Συντάκτης: Guevaristas
Το μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα: Οικοδομώντας το Κόμμα της Εργατικής Τάξης (Μέρος ‘Α)
Εισαγωγή στο βιβλίο «Το Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κόμμα» που εκδόθηκε το 1963 από την Εθνική Διοίκηση του Ενιαίου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης.
Δύο πράγματα είναι στενά δεμένα μεταξύ τους: η γενική θεωρία σαν έκφραση της πείρας του ΚΚΣΕ και των μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων όλης της ανθρωπότητας και η πρακτική εφαρμογή αυτών των γενικών ιδεών στα δικά μας ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Από τις ιδιαιτερότητες που προσδιορίζουν το πλαίσιο της ανάπτυξης των κοινωνικών γεγονότων σ’αυτήν την περιοχή του κόσμου, δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι υπάρχουν ιστορικές εξαιρέσεις. Απλά, μέσα στα γενικά πλαίσια της θεωρίας, που είναι καρπός της πείρας, εμπίπτει και η ιδιαίτερη περίπτωση της Κούβας που προσθέτει νέες εμπειρίες στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα.
Το εγχειρίδιο “Το μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα” μας δείχνει με λαμπρή σαφήνεια τι είναι ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα: “Άτομα συσπειρωμένα γύρω από ένα σύνολο κοινών ιδεών που ενώνονται για να δόσουν ζωή στις μαρξιστικές αντιλήψεις, δηλαδή, για να εκπληρώσουν την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης”. Εξηγεί επιπλέον, πως ενα κόμμα δε μπορεί να ζει απομονωμένο από τις μάζες, πως πρέπει να είναι σε διαρκή επικοινωνία μαζί τους, πως πρέπει να ασκεί την κριτική και την αυτοκριτι8κή και να είναι πολύ αυστηρό με τα λάθη του – πως δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο στης αρνητικές αντιλήψεις της πάλης ενάντια σε κάτι, αλλά και στις θετικές αντιλήψεις της πάλης για κάτι. Εξηγεί πως τα μαρξιστικά κόμματα δεν πρέπει να σταυρώνουν τα χέρια και να περιμένουν να εκπληρωθούν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες, που δημιουργούνται μέσα από τον πολύπλοκο μηχανισμό της ταξικής πάλης, όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να πέσει η εξουσία στα χέρια του λαού σαν ώριμο φρούτο. Δείχνει τον καθοδηγητικό και καταλυτικό ρόλο αυτού του κόμματος, της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, καθοδηγητή της τάξης του, που ξέρει να της δείχνει το δρόμο για τη νίκη και να επιταχύνει τα βήματα προς νέες κοινωνικές καταστάσεις. Τονίζει ότι ακόμη και στις στιγμές κοινωνικής άμβλυνσης, είναι αναγκαίο να ξέρει να υποχωρεί και να διατηρεί σταθερά τα στελέχη, για να μπορεί να στηριχτεί πάνω τους στο επόμενο κύμα και έτσι να προχωρήσει ακόμη μακρύτερα, προς τον θεμελιώδη στόχο του κόμματος την πρώτη επαναστατική περίοδο, που είναι η κατάληψη της εξουσίας.
Και είναι λογικό αυτό το κόμμα να είναι ταξικό. Ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα δύσκολα θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο. Αποστολή του είναι η αναζήτηση του πιο σύντομου δρόμου για την επίτευξη της δικτατορίας του προλεταριάτου. Τα πιο πολύτιμα μέλη του, τα καθοδηγητικά του στελέχη και η τακτική του πηγάζουν από την εργατική τάξη.
Δε νοείται να ξεκινήσει η οικοδόμηση του σοσιαλισμού με ένα κόμμα της αστικής τάξης, ένα κόμμα που ανάμεσα στα μέλη του θα είχε έναν σημαντικό αριθμό εκμεταλλευτών, που θα είχαν μάλιστα την ευθύνη να καθορίσουν την πολιτική του γραμμή. Είναι φανερό πως μια τέτοια ομάδα μπορεί να καθοδηγήσει τον αγώνα σε ΄να εθνικοαπελευθερωτικό στάδιο, μέχρι κάποιο επίπεδο και κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις. Την αμέσως επόμενη στιγμή, η επαναστατική τάξη θα γινόταν αντιδραστική και θα δημιουργούνταν νέες συνθήκες που θα έκαναν αναγκαία την εμφάνιση του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος σαν καθοδηγητή της επαναστατικής πάλης. Και ήδη, στη Λατινική Αμερική τουλάχιστον, είναι πρακτικά αδύνατο να μιλάμε για απελευθερωτικά κινήματα που να καθοδηγούνται από την αστική τάξη. Η κουβανική επανάσταση έχει πολώσει τις δυνάμεις. Μπροστά στο δίλημμα λαός ή ιμπεριαλισμός, οι αδύναμες εθνικές αστικές τάξεις επιλέγουν τον ιμπεριαλισμό και προδίδουν οριστικά τη χώρα τους. Χάνεται σχεδόν ολότελα η δυνατότητα να προκληθεί μια ειρηνική μετάβαση στο σοσιαλισμό, σε αυτή την περιοχή του κόσμου.
Αν το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα είναι ικανό να προβλέψει τα επερχόμενα ιστορικά στάδια και είναι ικανό να γίνει σημαία και πρωτοπορία ενός λαού, προτού ακόμη ξεπεράσει το εθνικοαπελευθερωτικό στάδιο – μιλώντας για τις χώρες μας που ζουν κάτω απο καθεστώς αποικιοκρατίας – τότε αυτό το κόμμα θα έχει εκπληρώσει μια διπλή ιστορική αποστολή και θα μπορέσει να αντιμετωπίσει το καθήκον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού με περισσότερη δύναμη, με μεγαλύτερο κύρος ανάμεσα στις μάζες.
Έπειτα έρχεται η κουβανική εμπειρία. Μια εμπειρία πλούσια για όλα όσα καινούργια, όσα ισχυρά προσφέρει αυτή την εποχή της ανάπτυξης της λατινοαμερικάνικης επανάστασης. Μια εμπειρία πλούσια σε διδαχές από τα ίδια της τα λάθη, που δημόσια αναλύθηκαν και διορθώθηκαν, σε σύνδεση με τις μάζες και μπροστά στην κρίση της κοινής γνώμης. Ιδαίτερα σημαντικές είναι οι ομιλίες του συντρόφου Φιντέλ αναφορικά με το Ενιαίο Κόμμα της Σοσιαλιστικής Επανάστασης και τις μεθόδους δουλειάς που χρησιμοποιήθηκλαν στις ΕΕΟ και που σηματοδοτούν δύο βασικά στάδια της ανάπτυξης μας. Στον πρώτο λόγο ο Φιντέλ δηλώνει με την ειλικρίνεια του ακέραιου επαναστάτη, που έφτασε στον κολοφώνα της ανοδικής εξελικτικής του σκέψης, και διακηρύσσει μπροστά στον κόσμο, δίχως καμιά αμφιβολία, την ιδιότητα του μαρξιστή-λενινιστή. Το κάνει, όμως, όχι σαν μια απλή διαβεβαιώση στα λόγια, αλλά δείχνοντας τα χαρακτηριστικά, τα πιο ξεχωριστά γεγονότα στην εξέλιξη του ηγέτη, του κινήματος και του Κόμματος στην πορεία σύγκλισης που στόχευε στη δημιουργία του Ενιαίου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης.
Αναλύοντας τον ίδιο του τον εαυτό, ο σύντροφος Φιντέλ αναγνωρίζει ένα μεγάλο αριθμό οπισθοδρομικών αντιλήψεων που είχε κληρονομήσει από το κοινωνικό του περιβάλλον. Διηγείται πως ενστικτωδώς άρχισε να αγωνίζεται ενάντια σ’αυτές τις αντιλήψεις και να ανδρώνεται μέσα από την πάλη. Εξιστορεί τις αμφιβολίες του και τις αιτίες τους καθώς και το πως αυτές διαλύθηκαν. Σε αυτό το στάδιο, το Κίνημα 26 Ιούλη αποτελούσε κάτι καινούργιο, πολύ δύσκολο να προσδιορισθεί. Ο Φιντέλ Κάστρο, ήρωας του Μονκάδα, φυλακισμένος στο Νησί των Πεύκων, εκπαιδεύει μια εκστρατευτική ομάδα που έχει σαν αποστολή της να φτάσει στις ακτές του Οριέντε, να ανάψει την επαναστατική φωτιά σε αυτή την επαρχία και να την απομονώσει από το υπόλοιπο νησί σε πρώτη φάση, ή να προχωρήσει ασυγκράτητα, σύμφωνα με τις αντικειμενικές συνθήκες, μέχρι την ίδια την Αβάνα, μετά από μια σειρά αλληλοδιαδεχόμενες, περισσότερο ή λιγότερο, αιματηρές νίκες.
Η πραγματικότητα μας χτύπησε σκληρά. Δεν ήταν έτοιμες όλες οι αναγκαίες υποκειμενικές συνθήκες για να αποκρυσταλλωθεί αυτή η απόπειρα, δεν είχαν ακολουθηθεί όλοι οι κανόνες του επαναστατικού πολέμου που αργότερα θα μαθαίναμε με το ίδιο μας το αίμα και το αίμα των αδελφών μας, στη διάρκεια δύο χρόνων σκληρής πάλης. Ηττηθήκαμε και εκεί ακριβώς άρχισε η πιο σημαντική ιστορία του κινήματος μας. Τότε αποδείχθηκε η πραγματική του δύναμη, η πραγματική ιστορική του αξία. Κατανοήσαμε τα λάθη τακτικής που είχαμε διαπράξει και ότι ακόμη έλειπαν κάποιοι σημαντικοί υποκειμενικοί παράγοντες. Ο λαός είχε συνείδηση της αναγκαιότητας μιας αλλαγής, δεν υπήρχε όμως η βεβαιότητα ότι αυτή ήταν δυνατή. Καθήκον μας ήταν να δημιουργήσουμε αυτή τη βεβαιότητα. Και στη Σιέρα Μαέστρα άρχισε η μακρά διαδικασία που χρησιμεύει σαν καταλύτης για όλο το κίνημα στο νησί, κάνοντας να ξεσπάσουν αδιάκοπες καταιγίδες, αδιάκοπες επαναστατικές φωτιές σε ολόκληρο το έδαφος της χώρας.
