Η συνέντευξη του Τσε Γκεβάρα στην εκπομπή «Issues and Answers» του ABC (1964)

Lisa Howard-Che GuevaraΗ πρώτη συνέντευξη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στην αμερικανική τηλεόραση δώθηκε στην εκπομπή «Issues and Answers» του τηλεοπτικού δικτύου ABC. Η ανταποκρίτρια Λίζα Χάουαρντ (Lisa Howard) ταξίδεψε στην Αβάνα την άνοιξη του 1964 όπου συνάντησε τον τότε υπουργό βιομηχανίας της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας. Παρακάτω παρατίθεται, μεταφρασμένα στα ελληνικά, τα πρακτικά της συνέντευξης, με τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις όπως ακριβώς δώθηκαν στη δημοσιότητα απ’ το τηλεοπτικό δίκτυο.

22 Μαρτίου 1964.

Ερώτηση: Πόσο σοβαρά επηρεάζει την κουβανική οικονομία ο αποκλεισμός (εμπάργκο) των ΗΠΑ;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Δε μπορώ να σας δώσω συγκεκριμένη εικόνα των επιπτώσεων που ο οικονομικός αποκλεισμός έχει επιφέρει στην Κούβα και, είτε το πιστεύετε η όχι, το εμπάργκο έχει και καλές και αρνητικές επιπτώσεις. Στις καλές [επιπτώσεις] είναι η ανάπτυξη της εθνικής επίγνωσης και του αγωνιστικού πνεύματος του κουβανικού λαού σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει το γεγονός ότι [στο παρελθόν] κάθε μηχάνημα στην Κούβα ήταν κατασκευασμένο στις ΗΠΑ και πως το νησί είχε καταστεί σκουπιδότοπος μεταχειρισμένων αμερικανικών μηχανημάτων, με το αζημίωτο, κάτι που έχει διακοπεί τώρα. Αν το αναλογιστείτε αυτό μπορείτε να καταλάβετε τι έχει επιφέρει το εμπάργκο και την προσπάθεια που απαιτείται για να το αντιμετωπίσουμε. Δε μπορώ να σας δώσω στατιστικά στοιχεία. Δεν τα γνωρίζω. Αλλά ασφαλώς ο αποκλεισμός έχει επιφέρει σοβαρές δυσκολίες. Την ίδια όμως στιγμή, έχει αποτελέσει ένα καλό μάθημα για μας. Μας έμαθε πως να διαχειριστούμε την οικονομία μας στο μέλλον.

Ερώτηση: Η Ρωσία ενισχύει με μεγάλα χρηματικά ποσά στην κουβανική οικονομία κάθε μέρα. Τι θα συνέβαινε στην οικονομία του νησιού εάν αυτή η βοήθεια σταματούσε ξαφνικά;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Αυτές οι δηλώσεις περί “καθημερινής” οικονομικής βοήθειας είναι, πιστεύω, χαρακτηριστικό του αμερικανικού τρόπου σκέψης και του πως αντιλαμβάνεστε την έννοια της επένδυσης. Θα μπορούσε, πράγματι, να αντικατοπτρίζει περίπου του πως αντιλαμβάνονται οι αμερικανοί την “οικονομική βοήθεια”. Η αμερικανική βοήθεια στις χώρες της Νότιας Αμερικής τελικώς στράφηκε ενάντια στα κράτη που λάμβαναν τη βοήθεια αυτήν. Στην δική μας περίπτωση έχει υπάρξει αυτό που θα αποκαλούσαμε “οικονομική βοήθεια”, όπως η διαγραφή συγκεκριμένων εμπορικών χρεών, η χορήγηση μακροπρόθεσμων δανείων, σε μια καθαρά εμπορική βάση. Όσο για τα υπόλοιπα, έχουμε την φυσιολογική, φυσική εμπορική σχέση μεταξύ δύο χωρών. Οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον ο κύριος πελάτης εισαγωγών-εξαγωγών της Κούβας. Είναι η Σοβιετική Ένωση. Τώρα εάν, με την ερώτηση σας, θέλετε να σας πω τι θα συνέβαινε εάν η σοβιετική οικονομική βοήθεια σταματούσε, τότε μπορώ να σας απαντήσω πως η ζωή της χώρας θα παρέλυε επειδή, για παράδειγμα, το πετρέλαιο μας, όλο το πετρέλαιο που έχουμε, σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια τόνοι, εισάγονται απ’ την Σοβιετική Ένωση – αλλά αυτό δεν συνιστά βοήθεια. Αποτελεί εμπορική σχέση ανταλλαγής στη βάση της πλήρους ισότητας και πληρώνουμε γι’ αυτήν με ζάχαρη και άλλα προϊόντα.

Ερώτηση: Θα κάνατε μια εκτίμηση για το πόσο επιτυχημένος έχει αποδειχθεί ο οικονομικός αποκλεισμός εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Νομίζω ότι σχεδόν με καλείτε να διαρρεύσω απόρρητες πληροφορίες. Έχουμε αναγνωρίσει την σημασία του οικονομικού αποκλεισμού, αλλά έχουμε επίσης δηλώσει πως το εμπάργκο δεν πρόκειται να μας εμποδίσει να αναπτυχθούμε. Κυρίως όμως είναι δύσκολο να είμαι σαφής αναφορικά με αυτό και ούτε είναι σωστό. Σε τελική ανάλυση, ασχέτως των καλών σας προθέσεων, είμαστε ακόμη εχθροί. Και ο εχθρός πρέπει να γνωρίζει μόνο γενικά πράγματα αναφορικά με την άλλη πλευρά.

Ερώτηση: Η Κούβα αγόρασε πρόσφατα λεοφωρεία από το Λονδίνο. Διαπραγματεύεστε για πλοία με την Ισπανία. Αντιλαμβάνομαι πως υπάρχει κάποια οικονομικού τύπου αποστολή στην Ελβετία – αποτελεί αυτό για σας βασική αλλαγή της κουβανικής οικονομίας;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Δε νομίζω. Νομίζω υπάρχει αλλαγή στην οικονομική πολιτική ορισμένων χωρών. Έχει υπάρξει μια συγκεκριμένη διάλυση της επονομαζόμενης μονολιθικής ενότητας του ελεύθερου κόσμου. Υπάρχουν περισσότερες εμπορικές σχέσεις με την Κούβα τώρα. Η εμπορική μας αντίληψη βασίζεται πάντα στις ίδιες αρχές. Με άλλα λόγια, το εμπόρευμα είναι εμπόρευμα και πρέπει να είναι ισοβαρές και για τον αγοραστή και τον πωλητή. Και σε αυτή τη βάση έχουμε εμπορικές σχέσεις με όλον τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, ακόμη και μετά την χειροτέρευση των σχέσεων μας.

Οι ΗΠΑ έχουν εξασκήσει μεγάλη πίεση προκειμένου να απαγορεύσουν την πώληση συγκεκριμένων προϊόντων σε μας και γνωρίζετε καλά τις συζητήσεις που έγιναν επειδή η Leyland [1] μας πούλησε λεωφορεία. Αλλά στην πραγματικότητα δεν είμαστε εμείς που έχουμε αλλάξει. Συγκεκριμένα στοιχεία της διεθνούς πολιτικής έχουν αλλάξει. Δε γνωρίζω εάν αυτά σχετίζονται με εμάς. Δεν το νομίζω. Δε νομίζω ότι είμαστε και τόσο σημαντικοί.

Ερώτηση: Αισθάνεσθε ότι αυτές οι αγορές (εκ μέρους της Κούβας) αποτελούν αποτυχία του οικονομικού αποκλεισμού των ΗΠΑ;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Ναι.

Ερώτηση: Σημαντική αποτυχία;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Αυτό εξαρτάται απ’ το πως επηρρεάζει το αμερικανικό “εγώ”, τον εγωϊσμό των ΗΠΑ.

Ερώτηση: Στρατηγέ Γκεβάρα, πιστεύετε ότι οι εμπορικές σας σχέσεις με τη Δύση που υπάρχουν τώρα θα συνεχίσουν – και πιθανόν να επεκταθούν – στο προσεχές μέλλον;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Το ελπίζω. Φυσικά δεν έγκειται μόνο στις δικές μας ευχές αλλά επίσης στη θέληση των λαών με τους οποίους έχουμε σήμερα εμπορικές σχέσεις. Αλλά έχω ελπίδες πως θα συνεχιστεί και θα περάσουμε σε μια νέα εποχή αναφορικά με τις σχέσεις της Κούβας. Το γεγονός δηλαδή ότι οι χώρες της Ευρώπης έχουν αντιληφθεί την σημασία του να έχουν σχέσεις με όλες τις χώρες του κόσμου και πως η Κούβα είναι μια καλή, αξιόπιστη, σταθερή αγορά. Επομένως, όλα μας οδηγούν στο να ελπίζουμε πως αυτές οι σχέσεις θα συνεχιστούν και θα επεκταθούν στο μέλλον. Ενδιαφερόμαστε ιδιαίτερα γι’ αυτό. Έχουμε κλείσει συμφωνίες για την αγορά εργοστασιακών μονάδων με συγκεκριμένες χώρες, τη Γαλλία, τη Βρετανία, την Ιαπωνία. Αισθανόμαστε ότι στο μέλλον θα είμαστε σε θέση να κάνουμε τέτοιες συμφωνίες και με ακόμη μεγαλύτερη ασφάλεια. Διότι κατά το παρελθόν υπήρχε πάντοτε ο φόβος πως οι εμπορικές σχέσεις μπορούσαν να διακοπούν, αλλά ειδικά η Αγγλία και η Γαλλία έχουν διατηρήσει πολύ καλές σχέσεις με εμάς σε αυτόν τον τομέα. Έχουν εγγυηθεί την παροχή επιμέρους τμημάτων του εξοπλισμού που αγοράσαμε κατά την επαναστατική περίοδο.

Αυτό έχει ενισχύσει την αυτοπεποίθηση μας στην πιθανότητα να εισάγουμε νέο μηχανικό εξοπλισμό και τότε, με αυτόν τον πρώτης τάξης εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας, να χτίσουμε μια ολόκληρη σειρά βιομηχανιών τις οποίες αναπτύσουμε σήμερα.

Ερώτηση: Τι θα συνέβαινε στην κουβανική οικονομία εάν αυτό το εμπόριο με τη Δύση διακόπτονταν ξαφνικά;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Τίποτα.

Ερώτηση: Στρατηγέ Γκεβάρα, αποδεικτικά στοιχεία απ’ το εξωτερικό δείχνουν ότι το μαρξιστικό οικονομικό σύστημα απλά δεν λειτουργεί. Δεν προσφέρει πλούσια ζωή για τους ανθρώπους. Μετά από 47 χρόνια εφαρμογής του, η Σοβιετική Ένωση δε μπορεί ακόμη να θρέψει, να στεγάσει και να ντύσει επαρκώς το λαό της. Πιστεύετε ότι είναι πιθανόν το μαρξιστικό σύστημα να μην προσφέρει τα κατάλληλα κίνητρα για την ύπαρξη υψηλού επιπέδου παραγωγικότητας;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Έχετε μια τάση να κάνετε δηλώσεις υπό τη μορφή ερωτήσεων. Και πάλι, οφείλω να διαψεύσω τη δήλωση σας και έπειτα να απαντήσω στην ερώτηση. Λέτε πως έχει αποδειχθεί ότι ο μαρξισμός, ή το μαρξιστικό σύστημα, δεν προσφέρει στους ανθρώπους αυτά που χρειάζονται για να διασφαλιστεί μια καλή ζωή. Νομίζω πως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Εάν συγκρίνουμε το μέσο βιοτικό επίπεδο στις ΗΠΑ με αυτό άλλων χωρών τότε πρέπει πράγματι να παραδεχτούμε πως στις υπόλοιπες χώρες είναι χαμηλότερο. Όταν όμως μιλάτε για τον αμερικανικό τρόπο ζωής, και αυτόν του ελεύθερου κόσμου, πρέπει να λάβετε υπ’ όψη τα 200 εκατομμύρια ανθρώπων στη Λατινική Αμερική που πεθαίνουν της πείνας, που πεθαίνουν απο αρρώστιες, που η ζωή τους δεν περνάει τα 18 χρόνια, που πεθαίνουν σε παιδική ηλικία. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι συμβάλλουν στο οικονομικό μεγαλείο των Ηνωμένων Πολιτειών οι οποίες τους εκμεταλλεύονται με τον ένα η τον άλλο τρόπο. Το ίδιο συμβαίνει στην Αφρική και συνέβη επίσης στην Ασία. Ο μαρξισμός δίνει ένα τέλος σε όλα αυτά. Την στιγμή που πολιορκούμαστε απ’ τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό δε μπορούμε να προσφέρουμε στο λαό μας όλα αυτά που θα επιθυμούσαμε, όλα αυτά που θα μπορούσαμε να παρέχουμε μέχρι τώρα. Και αυτός είναι ο βασικός λόγος που οι λαοί συνεχίζουν να αγωνίζονται για την απελευθέρωση τους.

