Ομιλία του Τσε σε φοιτητές της Ιατρικής Σχολής

Η παρακάτω ιστορική ομιλία εκφωνήθηκε από τον Τσε σε κουβανούς φοιτητές της Ιατρικής, στις 20 Αυγούστου 1960.

Όλοι σχεδόν ξέρετε ότι ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου ως γιατρός πριν από αρκετά χρόνια. Όταν ξεκίνησα, όταν άρχισα να σπουδάζω ιατρική, οι περισσότερες από τις ιδέες που έχω σήμερα ως επαναστάτης απουσίαζαν από το οπλοστάσιο των ιδανικών μου. Ήθελα να πετύχω, όπως θέλουν όλοι. Το όνειρο μου ήταν να γίνω διάσημος ερευνητής. Το όνειρο μου ήταν να δουλεύω ακούραστα για να πετύχω κάτι που θα μπορούσε πραγματικά να τεθεί στην υπηρεσία της ανθρωπότητας, αλλά, την ίδια στιγμή, θα αποτελούσε κι έναν προσωπικό θρίαμβο. Ήμουν, όπως όλοι μας, ένα παιδί του περιβάλλοντος μου. Μέσα από κάποιες ειδικές περιστάσεις, ίσως και εξαιτίας του χαρακτήρα μου επίσης, αφού πήρα το  πτυχίο μου, άρχισα να ταξιδεύω στη Λατινική Αμερική και τη γνώρισα πολύ καλά. Με εξαίρεση την Αϊτή και τη Δομινικανή Δημοκρατία, επισκέφτηκα -με τον έναν ή τον άλλο τρόπο- όλες τις άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Έτσι όπως ταξίδευα, πρώτα ως φοιτητής και ύστερα ως γιατρός, άρχισα να έρχομαι σε στενή επαφή με τη φτώχεια, την πείνα, τις αρρώστιες, την αδυναμία να θεραπευτεί ένα παιδί από έλλειψη μέσων, με το μούδιασμα που προκαλούν η πείνα και οι τιμωρίες, ώσπου φτάνουμε σ’ ένα σημείο που φαντάζει ασήμαντο γεγονός να χάνει ένας γονιός το παιδί του, όπως συχνά συμβαίνει στις σκληρά δοκιμαζόμενες κοινωνικές τάξεις στην πατρίδα μας, τη Λατινική Αμερική. Κι άρχισα να βλέπω ότι υπήρχε κάτι που μου φαινόταν τότε σχεδόν εξίσου σημαντικό με την καριέρα μου ή με τη συμβολή μου στην ιατρική επιστήμη, και αυτό ήταν να βοηθήσω εκείνουςτους ανθρώπους.

Εξακολούθησα όμως να είμαι, όπως όλοι μας εξακολουθούμε να είμαστε, ένα παιδί τουπεριβάλλοντος μου και ήθελα να βοηθήσω εκείνους τους ανθρώπους με τις προσωπικές μου προσπάθειες. Είχα ήδη ταξιδέψει πολύ – βρισκόμουν τότε στη Γουατεμάλα, στη Γουατεμάλα του [δημοκρατικά εκλεγμένου Γιάκομπο] Άρμπενς – και είχα αρχίσει να κρατάω κάποιες σημειώσεις γιατη συμπεριφορά ενός επαναστάτη γιατρού. Άρχισα να εξετάζω τι χρειαζόμουν για να γίνω έναςεπαναστάτης γιατρός. Η επίθεση εξαπολύθηκε, ωστόσο: το πραξικόπημα [του 1954] οργανώθηκε από τη Γιουνάιτεντ Φρουιτ Κόμπανι, το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, τον [διευθυντή της CIA] Φόστερ Ντάλες-στην πραγματικότητα, ήταν όλοι τους ένα και το αυτό – και το ανδρείκελο Καστίγιο Άρμας [με τον οποίο αντικατέστησαν τον Άρμπενς]. Η επίθεση ήταν πετυχημένη, δεδομένου ότι ο λαός δεν είχεφτάσει ακόμα στο επίπεδο ωριμότητας που έχει σήμερα ο λαός της Κούβας. Και μια ωραία μέρα εγώ,όπως πολλοί άλλοι, πήρα το δρόμο της εξορίας, ή πάντως το δρόμο της φυγής από τη Γουατεμάλα, αφού δεν ήταν αυτή η πατρίδα μου. Τότε συνειδητοποίησα κάτι βασικό: για να γίνω επαναστάτης γιατρός ή απλώς επαναστάτης, έπρεπε πρώτα να υπάρξει επανάσταση. Η μεμονωμένη προσπάθεια, η προσωπική προσπάθεια, η καθαρότητατων ιδανικών, η επιθυμία για θυσία μιας ολόκληρης ζωής στο πιο ευγενικό ιδανικό δε σημαίνουν τίποτα αν αυτή η προσπάθεια γίνεται μεμονωμένα, απόμερα, σε μια γωνιά της Λατινικής Αμερικής, απέναντι σε εχθρικές κυβερνήσεις και κοινωνικές συνθήκες που δεν επιτρέπουν την πρόοδο. Η επανάσταση έχει ανάγκη αυτό που γίνεται στην Κούβα: την κινητοποίηση ενός ολόκληρου λαού, που έχει μάθει να χρησιμοποιεί τα όπλα και να είναι ενωμένος στη μάχη, που ξέρει τι αξία έχει ένα όπλο και τι αξία έχει η ενότητα του λαού. Ερχόμαστε λοιπόν στην καρδιά του προβλήματος που έχουμε σήμερα μπροστά μας. Έχουμε ήδη το δικαίωμα και την υποχρέωση ακόμα να είμαστε, πρώτα απ’ όλα, επαναστάτες γιατροί, δηλαδή άτομα που θέτουν τις τεχνικές γνώσεις του επαγγέλματος τους στην υπηρεσία της επανάστασης και του λαού.