Αρχίζει να αποδεικνείεται από τα ίδια τα γεγονότα ότι ο επαναστατικός στρατός, με την πίστη και τον ενθουσιασμό του λαού δρομολογημένα στη σωστή κατεύθυνση, με ευνοϊκές συνθήκες για τον αγώνα, μπορεί να αυξάνει τη δύναμη του μέσα από την κατάλληλη χρήση των όπλων και να συντρίψει κάποια μέρα τον εχθρικό στρατό. Στην ιστορία μας αυτό αποτελεί ένα μεγάλο δίδαγμα. Πριν από την κατάκτηση της νίκης είχε αρχίσε να αλλάζει ο συσχετισμός δυνάμεων μέχρι που έγινε εξαιρετικά ευνοϊκός για το επαναστατικό κίνημα. Δημιουργήθηκαν οι υποκειμενικές συνθήκες που απαιτούνται για την πραγματοποίηση της αλλαγής και προκλήθηκε η κρίση εξουσίας που είναι απαραίτητη γι’αυτήν την αλλαγή. Γεννιέται μια νέα επαναστατική εμπειρία για τη Λατινική Αμερική. Αποδεικνύεται πώς οι μεγάλες αλήθειες του μαρξισμού-λενινισμού ισχύουν πάντα. Σε αυτήν την περίπτωση αποδείχθηκε ότι η αποστολή των ηγετών και των κομμάτων είναι να δημιουργήσουν όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την κατάληψη της εξουσίας και να μη μετατραπούν σε θεατές του επαναστατικού κόμματος που γεννιέται μέσα στους κόλπους του λαού.
Την ίδια στιγμή, αποδεικνύοντας την ανάγκη για τους ένοπλους πυρήνες που υπερασπίζονται τη λαϊκή κυριαρχία να αντιμετωπίζουν αιφνιδιασμούς, επιθέσεις και καταστροφές, φάνηκε η σημασία του να έχει ο ένοπλος αγώνας για σκηνή δράσης τα πιο ευνοϊκά εδάφη για τον ανταρτοπόλεμο, δηλαδή τα πιο απόκρημνα, τραχιά εδάφη της υπαίθρου. Αυτή είναι άλλη μια συνεισφορά της Κουβανικής Επανάστασης στον αγώνα μας για την χειραφέτηση της Λατινικής Αμερικής. Από την ύπαιθρο πάμε στην πόλη, από τα μικρότερα στα μεγαλύτερα, δημιουργώντας το επαναστατικό κίνημα που κορυφώθηκε στην Αβάνα.
Αλλού, πάλι, ο Φιντέλ εκφράζει με σαφήνεια: ουσιαστική προϋπόθεση του επαναστάτη είναι να βρίσκεται σε θέση να ερμηνεύσει την πραγματικότητα. Αναφερόμενος στην απεργία του Απρίλη (1958), εξηγεί πώς δεν καταφέραμε να την ερμηνεύσουμε εκείνη τη στιγμή και ως εκ τούτου υποστήκαμε καταστροφή. Γιατί προκηρύσεται απεργία τον Απρίλη; Επειδή υπήρχαν στους κόλπους του κινήματος μια σειρά αντιθέσεις που εμείς ονομάζουμε της Sierra (του βουνού) και της πεδιάδας και που έβγαιναν στην επιφάνεια μέσα από την ανάλυση των στοιχείων που θεωρούνταν απαραίτητα για την έκβαση του ένοπλου αγώνα, στοιχεία για τα οποία ήταν διαμετρικά αντίθετη η κάθε μια απο αυτές τις πτέρυγες.
Το βουνό ήταν πρόθυμο να νικήσει τον στρατό, όσες φορές αυτό θα χρειάζονταν, για να το νικά μάχη με τη μάχη, κατακτώντας τον οπλισμό του, μέχρι να φτάσει κάποια μέρα, με βάση τον αντάρτικο στρατό, να καταλάβει την εξουσία. Η πτέρυγα της πεδιάδας ήταν οπαδός του της γενικευμένης ένοπλης πάλης γενικά σε όλη τη χώρα με επίλογο με επαναστατική γενική απεργία για την ανατροπή του Μπατίστα και την εγκαθύδριση της εξουσίας των «πολιτών» στην κυβέρνηση μετατρέποντας σε “απολίτικο” το νέο στρατό.
Η σύγκρουση ανάμεσα σ’αυτές τις δύο θέσεις ήταν συνεχής και δεν ήταν ότι καταλληλότερο για την ενιαία καθοδήγηση που απαιτούσαν εποχές σαν και αυτή. Η απεργία του Απρίλη προετοιμάζεται και προκηρύσσεται από την πτέρυγα της πεδιάδας με τη συναίνεση της ηγεσίας του βουνού, που νιώθει ανίκανη να την εμποδίσει, παρ’ όλο που έχει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το αποτέλεσμα της και με τη ρητή επιφύλαξη του Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος που προειδοποιεί έγκαιρα για τους κινδύνους. Οι επαναστάτες διοικητές πηγαίνουν στις πεδιάδες να βοηθήσουν και έτσι ο Καμίλο Σιενφουέγος, ο αξέχαστος αυτός Αρχηγός του Στρατού μας, αρχίζει να κάνει τις πρώτες του εξορμήσεις στην περιοχή του Μπαγιάμο.
Οι ρίζες αυτών των αντιθέσεων έχουν βαθύτερες ρίζες απ’ ότι οι διαφορές τακτικής: ο αντάρτικος Στρατός είναι πια απο ιδεολογική πλευρά προλεταριακός και σκέφτεται σαν τάξη που δεν έχει καμιά ιδιοκτησία. Η Τάση της πεδιάδας εξακολουθεί να είναι μικροαστική, με μελλοντικούς προδότες στην ηγεσία της και με μεγάλες επιδράσεις από το περιβάλλον μέσα στο οποίο δουλεύει.
Ουλίσες Εστράδα: Ο διεθνισμός είναι στη φύση της Κουβανικής Επανάστασης
Συζήτηση με τον Ουλίσες Εστράδα, δημοσιογράφο συγγραφέα και σύντροφο στη ζωή και τον αγώνα της αντάρτισσας, που έπεσε μαχόμενη με τον Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία. Συνέντευξη στο Δημήτρη Καραγιάννη του «Ριζοσπάστη».
Η συζήτηση με ένα σύντροφο με τις περγαμηνές του Ουλίσες Εστράδα δεν είναι εύκολη υπόθεση, γιατί αυτό που σε κυριεύει είναι το δέος για έναν έμπειρο επαναστάτη μαχητή. Ωστόσο, ο ίδιος φροντίζει να αποφορτίσει το κλίμα, λέγοντας ότι είναι «ένας απλός επαναστάτης, όπως εκατομμύρια άλλοι στην Κούβα, που υπηρέτησε και υπηρετεί την Επανάσταση του ηρωικού αυτού λαού και τη διεθνιστική της προσφορά σε άλλους αγωνιζόμενους λαούς».
Αναγκαστικά, δημοσιεύουμε τα πιο βασικά σημεία, από την πλούσια και μακρά συζήτηση που είχαμε την τύχη να έχουμε με τον σύντροφο Ουλίσες.
Ρωτήσαμε αρχικά τον συνομιλητή μας:
— Είχατε την τιμή να γνωρίσετε τον μεγάλο επαναστάτη Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Πώς συνέβη αυτό;
— Δούλεψα μαζί με τον διοικητή Τσε Γκεβάρα στον τομέα της ενίσχυσης των επαναστατικών δυνάμεων στη Λατινική Αμερική. Από τη στιγμή που νίκησε η Επανάσταση στην Κούβα, η πολιτική του διεθνισμού στηρίχτηκε με ξεκάθαρο τρόπο από τον ηγέτη μας Φιντέλ Κάστρο. Ο Τσε είχε ζητήσει από τον Φιντέλ, όταν νικούσε η επανάσταση, αυτός να αποδεσμευόταν για να συνεχίσει την πάλη στη Λατινική Αμερική.
Η δική μου ομάδα εργασίας, το τμήμα ειδικών επιχειρήσεων, είχε ως καθήκον να υλοποιεί τη βοήθεια που έδινε η Κούβα στα επαναστατικά κινήματα. Γνωρίστηκα με τον Τσε σε αυτή τη διαδικασία και αργότερα, εκτελώντας αποστολές στο εξωτερικό με προϊστάμενό μου τον διοικητή Μανουέλ Πινέιρο Λοσάδα, αρχηγό της κουβανικής κατασκοπείας και πρώτο υφυπουργό Εσωτερικών. Μετά την περιοδεία του Τσε στην Αφρική, που τον εντυπωσίασε, για τις άθλιες συνθήκες για τους πολλούς, και με δεδομένο ότι η ηγεσία του επαναστατικού κινήματος του Κονγκό ζητούσε βοήθεια, ο Φιντέλ πρότεινε στον Τσε να μπει επικεφαλής ενός γκρουπ Κουβανών που θα πήγαιναν ως σύμβουλοι στο αντάρτικο του Κονγκό. Του κινήματος που αγωνιζόνταν ενάντια στη δικτατορία του Μοϊσές Τσόμπε που ήταν ένας από τους βασικούς υπεύθυνους της δολοφονίας του Πατρίσιο Λουμούμπα, εθνικού ήρωα του Κονγκό, που δολοφονήθηκε με εντολή της CIA με τη συνεργασία των Βέλγων αποικιοκρατών και ορισμένους Κονγκολέζους. Ο Τσε αμέσως δέχτηκε και έφυγε για το Ζάιρε, (Λεοπολβίλ) όπως ονομαζόταν τότε και σήμερα λέγεται Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο αντάρτικο. Ωστόσο, οι συνθήκες στη χώρα δεν τον άφηναν να είναι εκεί ως δάσκαλος και αποφάσισε να μπει στη μάχη μαζί με τους Κονγκολέζους και να κάνει το μάθημα την ώρα της μάχης. Λίγο διάστημα μετά την αναχώρηση του Τσε για το Κονγκό, εγώ έφυγα από την Κούβα για να μεταφέρω όπλα, εξοπλισμό, φαγητό, φάρμακα σε ορισμένα κινήματα στην Αφρική που είχαν ζητήσει βοήθεια από την Κούβα. Οταν με φώναξαν για να μου αναθέσουν αυτήν την αποστολή εγώ πραγματοποιούσα μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά και στην πραγματικότητα δεν ήξερα τίποτε για την Αφρική. Ο διοικητής Πινέιρο με ενημέρωσε ότι ήταν ένα ταξίδι 15 ημερών. Κράτησε 5 μήνες. Οταν τελείωσα την αποστολή μου στην Τανζανία, στη δυτική πλευρά της Αφρικής, πέρασα στο Κονγκό και πήγα στο αντάρτικο, στη δύναμη που ήταν και ο Τσε. Επειτα ο ίδιος με ξαναέστειλε στην Κούβα με ένα μήνυμα ότι έπρεπε να βρεθεί τρόπος για να φύγει από τη χώρα η κουβανική αποστολή. Και έτσι έγινε. Το Δεκέμβρη του 1965 έφυγαν οι Κουβανοί, ο Τσε έμεινε και ο μόνος που το ήξερε ήταν ο πρεσβευτής μας εκεί και ένας Κουβανός που δακτυλογράφησε το βιβλίο που έγραψε ο Τσε για το Κονγκό.
