Συντάκτης: Guevaristas
El Pensamiento Economico de Ernesto Che Guevara / Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (Μέρος Τρίτο)
ΜΕΡΟΣ ‘Γ (Συνέχεια από ΜΕΡΟΣ ‘Β).
«Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ» του οικονομολόγου Carlos Tablada Perez, εκδόσεις Casa de las Americas 1987, CUBA.
Του Βαγγέλη Γονατά – ΑΒΑΝΑ, ΚΟΥΒΑ.
Στο κέντρο της αντιπαράθεσης μπαίνει αν οι οικονομικοί νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας (ο νόμος της αξίας, το κεφάλαιο, η λειτουργία του χρήματος, το εμπόρευμα) μπορούν να έχουν εφαρμογή και λειτουργία στην σοσιαλιστική οικονομία τόσο στο εσωτερικό μιας χώρας, όσο και στις διακρατικές οικονομικές σχέσεις των σοσιαλιστικών χωρών σε συνθήκες που η αγορά είναι παγκόσμια. Η ύπαρξη αυτών των νόμων δεν αμφισβητείται κατά την μεταβατική περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού, το ζήτημα που τίθεται είναι αν πρέπει να ενισχύονται-υιοθετούνται ή να απονεκρώνονται. Και τι κάνει ως προς αυτό το κάθε σύστημα σχεδιασμού και ελέγχου της οικονομίας, λειτουργίας των επιχειρήσεων, οργάνωσης τελικά της παραγωγής.
Κορυφαία αντίθεση ανάμεσα στις 2 αντιλήψεις των υποστηρικτών των 2 συστημάτων εμφανίζεται η θέση των υλικών ή ηθικών κινήτρων για την δραστηριοποίηση των εργαζόμενων και την επιβράβευση της δουλειάς. Το λογιστικό σύστημα θεωρεί κινητήριο μοχλό της οικονομίας τα υλικά κίνητρα. Το νεαρό προϋπολογιστικό σύστημα υιοθετεί βασικά τα ηθικά κίνητρα. Η άποψη του Γκεβάρα είναι ότι ο σοσιαλισμός θα χτιστεί από τους ανθρώπους, γι αυτό απαιτείται να καλλιεργηθεί νέα (σοσιαλιστική) ηθική. Σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να ανεβαίνει διαρκώς η ειδίκευση και τελικά η μόρφωση. Τα μέτρα που υιοθετεί το προϋπολογιστικό σύστημα εκφράζουν αυτή ακριβώς την αντίληψη.
Στα υλικά κίνητρα (μπόνους) μπαίνει οροφή ο μισθός της αμέσως ανώτερης μισθολογικής κλάσης, και για να ανέβει μισθολογική κλάση ο εργαζόμενος πρέπει πριν, οπωσδήποτε να εκπαιδευτεί – εξειδικευτεί. Αυτό θα τον οδηγήσει να αλλάζει πόστα και δουλειές, θα του ενισχύει την «υλική αντίληψη» ότι δουλεύει για το σύνολο της κοινωνίας.
Στο πλάνο δεν μετρά η ποσότητα παραγωγής, αλλά η ποσότητα εργασίας στο χρόνο, υποστηρίζοντας ότι η συνειδητή εργασία θα ανεβάσει μακροπρόθεσμα και την παραγωγή. Ξεκινάει η καμπάνια εθελοντικής εργασίας, υποστηρίζοντας ότι αυτό που αποξενώνει τον άνθρωπο από την δουλειά δεν είναι η ίδια η εργασία, αλλά το ότι δεν κατέχει τα μέσα παραγωγής.
Στο προϋπολογιστικό σύστημα η λειτουργία του χρήματος είναι απλά λογιστική, «χρήμα υπολογισμού» και αναγκαστικά, χρήμα πληρωμής των μισθών, καθώς η εμπορευματική κυκλοφορία απαιτεί το χρήμα. Παρ ότι ακόμα και σήμερα υπάρχει στην Κούβα η Libreta (δελτίο) με την οποία ο πληθυσμός προμηθεύεται κάποια βασικά είδη διατροφής από τα ειδικά κρατικά καταστήματα χωρίς την χρήση του χρήματος, παροχή που είναι αποσυνδεμένη από τον μισθό. Ένα μέτρο που έρχεται από τότε, που – αν μη τι άλλο – επιχειρεί να περιορίσει το ρόλο του χρήματος-νομίσματος στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Στο προϋπολογιστικό σύστημα το Κεφάλαιο, ο βασικός οικονομικός νόμος της καπιταλιστικής παραγωγής, δεν υπάρχει στο επίπεδο της επιχείρησης, που λειτουργεί με αυτό το σύστημα. Οι κεντρικοί μηχανισμοί έχουν δώσει στην επιχείρηση το πλάνο της παραγωγής που πρέπει να προσφέρει στην κοινωνία, και τα αντίστοιχα κονδύλια για το κόστος της παραγωγής στην Τράπεζα. Οι μισθοί είναι σε ειδικό λογαριασμό για να είναι αδύνατος ο συμψηφισμός τους με άλλα «κόστη» , αλλά και η παροχή παραπάνω «υλικών κινήτρων» που θα εξοικονομηθούν από τον περιορισμό του κόστους παραγωγής μέσω της πτώσης της ποιότητας. Τα έσοδα της επιχείρησης – οι τιμές των προϊόντων είναι καθορισμένες – είτε προέρχονται από άλλες επιχειρήσεις , είτε από «καταναλωτές» περνάνε κατ ευθείαν στο κράτος. Σε επίπεδο επιχείρησης ο νόμος του κέρδους έχει εξαφανιστεί. Ναι, μια επιχείρηση μπορεί να λειτουργεί με «ζημιά» (αφού οι τιμές των προϊόντων της είναι καθορισμένες και δεν έχει λόγο και τρόπο να τις αυξήσει) και να παράγει τα αναγκαία για την κοινωνία προϊόντα. Την «ζημιά» της θα την καλύψει κάποια άλλη επιχείρηση με «κέρδος» και ο κεντρικός σχεδιασμός μπορεί και πρέπει να το κρίνει με βάση το συμφέρον όλης της κοινωνίας και όχι της επιχείρησης.
Και φτάνουμε στην επιχείρηση, στον ακρογωνιαίο λίθο της καπιταλιστικής παραγωγής, μιας άναρχης παραγωγής αφού ατμομηχανή της είναι το κέρδος της επιχείρησης (του καπιταλιστή ιδιοκτήτη) και οδηγεί αναπόφευκτα στις καπιταλιστικές κρίσεις υπερπαραγωγής. Στο προϋπολογιστικό σύστημα απλά η επιχείρηση χάνει την νομική της υπόσταση. Μεγαλώνει όσο μπορεί, ενοποιείται κλαδικά ή και εδαφικά προκειμένου να έχει όσο το δυνατόν πιο κοινωνική αντίληψη, να βλέπει τα συμφέροντα όσο το δυνατόν μεγαλύτερου κομματιού της κοινωνίας και όχι τα στενά συμφέροντα των μελών της. Το ότι στα μέλη της δεν συμπεριλαμβάνεται πια ο καπιταλιστής πρώην ιδιοκτήτης αλλά μόνο ο διευθυντικός μηχανισμός και οι εργαζόμενοί της, από μόνο του δεν είναι το παν όσο αφορά την προσφορά της στην κοινωνία. Ιδιαίτερα όταν οι μηχανισμοί (εργατικού) ελέγχου στον διευθυντικό μηχανισμό δηλ. μέσα στην επιχείρηση είναι και πρωτόγνωροι και αδύνατοι, καθώς ο παλιός τρόπος είναι βαθιά ριζωμένος. Αντίστοιχα στους κεντρικούς κρατικούς μηχανισμούς σχεδιασμού και ελέγχου η γραφειοκρατία αναπτύσσεται σχεδόν αυτόματα, σαν αποτέλεσμα του παλιού τρόπου λειτουργίας του κράτους που είναι επίσης βαθιά ριζωμένος αλλά αποκτά και νέα χαρακτηριστικά, ο Γκεβάρα περιγράφει την γραφειοκρατία σαν «ένα ειδικό σύστημα ύπνου, που τα πράγματα κοιμούνται βρισκόμενα διαρκώς σε κίνηση».
Υποστηρίζει επίσης ότι τόσο η ενοποίηση όσο και η εφαρμογή του προϋπολογιστικού συστήματος, μπόρεσε να γίνει ευκολότερα σε κάποιες επιχειρήσεις στην Κούβα, από ότι στην Τσαρική Ρωσία, καθώς η ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού είχε ήδη καταστήσει αναγκαία την δημιουργία τέτοιων μεγάλων επιχειρήσεων που κάποιες ούτε καν την έδρα τους είχαν στην Κούβα. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η Ενοποιημένη Επιχείρηση Πετρελαίου που προήλθε από την συγχώνευση των 3 ιμπεριαλιστικών διυλιστηρίων που υπήρχαν (Εsso ,Texaco,Shell), αλλά και η δημιουργική μεταφορά αυτής της εμπειρίας στη δημιουργία μεγάλων τέτοιων επιχειρήσεων όπως η Ενοποιημένη Επιχείρηση Αλεύρων.
Και φτάνουμε σε έναν όρο που έχει και σύγχρονη αναφορά, στην «Αυτοδιαχείριση των Επιχειρήσεων». Ο όρος δίκαια χρησιμοποιείται στον επεξηγηματικό υπότιτλο του Λογιστικού Συστήματος, καθώς εκφράζει απόλυτα τη βασική διαφορά -για την Επιχείρηση- με το Προϋπολογιστικό Σύστημα που είναι η «Ενοποίηση των Επιχειρήσεων».
Η σύγχρονη αναφορά του όρου έγκειται στο γεγονός της χρησιμοποίησης αυτής της μορφής πάλης (κατάληψη της επιχείρησης και λειτουργία της από τους εργαζόμενους) από το εργατικό κίνημα σε διάφορες καπιταλιστικές χώρες, ιδιαίτερα αυτές που η κρίση, οδήγησε σε ακραία φαινόμενα τη ζωή των ανθρώπων. Συνήθως η ανυπαρξία αξιόπιστου πολιτικού επαναστατικού κέντρου σε αυτές τις χώρες που θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάληψη της εξουσίας, οδήγησε την αντίληψη πολλών πολιτικών-ιδεολογικών ρευμάτων να δουν σε αυτήν την γοητευτική – αλλά αμυντική τελικά – μορφή πάλης εμβρυακά σπέρματα επαναστατικής εξουσίας. Σοσιαλιστικές νησίδες μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, θεωρία βέβαια που δεν εμφανίστηκε πρώτη φορά τώρα και έχει και αυτή την δική της ιστορία. Ο χρόνος βέβαια έδειξε για άλλη μια φορά, ότι χωρίς επαναστατική εξουσία αυτές οι νησίδες ή εκφυλίζονται σε κανονικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις συνεταιριστικού τύπου ή (το συνηθέστερο) καταστέλλονται.