Επιστρέφουμε τώρα στα αρχικά ερωτήματα: Πώς δουλεύει κανείς αποτελεσματικά για την κοινωνική ευημερία; Πώς συμβιβάζει κανείς την ατομική προσπάθεια με τις ανάγκες της κοινωνίας; Πρέπει να ξαναφέρουμε στο νου μας πώς ήταν η ζωή του καθενός από εμάς, τι έκανε και τι πίστευε καθένας από εμάς, ως γιατρός ή λειτουργός της δημόσιας υγείας από άλλη θέση, πριν από την επανάσταση. Πρέπει να το κάνουμε με βαθύ κριτικό ενθουσιασμό. Θα συμπεράνουμε τότε ότι σχεδόν όλα όσα πιστεύαμε και νιώθαμε εκείνη την παλιά εποχή πρέπει να παραμεριστούν και ότι ένας νέοςτύπος ανθρώπου πρέπει να δημιουργηθεί. Αν ο καθένας από εμάς γίνει ο αρχιτέκτονας αυτού του νέου τύπου ανθρώπου για τον εαυτό του, τότε η δημιουργία αυτού του νέου τύπου ανθρώπου που θα αντιπροσωπεύει τη νέα Κούβα θα είναι πολύ ευκολότερη.

Είναι καλό για σας – τους παρόντες, τους κατοίκους της Αβάνας – να βάλετε καλά στο μυαλό σας αυτήν την ιδέα: ότι στην Κούβα γεννιέται ένας νέος τύπος ανθρώπου, που δεν μπορεί να εκτιμηθεί πλήρως στην πρωτεύουσα, αλλά μπορεί κανείς να τον δει σε κάθε άλλη γωνιά της χώρας. Όσοι από εσάς πήγατε στη Σιέρρα Μαέστρα στις 26 Ιουλίου θα είδατε κάτι πολύ σημαντικό… Θα είδατε παιδιά που από το ανάστημα τους φαίνονται οχτώ ή εννιά χρονών, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι σχεδόν όλα δεκατριών ή δεκατεσσάρων. Είναι τα γνήσια τέκνα της Σιέρρα Μαέστρα, τα γνήσια παιδιά της πείνας και της φτώχειας σε όλες τις μορφές της. Είναι τα πλάσματα του υποσιτισμού. Στη μικρή μας Κούβα, με τα τέσσερα ή πέντε τηλεοπτικά κανάλια, με τους εκατοντάδες ραδιοφωνικούς σταθμούς, με την πρόοδο της σύγχρονης επιστήμης, όταν ένα βράδυ εκείνα τα παιδιά έφτασαν στο σχολείο και είδαν για πρώτη φορά ηλεκτρικό φως, αναφώνησαν ότι τα αστέρια ήταν πολύ χαμηλά εκείνη τη νύχτα. Εκείνα τα παιδιά, τα οποία κάποιοι από εσάς θα είδατε, σπουδάζουν τώρα στα σχολεία, από τις πρώτες τάξεις μέχρι την επαγγελματική κατάρτιση, μέχρι την πολύδύσκολη επιστήμη της επανάστασης. Αυτό είναι το νέο είδος ανθρώπων που γεννιέται στην Κούβα. Γεννιούνται σε απομονωμένους τόπους, σε απόμερες περιοχές της Σιέρα Μαέστρα και επίσης στις κολεκτίβες και στους χώρους εργασίας. Όλα αυτά συνδέονται στενά με το θέμα της σημερινής μας συζήτησης: την ενσωμάτωση στοεπαναστατικό κίνημα των γιατρών και των άλλων εργαζομένων στον τομέα της υγείας. Γιατί το καθήκον της επανάστασης – το καθήκον της μόρφωσης και διατροφής των παιδιών, το καθήκον της εκπαίδευσης του στρατού, το καθήκον της διανομής της γης των παλιών απόντων γαιοκτημόνων σ’εκείνους που έχυναν τον ιδρώτα τους κάθε μέρα στην ίδια γη χωρίς να δρέπουν τους καρπούς της- είναι το σπουδαιότερο έργο κοινωνικής ιατρικής που έχει γίνει στην Κούβα.