Ερώτηση: Όμως η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών γνωρίζει καλά τα προβλήματα στη Λατινική Αμερική και μέσω της Alianza [2] προσπαθεί πολύ σκληρά να ανυψώσει το βιοτικό επίπεδο των λαών σε όλο το ημισφαίριο. Εάν οι μεγαλοαστικές τάξεις συμφωνήσουν σε αγροτικές και φορολογικές μεταρρυθμίσεις και αν αυξηθεί το βιοτικό επίπεδο, το νόημα της κουβανικής επανάστασης δεν χάνει την σημασία του;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Ασφαλώς θα το έχανε αμέσως. Το μήνυμα της κουβανικής επανάστασης έχει νόημα επειδή ο Ιμπεριαλισμός μπορεί μόνο να προσφέρει χλιαρές μεταρρυθμίσεις οι οποίες δεν φτάνουν στη ρίζα των προβλημάτων. Εάν το σύνολο της Λατινικής Αμερικής απελευθερώνονταν απ’ την ιμπεριαλιστική επικυριαρχία, τότε ο ίδιος ο Ιμπεριαλισμός θα έρχονταν αντιμέτωπος με πολύ σοβαρά ζητήματα. Η βάση του Ιμπεριαλισμού είναι η κυριαρχία του στις λατινοαμερικανικές χώρες μέσω της ανισοβαρούς σχέσης, της ανταλλαγής βιομηχανικών προϊόντων για πρώτες ύλες, η υφαρπαγή θέσεων “κλειδιά” στις κυβερνήσεις μέσω εθνικών ολιγαρχιών-πιστών στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. 

Τώρα, εάν όλα αυτά επρόκειτο να αλλάξουν, ο Ιμπεριαλισμός θα έχανε την ισχύ του. Θα αντιμετώπιζε τότε τη γενική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Με άλλα λόγια, κρίση προερχόμενη απ’ την εργατική τάξη της ίδιας της πατρίδας του. Και παρ’ ότι δεν είναι τόσο άμεση απειλή στην χώρα σας τώρα, επειδή η εκμετάλλευση των εργατικών τάξεων έχει μεταφερθεί στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική και την Ασία, η ταξική πάλη θα στραφεί σε μια τέτοια περίπτωση στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Φυσικά το μήνυμα της κουβανικής επανάστασης θα έχανε όλη την σημασία του, αλλά δεν θα ήταν ούτε χρήσιμο πλέον, επειδή αυτό είναι ακριβώς [σ.μ: η ταξική πάλη] που επιθυμούμε για όλους της λαούς της Λατινικής Αμερικής – και από την στιγμή που αυτό θα είχε επιτευχθεί δεν θα υπήρχε περαιτέρω ανάγκη να διαδώσουμε το μήνυμα μας. Δεν θα είχε νόημα.

Ερώτηση: Επομένως, συμφωνούμε στην ανάγκη για μεταρρυθμίσεις;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Αληθινές μεταρρυθμίσεις, για την πρόσβαση των λαών στην εξουσία. Τότε συμφωνούμε.

Ερώτηση: Στρατηγέ Γκεβάρα, αισθάνεστε ότι αυτό δεν μπορεί να έρθει μέσα από μια εξελικτική διαδικασία και πρέπει να έρθει μέσω της βίας και των επαναστατικών αναστατώσεων;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Αυτό, φυσικά, έγκειται στις αντιδραστικές τάξεις. Είναι αυτές που αρνούνται να παραδώσουν την εξουσία, να παραδώσουν τα ηνία της ισχύος. Οπουδήποτε οι αντιδραστικές τάξεις επιμένουν τα κρατάνε την εξουσία, πέραν της θέλησης του συνόλου, η σπίθα θα εκραγεί και θα μπορούσε να προκαλέσει πυρκαγιά σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική και οι λαοί θα έρθουν στην εξουσία.

Ερώτηση: Στρατηγέ Γκεβάρα, από την επιτυχία της επανάστασης μέχρι τώρα, η κουβανική οικονομία, σύμφωνα με όλες τις πληφορορίες, έχει επιδεινωθεί σε κάθε τομέα. Η βιομηχανική παραγωγή, η καλλιέργεια λαχανικών, η συγκομιδή ζάχαρης η οποία πέρυσι ήταν μειωμένη στους τρεισίμισι εκατομμύρια τόνους. Πως εκτιμάτε αυτήν την οικονομική οπισθοδρόμηση;

Che Guevara interviewed 3ΓΚΕΒΑΡΑ: Λοιπόν, και πάλι η ερώτηση αυτή συνιστά δήλωση. Επομένως το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι η διάψευση της δήλωσης αυτής και μετά η όποια απάντηση. Λέτε ότι όλοι οι τομείς της κουβανικής οικονομίας έχουν επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου και σας λέω πως κάνετε λάθος. Η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε απ’ το 1959 και θα μπορούσε να έχει αυξηθεί πολύ περισσότερο εάν δεν είχε επηρρεαστεί απ’ την παραγωγή ζάχαρης η οποία, πράγματι, μειώθηκε. Η βιομηχανική παραγωγή έχει αυξηθεί με ετήσιο ρυθμό 7% και, φυσικά, χωρίς να μετράμε τη ζάχαρη. Και η αύξηση για το 1963, και οι εκτιμήσεις για το 1964, δείχνουν ακόμη υψηλότερο ρυθμό. Για το 1963, έφτασε το 10% και οι προβλέψεις για το 1964 είναι ακόμη υψηλότερες, όπως και παραγωγή ζάχαρης θα αυξηθεί επίσης.

Ερώτηση: Στρατηγέ Γκεβάρα, όταν πολεμούσατε στους λόγους της Σιέρρα Μαέστρα είχατε προβλέψει ότι η επανάσταση θα γινόταν τόσο ριζοσπαστική;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Διαισθητικά το ένιωσα. Φυσικά, η πορεία και η βίαιη ανάπτυξη της επανάστασης δε μπορούσε να προβλεφθεί. Ούτε ο μαρξιστικός-λενινιστικός χαρακτήρας αυτής μπορούσε να προβλεφθεί. Είχαμε μια, λίγο έως πολύ, ασαφή ιδέα για το πως θα λύσουμε τα προβλήματα που ξεκάθαρα ταλαιπωρούσαν τους χωρικούς που πολεμούσαν μαζί μας και τα προβλήματα που εντοπίσαμε στις ζωές των εργατών. Αλλά θα έπαιρνε πάρα πολύ χρόνο να σας αφηγηθώ την όλη διαδικασία μεταμόρφωσης της ιδεολογίας μας.

Ερώτηση: Στις ΗΠΑ υπάρχει η πεποίθηση ότι ο Στρατηγός Γκεβάρα ήταν ένας εκ των πλέον ριζοσπαστών της επανάστασης και μετατόπισε (πολιτικά) τον Δρ. Κάστρο προς τα αριστερά. Αυτό που συνέβη εδώ ήταν εν μέρει ότι είχε προσχεδιάσει. Το δέχεται ή το αρνείται αυτό;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Για μεγάλο διάστημα, στις ΗΠΑ και σε πολλές άλλες χώρες, μου έχουν κάνει την τιμή να θεωρούμαι ο εγκέφαλος της επανάστασης, ο ψυχρός υπολογιστής, ο αριστεριστής, η ισχύς πίσω απ’ την εξουσία. Λοιπόν, σε προσωπικό επίπεδο δεν θα με ενοχλούσε, αλλά η ειλικρίνεια μου ως επαναστάτη, η έμφυτη μετριοφροσύνη και ειλικρίνεια με οδηγούν στο να εξομολογηθώ πως ο κορυφαίος αριστερός στην Κούβα είναι ο Φιντέλ Κάστρο και πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις ΗΠΑ στην Κούβα είναι ο Φιντέλ και όχι εγώ.

Ερώτηση: Στους λόφους της Σιέρρα Μαέστρα, όταν ο Φιντέλ Κάστρο δήλωσε ότι δεν είναι κομμουνιστής, πιστέψατε ότι δεν ήταν κομμουνιστής και δεν επρόκειτο να γίνει;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Γνώριζα ότι δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά πιστεύω πως επίσης γνώριζα ότι θα γινόταν κομμουνιστής. Όπως ακριβώς ήξερα, εκείνη την στιγμή, ότι δεν ήμουν και γω κομμουνιστής αλλά θα γινόμουν ένας μέσα σε σύντομο διάστημα – και πως η φυσική συνέχεια της επανάστασης θα μας οδηγούσε όλους στο μαρξισμό-λενινισμό. Δε μπορώ να πω ότι ήταν καθαρή, συνειδητή γνώση, αλλά ήταν διαίσθηση, το αποτέλεσμα προσεκτικής εκτίμησης της συμπεριφοράς των ΗΠΑ και ο τρόπος που η χώρα σας έδρασε εκείνη την εποχή εναντίον μας και υπέρ του Μπατίστα.

Ερώτηση: Εάν συνέβαινε κάτι στον Φιντέλ Κάστρο, ποιά πιστεύετε θα ήταν η μοίρα της κουβανικής επανάστασης και ποιός θα αναλάμβανε τα ηνία της ισχύος εδώ;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Απ’ την ερώτηση της συμπεραίνω ότι αναφέρεστε σε περίπτωση που του συνέβαινε κάτι βίαιο. Δε μπορούμε να αρνηθούμε ότι θα ήταν ένα πολύ σοβαρό χτύπημα στην κουβανική επανάσταση. Ο Φιντέλ είναι ο ηγέτης μας, αδιαμφισβήτητος και αδιαφιλονίκητος. Έχει υπάρξει ο αληθινός οδηγός μας μέσα απο μια σειρά πολύ πολύ δύσκολων περιστάσεων που η Κούβα είχε να αντιμετωπίσει, και σε αυτές τις στιγμές απέδειξε το ηγετικό του ανάστημα ως διεθνούς κύρους ηγέτης. Δε νομίζω ότι κάποιος απο εμάς έχει το ηγετικό του ανάστημα, αλλά έχουμε αποκτήσει επαναστατική εμπειρία πολεμώντας στο πλευρό του. Γίναμε αυτό που γίναμε πηγαίνοντας στο ίδιο “σχολείο” με αυτόν, ένα σχολείο κουράγιου, τόλμης, θυσίας, της αποφασιστικότητας να υπερασπιστούμε τις αρχές μας, της ανάλυσης διαφορετικών προβλημάτων. Και πιστεύω πως όλοι μαζί θα μπορούσαμε, να βαδίσουμε ακόμη και αν συνέβαινε κάτι σ’αυτόν.