Η εμπειρία της προσπάθειας οικοδόμησης του σοσιαλισμού, αλλά και η εν λόγω συζήτηση στην Κούβα και στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο τη δεκαετία του 60 δείχνει ότι η επιχείρηση που φτιάχνεται στον καπιταλισμό είναι αντιδραστική από τη φύση της, καθώς ιδρύεται με βάση τις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής που βασικό της κίνητρο είναι το κέρδος και όχι οι ανάγκες της κοινωνίας. Είναι από τη φύση της λοιπόν αντικοινωνική και όσο είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί στην αρχή, άλλο τόσο είναι αναγκαίο μετά να αλλάξει. Και αυτό βέβαια μπορεί να γίνει μόνο από τα πάνω, με κεντρικό σχεδιασμό και κρατικό έλεγχο. Οι μηχανισμοί εργατικού ελέγχου στην επιχείρηση, η κάθετη αλλά και οριζόντια πρόσβαση και αποφασιστική επίδρασή τους στα όργανα του κεντρικού σχεδιασμού, η δημοσιότητα στην κριτική, είναι αυτό που θα μειώνει τα αποτελέσματα της γραφειοκρατίας, που όπως είπαμε, η δημιουργία της σαν αντίληψη (μηχανιστική αντίληψη ,ξέκομα τελικά από την πραγματικότητα) συντελείται με τρόπο αυτόματο. Έτσι λοιπόν, στο απλοποιημένο δίπολο (Ενοποίηση ή Αυτοδιαχείριση) η επαναστατική απάντηση είναι Ενοποίηση και η αντιδραστική Αυτοδιαχείριση.
Εδώ θα πρέπει να διαχωρίσουμε την χρησιμοποίηση της μορφής κατάληψη της επιχείρησης από τους εργαζόμενους με αίτημα να εθνικοποιηθεί σε συνθήκες Επαναστατικής εξουσίας. Σημειώνουμε ότι πριν γίνει οποιαδήποτε εθνικοποίηση στην Κούβα κάποια εργοστάσια καταλήφθηκαν από τους εργαζόμενους. Στην Βενεζουέλα η κατάληψη ενός εργοστασίου δίνει το νομικό έρεισμα στην κυβέρνηση να επιχειρήσει την εθνικοποίησή του μέσα από δικαστική διαδικασία.
Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό η συζήτηση την δεκαετία του 60 για τα οικονομικά συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των επιχειρήσεων και η πολεμική γύρω από αυτά τα ζητήματα κάθε άλλο παρά περιορίστηκε στα όρια της Κούβας, αντίθετα ήταν διεθνής και διεξήχθη σε όλο το τότε σοσιαλιστικό στρατόπεδο, βεβαίως με εντελώς αντίθετη από τους Κουβανούς στόχευση. Μπορούμε σήμερα να δούμε καθαρά ότι οι Κουβανοί αντιλαμβάνονταν πλήρως το διεθνιστικό καθήκον της συμβολής τους στη διαμόρφωση της στρατηγικής του διεθνούς επαναστατικού κινήματος. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ανέλαβαν ίσως και μεγαλύτερο φορτίο από όσο τους αναλογούσε. Στα επόμενα χρόνια αυτό τους έγινε συνήθεια και κάποιοι λένε ότι ήταν κακό γι αυτούς και τους κόστισε ακριβά. Δεν ξέρουμε αν και πόσο ήταν κακό για τους Κουβανούς , σίγουρα όμως ήταν καλό για το διεθνές επαναστατικό κίνημα.
Πηγή: Sierra Maestra, 8.6.2012.
Στα μεταλλεία της Τσουκικαμάτα: Η γέννηση της ταξικής συνείδησης του Γκεβάρα

- Ο Ερνέστο Γκεβάρα στην Τσουκικαμάτα, 1952.
Στην Τσουκικαμάτα της Χιλής, ανάμεσα στις 13 με 16 Μαρτίου του 1952, είναι που ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα αρχίζει να γίνεται ο «Τσε». Εκεί αρχίζει να αντιλαμβάνεται πλέον τις έντονες ταξικές ανισότητες, τον καθημερινό αγώνα των εργατών για το μεροκάματο και την άνιση μάχη τους με το Κεφάλαιο που γέννησε ο ιμπεριαλισμός στη Νότια Αμερική.
Γράφει ο Τσε στίς σημειώσεις του ταξιδιού του, τις γνωστές και ως «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας»: «Εκεί (στο χωριό Μπακεδάνο) γίναμε φίλοι με ένα ζευγάρι χιλιανών εργατών που ήταν κομμουνιστές. Στο φως ενός κεριού που ανάψαμε για να φτιάξουμε ματέ και να φάμε λίγο ψωμοτύρι, τα συσπασμένα χαρακτηριστικά του εργάτη αποκτούσαν κάτι το μυστηριώδες και το τραγικό, ενώ με το απλό και εκφραστικό του λεξιλόγιο μας διηγιόταν για τους τρείς μήνες που πέρασε στην φυλακή, για τη γυναίκα του, που τον είχε ακολουθήσει πιστά, πεινασμένη, για τα παιδιά, που τα είχαν αφήσει σε έναν πονόψυχο γείτονα, για την ανώφελη περιπλάνηση του σε αναζήτηση δουλειάς, για τους συντρόφους που εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς και που, καταπώς έλεγαν, τους είχαν ρίξει στη θάλασσα. Αυτό το ζευγάρι, που τουρτούριζε μέσα στη νύχτα της ερήμου, κολλημένοι ο ένας στον άλλο, ήταν η ζωντανή εικόνα των προλετάριων όλου του κόσμου. Δεν είχαν ούτε μια τριμμένη κουβέρτα να σκεπαστούν. Τους δώσαμε λοιπόν μια απο τις δικές μας και εμείς βολευτήκαμε όπως όπως κάτω από την άλλη. Ήταν από εκείνες τις φορές που υπέφερα πολύ από το κρύο, αλλά και που ένιωσα πιο αδελφωμένος με αυτό το, άγνωστο για μένα, ανθρώπινο είδος.» […] (Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας, Ν.Σ Λιβάνης, 2004, σελ.148-149).
Ένα μοναδικό περιβάλλον για ενα μοναδικό πεπρωμένο, μια ιστορική καμπή. Στην είσοδο του μεταλλείου, μια σκοπιά: δεν μπαίνει εδώ ο οποιοσδήποτε. Ωστόσο, προς έκπληξη τους, ο Φουσέρ και ο Μιάλ ούτε διώχνονται ούτε περνάνε από ανάκριση. Εξαιρετικά περιποιητικός, ο αστυνομικός διευθυντής τους επιτρέπει ακόμη και να επισκεφτούν όλες τις πτέρυγες του μεταλλείου μέσα σ’ ένα φορτηγάκι της αστυνομίας, με την συνοδεία ενός ευγενικού και φλύαρου υπολοχαγού. Ο Ερνέστο ξαφνιάζεται απο μια τέτοια υποδοχή, σ’ένα μέρος που αναδίδει τόσο έντονα τη μυρωδιά του δολαρίου. Θα πρέπει να πούμε πως παρουσιάστηκαν ως γιατροί. Το βράδυ, οι αστυνομικοί τους καλούν να φάνε μαζί τους. Οι επισκέπτες καταβροχθίζουν το φαϊ τους μ’ ακόμη μεγαλύτερη όρεξη μιας και δεν είχαν φάει τίποτε απ’ την προηγουμένη. Έπειτα καταρρέουν, εξαντλημένοι, στον κοιτώνα, ο καθένας τους σ’ένα ωραίο κρεβάτι εκστρατείας.
Στις 14, σηκώνονται απ’ τα χαράματα για να επισκεφτούν τον Μίστερ Μακ Κιμπόι, τον διευθυντή του μεταλλείου. Αφού πρώτα έκαναν για ώρα υπομονή στην αίθουσα αναμονής, τους παρουσιάζουν αυτόν τον αμερικάνο που ο Ερνέστο τον βρίσκει πραγματικά πολύ…αμερικάνο: «Από άποψη ύψους, βάρους, τίχλας και αμετακίνητων απόψεων.» Με τα άσχημα ισπανικά του, ο Μακ Κιμπόι τους δίνει κατ’ αρχήν να καταλάβουν πως δε βρίσκονται σε τουριστική τοποθεσία, έπειτα δέχεται να τους παραχωρήσει στο εξής έναν ξεναγό, και η επίσκεψη αρχίζει.
Γράφει ο Τσε για την πρώτη του εντύπωση: «Η ψυχρή αποτελεσματικότητα και η ανίσχυρη μνησικακία συμβαδίζουν στο μεγάλο ορυχείο, ενωμένες, παρά το μίσος, από την κοινή ανάγκη επιβίωσης από τη μια μεριά και κερδοσκοπίας απ’ την άλλη. Μα, ποιός ξέρει, ίσως μια μέρα ένας μεταλλωρύχος να πάρει την αξίνα του με χαρά και να πάει πρόθυμα και ενσυνείδητα να δηλητηριάσει τα πνευμόνια του. Λένε πως έτσι γίνεται εκεί από όπου προέρχεται η κόκκινη φλόγα που φωτίζει τον κόσμο – έτσι λένε. Εγώ δεν το ξέρω». (σελ.151).
Το ορυχείο είναι φτιαγμένο από κερκίδες με καμιά καστοριά μέτρα φάρδος και πολλά χιλιόμετρα μήκος. Ανοίγουν τρύπες να βάλουν μέσα το δυναμίτη, ο οποίος ανατινάζει ολόκληρες πλευρές του βουνού. Τα κομμάτια που ξεκολλάνε μ’αυτόν τον τρόπο φορτώνονται σε βαγονέτα, που τα τραβάει μια ηλεκτρική μηχανή τρένου, και τα μεταφέρει μέχρι τον πρώτο μύλο για άλεσμα. Έπειτα το μετάλλευμα περνά από ένα δεύτερο, κι ύστερα από έναν τρίτο μύλο, που το καθαρίζει όλο και πιο πολύ. Όταν έχει γίνει σκόνη, ανακατεύεται με θεικό οξύ μέσα σε τεράστιες δεξαμενές. Μετά, το διάλυμα αυτό του θεικού χαλκού οδηγείται σ’ένα κτίριο που στεγάζει τους ηλεκτρολυτικούς κάδους που χωρίζουν το χα΄λκό και μεταλλάσει το οξύ. Οι δυο νεαροί επιστήμονες, παθιασμένοι με την ιατρική έρευνα, συναρπάζονται απ’ αυτά που βλέπουν. Ο ηλεκτρολυτικός κάδος στην συνέχεια μπαίνει μέσα σε τεράστιους φούρνους, με θερμοκρασία δυο χιλιάδων βαθμών. Το μέταλλο, λιωμένο κατ’ αυτόν τον τρόπο χύνεται σε μεγάλα καλούπια, όπου πασπαλίζεται με μια σκόπη απο απανθρακωμένα ζώα. Τα καλούπια ψύχονται από ένα ψυκτικό σύστημα, και ο στερεοποιημένος χαλκός εξορύσσεται, υπό μορφή τούβλου, με τη βοήθεια ηλεκτρικών γερανών. Ένα τελευταίο ίσιωμα ολοκληρώνει τη δουλειά, και οι ράβδοι του κόκκινου χρυσού βγαίνουν συμμετρικοί, όμοιοι, τέλειοι. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με μια ακρίβεια ανάλογη εκείνης που βλέπει κανείς στην ταινία του Τσάπλιν «Μοντέρνοι Καιροί».
