Συντάκτης: Guevaristas
El Pensamiento Economico de Ernesto Che Guevara / Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα
ΜΕΡΟΣ ‘Α.
Του οικονομολόγου Carlos Tablada Perez, εκδόσεις Casa de las Americas, 1987. Εκδόθηκε επίσης στην αγγλική γλώσσα το 1989 με τον τίτλο «Che Guevara: Economics and Politics in the Transition to Socialism» από τις εκδόσεις Pathfinder.
Του Βαγγέλη Γονατά – ΑΒΑΝΑ, ΚΟΥΒΑ.
Τη χρονιά που εκδόθηκε αυτό το βιβλίο η Κουβανέζικη Επανάσταση περπατά την 3η δεκαετία της ζωής της και απέχει ελάχιστα από την μεγαλύτερη ίσως πρόκληση που θα αντιμετώπιζε, τη διακοπή των σχέσεων με την Σοβιετική Ένωση, που τόσο κόστισε στον έτσι κι αλλιώς, σκληρά δοκιμαζόμενο λαό του ηρωικού νησιού. Τα επόμενα χρόνια, στην «ειδική περίοδο» όπως ονομάστηκε, η Κούβα και η επανάστασή της κέρδισαν την μάχη της επιβίωσης γεμίζοντας χαρά και αισιοδοξία τους επαναστάτες, και γενικότερα τους προοδευτικούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η Κούβα παρέμεινε ο αναμμένος φάρος της επανάστασης, όταν οι πρόσκαιρα νικητές πανηγύριζαν το τέλος της ιστορίας. Σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς, μια επανάσταση σε μια μικρή χώρα, κόντρα σε θεούς και δαίμονες ζει και στοιχειώνει τον ύπνο τους. Το φάντασμα του κομμουνισμού που περιέγραψε αλληγορικά ο Καρλ Μάρξ στην πρώτη αράδα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου είναι ακόμα εδώ, και τόσο κοντά στην… μητρόπολη! Σήμερα η Κούβα προχωρά σε μεταρρυθμίσεις – που δεν είναι θέμα του παρόντος γραπτού – αναζωπυρώνοντας τους πάγιους ευσεβείς πόθους των εχθρών της, αλλά και την καλοπροαίρετη ή όχι συζήτηση στους φίλους της, (ή στους άσπονδους φίλους της).
Τα ζητήματα που καταπιάνεται το βιβλίο βοηθούν να κατανοηθεί – και να κριθεί – τόσο το γερό υπόβαθρο των σημερινών μεταρρυθμίσεων, όσο και η βασική αιτία που η επανάσταση επέζησε και ζει μέχρι σήμερα. Όσοι πίστεψαν ότι η Κούβα στάθηκε απλά τυχερή – και αγνοούν τον νόμο πως η τύχη δεν πάει συνήθως με τους επαναστάτες – θα δουν ότι οι βάσεις που τέθηκαν τότε στην νηπιακή ηλικία της επανάστασης, έφτιαξαν τον γερό σκελετό που την κρατά ζωντανή μέχρι σήμερα, στους δυσμενέστερους συσχετισμούς. Θα δουν ότι οι βάσεις αυτές, δεν τέθηκαν κυρίως στον υλικό παράγοντα, αλλά στον παράγοντα άνθρωπο, το υποκείμενο το οποίο έχει ανάγκη να μετασχηματίσει την κοινωνία, αλλά για να το επιτύχει πρέπει να μετασχηματίσει ταυτόχρονα και τον εαυτό του. Ο Νέος Άνθρωπος λοιπόν, αυτός που θα φτιάξει την νέα κοινωνία πρέπει να κινηθεί – και κινείται – κυρίως με ηθικά κίνητρα, τέτοια που μόνο μια ιδεολογία μπορεί να δώσει. Και μια επανάσταση, δίνει υλική υπόσταση σε μια ιδεολογία, μια επανάσταση δημιουργεί ιδεολογία. Και εκεί επένδυσαν οι Κουβανοί, με πρωταγωνιστική συμμετοχή του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.
Όσοι επίσης επιφανειακά εξηγούσαν το «Κουβανικό φαινόμενο» στη τρέλα, τον ρομαντισμό ή απλά στην «ιδιομορφία» των Κουβανών θα διαπιστώσουν ότι η Επανάσταση και οι ηγέτες της είχαν και έχουν πλήρη συναίσθηση του διεθνιστικού τους καθήκοντος όχι μόνο ως πρακτική και υλική υποστήριξη των επαναστατικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο, αλλά και ως ενεργητική συμμετοχή στην πάλη για την διαμόρφωση της ιδεολογίας και της στρατηγικής του κομμουνιστικού και επαναστατικού κινήματος. Εύκολα θα συμπεράνει κανείς από τα κείμενα και μόνο, ότι το ίδιο πράττουν και στο εσωτερικό της χώρας, δεν κρύβουν τις κοινωνικές αντιθέσεις, οξύνουν τις ιδεολογικές, τις κάνουν πολιτικές. Ο ίδιος ο Φιδέλ, στην ομιλία του για τα 20 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε, μιλάει (αναφερόμενος και για διευθυντές κρατικών επιχειρήσεων) για «καπιταλιστές της δεκάρας, κερδοσκόπους που έχουν τυφλή εμπιστοσύνη σε μηχανισμούς και καπιταλιστικές κατηγορίες», χαρακτηρίζει το Σύστημα Οικονομικής Διαχείρισης και Σχεδιασμού «Κουτσό, ψωριάρικο άλογο, με πολλές πληγές τις οποίες θεραπεύαμε με ιώδιο και γράφαμε φάρμακα…. ένα δεξιό άλογο (που πρέπει) να του τραβάμε δυνατά τα γκέμια». Είναι σαφής η αντίληψη που εκφράζεται με τον πιο επίσημο τρόπο, 30 σχεδόν χρόνια μετά το θρίαμβο της επανάστασης, για τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της κουβανικής κοινωνίας, τελικά για τη ταξική πάλη σε συνθήκες προσπάθειας οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Χωρίς καμιά θεωρία συνωμοσίας, σαν κάτι απόλυτα φυσιολογικό όπως η ζωή, περιγράφεται μια οικονομία, μια κοινωνία με τις αντιθέσεις της, σε διαρκή κίνηση και πάλη.
Δυστυχώς το βιβλίο «Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα» δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Πολλά στοιχεία τόσο για το βιβλίο (που το βρήκαμε στην Αβάνα) όσο και για πολλά και ενδιαφέροντα σχετικά με το θέμα κείμενα, αντλήσαμε από το βιβλίο «ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΒΑ: O ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΥΒΑ» (ISBN 978-960-98194-7-3) των εκδόσεων «Διεθνές Βήμα».
Το 1959 με την είσοδο των ανταρτών του Φιδέλ Κάστρο στην Αβάνα η επανάσταση έχει θριαμβεύσει. Ο ίδιος ο Φιδέλ αναλαμβάνει (15/2/1959) καθήκοντα πρωθυπουργού αντικαθιστώντας τον Χοσέ Μιρό Καδρόνα καθώς και την ανώτατη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων. Μετά την αποχώρηση του Μπατίστα Πρόεδρος αναλαμβάνει ο φιλελεύθερος αστός δικαστικός Μανουέλ Ουρούτια που είχε δικάσει τους συλληφθέντες μαχητές της Γκράνμα, και είχε κάνει δημόσια κριτική στο καθεστώς Μπατίστα στη διάρκεια της δίκης. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου παραιτείται λόγω λαϊκής κατακραυγής και ακολουθεί το γνωστό δρομολόγιο για τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου και παρέμεινε μέχρι το θάνατό του (1981). Η επανάσταση προχωρά και στα τέλη του 1960 θέτει τις βάσεις για να οικοδομήσει μια κοινωνία βασισμένη στην αλληλεγγύη και τον διεθνισμό.
Σε πολιτικό επίπεδο υπάρχει το ΟRI – «Organizaciones Revolucionarias Intergradas» (Eνοποιημένες Επαναστατικές Οργανώσεις) -ναι, υπήρχαν πολλές- με συντονιστή σε εθνικό επίπεδο τον Ανίμπαλ Εσκαλάντε, ηγέτη του Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος Κούβας (Κομμουνιστικού) και εκδότη του περιοδικού του κόμματος ΗΟΥ (Σήμερα) από τον οποίο αφαιρέθηκαν οι ηγετικές αρμοδιότητες στις αρχές του 1962 λόγω σεχταρισμού. Το ΟRI αποτέλεσε το εμβρυακό σχήμα από το οποίο ιδρύθηκε αργότερα (1965) το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας. Δεν είναι του παρόντος η παράθεση των Επαναστατικών Οργανώσεων που δρούσαν στην Κούβα, οι ομοιότητες και οι διαφορές τους. Μπορεί όμως κανείς και μόνο από αυτά, να συμπεράνει την διαλεκτική σχέση που έχει η ύπαρξη επαναστατικού προγράμματος – οργάνωσης – στρατού στην αντίληψη των ηγετών της επανάστασης. Μπορεί επίσης να συμπεράνει ότι η πολιτική πρωτοπορία (αναγκαία προϋπόθεση κάθε επανάστασης) δεν είναι υπόθεση κληρονομικού ή πολιτικού-ιδεολογικού «χρίσματος» αλλά κάτι που πρέπει να υλοποιηθεί και τελικά αποδειχθεί, βασικά εκ του αποτελέσματος.