Η μάχη κατά της αρρώστιας πρέπει να βασίζεται στην αρχή της δημιουργίας ενός γέρου σώματος, όχι μέσω της περίτεχνης εργασίας ενός γιατρού πάνω σ’ έναν αδύναμο οργανισμό, αλλά δημιουργώντας ένα γερό σώμα μέσω της δουλειάς ολόκληρου του συνόλου, ιδιαίτερα ολόκληρου του κοινωνικούσυνόλου.Μια μέρα η ιατρική θα πρέπει να γίνει μια επιστήμη που θα προλαμβάνει τις ασθένειες, που θα προσανατολίζει το κοινό προς τις ιατρικές υποχρεώσεις του και η οποία θα χρειάζεται να παρεμβαίνει μόνο σε περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσες για να πραγματοποιήσει μια χειρουργική επέμβαση ή να αντιμετωπίσει κάτι εξαιρετικά ασυνήθιστο στη νέα κοινωνία που δημιουργούμε… Εκείνο που απαιτείται γι’ αυτό το οργανωτικό έργο, όπως και για όλα τα επαναστατικά έργα, είναι το άτομο. Η επανάσταση δεν τυποποιεί, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, τη συλλογική βούληση, τη συλλογική πρωτοβουλία. Το αντίθετο, απελευθερώνει τις ατομικές ικανότητες των ανθρώπων. Αυτό που πράγματι κάνει η επανάσταση είναι να κατευθύνει αυτή την ικανότητα. Αποστολή μας σήμερα είναι να προσανατολίσουμε το δημιουργικό ταλέντο όλων των επαγγελματιών του τομέα της υγείας προς το έργο της κοινωνικής ιατρικής. Βρισκόμαστε στο τέλος μιας εποχής, και όχι μόνο εδώ στην Κούβα. Αντίθετα με όσα λέγονται καιπαρά τις ελπίδες κάποιων ανθρώπων, οι μορφές του καπιταλισμού που γνωρίσαμε, κάτω από τιςοποίες μεγαλώσαμε και υποφέραμε, νικιούνται σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Τα μονοπώλια νικιούνται. Η σοσιαλιστική επιστήμη σημειώνει κάθε μέρα νέους, σημαντικούς θριάμβους. Έχουμε την περηφάνια και το καθήκον να βρισκόμαστε στην πρωτοπορία ενός κινήματος απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική, το οποίο ξεκίνησε πριν από καιρό στις άλλες υποδουλωμένες ηπείρους της Αφρικής και της Ασίας. Αυτή η βαθιά κοινωνική αλλαγή απαιτεί επίσης πολύ βαθιές αλλαγές στη νοοτροπία των ανθρώπων.

Ο ατομικισμός ως τέτοιος, ως η μεμονωμένη δράση ενός προσώπου στο κοινωνικό περιβάλλον, πρέπει να εκλείψει στην Κούβα. Αύριο ο ατομικισμός θα πρέπει να είναι η σωστή χρησιμοποίηση όλων των ατόμων προς όφελος της κοινότητας. Αλλά, αν και όλα αυτά, όλα όσα λέω, γίνονται κατανοητά σήμερα, αν και όλοι είναι πρόθυμοι να σκεφτούν λίγο το παρόν, το παρελθόν και το πώς θα πρέπει να είναι το μέλλον, η αλλαγή του τρόπου σκέψης απαιτεί βαθιές εσωτερικές αλλαγές και συμβολή στην πραγματοποίηση βαθιών εξωτερικών αλλαγών, κυρίως κοινωνικών. Αυτές οι εξωτερικές αλλαγές πραγματοποιούνται στην Κούβα καθημερινά. Ένας τρόπος να μάθετε γι’αυτή την επανάσταση, να γνωρίζετε τις δυνάμεις που κρύβουν μέσα τους οι άνθρωποι, δυνάμεις που ήταν λανθάνουσες για τόσο καιρό, είναι να επισκεφτείτε όλη την Κούβα, να επισκεφτείτε τις κολεκτίβες και όλους τους χώρους δουλειάς που δημιουργούνται. Κι ένας τρόπος για να φτάσετεστην καρδιά του ιατρικού ζητήματος είναι όχι μόνο να γνωρίσετε, όχι μόνο να επισκεφτείτε αυτά ταμέρη, αλλά να γνωρίσετε και τους ανθρώπους που συνθέτουν αυτές τις κολεκτίβες και τα κέντρα εργασίας. Πηγαίνετε εκεί και μάθετε τι αρρώστιες έχουν, από τι πάσχουν, από πόση φτώχεια υπέφεραν σ’ όλη τους τη ζωή, φτώχεια που κληρονόμησαν από αιώνες καταπίεσης και απόλυτης υποταγής. Ο γιατρός, ο νοσοκόμος, θα φτάσουν τότε στην καρδιά της νέας δουλειάς τους, δηλαδή ως άτομα μέσα στις μάζες, άτομα μέσα στην κοινότητα. Ό,τι κι αν συμβαίνει στον κόσμο, μένοντας πάντα κοντά στον άρρωστο, γνωρίζοντας καλά την ψυχολογία του, εκπροσωπώντας εκείνους που έρχονται κοντά στον πόνο και τον ανακουφίζουν, ο γιατρός έχει πάντα πολύ σημαντικό έργο, ένα έργο μεγάλης ευθύνης στην κοινωνική ζωή. Πριν από λίγο καιρό, λίγους μήνες, συνέβη εδώ στην Αβάνα μια ομάδα φοιτητών που μόλις είχανπάρει το πτυχίο της ιατρικής να μη θέλουν να πάνε στην ύπαιθρο και ζητούσαν επιπλέον πληρωμή για να το κάνουν. Από την οπτική γωνία του παρελθόντος είναι περισσότερο από λογικό να συμβαίνειαυτό- έτσι τουλάχιστον μου φαίνεται και το καταλαβαίνω. Θυμάμαι πως έτσι ήταν τα πράγματα, έτσι σκέφτονταν οι άνθρωποι πριν από μερικά χρόνια. Για ακόμα μια φορά είναι ο μονομάχος στην επανάσταση, ο μοναχικός πολεμιστης αυτός που θέλει να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον, καλύτερες συνθήκες, και να κερδίσει την αναγνώριση για αυτό που κάνει. Τι θα συνέβαινε όμως αν δεν ήταν αυτά τα άτομα – οι οικογένειες των οποίων στην πλειονότητα τους μπορούσαν να πληρώσουν για τις σπουδές τους – εκείνα που ολοκλήρωσαν τα μαθήματα τους και αρχίζουν τώρα να ασκούν το επάγγελμα τους; Τι θα συνέβαινε αν στη θέση τους ήταν διακόσιοι, τριακόσιοι χωρικοί αυτοί που θα ξεπρόβαλλαν – σαν από θαύμα, ας πούμε – από τις αίθουσες διαλέξεων του πανεπιστημίου; Αυτό που απλώς θα συνέβαινε είναι ότι αυτοί οι χωρικοί θα έτρεχαν αμέσως και με μεγάλο ενθουσιασμό να φροντίσουν τα αδέρφια τους. Θα ζητούσαν τις θέσεις με τη μεγαλύτερη ευθύνη και την περισσότερη δουλειά, για να δείξουν ότι τα χρόνια σπουδών δε σπαταλήθηκαν άσκοπα. Αυτό θα συμβεί σε έξι εφτά χρόνια, όταν οι νέοι φοιτητές, παιδιά της εργατικής τάξης και της αγροτιάς, θα πάρουν τα πτυχία τους. Δεν πρέπει όμως να βλέπουμε το μέλλον μοιρολατρικά και να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε παιδιά της εργατικής τάξης ή της αγροτιάς και σε αντεπαναστάτες. Αυτό είναι απλουστευτικό, δεν είναι αλήθεια, και τίποτα δε διαπαιδαγωγεί περισσότερο έναν έντιμο άνθρωπο από το να βιώσει τηνεπανάσταση.Κανένας από εμάς, απ’ όσους φτάσαμε πρώτοι με το Granma, εγκατασταθήκαμε στη Σιέρα Μαέστρα και μάθαμε να σεβόμαστε τον αγρότη και τον εργάτη, ζώντας μαζί τους, κανένας από εμάς δεν ήτανεργάτης ή αγρότης στο παρελθόν. Φυσικά, υπήρχαν εκείνοι που είχε χρειαστεί να δουλέψουν, πουείχαν γνωρίσει ορισμένες ανάγκες σαν παιδιά.

