and the government had been subjected to unending international pressure and condemnation for judging Regis Debray — a French writer and Cuban envoy captured by the Bolivians after he justify Guevara’s camp—what kind of outcry and campaign would erupt in favor of Che Guevara, the famous and heroic guerrilla commander? Che in jail, anywhere in Bolivia, would represent an enormous temptation for commandos from Cuba either to seek to free him or to force an exchange for hostages taken elsewhere. Handing Che over to the Americans, and having them fly him out to Panama for debriefing, was equally unacceptable. The nationalist tradition of the military would not allow it; moreover, the government would thereby confirm everything the Cubans and others had been claiming: the counterinsurgency effort was nothing more than a disguised form of Yankee interventionism. Every available testimony and account suggests that deliberately and unanimously, the Bolivian authorities decided that Che Guevara should be put to death as soon as possible.

The order went out from La Paz at midmorning; it was received in La Higuera, where Zenteno commissioned a squad of soldiers to carry it out. After a picture-taking session, the soldiers drew lots, and it fell to Lieutenant Mario Teran to finish off the disheveled, limp, depressed, but still defiant man lying on the floor of the school at La Higuera. After several false starts, a few hard swigs of scotch, and Che’s invocation to carry on, Teran fired half a dozen shots into Guevara’s torso; one of them pierced his heart and killed him instantly. His last words, according to Colonel Arnaldo Saucedo Parada, head of intelligence of the Eighth Division and the man responsible for delivering the official report on Che’s final moments, were: «I knew you were going to shoot me; I should never have been taken alive. Tell Fidel that this failure does not mean the end of the revolution, that it will triumph elsewhere. Tell Aleida [Che’s wife] to forget this, remarry and be happy, and keep the children studying. Ask the soldiers to aim well.» His body was lashed onto the landing skids of Zenteno’s helicopter and flown off to Vallegrande; there, after being washed and cleaned, it was put on display in the laundry room of the hospital of Our Lady of Malta, where this story began.

Reprinted by permission of Alfred A. Knopfin New York and Bloomsbury Publishing Plc. for the United Kingdom. Copyright © 1997 by Jorge G. Castaneda. A Spanish edition is already in print in parts of Latin America.

Φούσερ (Fuser)

Fuser (Φούσερ) ήταν το ψευδώνυμο του Ερνέστο Γκεβάρα κατά τα νεανικά του χρόνια, αρκετά πριν του προσδωθεί το προσωνοίμιο «Τσε». Αποτελεί συντόμευση του χαρακτηρισμού «Furibundo Serna» (δηλαδή «μαινόμενος Σέρνα»), από τη δυναμική με την οποία έπαιζε σε αγώνες αμερικάνικου ποδοσφαίρου (ράγκμπι). Το ψευδώνυμο Fuser χρησιμοποιούσε συχνά – σύμφωνα με το σενάριο της ταινίας «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας» (το οποίο βασίστηκε στα απομνημονεύματα τόσο του Ερνέστο όσο και του Γκρανάδο) – ο Αλμπέρτο Γκρανάδο όταν προσφωνούσε τον Γκεβάρα.

Ο Τσε στη Μαδρίτη / Che in Madrid

Ως μέλος της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας, ο Τσε πραγματοποίησε συνολικά τρείς επισκέψεις στην ισπανική πρωτεύουσα.Στιγμιότυπο από την επίσκεψη του Τσε στην ισπανική πρωτεύουσα, στις 14 Ιουνίου 1959.

Ο Τσε στο κέντρο της Μαδρίτης, 1959.

Φωτογραφία του Τσε στην είσοδο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, 1959.