Αυτά τα χρόνια της φωτιάς ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα πέρασε από πολλές και καίριες ηγετικές θέσεις της Επανάστασης. Εκτός από στρατιωτικός ηγέτης στην αποφασιστική μάχη στη Σάντα Κλάρα που σήμανε και την στρατιωτική νίκη της επανάστασης, υπήρξε ένας από τους βασικούς εκπροσώπους της Κούβας στο εξωτερικό καθώς ηγήθηκε πολλών αντιπροσωπειών. Διατέλεσε Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας, επικεφαλής του INRA (Iινστιτούτο Αγροτικής Μεταρρύθμισης) και διεύθυνε την Βιομηχανία της χώρας από την εποχή που τα βασικά εργοστάσια δεν είχαν ακόμα εθνικοποιηθεί αλλά μερικά μόνο τελούσαν απλά υπό κατάληψη και ανέλαβε το Υπουργείο Βιομηχανίας όταν αργότερα ιδρύθηκε.
Παρ ότι η περιρρέουσα εντύπωση είναι ότι η «κυβερνητική» ή η «πολιτική-ιδεολογική» περίοδος του CΗΕ ήταν η αναγκαστική του αγρανάπαυση ή κάτι που τελικά δεν του πήγαινε και πολύ ή το έκανε αγγαρεία, τα κείμενά του αυτής της περιόδου δείχνουν το αντίθετο. Δείχνουν ότι ο ηρωικός αντάρτης μπόρεσε να είναι τέτοιος γιατί είχε βαθιά πεποίθηση και άποψη διαμορφώνοντας την ιδεολογία του με τα μεθοδολογικά εργαλεία του μαρξισμού. Ο ιδεολόγος, στοχαστής, πολιτικός μπόρεσε να είναι τέτοιος, γιατί διαμόρφωσε και τεκμηρίωσε τα πιστεύω του μέσα από την φωτιά της ένοπλης πάλης και βίωσε πρωταγωνιστικά την ανώτατη μορφή της που είναι μια επανάσταση. Η ηρωική πλευρά του CHE δεν μπορεί να αγνοηθεί από κανέναν, όμως επιλεκτικά προβάλλεται η ρομαντική εκδοχή της θυσίας του. Όμως ο CHE δεν πήγε στην Βολιβία να αυτοκτονήσει, πήγε για να νικήσει. Έπεσε στη μάχη όπως θα μπορούσε να πέσει και στην Κούβα και στις άλλες χώρες που κράτησε το ντουφέκι.
Τέλος, υπήρξαν και γκρίζες δεκαετίες που κάποια φίλια (πόσο άραγε;) επίσημα χείλη στην Ελλάδα και αλλού, ψιθύριζαν την ανεπίσημη προς τον Che κριτική του «αριβίστα», του «τυχοδιώκτη» κ.α, κατά τα άλλα όμως ρομαντικού και τίμιου αγνού επαναστάτη. Όμως τελικά ο CHE παρέμεινε – και προφανώς όχι τυχαία – αναμφισβήτητα το πιο αναγνωρίσιμο επαναστατικό σύμβολο του αιώνα που πέρασε, και εξακολουθεί να εμπνέει και σήμερα τις νέες γενιές επαναστατών. Το καθήκον λοιπόν όσων φιλοδοξούν να βρίσκονται σήμερα στην πλευρά της προόδου και της επανάστασης είναι η αποκάλυψη και προβολή αυτής της σχετικά αγνοημένης πλευράς του CHE. Σε αυτήν την κατεύθυνση φιλοδοξούμε να εντάξουμε την ενασχόληση μας με το συγκεκριμένο βιβλίο του Carlos Tablada που συμπυκνώνει την πολύχρονη μελέτη του πάνω στη σκέψη του αθέατου και όχι ιδιαίτερα γνωστού (όσο αφορά αυτήν του την πλευρά) CHE. Θα δούμε τελικά αν και πόσο θα μπορέσουμε να υλοποιήσουμε αυτό το φιλόδοξο σχέδιο, εδώ στην μακρινή Αβάνα. Από την άλλη, αν όχι εδώ, που;
Συνεχίζεται…
Πηγή: Sierra Maestra, 21.5.2012.
Ένας χρόνος μάχης – El Cubano Libre 1958
Άρθρο του Τσε Γκεβάρα που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «El Cubano Libre» (Ο Ελεύθερος Κουβανός), τεύχος 3, Ιανουάριος 1958.
Ο πρώτος χρόνος του αγώνα μας στην Σιέρα Μαέστρα έχει πλέον ολοκληρωθεί. Ο δρόμος ήταν μακρύς και δύσκολος. Την τρίτη ημέρα μετά την άφιξη μας στην Κούβα στις 2 Δεκεμβρίου 1956, το στράτευμα μας των 82 ανταρτών ήταν διάσπαρτο και σχεδόν εξαφανισμένο σε ένα μέρος που είναι γνωστό ως «Alegria» (χαρά). [1]
Πικρές ημέρες διασκορπισμού (των αντάρτικων δυνάμεων) ακολούθησαν. Οι ηττημένοι αντάρτες – πεινασμένοι, διψασμένοι, αποθαρρυμένοι, σε μικρές ομάδες – περιπλανιόταν άσκοπα στο δάσος. Κάποιοι έχασαν την πίστη τους και παράτησαν τα όπλα τους. Στη συνέχεια ήρθε ο θάνατος στα χέρια των δολοφόνων του στρατού, όσο ο Λορέν και άλλα τσακάλια ικανοποιούσαν τη δίψα τους για αίμα, και σπουδαίοι σύντροφοι έπεσαν θύματα. Οι Αντόνιο Λόπες, Χουάν Μιγκέλ Μάρκες, Χοσέ Σμιθ και Κανδίδο Γκονζάλες ήταν μεταξύ των δολοφονηθέντων.
Οι μέρες πέρασαν και τελικά οι διάσπαρτοι μαχητές ξανάσμιξαν: δεκαπέντε καλά οπλισμένοι άνδρες με ακόμη λιγότερα πυρομαχικά. Αυτό που τους κράταγε όρθιους ήταν ένα κοινό ιδεώδες: η Κούβα. Και κινητήριος δύναμη τους η πίστη που μπορούσε να κινήσει βουνά: αυτή του Φιντέλ. Λίγες φορές μπορεί να ειπωθεί με ειλικρίνεια ότι ένας άνθρωπος ήταν ο δημιουργός μιας επανάστασης. Ο Μαρτί [2] διακήρυξε ότι όσοι προπορεύονται στην ηγεσία έχουν την υποχρέωση να βλέπουν μακρύτερα. Ο Φιντέλ ηγήθηκε στην κεφαλή μιας μικρής μονάδας ανταρτών, και είδε αυτό που κανείς δεν τόλμησε να δει – κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών από την ήττα είδε τη νίκη, και υπέροχη πίστη του στη δύναμη των ανθρώπων που ένωσε και ενέπνευσε όλους.
Αργότερα ήρθαν οι νίκες στο La Plata και Πάλμα Μόκα. Στη συνέχεια ένας προδότης που μας σύστησε ο Κασίγιας μας έφερε στα σαγόνια του τσακαλιού τρεις φορές. Η χειρότερη περίοδος τελικά πέρασε, και εξαλείψαμε τον εσωτερικό μας εχθρό. Αργότερα, όταν ο κόσμος μας είχε για νεκρούς, η συνέντευξη με τονΜάθιους έθεσε τέλος στο ερώτημα της εξαφάνισης μας [3]. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι η συνεσταλμένη φάση της επανάστασης έφτασε εις πέρας.
Μέχρι τότε βλέπαμε σε κάθε αγρότη έναν πιθανό πληροφοριοδότη. Βλέπαμε σε κάθε αγροτική καλύβα μια πιθανή απειλή για την ασφάλειά μας. Φάγαμε βραστά ή Malanga Yucca, συχνά χωρίς αλάτι ή λαρδί. Δεν είχαμε καταλάβει ακόμη την τεράστια δυνατότητα του αγώνα της κουβανικής αγροτιάς. Σε απάντηση στις απειλές, την κακομεταχείριση, στο κάψιμο των σπιτιών τους, και τις δολοφονίες, απάντησαν με την υποστήριξη του σε μας, με μεγαλύτερο ενθουσιασμό, δίνοντας μας τα παιδιά τους ως πολεμιστές και οδηγούς, και μας επέτρεψαν να χρησιμοποιήσουμε τα σπίτια τους, όλα ως συμβολή στον σκοπό (της επανάστασης).
Κατόπιν ήρθε η μάχη της Uvero, όπου πετύχαμε μια μεγάλη, αν και επώδυνη, νίκη που μας κόστισε επτά ζωές συντρόφων μας. Η επακόλουθη αναγκαστική εκκένωση των αγροτικών περιοχών από την κυβέρνηση ήταν η αφορμή για χιλιάδες εγκλήματα, ληστείες, και καταχρήσεις εναντίον τους. Και πάλι οι αγρότες ανταποκρίθηκαν με ανανεωμένη στήριξη προς το Κίνημα της 26ης Ιουλίου και τους στόχους του.
Η δίκαιη συμπεριφορά μας απέναντι στην αγροτιά – σεβόμενοι την περιουσία τους, πληρώνοντας για ό,τι καταναλώναμε, φροντίζοντας τους αρρώστους, βοηθώντας εκείνους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη – ήταν στο αντίθετο άκρο της κτηνώδους πολιτικής της κυβέρνησης. Σε αυτό το σημείο ο συσχετισμός δυνάμεων στη Σιέρα Μαέστρα άρχισε να μετατοπίζεται σε μεγάλο βαθμό υπέρ μας. Διαμορφώθηκαν τέσσερις πολύ καλές ταξιαρχίες, οι Εστράδα Πάλμα και Bueycito δέχτηκαν επίθεση και ο εχθρός αναγκάστηκε να παραμείνει σε αμυντική στάση και ο στρατός τους αποδεκατίστηκε όταν προσπάθησε να διασχίσει τα βουνά.
