Τα πρώτα χρόνια, 1928-1932

Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα Λιντς, Ροσάριο, Αργεντινή, 1929.

Στιγμές από την παιδική ηλικία του Ερνεστίτο.

Στην αγκαλιά της μητέρας του, Σέλια ντε λα Σέρνα.

Με τον πατέρα του, Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς.

Βιβλιοκριτική: Che Guevara. His Revolutionary Legacy (Löwy & Besancenot)

Κριτική στο βιβλίο: Che Guevara. His Revolutionary Legacy, των Olivier Besancenot και Michael Lowy. Monthly Review Press, 2009.

Της Κιτ Άνταμ Γουάινερ.

Το ότι η μορφή του Τσε Γκεβάρα βρίσκεται σε τοίχους και t-shirts σε όλον τον κόσμο δεν αποτελεί νέο. Στη Λατινική Αμερική, τις δεκαετίες του 1970 και ’80, ένας ταξιδιώτης μπορούσε να δει το πρόσωπο του Τσε  ζωγραφισμένο με σπρέι σε τοίχους εργατικών συνοικιών. Στην επαναστατική Νικαράγουα το γκραφίτι με τη μορφή του Τσε απαγορεύτηκε επισήμως, όπως συνέβη με το τεράστιο κύμα «της τέχνης των τοίχων» υπέρ των Σαντινίστας και κατά των Κοντρας. Ως μάρτυρας ο Τσε συμβολίζει την προσήλωση και την ελπίδα για αντι-ιμπεριαλιστικές ομάδες ανταρτών σε όλην την Αμερική.

Τι είναι καινούργιο σήμερα στην εμπορικότητα της εικόνας του Τσε. Ο Τσε είναι υπερεκτεθιμένος σε ρουχισμό, μπιχλιμπίδια, ρολόγια. Εμφανίζεται σε γυμνάσια, κολλέγια και στους δρόμους του lower Μανχάταν. Για κάποιους η ατίθαση γενιάδα και ο μαύρος μπερές έχουν αναμφίβολα μια αισθητική αξία. Συμβολίζει ο Τσε την αντίσταση, την αντι-εξουσιαστική διάθεση ή κάποια προσωπική στάση που μόνο οι θαυμαστές του αντιλαμβάνονται;

Το βιβλίο των Ολιβιέρ Μπεσανσενό και Μάικλ Λεβί ‘Che Guevara: A Revolutionary Legacy’ αποτελεί μια ευπρόσδεκτη προσπάθεια να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα από τη «μόδα του Τσε» και να επανακαθορίσει το παρελθόν – μια επαναστατική σοσιαλιστική κληρονομιά βασισμένη στη ζωή και στις ιδέες του Τσε Γκεβάρα. Οι συγγραφείς είναι, αντίστοιχα, ένας γάλλος συνδικαλιστής και προεδρικός υποψήφιος της επαναστατικής αριστεράς (Μπεσανσενό) και ένας κορυφαίος θεωρητικός του μαρξισμού, συγγραφέας πάνω σε επαναστατικές παραδόσεις της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής (Λεβί).

Για τους συγγραφείς «κλειδί» για την κατανόηση της κληρονομιάς του Τσε είναι η εκτίμηση του αντι-Σταλινισμού του. Ο Μπεσανσενό και ο Λεβί ανιχνεύουν τα χρόνια της πολιτικής συνειδητοποίησης του Τσε στη Γουατεμάλα του ρεφορμιστή Γιακόμπο Άρμπενς. Ο Τσε έγινε αυτόπτης μάρτυρας της αδυναμίας του ρεφορμιστικού προγράμματος να αντιμετωπίσει το ιμπεριαλιστικό πραξικόπημα του 1954 και, ως εκ τούτου, μετακινήθηκε ριζοσπαστικά προς την αριστερά. Αποσχίστηκε από τη «διεπίπεδη» ορθοδοξία των κομμουνιστικών κομμάτων – ένα σχήμα που υποστήριζε ένα μεταβατικό στάδιο «μπουζουαρζικής δημοκρατικής» ανάπτυξης ως προάγγελο της σοσιαλιστικής φάσης. Οι θεωρητικοί του κομμουνισμού προέτρεπαν το «ποίμνιο» τους να συγκρατούν τις επαναστατικές τους ορμές κατά το «δημοκρατικό στάδιο», να περιορίζουν την δραστηριότητα της εργατικής τάξης στον Τρίτο Κόσμο χάρην συμμαχιών με «εθνικές αστικές τάξεις» για τη δημιουργία δημοκρατικών, αντι-ιμπεριαλιστικών μπλοκ. Οι συνέπειες ήταν τραγικές. Η δημοκρατική κυβέρνηση της Γουατεμάλα θα ανατρέπονταν από ένα, στηριζόμενο από τις ΗΠΑ, πραξικόπημα το 1954. Παρομοίως, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα θα διέλυε τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε στη Χιλή, στις 11 Σεπτέμβρη του 1973. Και στις δύο περιπτώσεις οι κομμουνιστές θα φυλακίζονταν η θα δολοφονούνταν εν ψυχρώ.
Παρ’ όλα αυτά υπήρχε μια λογική στη στρατηγική αυτή. Η συγκράτηση (απραξία) των κομμουνιστών «έδενε» με την σοβιετική εξωτερική πολιτική η οποία νοιάζοταν λιγότερο γιά την προώθηση επαναστάσεων στον κόσμο και περισσότερο με τη δημιουργία συμμαχιών στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Πρώτα και πάνω απ’ όλα, η Μόσχα επιθυμούσε τη διατήρηση ενός status quo ισορροπίας μεταξύ των αντίπαλων στρατοπέδων, ώστε να μην επιχειρούσαν επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης οι ιμπεριαλιστικές χώρες. Σε αυτό το πλαίσιο, η δημιουργία συμμαχιών με εθνικές καπιταλιστικές τάξεις που αποζητούσαν μια κάποια αυτονομία από την Ουάσινγκτον φαίνονταν λογική για την πολιτική των μεγάλων δυνάμεων. Παρ’ όλα αυτά, δεν είχε ουδεμία σχέση με την επανάσταση. Και σύμφωνα με τους Μπεσανσενό και Λεβί, ο Τσε το αντιλήφθηκε αυτό τη δεκαετία του 1950.

Συνοψίζοντας τα μαθήματα από την εμπειρία της Γουατεμάλα, ο Τσε κατέληξε σε μια άποψη παρόμοια με αυτήν που ο Λένιν είχε αναπτύξει στις «Θέσεις του Απρίλη» το 1917. Για τους Μπεσανσενό και Λεβί, με την απόρριψη της αντίληψης περί «επιπέδων» της δημοκρατικής μεταβατικής περιόδου ο Τσε αποσυνδέονταν από το όλο Σοβιετικό μοντέλο και αυτοτοποθετούνταν ολοκληρωτικά στο στρατόπεδο της αντι-σταλινικής επαναστατικής αριστεράς. Εξυπακούεται ότι ο επανακαθορισμός και η επανασύσταση της πραγματικής (πολιτικής) κληρονομιάς του Τσε ενδέχεται να έχει μεγάλο αντίκτυπο στην επαναθεμελίωση μιάς επαναστατικής αριστεράς στη Λατινική Αμερική. Όπως αναφέρουν, μάλλον ποιητικά, οι συγγραφείς, «πολλοί ισχυρίζονται ότι η φλόγα της ελπίδας μας έσβησε με την κατάρρευση της τραγικής και αιματηρής εμπειρίας γνωστής ως ‘υπαρκτός σοσιαλισμός’. Απαντούμε: ένα καντήλι ακόμη καίει – ο κομμουνισμός του Τσε Γκεβάρα».