Τώρα, αναφορικά με το ποιός θα τον αντικαθιστούσε, αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να συζητηθεί τότε. Κανένας απο μας δεν έχει αυτού του είδους την πολιτική φιλοδοξία αλλά, λογικά, ο αδελφός του Ραούλ (θα τον αντικαθιστούσε), όχι επειδή είναι αδελφός του, αλλά για τα ίδια του τα προσόντα – είναι ο αναπληρωτής πρωθυπουργός και επομένως θα ήταν ο πλέον κατάλληλος μεταξύ υμών ώστε να ακολουθήσει το ίδιο μονοπάτι της κουβανικής επανάστασης.

Ερώτηση: Στρατηγέ Γκεβάρα, ο Δρ.Κάστρο συχνά εκφράζει την επιθυμία του να ομαλοποιηθούν οι σχέσεις μεταξύ Κούβας και ΗΠΑ. Επιθυμείτε εσείς τέτοια ομαλοποίηση των σχέσεων;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Εάν βασίζεται σε αρχές, ναι. Και πιθανόν εγώ [να το επιθυμώ] περισσότερο απο κάθε άλλον επειδή η βιομηχανία είναι αυτή που πλήττεται περισσότερο απ’ τον οικονομικό αποκλεισμό. Η βιομηχανία και οι μεταφορές είναι ίσως οι τομείς της παραγωγής που έχουν πληγεί περισσότερο απ’ το εμπάργκο. Οι μεταφορές έχουν, λίγο έως πολύ, απελευθερωθεί απ’ τον αποκλεισμό αλλά όχι και η βιομηχανία και επομένως, στη βάση αρχών και πλήρους ισότητας, η ομαλοποίηση των σχέσεων θα ήταν ιδανική για μας.

Ερώτηση: Είστε αισιόδοξος για την πιθανότητα ομαλοποίησης των σχέσεων Κούβας και Ηνωμένων Πολιτειών;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Νομίζω πως είναι δύσκολο να απαντήσω. Παρακολουθούμε. Περιμένουμε. Ετοιμαζόμαστε για όποιον δρόμο κι’ αν ακολουθηθεί, οτιδήποτε κι’ αν συμβεί. Είναι κάτι που εξαρτάται από μια σειρά περιστάσεων. Εξαρτάται απ’ το πως η αμερικανική κυβέρνηση είναι σε θέση να υπολογίσει την κατάσταση διεθνώς. Μέχρι στιγμής η κυβέρνηση σας δεν έχει δώσει σαφή εικόνα ότι γνωρίζει πως να υπολογίσει τον συσχετισμό δυνάμεων παγκοσμίως και επομένως δεν υπάρχει ξεκάθαρη ιδέα για την πλήρη ομαλοποίηση [των σχέσεων].

Ερώτηση: Τι θα επιθυμούσατε να κάνουν οι ΗΠΑ αναφορικά με την Κούβα;

ΓΚΕΒΑΡΑ: Είναι πολύ δύσκολο να σας δώσω σαφή απάντηση. Είναι κάπως μη ρεαλιστική, ως ερώτηση. Ίσως η πιο ειλικρινής και υποκειμενική απάντηση θα ήταν η εξής: Τίποτα. Τίποτα απολύτως. Τίποτα για μας ή εναντίον μας. Απλά να μας αφήσουν ήσυχους.

Λίζα Χάουαρντ: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ Στρατηγέ Γκεβάρα.

Υποσημειώσεις:

[1] Leyland: Βρετανική εταιρεία κατασκευής οχημάτων, λεωφορείων και τρόλλεϋ με την επωνυμία Leyland Motors. Ιδρύθηκε το 1896, εθνικοποιήθηκε το 1975 και εντάχθηκε στην εταιρεία Rover το 1986.

[2] Alianza para el Progresso: «Συμμαχία για την ειρήνη», εμπνεύσεως του αμερικανού προέδρου Τζων Φ. Κέννεντι το 1961. Στόχος της, σύμφωνα με τις ΗΠΑ, ήταν η επέκταση των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Λατινικής Αμερικής.

Πηγή: American Broadcasting Corporation, Μετάφραση & Επιμέλεια: Νικόλαος Μόττας/Guevaristas.

Ο Τσε μας καλεί να συλλογιστούμε

Che Guevara - 978Της Γκρατσιέλλα Πογκολόττι.

Γνωρίζουμε το πρόσωπο του αντάρτη μαχητή Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Τον εκτιμούμε ως οργανωτή, σκληρό πολεμιστή, ο οποίος έδινε πάντα χείρα βοηθείας στους μαχητές που βρίσκονταν υπό τις διαταγές του, που ήταν αγκάθι στο πρόσωπο του φορμαλισμού και της κενής ρητορικής, ένας δάσκαλος για τους συντρόφους του, ένας γιατρός έτοιμος να φροντίσει φίλους και εχθρούς, που ήταν σε θέση να νιώσει συμπόνοια για αυτούς που πέθαναν στη δράση. Δεν έχουμε όμως εντρυφήσει επαρκώς στον Τσε ως μελετητή και στοχαστή που αφιέρωνε ατέλειωτες νύχτες για τη γνώση.

Χάρη στην πρόσφατη έκδοση των Φιλοσοφικών Σημειώσεων του Τσε Γκεβάρα απ’ τον εκδοτικό οίκο Ocean Press, έχουμε μάθει ότι στις σκληρές μέρες στη βολιβιανή επαρχία, όταν ο ίδιος ήταν απομονωμένος απ’ την διχασμένη τότε Αριστερά, υποφέροντας από πείνα και δίψα, χαμένος κάποιες φορές σε άγνωστες περιοχές, περικυκλωμένος από στρατιώτες, τον φόβο και την αναξιοπιστία των χωρικών, έβρισκε πάντα χρόνο για απαραίτητες θεωρητικές έρευνες.

Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα συνδίαζε τα λόγια με τη δράση. Παρομοίως, αντιλαμβάνονταν τις εμπειρίες ζωής, τις πράξεις και τη θεωρητική κατάρτηση ως ένα ενιαίο σύνολο. Θεωρούσε, βασιζόμενος στα λόγια του Ένγκελς, ότι η τακτική αποκομμένη από μια στρατηγική προοπτική οδηγούσε στον οπορτουνισμό.

Από πολύ νεαρή ηλικία, ο Τσε αντιλήφθηκε ότι η Λατινική Αμερική ήταν ένα ζήτημα υπο ανακάλυψη για τον ίδιο, παρ’ ότι γνώριζε τα βασικά της γεωγραφίας και ιστορίας της μέσα απ’ τα σχολικά εγχειρίδια. Χρειάζονταν ένα άλλο είδος γνώσης, αυτό που κατακτιέται ζώντας την εμπειρία του “αγγίγματος” της πραγματικότητας με τα ίδια του τα χέρια, αγγίζοντας την ανθρώπινη, φυσική, πολιτισμική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της ηπείρου.

Στο προσωπικό επίπεδο, ήταν ένας τρόπος ωρίμανσης σε όλους τους τομείς. Παλεύοντας με ένα άσθμα που ποτέ δεν τον εγκατέλειψε, πορεύτηκε σαν άνδρας, χρησιμοποιώντας τα μέσα που βρήκε στην πορεία. Έζησε με τους ντόπιους (αυτόχθονες) και μπορούσε να αντιληφθεί το νόημα μιας συμπεριφοράς που είχε τις ρίζες της σε μια μακραίωνη παράδοση αντίστασης, στην οποία η αλληλεγγύη και η γενναιοδωρία συμβίωναν μαζί με την κακία και τον εγωϊσμό. Δεν έκρινε κανέναν – απλά παρατηρούσε.

Μπορώ να φανταστώ έναν ανυπόμονο νεαρό, μεγαλωμένο σε ένα περιβάλλον υψηλής διανοητικής έντασης. Η γυμνασιακή του εκπαίδευση βασίζονταν σε μια πρωτοφανή ανθρωπιστική βάση. Η Αργεντινή αντικατόπτριζε την έντονη πολιτιστική ζωή στην ήπειρο, με τις υψηλού δημοσιογραφικού κύρους εφημερίδες, περιοδικά αλλά και τους διάσημους καθηγητές πανεπιστημίου. Η διανόηση της δημόσιας συζήτησης σε ιδεολογικό επίπεδο, βασισμένη άλλοτε σε ευρωπαϊκά μοντέλα διανόησης και άλλοτε στην δημοφιλή παράδοση όπως του Μάρτιν Φιέρρο, έμεινε χαραγμένη στη μνήμη όσων γεννήθηκαν στις επαρχίες του Ρίο δε λα Πλάτα.

Σε εκτενή βαθμό, ο Τσε σημείωνε σε κάρτες τους τίτλους που αργότερα θα αποτελούσαν τη λίστα των αναγνωσμάτων του, τα οποία θα τον συνόδευαν στην αντάρτικη περιπέτεια του αλλά και στην προσωπική βιβλιοθήκη του. Όπως ήταν συνηθισμένο στη γενέτειρα χώρα του, οι κλασσικοί της ψυχοανάλυσης, της Ιστορίας, της Φιλοσοφίας και οι αναγνωρισμένοι στοχαστές του 20ου αιώνα συμπλήρωναν τη λίστα αυτή.

Παρ’ όλα αυτά, ο Τσε δεν είχε αρκετό χρόνο ώστε να σχηματοποίησει τις ιδέες του. Οι Φιλοσοφικές Σημειώσεις που δημοσιεύθηκαν προσφατα συνιστούν έναν συνδιασμό κειμένων υπογραμμισμένων απ’ τον Τσε, μαζί με τις σημειώσεις, σχόλια και ερωτήσεις που έγραψε στο περιθώριο. Παρά το γεγονός ότι αυτά είναι μόνο αποσπάσματα, δίνουν μια ιδέα για τις σκέψεις του. Αυτές οι σημειώσεις προσφέρουν ένα μάθημα μεθόδου σε καθηγητές και σπουδαστές, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν έναν οδηγό στην σύγχρονη παιδαγωγική επιστήμη. Το θεμέλιο όλης της γνώσης είναι η εξάσκηση της δημιουργικής ανάγνωσης. Η πεμπτουσία της γνώσης δεν είναι η επανάληψη, τις πιο πολλές φορές με μηχανικό τρόπο, αλλά η παράθεση κριτικών ερωτημάτων βάσει του κειμένου.

Όταν διαβάζουμε Ένγκελς η Μαρξ, δεν το πράτουμε με τον ίδιο τρόπο όπως αυτοί που έγιναν μέλη στην Πρώτη Διεθνή, σε έναν κόσμο που δεν είναι πια ο ίδιος. Το κάνουμε ως κάτοικοι ενός νησιού στην Καραϊβική που έχει απέναντι του τις Ηνωμένες Πολιτείες, που ζει μια επίφοβη κρίση, ωσάν τα παιδιά μιας Επανάστασης που αντιμετωπίζει αναδυόμενες, έκτακτες ανάγκες χωρίς να παραδίδει τα θεμέλια της ανεξαρτησίας της.

Το μωσαϊκό που δημιουργήθηκε από αποσπάσματα ενωμένα μεταξύ τους, έχει νόημα όταν αυτά (τα αποσπάσματα) μπαίνουν σε μια σειρά στην τροχιά της σκέψης του Τσε, που εξηγείται απ’ την αντίθεση μεταξύ της δράσης και της ευθυγράμμισης σε ένα στρατηγικό όραμα.

Ernesto Che Guevara coloured - 24Η συλλογή των υπογραμμισμένων από τον Τσε γραπτών δεν περιλαμβάνει ασφαλώς όλο το υλικό που θα έπρεπε να είχε διαβάσει αναφορικά με το δημόσιο στοχασμό. Είναι τοποθετημένα σε συγκεκριμένη σειρά απαντώντας σε ορισμένες απορίες που σιωπηρά ψάχνουν απάντηση. Παγκοσμίως αναγνωρισμένοι κλασσικοί συνδιάζονται (σ.μ: στα αναγνώσματα του Τσε) με γραπτά κείμενα του Μάο Τσε Τουνγκ και του Λουίς Αλτουσέρ, εκτενώς διαδεδομένοι και οι δύο στην Κούβα της δεκαετίας του ’70.