Τον μήνα Γενάρη του 1966 διοργανώθηκε στην Κούβα η Τριηπειρωτική Διάσκεψη και μου έδωσαν την εντολή να μεταβώ στην Τανζανία με έναν σύντροφο καλλιτέχνη, παλιό κομμουνιστή – ήταν καλός στις μεταμφιέσεις – με σκοπό να μεταμφιέσει τον Τσε για να τον βγάλουμε από την Αφρική. Πήγα με τον δόκτορα Γκαρσία Γκουτιέρες που του έκανε τη μεταμφίεση. Αυτό διάρκεσε περίπου 15 μέρες. Γύρισα στην Κούβα με τις φωτογραφίες του Τσε και ο Φιντέλ ενέκρινε τη μεταμφίεση. Επέστρεψα για να πάρω τον Τσε. Ο Τσε δεν ήθελε να γυρίσει στην Κούβα, γιατί ήδη είχε δημοσιευτεί το γράμμα του αποχαιρετισμού του. Είχαμε πολύ καλές συνθήκες στην Τσεχοσλοβακία, όπου οι τσέχικες υπηρεσίες μάς βοηθούσαν, είχαμε σπίτι, είχαμε ελευθερία κινήσεων στο αεροδρόμιο. Μπορώ να πω ότι κινούμασταν καλύτερα από ό,τι στη Μόσχα, όπου υπήρχε πιο πολύ έλεγχος. Φύγαμε, λοιπόν, από την Τανζανία με τελικό προορισμό την Πράγα.
Μπορώ να πω ότι έχω μιλήσει πολύ με αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο. Κάποια στιγμή ήρθε ένας άλλος σύντροφος να τον συνοδεύσει και εκεί κατάλαβα ότι ο προορισμός του ήταν η Βολιβία. Τότε ζήτησα από τον Πινέιρο να με αφήσει να πάω με την ομάδα του Τσε. Ο ίδιος ο Τσε μού είπε ότι είμαι πιο χρήσιμος να μείνω και να δουλέψω στις υπηρεσίες ασφάλειας. Αργότερα, όταν έμαθα ότι είχε έρθει κρυφά στην Κούβα, του έστειλα ένα μήνυμα που του έλεγα ότι ήθελα να πάω μαζί του στο αντάρτικο. Η απάντησή του ήταν ίδια. Ετσι δεν ακολούθησα σε αυτή τη διεθνιστική αποστολή.
— Πείτε μας για τη γνωριμία σας με την Τάνια.
— Ο Τσε ζήτησε από το Πινέιρο, να προετοιμάσει μια γυναίκα που θα την εγκαθιστούσαμε σε μια λατινοαμερικάνικη χώρα, με μια ψεύτικη ταυτότητα. Ο Τσε είχε γνωρίσει την Ταμάρα, που είναι η Τάνια, στο Βερολίνο το 1959 όταν επισκέφτηκε τη Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία, ως διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας και συμμετείχε σε μια συζήτηση με φοιτητές Κουβανούς και Γερμανούς. Η Τάνια ήταν η μεταφράστρια για τους Γερμανούς. Ηταν διερμηνέας στη Νεολαία, στο υπουργείο Εξωτερικών. Οι γονείς της ήταν κομμουνιστές, άνθρωποι μεγάλης εμπιστοσύνης. Οταν αναπτύχθηκε ο πόλεμος στην Κούβα πέρασε από τη Γερμανία μια αντιπροσωπεία του Σοσιαλιστικού Λαϊκού Κόμματος, που ήταν το πρώην ΚΚ στην Κούβα. Η Τάνια μίλησε με αυτούς, της είπαν για τον αγώνα ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα, κάτι που επηρέασε σημαντικά την Τάνια. Τους είπε ότι ήθελε να έρθει να αγωνιστεί στην Κούβα. Και έτσι άρχισε να προπαγανδίζει την επανάσταση και τον αγώνα του Φιντέλ και του λαού μας και επίσης ενθουσιάστηκε όταν έμαθε ότι ένας από τους ηγέτες ήταν από την Αργεντινή. Και είπε στη μητέρα της, όταν νικήσουμε στην Κούβα, θα πάω με τον Τσε για να πολεμήσουμε στην Αργεντινή. Η ίδια είχε γεννηθεί στην Αργεντινή και ένιωθε πολύ κοντά τη Λατινική Αμερική. Η Αλίσια Αλόνσο, εθνική χορεύτρια της Κούβας, βρέθηκε στο Βερολίνο και η Τάνια της ζήτησε να την καλέσει στην Κούβα. Οπως και έγινε το 1961, λίγο μετά τη νίκη στην Πλάγια Χιρόν. Αμέσως μόλις ήρθε στην Κούβα, άρχισε να δουλεύει στο Ινστιτούτο για τη Φιλία των Λαών, διευκόλυνε τις γερμανικές αντιπροσωπείες, δούλεψε ως μεταφράστρια στο υπουργείο Παιδείας και στο υπουργείο Αμυνας. Και ο Τσε ζήτησε από τον Πινέιρο, να εξετάσει αν αυτή η συντρόφισσα ήταν κατάλληλη για την αποστολή που σχεδίαζε. Στο τμήμα μου αξιολογήσαμε 3 συντρόφισσες και οι 3 Αργεντινές. Την Τάνια, μια συντρόφισσα που σήμερα είναι στη σύνταξη και τη συντρόφισσα Ισαμπέλ Λαργία, που ήταν πολύ κοντά μας, μια επαναστάτρια που δολοφονήθηκε αργότερα από τη στρατιωτική δικτατορία στη χώρα της. Αυτή που συγκέντρωνε τις περισσότερες αρετές ήταν η Τάνια. Ο Τσε είχε μια μεγάλη διαίσθηση όταν την πρότεινε. Γύρω στο Μάρτη του 1964, αν θυμάμαι καλά, μιλήσαμε με την ίδια και ο Πινέιρο της πρότεινε την αποστολή, σημειώνοντας ότι αυτή είχε μεγάλο ρίσκο, μπορούσε να φυλακιστεί, να βασανιστεί, να χάσει τη ζωή της. Δέχτηκε χωρίς πολλά λόγια.
— Ποια ήταν η αποστολή της;
— Για ένα χρόνο την προετοιμάζαμε επιχειρησιακά και στρατιωτικά, πήρε μαθήματα κατασκοπείας, αντικατασκοπείας, πώς να παραπλανά την αστυνομία, πώς να συγκεντρώνει πληροφορίες. Στο τέλος της εκπαίδευσης την πήγαμε στην επαρχία του Σιενφουέγος, όπου της δώσαμε ένα πλάνο δουλειάς, να κάνει μια συνάντηση με κάποιον άγνωστο, να τοποθετήσει μια βόμβα, βεβαίως της εξηγήσαμε ότι τα εκρηκτικά χρησιμοποιούνται μόνο στη μάχη, ενάντια στον εχθρό και όχι με τρομοκρατικό τρόπο. Εγώ είχα μεταφερθεί στο Σιενφουέγος και είχα μιλήσει πρώτα με τον επικεφαλής των τοπικών αρχών ασφαλείας. Του εξήγησα την αποστολή της και του ζήτησα αξιωματικοί της υπηρεσίας να προσπαθήσουν να την ανακαλύψουν και να τη συλλάβουν. Η Τάνια έκανε τα πάντα στην πόλη και δεν μπόρεσαν να την ανακαλύψουν. Εκανε μια θαυμάσια δουλειά. Στο βιβλίο εμφανίζονται οι μαρτυρίες δύο αξιωματικών που έψαχναν την Τάνια. Ενας από αυτούς γνώριζε ότι η Τάνια δούλευε για την κουβανική κατασκοπεία. Την είχε δει να δίνει σινιάλα σε ένα πάρκο. Και τις ραδιοφωνικές μεταδώσεις, κάτι που ήταν σαφώς δυσκολότερο, που η Ασφάλεια μπορούσε να ανακαλύψει, τις κάναμε στο σπίτι του διοικητή Ασφαλείας, εκεί βάλαμε το ράδιο, ένα μηχανισμό μικρό, της CIA, που είχαμε κατασχέσει, από τους πολλούς που έστελνε στην Κούβα, και όλους τους πιάναμε και τους βάζαμε στην υπηρεσία του επαναστατικού κινήματος. Πολλά επίσης όπλα που κατασχέσαμε τα δώσαμε στο επαναστατικό κίνημα. Η Τάνια πέρασε από όλες τις εξετάσεις με 100%. Επέστρεψε στην Αβάνα και ήταν πια έτοιμη για να φύγει. Καθίσαμε με τον Πινέιρο και τη συζητήσαμε. Είχε μελετήσει διάφορες χώρες, Βολιβία, Αργεντινή, Περού. Και της είπαμε ότι θα συναντηθεί με τον Τσε. Εκείνη πραγματικά απόρησε ότι ο Τσε θα ξέρει τη δουλειά της και ενθουσιάστηκε, λέγοντας ότι εκπληρώνεται ένα όνειρο ζωής της. Συναντήθηκε με τον Τσε που της εξήγησε την αποστολή της, τι ακριβώς θα έπρεπε να κάνει, ότι πρέπει να είναι προετοιμασμένη αν χρειαστεί να ενσωματωθεί με το αντάρτικο.
Ετσι η Τάνια έφυγε για την Πράγα, εγώ είχα ήδη σχέσεις προσωπικές μαζί της. Αυτό ήταν κάτι απαγορευμένο, αλλά ο Πινέιρο το έμαθε και δεν του άρεσε. Και μου είπε ότι δεν πρέπει να το μάθει κανείς άλλος. Ετσι δεν έστειλε και εμένα στην Πράγα αλλά άλλον σύντροφο. Η Τάνια βρέθηκε ένα μήνα στην Πράγα, όπου εκεί έκανε τη λεγόμενη προετοιμασία του «μύθου της». Δηλαδή της προσωπικότητας που πρόκειται να «παίξει». Στην Κούβα είχε στηθεί το σενάριο μιας Ιταλοαργεντινής, αυτή πήγε στην Ιταλία αλλά δε μιλούσε πολύ καλά Ιταλικά, έτσι χτίστηκε άλλος μύθος ως Αργεντινογερμανής. Η ίδια είχε ζήσει στη ΓΛΔ, αλλά για να φαίνεται ότι είναι Δυτικογερμανή, πήγε στη Δ. Γερμανία, στην υποτιθέμενη γενέτειρά της, να κάνει επαφές με τους γείτονες, έκανε μια καταπληκτική δουλειά με πολλές διευθύνσεις Γερμανών. Ετσι πήγε στη Βολιβία και σε διάρκεια 2 χρόνων πραγματοποίησε μια δουλειά που έφτασε να γνωρίσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, είχε σχέσεις με τα πιο υψηλά κλιμάκια της αστικής τάξης. Η ψευδής της «πρόσοψη» ήταν η λαογραφία και το φολκλόρ. Απέκτησε επαφές με το υπουργείο Πολιτισμού, εμφανιζόταν ως μια πλούσια αστή, πράγμα που της άνοιγε όλες τις πόρτες. Οταν έφτασαν οι άνθρωποι του Τσε αυτή βρήκε τα σπίτια, του Τσε του έδωσε χαρτιά επίσημα, για να μετακινείται άνετα μέσα στη χώρα και ήταν χαρτιά της ίδιας της προεδρίας του κράτους, που είχε καταφέρει να αποσπάσει. Εκανε πραγματικά μια θαυμάσια δουλειά.