Τα πολλαπλά πρόσωπα του Σταλινισμού

Ο Μπεσανσενό και ο Λεβί προσεγγίζουν το θέμα τους με μεγάλη φιλολογική ικανότητα και μια μοναδική αφοσίωση στην επανεκίνηση του επαναστατικού κινήματος στην Αμερική και διεθνώς. Είναι αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν τα καλύτερα στοιχεία της κληρονομιάς του Τσε προκειμένου να πετύχουν αυτόν τον στόχο. Αυτή τους η αφοσίωση, παρ’ όλα αυτά, τους οδηγεί στην υποτίμηση της απόρριψης, εκ μέρους του Τσε, της δημοκρατίας ως αντίδοτο του «γραφειοκρατικού μαρξισμού» και στην αγνόηση αποδεικτικών στοιχείων που έρχονται σε αντίθεση με τον χαρακτηρισμό του Τσε ως αντιπάλου του Σταλινισμού. Η προσήλωση του Τσε στις ιδέες και τις πολιτικές του Στάλιν, αλλά και η τιμή προς το ίδιο το πρόσωπο του σοβιετικού ηγέτη, αποδεικνύεται ευρέως στο γραπτό έργο του Σαμ Φαρμπερ. Μια απόσχιση από το σοβιετικό μοντέλο της «σοσιαλιστικής» μετάβασης και ανάπτυξης δεν ισοδυναμεί με αντι-σταλινισμό. Αντιθέτως, αυτό που απέρριψε ο Τσε ήταν η περίοδος του «λαϊκού μετώπου» του σταλινισμού – το απέρριψε όμως χάρην ενός είδους υπερεθελοντισμού που είχε απομείνει από την «Τρίτη περίοδο» (1928-1934) του σταλινισμού, με τις ακραίες και καταστροφικές πολιτικές συλλογικοποίησης και τις ψεύτικες υποσχέσεις της επερχόμενης παγκόσμιας επανάστασης. Στην πραγματικότητα, τη δεκαετία του 1960 όταν η (ιδεολογική) απόσχιση του Τσε από τη Μόσχα δημοσιοποιήθηκε, ο σταλινικού τύπου κομμουνισμός δεν ήταν πλέον μονολιθικός. Μεταξύ των ηγετών του ήταν υπερασπιστές του επαναστατικού αγώνα, του δημοκρατικού ρεφορμισμού, αποσχισμένες φατρίες της Μόσχας και ακόμη η απόρροψη της κληρονομιάς του ίδιου του Στάλιν. Ο Μάο Τσε Τούνγκ και ο Χο Τσι Μινχ, για παράδειγμα, ηγήθηκαν αμφότεροι επαναστατικών κινημάτων τα οποία ανέτρεψαν φιλοιμπεριαλιστικά καθεστώτα και διέκοψαν τα σοβιετικά σχέδια για μεταπολεμική σταθερότητα. Η απόσχιση του Μάο από την ΕΣΣΔ πήρε δημόσιες διαστάσεις το 1960, οδηγώντας σε διαιρέσεις μεταξύ των κομμουνιστικών κομμάτων ανα τον κόσμο. Ο Μάο απέρριψε τον μη-επαναστατικό δρόμο της Μόσχας προς το σοσιαλισμό και, κατά την πολιτιστική επανάσταση, κύρηξε πόλεμο στον «γραφειοκρατισμό». Παρ’ όλα αυτά, ο Μάο ήταν ένας καθαρός σταλινιστής, οι ακρατικές καμπάνιες είχαν πτωτική πορεία και ποτέ δεν βασίστηκαν στην αυτό-οργάνωση των κινέζων εργατών. Και οι εξωτερικές του πολιτικές απεδείχθησαν όχι λιγότερο τυχοδιωκτικές από αυτές της Μόσχας. Το σχίσμα του 1948 μεταξύ των Τίτο και Στάλιν οδήγησε στην επιβίωση ενός κομμουνιστικού κράτους (σ.σ. Γιουγκοσλαβία) που απέρριπτε ανοιχτά την σταλινική κληρονομιά και τον ίδιο τον Στάλιν προσωπικά. Κατά ειρωνεία, τα μέσα που το κομμουνιστικό κόμμα της Γιουγκοσλαβίας χρησιμοποίησε προκειμένου να καταπιέσει τους γιουγκοσλάβους σταλινιστές των αρχών του ’50 περιελάμβαναν μυστική αστυνομία και δίκες αμφιβόλου αμεροληψίας.
Μεταξυ των γιουγκοσλάβων κομμουνιστών ηγετών ήταν διανοούμενοι οι οποίοι έκαναν φιλότιμες προσπάθειες να μελετήσουν τα προβλήματα της γραφειοκρατείας, την ανάγκη αποκεντροποίησης και την παραγωγή ποιοτικών καταναλωτικών αγαθών. Στα 1950 και 1960 αυτοί οι κομμουνιστές προέβαλαν το ζήτημα του ελέγχου των εργατών στο πλαίσιο του σοσιαλισμού και σχεδίασαν ένα σύστημα αυτό-οργάνωσης των ίδιων των εργατών. Παρ’ όλα αυτά, η αυτό-οργάνωση των εργατών ήταν γενικά ουτοπική. Οι εργάτες ποτέ δεν ήλεγχαν τον κεντρικό σχεδιασμό και δεν ήταν ποτέ σε θέση να αποφασίσουν πως θα έπρεπε να ρυθμιστεί ο γιουγκοσλαβικός σοσιαλισμός σε μακρο-οικονομικό επίπεδο. Την στιγμή που η Γιουγκοσλαβία παρέμεινε λιγότερο καταπιεστική σε σχέση με τις άλλες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, το ΚΚ της Γιουγκοσλαβίας δεν απεμπόλησε ποτέ το κεντρικό δόγμα του μονοκομματικού κράτους στο οποίο η εξουσία και τα προνόμοια της ηγεσίας του βασίζονταν στην αστυνομική δύναμη. Στην ίδια τη Συμφωνία της Βαρσοβίας αναδείχθησαν αρκετοί κομμουνιστές ηγέτες που αμφισβήτησαν την σταλινική ορθοδοξία. Στο πλαίσιο της «Αποσταλινοποίησης» του Νικίτα Χρουτσώφ και ωθούμενοι από κινήματα, εργάτες και διανοουμένους, οι Βλάντισλαβ Γκομούλκα (Πολωνία 1956), Ιμρέ Ναγί (Ουγγαρία 1956) και Αλεξάντερ Ντουμπτσεκ (Τσεχοσλοβακία 1968) αναδείχθηκαν μέσα από διαδικασίες σταλινικών κομμουνιστικών κομμάτων και αποκύρηξαν τον Σταλινισμό. Την στιγμή που ο αντι-σταλινισμός του Γκομούλκα ήταν πάντοτε σχεδιασμένος ώστε να διατηρεί το μονοκομματικό καθεστώς την ώρα που ευαγγελίζονταν μια ριζοσπαστικοποιημένη εργατική τάξη, οι Ναγί και Ντουμπτσεκ έδειχναν να πιστεύουν πως μπορούσαν να χτίσουν έναν πιο ανθρώπινο σοσιαλισμό στο πλαίσιο της κυριαρχίας του κομμουνιστικού κόμματος. Παρ’ όλα αυτά, κανένας τους δεν ήταν διατεθειμένος να αποσχιστεί από τα κομμουνιστικά κόμματα τους η να προσπαθήσει να δημιουργήσει αντιπολιτευόμενα εργατικά κόμματα. Και κανείς δεν ανέπτυξε σχεδιασμούς ικανούς να αντισταθούν στην σοβιετική ισχύ.

Είναι άξιο θαυμασμού ότι οι Μπεσανσενό και Λεβί επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τις πλέον επαναστατικές ιδέες του Τσε προκειμένου να «παρέμβουν» στη διαδικασία δημιουργίας μιας νέας αριστεράς στη Λατινική Αμερική. Ακόμη, η πρόσφατη αναβίωση αυτής της αριστεράς έρχεται σε μια περίοδο όπου τα ζητήματα της γραφειοκρατίας και του εργατικού ελέγχου συνεχίζουν να είναι πιεστικά και η κυρίαρχη άποψη μιας σοσιαλιστικής μετάβασης κινείται γύρω από ισχυρούς ηγέτες. Και το κομμουνιστικό κόμμα του Τσε συνεχίζει να κυβερνά την Κούβα. Ως εκ τούτου μια πιο κριτική ματιά στον αντι-σταλινισμό του Τσε είναι αναγκαία, λαμβάνοντας υπ’ όψη το ότι η πολιτική του κληρονομιά υιοθετείται από ποικιλλία συλλογικοτήτων όπως το κουβανικό κομμουνιστικό κόμμα, το ενωμένο σοσιαλιστικό κόμμα του Ούγκο Τσάβες και το EZLN των Ζαπατίστας στο νότιο Μεξικό. Η διαφορά μεταξύ του επαναστάτη Τσε και του φιλο-σταλινικού Τσε εμφανίζεται στο πρώτο κεφάλαιο, «Ένας μαρξιστικός ανθρωπισμός». Ο Μπεσανσενό και ο Λόουι κάνουν έκκληση για έναν σοσιαλισμό βασισμένο σε ανθρωπιστικές αρχές, θέτοντας ως προτεραιότητα το μετασχηματισμό των ανθρώπων σε ηθικά όντα απελευθερωμένα από το (καπιταλιστικό) νόμο της αξίας. Παραπέμπουν σε πολλά από τα γραπτά του Τσε προκειμένου να προβάλλουν την άποψη του ότι η επαναστατική διαδικασία μεταβάλλει τον ατομικιστή άνθρωπο σε «κολλεκτιβιστική» μονάδα ταγμένη στην σοσιαλιστική αλληλεγγύη. Θα έπρεπε όμως να αντιμετωπίσουμε τα όρια που έθεσε ο Τσε: Τι εννοούμε όταν μιλάμε για ανθρωπισμό σε μια μετα-επαναστατική κοινωνία; Πιο συγκεκριμένα – τι είναι ο ανθρωπισμός χωρίς δημοκρατία;

Όπως αναφέρει ο Σαμ Φαρμπερ, το αντίδοτο του Τσε στον ατομισμό και την απομόνωση της εργατικής τάξης ήταν ένας καθολικός εθελοντισμός μέσα από τον οποίο οι εργάτες καλούνταν να θυσιαστούν για το ευρύτερο σοσιαλιστικό καλό, όχι για τον εργατικό έλεγχο. Ήρθε αντιμέτωπος με προσπάθειες κουβανών εργατών να διατηρήσουν ανεξάρτητες ενώσεις και έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στο «χτίσιμο» του μονοκομματικού κράτους.

Ο Μπεσανσενό και ο Λεβί ασκούν κριτική στον Τσε για την άρνηση του να αναγνωρίσει την εργατική δημοκρατία ως αντίδοτο στην γραφειοκρατία (54-57) όσο και για την υποστήριξη που παρείχε στη θανατική ποινή. Ασκούν κριτική όμως περιληπτικά και σύντομα χωρίς να εξετάζουν τις αντιφάσεις μεταξύ του ουμανισμού του Τσε και του ρόλου του στη δημιουργία μιάς κοινωνίας στην οποία οι εργάτες έχουν μικρό ρόλο στον καθορισμό του τι παράγουν, πόσο παράγουν και στην οποία παραμένουν απομονωμένοι.

Βρισκόμαστε ακόμη στην πρώϊμη φάση της επανασυγκρότησης μιάς αριστεράς που είναι και επαναστατικά σοσιαλιστική και δημοκρατική. Είναι αναπόφευκτο ότι οι επαναστάτες θα ανακαλύψουν ξανά παλαιούς στοχαστές και πρόσωπα χωρίς αναγκαστικά να υιοθετήσουν το σύνολο των απόψεων τους. Είναι όμως ουσιαστικό μαθαίνοντας από το παρελθόν να είμαστε, εν τέλει, τόσο κριτικοί όσο και θαυμαστές. Ο Τσε Γκεβάρα είχε θαυμαστές αρετές αλλά η υποστήριξη του προς έναν σοσιαλισμό που δεν περιελάμβανε την εργατική δημοκρατία συνέβαλε στις αποτυχίες της παλιάς αριστεράς και είναι ένας απ’ τους λόγους που η προσπάθεια που κάνουμε τώρα είναι αυτή της Επαναθεμελίωσης (της αριστεράς).

ATC 143, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2009.

(Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της αμερικανικής σοσιαλιστικής ένωσης «Solidarity»).

Με τον Καμίλο Σιενφουέγος

Ο Τσε με τον σύντροφο και φίλο Κομαντάντε Καμίλο Σιενφουέγος, εκ των πρωτεργατών της Κουβανικής Επανάστασης. 

Με την Αλεϊδα Μαρτς

Ο γάμος του Ερνέστο Γκεβάρα με την Αλεϊδα Μαρτς στην Αβάνα το 1959. Η τελετή έλαβε χώρα σε αίθουσα των φυλακών της Λα Καμπάνια.

Ερνέστο και Αλεϊδα.

Ο Τσε και η Αλεϊδα μετά το γάμο τους.

Τα χρόνια της Επανάστασης.

Γκρεμίζει σύνορα και σήμερα

Του Πάνου Τριγάζη.

Το να θυμόμαστε και να τιμούμε τον Τσε Γκεβάρα έχει ιδιαίτερη αξία σήμερα: για τους δύσκολους αγώνες που καλούμαστε να δώσουμε, αλλά και για τις σχέσεις μέσα στην ίδια την αριστερά της χώρας μας, που έχουν υποστεί οδυνηρούς αυτοτραυματισμούς τον τελευταίο καιρό. Η βαθιά κρίση, που ζει όλος ο κόσμος, αναδεικνύει όσο ποτέ πριν την σημασία του διεθνισμού της αριστεράς, του οποίου ο Τσε αποτελεί το απόλυτο σύμβολο. Την ίδια ώρα χρειαζόμαστε τον Τσε ως ηθικό πρότυπο και πηγή έμπνευσης για ένα μεγάλο κίνημα αξιών, καθώς η κρίση είναι πολυδιάστατη και δεν αφορά μόνο τις «κορυφές» του καπιταλιστικού συστήματος αλλά λειτουργεί διαβρωτικά μέσα στις ίδιες τις κοινωνίες, παράγοντας ποικίλες βαρβαρότητες.

Αν λέγαμε ότι ο «Τσε Γκεβάρα ζει», 43 χρόνια μετά τη δολοφονία του, θα ήταν κάτι κοινότυπο για τον «αιώνιο επαναστάτη», που η παγκοσμιότητα της παρουσίας του δεν έχει προηγούμενο. Ο Τσε γκρεμίζει σύνορα και σήμερα. Η μορφή του υπάρχει παντού όπου υπάρχει εξέγερση, σε κάθε διαδήλωση, στα πανεπιστήμια, στις μεγάλες ροκ συναυλίες, αλλά και σε άλλους χώρους όπου συγκεντρώνονται νέοι άνθρωποι. Ο Τσε έγινε ποίηση, τραγούδι, μυθιστόρημα, ήρωας πολλών ταινιών, «γκράφιτι» στους τοίχους στις γειτονιές όλου του κόσμου. Ακόμα και η καταναλωτική εκμετάλλευση του μύθου του, που προσβάλλει τη μνήμη του, δείχνει την τεράστια απήχηση του στην παγκόσμια νεολαία.

Ο Τσε δεν χωράει σε κανένα επαναστατικό «καλούπι». Δεν μπορεί κανένα ρεύμα της αριστεράς να τον οικειοποιηθεί. Αναφέρονται σ’ αυτόν όλες οι αντισυστημικές δυνάμεις, από τους κομμουνιστές και την νέα αριστερά, ως τους αντιεξουσιαστές, ακόμα και σοσιαλδημοκράτες. Η μνήμη του αποτελεί ένα είδος βάλσαμου για τον βαρύτατα πληγωμένο επαναστατικό ρομαντισμό μας από σοσιαλιστικά εγχειρήματα που οδηγήθηκαν στον εκφυλισμό. «Ίσως για μας καλύτερα που δεν γέρασες/ που έμεινες για πάντα νέος Ερνέστο/ όπως η Επανάσταση στη χαραυγή της», λέει χαρακτηριστικά σ’ ένα ποίημά του ο Τίτος Πατρίκιος.

«Ο Τσε έπεσε υπερασπιζόμενος την υπόθεση των φτωχών και των ταπεινών αυτής της γης», είπε ο Φιντέλ Κάστρο στον επικήδειο που εκφώνησε στην Πλατεία της Επανάστασης στην Αβάνα (18-10-1967), προσθέτοντας ότι «ξεχώρισε ως άνθρωπος ανυπέρβλητης δράσης, αλλά ήταν και άνθρωπος βαθυστόχαστος, με διορατική ευφυΐα και βαθιά μόρφωση». «Ο μαρξισμός μου έχει βαθιές ρίζες και έχει εξαγνιστεί», έγραφε στο τελευταίο γράμμα προς τους γονείς του, το 1965, αλλά άρχιζε το ίδιο γράμμα με τη φράση: «νοιώθω και πάλι κάτω από τις φτέρνες μου το ανεβοκατέβασμα των πλευρών του Ροσινάντε», δηλαδή έβλεπε τον εαυτό του σαν ένα είδος Δον Κιχώτη. Όμως, η παγκόσμια ακτινοβολία του Τσε δεν εξηγείται με στενά πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους, με κριτήριο ότι εκπροσωπεί τη σωστή «συνταγή» για την επανάσταση, αλλά διότι συνεγείρει συνειδήσεις ως κορυφαίο ηθικό πρότυπο ενός ασυμβίβαστου αγωνιστή, που ενώνει την πολιτική και την ηθική.

Ο Τσε ήταν ένας μεγάλος διεθνιστής και αντιιμπεριαλιστής, στη θεωρία και στην πράξη. Αν κάναμε μια δημοσκόπηση, ρωτώντας ποια είναι η εθνικότητά, του δύσκολα θα παίρναμε σωστή απάντηση. Γεννήθηκε στην Αργεντινή, αλλά είναι ήρωας όλης της Λατινικής Αμερικής και σύμβολο της ενότητάς της. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες της Κουβανικής Επανάστασης, δίπλα στον Φιντέλ Κάστρο, με τον οποίο συμπορεύτηκε από το 1955 ως το 1965, όταν εγκατέλειψε τη θέση του υπουργού που κατείχε στην Κούβα, για να πολεμήσει στο πλευρό εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. Θεωρούσε ότι «το βασικό πεδίο εκμετάλλευσης του ιμπεριαλισμού περιλαμβάνει τις τρεις καθυστερημένες ηπείρους, Λατινική Αμερική, Ασία και Αφρική», και έβλεπε το μέλλον φωτεινό «αν δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ, άνθιζαν στην επιφάνεια της γης». Με βάση αυτή την ανάλυση και όχι ως «απελπισμένη ανταρσία», επέλεξε να φύγει το 1965 για το Κογκό και να καταλήξει, το 1966, στη Βολιβία. Εκεί προσπάθησε να οργανώσει αντάρτικο κίνημα, αλλά βρήκε μεγάλες δυσκολίες και τελικά έπεσε σε ενέδρα μαζί με τους 17 συμμαχητές που του είχαν απομείνει. Αιχμαλωτίστηκε από τον βολιβιανό στρατό, με τη βοήθεια της CIA, στις 8 Οκτωβρίου 1967, και την επομένη ημέρα δολοφονήθηκε.

«Για τα παιδιά του κόσμου σκοτώθηκες/ Τσε Γκεβάρα», λέει σ’ ένα ποίημά του ο Τάσος Λειβαδίτης, που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης (Λειτουργία Νο 2), ενώ με τον δικό του μοναδικό τρόπο θρήνησε τη δολοφονία του Τσε ο ποιητής Νίκος Καββαδίας:

Ποιος το ‘λεγε ποιος το ‘λπιζε και ποιος να το βαστάξει.

Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.

Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι

νεράιδες, και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Το πώς δέχθηκαν οι Έλληνες αριστεροί την είδηση της δολοφονίας του Τσε μέσα στη μαύρη νύχτα της χούντας, αποδόθηκε από τον Μάνο Λοΐζο με ένα τραγούδι που λέει:

Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα/ μια φωτογραφία σου απ’ τα ξένα/ Απ’ αυτές που κρατάν οι φοιτητές/ απ’ αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές/ απ’ αυτές που κρεμάν οι φοιτητές/ στην καρδιά τους.

Διανύοντας τον 21ο αιώνα, ο μύθος του Τσε όχι μόνο δεν έχει φθαρεί αλλά συνεχώς ενισχύεται και παγκοσμιοποιείται, ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους και τις νέες του πλανήτη μας. Κι αυτό συμβαίνει γιατί η κρίση του συστήματος είναι βαθειά και πολυδιάστατη και ο κόσμος πρέπει να αλλάξει ριζικά, να βγει από τις «συμπληγάδες» των ανισοτήτων, που συνθλίβουν τις κοινωνίες και ακινητοποιούν τις δημιουργικές ικανότητες των ανθρώπων. Γιατί η ίδια η ζωή στη γη απειλείται από την ραγδαία περιβαλλοντική υποβάθμιση, που οφείλεται στο κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης.

Ο Τσε είναι πιο ζωντανός σήμερα. Ζει στις νίκες των συνασπισμένων αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων στη Λ. Αμερική, στον αγώνα για την άρση του αμερικανικού εμπάργκο εις βάρος της Κούβας. Προτείνει την αριστερά ως στάση και τρόπο ζωής. Μιλάει στην καρδιά και στη συνείδησή μας με τα ίδια λόγια που μίλησε στα παιδιά του με το τελευταίο γράμμα του: «Πάνω απ΄ όλα να είστε πάντα ικανοί να νοιώθετε βαθιά μέσα σας οποιαδήποτε αδικία διαπράττεται ενάντια σε οποιονδήποτε, σε οποιαδήποτε γωνιά του κόσμου. Είναι η πιο όμορφη ιδιότητα ενός επαναστάτη».

Σημ: όλα τα αποσπάσματα σε εισαγωγικά είναι από το βιβλίο «Ερνέστο Τσε Γκεβάρα – κείμενα», Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988, με την εξαίρεση της αναφοράς σε «απελπισμένη ανταρσία» που είναι από το βιβλίο του Γερ. Λυκιαρδόπουλου «Η έσχατη στράτευση», εκδόσεις Ύψιλον 1985.