Πιο πολύ απ’ τις μηχανές, ο Ερνέστο ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους. Αντιλαμβάνεται, συζητώντας με τους εργάτες, πως ο καθένας ξέρει μόνο αυτό που συμβαίνει στην δική του πτέρυγα, και μερικές φορές μάλιστα μόνο στο δικό του τμήμα. Πολλοί, αν και δουλεύουν εδώ πάνω από δέκα χρόνια, δεν ξέρουν τι γίνεται στη διπλανή πτέρυγα. Αυτή η κατάσταση ενθαρρύνεται απ’ την Εταιρεία Μπράντεν, που μπορεί έτσι να τους εκμεταλλεύεται πιο εύκολα, κρατώντας τους στο χαμηλότερο μορφωτικό και πολιτικό επίπεδο. Οι θαραλλέοι καθοδηγητές των συνδικάτων είναι αναγκασμένοι να παλεύουν χωρίς σταματημό – όπως εξηγεί ένας απ’ αυτούς στον Ερνέστο – για να διαφωτίσουν τους εργάτες σχετικά με τα συμβόλαια που τους παρουσιάζονται.
Καθώς απομακρύνονται, ο ξεναγός-χαφιές που είχε φορτωθεί στους δύο επισκέπτες σχολιάζει σχετικά: «Όταν υπάρχει κάποια σημαντική συγκέντρωση, εγώ και άλλοι βοηθοί του διοικητή, καλούμε όσο το δυνατόν πιο πολλούς μεταλλωρύχους στο μπουρδέλο. Έτσι, η απαρτία που απαιτείται για να γίνουν πράξη οι αποφάσεις που ψηφίζονται στη διάρκεια της συγκέντρωσης δεν επιτυγχάνονται ποτέ». Συνεχίζει ήρεμα: «Θα πρέπει να πω ακόμη πως τα αιτήματα τους είναι υπερβολικά. Δεν καταλαβαίνουν πως μόνο μια μέρα απεργίας, είναι ένα εκατομμύριο δολάρια χαμένα για την εταιρεία!».
– «Και τι ζητάνε για παράδειγμα;»
– «Ω! μέχρι και εκατό πέσος αύξηση!».
Εκατό πέσος είναι ένα δολάριο.
Την επομένη, επίσκεψη σ’ ένα νέο εργοστάσιο, που δε λειτουργεί ακόμη, αλλά προορίζεται για την επεξεργασία του θειούχου χαλκού που μένει ανέγγικτος βγαίνοντας απ’ την αλυσίδα της παραγωγής. Υπολογίζουν μια συμπληρωματική απόδοση της τάξης του 30%. Τεράστιοι φούρνοι βρίσκονται υπό κατασκευή, και μια τσιμινιέρα 96 μέτρα ύψος, η πιο ψηλή της Νότιας Αμερικής. Βλέποντάς την ο Φουσέρ δεν μπορεί ν’αντισταθεί στην επιθυμία να σκαρφαλώσει εκεί πάνω. Πρώτα μ’ έναν ανελκυστήρα, μέχρι τα εξήντα μέτρα, κι έπειτα μια μικρή σιδερένια σκάλα μέχρι την κορυφή. Ο Αλμπέρτο ακολουθεί κουτσά-στραβά, κι εκεί ψηλά, σ’ αυτόν τον πρόχειρο μιναρέ, ακούει την αγόρευση του μουεζίνη-φίλου του να χάνεται μέσα στα σύννεφα. Όμως αυτός, ο Αλμπέρτο (Γκρανάδο), τη θυμάται ακόμα: «Αυτή η περιοχή ανήκει στο λαό των Αραουκανών (φυλή Ινδιάνων της Ν.Αμερικής) που πεθαίνει στη δουλειά για να γεμίζει τις τσέπες των Βορειοαμερικάνων. Με μια ταχυδακτυλουργία που δεν καταλαβαίνουν οι Ινδιάνοι, η κόκκινη γη τους μεταμορφώνεται σε πράσινα χαρτονομίσματα. Φυσικά, οι Γιάνκηδες κι οι δούλοι τους έχουν ένα σχολείο στη διάθεση τους – αυτό το κτίριο εκεί κάτω, Αλμπέρτο – με καθηγητές που έρχονται εξεπιτούτου για να μορφώσουν τα παιδιά τους. Αλλά ακόμη και το γήπεδο του γκολφ και τα σπίτια τους δεν είναι προκατασκευασμένα». […] Και στρέφοντας το βλέμμα του προς το αχανές, παρθένο ακόμη, τοπίο, υπολογίζει: «Προβλέποντας ότι θα βγουν απο δω εκατομμύρια δολάρια, κι ότι για την ώρα εξορύσσονται ενενήντα χιλιάδες τόνοι μεταλλεύματος κάθε μέρα, καταλαβαίνει κανείς ότι η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο δεν πρόκειται να σταματήσει σύντομα».
Στα «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας» ο Τσε γράφει για την εμπειρία του στα μεταλλεία της Τσουκικαμάτα: «Η Τσουκικαμάτα μοιάζει με σκηνικό σύγχρονου δράματος. Δεν μπορείς να πεις ότι της λείπει η ομορφιά, αλλά πρόκειται για μια ομορφιά άχαρη, επιβλητική, παγερή. Όταν πλησιάζεις στη ζώνη των μεταλλείων, νομίζεις πως όλο το τοπίο συμπυκνώνεται, δίνοντας μια αίσθηση ασφυξίας στην πεδιάδα. […] Η Τσίλε Εξπλορέισον Κόμπανι (Chile Exploration Company) χτίζει μια άλλη μονάδα για την εκμετάλλευση του μεταλλεύματος σε θειούχο μορφή. Η καινούρια μονάδα, η πιο μεγάλη του κόσμου στο είδος της, έχει δύο τσιμινιέρες ύψους ενενήντα μέτρων και θα απορροφάει σχεδόν όλη την παραγωγή των προσεχών ετών, ενώ η παλιά θα λειτουργεί περιορισμένα, επειδή τα κοιτάσματα του μετάλλου σε μορφή οξειδίου εξαντλούνται. Για να καλυφθεί η δαπάνη του νέου χυτηρίου, συγκεντρώθηκε ένα τεράστιο στοκ ακατέργαστου υλικού, που η κατεργασία του θα αρχίσει απ’ το 1954, έτος έναρξης της λειτουργίας του εργοστασίου. Η Χιλή αντιπροσωπεύει το 20% της παγκόσμιας παραγωγής χαλκού και, σε αυτήν την περίοδο της αβεβαιότητας – που αυτό το υλικό έχει αποκτήσει ζωτική σημασία γιατί είναι αναντικατάστατο για μερικά όπλα – ξέσπασε στην χώρα μια οικονομικοπολιτική διαμάχη ανάμεσα στους υποστηρικτές της εθνικοποίησης των μεταλλείων, που συγκεντρώνουν μερικές οργανώσεις της Αριστεράς και των Εθνικοφρόνων, και αυτών οι οποίοι, βασισμένοι στα ιδανικά της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας, υποστηρίζουν ότι είναι προτιμότερο ένα καλά διοικούμενο ορυχείο (έστω και σε ξένα χέρια) από την αβέβαιη κρατική διαχείρηση. Είναι βέβαιο πως στο Κογκρέσο διατυπώθηκαν σοβαρές κατηγορίες εναντίον εταιρειών που εκμεταλλεύονται τις παραχωρήσεις που γίνονται σύμπτωμα ενός κλίματος εθνικιστικών επιδιώξεων πάνω στην παραγωγή. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης, καλό θα είναι να μην ξεχαστεί το μάθημα που μας έδωσαν τα νεκροταφεία των μεταλλωρυχείων, στα οποία είναι θαμμένος ένας μικρός μόνο αριθμός από τους αμέτρητους ανθρώπους που χάθηκαν από τις κατολισθήσεις, το πυρίτιο και το απαίσιο κλίμα του βουνού». (Ημερολ. Μοτοσυκλέτας, σελ. 152-155).
Η εμπειρία της Τσουκικαμάτα μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη ουσιαστική επαφή του νεαρού τότε αργεντίνου φοιτητή ιατρικής με τις σκληρές συνθήκες επιβίωσης της εργατικής τάξης. Από τα γραπτά του ίδιου του Ερνέστο παρατηρούμε την γέννηση της ταξικής του συνείδησης και την απαρχή της αντίληψης ότι αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει. Τα όσα είδε και βίωσε στην συνέχεια της περιπλάνησης του στη Νότια και Κεντρική Αμερική συνέβαλαν στην διαμόρφωση του «Τσε», που μεγαλούργησε στην επαναστατική Κούβα λίγα χρόνια αργότερα. Η Τσουκικαμάτα αποτέλεσε σημείο-«σταθμό» σε αυτήν του την περιπέτεια ζωής.
Ν.Μόττας.
Πηγές: Ζ.Κορμιέ, Ιλτ. Γκαντέα, Αλμπ.Γκρανάδο. Τσε Γκεβάρα. Εκδ. Καστανιώτης, 1995. Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας, Ν.Σ. Λιβάνης, 2004.
El Pensamiento Economico de Ernesto Che Guevara / Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (Μέρος Δεύτερο)
ΜΕΡΟΣ ‘Β (Συνέχεια από ΜΕΡΟΣ ‘Α).
«Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ» του οικονομολόγου Carlos Tablada Perez, εκδόσεις Casa de las Americas 1987, CUBA.
Του Βαγγέλη Γονατά – ΑΒΑΝΑ, ΚΟΥΒΑ.
Το 1963-64 έγινε στην Κούβα μια δημόσια συζήτηση για τα σχετικά πλεονεκτήματα δύο οικονομικών συστημάτων που εφαρμόστηκαν τα πρώτα χρόνια της επανάστασης. Παρ ότι η συζήτηση εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αφορά τεχνοκρατικά ζητήματα της οικονομίας (αν μπορούν να υπάρξουν απλώς τέτοια) εν τούτοις τα ζητήματα που τέθηκαν αφορούσαν τις δομές και τους μηχανισμούς οικοδόμησης του σοσιαλισμού, εκεί που βρίσκεται το κατ εξοχήν υποκείμενο γι αυτό, οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία. Η συμμετοχή του Γκεβάρα σε αυτή τη συζήτηση ήταν πρωταγωνιστική, καθοριστική και απόλυτη, καθώς όχι μόνο υποστήριξε αλλά και εφάρμοσε στις μεγάλες βιομηχανίες που διεύθυνε το ένα (“Προϋπολογιστικό Σύστημα Χρηματοδότησης”) από τα δύο συστήματα. Τόσο το βιβλίο του Carlos Tablada , όσο και η ελληνική έκδοση από το Διεθνές Βήμα ( Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΩΠΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΥΒΑ) αναφέρονται σε αυτήν ακριβώς την περίοδο και σε αυτά τα κείμενα του CHE.