Από το Μάο, βρίσκουμε την αξιολόγηση των αντιφάσεων ως πηγή ανάπυξης, ως υπαινιγμός για τη μεταφορά του “εκατοντάδες λουλούδια”, η οποία την εποχή εκείνη θεωρούνταν ως αναγνώριση της αναγκαίας συμβίωσης διαφορετικών πολιτισμών και σχολών σκέψης. Λίγο πιο δυσνόητες στα μηνύματα τους, τα γραπτά του Αλτουσέρ έθεταν την αναπόσπαστη ενότητα της θεωρίας και της δράσης, στο βαθμό να θεωρείται η θεωρία ως συγκεκριμένη έκφραση της δράσης.

Ο Τσε συσσώρευσε (στην σκέψη του) όλο αυτό το υλικό μελέτης όταν ήταν πλέον ώριμος άνδρας. Είχε ήδη τελειώσει με το αντάρτικο της Σιέρρα Μάεστρα, είχε ήδη θέσει σε εφαρμογή το Κουβανικό Σοσιαλιστικό μοντέλο βασισμένο στη γνώση που είχε από την ευρωπαϊκή εμπειρία και στην σκληρή αντιπαράθεση με τον Ιμπεριαλισμό. Ο ίδιος σημείωσε τις ατέλειες και αδυναμίες του σοβιετικού μοντέλου. Αντιλήφθηκε την ανάγκη να ενθαρρυνθεί η κριτική σκέψη, η σημασία να διατηρηθεί η αποστολή βοήθειας σε άλλες χώρες του κόσμου, η τόνωση της συνείδησης ως μέσο αντιμετώπισης της δογματικής κατήχησης.

Μέσα απ’ την μεταμόρφωση της κοινωνίας, οι δημιουργοί της, οι πολίτες που είναι ταγμένη σε αυτήν, μαθαίνουν συνέχεια από τις εμπειρίες τους, τις επανερμηνείες της Ιστορίας και οι προσαρμογές της τακτικής με στόχο να επιτευχθεί ο στρατηγικός στόχος.

Κάποιες φορές, μπορεί να τυφλωνόμαστε απ’ το πάθος. Αλλά επίσης φωτίζει το μονοπάτι της αποσαφήνισης των πραγμάτων. Από το θάνατο του στη Βολιβία, η εικόνα του κόσμου έχει υποστεί αναπάντεχες αλλαγές με εκπληκτικά γρήγορο τρόπο. Η κατάρρευση της σοσιαλιστικής Ευρώπης επιτάχυνε την κρίση στην Αριστερά, μετατόπισε (ιδεολογικά) τη μαρξιστική παράδοση, εδραίωσε τον σκεπτικισμό και αντικατέστησε την ξεκάθαρη ιδεολογία απο το “φως” του μηνύματος που περνάνε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η οικονομική ισχύς ασκεί την εξουσία της με δυναμική ανεξάρτητη απ’ την πραγματική οικονομία και μετατρέπει τους πολιτικούς σε υπηρέτες των συμφερόντων τους.

Με το μάθημα του νεοφιλελευθερισμού να έχει γίνει σαφές, η Λατινική Αμερική προσφέρει ένα μοντέλο για την τόσο αναγκαία αντίσταση που χρειάζεται μια αναδιοργάνωση της Αριστερής σκέψης, η οποία πάντα υποφέρει από διασπάσεις. Σε αυτές τις συνθήκες, ο Τσε μας καλεί να ξυπνήσουμε. Είναι πιεστική ανάγκη να σκεφτούμε τι να κάνουμε προκειμένου να αποφύγουμε λάθη, προκειμένου να μην υπάρξουν λανθασμένες προσδοκίες, να αποφύγουμε μιμητισμό και να θέσουμε μια τακτική που να είναι ταυτισμένη με την στρατηγική σκέψη. Ας επιστρέψουμε στην σκέψη του Τσε. Ας δεχθούμε την πρόκληση να μετατρέψουμε την εξάσκηση της δημιουργικής σκέψης σε δράση.

Πηγή: «Che Calls on Us to Think», Juventud Rebelde, 9 Οκτώβρη 2012 / Μετάφραση Κειμένου: Guevaristas.

11 Δεκέμβρη 1964: Ο Τσε Γκεβάρα στα Ηνωμένα Έθνη (Ομιλία & Βίντεο)

Che_Guevara_UN2Ήταν 11 Δεκέμβρη 1964 όταν ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, εκπροσωπώντας την επαναστατική κυβέρνηση της Κούβας, μίλησε στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών.

Η ομιλία αυτή του Τσε, μνημείο αντι-ιμπεριαλιστικού λόγου και υπεράσπισης των λαών που μάχονται για την ελευθερία τους, έγινε χωρίς την παρουσία του εκπροσώπου των ΗΠΑ (Αντλάϊ Στίβενσον) στην αίθουσα της Γενικής Συνέλευσης. Άλλωστε είχαν προηγηθεί οι εχθρικές προσπάθειες της Ουάσινγκτον ενάντια στην Κούβα, η κρίση των πυραύλων, η απόβαση του Κόλπου των Χοίρων και η επιβολή του απάνθρωπου οικονομικού αποκλεισμού εκ μέρους της κυβέρνησης Κένεντι.

Ο Τσε, υπουργός βιομηχανίας τότε, ήταν ξεκάθαρος από την αρχή: “Η Κούβα προσέρχεται”, σημείωνε ο Γκεβάρα στην αρχή της ομιλίας του, “για να διευκρινήσει τη θέση της πάνω στα πιο σημαντικά απο τα επίμαχα θέματα (σημεία). Και θα το κάνει με όλη την συναίσθηση της ευθύνης που επιβάλλει η χρησιμοποίηση αυτού του βήματος. Ταυτόχρονα όμως θα ανταποκριθεί στο αναπότρεπτο καθήκον να μιλήσει με διαύγεια και ειλικρίνεια”.

Σε αυτές τις γραμμές αποτυπώνονταν οι πραγματικές προθέσεις της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας – να καταγγείλει το διεθνή και αμερικανικό ιμπεριαλισμό, να στηρίξει δημόσια τους καταπιεσμένους λαούς και να παρακινήσει τα Ηνωμένα Έθνη να πάρουν θέση, να δράσουν προς όφελος της ειρήνης και της ελευθερίας. Όσο όμως σεβασμό απέδωσε ο Τσε στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, άλλο τόσο καυστικός ήταν απέναντι στην γνωστή τακτική του οργανισμού να “νίπτει τας χείρας του” μπροστά στα ιμπεριαλιστικά εγκλήματα. Σε μια αποστροφή του λόγου του κατήγγειλε την προσπάθεια του ιμπεριαλισμού να “μετατρέψει τη Γενική Συνέλευση σε άσκοπο διαγωνισμό ρητορικής”. Γι’ αυτο ο Γκεβάρα μπήκε στην ουσία της υπόθεσης.

Ντυμένος όχι με το τυπικό κοστούμι της διπλωματίας αλλά με την στρατιωτική του στολή, ο Τσε αναφέρθηκε στις προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους να δυναμιτίσουν τη διεθνή ειρήνη. Έκανε λόγο για την ανάγκη να υπάρξουν ειρηνικές σχέσεις όχι μόνο μεταξύ των ισχυρών κρατών, αλλά κυρίως μεταξύ των ισχυρών και των αδυνάτων, μεταξύ εθνών με διαφορετικό οικονομικο-πολιτικό σύστημα. Όχι όμως και μεταξύ εκμεταλλευτών και θυμάτων. Σε έναν καταιγισμό κατηγοριών κατά της επεμβατικής αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ο Τσε Γκεβάρα χρησιμοποίησε πλήθος απτών παραδειγμάτων που επιβεβαίωναν στο ακέραιο τους ισχυρισμούς του: Από τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη νοτιοανατολική Ασία (Καμπότζη, Λάος, Βιετνάμ) στην Κύπρο και από το αιματηρό παράδειγμα του Κονγκό στην ταλαιπωρημένη απ’ την επιθετικότητα της Ουάσινγκτον Λατινική Αμερική.

Από το βήμα του ΟΗΕ, ο Γκεβάρα έκανε σαφές το ζήτημα της αλληλεγγύης που πρέπει να διέπει το σοσιαλιστικό στρατόπεδο ενάντια στην απειλή του ιμπεριαλισμού-καπιταλισμού. Μιλώντας μέσα στο πλαίσιο της διπλωματικής ορολογίας αλλά χωρίς να αποκρύβει ούτε χιλιοστό της αλήθειας, ο Τσε παρέθεσε την ωμή παραβίαση της ειρήνης από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Κάτι που οι σοσιαλιστικές χώρες αλλά και όλοι οι λαοί που πολεμούν για την απελευθέρωση, την πολιτική και οικονομική χειραφέτηση τους δεν θα έπρεπε να δεχθούν με κανέναν τρόπο.

che_guevara_united_nationsΘέλουμε να οικοδομήσουμε τον σοσιαλισμό. Έχουμε κυρηχτεί αλληλέγγυοι μ’ εκείνους που αγωνίζονται για την ειρήνη, πήραμε θέση – μολονότι είμαστε μαρξιστές-λενινιστές – στο πλευρό των αδέσμευτων χωρών*, γιατί και οι αδέσμευτοι αγωνίζονται όπως και μεις ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Θέλουμε την ειρήνη. Θέλουμε να δημιουργήσουμε μια καλύτερη ζωή για το λαό μας. Και γι’ αυτό το λόγο αποφεύγουμε, όσο μπορούμε, να απαντήσουμε στις προκλήσεις που μας κάνουν οι γιάνκηδες”.

Μιλώντας εξ’ ονόματος του λαού και της κυβέρνησης της Κούβας, ο Τσε Γκεβάρα επισήμανε τις προσπάθειες της επαναστατικής κυβέρνησης του νησιού για ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή της Καραϊβικής. Παρέθεσε ένα προς ένα πέντε σημεία που η Αβάνα είχε προτείνει στις ΗΠΑ ως μορατόριουμ για την δημιουργία κλίματος ειρήνης και ασφάλειας. Καμία πρόταση της Κούβας δεν έγινε αποδεχτή από τις ΗΠΑ, οι οποίες όχι μόνο συνέχισαν τις πολεμικές προκλήσεις ενάντια στον κουβανικό λαό αλλά και διατήρησαν (μέχρι και σήμερα) το στρατιωτικό ορμητήριο-φυλακή του Γκουαντάναμο.

Η ομιλία του Γκεβάρα όμως δεν εστιάστηκε μόνο στην ιμπεριαλιστική στρατηγική των ΗΠΑ, την ανάγκη για πυρηνικό αφοπλισμό, ούτε αποκλειστικά στην εκμετάλλευση των λαών της Λατινικής Αμερικής από το ξένο και ντόπιο Κεφάλαιο. Στην καρδιά του καπιταλισμού, στο κέντρο της Νέας Υόρκης, από του βήματος του ΟΗΕ, ο Γκεβάρα έστρεψε τα βέλη του προς το κοινωνικό απαρτχάιντ που επικρατούσε σε πολλές περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών. Ένα ρατσιστικό απαρτχάιντ που κατέτασε τους αφροαμερικανούς ως πολίτες ‘β κατηγορίας, στερούμενων βασικών πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Δήλωσε, ο Τσε, σε μια αποστροφή του λόγου του: “Οι ΗΠΑ επεμβαίνουν στην αμερικάνικη ήπειρο στο όνομα των ελευθέρων θεσμών. Θα ‘ρθει μια μέρα που τούτη η Συνέλευση θα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ωριμότητα και θα απαιτήσει τότε από τη βορειοαμερικάνικη κυβέρνηση εγγυήσεις για τη ζωή για τη ζωή του νέγρικου και του λατινοαμερικάνικου πληθυσμού, που ζει σ’αυτή τη χώρα και που στην πλειονότητα του είναι βορειοαμερικάνικος είτε λόγω καταγωγής είτε γιατί έκανε τις ΗΠΑ θετή πατρίδα του. Πως είναι δυνατό να παραστάνει το φρουρό της ελευθερίας εκείνος που σκοτώνει τα ίδια του τα παιδιά και καθημερινά τα ταπεινώνει για το χρώμα που έχει το δέρμα τους; Πως μπορεί να ποζάρει για φρουρός της ελευθερίας εκείνος που αφήνει ελεύθερους τους δολοφόνους των νέγρων και μάλιστα τους προστατεύει και τιμωρεί το νέγρικο πληθυσμό επειδή απαιτεί να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα του ως ελεύθερων ανθρώπων;”.