*Ο Πάνος Τριγάζης είναι μέλος της ΚΠΕ του Συνασπισμού. Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η Αυγή», 17.10.2010.

Τσε Γκεβάρα και Φιντέλ Κάστρο / Che Guevara and Fidel Castro

Ο Τσε και ο Φιντέλ σε διάφορες στιγμές της Κουβανικής επανάστασης. Σύντροφοι, συνεργάτες και φίλοι.

Μήνυμα στην Τρικοντινεντάλ

«Είναι η ώρα των μαγκαλιών και δεν πρέπει να βλέπουμε άλλο απ΄ το φως». Χοσέ Μαρτί.

Εικοσιένα χρόνια κύλησαν απ΄ τον τερματισμό του τελευταίου παγκόσμιου πολέμου και πολλά δημοσιεύματα, σε πολλές γλώσσες, γιορτάζουν το γεγονός που συμβολίζεται από την ήττα της Ιαπωνίας. Μια ατμόσφαιρα φαινομενικής αισιοδοξίας βασιλεύει στους διάφορους τομείς στα διαφορετικά στρατόπεδα που χωρίζουν τον κόσμο. Εικοσιένα χρόνια δίχως παγκόσμιο πόλεμο, σ΄ αυτούς τους καιρούς με τις μεγάλες διαμάχες, τις βίαιες συγκρούσεις και τις απότομες αλλαγές, είναι ένα διάστημα που φαίνεται πολύ μεγάλο. Μα και δίχως ν΄ αναλύσουμε τα πρακτικά αποτελέσματα αυτής της ειρήνης για την όποια είμαστε όλοι διατεθειμένοι να αγωνιστούμε (η φτώχεια, η εξαθλίωση, η ολοένα και μεγαλύτερη εκμετάλλευση τεράστιων περιοχών του κόσμου) πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι μια πραγματική ειρήνη.

Αυτές οι σημειώσεις δεν έχουν την αξίωση να δώσουν το ιστορικό των διάφορων συγκρούσεων με τοπικό χαρακτήρα, που ακολούθησαν μετά την παράδοση της Ιαπωνίας. Και ούτε θα επιχειρήσουμε να κάνουμε τον οδυνηρό και πάντα αυξανόμενο απολογισμό των εμφύλιων σπαραγμών, που έχουν γίνει σ΄ αυτά τα χρόνια της υποτιθέμενης ειρήνης. Μας φτάνει να αντιτάξουμε σ΄ αυτή την υπέρμετρη αισιοδοξία τα παραδείγματα του πολέμου της Κορέας και του Βιετνάμ.

Στον πρώτο απ΄ αυτούς, μετά από χρόνια άγριας πάλης, το βόρειο τμήμα της χώρας έγινε αντικείμενο της πιο φοβερής καταστροφής στα χρονικά του σύγχρονου πολέμου. Ανασκαμμένο απ΄ τις βόμβες, δίχως εργοστάσια, δίχως σχολεία και νοσοκομεία. Δίχως καμία προστασία για δέκα εκατομμύρια κάτοικους. Στον πόλεμο της Κορέας επενέβησαν δεκάδες χώρες κάτω απ΄ την απατηλή σημαία των Ηνωμένων Εθνών και με τη στρατιωτική καθοδήγηση των Ηνωμένων Πολιτειών, με τη μαζική συμμετοχή Αμερικανών στρατιωτών και τη χρησιμοποίηση του νοτιοκορεάτικου πληθυσμού, που είχε επιστρατευθεί σαν κρέας για τα κανόνια.

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, ο στρατός και ο λαός της Κορέας και οι εθελοντές της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κινάς ανεφοδιάζονταν και είχαν μια συμπαράσταση από τη σοβιετική στρατιωτική μηχανή. Απ΄ την αμερικανική πλευρά, δοκιμάστηκαν κάθε είδους όπλα καταστροφής: αν και είχαν αποκλεισθεί τα θερμοπυρηνικά όπλα, χρησιμοποιήθηκαν σε περιορισμένη κλίμακα τα βακτηριολογικά και χημικά όπλα.

Στο Βιετνάμ, οι πατριωτικές δυνάμεις πολέμησαν σχεδόν χωρίς καμία διακοπή ενάντια σε τρεις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις: ενάντια στην Ιαπωνία, που η ισχύς της έμελλε να υποστεί μια κάθετη πτώση μετά τις βόμβες της Χιροσίμας και του Ναγκασάκι. Ενάντια στη Γαλλία που ξαναπήρε από τούτη τη νικημένη χώρα τις ινδοκινεζικες αποικίες της και αγνόησε τις υποσχέσεις που είχε δώσει στις δύσκολες στιγμές. Κι ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες σ αυτή την τελευταία φάση του αγώνα.

Σ΄ όλες τις ηπείρους υπήρχαν περιορισμένες συγκρούσεις, ενώ στην αμερικανική ήπειρο δεν είχαν σημειωθεί ακόμη για αρκετό καιρό παρά μόνο απόπειρες απελευθερωτικής πάλης και πραξικοπημάτων, ίσαμε τη στιγμή που η κουβανέζικη Επανάσταση σήμανε τη σάλπιγγα του συναγερμού για τη σημασία αυτής της περιοχής και προκάλεσε τη λύσσα των ιμπεριαλιστών, υποχρεώνοντας την να υπερασπιστεί τις αχτές της, στην αρχή στην Πλάγια Χιρον και κατοπινά με την Κρίση του Οχτωβρη. Αυτό το τελευταίο επεισόδιο θα μπορούσε να είχε προκαλέσει ένα πόλεμο με ανυπολόγιστες διαστάσεις, επειδή είχε φέρει αντιμέτωπους τους Αμερικανούς και τους Σοβιετικούς σχετικά με την Κούβα.

Μα προφανώς η πιο μεγάλη εστία πολέμου βρίσκεται αυτή τη στιγμή στα εδάφη της ινδοκινεζικης χερσονήσου και στις γειτονικές της χώρες. Το Λάος και το Βιετνάμ σπαράζονται από εμφύλιους πόλεμους, που παύουν πια να είναι εμφύλιοι απ΄ τη στιγμή που είναι παρών ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, με όλη του την ισχύ. Κι όλη η ζώνη γίνεται μια επικίνδυνη πυριτιδαποθήκη, έτοιμη να εκραγεί. Στο Βιετνάμ, η σύγκρουση πήρε μια εξαιρετική οξύτητα. Δεν έχουμε την πρόθεση να δώσουμε την ιστορία αυτού του πολέμου. Θα περιοριστούμε μόνο σε μερικά σημεία αναφοράς.

Το 1954, μετά τη συντριπτική ήττα των Γάλλων στο Ντιεν Μπιεν Φου, υπεγράφησαν οι συμφωνίες της Γενεύης, που διαιρούσαν τη χώρα σε δυο ζώνες και όριζαν ότι θα γίνονταν εκλογές μέσα σε δεκαοχτώ μήνες, για να αποφασιστεί ποιος θα κυβερνούσε το Βιετνάμ και με ποιο τρόπο θα ξαναγινόταν η συνένωση της χώρας. Οι Αμερικανοί δεν υπέγραψαν αυτό το έγγραφο και άρχισαν να ελίσσονται για ν΄ αντικαταστήσουν το ανδρείκελο των Γάλλων, τον αυτοκράτορα Μπάο — Ντάι, μ΄ έναν άνθρωπο που να ανταποκρίνεται στις δικές τους προθέσεις. Ήταν ο Νγκο Ντινχ Ντιέμ, που όλος ο κόσμος ξέρει το τραγικό του τέλος — της στυμμένης λεμονόκουπας απ΄ τον ιμπεριαλισμό. Μια αισιοδοξία κυριάρχησε στο στρατόπεδο των λαϊκών δυνάμεων στους μήνες που ακολούθησαν την υπογραφή των συμφωνιών της Γενεύης. Στο νότιο τμήμα της χώρας είχαν αρχίσει να κατεδαφίζουν τις οχυρώσεις του πολέμου εναντίον των Γάλλων και όλοι περίμεναν την εφαρμογή της συνθήκης. Μα οι πατριώτες δεν άργησαν να καταλάβουν ότι δεν θα γίνονταν οι εκλογές εκτός πια κι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ένιωθαν ότι μπορούσαν να επιβάλουν τη θέληση τους στις κάλπες, πράγμα που ήταν αδύνατο να γίνει ακόμη κι αν κατέφευγαν σ΄ όλες τις μορφές του δόλου, που αυτές ξέρουν τα μυστικά του.

Οι αγώνες συνεχίστηκαν ξανά στο νότιο τμήμα της χώρας κι έγιναν όλο και πιο έντονοι ως τη σημερινή στιγμή που ο αμερικανικός στρατός αποτελείται από μισό εκατομμύριο περίπου εισβολείς, ενώ οι δυνάμεις των ανδρεικέλων μειώνονται και χάνουν ολωσδιόλου τη μαχητικότητα τους. Είναι κοντά δυο χρόνια που οι Αμερικανοί άρχισαν συστηματικά τους βομβαρδισμούς ενάντια στη Λαϊκή Δημοκρατία του Βιετνάμ σε μια καινούργια προσπάθεια να λυγίσουν τη μαχητικότητα του Νότου και να του επιβάλουν μια συνδιάσκεψη, ξεκινώντας από μια θέση ισχύος. Στην αρχή, οι βομβαρδισμοί ήταν λίγο — πολύ σποραδικοί και ξεκινούσαν απ΄ τον ισχυρισμό ότι αποτελούσαν αντίποινα για υποτιθέμενες προκλήσεις των Βορείων. Σε συνέχεια, αυτοί οι βομβαρδισμοί αυξήθηκαν σε ένταση, έγιναν μεθοδικοί ώσπου να μεταβληθούν, μέρα με την ημέρα, σ΄ ένα τεράστιο κυνηγητό από μέρους των αεροπορικών μονάδων των Ηνωμένων Πολιτειών, προς το σκοπό να καταστρέψουν κάθε ίχνος πολιτισμού στο βόρειο τμήμα της χώρας. Έτσι ένα από τα θλιβερά επεισόδια της διαβόητης κλιμάκωσης. Οι υλικοί στόχοι των γιάνκηδων έχουν επιτευχθεί στο μεγαλύτερο μέρος παρά την αποφασιστική αντίσταση των αντιαεροπορικών μονάδων του Βιετνάμ, παρά τα 1.700 αεροπλάνα που έχουν καταρριφθεί και παρά τη βοήθεια του σοσιαλιστικού στρατοπέδου σε πολεμικό υλικό. Υπάρχει μια οδυνηρή πραγματικότητα: το Βιετνάμ, το έθνος που ενσαρκώνει τις λαχτάρες και τις ελπίδες νίκης ενός ολόκληρου ξεχασμένου κόσμου, είναι τραγικά μόνο του. Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με το λαό του Βιετνάμ μοιάζει με την πικρή ειρωνεία που σήμαινε η ενθάρρυνση του όχλου για τους μονομάχους του ρωμαϊκού τσίγκου. Το πρόβλημα δεν είναι να ευχόμαστε την επιτυχία του θύματος της εισβολής, μα να μοιραστούμε την τύχη του, να είμαστε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη.