Πριν προχωρήσουμε, θα επιχειρήσουμε μια κωδικοποίηση των δύο συστημάτων αντλώντας υλικό από την περιγραφή που κάνει ο ίδιος ο Τσε στο άρθρο του «Σχεδιασμός και συνείδηση κατά την μετάβαση στον σοσιαλισμό» – Για το προϋπολογιστικό σύστημα χρηματοδότησης, που δημοσιεύτηκε τον Φλεβάρη του 1964 στο 5ο τεύχος του Κουβανικού περιοδικού “Nuestra Industria Revista Economica” και έχει συμπεριληφθεί στην προαναφερόμενη έκδοση.
1.“Προϋπολογιστικό Σύστημα Χρηματοδότησης” (γνωστό και σαν Προϋπολογιστικό ή Σύστημα ενοποιημένων επιχειρήσεων)
Βασίζεται στον συγκεντρωτικό έλεγχο της δραστηριότητας της επιχείρησης. Τα σχέδια της επιχείρησης και η οικονομική της διαχείριση ελέγχονται άμεσα από τους κεντρικούς διοικητικούς μηχανισμούς. Δεν διαθέτει δικούς της χρηματικούς πόρους, ούτε λαμβάνει τραπεζικές πιστώσεις. Χρησιμοποιεί τα υλικά κίνητρα σε ατομική βάση, δηλαδή ατομικά χρηματικά μπόνους και ποινές, και στην κατάλληλη στιγμή θα χρησιμοποιήσει τα συλλογικά κίνητρα. Τα άμεσα υλικά κίνητρα όμως, περιορίζονται με τη μέθοδο πληρωμής μέσω μισθών.
-
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ θεωρείται μια ομαδοποίηση εργοστασίων ή παραγωγικών μονάδων που έχουν παρόμοια τεχνολογική βάση , έχουν κοινό προορισμό για τα προϊόντα τους, ή σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν μια περιορισμένη γεωγραφική θέση. Π. χ. Όλες οι μονάδες επεξεργασίας ζάχαρης, μαζί με άλλες παραγωγικές μονάδες σχετικές με την βιομηχανία ζάχαρης συγκροτούν την Ενοποιημένη Επιχείρηση Ζάχαρης (ConsolitadedSugarEnterprise).
-
ΤΟ ΧΡΗΜΑ λειτουργεί μόνο ως χρήμα υπολογισμού. Δεν είναι παρά η αντανάκλαση, σε τιμές, της απόδοσης μιας επιχείρησης που επιτρέπει στους κεντρικούς οργανισμούς να έχουν την δυνατότητα να αναλύσουν, έτσι ώστε να ελέγχουν τη λειτουργία της επιχείρησης.
-
ΚΕΦΑΛΑΙΟ δεν υπάρχει, σαν αποτέλεσμα του τρόπου που λειτουργεί το χρήμα. Στην τράπεζα υπάρχουν ξεχωριστοί λογαριασμοί αναλήψεων και καταθέσεων. Η επιχείρηση μπορεί να προβεί σε ανάληψη χρημάτων, σύμφωνα με το σχέδιο, από τον γενικό λογαριασμό εξόδων και από τον ειδικό λογαριασμό πληρωμής των μισθών. Οι καταθέσεις της όμως περνούν αυτόματα στα χέρια του κράτους.
-
ΝΟΡΜΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (Πλάνο) Η εργασία μετριέται με το χρόνο, με μπόνους για την υπερκάλυψη της προβλεπόμενης ποσότητας εργασίας, που περιορίζεται από το ποσό της αμοιβής της αμέσως επόμενης μισθολογικής κλάσης.
2.“Οικονομικό Λογιστικό Σύστημα” (γνωστό και σαν Λογιστικό ή Σύστημα αυτό-διαχειριζόμενων επιχειρήσεων). Η οικονομική αυτό-διαχείριση βασίζεται στον γενικό συγκεντρωτικό έλεγχο και στην μεγαλύτερη αποκέντρωση. Ο έλεγχος ασκείται έμμεσα από την τράπεζα, μέσα από το χρήμα και το νομισματικό αποτέλεσμα της δραστηριότητας της επιχείρησης χρησιμεύει ως μέτρο για το μπόνους. Το υλικό συμφέρον αποτελεί τον μέγα μοχλό ο οποίος κινητοποιεί ατομικά και συλλογικά τους εργαζόμενους.
-
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ είναι μια παραγωγική μονάδα με την δική της νομική υπόσταση. Π.χ. μια μονάδα επεξεργασίας ζάχαρης αποτελεί επιχείρηση.
-
ΤΟ ΧΡΗΜΑ δεν υπηρετεί μόνο αυτόν τον σκοπό (χρήμα υπολογισμού). Είναι επίσης ένα μέσο πληρωμής το οποίο λειτουργεί ως έμμεσο όργανο ελέγχου, μια που αυτά τα κονδύλια είναι που επιτρέπουν στην παραγωγική μονάδα να λειτουργεί. Οι σχέσεις της παραγωγικής μονάδας με την τράπεζα είναι παρόμοιες με εκείνες που διατηρεί ένας ιδιώτης παραγωγός με τις καπιταλιστικές Τράπεζες, στις οποίες πρέπει να εξηγεί αναλυτικά τα σχέδιά του, και να αποδεικνύει την φερεγγυότητά του.
-
ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ υπάρχει, η επιχείρηση διατηρεί δικούς της πόρους στις τράπεζες τους οποίους μπορεί να ενισχύει με κρατικά δάνεια για τα οποία πληρώνει τόκους. Εφόσον τα «ίδια» κεφάλαια της επιχείρησης, καθώς και τα δάνειά της, ανήκουν στην κοινωνία, η κίνησή τους αντανακλά την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης.
-
ΝΟΡΜΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (Πλάνο) Η εργασία μετριέται με την ώρα, καθώς επίσης και με την ποσότητα παραγωγής ανά ώρα ( δουλειά με το κομμάτι).
Θα μπορούσαν ίσως οι διαφορές ανάμεσα στα δύο οικονομικά συστήματα διαχείρισης να χαρακτηριστούν δυσδιάκριτες, ακόμα και δευτερεύουσες, καθώς και τα 2 οικονομικά συστήματα εφαρμόζονταν ήδη στην οικονομία της Κούβας. Το προϋπολογιστικό σύστημα που υποστήριζε ο Γκεβάρα ακολουθούσαν οι μεγάλες επιχειρήσεις (Υπουργείο Βιομηχανίας), το Λογιστικό όλες οι υπόλοιπες. Τα 2 συστήματα, ανεξάρτητα από την πολεμική της συζήτησης, δεν ήταν ανταγωνιστικά. Γιατί πολύ φυσιολογικά η νεαρή επανάσταση ασκώντας κρατική εξουσία από πάνω διαμόρφωνε το νομικό και οικονομικό πλαίσιο λειτουργίας και ελέγχου των επιχειρήσεων (Υπουργεία, Τράπεζες κ.α.) και σε συνδυασμό με τον εργατικό έλεγχο από κάτω (εργατικές οργανώσεις κ.α.) προωθούσε και εδραίωνε την επανάσταση, δημιουργώντας νέες δομές. Βρισκόμαστε στην αρχή της μεταβατικής περιόδου και η συζήτηση αφορά αν οι δημιουργούμενες δομές (τα συστήματα διαχείρισης εν προκειμένω) προωθούν ή όχι την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.
Την ίδια περίοδο αυτή η συζήτηση διεξάγεται συνολικά στο τότε σοσιαλιστικό στρατόπεδο που βρίσκεται βεβαίως σε άλλη φάση από την νεαρή επαναστατική εξουσία στην Κούβα. Θα μπορούσε να είναι η φάση της ωριμότητας, καθώς είχαν συσσωρευτεί κάποιες δεκαετίες άσκησης εξουσίας, είχαν προστεθεί οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και βρίσκονταν σε εξέλιξη η απελευθέρωση των αποικιών. Σήμερα βέβαια μπορούμε να εκτιμήσουμε εκ του ασφαλούς με βάση το αποτέλεσμα, ότι ήταν η αρχή της σήψης που οδήγησε στην κατάρρευση / ανατροπή 30 χρόνια αργότερα. Τότε όμως, λίγα μόλις χρόνια μετά το 20 Συνέδριο του ΚΚΣΕ, με την λεγόμενη «αποσταλινοποίηση» στο φόρτε της, οι καπιταλιστικοί οικονομικοί νόμοι ασκούσαν μεγάλη γοητεία στους οικονομολόγους (και όχι μόνο) του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.
Άλλωστε ο ίδιος ο Γκεβάρα ομολογεί ότι η μεγάλη πλειοψηφία των σοσιαλιστικών χωρών ακολουθεί το Λογιστικό σύστημα. Ωστόσο στην επιχειρηματολογία των 2 πλευρών επιστρατεύονται οι κλασσικοί του Μαρξισμού, το Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας του Ινστιτούτου Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, καθώς και η αρθρογραφία της εποχής από όλες τις σοσιαλιστικές χώρες. Σε αυτό το διεθνές πλαίσιο λοιπόν οι Κουβανοί τραβάνε αλλού , και ο Γκεβάρα ακόμα παραπέρα.
Συνεχίζεται…
Πηγή: Sierra Maestra, 27.5.2012.
Η Νεολαία πρέπει να βαδίζει στην πρωτοπορία
Το παρακάτω κείμενο αποτελεί ομιλία του Τσε κατά το κλείσιμο σεμιναρίου που είχε διοργανώσει η Ένωση Νέων Κομμουνιστών του Υπουργείου Βιομηχανίας με τίτλο «Η νεολαία και η Επανάσταση». Εκφωνήθηκε στις 9 Μάη 1964 στην Αβάνα.
Αυτό το φορτίο το κουβαλά κανείς για αρκετό καιρό και είναι δύσκολο να αποκοπεί από την σκέψη των ανθρώπων από τη μία μέρα στην άλλη – ακόμα και όταν διακηρρύσσεται ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας της επανάστασης. Μάλιστα, η διακήρυξη αυτή καθυστέρησε σε σχέση με το ίδιο το γεγονός, γιατί υπήρχε ήδη μια σοσιαλιστική επανάσταση αφού είχαμε αναλάβει τον έλεγχο των περισσότερων από τα βασικά μέσα παραγωγής. Από πολιτική άποψη όμως δεν συμβαδίζαμε πλήρως με όλες τις κατακτήσεις που σημείωνε η επανάσταση στον οικονομικό τομέα και σε ορισμένες πτυχές του ιδεολογικού τομέα.