Εκεί, στην καρδιά του διεθνούς διπλωματικού συστήματος, ο αργεντίνος επανάστατης μίλησε και εκφράστηκε όχι μόνο εξ’ ονόματος της κουβανικούς κυβέρνησης που τυπικά εκπροσωπούσε. Εξέφρασε κυρίως τους καταφρονεμένους του κόσμου, τους λαούς που καταδυναστεύονταν από τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού και που αλληλοσφαγιάζονταν από εμφύλιες συγκρούσεις τις οποίες το μεγάλο κεφάλαιο είχε προκαλέσει στις χώρες τους. “Η Ιστορία”, είπε ο Γκεβάρα λίγο πριν το κλείσιμο της ομιλίας του, “θα υποχρεωθεί τώρα να πάρει υπ’ όψιν της τους φτωχούς της Αμερικής, τους καταληστεμένους και καταφρονεμένους που αποφάσισαν στο εξής να γράφουν μόνοι τους την ιστορία τους”.

(* Κίνημα των Αδεσμεύτων: Διακρατική οργάνωση χωρών που δεν επιθυμούσαν να τεθούν άμεσα με το μέρος κανενός εκ των δύο κυρίαρχων «στρατοπέδων» του Ψυχρού Πολέμου, δηλαδή ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Ιδρύθηκε το 1961 στο Βελιγράδι).

Δύο απόπειρες δολοφονίας.

Η παρουσία του Κομαντάντε Γκεβάρα στη Νέα Υόρκη είχε προκαλέσει την αντίδραση κουβανικών αντεπαναστατικών δυνάμεων. Δύο τρομοκρατικές ενέργειες, με προφανή σκοπό τη δολοφονία του Τσε, έλαβαν χώρα την 11η Δεκέμβρη 1964 στο Μανχάταν της αμερικανικής μεγαλούπολης. Η πρώτη ήταν η εκτόξευση ρουκέτας από μπαζούκας προς το κτίριο των Ηνωμένων Εθνών την ώρα που ο Γκεβάρα ήταν στο βήμα της Γενικής Συνέλευσης. Σύμφωνα με τις τοπικές αρχές, το βλήμα είχε εκτοξευθεί από την περιοχή Κουϊνς της ανατολικής όχθης και έπεσε στη θάλασσα, 200 περίπου μέτρα πριν τις ακτές του Μανχάταν. Ποτέ δεν διευκρινίστηκε ποιός εκτόξευσε τη ρουκέτα από το μπαζούκας που, σύμφωνα με τις έρευνες της αστυνομίας, ήταν ιδιοκτησίας του στρατού των ΗΠΑ.

Την ίδια ώρα που στην αίθουσα της Γενικής Συνέλευσης ο Τσε Γκεβάρα κατηγορούσε τον αμερικάνικο και διεθνή ιμπεριαλισμό, στην είσοδο του κτιρίου του ΟΗΕ ομάδες αντεπαναστατών, κουβανών και αμερικανών, διαδήλωναν με πλακάτ και σημαίες. Η αστυνομία της Νέας Υόρκης είχε συλλάβει μάλιστα μια ισπανόφωνη γυναίκα, ονόματι Μόλι Γκονζάλες, η οποία κατευθύνονταν προς το κτίριο του ΟΗΕ κρατώντας μαχαίρι. Σκοπός της, όπως η ίδια δήλωσε αργότερα, ήταν να χτυπήσει τον Γκεβάρα όταν αυτός θα έβγαινε απ’ την είσοδο του κτιριακού συγκροτήματος.

Ολόκληρη η ομιλία του Τσε στη Γ.Σ. του ΟΗΕ και η δευτερολογία του-απάντηση στις αιτιάσεις των πρέσβεων λατινοαμερικάνικων χωρών. [PDF]

Φωτογραφικό υλικό από την παρουσία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Reforma Universitaria y Revolución

Ernesto Che Guevara - 987Estimados compañeros, buenas noches,

Tengo que pedir disculpas al calificado público asistente por la demora en la iniciación de este acto, que es culpa mía y del tiempo que ha estado muy mal en todo el camino, y hemos tenido que parar en Bayamo.

Es muy interesante para mí venir a hablar de uno de los problemas que ha tocado más de cerca a las juventudes estudiosas de todo el mundo; venir a hablar aquí, en una Universidad revolucionaria, y precisamente en una de las más revolucionarias ciudades de Cuba.

El tema es sumamente vasto; tanto es así que varios conferencistas han podido desarrollar diferentes facetas de él. En mi condición de luchador, me interesa analizar precisamente los deberes revolucionarios del estudiantado en relación con la Universidad. Y para eso tenemos que precisar bien qué es un estudiante, a qué clase social pertenece, y si tiene algo que lo defina como entidad o como núcleo, o si simplemente responde en sus reacciones, a las reacciones generales de las diferentes clases a que puede pertenecer. Y entonces nos encontramos con que el estudiante universitario es precisamente el reflejo de la Universidad que lo aloja, porque ya hay limitaciones que pueden ser de diferentes tipos, pero que finalmente son limitaciones económicas que hacen que el estudiantado pertenezca a una clase social donde sus problemas -no sus problemas económicos- no son tan grandes como en otras; pertenece por lo general a la clase media, no aquí en Oriente, en Santiago de Cuba, sino en todo Cuba, y podemos decir que en toda América. Hay naturalmente excepciones -todos las conocemos-; hay individuos de extraordinaria capacidad que pueden luchar contra un medio adverso con una tenacidad ejemplar y llegar a adquirir su título universitario. Pero en general, el estudiante universitario pertenece a la clase media y refleja los anhelos e intereses de esa clase; aunque muchas veces, precisamente en momentos como ahora, la llama vitalizadora de la revolución puede llevarlo a posiciones más extremas. Y eso es lo que tratamos de analizar en estos momentos: las tendencias generales de la Universidad respondiendo al núcleo social del cual sale, y sus deberes revolucionarios para con la comunidad entera.

Porque la Universidad es la gran responsable del triunfo o la derrota, en la parte técnica, de este gran experimento social y económico que se está llevando a cabo en Cuba. Hemos iniciado leyes que transforman profundamente el sistema social imperante: se han liquidado casi de un plumazo los latifundios, se ha cambiado el sistema tributario, se está por cambiar el sistema arancelario, se están creando incluso cooperativas de trabajo industriales; es decir, toda una serie de fenómenos nuevos, que traen aparejados instituciones nuevas, están floreciendo en Cuba. Y todo ese inmenso trabajo lo hemos iniciado solamente con buena voluntad, con el convencimiento de que estamos siguiendo un camino verdadero y justo, pero sin contar con los elementos técnicos necesarios para hacer las cosas perfectamente.

Y no contamos con ellos porque precisamente estamos innovando, y esta institución que es la Universidad estaba orientada a dar a la sociedad toda una serie de profesionales que encajaban dentro del gran cuadro de las necesidades del país en la época anterior. había necesidad de muchos abogados, de médicos; ingenieros civiles había menos, y otras carreras seguían así. Pero nos encontramos de pronto con que necesitamos maestros agrícolas, ingenieros agrónomos, ingenieros químicos, industriales; físicos, incluso matemáticos, y no hay. En algunos casos no existe siquiera la carrera; en otros, está ocupada por un pequeño número de estudiantes que han visto la necesidad de empezar a estudiar cosas nuevas, o simplemente han caído allí porque no había lugar en otra escuela, o porque querían estudiar y no había nada que les gustara exactamente. En fin, no hay una dirección estatal para llenar todos los claros que estamos viendo que existen en la tecnificación de nuestra Revolución.

Y eso nos lleva al centro preciso del problema universitario en cuanto puede tener de conflictivo, en cuanto pueden tener de agresivo, si ustedes quieren, los planteamientos que voy a hacer. Porque el único que puede, en este momento, precisar con alguna certeza cuál va a ser el número de estudiantes necesarios y cómo van a ser dirigidos esos estudiantes de las distintas carreras de la Universidad, es el Estado. Nadie más que él lo puede hacer; por cualquier organismo, por cualquier instituto que sea, pero tiene que ser un instituto que domine completamente todas las diferentes líneas de la producción y esté al tanto también de las proyecciones de la planificación del Gobierno Revolucionario.

Grandes materias que son la base del triunfo de países más avanzados, como las matemáticas superiores y la estadística, prácticamente no existen en Cuba. Para empezar a hacer estadísticas de lo que necesitamos, nos encontramos con que no tenemos estadísticos, con que hay que importarlos, o buscar algunas personas que han desarrollado su especialidad en otros lugares. este es el nudo central del problema; si el Estado es el único organismo o el único ente capaz de dictaminar con algún grado de certeza cuáles son las necesidades del país, evidentemente, el Estado tiene que tener participación en el gobierno de la Universidad. Hay quejas violentas contra ello; incluso se levantan entre las candidaturas estudiantiles en La Habana, casi como cuestión de principio, la intervención o la no intervención del Estado, la pérdida de la autonomía, como llaman los estudiantes. Pero hay que definir exactamente qué significa autonomía. Si autonomía significa solamente que haya que cumplir una serie de requisitos previos para que un hombre armado entre en el recinto universitario para cumplir cualquier función que la Ley le asigne, eso no tiene importancia; no es ese el centro del problema, y todo el mundo está de acuerdo en que esa clase de autonomía se mantenga. Pero si hoy significara autonomía que un gobierno universitario desligado de las grandes líneas del Gobierno Central -es decir: un pequeño Estado dentro del Estado- ha de tomar los presupuestos que el Gobierno le dé y ha de trabajar sobre ellos, ordenarlos y distribuirlos en la forma que mejor le parezca, nosotros consideramos que es una actitud falsa. Es una actitud falsa precisamente porque la Universidad se está desligando de la vida entera del país, porque se está enclaustrando y convirtiéndose en una especie de castillo de marfil alejado de las realizaciones prácticas de la Revolución. Y además porque van a seguir mandando a nuestra República una serie enorme de abogados que no se necesitan, de médicos que incluso no se necesitan en la cantidad en que en estos momentos están ingresando, o de toda una serie de profesiones, por lo menos cuyos programas deben ser revisados para adaptarlos.

Surge entonces, frente a esta encrucijada de dos caminos o siglos, el levantamiento de grupos más o menos importantes, de sectores estudiantiles que consideran como la peor palabra del mundo la intervención estatal o la pérdida de la autonomía. En ese momento, esos sectores estudiantiles, lo digo con responsabilidad y sin ánimo de herir a nadie, están cumpliendo quizá el deber de la clase a que pertenecen, pero están olvidando los deberes revolucionarios, están olvidando los deberes contraídos en la lucha con la gran masa de obreros y campesinos que pusieron sus cuerpos, su sudor y su sangre al lado de los estudiantes en cada una de las batallas que se libraron en todos los frentes del país para llegar a esta gran solución que fue el primero de enero.