Η Τάνια έφερε τον Ντεμπρέ, τον Γάλλο δημοσιογράφο για να πάρει συνέντευξη από τον Τσε στο αντάρτικο. Αφησε το τζιπ σε μια αγροτική περιοχή. Αλλά έγινε αντιληπτό από το βολιβιάνικο στρατό βρήκαν κάτι σε αυτό, και υπήρχε ο κίνδυνος να αποκαλυφθεί ο ρόλος της Τάνιας. Ετσι ο Τσε τής πρότεινε να μείνει στο αντάρτικο. Εκείνη έκατσε 15 μέρες με τον Τσε και στη συνέχεια πέρασε στην ομάδα της οπισθοφυλακής. Ομως, σε μια ενέδρα έπεσε νεκρή στη μάχη τον Αύγουστο του 1967, όταν είχε προδοθεί από έναν Βολιβιανό. Αυτή είναι η ιστορία της Τάνιας, που την περιγράφω αναλυτικά στο βιβλίο.
— Για να συνεχίσουμε, ποια πιστεύετε ότι είναι η αξία των ιδεών και της δράσης του Τσε σήμερα;
— Πρέπει να πούμε ότι στη χώρα μου οι μικροί πιονιέροι έχουν ως σύνθημα τους: «Να γίνουμε όπως ο Τσε». Ο Τσε είναι στην Κούβα παντού. Είναι μέσα σε όλους τους Κουβανούς. Και αυτό είναι λογικό. Για το ρόλο που έπαιξε στην Κουβανική Επανάσταση. Αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι ότι ο Τσε είναι παντού και εκτός της Κούβας. Δεν υπάρχει μια πολιτική διαμαρτυρία σε όποια γωνιά του κόσμου, για κοινωνική δικαιοσύνη που να μην έχει στα λάβαρά της τη μορφή του Τσε Γκεβάρα. Υπάρχει βέβαια και η προσπάθεια εμπορευματοποίησης του συμβόλου του, αλλά αυτό γίνεται γιατί ο κόσμος το αγοράζει, έχει ενδιαφέρον για τον Τσε. Γιατί τον σκότωσαν έτσι όπως τον σκότωσαν, τραυματισμένο και ανήμπορο; Επειδή πίστευαν ότι θα τέλειωναν με τις ιδέες του. Ομως, δεν το κατάφεραν.
— Να βάλουμε μια άλλη διάσταση. Συχνά κατηγορούν την Κούβα ότι ουσιαστικά εξάγει την επανάσταση. Πώς απαντάτε;
— Θα πω κάτι που είναι και απάντηση. Ο Φιντέλ ο ηγέτης της Επανάστασής μας, όταν ήταν νέος πήγε να αγωνιστεί στον Αγιο Δομίνικο ενάντια στη δικτατορία του Τρουχίγιο. Ηταν στο λεγόμενο «Μπογκοτάσο» στην Κολομβία, ως ένοπλος, ως κομμουνιστής. Επομένως, η διεθνιστική σκέψη του Φιντέλ δε δημιουργήθηκε μετά τη νίκη της επανάστασης. Την είχε μέσα του πάντα. Οπως το ίδιο συνέβαινε και με τον Τσε. Πιστεύω ότι ο κύριος λόγος για να ζει ο Τσε ήταν για να είναι διεθνιστής. Να παλεύει και για κάποιον που δεν ξέρει. Για εμάς η αλληλεγγύη είναι μια από τις μεγαλύτερες αρετές του ανθρώπινου είδους. Να είσαι αλληλέγγυος με αυτόν που υποφέρει, με τον αποκλεισμένο, με τον αγρότη που δεν έχει γη, με τον εργάτη που δεν έχει δουλειά, με όλα τα κακά που υποφέρει η ανθρωπότητα σήμερα. Ετσι είμαστε εμείς οι Κουβανοί.
Αυτό μπορεί να εξηγήσει λίγο το τι κάναμε εμείς στην περίοδο της δεκαετίας του ’60. Οταν νίκησε η Κουβανική Επανάσταση με τα όπλα, μια ομάδα ανθρώπων ενάντια σε ένα στρατό που είχε 60.000 στρατιώτες, τα καλύτερα όπλα που είχαν στη διάθεσή τους από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, με Βορειοαμερικανούς συμβούλους στην Κούβα, καταφέραμε να τον διαλύσουμε. Αρχισαν μετά οι επιθετικές ενέργειες ενάντια στην Κούβα. Μέσα στο Γενάρη πιάσαμε έναν εγκληματία που σκόπευε να δολοφονήσει τον Φιντέλ, άρχισαν τα σαμποτάζ, οι δολιοφθορές, αλλά αντέξαμε. Το παράδειγμα της Κούβας σε αυτό τον πόλεμο που ήταν νικηφόρος την έκανε για τους Λατινοαμερικανούς επαναστάτες να τη βλέπουν ως ένα φάρο, τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθηθεί. Αρχισαν να φτάνουν στην Κούβα να ζητούν βοήθεια και η Κούβα στάθηκε αλληλέγγυα. Επομένως, η Κούβα δεν εξήγαγε την επανάσταση, μόνο βοήθησε τα κινήματα που ήθελαν να κάνουν την επανάσταση στη χώρα τους. Πράγμα διαφορετικό από την εξαγωγή. Πολλά από αυτά τα κινήματα απαρτίζονταν από νέους κομμουνιστές που πολλές φορές διαφωνώντας με τα κόμματά τους οργάνωσαν νέες οργανώσεις και μέτωπα και εμείς βοηθήσαμε αυτές τις κινήσεις, εξακολουθώντας να έχουμε τις καλύτερες σχέσεις και με τα ΚΚ της Λατινικής Αμερικής. Αυτό δημιούργησε προβλήματα με την τότε Σοβιετική Ενωση, που μας έλεγε ότι αυτή μας η βοήθεια σε αυτά τα κινήματα αδυνάτιζε τη θέση των ΚΚ. Με αυτό εμείς δε συμφωνούσαμε. Τα ΚΚ πάλευαν για να κατακτήσουν καλύτερες θέσεις στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, στα συνδικάτα, στις φοιτητικές οργανώσεις, πάλευαν για καλύτερες θέσεις και όχι για την πολιτική εξουσία. Και εμείς πιστεύαμε ότι οι επαναστάτες έπρεπε να παλεύουν για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. Γι’ αυτό τους βοηθάγαμε. Και με τα ΚΚ είχαμε καλές σχέσεις, γιατί είχαμε κοινή ιδεολογική αφετηρία όχι γιατί συμφωνούσαμε απόλυτα μαζί τους.
Να πω και κάτι άλλο: Σήμερα μας κατηγορούν ότι έχουμε μια δικτατορία στην Κούβα. Τους απαντάμε, ναι έχουμε μια «δικτατορία» του λαού. Γιατί στην Κούβα όλοι έχουν στρατιωτική εκπαίδευση και καθένας έχει το όπλο του στη θέση μάχης έτοιμο. Γιατί δεν μπόρεσαν να επιτεθούν ενάντια στην Επανάσταση; Γιατί ο ένοπλος λαός δεν… ξεσηκώνεται; Γιατί στηρίζει την επανάστασή του, γιατί είναι έτοιμος να αναμετρηθεί με τον πιο ισχυρό στρατό του κόσμου αυτό των ΗΠΑ που είναι 90 μίλια από την Κούβα. «Δεν τον φοβόμαστε καθόλου», του το είπαμε και κατάμουτρα πρόσφατα με μεγάλο πλακάτ απέναντι από την πρεσβεία του στην Αβάνα. Ξέρουν ότι δεν τους φοβόμαστε. Ξέρουν ότι αν τολμήσουν να επέμβουν θα τους στοιχίσει περισσότερες ζωές από όσες έχασαν στο Βιετνάμ. Γιατί στην Κούβα θα πολεμήσουν… μέχρι και οι γάτες.
Αναδημοσίευση απ’ το «Ριζοσπάστη», 8 Ιούνη 2008.