Την πείνα όμως, την αληθινή πείνα, κανείς μας δεν τηνείχε γνωρίσει και αρχίσαμε να μαθαίνουμε τι θα πει πείνα, προσωρινά, τα δύο χρόνια πάνω στη Σιέρρα Μαέστρα. Και τότε πολλά πράγματα έγιναν ξεκάθαρα… Μάθαμε ότι η ζωή ενός ανθρώπου αξίζει εκατομμύρια φορές περισσότερο απ’ όλη την περιουσία του πλουσιότερου ανθρώπου στη γη. Τομάθαμε εκεί εμείς, που δεν ήμαστε παιδιά της εργατικής τάξης ή της αγροτιάς. Γιατί λοιπόν ναδιαλαλήσουμε τώρα ότι είμαστε οι προνομιούχοι και ότι ο υπόλοιπος λαός της Κούβας δεν μπορεί κιαυτός να μάθει; Ναι, μπορούν, να μάθουν. Σήμερα μάλιστα η επανάσταση απαιτεί να μάθουν, απαιτεί να καταλάβουν καλά ότι η περηφάνια που πηγάζει από την εξυπηρέτηση του συνανθρώπου μας είναιπολύ σημαντικότερη από ένα καλό εισόδημα· ότι η ευγνωμοσύνη των ανθρώπων είναι μονιμότερη, διαρκεί πολύ περισσότερο απ’ όσο χρυσάφι μπορεί να συσσωρεύσει κάποιος. Κάθε γιατρός, στη σφαίρα της δραστηριότητας του, μπορεί και πρέπει να συγκεντρώσει αυτό τον πολύτιμο θησαυρό, την ευγνωμοσύνη των ανθρώπων. Πρέπει τότε να αρχίσουμε να διαγράφουμε τις παλιές αντιλήψεις μας και να ερχόμαστε όλο και πιοκοντά στο λαό με κριτικό πνεύμα. Όχι με τον τρόπο που τον πλησιάζαμε πριν, γιατί όλοι θα πείτε: «Όχι, εγώ είμαι φίλος του λαού. Μου αρέσει να μιλάω με εργάτες και αγρότες και τις Κυριακές πηγαίνω στο τάδε μέρος για να δω τοτάδε πράγμα». Όλοι το έκαναν αυτό. Αλλά το έκαναν υπό τύπον ελεημοσύνης και αυτό που πρέπει να προωθήσουμε σήμερα είναι η αλληλεγγύη. Δεν πρέπει να πλησιάζουμε το λαό για να λέμε: «Να’ μαστε. Ερχόμαστε να σας ελεήσουμε με την παρουσία μας, να σας διδάξουμε την επιστήμη μας, να καταδείξουμε τα λάθη σας, την έλλειψη λεπτότητας και στοιχειώδους γνώσης που σας διακρίνει».