Τώρα το Κίνημα πρότεινε να εμποδιστεί η συγκομιδή ζάχαρης όσο ο Μπατίστα είναι στην εξουσία. Σκοπεύουμε να τον ανατρέψουμε: μέσω της οικονομικής πίεσης που προκαλείται από την απώλεια της συγκομιδής ζάχαρης, κύρια πηγή του εισοδήματος της κυβέρνησης του. Με την επαναστατική γενική απεργία η οποία θα γίνει την κατάλληλη στιγμή και μέσω της πίεσης των ταξιαρχιών μας, που θα αποκρούσουν κάθε προσπάθεια του εχθρού να εισέλθει στα βουνά, ενώ ετοιμαζόμαστε να μεταφέρουμε το κέντρο της μάχης κάτω στον κάμπο, μια για πάντα. Τώρα που ο θρίαμβος μας είναι ξεκάθαρος, οι παλαιοί πολιτικοί, ζώντας άνετα στην εξορία, προσπάθησαν να κάνει μια συμφωνία στην οποία περιελάμβαναν το όνομά μας. [4] Όχι μόνο δεν μας συμβουλεύτηκαν, αλλά μας μποϊκοτάρησαν σε μια σαφή προσπάθεια να επιστρέψουν στον (πολιτικό) βάλτο που υπήρχε πριν από το Μάρτιο του 1952.
Αλλά το αίμα των ανθρώπων δεν έχει χυθεί μάταια. Κάθε ένας και κάθε μία των νεκρών μας, σε αυτά τα πέντε χρόνια της δικτατορίας αποτελεί επίσημη δέσμευση μας να προωιήσουμε την επανάσταση μαςαπό την απλή αποπομπή του Μπατίστα – όσο είναι αναγκαίο ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει πισωγύρισμα στο παλιό status quo. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αγωνιζόμαστε. Και τα τελευταία εγκλήματα που σύρουν τον στρατό στο χαμηλότερο σκαλί της βαρβαρότητας, ούτε η προδοσία των ψευδοαντιπολιτευτευόμενων πολιτικών ομάδων, θα μας κάνει να αλλάξουμε τη στάση μας.
Σημειώσεις:
[1] Στις 2 Δεκεμβρίου 1956, 82 αντάρτες έφτασαν στην ακτή Λας Κολοράδας στην επαρχία Οριέντε, αποβιβαζόμενοι απ’ το «Γκράνμα». Τρείς ημέρες αργότερα οι αντάρτες μαχητές του Φιντέλ δέχθηκαν αιφνιδιαστική επίθεση απ’ το στρατό του Μπατίστα στο Αλέγκρια δελ Πίο και διασκορπίστηκαν. Οι μισοί εξ αυτών δολοφονήθηκαν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι.
[2] Ο εθνικός ήρωας της Κούβας, ο Χοσέ Μαρτί (1853-1895) ήταν αξιοσημείωτος ποιητής, συγγραφέας και δημοσιογράφος. Ίδρυσε το 1892 το Κουβανικό Επαναστατικό Κόμμα (Cuban Revolutionary Party) προκειμένου να πολεμήσει την ισπανική αποικιοκρατία και να αντιπαλέψει τα αμερικανικά σχέδια στην Κούβα.
[3] Ο δημοσιογράφος-ανταποκριτής των New York Times, Χέρμπερτ Μάθιους (1900-1977) ήταν ο πρώτος δημοσιογράφος που πήρε συνέντευξη και φωτογραφήθηκε με τον Φιντέλ Κάστρο στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα, στις 17 Φεβρουαρίου 1957.
[4] Ο Τσε αναφέρεται στη λεγόμενη «Συμφωνία του Μαϊάμι». Ανακοινώθηκε την 1 Νοεμβρίου 1957, από πολιτικές δυνάμεις μεταξύ των οποίων οι ηγέτες του «Αυθεντικού κόμματος», του «Ορθόδοξου Κόμματος», του «Επαναστατικού Διευθυντηρίου» και άλλων που λανθασμένα ισχυρίστηκαν ότι το έγγραφο είχε υπογραφεί από απεσταλμένους του Κινήματος της 26ης Ιουλίου. Ο ίδιος ο Φιντέλ με γράμμα του αποκύρηξε την συγκεκριμένη πλαστογραφία και συνωμοσία.
Πηγή: The Militant, Ιανουάριος 1996 & Pathfinder Press. Μετάφραση: Ν. Μόττας.
Τσε Γκεβάρα: Ο Στοχαστής των Πράξεων
Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα παρέμβαση του γάλλου τροτσκιστή φιλοσόφου Daniel Bensaïd (1946-2010) για τον Τσε. Η παρέμβαση αυτή έγινε τον Ιούλιο του 1997 σε μια διεθνή κατασκήνωση νέων.
Του Ντανιέλ Μπενσαϊντ.
Θελήσατε να αφιερώσετε αυτήν την βραδιά στην απότιση φόρου τιμής προς τον επαναστάτη αγωνιστή που υπήρξε ο Τσε Γκεβάρα, λίγο πριν από την τριακοστή επέτειο του θανάτου του, κι ενώ εμφανίζεται μια σειρά βιβλίων και ταινιών που ξαναπιάνουν την συζήτηση για την προσωπικότητα του και ρόλο του στην ιστορία των καταπιεσμένων.
Για κάποιους αποτελεί την τέλεια περίπτωση φανατικού σπρωγμένου από την απελπισία, ριγμένου σε μια φυγή εξ’ αρχής καταδικασμένη, στην αναζήτηση του ίδιου του θανάτου του, ο οποίος δυστυχώς έμελλε να τραβήξει στην προσωπική του περιπέτεια άνδρες και γυναίκες που ήσαν αφελείς η είχαν τυφλωθεί. Για άλλους, είναι μια άμωμη θρησκευτική εικόνα, η ενσάρκωση μιας τελειότητας σαν του Χριστού, σε βαθμό που αύριο ίσως ανεγερθεί κανένα μαυσωλείο για την περισυλλογή του επανευρεθέντος λειψάνου του και τον εορτασμό μιας λατρείας τόσο αντίθετης στο δικό του όραμα για τον κόσμο και τους ανθρώπους.
Εμάς, που δεν έχουμε ούτε Θεό, ούτε αφέντη, ούτε είδωλα, εκείνο που μας ενδιαφέρει στη μορφή του Τσε, στο μετεωρικό του πέρασμα από την σύγχρονη ιστορία, είναι αντίθετα ο τόσο απλά ανθρώπινος χαρακτήρας του αγωνιστή, με τις αρετές και τις αδυναμίες του, που η ζωή και οι πράξεις του συνοψίζουν τις μεγάλες ελπίδες και τις μεγάλες απογοητεύσεις αυτού του αιώνα που φτάνει στο τέλος του.
Θα εκκινήσω από το ενδιαφέρον που εμπνέει πάντα αυτό το πρόσωπο, αντίθετα με τόσα άλλα που υπήρξαν διάσημα, σε γενιές οι οποίες δεν γνώρισαν άμεσα τον αγώνα του. Η ζωή του Τσε είναι ένα είδος συμπύκνωσης, επιταχυνθείσας περίληψης, της επαναστατικής εμπειρίας του αιώνα. Μαζί του, γύρω του, όλα πηγαίνουν πολύ γρήγορα. Γεννημένος το 1928, πεθαίνει το 1967, στα 39 του. Ο εν ενεργεία πολιτικός βίος του διαρκεί άρα λιγότερο από μια δεκαπενταετία. Είναι γεμάτος με το παραπάνω: το 1954, συμμετοχή στην αντίσταση κατά της ιμπεριαλιστικής παρέμβασης στη Γουατεμάλα, από το 1956 μέχρι το 1959 το αντάρτικο στην Κούβα, που αρχίζει με την αποβίβαση από το Granma και καταλήγει με την θριαμβευτική είσοδο στην Αβάνα. Από το 1959 μέχρι το 1965 άσκηση κυβερνητικών καθηκόντων και διπλωματικές αποστολές. Το 1966 συμμετοχή στον αγώνα στο Κονγκό,το 1967 αποστολές και θάνατος στη Βολιβία… 15 χρόνια εξαιρετικά δραστήρια: σύμφωνα με το παράδειγμα του Σεν Ζυστ [1], ο Τσε έζησε σαν άνθρωπος που επειγόταν, πιο έντονα από άλλους που ωστόσο έζησαν μακρύτερες ζωές.
Δεν είναι μόνο αυτή η βραχύτητα που εντυπωσιάζει, αλλά η επιταχυνθείσα διαδρομή της εμπειρίας του μέσα στον αιώνα. Κατ’ αρχάς, στο μυητικό του ταξίδι με μοτοσυκλέτα στη Λατινική Αμερική, είναι η μαθητεία στην πραγματικότητα, στην ιμπεριαλιστική κυριαρχία πάνω στην ήπειρο, και στη μιζέρια, τη φτώχεια, την πολιτισμική εξάρτηση που απορρέουν από αυτήν. Σφυρηλατεί εκεί μια βαθύτατη επαναστατική και αντιιμπεριαλιστική πίστη, που αποτελεί το πρώτο ελατήριο της στράτευσής του. Κατόπιν, με την εμπειρία της κουβανικής επανάστασης, διαπιστώνει ότι ένας αντιδικτατορικός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, δύο βήματα από την ιμπεριαλιστική δύναμη, δεν μπορεί να επιτύχει πλήρως τους στόχους του αν περεμποδίζεται από συμφωνίες με τις διεφθαρμένες, εξαρτημένες, εύθραστες εθνικές αστικές τάξεις. Συμπεραίνει ότι η μόνη λύση για πραγματική ανεξαρτησία βρίσκεται στον αγώνα για τον σοσιαλισμό. Εξ’ ου και η περίφημη διατύπωση του: «Η σοσιαλιστική επανάσταση, ή καρικατούρα επανάστασης», που συναντά φυσιολογικά στην πορεία τους όρους και το περιεχόμενο της αντίθεσης μεταξύ «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα» και διαρκούς επενάστασης. Αν κάποιοι της γενιάς μας, που τη γνώριζαν ήδη προ πολλού, αναγνώρισαν στον Τσε έναν όμοιο και έναν αδελφό εν όπλοις, πολλοί επίσης επανακάλυψαν τον τροτσκισμό εκκινώντας από τον γκεβαρισμό.