Για τις αθλιότητες των νεοναζί της Χρυσής Αυγής περί του Τσε Γκεβάρα
Στις 12 Γενάρη 2013 δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της φασιστικής, νεοναζιστικής οργάνωσης «Χρυσή Αυγή» ένα κατάπτυστο κείμενο που έφερε τον τίτλο «Ρατσιστής και εναντίον των ομοφυλοφίλων ο Τσε Γκεβάρα;». Γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τις γκεμπελικές μεθόδους διάδοσης ψεμάτων και συκοφαντιών, ο συντάκτης του λιβελογραφήματος επιχειρεί να ρήξει στον ιδεολογικό βούρκο που κολυμπά ο ίδιος την προσωπικότητα του Τσε. Ακολουθώντας την τακτική της υπερσυντηρητικής δεξιάς στις ΗΠΑ, των κάθε λογής αντικομμουνιστών και ασφαλώς της αντεπαναστατικής κουβανικής μειονότητας της Φλόριντα, οι εγχώριοι νεοναζιστές δεν διστάζουν να πετάξουν λάσπη, να διαδώσουν χυδαία ψέμματα, να διασπείρουν πλήρως αστήρικτες κατηγορίες με σκοπό την σπίλωση του ονόματος του Τσε. Τι λένε λοιπόν για τον Τσε οι ιδεολογικοί απόγονοι του Χίτλερ, του Μουσολίνι και των ταγματασφαλιτών;
Αφού χαρακτηρίζει τον Τσε «το επαναστατικό άλλοθι του κάθε βαριεστημένου μεγαλοαστού» (προφανώς τα λαϊκά στρώμματα έχουν ως ήρωες τον Ρούντολφ Ες και τον αιμοσταγή δικτάτορα Πινοσέτ), ο συντάκτης του φασιστικού λιβελογραφήματος προβαίνει σε μια πρώτη γκάφα. Φανερά άσχετος με οτιδήποτε σχετίζεται με τον Γκεβάρα και το κομμουνιστικό κίνημα εκείνης της εποχής, ο χρυσαυγίτης επιχειρεί να παρουσιάσει την απόφαση του Τσε να αναχωρήσει απ’ την Κούβα το 1965 ως αντίδραση στο «νταβατζιλίκι της Μόσχας στα κομμουνιστικά κινήματα» και στην φιλοσοβιετική γραμμή του Φιντέλ Κάστρο. Αστήριχτη, προχειρογραμμένη, φανερά εμπαθής προπαγάνδα ναζιστικών απολιθωμάτων. Και αυτό διότι, παρά τις όποιες επι μέρους διαφωνίες είχε με πτυχές της σοβιετικής πολιτικής ο Τσε, ο θαυμασμός και η ευγνωμοσύνη του για τα επιτεύγματα και την στήριξη της ΕΣΣΔ δεν έπαψε να υπάρχει ποτέ. Είναι λογικό οι ιδεολογικοί απόγονοι του Χίτλερ να έχουν “άχτι” τον Γκεβάρα και για έναν επιπρόσθετο λόγο: το γεγονός ότι ο Τσε ουδέποτε έκρυψε τον θαυμασμό του για την ηγετική προσωπικότητα του Ιωσήφ Στάλιν, του σοβιετικού ηγέτη που συνέτριψε κυριολεκτικά τα βάρβαρα ναζιστικά στρατεύματα κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Συνεχίζει λοιπόν απτόητος ο χρυσαυγίτης και ενημερώνει τους δύστυχους αναγνώστες του για… «κάποιες άλλες σκέψεις και απόψεις του Αργεντίνου επαναστάτη, τις οποίες οι καπηλευτές των αγώνων του αποκρύπτουν επιμελώς». Ποιές είναι αυτές οι, σύμφωνα με τους νεοναζί, σκέψεις και απόψεις του Τσε; Ότι ο Τσε ήταν ομοφοβικός και ρατσιστής – δηλαδή, με απλά λόγια, σαν τα μούτρα τους. Στην προσπάθεια τους να ταυτίσουν, τεχνηέντως, απόψεις του κομμουνιστή Τσε με την σάπια ιδεολογία τους, οι χρυσαυγίτες αυτογελοιοποιούνται. Δεν αναφέρουν ουδεμία πηγή με αυτούσια ομοφοβική αναφορά του Τσε, πολύ απλά διότι δεν υπάρχει. Αναφέρουν τα “στρατόπεδα εργασίας και επανεκπαίδευσης” για τους ομοφυλόφιλους στην Κούβα ως ένδειξη της – δήθεν – “αρνητικής άποψης” του Τσε για όσους είχαν άλλο σεξουαλικό προσανατολισμό. Αποκρύπτεται όμως πλήρως το γεγονός ότι τα πρώτα χρόνια της Κουβανικής Επανάστασης, οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες επιχειρούσαν την στρατολόγηση ομοφυλόφιλων με στόχο να τους μετατρέψουν σε πληροφοριοδότες ενάντια στην κυβέρνηση του Φιντέλ Κάστρο. Αποκρύπτεται εντέχνως ο ρόλος που ο ιμπεριαλισμός επιφύλασσε σε μέρος του κουβανικού ομοφυλόφιλου πληθυσμού ως στρατολογημένων κατασκόπων ενάντια στην Επανάσταση. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που στην Κούβα του 1960 υπήρξαν στρατόπεδα εργασίας, κάτι για το οποίο η κουβανική κυβέρνηση έχει κάνει γενναία αυτοκριτική. Οι ιδεολογικοί, λοιπόν, απόγονοι των εμπνευστών του μεγαλύτερου ολοκαυτώματος της ιστορίας, οι σημερινοί εκφραστές του χυδαιότερου ρατσισμού δε δικαιούνται να ψέγουν την Κούβα και τον Τσε Γκεβάρα για τίποτα απολύτως.
Οι νεοναζί όμως της «Χρυσής Αυγής» δεν αναφέρουν τον Τσε μόνο ως «ομοφοβικό» αλλά και ως «ρατσιστή κατά των μαύρων». Ο συντάκτης μάλιστα του κατάπτυστου άρθρου παραθέτει (προφανώς για να κρύψει την εμπάθεια και την ασχετοσύνη του) δύο σκόρπιες φράσεις του Τσε: η πρώτη έχει καταγραφεί στα «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας» (1952) και η δεύτερη χρονολογείται από την εμπειρία του ανταρτοπολέμου στο Κονγκό (1965). Φυσικά, δεν υπάρχει ούτε καν η παραμικρή προσπάθεια να ερμηνευτούν οι αποσπασματικές αυτές φράσεις και να εξηγηθούν στο χώρο και το χρόνο που γράφτηκαν. Η πρώτη λοιπόν φράση που λέει «Ο νέγρος είναι νωχελικός και ευφάνταστος, ξοδεύει τα χρήματά του για ελαφρότητες και ποτό. Ο ευρωπαίος προέρχεται από μια παράδοση εργασίας και σωτηρίας που τον ακολουθεί σε αυτή τη γωνιά της Αμερικής και τον οδηγεί να προχωρήσει μπροστά».
Η φράση σκοπίμως δεν παρουσιάζεται ολοκληρωμένη. Το πλήρες κείμενο της φράσης του Τσε περιελάμβανε ενδιάμεσα και την εξής πρόταση «Αυτές οι δύο φυλές (σ.σ: εννοεί τους μαύρους και τους φτωχούς πορτογάλους μετανάστες) μοιράζονται τώρα μια κοινή εμπειρία, γεμάτη διαπληκτισμούς και αντιπαραθέσεις. Οι διακρίσεις και η φτώχεια τους ενώνουν σε μια καθημερινή μάχη για την επιβίωση». Η σκέψη αυτή γράφτηκε απ’ το νεαρό τότε Γκεβάρα (24 χρονών), κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του σε χώρες της Λατινικής Αμερικής με τον φίλο του, Αλμπέρτο Γκρανάδο. Σύμφωνα με το βιογράφο του Τσε, τον Τζον Λι Άντερσον, η κατάσταση των γκέτο στο Καράκας είχε σοκάρει το Γκεβάρα ο οποίος ουδέποτε στη ζωή του είχε έλθει σε κοινωνική επαφή με μαύρους ανθρώπους – στην Αργεντινή του 1940 οι έγχρωμοι ήταν απειροελάχιστοι και σίγουρα όχι στο κοινωνικό επίπεδο που βρίσκονταν τότε η οικογένεια Γκεβάρα ντε λα Σέρνα. Πέραν του γεγονότος ότι η φράση αυτή δεν εμπεριέχει τίποτα το συνειδητά “ρατσιστικό” – πρόκειται για την πρώτη παρατήρηση ενός νεαρού που λίγο αργότερα θα ανακάλυπτε τις θλιβερές κοινωνικές ανισότητες των λευκών ενάντια στους μαύρους. Αυτές τις ανισότητες τις είδε σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα στο Μαϊάμι (όπου παρέμεινε για 30 ημέρες) πριν επιστρέψει στην Αργεντινή.

- Ο Τσε κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό αφρικανάκι, Κονγκό, 1965 (ή 1966).
Η ζωή και δράση του Τσε Γκεβάρα όχι μόνο δεν δείχνει κανενός είδους ρατσισμό κατά των μαύρων, αλλά ακριβώς το αντίθετο: συνεχή αλληλεγγύη στους αγώνες των αφρικανικής καταγωγής πολιτών για κοινωνική χειραφέτηση και έμπρακτη υποστήριξη στους απελευθερωτικούς αγώνες αφρικανικών λαών ενάντια στους λευκούς αποικιοκράτες. Να σημειώσουμε λοιπόν πως, αντίθετα με όσα θέλουν να παρουσιάσουν οι θλιβεροί νεοναζιστές, ο Τσε:
-
Όπως αναφέρεται στη βιογραφία του Τσε (Τζον Λι Άντερσον, A Revolutionary Life) ο νεαρός Γκεβάρα, μαζί με τον εβραϊκής καταγωγής φίλο του Ραούλ Μελιβόσκι, μετείχε σε έναν απ’ τους ελάχιστους μαθητικούς αντιφασιστικούς πυρήνες στην Αργεντινή του 1940. Μάλιστα ήταν ο μόνος μαθητής που αντέδρασε στη φιλοναζιστική δημαγωγία καθηγητή του στο σχολείο.
-
Ο Γκεβάρα υπήρξε θερμός υποστηρικτής εθνοτικά μεικτών σχολείων στην Κούβα (λατίνοι, λευκοί, μαύροι) πολύ πριν την ύπαρξη τέτοιου είδους σχολείων στις νότιες Ηνωμένες Πολιτείες.
-
Φίλος και προσωπικός φύλακας του Γκεβάρα υπήρξε ο αφροκουβανός Χάρυ Βιλέγας Ταμάγιο. Ο Ταμάγιο – γνωστός ως “Πόμπο” – ακολούθησε τον Τσε στις αποστολές του σε Κονγκό και Βολιβία, επέζησε και σήμερα ζει στην Κούβα. Σε κάθε του συνέντευξη, ο “Πόμπο” αναφέρεται στον Τσε σαν φίλο και αδελφό που πάντα του έδειχνε το μέγιστο σεβασμό.
-
Μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, το 1964, ο Γκεβάρα μίλησε δημόσια υπέρ δύο μαύρων προσωπικοτήτων: του τραγουδιστή-τενόρου Πωλ Ρόμπεσον που είχε διωχθεί στις ΗΠΑ λόγω των κομμουνιστικών του πεποιθήσεων και του δολοφονηθέντος ηγέτη του Κονγκό Πατρίς Λουμούμπα. Στην ίδια ομιλία, ο Γκεβάρα καταφέρθηκε δημόσια ενάντια στο απάνθρωπο άπαρτχαϊντ της Νότιας Αφρικής αλλά και στο ρατσισμό κατά των μαύρων που υπήρχε σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ. Να ένα απόσπασμα από την ομιλία του: «Θα ‘ρθει μια μέρα που τούτη η Συνέλευση θα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ωριμότητα και θα απαιτήσει τότε από τη βορειοαμερικάνικη κυβέρνηση εγγυήσεις για τη ζωή για τη ζωή του νέγρικου και του λατινοαμερικάνικου πληθυσμού, που ζει σ’αυτή τη χώρα και που στην πλειονότητα του είναι βορειοαμερικάνικος είτε λόγω καταγωγής είτε γιατί έκανε τις ΗΠΑ θετή πατρίδα του. Πως είναι δυνατό να παραστάνει το φρουρό της ελευθερίας εκείνος που σκοτώνει τα ίδια του τα παιδιά και καθημερινά τα ταπεινώνει για το χρώμα που έχει το δέρμα τους; Πως μπορεί να ποζάρει για φρουρός της ελευθερίας εκείνος που αφήνει ελεύθερους τους δολοφόνους των νέγρων και μάλιστα τους προστατεύει και τιμωρεί το νέγρικο πληθυσμό επειδή απαιτεί να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα του ως ελεύθερων ανθρώπων;».