Y esta es una actitud sumamente peligrosa. No hoy, no hoy porque no se han definido todavía los campos, porque todavía hay mucha gente que aun herida en sus intereses económicos, cree que la Revolución ha sido un acierto, gente que tiene la virtud de ver mucho más lejos que donde alcanza su bolsillo y ve los intereses de la patria. Pero todo ese pequeño problema, que gira en torno a la palabra autonomía, tiene correlaciones e interrelaciones que van aún mucho más lejos que en nuestra Isla. Desde afuera se van tendiendo las grandes líneas estratégicas encargadas de aglutinar a todos los que sienten que han perdido algo con esta Revolución; no a los esbirros, no a los malversadores o a los miembros del anterior Gobierno, sino a los que quedándose al margen, o incluso apoyando en alguna forma este Gobierno, sienten que han quedado atrás o que han perdido algún bien económico. Toda esta gente está dispersa en distintas capas sociales, y puede manifestar su descontento con toda libertad en el momento que quiera; pero la tarea a que está encaminada en este momento la reacción nacional e internacional es aglutinar todas las fuerzas descontentas contra el Gobierno, y constituirlas en un conglomerado sólido para tener ese frente interno necesario a sus planes de invasión o depresión económica, o quién sabe cuál será.

Y la Universidad, dando batallas a veces feroces, luchando encarnizadamente en torno a la palabra autonomía, como naturalmente luchando encarnizadamente en torno a cuestiones de menor importancia como es la elección de los líderes estudiantiles, están creando precisamente el campo para que se siembre con toda fertilidad esa simiente que tanto anhelan sembrar los reaccionarios. Y este lugar, este lugar que ha sido en las luchas vanguardia del pueblo, puede convertirse en un factor de retroceso si no se incorpora a las grandes líneas del Gobierno Revolucionario.

Y lo que digo no es un análisis teórico de la cuestión ni una opinión festinada; es que esto es lo que ha pasado en la América entera, y los ejemplos podrían abundar considerablemente. Recuerdo en este momento el ejemplo patético de la Universidad de Guatemala que fue, como las Universidades cubanas, vanguardia del pueblo en la lucha popular contra los regímenes dictatoriales, y después, en el Gobierno de Arévalo primero, pero sobre todo en el Gobierno de Arbenz se fueron transformando en focos decididos de lucha contra el régimen democrático. Defendían precisamente lo mismo que ahora se está defendiendo: la autonomía universitaria, el derecho sagrado de un grupo de personas a decidir sobre asuntos fundamentales de la Nación, aun contra los intereses mismos de la Nación. Y en esa lucha ciega y estéril, la Universidad se fue transformando, de vanguardia de las fuerzas populares, en arma de lucha de la reacción guatemalteca. Fue necesaria la invasión de Castillo Armas, la quema en un acto público de un vandalismo medioeval de todos los libros que hablaran de temas que fueran mal vistos por el pequeño sátrapa guatemalteco, para que la Universidad reaccionara y volviera a tomar su lugar de lucha entre las fuerzas populares. Pero el camino perdido había sido extraordinariamente grande, y Guatemala hoy está, como ustedes lo saben, saliendo a medias de aquella situación caótica y buscando de nuevo, entre tropiezo y tropiezo, una vida institucional de acuerdo con las normas democráticas. Ese es un ejemplo palpitante, que todos ustedes recuerdan porque pertenece a la historia de estos días.

Pero es que podríamos ir mucho más lejos en el análisis de la gran conquista de la reforma universitaria del dieciocho que precisamente se gestó en mi país de origen y en la provincia a la cual pertenezco, que es Córdoba; y podríamos analizar la personalidad de la mayoría de aquellos combativos estudiantes que dieron la gran batalla por la autonomía universitaria frente a los gobiernos conservadores que en esa época gobernaban casi todos los países de América. Yo no quiero citar nombres para no provocar incluso polémicas internacionales; quisiera, que ustedes tomaran el libro de Gabriel del Maso, por ejemplo, donde estudia a fondo la reforma universitaria, buscarán en ese índice los nombres de todos aquellos grandes artífices de la reforma y buscarán hoy cuál es la actitud política, buscarán qué es lo que han sido en la vida pública de los países a que pertenecen, y se encontrarán con sorpresas extraordinarias, con las mismas sorpresas con que me encontré yo, cuando creyendo en la autonomía universitaria como factor esencial del adelanto de los pueblos, hice ese análisis que les aconsejo hacer a ustedes. Las figuras más negras de la reacción, las más hipócritas y peligrosas porque hablan un lenguaje democrático y practican sistemáticamente la traición, fueron las que apoyaron, y muchas veces las que aparecen como figuras propulsoras en sus países de aquella reforma universitaria. Y aquí entre nosotros, investiguen también al autor del libro porque también habrá sorpresas por allí.

Todo esto se lo decía para alentarlos precisamente sobre la actitud del estudiantado. Y más que en ningún lugar en Santiago, donde tantos estudiantes han dado su vida y tantos otros pertenecen a nuestro Ejército Rebelde. Nosotros, como tenemos un ejército que es popular y dignidad, a nadie le preguntamos cuál es su actitud política frente a determinados hechos concretos; cuál es su religión, su manera de pensar. Eso depende de la conciencia de cada individuo. Por eso no les puedo decir cuál será la actitud misma de los miembros del Ejército Rebelde. Espero que entiendan bien las líneas generales del problema y que sean consecuentes con las líneas de la Revolución. Tal vez sí, tal vez no.

Pero estas palabras no van dirigidas a ellos, una minoría, sino a la gran masa estudiantil, a todos los que componen este núcleo. Yo recuerdo que tuve una pequeña conversación con algunos de ustedes hace varios meses, y les recomendaba entrar en contacto con el pueblo, no llegar al pueblo como llega una dama aristocrática a dar una moneda, la moneda del saber o la moneda de una ayuda cualquiera, sino como miembro revolucionario de la gran legión que hoy gobierna a Cuba, a poner el hombro en las cosas prácticas del país, en las cosas que permitan incluso a cada profesional aumentar su caudal de conocimiento y unir, a todas las cosas interesantes que aprendieron en las aulas, las quizás mucho más interesantes que aprenden construyendo en los verdaderos campos de batalla de la gran lucha por la construcción del país.

Es evidente que uno de los grandes deberes de la Universidad es hacer sus prácticas profesionales en el seno del pueblo, y es evidente también que para hacer esas prácticas organizadamente en el seno del pueblo necesitan el concurso orientador y planificador de algún organismo estatal que esté directamente vinculado a ese pueblo, o incluso de mucho más de un organismo estatal, pues actualmente para hacer cualquier obra en cualquier lugar de la república, se ponen en contacto tres, cuatro o más organismos, y se está iniciando recién en el país la tarea de planificar el trabajo y de no dilapidar esfuerzos.

Pero centralizando el tema en el estudio, en el derecho a estudiar y en el derecho a elegir una carrera de acuerdo con una vocación, nos tropezamos siempre con el mismo problema: ¿Quién tiene derecho a limitar la vocación de un estudiante por una orden precisa estatal? ¿Quién tiene derecho a decir que solamente pueden salir 10 abogados por año y deben salir 100 químicos industriales? Eso es dictadura, y está bien: es dictadura. Pero ¿es la dictadura de las circunstancias la misma dictadura que existía antes en forma de examen de ingreso o en forma de matrículas, o en forma de exámenes que fueran eliminando los menos capaces? Es nada más que cambiar la orientación del estudio. El sistema en este caso permanece idéntico, porque lo que se hacía antes es tratar de dar los profesionales que iban a salir a la lucha por la vida en las diferentes ramas del saber. Hoy se cambian por cualquier método: examen de ingreso, o una calificación previa; en fin, el método es lo de menos. Y se trata de llevarlo hacia los caminos que la Revolución entiende que son necesarios para poder seguir adelante con nuestra tarea técnica. Y creo que eso no puede provocar reacciones. Y salta a la vista que la integración de la Universidad con el Gobierno Revolucionario no debe provocar reacciones.

No queremos aquí esconder las palabras y tratar de explicar que no, que eso no es pérdida de autonomía, que en realidad no es nada más que una integración más sólida, como la es. Pero esa integración más sólida significa pérdida de la autonomía, y esa pérdida de autonomía es necesaria a la Nación entera. Por tanto, tarde o temprano, si la Revolución continúa en sus líneas generales, encontrará las formas de lograr todos los profesionales que necesita. Si la Universidad se cierra en sus claustros y sigue en la tarea de lanzar abogados, o toda una serie de carreras que no son tan necesarias en este momento (no vayan a pensar que la he agarrado especialmente con los abogados); si sigue en esa tarea, pues tendrán que formar algún otro tipo de organismo técnico. Ya se está pensando en La Habana en hacer un Instituto Técnico de Cultura Superior que dé precisamente una serie de estas carreras, instituto que tendrá una organización diferente a la Universidad quizás, y que puede convertirse, si la incomprensión avanza, en un rival de la Universidad o la Universidad en una rival de esa nueva institución que se piensa crear en la lucha por monopolizar algo que no se puede monopolizar porque es patrimonio del pueblo entero, como es la cultura.

También esas cosas que se están creando en Cuba se han hecho en otros países del mundo, y sobre todo de América. También se han producido esas luchas entre los miembros de organismos, de escuelas técnicas o politécnicas de un grado de cultura por lo general menor y la Universidad. Lo que yo no sé si se ha dicho o si se ha precisado bien claro, es que esa lucha es el reflejo de la lucha entre una clases social que no quiere perder sus privilegios, y una nueva clase o conjunto de clases sociales que están tratando de adquirir sus derechos a la cultura. Y nosotros debemos decirlo para alertar a todos los estudiantes revolucionarios, y para hacerles ver que una lucha de esa clase es sencillamente la expresión de eso que hemos tratado de borrar en Cuba, que es la lucha de clases, y que quien se oponga a que un gran número de estudiantes de extracción humilde adquiera los beneficios de la cultura, está tratando de ejercer un monopolio de clases sobre la misma.

Ahora bien, cuando aquí se hablaba de reformas universitarias, y todo el mundo ha estado de acuerdo en que la reforma universitaria es algo importante y necesario para el país, lo primero que se ha hecho es, por parte de los estudiantes, tomar en cierta manera el control de las casas de estudio, imponer a los profesores una serie de medidas e intervenir en el gobierno de la Universidad en mayor o menos grado. ¿Es correcto? Esa es la expresión de un grupo que ha triunfado, ha triunfado y ha exigido sus derechos después del triunfo. Los profesores -algunos por su edad, otros por su mentalidad incluso- no participaron en la misma medida en la lucha, y los que lucharon y triunfaron adquirieron ese derecho. Pero yo me pregunto si el Gobierno Revolucionario no luchó y triunfó, y no luchó y triunfó con tanto o más encarnizamiento que cualquier sector aislado de la colectividad porque fue la expresión de la lucha toda del pueblo de Cuba por su liberación. Sin embargo, el Gobierno no ha intervenido en la Universidad, no ha exigido su parte en el festín, porque no considera que esa sea la manera más lógica y honorable de hacer las cosas. Llama simplemente a la realidad a los estudiantes; llama al raciocinio, que es tan importante en momentos revolucionarios, y a la discusión, de la cual surge necesariamente el raciocinio.