Αυτή η ιδιαιτερότητα της επανάστασης μας επιβάλλει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όταν πρόκειται να χαρακτηρίσουμε το κόμμα μας ως ηγεσία της εργατικής τάξης στο σύνολο της και ιδιαίτερα σε ότι έχει να κάνει με τις συγκεκριμένες σχέσεις που αναπτύσσει με καθεμία από αυτές τις διοικητικές δομές όπως ο στρατός, ο μηχανισμός ασφάλειας κλπ. Το κόμμα μας δεν διαθέτει ακόμη καταστατικό, ούτε καν είναι ακόμη οριστικά διαμορφωμένο. Η ερώτηση, λοιπόν, είναι: Γιατί δεν υπάρχει καταστατικό; Εμπειρία υπάρχει μεγάλη και μάλιστα εμπειρία που έχει σχεδόν πενήντα χρόνια πρακτικής εφαρμογής. Τι είναι αυτό που συμβαίνει άραγε; Υπάρχουν ορισμένα ερωτήματα σχετικά με αυτήν την εμπειρία στα οποία προσπαθούμε να απαντήσουμε, ερωτήματα όμως που δεν μπορούμε να απαντήσουμε με τρόπο αυθόρμητο ούτε και με μια ανάλυση επιφανειακή γιατί οι συνέπειες για το μέλλον της επανάστασης είναι καθοριστικές.
Στην Κούβα η ιδεολογία των προηγούμενων κυρίαρχων τάξεων επιβιώνει επειδή αντανακλάται στις συνειδήσεις των ατόμων, όπως περιέγραψα προηγούμενως. Είναι επίσης παρούσα γιατί εισάγεται διαρκώς από τις Ηνωμένες Πολιτείες – το κέντρο συντονισμού της διεθνούς αντίδρασης – οι οποίες εξάγουν συμμορίες, δολιοφθορείς και προπαγανδιστές κάθε λογής, και με τις αδιάκοπες εκπομπές τους ουσιαστικά έχουν πρόσβαση σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια, με εξαίρεση την Αβάνα. Ο λαός της Κούβας βρίσκεται συνεπώς σε συνεχή επαφή με την ιδεολογία των ιμπεριαλιστών. Η ιδεολογία αυτή διαμορφώνεται κατάλληλα εντός της χώρας μέσω μηχανισμών προπαγάνδας επιστημονικά σχεδιασμένων ώστε να προβάλλουν την σκοτεινή πλευρά ενός συστήματος σαν το δικό μας, το οποίο αναγκαστικά θα έχει και σκοτεινές πλευρές. Αυτό συμβαίνει διότι βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο και επειδή όσοι από εμάς έχουμε ηγηθεί της επανάστασης έως τώρα δεν είμαστε επαγγελματίες οικονομολόγοι και πολιτικοί, με πλούσια εμπειρία και ένα επιτελείο από πίσω απ’ τον καθένα μας.
Την ίδια στιγμή, προβάλλουν τις πιο εκθαμβωτικές και φετιχιστικές όψεις του καπιταλιστικού συστήματος. Όλα αυτά εισάγονται στη χώρα και συχνά επιδρούν στο υποσυνείδητο πολλών ανθρώπων. Φέρνουν επίσης στην επιφάνεια απωθημένα συναισθήματα που δεν είχαν καν αγγιχτεί λόγω της ταχύτητας της διαδικασίας και της μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης η οποία απαιτήθηκε για να υπερασπιστούμε την επανάσταση μας – όπου η λέξη «επανάσταση» συνδέθηκε με τη λέξη «πατρίδα», με την υπεράσπιση όλων των συμφερόντων μας. Αυτό είναι ότι ιερότερο για τον καθέναν, ανεξάρτητα ακόμα και από την ταξική του προέλευση.
Απέναντι στην απειλή μιας θερμοπυρηνικής επίθεσης, όπως τον Οκτώβρη (του 1962), η συσπείρωση του λαού ήταν αυτόματη. Πολλοί άνθρωποι που ούτε σκοπία δεν είχαν εμφανιστεί για να φυλάξουν ποτέ τους στις πολιτοφυλακές προσφέρθηκαν να πολεμήσουν. Συντελέστηκε μια μεταμόρφωση κάθε ανθρώπου μπροστά στην κατάφωρη αδικία. Καθένας ήθελε να εκδηλώσει την αποφασιστικότητα του να αγωνιστεί για την πατρίδα του. Και είχα να κάνει επίσης με την απόφαση που παίρνει ένας άνθρωπος όταν βρίσκεται μπροστά σε έναν κίνδυνο από τον οποίον δε μπορεί να ξεφύγει με κανέναν τρόπο τηρώντας ουδέτερη στάση – γιατί απέναντι στις ατομικές βόμβες δεν υπάρχει ουδετερότητα, ούτε πρεσβείες, ούτε τίποτα. Τα εξολοθρεύουν όλα.
Έτσι έχουμε πορευτεί: με άλματα, άλματα ακανόνιστα, όπως προχωρούν όλες οι επαναστάσεις, εμβαθύνοντας όμως την ιδεολογία μας συγκεκριμένους τομείς, μαθαίνοντας όλο και πιο πολύ, συγκροτώντας σχολές μαρξισμού. Ταυτόχρονα, ανησυχούμε διαρκώς μήπως, μέσα από αυτήν την κριτική στάση απέναντι στα καθήκοντα του κόμματος σε κάθε επίπεδο του κρατικού μηχανισμού, οδηγηθούμε σε στάσεις που θα αδρανοποιήσουν την επανάσταση και θα εισαγάγουν συγκαλλυμένα τις μικροαστικές αντιλήψεις ή την ιδεολογία του ιμπεριαλισμού. Γι’ αυτό ακόμη και σήμερα δεν έχουμε οργανώσει κατάλληλα το κόμμα – γι’ αυτό δεν έχουμε ακόμη εξασφαλίσει τον αναγκαίο βαθμό θεσμοποίησης στα ανώτερα επίπεδα του κράτους.
Μας απασχολούν, όμως, και ορισμένα άλλα ζητήματα. Πρέπει να οικοδομήσουμε κάτι καινούργιο που να μπορεί να εκφράζει με σαφήνεια τις σχέσεις που, κατά την κρίς μας, πρέπε να υπάρχουν ανάμεσα στις μάζες και στα άτομα που βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας, τόσο άμεσα όσο και μέσω του κόμματος. Έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται πιλοτικά διάφορα μοντέλα τοπικής αυτοδιοίκησης: ένα από αυτά βρίσκεται στο Ελ Κάνο, άλλο στο Γκουίνες και ένα άλλο στο Ματάνζας. Μέσα από αυτά τα πιλοτικά προγράμματα, παρατηρούμε διαρκώς τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα όλων αυτών των διαφορετικών συστημάτων – στα οποία ενυπάρχουν σπέρματα ενός ανώτερου τύπου οργάνωσης – και ότι αντιπροσωπεύουν για την ανάπτυξη της επανάστασης και, κυρίως, για την ανάπτυξη του κεντρικού σχεδιασμού.
Μέσα σε αυτήν την πανσπερμία, μέσα από τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις υποστηρικτών διαφορετικών ιδεών, ακόμη και αν δεν υπήρχαν τάσεις ή καθορισμένα ρεύματα, άρχισε να αναπτύσσεται και το έργο της νεολαίας. Η οργάνωση νεολαίας άρχισε να λειτουργεί αρχικά ως παρακλάδι του Αντάρτικου Στρατού, κατέκτησε ένα μεγαλύτερο ιδεολογικό βάθος στην συνέχεια, και τέλος, εξελίχθηκε στην Ένωση Νέων Κομμουνιστών – σε έναν προθάλαμο θα λέγαμε για να γίνει κανείς μέλος του κόμματος, πράγμα το οποίο προϋποθέτει την υποχρέωση να αποκτήσει μια ανώτερη ιδεολογική κατάρτηση. Γύρω από αυτά τα ζητήματα δεν έγινε καμία πραγματική συζήτηση, αν και υπήρξαν κάποιες συζητήσεις σχετικά με το ποιος θα πρέπει να είναι ο ρόλος της οργάνωσης νεολαίας από πρακτική άποψη. Θα πρέπει η νεολαία να συναντιέται τρεις, τέσσερις ή πέντε ώρες για να συζητά φιλοσοφικά ζητήματα; Μπορεί να το κάνει, κανείς δεν λέει ότι δεν επιτρέπεται. Είναι απλώς ένα θέμα ισορροπίας και στάσης απέναντι στην επανάσταση, το κόμμα και κυρίως απέναντι στο λαό. Το γεγονός ότι η νεολαία καταπιάνεται με θεωρητικά ζητήματα δείχνει ότι έχει κατακτήσει ένα θεωρητικό βάθος. Όταν όμως το μόνο που κάνει είναι να ασχολείται με θεωρητικά ζητήματα, σημαίνει ότι η νεολαία δεν έχει καταφέρει να ξεπεράσει τη μηχανιστική αντιμετώπιση των πραγμάτων και βρίσκεται σε σύγχυση όσον αφορά τους στόχους της.
Έχει γίνει επίσης λόγος για τον αναγκαίο αυθορμητισμό, για τη χαρά της νιότης. Η νεολαία λοιπόν – αναφέρομαι στο σύνολο τα ης και όχι συγκεκριμένα σε αυτήν την ομάδα του Υπουργείου – οργάνωσε τη χαρά. Και οι ηγέτες της βάλθηκαν να αναλογίζονται τι είναι αυτό που οφείλουν να κάνουν οι νέοι, οι οποίοι εξ ορισμού θα πρέπει να είναι χαρούμενοι. Και αυτό ακριβώς μετέτρεπε τους νέους σε γέρους. Γιατί θα πρέπει ένας νέος άνθρωπος να κάτσει να σκεφτεί πως έπρεπε να είναι η νεολαία; Να κάνει απλά αυτό που σκέπτεται, αυτό θα πρέπει να χαρακτηρίζει τη νεολαία. Όμως συνέβαινε το αντίθετο, γιατί υπήρχε μια μερίδα ηγετών της νεολαίας που ήταν πραγματικά γερασμένη. Τότε είναι που η χαρά και ο αυθορμητισμός της νεολαίας γίνονται κάτι επιφάνειακό. Θα πρέπει για μια ακόμα φορά να είμαστε προσεκτικοί σε αυτό το ζήτημα και να μην συγχέουμε τη χαρά, τη ζωντάνια και τον αυθορμητισμό που διακρίνει τη νεολαία όλου του κόσμου – και κυρίως την κουβανική, λόγω των χαρακτηριστικών του κουβανικού λαού – με την επιπολαιότητα.
Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Μπορεί κανείς και πρέπει να είναι αυθόρμητος και χαρούμενο, πρέπει όμως την ίδια στιγμή να είναι και σοβαρός. Τίθεται λοιπόν εδώ ένα από τα πλέον δυσεπίλυτα προβλήματα, ως προς την θεωρητική του διάσταση. Γιατί, με απλά λόγια, αυτό σημαίνει να είναι κανείς Νέος Κομμουνιστής. Δεν πρέπει να χρειάζεται να σκεφτείς πως θα πρέπει να είσαι, είναι κάτι που πρέπει να βγαίνει από μέσα σου.
Δεν ξέρω αν εισχωρώ σε βαθιά ημι-φιλοσοφικά νερά, αναφέρομαι όμως σε ένα από τα θέματα που μας έχουν απασχολήσει περισσότερο απ’ όλα. Ο κύριος τρόπος με τον οποίο η νεολαία θα πρέπει να δείχνει τον δρόμο προς τα εμπρός είναι ακριβώς με το να βρίσκεται στην πρωτοπορία σε καθέναν από τους τομείς εργασίας που συμμετέχει. Αυτός είναι ο λόγος που πολλές φορές είχαμε διάφορα μικροπροβλήματα με τη νεολαία: γιατί δεν έκοβε όσο ζαχαροκάλαμο όφειλε να κόψει, γιατί δεν συμμετείχε αρκετά στις εθελοντικές εργασίες. Με δυο λόγια, κανείς δεν μπορεί να καθοδηγήσει με τη θεωρία και μόνο, ούτε μπορεί να υπάρξει σταρτός αποτελούμενος από στρατηγούς. Ο στρατός μπορεί να έχει έναν στρατηγό, και αν είναι πολύ μεγάλος, μπορεί να έχει περισσότερους στρατηγούς και έναν γενικό διοικητή. Αν όμως δεν υπάρχουν αυτοί που θα πάνε στο πεδίο της μάχης, δεν υπάρχει στρατός. Και αν στο πεδίο της μάχης ο στρατός δεν καθοδηγείται από εκείνους που έχουν πάει και οι ίδιοι στο μέτωπο για να πολεμήσουν, αυτός ο στρατός είναι άχρηστος. Ένα από τα χαρακτηριστικά του δικού μας αντάρτικου στρατού ήταν ότι εκείνοι που προάγονταν σε έναν από τους τρείς και μοναδικούς βαθμούς του στρατού – υπολοχαγός, λοχαγός ή διοικητής – ήταν μόνο όσο είχαν με κάποιον τρόπο διακριθεί στο πεδίο της μάχης χάρη στις ατομικές τους αρετές.
Στους δύο πρώτους βαθμούς – του υπολοχαγού και του λοχαγού – ανήκαν όσοι διηύθυναν τις επιχειρήσεις των μαχών. Έχουμε ανάγκη συνεπώς από υπολοχαγούς και λοχαγούς ή όπως αλλιώς θέλετε να τους ονομάσουμε. Θα μπορούσαμε αν θέλετε να τους αφαιρέσουμε τον στρατιωτικό τίτλο. Τα άτομα, όμως, που θα βρίσκονται στην ηγεσία πρέπει να ηγούνται με τα ο παράδειγμα που δίνουν. Το να ακολουθήσεις κάποιον ή να κάνεις τους άλλους να σε ακολουθήσουν είναι ένα έργο που ορισμένες φορές μπορεί να γίνει δύσκολο. Είναι όμως απείρως πιο εύκολο από το να υποχρεώσεις κάποιους άλλους να βαδίσουν σε ένα μονοπάτι ανεξερεύνητο όπου κανείς δεν έχει ακόμη περπατήσει.
Η νεολαία μένει να αναλάβει τα μεγάλα ζητήματα που έχει προτάξει η κυβέρνηση, ως ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν από τις λαϊκές μάζες, να τα μετατρέψει σε δική της υπόθεση και στον δρόμο αυτό να πορευτεί στην πρωτοπορία. Με την καθοδήγηση και τον προσανατολισμό του κόμματος, η νεολαία θα πρέπει να βαδίζει στην πρωτοπορία.
Με την απόρριψη όλων των λανθασμένων τρόπων λειτουργίας της ηγεσίας και την εκλογή ως μελών του κόμματος των παραδειγματικών εργαζομένων, των πρωτοπόρων εργαζομένων οι οποίοι στον χώρο εργασίας μπορούσαν να μιλήσουν με κύρος, των ίδιων πρωτοπόρων εργαζομένων που πήγαιναν στο μέτωπο, συντελείται η πρώτη ποιοτική αλλαγή στο κόμμα μας. [Σημ: Ως μέρος της αναδιοργάνωσης των Ενοποιημένων Επαναστατικών Οργανώσεων και της συγκρότησης τα ου Ενωμένου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης, το 1962-1963, καθιερώθηκε μια διαδικασία κατά την οποία οι εργαζόμενοι εκλέγονται από τους συναδέλφους τους, σε συνελεύσεις που πραγματοποιούνται στους χώρους εργασίας, για την ομάδα από την οποία το κόμμα εκλέγει τα μέλη του. Αυτή η διαδικασία ισχύει μέχρι σήμερα στο Κομουνιστικό Κόμμα Κούβας].
Η αλλαγή αυτή, χωρίς να είναι η μοναδική, και συνοδευόμενη στην συνέχεια από μια σειρά οργανωτικών μέτρων, αποτελεί την πιο σημαντική πτυχή της μετεξέλιξης μας. Έχει επίσης υπάρξει μια σειρά αλλαγών όσον αφορά τη νεολαία.
Η δική μου τώρα επιμονή σε αυτό το σημείο – κάτι που κατ’ επανάληψη σας έχω εκφράσει – είναι να μην πάψετε να είστε νέοι, να μην μετατραπείται σε γέρους θεωρητικούς ή σε θεωρητικολόγους. Να διατηρήσετε τη φρεσκάδα και τον ενθουσιασμό της νιότης. Να είστε ικανοί να αφουγκράζεστε τα μεγάλα κελεύσματα της κυβέρνησης, να τα αφομοιώνετε και να γίνεστε η κινητήρια δύναμη ολόκληρου του μαζικού κινήματος, βαδίζοντας στην πρωτοπορία. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να μπορείτε να κρίνετε ποιοι είναι οι σημαντικοί τομείς στους οποίους η κυβέρνησης δίνει μεγαλύτερη έμφαση – μια κυβέρνηση που εκπροσωπεί το λαό και είναι την ίδια στιγμή ένα κόμμα.
Ταυτόχρονα, θα πρέπει κανείς να αξιολογεί τα πράγματα και να θέτει προτεραιότητες. Αυτά είναι τα καθήκοντα που πρέπει να εκπληρώσει η οργάνωση νεολαίας. Μιλήσατε για την τεχνολογική επανάσταση. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα, ένας από τους πιο συγκεκριμένους στόχους που προσιδιάζει στην ιδιοσυγκρασία των νέων. Δεν μπορεί όμως κανείς να πραγματοποιήσει την τεχνολογική επανάσταση από μόνος του, μια που είναι κάτι που συντελείται σε όλο τον κόσμο, σε κάθε χώρα, σοσιαλιστική και μη σοσιαλιστική – αναφέρομαι στις ανεπτυγμένες χωρες φυσικά.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες συντελείται μια τεχνολογική επανάσταση. Στη Γαλλία υπάρχει μια ισχυρή τεχνολογική επανάσταση, όπως και στη Βρετανία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Και οι χώρες αυτές σίγουρα δεν είναι σοσιαλιστικές. Η τεχνολογική επανάσταση πρέπει συνεπώς να έχει ένα ταξικό και σοσιαλιστικό περιεχόμενο. Για να υπάρξει αυτό, απαιτείται μια μεταμόρφωση της νεολαίας, ώστε να γίνει μια πραγματική κινητήριος δύναμη. Είναι απαραίτητο να εξαλειφθούν, με άλλα λόγια, όλα τα κατάλοιπα της παλιάς κοινωνίας που έχει πεθάνει. Δεν μπορούμε να δούμε την τεχνολογική επανάσταση ανεξάρτητα από μια κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Αν δεν υπάρχει μια κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μια σοσιαλιστική τεχνολογική επανάσταση.
Πρόκειται απλά για τον αντικατοπτρισμό στο εσωτερικό της Κούβας της τεχνολογοικής επανάστασης που συντελείται με μεγάλα βήματα χάρη στις πρόσφατες επιστημονικές εφευρέσεις και ανακαλύψεις. Αυτά είναι γεγονότα που δεν μπορούν να διαχωριστούν το ένα από το άλλο. Η κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία συνίσταται στις αλλαγές που πραγματοποιούνται στην συνείδηση του κάθε ατόμου, αλλαγές που αναγκαστικά απαιτούν πολύ χρόνο. Δεν μπορεί κανείς να έχει την αξίωση οι αλλαγές αυτές να ολοκληρωθούν σε μια σύντομη χρονική περίοδο, κατά την οποία η εργασία θα εξακολουθεί να έχει τον ίδιο χαρακτήρα που έχει και σήμερα – θα εξακολουθεί να είναι μια καταναγκαστική κοινωνική υποχρέωση – ώσπου να μετατραπεί σε κοινωνική ανάγκη. Αν σε κάθε μας βήμα συνδιάζουμε την ικανότητα να μεταμορφώνουμε τους εαυτούς μας, γενικεύοντας την στάση μας απέναντι στη μελέτη της νέας τεχνολογίας, με την ικανότητα να αποδίδουμε στις θέσεις εργασίας μας ως μέλη της πρωτοπορίας, τότε θα προχωρήσουμε. Και αν σταδιακά συνηθίσετε να μετατρέπετε την παραγωγική σας εργασία σε κάτι που με το πέρασμα του χρόνου γίνεται ανάγκη, τότε αυτόματα θα γίνετε η πρωτοπόρα ηγεσία της νεολαίας και δεν θα προβληματιστείτε ξανά για το τι οφείλετε να κάνετε. Θα κάνετε απλά ότι τη δεδομένη στιγμή σας φαίνεται πιο λογικό. Δεν θα χρειάζεται να ψάχνετε να βρείτε τι είναι αυτό που ικανοποιεί τη νεολαία.