-
Ο Τσε αποφάσισε να ταξιδέψει στο Κονγκό προκειμένου, να βοηθήσει εκεί, έμπρακτα, τον αγώνα του λαού για ανεξαρτησία και απελευθέρωση απ’ τα δεσμά της αποικιοκρατίας. Έβαζε σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή προκειμένου να δείξει έμπρακτη αλληλεγγύη στους συνανθρώπους του, ασχέτως χρώματος ή φυλής. Είχε στο πλευρό του 100 αφροκουβανούς και συνεργάστηκε με τους εκεί αντάρτες ενάντια στον στρατό των λευκών νοτιοαφρικανών μισθοφόρων. Αργότερα, ο Γκεβάρα προσέφερε βοήθεα στο Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Μοζαμβίκης (Frente de Libertação de Moçambique) στον αγώνα του ενάντια στους λευκούς πορτογάλους αποικιοκράτες.
Συμπέρασμα: Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα ουδεμία σχέση έχει με οτιδήποτε ρατσιστικό. Οι άθλιες συκοφαντίες του κειμένου που δημοσίευσε η «Χρυσή Αυγή» αντικατοπτρίζουν τις δικές της ιδέες: αυτές του νεοναζισμού, της μισαλλοδοξίας και της ρατσιστικής παράνοιας. Σε πλήρη αντίθεση με τους ιδεολογικούς πατέρες των χρυσαυγητών, ο Τσε δεν ξεχώριζε τους ανθρώπους με βάση το χρώμα του δέρματος, τη φυλή ή την θρησκεια. Ο μόνος διαχωρισμός ήταν αυτός ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους και η θέση του Τσε, όπως άλλωστε και κάθε γνήσιου κομμουνιστή, ήταν πάντοτε και εξ’ ορισμού με τους δεύτερους. Γι’ αυτούς αγωνίστηκε σε όλη του τη ζωή και γι’ αυτούς θυσιάστηκε.
Καλά θα κάνουν τα νεοναζιστικά απομεινάρια του Χίτλερ – του «εκπροσώπου των γερμανικών μονοπωλίων» όπως τον χαρακτήριζε ο Τσε – να μην πιάνουν στο στόμα τους κανέναν απ’ τους ήρωες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Ιδιαίτερα δε το Γκεβάρα, του οποίου η ζωή και η δράση διαφέρουν όσο η μέρα από τη νύχτα σε σύγκριση με την αθλιότητα, την μισανθρωπιά και το ρατσισμό των χρυσαυγίτικων μαντρόσκυλων του Καπιταλιστικού συστήματος.
Γιατί έφυγε ο Τσε απ’ την Κούβα; Ο Φιντέλ Κάστρο ενάντια στα ψέματα του Ιμπεριαλισμού και των Τροτσκιστών
Η απόφαση του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα να εγκαταλείψει την Κούβα το 1965, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην προσπάθεια δημιουργίας αντάρτικου αγώνα στο Κονγκό, αποτελεί μια απ’ τις πλέον πολυσυζητημένες φάσεις της ζωής του αργεντίνου επαναστάτη. Η αναχώρηση του Τσε απ’ την Κούβα προσφέρθηκε για πλήθος συνωμοσιολογικών θεωριών γύρω απ’ το “γιατί” και “πως” πήρε αυτήν την απόφαση ο Γκεβάρα. Μέχρι και σήμερα άλλωστε συνεχίζουν να υπάρχουν διάφορες θεωρίες οι οποίες – άλλοτε εκ του πονηρού και άλλοτε από αφέλεια και άγνοια – αναδεικνύουν περίεργες σκοτεινές συνωμοσίες.
Η πιο διαδεδομένη θεωρία συνωμοσίας αναφορικά με το θέμα αυτό σχετίζεται με την παρέμβαση του σοβιετικού παράγοντα – πως η ομιλία του Γκεβάρα στο Αλγέρι, το 1965, προκάλεσε την σφοδρή αντίδραση της ηγεσίας της ΕΣΣΔ η οποία και απαίτησε από τον Κάστρο την απομάκρυνση του Τσε απ’ την κουβανική κυβέρνηση. Στο γαλλικό ντοκυμαντέρ “Le Journal de Bolivie”, παραγωγής 1994, αναφέρεται πως η κριτική του Τσε απέναντι στην σοβιετική εξωτερική πολιτική αποτέλεσε το έναυσμα για την απομάκρυνση του από την Κούβα. Αυτή η άποψη υποστηρίζει ότι κατά την επιστροφή του Γκεβάρα στην Αβάνα από το Αλγέρι, όπου μετείχε στην Αφρο-Ασιατική Σύνοδο, ο Τσε ενημερώνεται πως οι σοβιετικοί διαμαρτυρήθηκαν επίσημα για την κριτική που άσκησε στη Μόσχα. Μετά από συνάντηση που είχαν Γκεβάρα και Κάστρο, ο Τσε αποφάσισε να παραιτηθεί απ’ τη θέση του υπουργού Βιομηχανίας, υποστηρίζει το ντοκυμαντέρ – μια άποψη ιδιαίτερα διαδεδομένη, η οποία όμως ουδέποτε έχει επιβεβαιωθεί. Άλλη θεωρία συνομωσίας – πλήρως αστήρικτη και ανεπιβεβαίωτη – θέλει τον Φιντέλ Κάστρο να έχει όχι απλώς διαφωνίες με τον Τσε σε πολιτικό επίπεδο, αλλά να προσπαθεί να τον “ξεφορτωθεί” φοβούμενος την υψηλή δημοτικότητα του αργεντίνου!
Στις 16 Γενάρη 1966, ο Φιντέλ Κάστρο αναφέρθηκε σε αυτές τις θεωρίες συνωμοσίες που, ειδικά εκείνη την εποχή, ακούγονταν ολοένα και περισσότερο. Άλλωστε, διάφορα δυτικά ΜΜΕ έγραφαν τα πιο απίστευτα πράγματα για την “εξαφάνιση του Τσε” – απ’ το ότι κρατούνταν σε κουβανική φυλακή μέχρι του ότι είχε πεθάνει εξόριστος στον Άγιο Δομίνικο. Μιλώντας στο κλείσιμο της Τριηπειρωτικής Συνδιάσκεψης στην Αβάνα ο Φιντέλ καταφέρθηκε τόσο εναντίον των Ιμπεριαλιστικών συνομωσιών όσο και όσων αριστερών υιοθετούσαν τις ψευδολογίες που εκπορεύονταν από κέντρα των ΗΠΑ. Στο κομμάτι της ομιλίας που ακολουθεί, ο Κάστρο καταφέρεται ενάντια στις – ψευδεπίγραφες όπως αποδείχτηκε – κατηγορίες που εξαπέλυαν εκείνη την εποχή εναντίον της κουβανικής επαναστατικής κυβέρνησης λατινοαμερικάνοι τροτσκιστές και πολιτικοί εκπρόσωποι της 4ης Διεθνούς, πάντα σε σχέση με την τύχη του Τσε.
Σημείωνε λοιπόν ο Κομαντάντε Φιντέλ, μεταξύ άλλων, στην ομιλία του:
«Υπάρχει ένα γεγονός που θα ήθελα να το θέσω ως παράδειγμα για να δείξω πως λειτουργεί ο Ιμπεριαλισμός και οι πράκτορες του. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός. Αναφέρομαι στην καμπάνια που ξεσήκωσε ο Ιμπεριαλισμός των Γιάνκηδων και οι πράκτορες του σχετικά με την αναχώρηση του συντρόφου μας Ερνέστο Γκεβάρα. Πιστεύω πως πρέπει να αντιμετωπίσουμε στα ίσια αυτό το ζήτημα για να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα. Ο σύντροφος Ερνέστο Γκεβάρα και λίγοι επαναστάτες από αυτήν εδώ τη χώρα – και λίγοι επαναστάτες εκτός Κούβας – γνωρίζουν πότε έφυγε και τι κάνει όλη αυτήν την περίοδο. Οι ιμπεριαλιστές, ασφαλώς, ενδιαφέρονται πολύ στο να μάθουν όλες τις λεπτομέρειες για το που βρίσκεται, τι πράττει και πως. Προφανώς δεν γνωρίζουν, αλλά και αν γνωρίζουν το καλύπτουν πολύ καλά.
Αυτά είναι πράγματα, φυσικά, που ο χρόνος, όταν το επιτρέψουν οι περιστάσεις, θα ξεκαθαριστούν. Παρ’ όλα αυτά, εμείς οι επαναστάτες δεν χρειαζόμαστε καμία αποσαφήνιση. Ο εχθρός προσπαθεί να πιαστεί απ’ τις περιστάσεις ώστε να προσπαθήσει να συνωμοτήσει και να σπιλώσει. Ο σύντροφος Γκεβάρα έγινε μέλος του κινήματος μας όταν ήμασταν σε εξορία στο Μεξικό. Από την πρώτη μέρα είχε πάντα την ιδέα, ξεκάθαρα εκπεφρασμένη, πως όταν ο αγώνας στην Κούβα θα τελείωνε ο ίδιος θα είχε άλλα καθήκοντα να διεκπεραιώσει αλλού. Του είχαμε δώσει το λόγο μας πως κανένας κρατικός η εθνικός λόγος, καμία περίσταση, δεν θα μας έκανε να ζητήσουμε να παραμείνει στη χώρα αποτρέποντας τον απ’ το να εκπληρώσει την θέληση του. Και εκπληρώσαμε πλήρως και πιστά αυτή μας την υπόσχεση στον σύντροφο Γκεβάρα. Φυσικά, εάν ο σύντροφος Γκεβάρα επρόκειτο να φύγει απ’ τη χώρα, θα ήταν λογικό για τον ίδιο να το πράξει μυστικά. Θα ήταν λογικό να μετακινηθεί με τρόπο που να μην κινεί υποψίες. Είναι λογικό ότι δεν θα ενημέρωνε τους δημοσιογράφους. Είναι λογικό πως δεν θα συγκαλούσε συνεντεύξεις Τύπου. Είναι λογικό πως θα έπραττε ότι είχε σχεδιάσει με τον τρόπο που το έπραξε. Παρ’ όλα αυτά, πόσο προσπάθησαν να κεφαλαιοποιήσουν προς όφελος τους αυτήν την κατάσταση οι ιμπεριαλιστές και πόσο τα κατάφεραν!