Τέλος, η τρίτη μεγάλη του εμπειρία, ως υπουργού Βιομηχανίας της επαναστατικής κυβέρνησης, εμπεριείχε διενεκτικές σχέσεις με τις «αδελφές χώρες» του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου». Διαπραγματευόμενος την στήριξη, την οικονομική και στρατιωτική συνεργασία, συζητώντας τη διεθνή πολιτική με τους Κινέζους και Σοβιετικούς ηγέτες, ο Τσε κατέληξε σε ένα τρομερό συμπέρασμα που είχε το θάρρος – πρέπει να φανταστούμε την εποχή και το πλαίσιο για να μετρήσουμε την τόλμη του – να εκφράσει δημόσια σε μιαν ομιλία που έχει μείνει διάσημη, και η οποία εκφωνήθηκε στο Αλγέρι στα 1965, μετά από ένα ταξίδι στην Σοβιετική Ένωση και την Κίνα. Πρόκειται για πρόκληση και για αληθινό κατηγορητήριο κατά της απουσίας διεθνισμού στην πολιτική των λεγομένων σοσιαλιστικών κρατών. Τους προσάπτει κατ’ αρχάς το ότι επιβάλλουν στις φτωχότερες χώρες συνθήκες εμπορικής συναλλαγής που είναι οι ίδιες με εκείνες του παγκόσμιου εμπορίου όπου κυριαρχεί ο Ιμπεριαλισμός. Επίσης τους προσάπτει ευθέως το ότι δεν προσφέρουν άνευ όρων βοήθεια, στρατιωτική και άλλη, στους απελευθερωτικούς αγώνες, ιδιαίτερα στο Κονγκό και το Βιετνάμ.
Η ομιλία στο Αλγέρι αποτελεί πραγματική πράξη κατηγορίας κατά των παραβιάσεων στη διεθνή αλληλεγγύη εκ μέρους των λεγομένων σοσιαλιστικών χωρών. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το ότι, μετά την επιστροφή του από το Αλγέρι, ο Τσε δεν έκανε άλλη δημόσια εμφάνιση στην Κούβα. Φαίνεται πλέον – σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα ντοκουμέντα και τις μαρτυρίες – πως οι Σοβιετικοί ηγέτες είχαν καταστήσει σαφές στους Κουβανούς ηγέτες ότι είχε εφ’ εξής καταστεί ανεπιθύμητος, ότι δεν μπορούσε πια να εκπροσωπεί την Κουβανική Επανάσταση από οποιαδήποτε θέση, και ότι άρα έπρεπε να εξουδετερωθεί ή να βρεθεί γι’ αυτόν κάποια άλλη δουλειά. Είναι ο ένας από τους λόγους – όχι ο μόνος, αναμφίβολα – που επιτρέπουν να αντιληφθούμε όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια της ζωής του Τσε, την παρουσία του στο Κονγκό το 1966 και την αποστολή του στη Βολιβία το επόμενο έτος.
Η επείγουσα αυτή πορεία μες στην τραγωδία του αιώνα μας οδηγεί σε ένα ερώτημα που συζητείται σήμερα ευρέως, και μέσα στην επαναστατική αριστερά, όπου η δράση του Τσε παρουσιάζεται ενίοτε ως μια ρομαντική και αυτοκτονική τρέλα, ίσως συμπαθητική, αλλά ξένη προς την πραγματικότητα. Πέρα από τα προσωπικά του ψυχολογικά χαρακτηριστικά (όλοι έχουμε ένα σκιώδες τμήμα, παιδικά τραύματα και παράξενες παρωθήσεις), οι επιλογές και η συμπεριφορά του Τσε δείχνουν μιαν εξαιρετικά οξεία πολιτική συνείδηση ως προς τα τότε διακυβεύματα, μιαν ιδιαίτερα διαυγή κατανόηση της πραγματικότητας στη διεθνή κατάσταση, σημαδεμένη από τη διενεκτική συναλλαγή των μεγάλων δυνάμεων και την ιστορική δοκιμασία της ιμπεριαλιστικής προέλασης στο Βιετνάμ. Οι αποφάσεις του είναι πολιτικές. Εκφράζουν μια συμφωνία τέλεια και σπάνια – ακόμη και στους κόλπους των επαναστατών – μεταξύ σκέψης και πράξεων. Μπορούμε να πούμε γι’ αυτόν εκείνο που έγραψε ο Dionys Mascolo για τον Σεν Ζυστ: ότι υπήρξε «ένας στοχαστής πράξεων».
Όσα έγραψε στα τελευταία του κείμενα, ιδίως στο περίφημο μήνυμα του το 1967 προς την Τριηπειρωτική (Τρικοντινεντάλ), από τα οποία πολλοί από εμάς έχουν διαβάσει τουλάχιστον αποσπάσματα, είναι πράγματα απλά, σχεδόν κοινότυπα. Όμως για πολλούς ανθρώπους που αυτοχαρακτηρίζονταν επαναστάτες, που θεωρούσαν εαυτούς θεματοφύλακες της επαναστατικής κληρονομιάς χωρίς επακόλουθη δράση, τα λόγια αυτά ηχούσαν σαν ανελέητη πρόκληση. Γνωρίζετε αυτές τις μικρές φράσεις.
«Το καθήκον κάθε επαναστάτη είναι να κάνει την επανάσταση». Προφανώς. Ασφαλώς. Όμως είναι ένας τρόπος να καταγγείλει, μες σε αυτό το πλαίσιο, όλους τουτς υποτιθέμενους επαναστάτες που όχι μόνο δεν προσπαθούν να κάμουν την επανάσταση, ενώ διαχειρίζονται περιστασιακά οφέλη, αλλά να τορπιλίζουν τις προσπάθειες των λαών για την ελευθερία τους. «Σοσιαλιστική Επενάσταση, ή καρικατούρα επανάστασης»: δεν κατασκευάζουμε μια νέα κοινωνία και ανθρωπότητα με τα ίδια ήθη, τις ίδιες μεθόδους, τις ίδιες σχέσεις εξουσίας, την ίδια αντίληψη περί εργασίας, την ίδια αντίληψη περί εργασίας που υπάρχουν στον παλιό κόσμο. Θα πρέπει να ανατρέψουμε βαθύτατα τις κοινωνικές σχέσεις σε όλες τους τις πτυχές, περιλαμβανομένων και εκείνων της καθημερινής ζωής, των προσωπικών σχέσεων, των σχέσεων των φύλων. Σε ένα κείμενο που υπήρξε πολύ σημαντικό για εμάς, το «Ο Σοσιαλισμός και ο Άνθρωπος στην Κούβα», ο Τσε επικρίνει την επίσημη λογοτεχνία και φιλοσοφία των λεγομένων σοσιαλιστικών χωρών, ζητώντας την ανανέωση της σκέψης, την έξοδο από τα δόγματα, τη ρήξη με την καταπιεστική κουλτούρα των ορθοδοξιών του Κράτους και του κόμματος.
Το βάρος του γραφειοκρατικού οικοδομήματος ήταν τόσο μεγάλο και δύσκολο να μετακινηθεί, χρειαζόταν τέτοια ενέργεια και προσπάθεια, που η ρήξη βέβαια δεν ήταν ακίνδυνη. Κάποιοι κατηγόρησαν τον Τσε για βολονταρισμό – δηλαδή μιαν υπερβάλλουσα βούληση που ξεφεύγει από την πραγματικότητα – ή για αριστερισμό. Δυστυχώς, ο ίδιος είχε συνειδητοποιήσει πλήρως, στις τελευταίες του μάχες, τις αντιφάσεις της κατάστασης, ενός σχεδόν απελπισμένου αγώνα δρόμου κατά της βαρβαρότητας, με αντίπαλο το χρονόμετρο. Στο μήνυμα του προς την Τρικοντινεντάλ, μιά γτια την «τραγική μοναξιά του λαού του Βιετνάμ» απέναντι στην αμερικανική παρέμβαση. Η τραγική αυτή μοναξιά είναι και η δική του μοναξιά στη Βολιβία. Του ανήκει. Είναι, καθώς λέει ο ίδιος, το αποτέλεσμα «μιας παράλογης στιγμής στην ιστορία της ανθρωπότητας». Παράλογης, γιατί ενώ κάποιοι λαοί εξεγείρονται και αποτινάσσουν το ζυγό της καταπίεσης, εκείνοι που θα έπρεπε να στέκουν στο πλευρό τους χωρίς να παζαρεύουν την υποστήριξη τους δείχνονται ανεπαρκείς και μάλιστα προβάλλουν εμπόδια.