Αν θελήσουμε να αναλύσουμε τη μοναξιά του Βιετνάμ, θα μας πιάσει ένα άγχος για τούτη την άλογη στιγμή της ανθρωπότητας. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός είναι ένοχος εισβολής. Τα εγκλήματα του είναι τεραστία και επεκτείνονται σ΄ όλο τον κόσμο. Αυτό το ξέρουμε, κύριοι. Μα είναι ένοχοι εξίσου κι εκείνοι που στην αποφασιστική στιγμή δίστασαν να κάνουν το Βιετνάμ ένα απαραβίαστο μέρος του σοσιαλιστικού χώρου. Θα διέτρεχαν πράγματι τον κίνδυνο ενός πολέμου σε παγκόσμια κλίμακα, μα θα υποχρέωναν επίσης τους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές να αποφασίσουν. Είναι ένοχοι εκείνοι που συνεχίζουν έναν πόλεμο με βρισιές και τρικλοποδιές, που τον άρχισαν από καιρό οι αντιπρόσωποι των δυο πιο μεγάλων δυνάμεων του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.

Θέτουμε το πρόβλημα για να πετύχουμε μια τίμια απάντηση: το Βιετνάμ είναι ή δεν είναι απομονωμένο και επιδίδεται σε μια επικίνδυνη ισορροπία ανάμεσα στις δυο δυνάμεις που έχουν εμπλακεί στη διαπάλη; Τι μεγάλος που είναι αυτός ο λαός! Ποσό γενναίος και στωικός είναι! Και τι μάθημα αντιπροσωπεύει ο αγώνας για όλο τον κόσμο. Δεν θα μάθουμε πριν περάσει καιρός αν ο πρόεδρος Τζονσον το σκεφτόταν σοβαρά να πραγματοποιήσει κάποιες αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για το λαό της χώρας του, για να αφαιρέσει την οξύτητα από τις ταξικές αντιθέσεις που εκδηλώνονται με μια εκρηκτική δύναμη και ολοένα και πιο συχνά. Μα είναι βέβαιο ότι αυτές οι βελτιώσεις που αναγγέλθηκαν με τον πομπώδη τίτλο μιας πάλης για τη «μεγάλη κοινωνία» έπεσαν όλες στον καιάδα του Βιετνάμ.

Η πιο μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη αισθάνεται μια αιμορραγία στους κόλπους της, που την προκαλεί μια μικρή και καθυστερημένη χώρα και η μυθική οικονομία της αισθάνεται τις συνέπειες απ΄ τη διεξαγωγή του πολέμου. Να σκοτώνεις έπαψε πια να είναι το πιο προσοδοφόρο εμπόριο των μονοπωλίων. Ότι διαθέτουν αυτοί οι υπέροχοι στρατιώτες, πέρα απ΄ την αγάπη τους για την πατρίδα και για την κοινωνία τους και πέρα από το ανεξάντλητο θάρρος τους, είναι μόνο αμυντικά όπλα κι αυτά σε μια περιορισμένη ποσότητα. Μα ο ιμπεριαλισμός βουλιάζει στο Βιετνάμ, δεν βρίσκει διέξοδο και αναζητεί απεγνωσμένα ένα δρόμο που να του επιτρέψει να αποφύγει αξιοπρεπώς τον κίνδυνο, στον οποίο έχει εμπλακεί. Μα τα «Τέσσερα Σημεία» του Βορρά και τα «Πέντε Σημεία» του Νότου τον κρατάνε πιασμένο μέσα σε μια τανάλια και κάνουν ακόμα πιο αποφασιστική τη σύγκρουση.

Όλα φαίνεται να δείχνουν ότι η ειρήνη, αυτή η ασταθής ειρήνη που της έδωσαν αυτό το όνομα αποκλειστικά και μόνο γιατί δε σημειώθηκε καμία παγκόσμια σύρραξη, βρίσκεται πάλι σε κίνδυνο να γίνει θρύψαλα από τούτη την αμετάτρεπτη και απαράδεκτη πρωτοβουλία που πήραν οι Αμερικανοί. Και σε μας, στους εκμεταλλευόμενους του κόσμου, ποιος είναι ο ρόλος που μας ανήκει; Οι λαοί των τριών ηπείρων παρακολουθούν και διδάσκονται το μάθημα τους απ΄ το Βιετνάμ. Επειδή οι ιμπεριαλιστές, με την απειλή του πολέμου, ασκούν έναν εκβιασμό πάνω σ΄ όλη την ανθρωπότητα, η σωστή απάντηση είναι να μη φοβόμαστε τον πόλεμο. Η γενική τακτική των λαών πρέπει να είναι να επιτίθενται σκληρά και αδιάκοπα σε κάθε σημείο όπου παρουσιάζεται η σύγκρουση.

Μα, εκεί όπου έχει σπάσει αυτή η άθλια ειρήνη που υφιστάμεθα, ποιος πρέπει να είναι ο στόχος μας; Να απελευθερωθούμε πάση θυσία. Το πανόραμα του κόσμου είναι σήμερα πολύπλοκο στο μέγιστο βαθμό. Ο στόχος της απελευθέρωσης αφορά ακόμη και χώρες της γηραιάς Ευρώπης, αρκετά ανεπτυγμένες για να αισθάνονται όλες τις αντιθέσεις του καπιταλισμού, μα τόσο αδύνατες που δεν μπορούν να ακολουθήσουν το δρόμο του ιμπεριαλισμού ή να εμπλακούν σ΄ αυτόν. Εκεί οι αντιθέσεις θα φτάσουν, στα χρόνια που μας έρχονται, σ΄ ένα εκρηκτικό βαθμό, μα τα προβλήματα τους —και κατά συνέπεια και η λύση τους— είναι διαφορετικά από τα προβλήματα των δικών μας εξαρτημένων και οικονομικά καθυστερημένων λαών. Το κυριότερο πεδίο εκμετάλλευσης του ιμπεριαλισμού αγκαλιάζει τις τρεις καθυστερημένες ηπείρους: την Αμερική, την Ασία και την Αφρική. Η κάθε χώρα έχει τις ιδιομορφίες της, μα και η κάθε ήπειρος στο σύνολο της τις δικές της.

Η Αμερική αποτελεί ένα σύνολο λίγο πολύ ομοιογενές και τα αμερικανικά μονοπωλιακά κεφάλαια διατηρούν τα απόλυτα πρωτεία στο σύνολο των εδαφών της. Οι κυβερνήσεις ανδρείκελα ΄η, στην καλύτερη περίπτωση, οι αδύνατες και φοβισμένες, δεν μπορούν να αντιταχθούν στις διαταγές των γιάνκηδων αφεντικών. Οι Αμερικανοί έχουν φτάσει σχεδόν στο τελευταίο όριο της πολιτικής και οικονομικής τους κυριαρχίας και δεν θα μπορούσαν πια να προχωρήσουν παραπέρα. Η οποιαδήποτε αλλαγή στην κατάσταση θα μπορούσε να μεταβληθεί σε μια κάμψη της πρωτοκαθεδρίας τους. Η πολιτική τους συνίσταται στο να διατηρήσουν αυτά που έχουν κερδίσει. Η γραμμή της δράσης τους περιορίζεται σήμερα στην κτηνώδη χρησιμοποίηση της βίας για την κατάπνιξη των απελευθερωτικών κινημάτων, όποια κι αν είναι αυτά.

Το σύνθημα «δεν θα επιτρέψουμε μια άλλη Κούβα» πάει να κρύψει τη δυνατότητα τους να διαπράττουν ατιμώρητα εισβολές, σαν κι αυτήν που έγινε ενάντια στη Δομινικανικη Δημοκρατία ή και προηγούμενα με τη σφαγή του Παναμά, και την καθαρή προειδοποίηση ότι τα στρατεύματα των γιάνκηδων είναι διατεθειμένα να επεμβαίνουν σε οποιοδήποτε σημείο της Αμερικής, όπου διαταράσσεται η κατεστημένη τάξη, βάζοντας σε κίνδυνο τα αμερικανικά συμφέροντα. Αυτή η πολιτική απολαμβάνει μια απόλυτη σχεδόν ατιμωρησία. Η Οργάνωση Αμερικανικών Κρατών, όσο ξεπεσμένη κι αν είναι, αποτελεί μια πολύ βολική μάσκα. Ο Ο.Η.Ε. είναι τόσο αναποτελεσματικός, που πέφτει στα όρια του γελοίου και του τραγικού. Οι στρατοί όλων των χωρών της Αμερικής είναι έτοιμοι να επέμβουν, για να συντρίψουν τους λαούς της. Στην ουσία, έχει συγκροτηθεί η διεθνής του εγκλήματος και της προδοσίας. Εξάλλου, οι εθνικές αστικές τάξεις δεν είναι πια διόλου ικανές να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό —αν ήταν και καμία φορά— και σήμερα είναι η οπισθοφυλακή του. Δεν υπάρχουν πια άλλες αλλαγές να γίνουν: η σοσιαλιστική επανάσταση ή καρικατούρα της επανάστασης.