Αυτός είναι ο λόγος που έφερα σήμερα μαζί μου ορισμένα έγγραφα. Μην ανησυχείτε πως θα διαβάσω όλα τα έγγραφα εδώ. Πρόκειται μόνο να σας αναγνώσω ορισμένα πράγματα. Επειδή εδώ έχω αυτά που οι ιμπεριαλιστικές και αστικές εφημερίδες έχουν γράψει αναφορικά με την περίπτωση του στρατηγού Γκεβάρα, τι έγραψαν οι εφημερίδες των ΗΠΑ, τα περιοδικά τους, τα πρακτορεία ειδήσεων, οι λατινοαμερικανικές αστικές εφημερίδες και τα έντυπα σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Και πρόκειται να δούμε ποιός έπαιξε το ρόλο του βασικού εκπροσώπου της ιμπεριαλιστικής καμπάνιας της ίντριγκας και των σκευωριών κατά της Κούβας με αφορμή το θέμα του συντρόφου Γκεβάρα. Αρχικά, υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κατά τη διάρκεια των περασμένων δεκαετιών έχουν χρησιμοποιηθεί συνεχώς ενάντια στο επαναστατικό κίνημα. Και αν μου δώσετε λίγο χρόνο, πρόκειται να σας παρουσιάσω τα σημαντικότερα από αυτά. (Σύντομη παύση κατά την οποία ο Φιντέλ κοιτάει τα έγγραφα του και επιλέγει ένα απο αυτά).
Εδώ είναι μια ανταπόκριση του UPI (σ.σ: πρακτορείο ειδήσεων United Press International) με ημερομηνία 6 Δεκέμβρη 1965: “Ο Ερνέστο Γκεβάρα δολοφονήθηκε απ’ τον κουβανό πρωθυπουργό Φιντέλ Κάστρο έπειτα από εντολή της ΕΣΣΔ, ανακοίνωσε ο Φελίπε Αλμπαγκουάντε, επικεφαλής των μεξικανών τροτσκιστών σε δήλωσε του στην El Universal”. Σημειώνει δε πως ο Τσε εξολοθρεύτηκε για την εμμονή του να θέσει την Κούβα στην κινεζική γραμμή επιρροής. Αυτό, φυσικά, ήλθε την ίδια στιγμή που τροτσκιστικά στοιχεία ξεκίνησαν μια καμπάνια σε πολλά μέρη.
Όπως και πριν, με ημερομηνία 22 Οκτώβρη 1965, στην εβδομαδιαία εφημερίδα Marcha δημοσιεύθηκε άρθρο του γνωστού τροτσκιστή θεωρητικού Αδόλφο Γκιλ που αναφέρει ότι ο Τσε εγκατέλειψε την Κούβα λόγω διαφορών με τον Φιντέλ αναφορικά με την Σινο-Σοβιετική διαμάχη κι πως ο Τσε δεν ήταν διατεθειμένος να επιβάλει την άποψη του στην ηγεσία. Ο ίδιος υποστήριζε πως ο Τσε πρότεινε την διάδοση της επανάστασης στο υπόλοιπο της Λατινικής Αμερικής, σε αντίθεση με την σοβιετική γραμμή. Γράφει (ο Γκιλ) πως η κουβανική ηγεσία είναι χωρισμένη σε μια συντηρητική πτέρυγα παλαιών αρχηγών του παρελθόντος, των οπαδών του Τσε, τον Φιντέλ και την ομάδα του. Γράφει πως ο Τσε εγκατέλειψε την Κούβα επειδή ο Τσε δεν είχε τα μέσα προκειμένου να εκφραστεί δημόσια και πως ο Φιντέλ φοβόταν να αντιμετωπίσει το λαό και να εξηγήσει την περίπτωση του Τσε.
Στις 31 Οκτώβρη 1965, ο ίδιος αυτός τροτσκιστής θεωρητικός, ως ανταποκριτής της ιταλικής εφημερίδας Nuovo Mondo, γράφει ένα άρθρο όπου αποκαλεί την κουβανική ηγεσία ως “φιλοσοβιετική” και κατηγορεί τον Φιντέλ πως δεν έχει εξηγήσει πολιτικά τι συνέβη στον Τσε. Γράφει πως ο Στρατηγός Γκεβάρα ηττήθηκε από την ομάδα του Κάστρο. Κριτικάρει τον Τσε διότι δεν αγωνίστηκε προκειμένου να επιβάλει την άποψη του και συμπεραίνει πως το κουβανικό κράτος, παραλυμένο απ’ την ίδια του την πολιτική, δεν υποστήριξε ανοιχτά τη δομινικανή επανάσταση.
Στην έκδοση του Οκτώβρη 1965, η ισπανική τροτσκιστική εφημερίδα Batalla ανακοινώνει: “Το μυστήριο που καλύπτει την υπόθεση του Τσε Γκεβάρα πρέπει να ξεκαθαριστεί. Φίλοι του Τσε υποθέτουν ότι το γράμμα που διαβάστηκε από τον Κάστρο είναι πλαστό και ρωτούν αν η κουβανική ηγεσία προσανατολίζεται σε συμβιβασμό με την γραφειοκρατεία του Κρεμλίνου”. Περίπου την ίδια περίοδο, το επίσημο όργανο των τροτσκιστών της Αργεντινής εκδίδει άρθρο στο οποίο αφήνει υπόνοιες πως ο Τσε είναι νεκρός ή κρατείται φυλακισμένος στην Κούβα. Γράφει: “Ξεκίνησε κόντρα με τον Φιντέλ Κάστρο αναφορικά με τη λειτουργία των εργατικών ενώσεων και την οργάνωση του στρατού”. Προσθέτει πως ο Τσε ήταν αντίθετος στη δημιουργία Κεντρικής Επιτροπής με τους εκλεκτούς του Κάστρο, ιδιαίτερα με στρατιωτικούς που υποστήριζαν τους σκληροπυρηνικούς της Μόσχας.
Παρ’ όλα αυτά, ένα απ’ τα πιο άθλια άρθρα, το πιο απαίσιο, το πιο απρεπές, είναι αυτό που γράφτηκε απ’ τον ηγέτη του πολιτικού γραφείου της 4ης Διεθνούς στη Λατινική Αμερική, και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Lucha Operaria της Ιταλίας. Από αυτό το μεγάλο άρθρο θα σας διαβάσω μόνο τρείς παραγράφους. Ξεκινάει λέγοντας: “Μια παράμετρος της χειροτέρευσης της διεθνούς κρίσης της γραφειοκρατίας είναι η απέλαση του Γκεβάρα. Ο Γκεβάρα απελάθηκε τώρα, όχι οκτώ μήνες πριν. Η συζήτηση με τον Γκεβάρα έχει διαρκέσει οκτώ μήνες. Αυτοί οι μήνες δεν πέρασαν πίνοντας καφέ. Πάλεψαν σκληρά και ίσως υπάρχουν νεκροί, ίσως ξηγήθηκαν με πιστόλια. Δε μπορούμε να πούμε εάν σκότωσαν ή οχι τον Γκεβάρα, αλλά έχουμε το δικαίωμα να υποθέτουμε πως τον σκότωσαν. Γιατί δεν έχει εμφανιστεί ο Γκεβάρα; Δεν τον έχουν παρουσιάσει στην Αβάνα με τον φόβο των επιπτώσεων, για την αντίδραση του πληθυσμού – αλλά στο κάτω κάτω, κρύβοντας τον προκαλούν το ίδιο αποτέλεσμα. Ο κόσμος λέει, “γιατί ο Γκεβάρα δεν εμφανίζεται;” Δεν πρόκειται για πολιτική κατηγορία. Τον επαινούν πολιτικά. Γιατί δεν έχουν παρουσιάσει τον Γκεβάρα; Γιατί δεν έχει μιλήσει; Πως είναι δυνατόν ένας απ’ τους ιδρυτές του κουβανικού εργατικού κράτους, ο οποίος μέχρι πριν από λίγο καιρό γυρνούσε τον κόσμο στο όνομα αυτού του κράτους, απροσδόκητα να λέει: “Βαρέθηκα με την κουβανική επανάσταση. Πάω να δημιουργήσω επανάσταση κάπου αλλού”. Κάπου αλλού, και δεν λένε που έχει πάει, και δεν εμφανίζεται. Εάν δεν υπάρχουν διαφορές, γιατί δεν εμφανίζεται; Ολόκληρος ο κουβανικός λαός αντιλαμβάνεται πως υπάρχει μια τεράστια μάχη και αυτή η μάχη δεν έχει τελειώσει. Ο Γκεβάρα δεν ήταν μόνος και δεν είναι μόνος. Εάν λάβουν αυτά τα μέρα ενάντια στο Γκεβάρα, είναι εξαιτίας της μεγάλης υποστήριξης που έχει. Λίγο καιρό πριν η κουβανική κυβέρνηση δημοσίευσε μια πολύ αυστηρή οδηγία σύμφωνα με την οποία καθίσταται αναγκαία η επιστροφή όλων των όπλων και οπλικών συστημάτων στο κράτος. Σε αυτή τη φάση η κατάσταση ήταν κάπως συγκεχυμένη. Τώρα είναι ξεκάθαρο γιατί εκδόθηκε η οδηγία αυτή. Ήταν ενάντια στους παρτιζάνους του Γκεβάρα. Φοβούνται κάποια εξέγερση”. Ορίστε και μια άλλη παράγραφος: “Γιατί έχουν σωπάσει το Γκεβάρα; Η 4η Διεθνής οφείλει να ξεκινήσει δημόσια καμπάνια γι’ αυτό το θέμα, ζητώντας την εμφάνιση του Γκεβάρα, το δικαίωμα του Γκεβάρα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να εκφράζεται ελεύθερα, να ζητήσει απ’ το λαό να μην εμπιστεύεται τα μέτρα που παίρνει το κουβανικό κράτος επειδή πρόκειται για γραφειοκρατικά μέτρα, ίσως εκδιδόμενα από δολοφόνους. Έχουν εξοντώσει το Γκεβάρα για να σταματήσει τον αγώνα του”. […] Στην συνέχεια γράφει: “Αυτό αποδεικνύει όχι μόνο τη δύναμη του Γκεβάρα, ή μιας ομάδας φιλικά προσκείμενης προς τον ίδιο στην Κούβα, αλλά την ωριμότητα των συνθηκών στα υπόλοιπα εργατικά κράτη για την καρποφορία αυτών των θέσεων μέσα σε λίγο χρόνο. Η γραφειοκρατία δεν εξαπατάται με μέσα αυτού του τύπου. Η εξολόθρευση του Γκεβάρα σημαίνει για τη γραφειοκρατία την προσπάθεια αποψίλωσης μιας βάσης πιθανών επαναστατικών τάσεων που συνεχίζουν να αναπτύσσουν την παγκόσμια επανάσταση. Αυτή είναι η βάση για την εξολόθρευση του Γκεβάρα. Και όχι μόνο είναι κίνδυνος για την Κούβα, αλλά ασκεί επιρροή και στις υπόλοιπες επαναστάσεις της Λατινικής Αμερικής. Η Γουατεμάλα είναι στο πλευρό της Κούβας – είναι στο πλευρό της με το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Παρά την ισχύ και τους λόγους του σπουδαιότερου ηγέτη της, του Φιντέλ Κάστρο, δεν έχει καταφέρει να αποσοβήσει τη μετατροπή του Κινήματος της 13ης Νοέμβρη σε επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα που παλεύει κατευθείαν για τον Σοσιαλισμό”.
Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι αυτός ο κύριος, ένας ηγέτης της 4ης Διεθνούς, αναφέρει εδώ με αλαζονεία την περίπτωση της Γουατεμάλας και του Κινήματος της 13ης Νοέμβρη. Επειδή, ακριβώς σε σχέση με αυτό το κίνημα, ο ιμπεριαλισμός των Γιάνκηδων έχει χρησιμοποιήσει μια απ’ τις πλέον ευφυείς τακτικές για να αποδομήσει ένα επαναστατικό κίνημα, όπως με τη διείσδυση πρακτόρων της 4ης Διεθνούς οι οποίοι, από άγνοια – πολιτική άγνοια – έκαναν τον βασικό πολιτικό αρχηγό (σ.σ: εννοεί του Κινήματος 13ης Νοέμβρη) να υιοθετήσει αυτές τις ψευδεπίγραφες, αντι-ιστορικές απόψεις που χωρίς αμφιβολία υπηρετούν τον Ιμπεριαλισμό, όπως κάνει και το πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς. […] Κάνοντας το αυτό, η 4η Διεθνής διέπραξε ένα αληθινό έγκλημα κατά του επαναστατικού κινήματος απομονώνοντας το απ’ τον υπόλοιπο λαό, από τις μάζες, ιδιαίτερα όταν το εμποτίζει με ανοησίες, με ψευτιές και με το απεχθές πράγμα που ο Τροτσκισμός σήμερα παριστάνει στο πολιτικό στερέωμα. Παρόλο που κάποια στιγμή ο Τροτσκισμός εκπροσωπούσε μια λανθασμένη θέση, αλλά μια θέση στο πεδίο των πολιτικών ιδεών, έγινε στα επόμενα χρόνια ένα χυδαίο όργανο του Ιμπεριαλισμού και της αντίδρασης. Αυτός είναι ο τρόπος που σκέφτονται αυτοί οι κύριοι».
Με τον παραπάνω λόγο του, ο Φιντέλ Κάστρο απαντούσε σε όλους σε εκείνους που έπαιζαν το ρόλο του ιμπεριαλιστικού “δούρειου ίππου” στο επαναστατικό κίνημα, που μέχρι και σήμερα κάνουν λόγο για εξαναγκασμό του Τσε Γκεβάρα να φύγει απ’ την Κούβα, να εξαφανιστεί απ’ το πολιτικό προσκήνιο. Η ίδια η αλληλογραφία του Τσε – το τελευταίο γράμμα στον Φιντέλ αλλά και τα γράμματα που του είχε στείλει από το Κονγκό – αποδεικνύουν ότι οι δύο άνδρες διατηρούσαν πάντοτε μια αμοιβαία φιλία, στη βάση της συντροφικότητας και του σεβασμού.
Αρκετές δεκαετίες αργότερα, μιλώντας στον Ιγνάσιο Ραμονέ για το βιβλίο «Εκατό ώρες με τον Φιντέλ», ο Φιντέλ μιλά για την εποχή εκείνη της αναχώρησης του Γκεβάρα απ’ το νησί.
Ρωτά ο Ραμονέ: Ο διεθνής τύπος έλεγε ότι υπήρχε ρήξη ανάμεσα στους δυο σας, σοβαρές πολιτικές διαφωνίες, έλεγαν ότι τον είχαν φυλακίσει εδώ, ακόμα και ότι τον είχαν σκοτώσει…
Φιντέλ: Ανεχτήκαμε σιωπηλά εκείνον τον σωρό των φημών και των μηχανορραφιών. Όμως αυτός, φεύγοντας στα τέλη Μαρτίου του 1965, μου είχε γράψει ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα. […] Και στο μεταξύ αυτή η μηχανορραφία να προχωράει, ο εχθρός να σπέρνει ζιζάνια και αμφιβολίες ότι ο Τσε Γκεβάρα είχε “εκκαθαριστεί”, όχι είχαν σημειωθεί διαφωνίες…
Ραμονέ: Υπήρχε μια ολόκληρη εκστρατεία φημολογιών.
Φιντέλ: Ο Τσε μου γράφει αυτό το γράμμα (σ.σ: αυτό που ο Κάστρο διάβασε δημόσια τον Οκτώβρη του 1965 κατά την συγκρότηση της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας) αυθόρμητα, νομίζω μάλιστα και με μεγάλη ειλικρίνεια: “Μετανιώνω που δεν πίστεψα αρκετά σε σένα…” και μιλάει για την κρίση του Οκτωβρίου και άλλα πράγματα. Νομίζω ότι δεν πίστευε σε κανέναν, γιατί ήταν αυστηρός απέναντι στους πολιτικούς, είχε υποφέρει… […] Από την Αφρική, πάει στην Τσεχοσλοβακία, στην Πράγα το Μάρτιο του 1966 – μια περίπλοκη κατάσταση, βρίσκεται εκεί, πράγματι, κρυφά. Δεν του περνούσε απ’ το μυαλό, από την στιγμή που είχε αποχαιρετήσει να γυρίσει εδώ. Αλλά τα στελέχη για τη Βολιβία είχαν ήδη επιλεγεί… Τότε είναι που του γράφω ένα γράμμα όπου του μιλάω λογικά, κάνω έκκληση στην αίσθηση καθήκοντος και στον ορθολογισμό του.
Ραμονέ: Για να γυρίσει στην Κούβα;
Φιντέλ: Ναι, αυτό το γράμμα νομίζω ότι έχει δημοσιευτεί, η οικογένεια του δημοσίευσε αυτό το γράμμα. Τον πείθω να γυρίσει, του λέω ότι είναι το πιο βολικό γι’ αυτό που ήθελε να κάνει. “Απο κει είναι αδύνατον να το κάνεις αυτό. Πρέπει να έρθεις”. Δεν του λέω “πρέπει” ως διαταγή να έρθει, τον πείθω, του λέω ότι το καθήκον του είναι να γυρίσει, να παραβλέψει τα πάντα και να τελειώσει την προετοιμασία για την υπόθεση της Βολιβίας. Και γυρίζει κρυφά. Κανείς δεν το γνώρισε πουθενά. Ούτε στη διάρκεια του ταξιδιού. Γύρισε εδώ τον Ιούλιο του 1966.
Επιμέλεια-Μετάφραση: Ν.Μόττας/Guevaristas. Πηγές: Castro Speech Database, Latin American Network Information & Ιγνάσιο Ραμονέ, «Εκατό ώρες με τον Φιντέλ», Εκδ. Πατάκης, 2007.
“El Poderoso”: Ο Τσε μέσα απ’ το βλέμμα του φίλου του, Αλμπέρτο Γκρανάδο

- Αλμπέρτο και Ερνέστο στο Μπουένος Άϊρες, 1950-1951.

Και μιας και τώρα αναφέρθηκα στο ακανθώδες ζήτημα του σχεδιασμού, θα ήθελα να σας πω ότι μόνο η επαναστατική κυβέρνηση, η οποία σχεδιάζει τη βιομηχανική ανάπτυξη σε όλη τη χώρα, έχει το δικαίωμα να καθορίσει το είδος και τον αριθμό του τεχνικού προσωπικού που θα χρειαστεί στο μέλλον για να καλύψει τις ανάγκες αυτής της χώρας. Η επαναστατική κυβέρνηση θα πρέπει τουλάχιστον να ακουστεί όταν λέει ότι χρειάζεται μόνο έναν συγκεκριμένο αριθμό δικηγόρων ή γιατρών, αλλά χρειάζεται 5.000 μηχανικούς και 15.000 τεχνικούς βιομηχανίας όλων των ειδικοτήτων )(χειροκροτήματα) και ότι θα πρέπει να εκπαιδευτούν, θα πρέπει να βρεθούν, γιατί αυτή είναι η εγγύηση για τη μελλοντική μας ανάπτυξη.
Ο Αλμπέρτο έζησε, εργαζόμενος ως γιατρός και ερευνητής, για ένα διάστημα στη Βενεζουέλα και την Ιταλία, ενώ ο Ερνέστο πραγματοποίησε και άλλο ταξίδι, αυτή τη φορά στην κεντρική Αμερική. Βρέθηκε στη Γουατεμάλα όπου ήρθε σε επαφή με κουβανούς εξόριστους και στο Μεξικό πήρε τη μεγάλη απόφαση να αφοσιωθεί στον σκοπό της κουβανικής επανάστασης. Ο Γκρανάδο θυμόταν ότι, ο Τσε, από τα πρώτα στάδια της πολιτικής του ενηλικίωσης, έδειχνε να στρέφεται προς τον επαναστατικό σοσιαλισμό, στην ανάγκη ένοπλης καταπολέμησης του φρικτού ιμπεριαλισμού, των ντόπιων και ξένων καπιταλιστικών “χταποδιών” όπως τα αποκαλούσε. “Ο Ερνέστο είχε την πεποίθηση ότι η αντιδραστική ισχύς και βία έπρεπε να αντιμετωπιστεί με επαναστατική βία” θυμόταν σε μια απ’ τις συνεντεύξεις του ο αργεντίνος γιατρός. Χαρακτηριστικός είναι άλλωστε και ο διάλογος τους, το 1952, στις ιστορικές κορυφές του Μάτσου Πίτσου, στο Περού, σε μια στιγμή που είχαν κάτσει να ξαποστάσουν: Ο Μιάλ ξεκινά με ένα παραλλήρημα, από αυτά που συνήθιζε, αναμειγνύοντας ποίηση (συνήθως του Πάμπλο Νερούδα και του Γκαρσία Μάρκες) με πολιτικούς στοχασμούς. «Θα παντρευτώ τη Μαρία Μαγδαλένα απ’ το Κούσκο, και καθώς είμαι απόγονος του Μάνκο Καπάκ ΙΙ, θα γίνω με τη σειρά μου ο Μάνκο Καπάκ ΙΙΙ. Οργανώνω το κόμμα μου, βάζω το λαό μου να ψηφίσει και ξαναγεννιέται έτσι η επανάσταση του Τουπάκ Αμάρου, δηλαδή η πραγματική ινδοαμερικάνικη Επανάσταση» λέει ο Μιάλ, για να λάβει την απάντηση απ’ τον Φούσερ που τον παρακολουθούσε κουνώντας το κεφάλι: «Επανάσταση χωρίς να πέσει τουφεκιά; Είσαι τρελός, Πετίσο!» .
Συναντήθηκαν για τελευταία φορά πριν την αναχώρηση του Τσε για το Κονγκό, τον Απρίλη του 1965. Αυτήν την συνάντηση θυμόταν ο Αλμπέρτο: «