Ahora se están discutiendo programas de reforma universitaria y enseguida se vuelve la vista hacia las reformas universitarias del año dieciocho, hacia todos los supersabios que traicionaron su ciencia y su pueblo después pero que en el momento en que lucharon por una cosa noble y necesaria como era la reforma universitaria en aquel momento, no conocían nada de nada, eran simples estudiantes que la hicieron porque era una necesidad. Teorizar, teorizaron después, y teorizaron cuando ya tenían un sentido malévolo de lo que habían hecho. ¿Por qué nosotros tenemos entonces que ir a buscar la reforma universitaria en lo que se ha hecho en otros lados? ¿Por qué no tomar aquello sino simplemente como información adicional a los grandes problemas nuestros, que son los que tenemos que contemplar por sobre todas las cosas, a los problemas que existen aquí, que son problemas de una revolución triunfante con una serie de gobiernos muy poderosos, hostiles que nos atacan, nos acosan económicamente y a veces también militarmente; que riegan de propaganda por todo el mundo una serie de patrañas sobre este Gobierno, de un Gobierno que ha hecho la reforma agraria en la misma manera que yo aconsejo hacer la reforma universitaria, mirando hacia adelante pero no hacia atrás, tomando como simples jalones lo que se había hecho en otras partes del mundo, pero analizando la situación de nuestro propio campesino; que ha hecho una reforma fiscal y una reforma arancelaria, y que está ahora en la gran tarea de la industrialización del país, de este país de donde hay que sacar entonces los materiales necesarios para hacer nuestra reforma; de un país donde se reúnen los obreros que no han logrado todas las reivindicaciones y que aspiraron y lógicamente aspiran, y resuelven, en asambleas multitudinarias y por unanimidad, dar una parte de su sueldo para construir económicamente al país; de un Gobierno Revolucionario que lleva como bandera de lucha a la Reforma Agraria, y que la ha impulsado de una punta a la otra de la Isla, y que constantemente sufre porque no tiene los técnicos necesarios para hacerla, y porque la buena voluntad y el trabajo no suple sino en parte esa deficiencia, y porque cada uno de nosotros debemos volver sobre nuestros pasos constantemente y aprender sobre el error cometido, que es aprender sobre el sacrificio de la Nación.

Y cuando tratamos de buscar a quien lógicamente nos debe apoyar, a la Universidad; para que nos dé los técnicos, para que se acople a la gran marcha del Gobierno Revolucionario, a la gran marcha del pueblo hacia su futuro, nos encontramos con que luchas intestinas y discusiones bizantinas están mermando la capacidad de estos centros de estudios para cumplir con su deber de la hora. Por eso es que aprovechamos este momento para decir nuestras verdades quizás agrias, quizás en algunas cosas injustas, muy molestas quizás para mucha gente, pero que transmite el pensamiento de un Gobierno Revolucionario honesto, que no trata de ocupar o de vencer una institución que no es su enemiga, sino que debe ser su aliada y su más íntima y eficaz colaboradora; y que busca precisamente a los estudiantes porque nunca un estudiante revolucionario puede ser, no enemigo, ni siquiera adversario del Gobierno que representamos; porque estamos tratando en cada momento de que la juventud estudiosa, aúne al saber que ha logrado en las aulas el entusiasmo creador del pueblo entero de la República y se incorpore al gran ejército de los que hacen, dejando de lado esta pequeña patrulla de los que solamente dicen.

Por todo eso he venido aquí, más que a dar una conferencia, a presentar algunos puntos polémicos, y a llamar, naturalmente, a la discusión, todo lo agria, todo lo violenta que se quiera, pero siempre saludable en un régimen democrático, a la explicación de cada uno de los hechos, al análisis de lo que está sucediendo en el país, y al análisis de lo que sucedió con los que mantuvieron las posiciones que hoy mantienen algunos núcleos estudiantiles.

Y para finalizar, un recuerdo a los estudiantes interesados en estos problemas de la reforma universitaria: investiguen la vida futura, futura pero ya pasada, desde el momento en que se inició la reforma del dieciocho hasta ahora; investiguen la vida de cada uno de aquellos artífices de la reforma. Les aseguro que es interesante. Nada más.

What A Young Communist Should Be

Che_UJC_speech_1962Below are excerpts of a speech given by Ernesto Che Guevara, one of the central leaders of the Cuban revolution, at a ceremony marking the second anniversary of the formation of the youth organization. It was first published in Obra Revolutionaria, Oct. 23, 1962. The English-language translation of the entire speech, titled «What a Young Communist Should Be,» can be found in Che Guevara and the Cuban Revolution, a collection of Guevara’s speeches and writings published by Pathfinder Press.

The Union of Young Communists, with different names and organizational forms, is almost as old as the revolution. At the beginning it emerged out of the Rebel Army – perhaps that’s where it also got its initial name [Association of Young Rebels]. But it was an organization linked to the army in order to introduce Cuba’s youth to the massive tasks of national defense, the most urgent problem at the time and the one requiring the most rapid solution….

Later, as the revolution was consolidated and we could finally talk about the new tasks ahead, Compañero Fidel proposed changing the name of the organization, a change of name that fully expresses a principle. The Union of Young Communists [Applause] has its face to the future. It is organized with the bright future of socialist society in mind….

The Union of Young Communists should be defined by a single word: vanguard. You, compañeros, must be the vanguard of all movements, the first to be ready to make the sacrifices demanded by the revolution, whatever they might be…. And in order to do that, you have to set yourself real, concrete tasks, tasks in your daily work that won’t allow you the slightest letup.

The job of organizing must constantly be linked to all the work carried out by the Union of Young Communists. Organization is the key to grasping the initiatives presented by the revolution’s leaders, the many initiatives proposed by our prime minister, and the initiatives from the working class, which should also lead to precise directives and ideas for subsequent action.

Without organization, ideas, after an initial momentum, start losing their effect. They become routine, degenerate into conformity, and end up simply a memory. I make this warning because too often, in this short but rich period of our revolution, many great initiatives have failed. They have been forgotten because of the lack of the organizational apparatus needed to keep them going and accomplish something….

Now, two years later, we can look back and observe the results of our work. The Union of Young Communists has tremendous achievements, one of the most important and spectacular being in defense.

`Study, work, and the rifle.

Those young people, or some of them, who first climbed the five peaks of Turquino,(1) others who were enrolled in a whole series of military organizations, all those who picked up their rifles at moments of danger – they were ready to defend the revolution each and every place where an invasion or enemy action was expected. The highest honor, that of being able to defend our revolution, fell to the young people at Playa Girón….(2)

At the moment when the country’s defense was our most important task, the youth were there. Today, defense is still at the top of our concerns. But we should not forget that the watchword that guides the Young Communists – study, work, and the rifle – is a unified whole. The country cannot be defended with arms alone. We must also defend the country by building it with our work and preparing the new technical cadres to speed up its development in the coming years.

This is enormously important now, just as important as armed defense. When these problems were raised, the youth once again were there. Youth brigades, responding to the call of the revolution, invaded every corner of the country, and so after a few months of hard battle in which there were also martyrs of our revolution – martyrs in education – we were able to announce something new in Latin America: Cuba was a territory free of illiteracy in the Americas….(3) [Applause]

This is the kind of education that best suits youth who are being educated for communism. It is a kind of education in which work stops being an obsession, as it is in the capitalist world, and becomes a pleasant social duty….

What a young communist should be

Now, compañeros, I wanted to share my opinion as a national leader of the ORI(4) on what a Young Communist should be, to see if we all agree. I believe that the first thing that must characterize a Young Communist is the honor he feels in being a Young Communist, an honor that moves him to let the world know he is a Young Communist….

In addition to that, he should have a great sense of duty, a sense of duty toward the society we are building, toward our fellow men as human beings and toward all men around the world. That is something that must characterize the Young Communist. And along with that: deep sensitivity to all problems, sensitivity to injustice; a spirit that rebels against every wrong, whoever commits it; [Applause] questioning anything not understood, discussing and asking for clarification on whatever is not clear; declaring war on formalism of all types; always being open to new experiences in order to apply the many years of experience of humanity’s advance along the road to socialism to our country’s concrete conditions, to the realities that exist in Cuba. Each and every one of you must think about how to change reality, how to make it better….

Developing to the utmost the sensitivity to feel anguished when a man is murdered in any corner of the world and to feel enthusiasm when a new banner of freedom is raised in any corner of the world. [Applause]

The Young Communist cannot be limited by national borders. The Young Communist must practice proletarian internationalism and feel it as his own, reminding himself and all of us – Young Communists and those aspiring to be communists here in Cuba – that we are a real and palpable example for all our America, and for more than our America, for the other countries of the world also fighting on other continents for freedom, against colonialism, against neocolonialism, against imperialism, against all forms of oppression by unjust systems.

He must always remember that we are a flaming torch, that just as we are all individually a model for the people of Cuba, we are also a model for the peoples of Latin America and the oppressed peoples of the world who are fighting for their freedom….

And if someone says we are just romantics, inveterate idealists, thinking the impossible, that the masses of people cannot be turned into almost perfect human beings, we will have to answer a thousand and one times: Yes, it can be done; we are right. The people as a whole can advance.

NOTES

1. Located in the Sierra Maestra, Turquino is the highest mountain in Cuba.

2. On April 17, 1961, 1,500 Cuban-born mercenaries invaded Cuba at the Bay of Pigs on the southern coast in Las Villas Province. The action, organized directly by Washington, aimed to establish a «provisional government» to appeal for direct U.S. intervention. However, the invaders were first held at bay by the Cuban militias and defeated within 72 hours by the Revolutionary Armed Forces. On April 19, the last invaders surrendered at Playa Girón (Bay of Pigs), which has come to be the name Cubans use to designate the battle.

3. From late 1960 through 1961, the revolutionary government undertook a literacy campaign to teach 1 million Cubans to read and write. Central to this effort was the mobilization of 100,000 young people to go to the countryside, where they lived with peasants whom they were teaching. As a result of this drive, Cuba virtually eliminated illiteracy.

4. The Integrated Revolutionary Organizations (ORI) was formed in 1961 from a fusion of forces from the July 26 Movement, Popular Socialist Party, and Revolutionary Directorate. It became the United Party of the Socialist Revolution in 1963 and the Communist Party of Cuba in 1965.

El Pensamiento Economico de Ernesto Che Guevara / Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (Μέρος Τέταρτο)

ΜΕΡΟΣ ‘Δ (Συνέχεια από Μέρος ‘Γ).

«Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ» του οικονομολόγου Carlos Tablada Perez, εκδόσεις  Casa de las Americas 1987, CUBA.

Του Βαγγέλη Γονατά.

Η πορεία της Κούβας στα πλαίσια του σοσιαλιστικού στρατοπέδου (παρ ότι υπήρξε ιδρυτικό μέλος του «Κινήματος των Αδεσμεύτων») υπήρξε παράλληλη αλλά και αποκλίνουσα. Η  μελέτη αυτής της πορείας, αλλά και της κατάστασης στο εσωτερικό της Κούβας, βγάζει κάθε στιγμή, καλή ή κακή, την ανεξίτηλη σφραγίδα του Τσε. Το αλάνθαστο λαϊκό κριτήριο, έχει το ένστικτο να αναγνωρίζει στον ηγέτη τον δικό του άνθρωπο , τον άνθρωπο που θα ήθελε να είναι, τον Νέο Άνθρωπο που οραματίστηκε ο Τσε, και κατάφερε  να σκιαγραφήσει με την σκέψη, την δράση, και ιδιαίτερα την στάση και το προσωπικό   του παράδειγμα. Το σύνθημα  “estudio – trabajo – fusil” (σπουδές – δουλειά – ντουφέκι) θα περνάει σαν κόκκινη γραμμή την Κουβανική κοινωνία θυμίζοντας κάθε στιγμή τον Τσε.