Πρέπει να τον πλησιάζουμε με ερευνητικό ζήλο και ταπεινό πνεύμα, για να μαθαίνουμε από αυτή τη μεγάλη πηγή σοφίας που είναι ο λαός. Συχνά συνειδητοποιούμε πόσο λανθασμένες ήταν κάποιες αντιλήψεις μας, οι οποίες είχαν γίνει κομμάτι του εαυτού μας και, αυτόματα, της συνείδησης μας. Κάθε τόσο έπρεπε να αλλάζουμε όλεςτις αντιλήψεις μας, όχι μόνο τις γενικές, κοινωνικές ή φιλοσοφικές αντιλήψεις, αλλά πότε πότε και τιςαντιλήψεις μας για την ιατρική. Θα δούμε ότι οι ασθένειες δε θεραπεύονται πάντα όπως θεραπεύεται μια αρρώστια στο νοσοκομείο μιας μεγάλης πόλης. Θα δούμε ότι ο γιατρός πρέπει να είναι και αγρότης, ότι πρέπει να μάθει να καλλιεργεί νέα τρόφιμα και, με το παράδειγμα του, να καλλιεργεί τηνεπιθυμία για κατανάλωση νέων τροφίμων, για διαφοροποίηση της διατροφικής δομής στην Κούβα -τόσο μικρής και τόσο φτωχής σε μια αγροτική χώρα που είναι εν δυνάμει η πλουσιότερη στη γη. Θα δούμε τότε ότι κάτω από αυτές τις περιστάσεις θα πρέπει να είμαστε και παιδαγωγοί, ότι θα πρέπει επίσης να είμαστε και πολιτικοί – ότι το πρώτο που θα πρέπει να κάνουμε δεν είναι να προσφέρουμε τη σοφία μας, αλλά να δείξουμε άτι είμαστε έτοιμοι να μάθουμε με το λαό, να φέρουμε σε πέρας αυτή τη σπουδαία και όμορφη κοινή εμπειρία – να χτίσουμε μια νέα Κούβα.

Έχουμε ήδη κάνει πολλά βήματα και η απόσταση από την 1η Ιανουαρίου 1959 μέχρι σήμερα δεν μπορεί να μετρηθεί με συμβατικό τρόπο. Πριν από καιρό οι άνθρωποι καταλάβαιναν ότι εδώ είχε καταρρεύσει όχι μόνο ένας δικτάτορας, αλλά κι ένα σύστημα. Τώρα ο λαός πρέπει να μάθει ότι πάνω στα ερείπια ενός γκρεμισμένου συστήματος πρέπει να οικοδομήσουμε ένα νέο, το οποίο θα οδηγεί στην απόλυτη ευτυχία του λαού….Πειστήκαμε οριστικά ότι υπάρχει ένας κοινός εχθρός. Ξέρουμε ότι όλοι κοιτάζουν πίσω τους για να δουν μήπως τους ακούει κανείς, μήπως κρυφακούει κανείς από κάποια πρεσβεία και μεταδώσει όσα ακούει, πριν πουν ξεκάθαρα τη γνώμη τους κατά των μονοπωλίων, πριν πουν ξεκάθαρα: «Εχθρός μας και εχθρός ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής είναι η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που στηρίζει τα μονοπώλια». Αν όλοι ξέρουν ήδη ότι αυτός είναι ο εχθρός και αν έχουμε ως αφετηρία μας τη γνώση ότι όποιος παλεύει εναντίον αυτού του εχθρού έχει κάτι κοινό με εμάς, τότε προχωρούμε παρακάτω. Ποιοι είναι οι στόχοι μας εδώ στην Κούβα; Τι θέλουμε; Θέλουμε την ευτυχία του λαού ή όχι; Παλεύουμε για την απόλυτη οικονομική απελευθέρωση της Κούβας ή όχι; Δεν παλεύουμε για να είμαστε μια ελεύθερη χώρα ανάμεσα σε ελεύθερες χώρες, χωρίς να ανήκουμε σε κανένα στρατιωτικό συνασπισμό, χωρίς να πρέπει να συμβουλευόμαστε την πρεσβεία οποιασδήποτε μεγάλης δύναμης για κάθε απόφαση που παίρνουμε για εσωτερικά και διεθνή θέματα; Δε σκεφτόμαστε να ανακατανείμουμε τον πλούτο εκείνων πουέχουν πάρα πολλά για να δώσουμε σ’ εκείνους που δεν έχουν τίποτα; Δε σκεφτόμαστε εδώ να προσφέρουμε δημιουργικό έργο, μια δυναμική καθημερινή πηγή ευτυχίας; Αν ναι, τότε έχουμε ήδη τους στόχους στους οποίους αναφερθήκαμε… Σε καιρούς μεγάλου κίνδυνου, σε καιρούς μεγάλης έντασης και μεγάλης δημιουργίας, αυτό που έχει σημασία είναι ο μεγάλος εχθρός και οι μεγάλοι στόχοι. Αν συμφωνούμε, αν όλοι μας ξέρουμε ήδη πού πηγαίνουμε, τότε, ό,τι κι αν συμβεί, πρέπει να αρχίσουμε τη δουλειά μας. Σας έλεγα ότι για να είναι κανείς επαναστάτης πρέπει να υπάρχει επανάσταση. Την έχουμε ήδη. Κι ένας επαναστάτης πρέπει επίσης να γνωρίζει τους ανθρώπους με τους οποίους πρόκειται να δουλέψει .Πιστεύω ότι δε γνωρίζουμε ακόμα καλά ο ένας τον άλλο. Πιστεύω ότι έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας… [Ωστόσο] αν γνωρίζουμε τους στόχους, αν γνωρίζουμε τον εχθρό και αν γνωρίζουμε προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθούμε, τότε το μόνο που μας απομένει είναι να μάθουμε πόση απόσταση πρέπει να διανύουμε κάθε μέρα και να το κάνουμε. Κανένας δεν μπορεί να πει πόση είναι αυτή η απόσταση· η απόσταση αυτή είναι η προσωπική πορεία κάθε ανθρώπου – είναι αυτό που θακάνει κάθε μέρα, αυτό που θα κερδίζει από την προσωπική του εμπειρία και αυτό που θα δίνει απότον εαυτό του ασκώντας το επάγγελμα του, αφοσιωμένος στην ευημερία του λαού. Αν διαθέτουμε ήδη όλα τα στοιχεία για να βαδίσουμε προς το μέλλον, ας θυμηθούμε τη φράση του Χοσέ Μαρτί, την οποία πρέπει να εφαρμόζουμε διαρκώς: «Ο καλύτερος τρόπος να πεις κάτι είναι νατο κάνεις».