Τέλος, η συγκλονιστική πορεία του Τσε στη Βολιβία, που περιγράφεται στην ταινία του Dindo με τρόπο σπαρακτικό, και που μπορεί να μοιάσει με απερίσκεπτη απόπειρα σε μια περιοχή απομονωμένη και σχεδόν έρημη, δείχνει μιαν αμείλικτη λογική σ’ έναν παράλογο κόσμο. Ο Τσε: ένας επαναστάτης χάρη στη λογική! Αφού του είχε απαγορευτεί να επιστρέψει στην Κούβα μετά την ομιλία του στο Αλγέρι, είχε προσπαθήσει να ανοίξει στο Κονγκό ένα νέο στάδιο της αφρικανικής επανάστασης μετά την ανεξαρτησία και τη δολοφονία του Πατρίς Λουμούμπα το 1961. Η ήττα υπήρξε οδυνηρή. Παρέμενε ωστόσο πεπεισμένος ότι, αν παρέμενε απομονωμένη στον κόσμο, σε μικρή απόσταση από τις αμερικανικές ακτές, η Κουβανική Επανάσταση δε μπορούσε παρά να υποστεί σιγά-σιγά τις συνθήκες και τη βούληση των αδελφών χωρών να βρεθεί κάτω από τη γραφειοκρατική τους εξουσία. Η επιταγή, το επαναστατικό καθήκον – είτε επετύγχανε είτε όχι – ήταν εφ’ εξής να γίνει το παν για να κοπεί ο κύκλος, να σπάσει η πολιορκία, άρα να επεκταθεί η Επανάσταση εκκινώντας από το εγγύτερο, δηλαδή από την αμερικανική ήπειρο, που εκείνος γνώριζε καλά αφού την είχε διατρέξει. Το σχέδιο ήταν αναμφίβολα πολύ φιλόδοξο, υπερβολικό, όμως δεν του έλειπε η πολιτική έννοια. Το θέμα δεν ήταν η κατάληψη της εξουσίας στη Βολιβία, αλλά η συγκέντρωση και προετοιμασία μερικών εκατοντάδων αγωνιστών από τουλάχιστον πέντε χώρες προκειμένου να γίνει η Βολιβία μια αφετηρία, η ηπειρωτική εστία για μιαν ηπειρωτική ανατροπή.
Εξαπολύοντας το σύνθημα «Να δημιουργήσουμε δύο, τρία , πολλά Βιετνάμ», ο Τσε πρόσθετε ότι πολλοί θα πέθαιναν «θύματα των λαθών τους». Τέτοια λάθη έκανε και ο ίδιος, και μάλιστα όχι μικρά. Κατ’ αρχάς υποτίμησε το σαμποτάζ με θύμα τον ίδιο, εκ μέρους των Σοβιετικών ηγετών και των επίσημων κομμουνιστών ηγετών της Βολιβίας. Σύμφωνα με τον σύντροφο του εν όπλοις στη Βολιβία, τον συνταγματάρχη Dariel Alarcon («Benigno») μετά από τη συνάντηση του με τον Γ.Γ. του Κόμματος, Μάριο Μόνχε, συγκεντρώνει την 1η Ιανουαρίου 1967 τη χούφτα Κουβανών που ήσαν στρατευμένοι στο πλευρό του για να τους εξηγήσει ότι οι συνθήκες δεν ήσαν οι ίδιες που είχαν προβλεφθεί αρχικά, ότι ήταν πολύ δύσκολο, ίσως απελπισμένο, ότι άρα μπορούσαν να αισθάνονται ελεύθεροι να αποσυρθούν χωρίς ντροπή, κάτι που κανείς τους δεν έκανε. Στριμωγμένος σε πολιτικό και ιστορικό αδιέξοδο, ο αγώνας του μπορούσε ακόμη να έχει έννοια, ως μήνυμα, ως κληρονομιά προς μετάδοση, που εμείς έχουμε την ευθύνη να συλλέξουμε και να μεταδώσουμε με τη σιερά μας.
Όπως όλες οι ανθρώπινες μορφές, εκείνη του Τσε έχει τις αντιθέσεις της, τα όρια της, τις ελλείψεις της. Κανείς, ή σχεδόν κανείς, δεν αμφισβητεί κάποια χαρακτηριστικά στοιχεία της προσωπικότητας του: μιάν αδιάλλακτη δικαιοσύνη, ένα μίσος των προνομίων χάριν της ισότητας, ένα επίμονο θάρρος. Από τις ιδιότητες αυτές δεν λείπει η σκληρότητα. Γιατί ο αγώνας μέχρι θανάτου ενάντια σε έναν εχθρό ισχυρό και χωρίς ενδοιασμούς δεν είναι κοσμικό γκαλά. Κι επίσης γιατί, αν και άρρωστος, επέβαλλε στους άλλους την ίδια σκληρότητα που επέβαλλε και στον εαυτό του. Μπορούμε πάντα να συζητούμε για περιστάσεις και συμπεριφορές.
Σε ό,τι μας αφορά, έχει σημασία προπάντων να σημειώσουμε τα πολιτικά όρια της εμπειρίας του, χωρίς να μειώσουμε την σημασία της. Διαμορφώθηκε μέσα στις πολύ ιδιάζουσες συνθήκες της Κουβανικής Επανάστασης, η οποία υπήρξε σύντομη: λιγότερο από τρία χρόνια χωρίζουν την αποβίβαση από το Granma και τη θριαμβευτική είσοδο στην Αβάνα, τις πρώτες αψιμαχίες μιας χούφτας φυγάδων ναυαγών και τη νίκη του επαναστατικού στρατού. Συχνά, ο θρύλος της Κουβανικής Επανάστασης, που συντηρείται από τους ίδιους εκείνους οι οποίοι συμμετείχαν σε αυτήν, πάει να γίνει μυθική αφήγηση και απλουστευτική εποποιία, αφήνοντας στο σκοτάδι τα όσα προηγήθηκαν, την ύπαρξη ενός κοινωνικού κινήματος, αγροτικού και αστικού, το ρόλο των δικτύων, την πολλαπλότητα των πρωταγωνιστών, ωσάν η Κουβανική Επανάσταση να αναγόταν στη θριαμβευτική πορεία του Φιντέλ και αποστόλων του. Δεν έχει σημασία το ότι οι ίδιοι αυτοί που συμμετείχαν πείστηκαν για την αλήθεια του θρύλου τους σε σημείο που να αποδίδουν, υπό την πίεση της ανάγκης, μιαν υπέρμετρη αξία στην παραδειγματική δράση, στην τόλμη της εμπροσθοφυλακής. Το να προχωρείς μπροστά, να δείχνεις το δρόμο, να τα δίνεις όλα, επιτρέπει να ριχτείς στη μάχη, να καταλάβεις θέσεις που μοιάζουν απίστευτες, να ηλεκτρίσεις τις ενέργειες όσο διαρκεί μια εκστρατεία. Η μέθοδος αυτήυ όμως έχει τα όρια της όταν ζητείται να κατασκευάσεις κάτι που θα διαρκέσει, να μετασχηματίσεις την οικονομία, να επαναστατικοποιήσεις την κουλτούρα. Χρειάζεται εδώ η συλλογική διάνοια και ενέργεια του οργανωμένου πλήθους, η αφομοίωση μιας πλουραλιστικής και δημοκρατικής κουλτούρας, αναγκαία για την επίλυση των αντιθέσεων. Χρειάζεται υπομονή και επιμονή.
Ο Τσε ήταν χαρακτηριστικός τύπος του ανθρώπου που επείγεται. Διέτρεξε τον κόσμο με το συναίσθημα, αρκετά ακριβές εξ άλλου, ότι οι μεγάλες καταστροφές του αιώνα τον ακολουθούσαν πάντα κατά πόδας. Κι ωστόσο η ατομική αφοσίωση, στην εργασία όπως και στον αγώνα, η προσωπική του ολιγάρκεια και ο ασκητισμός του απέναντι στα προνόμια, δε μπορούσαν να αντικαταστήσουν τους θεσμούς, τους κανόνες, τις συλλογικές εμπειρίες, αυτά για τα οποία το στρατιωτικό στυλ του αντάρτικου δεν επαρκεί πλέον. Αυτήν τη διαίσθηση την είχα ο Σεν Ζυστ, ο οποίος, δηλώνοντας ότι η επανάσταση είχε παγώσει, οραματίστηκε λίγο πριν ανέβει στο ικρίωμα την αναγκαιότητα δημοκρατικών θεσμών.
Η αδυναμία αυτή είναι κατανοητή. Κατά τη δεκαετία του 1960, στο λατινοαμερικανικό επαναστατικό κίνημα είχε επικρατήσει ο ορίζοντας του πολέμου. Του πολέμου στο Βιετνάμ, βέβαια, εντοιχισμένου στην ασταθή ισορροπία του Ψυχρού Πολέμου (με απτό παράδειγμα την Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα). Και επίσης, του εντελώς πρόσφατου πολέμου για την ανεξαρτησία στην Αλγερία. Στον πόλεμο, ο διαχωρισμός σε συμμάχους και εχθυρούς δεν σηκώνει αποχρώσεις. Οι σχέσεις εξουσίας και διοίκησης είναι αναπόφευκτες, και δίνουν απλές και γοργές απαντήσεις σε περίπλοκα ερωτήματα. Τούτη η περιστασιακή αποτελεσματικότητα έχει τα όρια της. Στα όρια αυτά θα εστιαζόταν σήμερα η κριτική μας σχέση με τον Τσε, χωρίς να μειώσει κατ’ ελάχιστο αυτό που του χρωστάμε.
Επέμεινα επί μακρόν στην σημασία ενός τέτοιου προσώπου για μια γενιά – τη δική μου – που ήδη μετρά, φευ, κάποιες δεκαετίες δραστηριότητας πίσω της. Σήμερα έχει σημασία να επανέλθουμε στην επικαιρότητα της κληρονομιάς, αν θέλουμε να εξαγάγουμε από αυτήν κάτι το χρήσιμο και ζωντανό, αντί για ένα θλιβερό αντικείμενο λατρείας και αναμνηστικών τελετών. Θα πρέπει να κατανοήσουμε το γιατί η παρουσία του παραμένει τόσο ζωντανή, στη Λατινική Αμερική και τον κόσμο ολόκληρο.