Τον Απρίλη του 65 ο Τσε έχοντας αποδεσμευτεί από όλα τα κυβερνητικά καθήκοντα (όπως αποκαλύπτει ο Φιδέλ, ήταν ο μόνος όρος που είχε βάλει όταν τον ακολούθησε ) φεύγει από την Κούβα για να συμμετάσχει σε άλλα επαναστατικά κινήματα. Πεποίθησή του είναι ότι  ο πόλεμος με τον ιμπεριαλισμό είναι συνεχής και ενιαίος. Περνάει μερικούς μήνες στο Κογκό και επιστρέφει μυστικά στην Κούβα τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.  Το όραμά του για την επέκταση της επανάστασης στη Λατινική Αμερική (είχε ήδη συμμετάσχει  στην πολιτική δράση στη Γουατεμάλα  το 1954 όταν η CIA ανέτρεψε την κυβέρνηση Χ. Αρμπενζ) και πιθανόν η πεποίθησή του ότι η Κούβα, χώρα νησιωτική , θα ήταν πολύ δύσκολο να επιβιώσει χωρίς ένα επαναστατικό στήριγμα, μια χώρα σύμμαχο στην Λατινική Αμερική, τον ωθεί την Βολιβία τον Νοέμβριο του 1966. Παρ ότι η καρδιά του τον καλεί στην πατρίδα του την Αργεντινή, όπου έχει ήδη πέσει στην μάχη (1964) ο συμπατριώτης του Χόρχε Ρικάρντο Μασέτι, δημοσιογράφος και ιδρυτής του ειδησεογραφικού πρακτορείου Prensa Latina.

H Bολιβία,  δεν επελέγη τυχαία, υπήρχαν εκεί σοβαρές πιθανότητες   επαναστατικής ανάφλεξης. Η εκτέλεση εν ψυχρώ δεκάδων επαναστατών εργατικών ηγετών σε σύσκεψη προετοιμασίας  απεργίας, δείχνει ότι ο ιμπεριαλισμός είχε πάρει σοβαρό μάθημα από την Κούβα.  Επομένως η επαναστατική ομάδα που ταξίδεψε στην Βολιβία και προετοιμάστηκε μυστικά στην Κούβα, είχε σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας.  Παρ όλες τις αντιξοότητες και την εχθρική στάση της ηγεσίας του ΚΚ Βολιβίας στο εγχείρημα, αν  ο Tσε στην τελευταία μάχη, κατάφερνε να περάσει τον κλοιό του κυβερνητικού στρατού  και να πάει στην περιοχή που υπήρχαν ευνοϊκότεροι συσχετισμοί και σχετική οργάνωση τον αγροτικό πληθυσμό, η υπόθεση θα παιζόταν  σοβαρά. Εξ άλλου κάποιοι συμπολεμιστές του τα κατάφεραν και γύρισαν μετά από καιρό στην Κούβα. Όμως  ο Τσε -ουσιαστικά- έπεσε στην μάχη  (10/67). Ήταν μια πιθανότητα που πάντα υπήρχε, και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της επαναστατικής του ζωής  μαζί της. Έπεσε στη μάχη, και ταυτόχρονα άνοιξε το μεγαλύτερο κεφάλαιο της ζωής του.

Τα χρόνια που ακολούθησαν  τον ηρωικό θάνατο του Τσε, δεν υπήρξε επαναστατικό κίνημα σε όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα στην Λατινική Αμερική που να ζήτησε και να μην έλαβε κάθε βοήθεια  – και στρατιωτική – από την Κούβα. Ο  «Κουβανός» ταυτίστηκε με τον όρο Διεθνιστής. Στην Ελλάδα την δεκαετία του 80 συνηθίσαμε να λέμε  «Κουβανό», κάθε σύντροφο που ερχόταν να ενισχύσει από αλλού την δράση μιας οργάνωσης.

Κορυφαία  Κουβανική επιχείρηση διεθνιστικής βοήθειας, υπήρξε η αποστολή στρατευμάτων στην μακρινή Αγκόλα (κωδικό όνομα «Επιχείρηση Καρλότα»). Η κυβέρνηση της Κούβας ανταποκρίθηκε 2 φορές (1975,1987) στο αίτημα της νόμιμης κυβέρνησης για βοήθεια στην απόκρουση  της  Ζαΐρινής και Νοτιοαφρικανικής επίθεσης για την ματαίωση της διακήρυξης  ανεξαρτησίας και την κατάληψη της χώρας, ματαιώνοντας  τα ιμπεριαλιστικά σχέδια. Η Αγκόλα απελευθερώθηκε τελικά και οι ιμπεριαλιστές υποχρεώθηκαν να αποδεχθούν το αποτέλεσμα του πολέμου. Στον 12ετή αυτό πόλεμο, πολέμησαν πάνω από 55.000 Κουβανοί  και πάνω από 2.000 έπεσαν στην μάχη, κάνοντας την Κούβα σύμβολο του διεθνισμού και στην Αφρική. Την ίδια περίοδο η συμμετοχή των Σοβιετικών ήταν σε επίπεδο Συμβούλων στο Γενικό Επιτελείο  του στρατού της Αγκόλα και εννοείται, σε υλικό , επιμελητιακό , διπλωματικό επίπεδο που δεν ήταν καθόλου αμελητέο.

Η τελική μεγάλη μάχη του πολέμου έγινε στα τέλη του 1987 στο Κουίτο Καναβάλε. Ηδη η Αγκόλα είχε νικήσει από τα τέλη του 1975, όταν με την καθοριστική βοήθεια της Κούβας αποκρούστηκε απολύτως η ιμπεριαλιστική επίθεση, και εκδιώχθηκε κάθε στρατιώτης των επιτιθέμενων από το έδαφός της. Άρχισε η δεκαετία της διπλωματίας και της υποτιθέμενης ειρηνικής λύσης. Ακόμα και οι Σοβιετικοί πίεζαν έντονα για την απόσυρση των Κουβανικών στρατευμάτων φοβούμενοι τις αντιδράσεις των ΗΠΑ. Έτσι παρά τις σοβαρές αντιρρήσεις τους, οι Κουβανοί και η Κυβέρνηση της Αγκόλα, συμφωνούν σε πρόγραμμα μερικής απόσυρσης . Όταν ο Φιδέλ  επισκέπτεται την Αγκόλα τον Μάρτη του 1977 ήδη, 12.000 Κουβανοί στρατιώτες (το 1/3 των δυνάμεων) έχει επιστρέψει. Όμως παραμένουν σοβαρές δυνάμεις στο βασικό οροπέδιο της χώρας, 250 χιλ. από τα σύνορα της Ναμίμπια.

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Αγκόλα στάθηκε στα πόδια της, χάρη και στην επιμελητιακή  και οικονομική βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς  στις άλλες χώρες της περιοχής (Ναμίμπια, Ζιμπάμπουε , Νότια Αφρική) αναπτύχθηκε  η αντιαποικιακή πάλη.  Όμως στα τέλη του 1987 εξαπολύεται η τελική και σοβαρότερη ιμπεριαλιστική επίθεση από τις δυνάμεις της Νότιας Αφρικής που εισβάλουν και πάλι στην Αγκόλα.  Η κυβέρνηση της Αγκόλα ζητά εκ νέου στρατιωτική βοήθεια από την Κούβα.  Πέρα από κάθε πρόβλεψη, σε μια γιγαντιαία στρατιωτική επιχείρηση, ρισκάροντας ακόμα και την αμυντική θωράκιση της Κούβας, 40.000 Κουβανοί μαχητές, 600 άρματα μάχης, 1.000 αντιαεροπορικά, αεροπορικές δυνάμεις ΜIG-23 διασχίζουν τον Ατλαντικό και αποβιβάζονται στην Αγκόλα και συντρίβουν οριστικά τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στο Κουίτο Καναβάλε.  Για πρώτη φορά στην ιστορία, μια «τριτοκοσμική χώρα» διεξάγει μια τέτοια στρατιωτική επιχείρηση έξω από το έδαφός της και μάλιστα σε άλλη ήπειρο. Για τρίτη φορά σε στρατιωτικό επίπεδο (Επανάσταση , Κόλπος των Χοίρων, Αγκόλα) η μικρή Κούβα κάνει κίνηση ματ στην πανίσχυρη στρατιωτική ιμπεριαλιστική μηχανή. .  Έτσι εφαρμόστηκε με τον καλύτερο τρόπο από τους Κουβανούς, το Γκεβαρικό σύνθημα “fusil”  από το τρίπτυχο «estudio/σπουδές , trabajo/δουλειά , fucil / τουφέκι», σύνθημα  μέχρι σήμερα της Κομμουνιστικής νεολαίας της Κούβας.

Το  βάρος που έριξε  από την πρώτη στιγμή η Κουβανική επανάσταση στον παράγοντα άνθρωπο ήταν βασική θέση του Τσε, που εκφράζεται έντονα και στην οικονομική του σκέψη.  Η θεμελιώδης αντίθεση  για τα ηθικά ή υλικά κίνητρα , η θέση για  διαρκή μόρφωση και πολύπλευρη ειδίκευση του πληθυσμού  έχει φτιάξει 50 χρόνια μετά, το μοναδικό στον κόσμο Κουβανικό φαινόμενο ενός μορφωμένου και με υψηλή κουλτούρα λαού σε μια τόσο μικρή και με τόσο  οικονομικά προβλήματα χώρα. Η χώρα των 6.οοο γιατρών, που μετά την επανάσταση έφυγαν οι μισοί, είναι σήμερα η μεγαλύτερη «εξαγωγική δύναμη» γιατρών σε όλο τον κόσμο. Η χώρα που μόλις στα πρώτα χρόνια επαναστατικής εξουσίας εξάλειψε τον αναλφαβητισμό, σήμερα έχει παγκοσμίως το μεγαλύτερο ποσοστό πτυχιούχων ανώτατης εκπαίδευσης.  Η χώρα που ακόμα και σήμερα δεν έχει εξασφαλίσει την επάρκεια τροφίμων, έχει το μεγαλύτερο μέσο όρο ζωής και την μικρότερη παιδική θνησιμότητα από όλη την Λατινική Αμερική.

Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς το εκπαιδευτικό σύστημα στην Κούβα, καθώς έχει έντονη επιρροή –παρ ότι δείχνει άσχετο εκ πρώτης όψεως –  από την οικονομική σκέψη του Τσε. Δηλ.  της γενικής , διαρκούς εκπαίδευσης , μόρφωσης και ειδίκευσης σαν κινητήριο μοχλό και της οικονομίας.

Στα νηπιαγωγεία και στα δημοτικά σχολεία οι μικροί μαθητές εκτός από την βασική εκπαιδευτική ύλη που αντιστοιχεί σε κάθε φάση,  παίρνουν τις βάσεις για να ανακαλύψουν και αναπτύξουν πολλαπλές κλίσεις, δεξιότητες και ταλέντα. Μέσα από ομάδες δουλειάς κάνουν μουσική, χορό, έρχονται σε πρώτη επαφή με ποίηση, λογοτεχνία, γυμναστική και αθλήματα.    Μέσα στο  σχολείο τρώνε , κοιμούνται το μεσημέρι, και διαβάζουν. Γυρίζοντας σπίτι , βασικά έχει τελειώσει και η προετοιμασία τους (διάβασμα) για την επόμενη μέρα.

Το αντίστοιχο  με το δικό μας Γυμνάσιο είναι 3 χρόνια, και το αντίστοιχο Λύκειο 5. Αυτό που εμείς θα λέγαμε  «επαγγελματικό προσανατολισμό» αρχίζει από την 3η γυμνασίου, διαρκεί δηλ. 6 χρόνια, πριν το Πανεπιστήμιο.  Ο μαθητής επιλέγει μαθήματα κατεύθυνσης διαφόρων επιστημών ή ειδικοτήτων τα οποία στη συνέχεια μπορεί να συνεχίσει, να αφήσει ή να πάρει κι άλλα. Το καλοκαίρι στο πρόγραμμα διακοπών, περιλαμβάνεται μήνας πρακτική στις επιλεγείσες ειδικότητες σε αντίστοιχες επιχειρήσεις ή ιδρύματα.

Έτσι υλοποιείται λοιπόν μέχρι και σήμερα, το Γκεβαρικό σύνθημα “estudio” (σπουδές), βασικό στοιχείο – θα το επαναλάβουμε – της οικονομικής σκέψης του Τσε. Γιατί  η οικονομία δεν είναι κυρίως Λογιστική.

Πηγή: Sierra Maestra.