Η Ασία είναι μια ήπειρος με χαρακτηριστικές ιδιομορφίες. Οι απελευθερωτικοί αγώνες ενάντια σε διάφορες ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις οδήγησαν στην εγκαθίδρυση λίγο πολύ προοδευτικών κυβερνήσεων, που η παραπέρα εξέλιξη τους ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις το βάθεμα των πρώτων στόχων της εθνικής απελευθέρωσης και σε άλλες μια επιστροφή σε προιμπεριαλιστικες θέσεις. Από οικονομική πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν λίγα να χάσουν και πολλά να κερδίσουν στην Ασία. Οι αλλαγές τους διευκολύνουν. Αγωνίζονται για να εκτοπίσουν άλλες νεοαποικιακες δυνάμεις, για να διεισδύσουν σε καινούργιες σφαίρες ενεργειών στον οικονομικό τομέα, κάποτε άμεσα και κάποτε χρησιμοποιώντας την Ιαπωνία. Μα υπάρχουν ειδικές πολιτικές συνθήκες, προπάντων στην ινδοκινεζικη χερσόνησο, οι όποιες προσδίδουν μια εξαιρετική σημασία στην Ασία και παίζουν ένα πολύ σπουδαίο ρόλο στην καθολική στρατηγική πολέμου του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Ο τελευταίος περισφίγγει την Κίνα, μ΄ ένα κλοιό, που περιλαμβάνει τουλάχιστο τη Νότιο Κορέα, την Ιαπωνία, τη Φορμόζα, το Νότιο Βιετνάμ και την Ταϊλάνδη. Αυτή η διπλή κατάσταση, ένα τόσο σημαντικό στρατηγικό συμφέρον όπως είναι η στρατιωτική περικύκλωση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας απ΄ τη μια μεριά και η φιλοδοξία των αμερικανικών κεφαλαίων να βρουν διέξοδο στις μεγάλες της αγορές απ΄ την άλλη, κάνουν την Ασία ένα από τα πιο εκρηκτικά μέρη του σημερινού κόσμου, παρά τη φαινομενική σταθερότητα που υπάρχει έξω από τη ζώνη του Βιετνάμ.

Η Μέση Ανατολή, που ανήκει γεωγραφικά σ΄ αυτή την ήπειρο, μα με τις δικές της ξεχωριστές αντιφάσεις, βρίσκεται σε μεγάλο αναβρασμό και δεν μπορούμε να προβλέψουμε τι διαστάσεις θα πάρει ο ψυχρός πόλεμος ανάμεσα στο Ισραήλ, που υποστηρίζεται απ΄ τους ιμπεριαλιστές, και στις προοδευτικές χώρες της περιοχής. Είναι ένα άλλο από τα ηφαίστεια που απειλούν τον κόσμο. Η Αφρική προσφέρει τα γνωρίσματα ενός σχεδόν παρθένου εδάφους για τη νεοαποικιοκρατικη εισβολή. Έγιναν αλλαγές που ως ένα βαθμό υποχρέωναν τις νεοαποικιοκρατικές δυνάμεις να ενδώσουν σ΄ ότι αφορά τα παλιά απόλυτα προνομία τους. Μα όταν οι διαδικασίες εξελίσσονται αδιάκοπα, τότε την αποικιοκρατία τη διαδέχεται η νεοαποικιοκρατία, που οι συνέπειες της είναι οι ίδιες όσον αφορά την οικονομική κυριαρχία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν αποικίες σ΄ αυτή την ήπειρο και πασχίζουν τώρα να διεισδύσουν στα παλιά περιφραγμένα κτήματα των συνεταίρων τους. Μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι η Αφρική αποτελεί μια μακροπρόθεσμη εφεδρεία στα στρατηγικά σχέδια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Οι σημερινές επενδύσεις του δεν είναι σημαντικές παρά μόνο στην Νοτιοαφρικανική Ένωση και αρχίζει η διείσδυση του στο Κονγκό, στη Νιγηρία και σε άλλες χώρες, όπου υποβόσκει ένας βίαιος ανταγωνισμός (ειρηνικός για την ώρα) με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ο ιμπεριαλισμός δεν έχει ακόμη μεγάλα συμφέροντα να υπερασπιστεί εκεί, εκτός από το υποτιθέμενο δικαίωμα του να επεμβαίνει σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, όπου τα μονοπώλια μυρίζονται μεγάλα κέρδη ή την ύπαρξη μεγάλων εφεδρειών σε πρώτες ύλες.

Όλα αυτά τα δεδομένα μας κάνουν να αναρωτηθούμε δικαιολογημένα για τις δυνατότητες μιας βραχυπρόθεσμης ΄η μακροπρόθεσμης απελευθέρωσης των λαών της Αφρικής. Αν αναλύσουμε την Αφρική, θα δούμε ότι γίνεται ένας αγώνας με κάποια ένταση στις πορτογαλικές αποικίες της Γουινέας, της Μοζαμβίκης και της Αγκόλας, με αξιόλογες επιτυχίες στην πρώτη και με ασταθείς επιτυχίες στις δυο άλλες. Ότι παραβρισκόμαστε ακόμη σε μια πάλη ανάμεσα στους διαδόχους του Λουμουμπα και τους παλιούς συνένοχους του Τσομπε στο Κονγκό, πάλη που φαίνεται να κλίνει προσωρινά προς τη μεριά των τελευταίων, που «ειρήνευσαν» προς όφελος τους ένα μεγάλο τμήμα της χώρας, μολονότι ο πόλεμος παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση.

Το πρόβλημα είναι διαφορετικό στη Ροδεσία. Ο βρετανικός ιμπεριαλισμός χρησιμοποίησε όλους τους μηχανισμούς που είχε στη διάθεση του, για να παραδώσει την εξουσία σε μια μειονότητα λευκών, που την κρατάει και σήμερα. Η σύγκρουση απ΄ την πλευρά της Αγγλίας δεν έχει καθόλου επίσημο χαρακτήρα. Με τη συνηθισμένη της διπλωματική δεξιοτεχνία —που πρέπει να την πούμε καθαρή υποκρισία— η δύναμη αυτή περιορίζεται να παραβιάζει μια πρόσοψη όπου αποδοκιμάζει τάχα τα μέτρα που έχει πάρει η κυβέρνηση του Ίαν Σμιθ. Η δόλια στάση της έχει την υποστήριξη μερικών χωρών της Κοινοπολιτείας, που την ακολουθούν, και επικρίνεται από ένα μεγάλο μέρος των χωρών της Μαύρης Αφρικής, είτε πρόκειται ή όχι για πειθήνιους υποτελείς του αγγλικού ιμπεριαλισμού.

Στη Ροδεσία, η κατάσταση μπορεί να γίνει εξαιρετικά εκρηκτική αν αποκρυσταλλωθούν οι προσπάθειες των μαύρων πατριωτών για να πάρουν τα όπλα κι αν το κίνημα δεχθεί πραγματικά μια υποστήριξη από τα γειτονικά αφρικάνικα έθνη. Μα για την ώρα, όλα τα προβλήματα συζητούνται μέσα σε τόσο μη αποτελεσματικούς οργανισμούς όπως είναι ο ΟΗΕ, η Κοινοπολιτεία και ο O. U. A. Ωστόσο, η πολιτική και κοινωνική εξέλιξη της Αφρικής δεν επιτρέπει να προβλέψουμε μια επαναστατική κατάσταση σε ηπειρωτική κλίμακα. Οι απελευθερωτικοί αγώνες ενάντια στους Πορτογάλους πρέπει να καταλήξουν στη νίκη, μα η Πορτογαλία δεν σημαίνει τίποτα στον κατάλογο των υπαλλήλων του ιμπεριαλισμού. Οι συγκρούσεις με πραγματικά επαναστατική σημασία είναι εκείνες που προσβάλλουν όλο το μηχανισμό του ιμπεριαλισμού. Μα εμείς δεν πρέπει να σταματήσουμε ν΄ αγωνιζόμαστε για την απελευθέρωση των τριών πορτογαλικών αποικιών και για το βάθεμα της επανάστασης τους.

Όταν οι μαύρες μάζες της Νότιας Αφρικής ή της Ροδεσίας θα αρχίσουν την αληθινή επαναστατική τους πάλη, τότε θα αρχίσει και για την Αφρική μια νέα εποχή. Ή όταν οι φτωχές μάζες θα ριχτούν στη δράση για ν΄ αποσπάσουν απ΄ τα χέρια των ολιγαρχιών που τις κυβερνούν το δικαίωμα τους για μια άξια ζωή. Για τη στιγμή, τα πραξικοπήματα διαδέχονται το ένα το άλλο ή μια ομάδα αξιωματικών υποκαθιστά μια άλλη ομάδα ή κυβερνήτες που δεν εξυπηρετούν πια τα συμφέροντα της κάστας τους μήτε και τα συμφέροντα των δυνάμεων που τους υποκινούν ύπουλα, μα δεν υπάρχουν ακόμη λεκές κινητοποιήσεις. Στο Κονγκό, η μνήμη του Λουμουμπα έδωσε ψυχή σε παρόμοιες κινήσεις που αποδυναμώθηκαν όμως μέσα στους τελευταίους μήνες.