Θα είστε συγχρόνως νέοι αλλά και εκπρόσωποι της πρωτοπορίας της νεολαίας. Όσοι είναι νέοι, προπαντός νέοι στο πνεύμα, δεν χρειάζεται να ανησυχούν για το τι πρέπει να κάνουν για να ευχαριστήσουν τους άλλους. Να κάνετε απλά ότι είναι απαραίτητο, ότι σας φαίνεται λογικό τη δεδομένη στιγμή. Έτσι η νεολαία θα γίνει ηγεσία. Σήμερα έχουμε ξεκινήσει μια διαδικασία πολιτικοποίησης, αν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, του Υπουργείου Βιομηχανίας. Το Υπουργείο είναι ένας πολύ ψυχρός χώρος, ένας πολύ γραφειοκρατικός χώρος, μια φωλιά βαρετών και σχολαστικών γραφειοκρατών, από τον υπουργό και κάτω, που βασανίζονται αδιάκοπα με συγκεκριμένα καθήκοντα προκειμένου να βρουν νέες σχέσεις και νέες συμπεριφορές. Εσείς λοιπόν ως οργάνωση νεολαίας παραπονεθήκατε ότι δεν παρακολούθησαν πολλοί τις εκδηλώσεις που οργανώσατε – ο χώρος ήταν άδειος τις μέρες που δεν ήμουν εγώ – και θα θέλατε να κάνω μια παρατήρηση. Μπορώ να πω κάτι, δεν μπορώ όμως να ζητήσω από κανέναν να έρθει εδώ. Τι ακριβώς συμβαίνει; Το πρόβλημα είναι απλά ότι είτε υπάρχει έλλειψη επικοινωνίας, είτε υπάρχει έλλειψη ενδιαφέροντος, και ότι σε κάθε περίπτωση το θέμα δεν έχει αντιμετωπιστεί από τους ανθρώπους που έχουν επιφορτιστεί να το κάνουν. Και αυτό είναι ένα συγκεκριμένο καθήκον του Υπουργείου. Είναι καθήκον της οργάνωσης νεολαίας, να υπερνικήσει την αδιαφορία που υπάρχει στο Υπουργείο. Αναμφίβολα, πάντα υπάρχει περιθώριο για ανάλυση και αυτοκριτική. Είναι πάντα επίκαιρη η εκτίμηση ότι δεν γίνονται όλα όσα είναι απαραίτητα ώστε να υπάρχει μια διαρκής επικοινωνία με τον κόσμο.
Σωστά. Όταν όμως κάποιος κάνει αυτοκριτική, πρέπει να είναι ολοκληρωμένη. Αυτοκριτική βέβαια δεν σημαίνει αυτομαστίγωση, αλλά έχει να κάνει με την ανάλυση της στάσης του καθενός. Και επιπλέον ο τεράστιος φόρτος εργασίας που κουβαλά ο καθένας στις πλάτες του – όπου στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο τα καθήκοντα – σημαίνει ότι γίνεται πιο δύσκολο να υπάρξει μια άλλου είδους σχέση, να επιδιώξει κανείς μια σχέση πιο ανθρώπινη, θα μπορούσαμε να πούμε, μια σχέση λιγότερο εγκλωβισμένη στα γραφειοκρατικά κανάλια που σκάβουμε μέσα από το ατελείωτο χαρτομάνι.
Αυτό θα έρθει με τον καιρό, όταν η δουλειά δεν θα είναι τόσο πιεστική, όταν θα μπορεί κανείς να βασιστεί σε έναν επαρκή αριθμό στελεχών, όταν θα εκπληρώνονται πάντα όλα τα καθήκοντα, και όταν θα έχει εκλείψει η δυσπιστία απέναντι στην εργασία που είναι ένα από τα επονείδιστα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ολόκληρο αυτό το στάδιο της επανάστασης μας. Σήμερα είναι απαραίτητο να ελέγχει κανείς προσωπικά κάθε έγγραφο, να κάνει ο ίδιος τους υπολογισμούς των στατιστικών στοιχείων, και πάλι ανακύπτουν λάθη. Όταν λοιπόν όλη αυτή η περίοδος παρέλθει – ήδη πλησιάζει προς το τέλος της και σύντομα θα εκλείψει – και όταν όλα τα στελέχη ισχυροποιηθούν, όταν θα έχουμε όλοι μας προοδεύσει λίγο ακόμα, τότε φυσικά θα υπάρχει χρόνος για άλλου είδους σχέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο υπουργός ή ο διευθυντής θα βγαίνει να ρωτάει τον καθένα πως είναι η οικογένεια του. Σημαίνει ότι θα μπορούμε να οργανώσουμε σχέσεις που να μας επιτρέπουν να εργαζόμαστε καλύτερα και μέσα στο υπουργείο αλλά και έξω από αυτό, έτσι ώστε να γνωριστούμε καλύτερα.
Γιατί στόχος του σοσιαλισμού σήμερα, σε αυτήν τη φάση οικοδόμησης του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, δεν είναι απλά η δημιουργία αστραφτερών εργοστασίων. Τα εργοστάσια αυτά φτιάχνονται με στόχο τον ολοκληρωμένο άνθρωπο. Ο άνθρωπος θα πρέπει να μετασχηματίζεται παράλληλα με την ανάπτυξη της παραγωγής. Δεν θα κάναμε τη δουλειά μας αν ήμασταν αποκλειστικά παραγωγοί εμπορευμάτων και πρώτων υλών και δεν ήμασταν ταυτοχρόνως ικανοί να παράγουμε ανθρώπους. Πρόκειται εδώ για μια απο τις αποστολές της νεολαίας: να ωθήσει και να καθοδηγήσει, μέσω του παραδείγματος της, τη δημιουργία του μελλοντικού ανθρώπου. Σε αυτό το έργο δημιουργίας και καθοδήγησης συμπεριλαμβάνεται και η συγκρότηση του εαυτού μας, γιατί απέχουμε όλοι από το να είμαστε τέλειοι. Και όλοι θα πρέπει να βελτιωνόμαστε μέσα από τη δουλειά μας, τις διαπροσωπικές σχέσεις, μέσα από της σοβαρή μελέτη και τις αντιπαραθέσεις με κριτικό πνεύμα. Όλα αυτά συμβάλλουν στον μετασχηματισμό του ανθρώπου. Αυτό το γνωρίζουμε, μια που έχουν περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια από τον θρίαμβο της επανάστασης μας. Επτά χρόνια πέρασαν επίσης από τότε που οι πρώτοι από εμάς αποβιβάστηκαν και ξεκίνησαν τον αγώνα, την τελική φάση του αγώνα. Όποιος κοιτάξει προς τα πίσω και αναλογιστεί πως ήταν ο ίδιος πριν επτά χρόνια θα αντιληφθεί ότι η απόσταση που έχουμε διανύσει είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη, αλλά και ότι απομένει ακόμη αρκετός δρόμος.
Αυτοί είναι οι στόχοι μας. Είναι σημαντικό για τη νεολαία να κατανοήσει ποιός είναι ο ρόλος της και ποια είναι η βασική της αποστολή. Δεν χρειάζεται να παραφουσκώνει την σημασία του ρόλου αυτού, ούτε να θεωρεί τον εαυτό της ως κέντρο του σοσιαλιστικού σύμπαντος. Θα πρέπει όμως να βλέπει τον εαυτό της ως έναν σημαντικό κρίκο, έναν πολύ σημαντικό κρίκο που μας δείχνει το μέλλον.
Εμείς οδεύουμε προς τη δύση, παρόλο που, κατά μία έννοια γεωγραφική, ανήκουμε ακόμη στη νεολαία. Έχουμε φέρει σε πέρας πολλά δύσκολα καθήκοντα. Είχαμε την ευθύνη της καθοδήγησης μιας χώρας σε στιγμές τρομακτικά δύσκολες και αυτό βέβαια γερνά και φθείρει τους ανθρώπους. Σε μερικά χρόνια το καθήκον όσων από εμάς έχουν απομείνει θα είναι να αποσυρθούμε σε χειμερινά καταλύματα αφήνοντας τους νέους να καταλάβουν τις θέσεις μας. Όπως και να έχουν τα πράγματα, πιστεύω οτι εκπληρώσαμε με αρκετή αξιοπρέπεια μια αποστολή πολύ σημαντική. Δεν θα ήταν, όμως, το έργο μας ολοκληρωμένο αν δεν ξέραμε ποια είναι η κατάλληλη στγμή να αποσυρθούμε. Συμπληρωματικά, μια άλλη αποστολή σας είναι να διαμορφώσετε τους ανθρώπους που θα μας αντικαταστήσουν, έτσι ώστε το γεγονός ότι εμείς θα καλυφθούμε από τη λήθη, σαν κάτι που ανήκει στο παρελθόν, να αναδειχθεί σε ένα από τα πιο σημαντικά κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογήσουμε τη δράση ολόκληρης της νεολαίας και ολόκληρου του λαού.
Πηγή: Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους (Che Guevara habla a la juventud / Che Guevara talks to young people), Pathfinder Press, 2000. Ελληνική Έκδοση: Διεθνές Βήμα, 2004.
El Pensamiento Economico de Ernesto Che Guevara / Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα
ΜΕΡΟΣ ‘Α.
Του οικονομολόγου Carlos Tablada Perez, εκδόσεις Casa de las Americas, 1987. Εκδόθηκε επίσης στην αγγλική γλώσσα το 1989 με τον τίτλο «Che Guevara: Economics and Politics in the Transition to Socialism» από τις εκδόσεις Pathfinder.
Του Βαγγέλη Γονατά – ΑΒΑΝΑ, ΚΟΥΒΑ.
Τη χρονιά που εκδόθηκε αυτό το βιβλίο η Κουβανέζικη Επανάσταση περπατά την 3η δεκαετία της ζωής της και απέχει ελάχιστα από την μεγαλύτερη ίσως πρόκληση που θα αντιμετώπιζε, τη διακοπή των σχέσεων με την Σοβιετική Ένωση, που τόσο κόστισε στον έτσι κι αλλιώς, σκληρά δοκιμαζόμενο λαό του ηρωικού νησιού. Τα επόμενα χρόνια, στην «ειδική περίοδο» όπως ονομάστηκε, η Κούβα και η επανάστασή της κέρδισαν την μάχη της επιβίωσης γεμίζοντας χαρά και αισιοδοξία τους επαναστάτες, και γενικότερα τους προοδευτικούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η Κούβα παρέμεινε ο αναμμένος φάρος της επανάστασης, όταν οι πρόσκαιρα νικητές πανηγύριζαν το τέλος της ιστορίας. Σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς, μια επανάσταση σε μια μικρή χώρα, κόντρα σε θεούς και δαίμονες ζει και στοιχειώνει τον ύπνο τους. Το φάντασμα του κομμουνισμού που περιέγραψε αλληγορικά ο Καρλ Μάρξ στην πρώτη αράδα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου είναι ακόμα εδώ, και τόσο κοντά στην… μητρόπολη! Σήμερα η Κούβα προχωρά σε μεταρρυθμίσεις – που δεν είναι θέμα του παρόντος γραπτού – αναζωπυρώνοντας τους πάγιους ευσεβείς πόθους των εχθρών της, αλλά και την καλοπροαίρετη ή όχι συζήτηση στους φίλους της, (ή στους άσπονδους φίλους της).