Αφ’ ενός επειδή, μετά από τόσες μεγάλες επαναστατικές μορφές λατινοαμερικανών, όπως ο κουβανός Χούλιο Αντόνιο Μέλλα ή ο περουβιανός Κάρλος Μαριάτεγκι, ο Τσε αποτέλεσε παράδειγμα ενός μη σταλινικού επαναστάτη, αποφασιστικά διεθνιστή και αντιγραφειοκράτη. Από αυτήν την άποψη, το κίνημα των Ζαπατίστας στο Μεξικό συνεχίζει τρόπον τινά αυτήν την παράδοση. Υπάρχει κάτι από το πνεύμα του Τσε στην απίστευτη τόλμη της εξέγερσης της 1ης Ιανουαρίου 1994, στο Σαν Κριστομπάλ δε λας Κάζας, λίγο μετά από τη διάλυση της ΕΣΣΔ και τον πόλεμο στον Κόλπο, εν μέσω παγκόσμιας φιλελεύθερης επέλασης, τη στιγμή που υπογραφόταν από το Μεξικό Συνθήκη Ελεύθερης Συναλλαγής με τις ΗΠΑ (Alena). Το να υψωθεί κάτω από τέτοιες συνθήκες το λάβαρο της εξέγερσης μοιάζει να πηγαίνει κόντρα στα ρεύματα της εποχής, να αντιτίθεται στις διακυρήξεις περί ιστορικού πεπρωμένου. Είναι ωστόσο μια πράξη αντίστασης και πρόκλησης σύμφωνα με το πνεύμα του καιρού, κατά τον τρόπο του Τσε.
Αν αυτή η συνέχεια είναι σημαντική, πολλές άλλες εμπειρίες έχουν συσσωρευθεί εδώ και τριάντα χρόνια στη Λατινική Αμερική. Η μεταστροφή που επέφερε η ειρωνία των Ζαπατίστας, η απολογία του Μάρκος όταν μιλά για έναν «ηρωϊσμό της ζωής», αποτελούν με τον τρόπο τους τεκμήρια αυτών των εξελίξεων: «Δεν θέλουμε», γράφει ο υποδιοικητής Μαρκος, «να κληρονομήσουν απο μας τη λατρεία του θανάτου. Θέλουμε ν’ αφήσουμε κληρονομιά τη λατρεία του αγώνα. Και όπως λένε εδώ, για ν’αγωνίζεσαι πρέπει να ‘σαι ζωντανός – νεκροί δε μπορούμε να αγωνιστούμε. Πραγματικά, ένα μεγάλο μέρος της στρατιωτικής μας εκπαίδευσης είχε για σκοπό να μην πεθαίνουμε: «το πρώτο καθήκον ενός αγωνιστή είναι να μην πεθάνει», τους λέγαμε». Και που δεν τους εμπόδισε να διακινδυνεύσουν τις ζωές τους και εξακολουθεί να μην τους εμποδίζει.
Η εικόνα του Τσε στιν κόσμο παραμένει προπάντων εκείνη ενός έμπρακτα διεθνιστή, ακατάβλητου πολέμιου ενός κόσμου παραδομένου στις λεηλασίες και τις μιζέριες της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης. Εξ’ ου και η επικαιρότητα και ακτινοβολία του. Σε αυτόν τον κυνικό και κυριολεκτικά αποκαρδιωμένο κόσμο, αποδεικνύει ότι η συμφωνία ήθους και πολιτικής είναι δυνατή, ότι η πολιτική δεν είναι κατ’ ανάγκην ανήθικη, ούτε το ήθος κατ’ ανάγκην απολίτικο, ότι μπορούμε να συνδιάζουμε τα δύο. Το γόητρο που διατηρεί απέναντι στους νέους προέρχεται επίσης από το ότι αποτελεί μιαν ίσως μοναδική περίπτωση επαναστάτη που, μολονότι άγγιξε την εξουσία, ήταν σε θέση να την εγκαταλείψει για να θέσει και πάλι τις δυνάμεις του στην υπηρεσία ενός αγώνα που δε μπορεί να ολοκληρωθεί σε μια μόνη χώρα. Αν εξακολουθεί και σήμερα να σας ενδιαφέρει και να σας έλκει, είναι για όλους αυτούς τους λόγους, κι ακόμη επειδή, έχοντας πεθάνει στα 39 του, νέος ακόμη, η εικόνα του συνδέει αξεδιάλυτα τη νιότη με την επανάσταση.
[1] Σεν Ζυστ (Louis Antoine de Saint-Just), σημαντική πολιτική προσωπικότητα της Γαλλικής Επανάστασης, στενός συνεργάτης του Ροβεσπιέρου.
Από το βιβλίο των Μισέλ Λεβί και Ολιβιέ Μπεσανσενό “Che Guevara: His Revolutionary Legacy” (2009). Ελληνική Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης (εκδ.Φαρφουλάς).
Ο Τσε όπως τον γνώρισα
Στις 9 Οκτωβρίου 1967, σε μια μικρή σχολική αίθουσα στο Λα Ιγκέρα της Βολιβίaς, ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα δολοφονήθηκε. Την προηγούμενη μέρα είχε κρατηθεί ως αιχμάλωτος. Έτσι έληξε η ζωή ενός επαναστάτη τον οποίο ο Ζαν Πωλ Σαρτρ είχε αποκαλέσει «τον πιο ολοκληρωμένο άνθρωπο της εποχής μας». Μια ζωή που τον είχε οδηγήσει απ’ την Αργεντινή στη Γουατεμάλα, από την Κούβα στο Κονγκό και, τελικώς, στη Βολιβία, πάντα εμπνεόμενος από μια ακούραστη διάθεση ανακούφισης του πόνου των φτωχών. Ο Πρόεδρος Αχμέντ Μπεν Μπελά (1918-2012) συνάντησε τον Τσε αρκετές φορές στο Αλγέρι, από το 1962 έως το 1965, την περίοδο που η πόλη αποτελούσε σημείο συνάντησης αντι-ιμπεριαλιστών απ’ όλο τον κόσμο.
Του Ahmed Ben Bella.
Για 30 χρόνια το «κάλεσμα» του Τσε Γκεβάρα ηχεί στα αυτιά μας, προσκαλώντας τις συνειδήσεις μας να είναι παρών. Το νεκρικό βλέμμα του έχει αποτυπωθεί στις μνήμες μας από εκείνη τη μέρα που φωτογραφίες στις εφημερίδες όλου του κόσμου μας έδειχναν το γυμνό του σώμα να κείτεται σε κάποιο εγκαταλελειμένο πλυσταριό στο Νανκαουάζου, λαμποκοπώντας από φως.
Το αντικείμενο της αναζήτησης του Τσε ήταν η ίδια η ανθρωπότητα. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ελευθερία. Μίλησε και έγραψε για τον ανταρτοπόλεμο, αλλά δε μας άφησε (απλά και μόνο) ένα εγχειρίδιο οδηγιών αλλά έναν κώδικα ζωής με σκοπό, όπως είχε πει ο ίδιος, «να μεταμορφώσει την αγάπη της ανθρωπότητας σε πράξεις που θα λειτουργήσουν ως παράδειγμα και κινητήριος μοχλός για δράση». Ο Φιντέλ Κάστρο είχε πει για τον ίδιο ότι η πλήρης απαξίωση του κινδύνου ήταν η Αχίλλειος πτέρνα του. Ήταν επίσης η δύναμη και το μεγαλείο του.
Ο Τσε ήταν ένας θαραλλέος μαχητής ο οποίος έπρεπε να παλεύει επίμονα με έναν οργανισμό ταλαιπωρημένο από το άσθμα. Κάποιες φορές, όταν σκαρφαλώναμε μαζί στα υψήπεδα της Χρέα, πάνω απ΄την πόλη της Μπλίντα, τον είδα να υποφέρει μια επίθεση άσθματος που πρασίνησε το πρόσωπο του. Οποιοσδήποτε που έχει διαβάσει το ημερολόγιο της Βολιβίας γνωρίζει σε τι κακή κατάσταση υγείας αντιμετώπισε φοβερά σωματικά και ψυχικά μαρτύρια τα οποία διαμόρφωσαν τη ζωή του.
Είναι αδύνατο να μιλήσω για τον Τσε χωρίς να αναφερθώ στην Κούβα και στις ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ μας. Η ζωή του ήταν τόσο στενά συνδεδεμένη με τη χώρα που έγινε το δεύτερο σπίτι του, πρωτού αναχωρήσει για τα μέρη που τον καλούσε η Επανάσταση.
Πρωτοσυνάντησα τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα το Φθινόπωρο του 1962, παραμονές της κρίσης των πυραύλων και της επιβολής του εμπάργκο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Αλγερία είχε μόλις επιτύχει την ανεξαρτησία της και είχε δημιουργήσει την πρώτη της κυβέρνηση. Ως επικεφαλής αυτής της κυβέρνησης, επρόκειτο να συμμετάσχω στην Σύνοδο του Σεπτεμβρίου στα Ηνωμένα Έθνη στη Νέα Υόρκη, κατά την οποία η αλγερινή σημαία θα υψώνονταν για πρώτη φορά στο κτίριο του ΟΗΕ. Μια τελετή που θα σηματοδοτούσε τη νίκη του εθνικού αγώνα της ανεξαρτησίας και την είσοδο της Αλγερίας στο στρατόπεδο των ελεύθερων εθνών.
Το πολιτικό γραφείο του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου είχε αποφασίσε ότι το ταξίδι στα Ηνωμένα Έθνη θα έπρεπε να ακολουθήσει επίσκεψη στην Κούβα. Δεν ήταν μια απλή επίσκεψη αλλά μια πράξη πίστης και επίδειξη πολιτικής αποφασιστικότητας. Η Αλγερία ήθελε να δηλώσει δημόσια την πλήρη αλληλεγγύη της με την Κουβανική Επανάσταση, ιδιαίτερα κατά τη δύσκολη αυτή ιστορική στιγμή.