Στην Ασία, όπως το έχουμε δει, η κατάσταση είναι εκρηκτική και τα σημεία τριβής δεν βρίσκονται μόνο στο Βιετνάμ και στο Λάος, όπου διεξάγεται ο αγώνας. Βρίσκονται και στην Καμπότζη, όπου η άμεση αμερικανική εισβολή μπορεί να αρχίσει μια οποιαδήποτε στιγμή, και στην Ταϊλάνδη και στη Μαλαισία, προφανώς και στην Ινδονησία, όπου δεν μπορούμε να σκεφτούμε ότι ειπώθηκε η τελευταία λέξη, παρά την εκμηδένιση του Κομμουνιστικού κόμματος αυτής της χώρας όταν οι αντιδραστικοί πήραν την εξουσία. Και υπάρχει βέβαια και η Μέση Ανατολή. Στη Λατινική Αμερική, διεξάγεται ένοπλος αγώνας στη Γουατεμάλα, στην Κολομβία, στη Βενεζουέλα και στη Βολιβία, και εκδηλώνονται κιόλας τα πρώτα συμπτώματα και στη Βραζιλία. Υπάρχουν και άλλες εστίες αντίστασης που ανάβουν και σβήνουν. Μα όλες σχεδόν οι χώρες αυτής της ηπείρου είναι ώριμες για παρόμοιο αγώνα που, για να θριαμβεύσει, απαιτεί τουλάχιστο την εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης με σοσιαλιστικές τάσεις.

Σ΄ όλη την ήπειρο μιλιέται στην ουσία μια μόνη γλώσσα, με μόνη εξαίρεση τη Βραζιλία, που ο λαός της μπορεί να περιληφθεί στους ισπανογλωσσους λαούς, αν λάβουμε υπ΄ όψη την ομοιότητα ανάμεσα στις δυο γλώσσες. Υπάρχει μια τόσο μεγάλη ταυτότητα ανάμεσα στις τάξεις αυτών των χωρών, που φτάνουν σε μια ταύτιση «διεθνικού αμερικανικού» χαρακτήρα, πολύ πιο ολοκληρωμένη παρά στις άλλες ηπείρους. Γλώσσα, ήθη, θρησκεία, το ίδιο αφεντικό, είναι οι παράγοντες που τις ενώνουν. Ο βαθμός και οι μορφές της εκμετάλλευσης είναι ταυτόσημες ως προς τα αποτελέσματα τους, τόσο για τους εκμεταλλευτές όσο και για τους εκμεταλλευόμενους στις περισσότερες χώρες της Αμερικής μας. Και η εξέγερση ωριμάζει με επιταχυνομενους ρυθμούς.

Μπορούμε να αναρωτηθούμε: πως θα καρποφορήσει αυτή η εξέγερση; Ποιες μορφές θα πάρει; Εμείς υποστηρίζουμε από καιρό, παίρνοντας υπόψη μας τα όμοια γνωρίσματα που υπάρχουν, ότι ο αγώνας στην Αμερική, όταν έρθει η στιγμή, θα πάρει πανηπειρωτικες διαστάσεις. Η Αμερική θα γίνει το θέατρο των μεγάλων και πολυάριθμων μαχών που θα δώσει η ανθρωπότητα για την απελευθέρωση της. Στο πλαίσιο αυτής της μάχης με πανηπειρωτικη σημασία, οι αγώνες που διεξάγονται σήμερα με ενεργητικό τρόπο δεν είναι παρά μόνο επεισόδια, που όμως έχουν δώσει κιόλας τους μάρτυρες τους, οι οποίοι θα πάρουν τη θέση τους στην αμερικανική ιστορία, γιατί έδωσαν το μερτικό τους απ΄ το αναγκαίο αίμα σ΄ αυτή την τελευταία φάση του αγώνα για την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπου. Στο μαρτυρολόγιο θα έχουν τη θέση τους τα ονόματα του καπετάνιου Τουρσιος Λίμα, του πατρός Καμίλο Τόρρες, των καπετάνιων Φαμπρίσιο Οχέδα, Λομπατον και Λουίς ντε λα Πουέντα Ουσέδα, που είναι φυσιογνωμίες πρώτου μεγέθους στα επαναστατικά κινήματα της Γουατεμάλας, της Κολομβίας της Βενεζουέλας και του Περού.

Μα η δραστήρια κινητοποίηση του λαού δημιουργεί και τους νέους ηγέτες του. Ο Σεζάρ Μοντες και ο Γιόν Σόσα υψώνουν τη σημαία στη Γουατεμάλα. Ο Φάμπιο Βάσκες και ο Μαρουλάντα κάνουν το ίδιο στην Κολομβία. Ο Ντούγκλας Μπράβο στη Δύση κι ο Αμέρικο Μαρτίν στα βουνά του Μπρατσιλιέρ διοικούν τα αντίστοιχα μέτωπα στη Βενεζουέλα. Καινούργιες εστίες πολέμου θα αναφανούν σ΄ αυτές και σε άλλες αμερικανικές χώρες, όπως παρουσιάστηκε κιόλας η περίπτωση της Βολιβίας, και θα παίρνουν διαστάσεις μέρα με την ημέρα μ΄ όλες τις αντιξοότητες που συνεπάγεται αυτό το επικίνδυνο επάγγελμα του σύγχρονου επαναστάτη. Πολλοί θα πεθάνουν θύματα των λαθών τους κι άλλοι θα πέσουν στη σκληρή μάχη που επίκειται. Καινούργιοι μαχητές και Καινούργιοι ηγέτες θα γεννηθούν μέσα στη φλόγα της επαναστατικής πάλης. Ο λαός θα διαμορφώσει σιγά σιγά τους μαχητές του και τους οδηγούς του μέσα στα ίδια τα πλαίσια του πολέμου και θα αυξάνονται οι πράκτορες των γιάνκηδων για την καταστολή των κινημάτων. Σήμερα υπάρχουν σύμβουλοι τους σ΄ όλες τις χώρες όπου διεξάγεται ένοπλος αγώνας και ο στρατός του Περού πραγματοποίησε, και φαίνεται με επιτυχία, μια εκκαθαριστική επιχείρηση ενάντια στους επαναστάτες αυτής της χώρας, που κατευθύνεται κι αυτή και εκπαιδεύεται από τους γιάνκηδες. Αν όμως οι εστίες πολέμου καθοδηγούν με αρκετή πολιτική και στρατιωτική ευφυΐα, θα γίνουν ακατανίκητες και θα απαιτήσουν καινούργιες αποστολές γιάνκηδων. Και στο Περού το ίδιο, νέες φυσιογνωμίες, που παραμένουν άγνωστες ακόμη αναδιοργανώνουν με επίμονη και πείσμα τον ανταρτοπόλεμο. Σιγά σιγά, τα ξεπερασμένα όπλα που επαρκούν για να καταστελνουν μικρές ένοπλες ομάδες θα παραχωρήσουν τη θέση τους σε σύγχρονα όπλα και οι ομάδες των συμβουλών θα αντικατασταθούν από Αμερικανούς στρατιώτες, ώσπου, στη δοσμένη στιγμή, να υποχρεωθούν να στείλουν όλο και μεγαλύτερες δυνάμεις τακτικών στρατευμάτων για να εξασφαλίσουν τη σχετική σταθερότητα μιας εξουσίας, που ο στρατός των ανδρεικέλων της διαλύεται κάτω απ΄ τα πλήγματα του ανταρτοπόλεμου. Είναι ο δρόμος που πήρε το Βιετνάμ. Είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουν οι λαοί. Είναι ο δρόμος που θα ακολουθήσει η Αμερική, με την εξής λεπτομέρεια ότι οι ένοπλες ομάδες θα μπορέσουν να σχηματίσουν συντονιστικά συμβούλια, για να κάνουν πιο δύσκολη την προσπάθεια καταστολής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και για να διευκολύνουν την υπόθεση τους.

Η Αμερική, μια ήπειρος ξεχασμένη από τους τελευταίους πολιτικούς απελευθερωτικούς αγώνες, που αρχίζει ν΄ ακούγεται στη Διάσκεψη των Τριών Ηπείρων με τη φωνή της πρωτοπορίας των λαών της, που είναι η κουβανέζικη επανάσταση, θα έχει ένα στόχο πολύ πιο σημαντικό: να δημιουργήσει το δεύτερο ή το τρίτο Βιετνάμ του κόσμου. Σε τελευταία ανάλυση, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο ιμπεριαλισμός είναι ένα παγκόσμιο σύστημα, ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού, και πρέπει να τον νικήσουμε σε μια μεγάλη παγκόσμια αναμέτρηση. Ο στρατηγικός στόχος αυτής της πάλης πρέπει να είναι η καταστροφή του ιμπεριαλισμού. Ο ρόλος που πέφτει στους δικούς μας ώμους, των εκμεταλλευομένων και υποανάπτυκτων του κόσμου, είναι να καταστρέψουμε τις βάσεις ανεφοδιασμού του ιμπεριαλισμού στις χώρες μας, απ΄ όπου αντλεί κεφάλαια, πρώτες ύλες, τεχνικούς και εργάτες σε φτηνή τιμή κι όπου εξάγει νέα κεφάλαια —όργανα κυριαρχίας— όπλα και κάθε λογής εμπορεύματα, υποβάλλοντας μας σε μια απόλυτη εξάρτηση.

Το βασικό στοιχείο αυτού του στρατηγικού στόχου θα είναι τότε η πραγματική απελευθέρωση των λαών. Απελευθέρωση που θα γίνει μέσα απ΄ την ένοπλη πάλη στις περισσότερες περιπτώσεις και στην Αμερική θα πάρει αναπόφευκτα το χαρακτήρα μιας σοσιαλιστικής επανάστασης.

Αποβλέποντας στην καταστροφή του ιμπεριαλισμού, πρέπει να εντοπίσουμε την κεφαλή του που είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Εμείς πρέπει να εκπληρώσουμε ένα σκοπό γενικού χαρακτήρα που ο τακτικός του στόχος θα είναι να τραβήξουμε τον εχθρό από το στοιχείο του και να τον υποχρεώσουμε να πολεμήσει σε τόπους όπου οι συνήθειες της ζωής του συγκρούονται με το περιβάλλον. Δεν χρειάζεται να υποτιμούμε τον αντίπαλο. Ο αμερικανός στρατιώτης έχει τεχνικές ικανότητες και στηρίζεται σε μέσα τέτοιας ευρύτητας που τον κάνουν επίφοβο. Του λείπει ουσιαστικά το ιδεολογικό κίνητρο που το έχουν σε πολύ ψηλό βαθμό οι σημερινοί πιο πεισματικοί του αντίπαλοι: οι Βιετναμέζοι στρατιώτες. Δεν θα μπορέσουμε να θριαμβεύσουμε πάνω σ΄ αυτό το στρατό παρά μόνο στο μέτρο που θα φτάσουμε να υπονομεύσουμε το ηθικό του. Κι αυτό το ηθικό θα υπονομευθεί στο βαθμό που θα επιβάλλουμε ήττες σ΄ αυτό το στρατό και θα του προξενούμε επανειλημμένες σύμφορες.