Τα ζητήματα που καταπιάνεται το βιβλίο βοηθούν να κατανοηθεί – και να κριθεί – τόσο το γερό υπόβαθρο των σημερινών μεταρρυθμίσεων, όσο και η βασική αιτία που η επανάσταση επέζησε και ζει μέχρι σήμερα. Όσοι πίστεψαν ότι η Κούβα στάθηκε απλά τυχερή – και αγνοούν τον νόμο πως η τύχη δεν πάει συνήθως με τους επαναστάτες – θα δουν ότι οι βάσεις που τέθηκαν τότε στην νηπιακή ηλικία της επανάστασης, έφτιαξαν τον γερό σκελετό που την κρατά ζωντανή μέχρι σήμερα, στους δυσμενέστερους συσχετισμούς. Θα δουν ότι οι βάσεις αυτές, δεν τέθηκαν κυρίως στον υλικό παράγοντα, αλλά στον παράγοντα άνθρωπο, το υποκείμενο το οποίο έχει ανάγκη να μετασχηματίσει την κοινωνία, αλλά για να το επιτύχει πρέπει να μετασχηματίσει ταυτόχρονα και τον εαυτό του. Ο Νέος Άνθρωπος λοιπόν, αυτός που θα φτιάξει την νέα κοινωνία πρέπει να κινηθεί – και κινείται – κυρίως με ηθικά κίνητρα, τέτοια που μόνο μια ιδεολογία μπορεί να δώσει. Και μια επανάσταση, δίνει υλική υπόσταση σε μια ιδεολογία, μια επανάσταση δημιουργεί ιδεολογία. Και εκεί επένδυσαν οι Κουβανοί, με πρωταγωνιστική συμμετοχή του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.
Όσοι επίσης επιφανειακά εξηγούσαν το «Κουβανικό φαινόμενο» στη τρέλα, τον ρομαντισμό ή απλά στην «ιδιομορφία» των Κουβανών θα διαπιστώσουν ότι η Επανάσταση και οι ηγέτες της είχαν και έχουν πλήρη συναίσθηση του διεθνιστικού τους καθήκοντος όχι μόνο ως πρακτική και υλική υποστήριξη των επαναστατικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο, αλλά και ως ενεργητική συμμετοχή στην πάλη για την διαμόρφωση της ιδεολογίας και της στρατηγικής του κομμουνιστικού και επαναστατικού κινήματος. Εύκολα θα συμπεράνει κανείς από τα κείμενα και μόνο, ότι το ίδιο πράττουν και στο εσωτερικό της χώρας, δεν κρύβουν τις κοινωνικές αντιθέσεις, οξύνουν τις ιδεολογικές, τις κάνουν πολιτικές. Ο ίδιος ο Φιδέλ, στην ομιλία του για τα 20 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε, μιλάει (αναφερόμενος και για διευθυντές κρατικών επιχειρήσεων) για «καπιταλιστές της δεκάρας, κερδοσκόπους που έχουν τυφλή εμπιστοσύνη σε μηχανισμούς και καπιταλιστικές κατηγορίες», χαρακτηρίζει το Σύστημα Οικονομικής Διαχείρισης και Σχεδιασμού «Κουτσό, ψωριάρικο άλογο, με πολλές πληγές τις οποίες θεραπεύαμε με ιώδιο και γράφαμε φάρμακα…. ένα δεξιό άλογο (που πρέπει) να του τραβάμε δυνατά τα γκέμια». Είναι σαφής η αντίληψη που εκφράζεται με τον πιο επίσημο τρόπο, 30 σχεδόν χρόνια μετά το θρίαμβο της επανάστασης, για τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της κουβανικής κοινωνίας, τελικά για τη ταξική πάλη σε συνθήκες προσπάθειας οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Χωρίς καμιά θεωρία συνωμοσίας, σαν κάτι απόλυτα φυσιολογικό όπως η ζωή, περιγράφεται μια οικονομία, μια κοινωνία με τις αντιθέσεις της, σε διαρκή κίνηση και πάλη.
Δυστυχώς το βιβλίο «Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα» δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Πολλά στοιχεία τόσο για το βιβλίο (που το βρήκαμε στην Αβάνα) όσο και για πολλά και ενδιαφέροντα σχετικά με το θέμα κείμενα, αντλήσαμε από το βιβλίο «ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΒΑ: O ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΥΒΑ» (ISBN 978-960-98194-7-3) των εκδόσεων «Διεθνές Βήμα».
Το 1959 με την είσοδο των ανταρτών του Φιδέλ Κάστρο στην Αβάνα η επανάσταση έχει θριαμβεύσει. Ο ίδιος ο Φιδέλ αναλαμβάνει (15/2/1959) καθήκοντα πρωθυπουργού αντικαθιστώντας τον Χοσέ Μιρό Καδρόνα καθώς και την ανώτατη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων. Μετά την αποχώρηση του Μπατίστα Πρόεδρος αναλαμβάνει ο φιλελεύθερος αστός δικαστικός Μανουέλ Ουρούτια που είχε δικάσει τους συλληφθέντες μαχητές της Γκράνμα, και είχε κάνει δημόσια κριτική στο καθεστώς Μπατίστα στη διάρκεια της δίκης. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου παραιτείται λόγω λαϊκής κατακραυγής και ακολουθεί το γνωστό δρομολόγιο για τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου και παρέμεινε μέχρι το θάνατό του (1981). Η επανάσταση προχωρά και στα τέλη του 1960 θέτει τις βάσεις για να οικοδομήσει μια κοινωνία βασισμένη στην αλληλεγγύη και τον διεθνισμό.
Σε πολιτικό επίπεδο υπάρχει το ΟRI – «Organizaciones Revolucionarias Intergradas» (Eνοποιημένες Επαναστατικές Οργανώσεις) -ναι, υπήρχαν πολλές- με συντονιστή σε εθνικό επίπεδο τον Ανίμπαλ Εσκαλάντε, ηγέτη του Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος Κούβας (Κομμουνιστικού) και εκδότη του περιοδικού του κόμματος ΗΟΥ (Σήμερα) από τον οποίο αφαιρέθηκαν οι ηγετικές αρμοδιότητες στις αρχές του 1962 λόγω σεχταρισμού. Το ΟRI αποτέλεσε το εμβρυακό σχήμα από το οποίο ιδρύθηκε αργότερα (1965) το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας. Δεν είναι του παρόντος η παράθεση των Επαναστατικών Οργανώσεων που δρούσαν στην Κούβα, οι ομοιότητες και οι διαφορές τους. Μπορεί όμως κανείς και μόνο από αυτά, να συμπεράνει την διαλεκτική σχέση που έχει η ύπαρξη επαναστατικού προγράμματος – οργάνωσης – στρατού στην αντίληψη των ηγετών της επανάστασης. Μπορεί επίσης να συμπεράνει ότι η πολιτική πρωτοπορία (αναγκαία προϋπόθεση κάθε επανάστασης) δεν είναι υπόθεση κληρονομικού ή πολιτικού-ιδεολογικού «χρίσματος» αλλά κάτι που πρέπει να υλοποιηθεί και τελικά αποδειχθεί, βασικά εκ του αποτελέσματος.
Αυτά τα χρόνια της φωτιάς ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα πέρασε από πολλές και καίριες ηγετικές θέσεις της Επανάστασης. Εκτός από στρατιωτικός ηγέτης στην αποφασιστική μάχη στη Σάντα Κλάρα που σήμανε και την στρατιωτική νίκη της επανάστασης, υπήρξε ένας από τους βασικούς εκπροσώπους της Κούβας στο εξωτερικό καθώς ηγήθηκε πολλών αντιπροσωπειών. Διατέλεσε Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας, επικεφαλής του INRA (Iινστιτούτο Αγροτικής Μεταρρύθμισης) και διεύθυνε την Βιομηχανία της χώρας από την εποχή που τα βασικά εργοστάσια δεν είχαν ακόμα εθνικοποιηθεί αλλά μερικά μόνο τελούσαν απλά υπό κατάληψη και ανέλαβε το Υπουργείο Βιομηχανίας όταν αργότερα ιδρύθηκε.
Παρ ότι η περιρρέουσα εντύπωση είναι ότι η «κυβερνητική» ή η «πολιτική-ιδεολογική» περίοδος του CΗΕ ήταν η αναγκαστική του αγρανάπαυση ή κάτι που τελικά δεν του πήγαινε και πολύ ή το έκανε αγγαρεία, τα κείμενά του αυτής της περιόδου δείχνουν το αντίθετο. Δείχνουν ότι ο ηρωικός αντάρτης μπόρεσε να είναι τέτοιος γιατί είχε βαθιά πεποίθηση και άποψη διαμορφώνοντας την ιδεολογία του με τα μεθοδολογικά εργαλεία του μαρξισμού. Ο ιδεολόγος, στοχαστής, πολιτικός μπόρεσε να είναι τέτοιος, γιατί διαμόρφωσε και τεκμηρίωσε τα πιστεύω του μέσα από την φωτιά της ένοπλης πάλης και βίωσε πρωταγωνιστικά την ανώτατη μορφή της που είναι μια επανάσταση. Η ηρωική πλευρά του CHE δεν μπορεί να αγνοηθεί από κανέναν, όμως επιλεκτικά προβάλλεται η ρομαντική εκδοχή της θυσίας του. Όμως ο CHE δεν πήγε στην Βολιβία να αυτοκτονήσει, πήγε για να νικήσει. Έπεσε στη μάχη όπως θα μπορούσε να πέσει και στην Κούβα και στις άλλες χώρες που κράτησε το ντουφέκι.
Τέλος, υπήρξαν και γκρίζες δεκαετίες που κάποια φίλια (πόσο άραγε;) επίσημα χείλη στην Ελλάδα και αλλού, ψιθύριζαν την ανεπίσημη προς τον Che κριτική του «αριβίστα», του «τυχοδιώκτη» κ.α, κατά τα άλλα όμως ρομαντικού και τίμιου αγνού επαναστάτη. Όμως τελικά ο CHE παρέμεινε – και προφανώς όχι τυχαία – αναμφισβήτητα το πιο αναγνωρίσιμο επαναστατικό σύμβολο του αιώνα που πέρασε, και εξακολουθεί να εμπνέει και σήμερα τις νέες γενιές επαναστατών. Το καθήκον λοιπόν όσων φιλοδοξούν να βρίσκονται σήμερα στην πλευρά της προόδου και της επανάστασης είναι η αποκάλυψη και προβολή αυτής της σχετικά αγνοημένης πλευράς του CHE. Σε αυτήν την κατεύθυνση φιλοδοξούμε να εντάξουμε την ενασχόληση μας με το συγκεκριμένο βιβλίο του Carlos Tablada που συμπυκνώνει την πολύχρονη μελέτη του πάνω στη σκέψη του αθέατου και όχι ιδιαίτερα γνωστού (όσο αφορά αυτήν του την πλευρά) CHE. Θα δούμε τελικά αν και πόσο θα μπορέσουμε να υλοποιήσουμε αυτό το φιλόδοξο σχέδιο, εδώ στην μακρινή Αβάνα. Από την άλλη, αν όχι εδώ, που;
Συνεχίζεται…
Πηγή: Sierra Maestra, 21.5.2012.