Ήμουν καλεσμένος στον Λευκό Οίκο το πρωί της 15ης Οκτωβρίο 1962 και είχα μια ειλικρινή και έντονη συζήτηση για την Κούβα με τον πρόεδρο Τζον Φιτζέραλντ Κέννεντι. Τον ρώτησα ευθέως εάν σκόπευε να φτάσει σε σύγκρουση με την Κούβα. Η απάντηση του δε μου άφησε αμφιβολίες για τις πραγματικές του διαθέσεις. «Όχι», είπε, «εάν δεν υπάρχουν σοβιετικοί πύραυλοι. Ναι, εάν υπάρχουν». Ο Κέννεντι προσπάθησε σκληρά να με αποθαρρύνει να ταξιδέψω απ’ τη Νέα Υόρκη στην Κούβα. Μου είπε μέχρι ότι το κουβανικό πολεμικό αεροσκάφος που θα με μετέφερε θα μπορούσε να δεχθεί επίθεση από αντιπολιτευόμενες (αντεπαναστατικές) κουβανικές δυνάμεις που είχαν βάση το Μαϊάμι. Σε αυτές τις κεκαλυμμένες απειλές ανταπάντησα πως ήμουν ένας «fellagha» (αντάρτης) που δεν θα μπορούσε να εκφοβιστεί από συνωμότες, είτε αλγερινούς είτε κουβανούς.
Φτάσαμε στην Κούβα στις 16 Οκτωβρίου εν μέσω απερίγραπτων σκηνών λαϊκού ενθουσιασμού. Το πρόγραμμα περιείχε πολιτικές συνομιλίες στα κεντρικά γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Αβάνα αμέσως μετά την άφιξη της αντιπροσωπείας μας. Με το που αφήσαμε τις αποσκευές μας, παρατήσαμε το πρωτόκολλο και ξεκινήσαμε εγκάρδια συνομιλία με τον Φιντέλ, τον Τσε Γκεβάρα, το Ραούλ Κάστρο και τους άλλους ηγέτες που μας συνόδευαν.
Μιλήσαμε για ώρες. Μετέφερα αυτούσια στους κουβανούς ηγέτες την εντύπωση που είχα αποκομίσει απ’ την συνομιλία μου με τον πρόεδρο Κέννεντι. Στο τέλος μιας συζήτησης γεμάτης πάθος αντιληφθήκαμε ότι πρακτικά είχαμε εξαντλήσει όλα τα ζητήματα της ατζέντας. Δεν υπήρχε λόγος νέας συνάντησης στα κομματικά γραφεία και έτσι, με κοινή απόφαση, ξεκινήσαμε το πρόγραμμα των επισκέψεων μας στη χώρα. Αυτό ήταν ενδεικτικό της παντελούς έλλειψης επισημοτήτων η οποία, από την αρχή, υπήρξε χαρακτηριστικό γνώρισμα των σχέσεων της Κουβανικής και Αλγερινής Επανάστασης και των προσωπικών μου σχέσεων με τον Φιντέλ Κάστρο και τον Τσε Γκεβάρα.
Η αλληλεγγύη μεταξύ μας επιβεβαιώθηκε θεαματικά τον Οκτώβριο του 1963, όταν η εκστρατεία Τιντούφ παρουσίασε την πρώτη σοβαρή απειλή για την αλγερινή επανάσταση. Ο νέος στρατός μας, φρέσκος από τον απελευθερωτικό πόλεμο, δεν είχε κάλυψη από αέρος (δεν είχαμε ούτε ένα αεροσκάφος) ή θωρακισμένα μεταφορικά. Δέχθηκε επίθεση από τις μαροκινές ένοπλες δυνάμεις στο έδαφος που ήταν πιο δυσμενές για αυτόν, όπου δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει τις μοναδικές τακτικές που γνώριζε και είχαν δοκιμαστεί στον απελευθερωτικό αγώνα, δηλαδή τον ανταρτοπόλεμο.
Οι αχανείς εκτάσεις της ερήμου ήταν μακριά από τα βουνά της Aurès, Djurdjura, τη χερσόνησο Κολό ή Tlemcen, που ήταν το φυσικό περιβάλλον του (αλγερινού στρατού) και των οποίων κάθε πηγή και μυστικό ήταν οικείο με αυτόν. Οι εχθροί μας είχαν αποφασίσει ότι η αλγερινή επανάσταση έπρεπε να αναιρεθεί πριν γίνει πολύ ισχυρή και σαρώσει τα πάντα στο πέρασμα της. Ο Αιγύπτιος πρόεδρος, Αμπντέλ Νάσερ, μας έδωσε γρήγορα την αεροπορική κάλυψη που μας έλειπε, και ο Φιντέλ Κάστρο, ο Τσε Γκεβάρα, ο Ραούλ Κάστρο και οι άλλοι ηγέτες της Κούβας μας έστειλαν ένα τάγμα από 22 άρματα μάχης και αρκετούς, εκατοντάδες, στρατιώτες. Είχαν αναπτυχθεί στο Μπεντέ, νότια του Sidi Bel Abbes, όπου τους επιθεώρησα, και ήταν έτοιμοι να εισέλθουν στον αγώνα, αν συνεχίζονταν η μάχη στην έρημο.
Τα τανκς ήταν εφοδιασμένα με υπέρυθρες ακτίνες που τους επέτρεπαν να χρησιμοποιούνται το βράδυ. Είχαν δωθεί στην Κούβα από τη Σοβιετική Ένωση με τη ρητή προϋπόθεση ότι δεν επρόκειτο να διατεθούν σε τρίτες χώρες, ακόμα και κομμουνιστικές χώρες όπως η Βουλγαρία, σε καμία περίπτωση. Παρά τους περιορισμούς αυτούς από τη Μόσχα, οι Κουβανοί αψήφησαν όλα τα ταμπού και έστειλαν τα άρματα μάχης ως βοήθεια στην απειλούμενη αλγερινή επανάσταση χωρίς κανένα δισταγμό.
Πίσω από την εκστρατεία Τιντούφ ήταν σαφώς οι ΗΠΑ. Γνωρίζαμε ότι τα ελικόπτερα που μετέφεραν τα μαροκινά στρατεύματα είχαν δοκιμαστεί από τους Αμερικανούς. Οι ίδιες εκτιμήσεις διεθνούς αλληλεγγύης στη συνέχεια οδήγησαν τους Κουβανούς να παρέμβουν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην Ανγκόλα και αλλού. Οι συνθήκες αναφορικά με την άφιξη του (κουβανικού) στρατιωτικού τάγματος είναι άξια να αναφερθούν ξανά, δεδομένου ότι απεικονίζουν με σαφήνεια την ειδική φύση των σχέσεών μας με την Κούβα.
Όταν επισκέφτηκα την Κούβα το 1962, ο Φιντέλ Κάστρο αναφέρθηκε στη δέσμευση της χώρας του να μας δώσει βοήθεια αξίας δύο εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Λόγω της οικονομικής κατάστασης στην Κούβα, η ενίσχυση θα παρέχονταν σε ζάχαρη και όχι σε νόμισμα. Είχα υποστηρίξει ότι η Κούβα χρειαζόταν τη ζάχαρη εκείνη την στιγμή περισσότερο από ότι εμείς, αλλά ο Κάστρο δεν δέχονταν το «όχι» ως απάντηση. Περίπου ένα χρόνο μετά από την συζήτησή μας, ένα πλοίο που έφερε την σημαία της Κούβας ελλιμενίζεται στο λιμάνι του Οράν. Μαζί με το φορτίο ζάχαρης, έκπληκτοι ανακαλύψαμε είκοσι τεθωρακισμένα άρματα και εκατοντάδες κουβανούς στρατιώτες που είχαν σταλεί προς βοήθεια μας. Ένα σύντομο σημείωμα από τον Ραούλ Κάστρο, γραμμένο σε μια σχισμένη σελίδα από ένα βιβλίο ασκήσεων, μας γνωστοποιούσε αυτή την χειρονομία της αλληλεγγύης.
Προφανώς, δεν θα μπορούσαμε να αφήσουμε το πλοίο να επιστρέψει άδειο. Το γεμίσαμε με προϊόντα Αλγερίας και, έπειτα απο συμβουλή του Πρέσβη Jorge Serguera, προσθέσαμε μερικά άλογα Βερβερίνων. Αυτή ήταν η αρχή ενός είδους ανταλλαγής στη μεταξύ μας αλληλεγγύη, που ήταν εντελώς άνευ εμπορικού χαρακτήρα. Όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες αποτελούσε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των σχέσεών μας.
Ο Τσε Γκεβάρα είχε πλήρη επίγνωση των αναρίθμητων περιορισμών που υπονομεύουν την πραγματική επαναστατική δράση – και μάλιστα των ορίων κάθε επαναστατικής απόπειρας – στο βαθμό που συγκρούεται άμεσα ή έμμεσα με τον αδυσώπητο νόμο της αγοράς και την (ανθρώπινη) εμπορική νοοτροπία. Τους κατήγγειλε δημοσίως στην αφρο-ασιατική διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Αλγέρι τον Φεβρουάριο του 1965. Επιπλέον, οι επώδυνοι όροι με τους οποίους έληξε η κρίση των πυραύλων της Κούβας και η συμφωνία μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών είχε αφήσει μια πικρή γεύση. Εγώ ο ίδιος αντάλλαξα πολύ σκληρές κουβέντες για το θέμα με τον σοβιετικό πρεσβευτή στο Αλγέρι. Όλα αυτά, μαζί με την κατάσταση που επικρατούσε στην Αφρική, η οποία φαινόταν να έχει τεράστια επαναστατική δυναμική, οδήγησε τον Τσε στο συμπέρασμα ότι η Αφρική ήταν ο αδύναμος κρίκος του ιμπεριαλισμού. Ήταν στην Αφρική που τώρα αποφάσισε να αφιερώσει τις προσπάθειές του.