Ας βαδίσουμε λοιπόν προς το μέλλον της Κούβας.

Πηγή: Ημερολόγια Μοτοσικλέτας, Latinoamericana, Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, 2004. Το πλήρες κείμενο αυτής της ομιλίας περιλαμβάνεται στη νέα έκδοση του Che Guevara Reader, που εκδόθηκε από την Ocean Press το 2003.

Ένας επαναστάτης της επιστήμης και της συνείδησης

Tο παρακάτω κείμενο του Αρμάντο Χαρτ Ντάβαλος δημοσιεύθηκε ως Προλογικό Σημείωμα στο βιβλίο «Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους» (Che Guevara talks to young people), εκδόσεις Διεθνές Βήμα, 2004.

Του Αρμάντο Χαρτ*.

Για μένα είναι τιμή και ταυτόχρονα αποτελεί μια πραγματική πρόκληση η συγγραφή ενός προλόγου στο βιβλίο «Ο Τσε Γκεβάρα μιλάει στους νέους» – ένα βιβλίο που ως επίλογο έχει την ομιλία του Φιντέλ μπροστά στο μνημείο το οποίο χτίστηκε στο κέντρο του νησιού για να στεγάσει τα ιερά οστά του ήρωα, μαζί με εκείνα των αξέχαστων συντρόφων του. Θα προσπαθήσω να μοιραστώ με το νέο σε ηλικία αναγνώστη – στον οποίο, κατά κύριο λόγο, απευθύνεται το βιβλίο αυτό – κάποιες, σύντομες αναγκαστικά, σκέψεις γι’ αυτή την εξαιρετική φυσιογνωμία της αμερικανικής ηπείρου και της συγχρονης παγκόσμιας ιστορίας.

Είναι αλήθεια ότι ο Τσε θα μιλούσε διαφορετικά σήμερα στους νέους ανθρώπους – οι οποίοι βιώνουν πολύ διαφορετικές συνθήκες – απ’ ότι μιλούσε τρείς και πλέον δεκαετίες νωρίτερα. Ξαναδιαβάζοντας, ωστόσο, αυτές τις ομιλίες, εκπλήσσεται κανείς από το πόσο εξαιρετικά επίκαιρες είναι. Οι ομιλίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι πράγματι ο Τσε είναι ένας άνθρωπος του παρόντος.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 λεγόταν ότι όλα τα μοντέλα αλλαγής του κόσμου είχαν πλέον εκλείψει, και μαζί τους κάθε πιθανότητα να βρεθούν νεα. Η εικόνα, όμως, του Ηρωικού Αντάρτη προβάλλει σαν ένα φάντασμα που πλανάται σε όλον τον δυτικό κόσμο. Το φάντασμα αυτό μεγαλώνει και θα συνεχίσει να γιγαντώνεται, θα δυναμώνει και θα μεγαλώνει ο πλούτος των ιδεών του στον βαθμό που αγγίζει τους νέους ανθρώπους και εκείνοι κάνουν κτήμα τους την ουσία των πράξεων και των οραμάτων του Τσε. Ο Χοσέ Κάρλος Μαριάτεγκι, ένας από τους πιο σημαντικούς επαναστάτες στοχαστές της Λατινικής Αμερικής, μελέτησε και κατέδειξε την αναγκαιότητα των μύθων. Επισήμανε ότι οι λαοί που κατάφεραν πολλά, χρειάστηκε να δημιουργήσουν μύθους μεταξύ των μαζών. Εάν θέλουμε να είμαστε επαναστάτες με την αυστηρή έννοια του όρου, πρέπει να μελετήσουμε τα αίτια και τους παράγοντες που κάνουν τον Τσε να ζει στις καρδιές της αμερικανικής ηπείρου και να εκφράζει με χίλιους δυο τρόπους τους πόθους και τα οράματα της πιο ριζοσπαστικής νεολαίας κάθε ηπείρου. Τριάντα και πλέον χρόνια από τότε που πέρασε στην αθανασία στη χαράδρα του Γιούρο, η μορφή του αντηχεί στις πλατείες και στους δρόμους, ξαναζωντανεύοντας την κραυγή «Πάντα μπροσά ως τη νίκη!» (Hasta la victoria siempre!). Ο καλύτερος τρόπος να είμαστε συνεπείς προς τις ιδέες του σοσιαλισμού και προς τις δυνατότητες μιας επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας και να εντοπίσουμε τους λόγους που βρίσκονται πίσω από αυτό το γεγονός.