Προσπάθησα να επισημάνω ότι αυτό δεν ήταν ίσως ο καλύτερος τρόπος για να βοηθήσουμε την ήπειρό μας να φτάσει στην επαναστατική ωριμότητα. Μια ένοπλη επανάσταση χρειάζεται εξωτερική υποστήριξη, αλλά πρέπει πρώτα να δημιουργήσει τις εσωτερικές πηγές για να θεμελιώσει τον αγώνα της. Αλλά ο Τσε Γκεβάρα επέμενε ότι η δική του δέσμευση πρέπει να είναι συνολική και απαιτεί τη φυσική παρουσία του. Ξεκίνησε μια σειρά από ταξίδια προς Καμπίντα (Ανγκόλα) και το Κονγκό-Μπραζαβίλ. Αρνήθηκε την προσφορά μου για ένα ιδιωτικό αεροπλάνο προκειμένου να συγκαλυπτούν οι κινήσεις του, γι ‘αυτό ανέθεσα στους πρέσβεις της Αλγερίας σε όλη την περιοχή να παρακολουθούν τις δραστηριότητες του και να παρέχουν κάθε δυνατή βοήθεια. Όταν επέστρεψε από την υποσαχάρια Αφρική, περάσαμε πολλές ώρες ανταλλάσοντας ιδέες. Κάθε φορά επέστρεφε εντυπωσιασμένος από τον υπέροχο πολιτιστικό πλούτο της αφρικανικής ηπείρου, αλλά δυσαρεστημένος με τα μαρξιστικά κόμματα των χωρών που είχε επισκεφθεί και ενοχλημένος από την προσέγγισή τους. Η εμπειρία του στην Καμπίντα και οι επακόλουθες επαφές με τον ανταρτοπόλεμο γύρω απ’ το Stanleyville ήταν ιδιαίτερα απογοητευτική.
Εν τω μεταξύ, ακολουθούσαμε μια παράλληλη πορεία δράσης για να σώσουμε την ένοπλη επανάσταση στο Δυτικό Ζαΐρ. Σε συμφωνία με τους Νιερέρε, Νάσερ, Μομπίντο Κεϊτά, Ν’ Κρούμα, Κενιάτα και Σέκου Τουρέ, η Αλγερία επρόκειτο να συμβάλει από αέρος μέσω της Αιγύπτου, ενώ η Ουγκάντα και το Μάλι επρόκειτο να παράσχουν στρατιωτικά στελέχη. Το σχέδιο διάσωσης είχε αποφασιστεί σε μια συνάντηση στο Κάιρο που είχε συγκληθεί με πρωτοβουλία μου. Είχαμε μόλις αρχίσει να το εφαρμόζουμε όταν λάβαμε μια απεγνωσμένη κραυγή για βοήθεια από τους ηγέτες του ένοπλου αγώνα. Παρά τις προσπάθειες μας, ήταν πάρα πολύ αργά και η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα από τους δολοφόνους του Πατρίς Λουμούμπα (σ.μ. από αυτούς που δολοφόνησαν τον πρόεδρο Λουμούμπα).
Κατά τη διάρκεια μιας από τις επισκέψεις του στο Αλγέρι, ο Τσε Γκεβάρα με ενημέρωσε για ένα αίτημα του Φιντέλ. Δεδομένου ότι η Κούβα ήταν υπό στενή επιτήρηση, δεν υπήρχε πραγματική ευκαιρία για προμήθεια όπλων και εκπαίδευση στρατιωτικών στελεχών σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Θα μπορούσε να αναλάβει την Αλγερία; Η απόσταση δεν ήταν μεγάλο μειονέκτημα. Αντιθέτως, θα μπορούσε να λειτουργήσει υπέρ της μυστικότητας, ζωτικής σημασίας για την επιτυχία μιας τέτοιας μεγάλης κλίμακας επιχείρηση. Δέχτηκα χωρίς δισταγμό. Αμέσως αρχίσαμε τη δημιουργία οργανωτικών δομών, υπό τον άμεσο έλεγχο του Τσε Γκεβάρα, που θα φιλοξενούσαν επαναστατικά κινήματα από τη Λατινική Αμερική. Σύντομα εκπρόσωποι όλων αυτών των κινημάτων βρέθηκαν στο Αλγέρι, όπου και τους συνάντησα πολλές φορές μαζί με τον Τσε. H έδρα τους στήθηκe στους λόφους πάνω από το Αλγέρι σε μια μεγάλη βίλα με μεγάλο κήπο που τους είχαμε παραχωρήσει, λόγω της συμβολικής σημασίας του. Το όνομα της Villa Susini έχει περάσει στην ιστορία. Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα είχε χρησιμοποιηθεί ως κέντρο ανακρίσεων, όπου πολλοί άνδρες και γυναίκες της αντίστασης βασανίστηκαν μέχρι θανάτου.
Μια μέρα μου είπε ο Τσε Γκεβάρα, «Αχμέντ, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Μια ομάδα ανδρών εκπαιδευόμενων στο Villa Susini έχουν συλληφθεί στα σύνορα (δεν θυμάμαι ποιες χώρες συμμετείχαν) και φοβάμαι ότι μπορεί να μιλήσουν κατά τη διάρκεια βασανιστήριων». Ήταν πολύ ανήσυχος ότι η (μυστική) περιοχή των προετοιμασιών για την ένοπλη δράση θα γινόταν γνωστή και οι εχθροί μας θα ανακαλύψουν την αληθινή φύση των εταιρειών εισαγωγών-εξαγωγών που είχαμε στήσει στη Νότια Αμερική.
Ο Τσε Γκεβάρα ήταν πλέον απών από το Αλγέρι όταν έλαβε χώρα το στρατιωτικό πραξικόπημα στις 19ης Ιουνίου 1965. Με είχε προειδοποιήσει να βρίσκομαι σε επιφυλακή. Η αναχώρησή του από την Αλγερία, ο θάνατός του στη Βολιβία και η δική μου εξαφάνιση για 15 χρόνια πρέπει να μελετηθούν στο ιστορικό πλαίσιο της παλινδρόμησης που ακολούθησε την περίοδο των νικηφόρων απελευθερωτικών αγώνων. Αρχίζοντας με τη δολοφονία του Λουμούμπα, που σήμανε το τέλος των προοδευτικών καθεστώτων του τρίτου κόσμου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των Ν’Κρούμα, Μομπίντο, Κεϊτά, Σουκάρνο και Νάσερ.
Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ την 9η Οκτωβρίου του 1967. Για μένα, ένα μοναχικό κρατούμενο, ήταν μια ημέρα ανυπολόγιστης θλίψης. Το ραδιόφωνο ανακοίνωσε το θάνατο του αδελφού μου στον αγώνα, και οι εχθροί τους οποίους είχαμε παλέψει μαζί χάρηκαν με τη νίκη τους. Αλλά όσο περνάει ο καιρός, και οι συνθήκες του αντάρτικου αγώνα που έληξε εκείνη τη μέρα στο Νανκαουάζου ξεθωριάζουν στη μνήμη, ο Τσε είναι ολοένα και περισσότερο παρών στις σκέψεις όλων εκείνων που αγωνίζονται και ελπίζουν. Είναι μέρος της καθημερινής τους ζωής. Κάτι γι ‘αυτόν παραμένει θαμμένο σαν ένας θησαυρός στα πιο βαθιά μέρη της καρδιάς και του μυαλού τους, αναζωπυρώνοντας το θάρρος τους και την ανανεώνοντας τη ισχύ τους.
Μια μέρα το Μάιο του 1972, η αδιαφανής σιωπή της φυλακής μου, που φυλάσονταν από εκατοντάδες στρατιώτες, διεκόπη από μια τεράστια φασαρία. Έμαθα ότι ο Φιντέλ επισκέπτονταν ένα πρότυπο αγρόκτημα μόνο μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά, χωρίς να γνωρίζει την παρουσία μου στο απομονωμένο μαυριτανικό σπίτι (φυλακές). Οι μνήμες επέστρεψαν πίσω. Ένα καλειδοσκόπιο από πρόσωπα πέρασε μπροστά απ’ τα μάτια μου σαν παλιά ταινία. Ποτέ απο τότε που χώρισαν οι δρόμοι μας ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν τόσο έντονα στη μνήμη μου.
Η σύζυγός μου και εγώ δεν τον ξεχάσαμε ποτέ. Μια μεγάλη φωτογραφία του Τσε ήταν πάντα καρφωμένη στον τοίχο της φυλακής μας και η καθημερινή μας ύπαρξη βρισκόταν κάτω από το βλέμμα του. Μια μικρότερη φωτογραφία, απόκομμα από ένα περιοδικό, την οποίο είχα κολλήσει επάνω σε μια κάρτα και είχα καλύψει με πλαστικό, μας συνόδευσε σε όλες τις περιπλανήσεις μας. Είναι πλέον στο σπίτι των μακαριστών γονιών μου στο Maghnia, το χωριό όπου γεννήθηκα, όπου φύλαξα το πιο πολύτιμο σουβενίρ μας πριν βρεθώ στην εξορία. Είναι η φωτογραφία του Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα να ακουμπά στο έδαφος, γυμνός μέχρι τη μέση, να λάμπει απο φως. Έτσι, πολύ φως και τόσες πολλές ελπίδες.
* Το άρθρο πρωτοδημοσίεθηκε στη γαλλική έκδοση της εφημερίδας Le Monde Diplomatique τον Οκτώβρη του 1997 υπό τον τίτλο «Ainsi était le «Che»», κατά την 30η επέτειο από τη δολοφονία του Τσε. Μετάφραση κειμένου: Ν. Μόττας.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει κανείς να αξιολογεί τα πράγματα και να θέτει προτεραιότητες. Αυτά είναι τα καθήκοντα που πρέπει να εκπληρώσει η οργάνωση νεολαίας. Μιλήσατε για την τεχνολογική επανάσταση. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα, ένας από τους πιο συγκεκριμένους στόχους που προσιδιάζει στην ιδιοσυγκρασία των νέων. Δεν μπορεί όμως κανείς να πραγματοποιήσει την τεχνολογική επανάσταση από μόνος του, μια που είναι κάτι που συντελείται σε όλο τον κόσμο, σε κάθε χώρα, σοσιαλιστική και μη σοσιαλιστική – αναφέρομαι στις ανεπτυγμένες χωρες φυσικά.