Τα διδάγματα και το παράδειγμα της θυσίας του Τσε στις ζούγκλες της Βολιβίας έχουν χαράξει για πάντα στο μυαλό των νέων γενιών μια αίσθηση ηρωισμού και ηθικών αξιών στην πολιτική και στην ιστορία. Και αφού ο ηθικός παράγοντας είναι αυτό που λείπει από την πολιτική, και η έλλειψη αυτή έχει οδηγήσει ακόμα και σε επαναστάσεις, υπάρχει μια πεποίθηση του Τσε που έχει με δραματικό τρόπο επιβεβαιωθεί: δεν μπορεί να υπάρξει επανάσταση χωρίς τον ηθικό παράγοντα. Ο Τσε μίλησε επίσης με ευγλωττία, βάθος και σφρίγος για την ανάγκη ενός νέου τύπου ανθρώπου στον εικοστό πρώτο αιώνα. Η ίδια η ζωή έχει υποχρεώσει έναν τέτοιο άνθρωπο να διαμορφωθεί στον εικοστό αιώνα. Η αναγνώριση του τεράστιου ρόλου της κουλτούρας και των ηθικών αξιών στην ιστορία των πολιτισμών και τα πρακτικά συμπεράσματα που βγαίνουν από την αναγνώριση αυτή είναι το σημαντικότερο μήνυμα του Comandante Ερνέστο Τσε Γκεβάρα προς τους νέους ανθρώπους. Το ζήτημα αυτό έχει μια προϊστορία. Ο πολιτισμός δεν ανέλυσε ποτέ με το απαιτούμενο βάθος και απο επιστημονική σκοπιά το ρόλο των ηθικών και πνευματικών αξιών στο πέρασμα της Ιστορίας. Αυτή είναι η πιο σημαντική πνευματική πρόκληση που έχει κληροδοτήσει στη νεολαία ο εικοστός αιώνας.

Η δυτική και χριστιανική κουλτούρα στην Ευρώπη εξελίσσεται από το έτος 1000 και νωρίτερα, για να καταφέρει – με το Μαρξ και τον Ένγκελς – να φτάνει στο υψηλότερο επίπεδο της φιλοσοφικής γνώσης, στους τομείς των κοινωνικών και οικονομικών επιστημών. Στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, στο μεταξυ, αποκρυσταλλωνόνταν ένας τρόπος σκέψης – με σύμβολα τον Μπολιβάρ και τον Μαρτί – ο οποίος, σε επιστημονική βάση, τόνιζε τη δύναμη του ανθρώπου και τον ρόλο της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και της πολιτικής. Η πρωτοτυπία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα – όπως και της κουβανικής επανάστασης – συνίσταται στο εξής: εμπνευσμένος από την πνευματική κληρονομιά της Δικής μας Αμερικής και με αφετηρία την αφοσίωση του στις ηθικές αξίες, υιοθέτησε τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς και υποστήριξε τη χρήση των λεγόμενων υποκειμενικών παραγόντων στην κινητοποιήση και την καθοδήγηση της επαναστατικής δράσης των μαζών και της κοινωνίας συνολικά.

Ο Χαρτ (δεξιά) με τον Τσε την περίοδο της Επανάστασης.

Αυτό που είναι πολύτιμο και ενδιαφέρον από τη σκοπιά του μαρξισμού είναι ότι, από την άποψη που μόλις ανέφερα, ο Τσε βρέθηκε κατά βάθος πιο κοντά στον Μαρξ, απ’ ότι άλλες ερμηνείες των ιδεών του συγγραφέα του Κεφαλαίου, οι οποίες κυριάρχησαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Η τριτοκοσμική προοπτική των διεθνιστών ανταρτών που έπεσαν στη Βολιβία ήταν ένα σιωπηρό κάλεσμα προς τους σοσιαλιστές, να προσανατολίσουν αποφασιστικά τις ενέργειες τους προς τον Τρίτο Κόσμο. Η σοφία μιας τέτοιας ηθικής και πολιτικής προοπτικής δεν έγινε κατανοητή και δεν υποστηρίχθηκε στον καιρό της, από εκείνους που μπορούσαν και όφειλαν να το κάνουν. Γι’ αυτόν το λόγο, ο κόσμος άλλαξε κατά τρόπο που να ευνοεί την πιο αντιδραστική δεξιά, καταλήγοντας σε ένα μεταμοντέρνο χάος.

Σε μια ομιλία του Τσε στο Αλγέρι, στις 24 Φλεβάρη του 1964, αυτό το κάλεσμα προσέλαβε δραματικές διαστάσεις και χαρακτήρα έντονης αντιπαράθεσης. Κατά τραγικό τρόπο, η ιστορία θα απεδείκνυε πως είχε δίκαιο. Το πιο θλιβερό πράγμα για τους επαναστάτες είναι ότι η θέση του Τσε σχετικά με το ρόλο των χωρών που παλαιότερα ήταν αποικίες ή νεο-αποικίες βρισκόταν πολύ κοντά στα όσα είχε προβλέψει αρκετές δεκαετίες νωρίτερα ο Λένιν, εφιστώντας την προσοχή στη σημασία των απελευθερωτικών κινημάτων τα οποία ξεπρόβαλλαν τότε στην Ανατολή. Υπάρχουν πολλά πολύτιμα βιβλία γραμμένα από τον άνθρωπο που σφυρηλάτησε την Οκτωβριανή Επανάσταση, τα οποία θα έπρεπε να μελετήσουμε ξανά σήμερα.

Η ανεπάρκεια των κοινωνικών επιστημών στο κυρίαρχο σύστημα απορρέει από το γεγονός ότι αρνούνται να αντικρίσουν μια αποφασιστικής σημασιας πραγματικότητας: τη φτώχεια που εξαπλώνεται σήμερα και η οποία αποτελεί, μαζί με την καταστροφή της φύσης, τη ρίζα των δεινών και της αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου. Η σπουδαιότερη πρόκληση για τον άνθρωπο, καθώς χαράζει ο εικοστός αιώνας, είναι να ξεπεράσει την κατάσταση αυτή. Από επιστημονική σκοπία, το να θέτει κανείς ένα τέτοιο ζήτημα – αντί να υποκρίνεται ότι δεν υπάρχει – είναι ο ακρογωνιαίος λίθος ενός ηθικού συστήματος το οποίο φιλοδοξεί να θέσει γερά θεμέλια για το μέλλον. Η περιφρόνηση του ανθρώπινου πόνου είναι το μεγαλύτερο έγκλημα των κοινωνικών συστημάτων που υπάρχουν στις μέρες μας. Να είμαστε ρεαλιστές, αλλά να βλέπουμε την πραγματικότητα του ανθρώπου συνολικά και σφαιρικά, όχι αποσπασματικά, με μικροπρέπεια, όπως την αντιλαμβάνονται τα σημερινά κυρίαρχα συμφέροντα.

Ο Τσε έβλεπε και αποτιμούσε την πραγματικότητα από μια ηθική σκοπιά – με σκοπό να τη βελτιώσει. Εδώ εντοπίζεται η δύναμη του μύθου που μας άφησε. Οι ιδέες του συνδυάζουν την πιο εξελιγμένη εκδοχή της ευρωπαϊκής φιλοσοφικής σκέψης – τον Μαρξ και τον Ένγκελς – με το ουτοπικό όραμα της Δικής μας Αμερικής – του Μπολιβάρ και τον Μαρτί. Το σφάλμα όσων αποκηρύσσουν την ουτοπία είναι ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις πραγματικές ανάγκες όπως προκύπτουν από τα γεγονότα που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν είναι ικανοί να συλλάβουν τις αλήθειες του αύριο.

Η πεμπτουσία του λατινοαμερικανικού πολιτισμού που βρίσκεται στην επαναστατική συνείδηση του Τσε συνίσταται στο εξής: έβλεπε την πραγματικότητα και την πράξη ως απαραίτητα στοιχεία για την κατανόηση της αλήθειας και για τον μετασχηματισμό του κόσμου ώστε να υπερισχύσει η δικαιοσύνη, ενώ την ίδια στιγμή έπαιρνε την αίσθηση της ουτοπίας που έχει ο Νέος Κόσμος και τη μετέτρεπε σε κίνητρο για τη διαμόρφωση της πραγματικότητας του αύριο. Ο Τσε δεν αποκήρυξε, λοιπόν, ούτε την πραγματικότητα, ούτε την ελπίδα. Ήταν ένας επαναστάτης της επιστήμης και της συνείδησης, απαραίτητα στοιχεία και τα δύο για να ανταποκριθεί στην πρόκληση του επόμενου αιώνα η αμερικανική ήπειρος, αλλά και ο κόσμος.

* Ο Αρμάντο Χαρτ Ντάβαλος (γεν.1930) είναι διαπρεπής κουβανός πολιτικός και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας.  Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Κινήματος της 26ης Ιουλίου και δραστήριο οργανωτικό μέλος της Επανάστασης.  Είναι ο πατέρας της αδικοχαμένης τροτσκίστριας συγγραφέως Σέλια Χαρτ (1963-2008).