Μα αυτό το μικρό διάγραμμα των νικών συνεπάγεται απέραντες θυσίες από μέρους των λαών, που πρέπει να γίνουν αποδεκτές από σήμερα, στο φως της ημέρας, και που θα υποστούμε αν αποφεύγουμε σταθερά τη μάχη, ώστε ν΄ αρθούν άλλοι που θα βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά. Είναι φανερό ότι η τελευταία χώρα που θα απελευθερωθεί θα το κάνει πιθανόν χωρίς ένοπλο αγώνα κι ότι θα γλιτώσει από τις σύμφορες ενός μεγάλου και σκληρού πολέμου, σαν κι αυτών που κάνουν οι ιμπεριαλιστές. Μα ίσως δεν θα μπορέσει να αποφευχθεί αυτός ο αγώνας ΄η οι συνέπειες του σε μια παγκόσμια σύρραξη, όπου ο καθένας υποφέρει το ίδιο, και μερικοί πιο πολύ ακόμη. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον, μα δεν πρέπει Ποτε να υποκύψουμε στον άναντρο πειρασμό να είμαστε οι σημαιοφόροι ενός λαού που λαχταρά τη λευτεριά του, μα αποφεύγει την πάλη που συνεπάγεται και περιμένει τη νίκη σαν ελεημοσύνη.

Είναι απόλυτα σωστό να αποφεύγουμε κάθε περιττή θυσία. Να γιατί είναι τόσο σπουδαίο να φωτίσουμε τις πραγματικές δυνατότητες που έχει η εξαρτημένη Αμερική, για να απελευθερωθεί με ειρηνικά μέσα. Για μας, η απάντηση σ΄ αυτό το ερώτημα είναι καθαρή. Η σημερινή στιγμή μπορεί να είναι ή να μην είναι η κατάλληλη για να εξαπολύσουμε τον αγώνα, μα δεν πρέπει να τρέφουμε καμία ψευδαίσθηση, ούτε κι έχουμε το δικαίωμα, ότι θα κατακτήσουμε την ελευθέρια μας δίχως να πολεμήσουμε. Και οι μάχες δεν θα είναι απλές συμπλοκές στους δρόμους, λιθοβολισμοί ενάντια στα δακρυγόνα και μήτε ειρηνικές γενικές απεργίες. Δεν θα είναι επίσης ο ξεσηκωμός ενός οργισμένου λαού που καταστρέφει σε δυο τρεις μέρες το δυναμικό καταστολής των ολιγαρχιών που κυβερνούνε. Θα είναι ένας μακρόχρονος και αιματηρός πόλεμος που το μέτωπο του θα βρίσκεται στα λημέρια των ανταρτών, στις πόλεις, στα σπίτια των μαχητών —όπου οι δυνάμεις καταστολής θα αναζητούν τα πιο εύκολα και πιο κοντινά θύματα— στις πόλεις και στα χωριά που θα καταστρέφονται απ΄ τους βομβαρδισμούς του εχθρού.

Μας έχουν υποχρεώσει να καταφύγουμε σ΄ αυτό τον αγώνα. Δεν μας μένει άλλη λύση παρά να τον προετοιμάσουμε και να αποφασίσουμε τη διεξαγωγή του. Η αρχή δεν θα είναι εύκολη. Θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Όλες οι ικανότητες καταστολής, χτηνωδιας και δημαγωγίας, που διαθέτουν οι ολιγαρχίες, θα μπουν στην υπηρεσία αυτής της υπόθεσης. Η αποστολή μας τον πρώτο καιρό θα είναι να επιβιώσουμε, μετά θα ενεργήσουμε το συνεχές παράδειγμα του ανταρτοπόλεμου που πραγματοποιεί την ένοπλη προπαγάνδα, με τη βιετναμέζικη έννοια του όρου, που λέγεται κι αλλιώς προπαγάνδα του ντουφεκιού, των μαχών που κερδίζονται ή χάνονται, μα εξαπολύονται ενάντια στους εχθρούς. Το μεγάλο δίδαγμα του ακατανίκητου του ανταρτοπόλεμου θα διαποτίσει τις μάζες των στερημένων. Ο γαλβανισμός με το εθνικό πνεύμα, η προετοιμασία για πιο σκληρούς στόχους, για ν΄ αντέξουν σε πιο βίαιες καταστολές. Το μίσος σαν παράγοντας της πάλης: το αδιαλλαχτο μίσος ενάντια στον εχθρό, που σπρώχνει πέρα από τα φυσικά όρια του ανθρώπου και το κάνει μια αποτελεσματική, βίαιη, επίλεκτη και ψυχρή μηχανή για να σκοτώνει. Έτσι πρέπει να είναι οι στρατιώτες μας. Ένας λαός δίχως μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει πάνω σ΄ ένα χτηνωδη εχθρό.

Πρέπει να σπρώξουμε τον πόλεμο ως εκεί που τον σπρώχνει ο εχθρός: στο σπίτι του και στους τόπους της ψυχαγωγίας του. Πρέπει να τον κάνουμε ολοκληρωτικά. Πρέπει να τον εμποδίσουμε να έχει και μια στιγμή ησυχίας και μια στιγμή ανάπαυλας έξω από τους στρατώνες του και μέσα σ΄ αυτούς. Πρέπει να τον χτυπάμε εκεί που βρίσκεται. Ώστε ναχει την εντύπωση ότι είναι ένα κυνηγημένο ζώο, όπου κι αν περνάει. Τότε σιγά σιγά θα χάσει το ηθικό του. Θα γίνει πιο χτηνωδης ακόμη, μα θα δούμε και τα πρώτα συμπτώματα της αποθάρρυνσης του. Και πρέπει να αναπτύξουμε ένα αληθινό προλεταριακό διεθνισμό. Με διεθνιστικούς προλεταριακούς στρατούς, όπου η σημαία κάτω απ΄ την όποια αγωνιζόμαστε γίνεται η καθαγιασμένη υπόθεση της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας, έτσι που να πεθάνεις με τα χρώματα του Βιετνάμ, της Βενεζουέλας, της Γουατεμάλας, του Λάος, της Γουινέας, της Κολομβίας, της Βολιβίας, της Βραζιλίας, για ν΄ αναφέρω μόνο τα σημερινά θέατρα του ένοπλου αγώνα —να είναι εξίσου ένδοξο και επιθυμητό για ένα Αμερικανό, ένα Ασιάτη, ένα Αφρικανό, ακόμη και για έναν Ευρωπαίο.

Κάθε σταγόνα αίματος που χύνεται σε μια χώρα, όπου δεν έχουμε γεννηθεί, είναι μια εμπειρία γι΄ αυτόν που επιζεί και μπορεί να την εφαρμόσει έπειτα στον αγώνα για την απελευθέρωση του τόπου της καταγωγής του. Και ο κάθε λαός που απελευθερώνεται είναι μια κερδισμένη φάση στη μάχη για την απελευθέρωση ενός αλλού λαού. Είναι καιρός να μετριάσουμε τις διάφορες μας και να βάλουμε τα πάντα στην υπηρεσία του αγώνα. Ότι μεγάλες συζητήσεις αναταράζουν τον κόσμο που αγωνίζεται για τη λευτεριά, το ξέρουμε πολύ καλά και δεν μπορούμε να το καλύψουμε το πράγμα. Ότι οι συζητήσεις αυτές έχουν φτάσει σε μια τέτοια οξύτητα που γίνεται εξαιρετικά δύσκολος, αν όχι και αδύνατος, ο διάλογος και η συμφιλίωση, το ξέρουμε επίσης. Το να αναζητήσουμε μεθόδους για να αρχίσουμε ένα διάλογο, που οι αντίπαλοι τον αποφεύγουν, είναι μια περιττή προσπάθεια. Μα ο εχθρός είναι μπροστά μας, χτυπάει όλες τις μέρες, μας απειλεί με καινούργια χτυπήματα κι αυτά τα χτυπήματα θα μας ενώσουν σήμερα, αύριο ή μεθαύριο. Όσοι αισθάνονται αυτή την ανάγκη και προετοιμάζονται για τούτη την απαραίτητη ενότητα θα κερδίσουν την ευγνωμοσύνη των λαών.

Παίρνοντας υπόψη τη βιαιότητα και την αδιαλλαξία με την όποια διεξάγεται η κάθε διαπάλη, εμείς οι απόκληροι δεν μπορούμε να πάρουμε θέση με τη μια ή την άλλη έκφραση των διαφωνιών, ακόμη κι όταν συμφωνούμε με κάποιες θέσεις του ενός ή του αλλού μέρους ή περισσότερο με τις θέσεις του ενός μέρους παρά του αλλού. Στη στιγμή της πάλης, η μορφή που παίρνουν αυτές οι διαφωνίες, αποτελούν μια αδυναμία. Μα η προσπάθεια πάλι να διακανονιστούν με τα λόγια, εκεί που έχουν φτάσει, είναι μια καθαρή αυταπάτη. Η ιστορία ή θα τις σβήσει σιγά σιγά ή θα τους δώσει την πραγματική τους σημασία.

Μέσα στον αγωνιζόμενο κόσμο μας, η κάθε διάφορα, που έχει σχέση με την ταχτική και με τις μεθόδους δράσης για να επιτευχθούν περιορισμένοι στόχοι, πρέπει να αναλύεται με τον οφειλόμενο σεβασμό στις εκτιμήσεις των άλλων. Όσο για το μεγάλο στρατηγικό στόχο, την ολική καταστροφή του ιμπεριαλισμού μέσα από τον αγώνα, πρέπει να είμαστε αδιάλλακτοι.

Ας ανακεφαλαιώσουμε έτσι τις φιλοδοξίες μας για τη νίκη: καταστροφή του ιμπεριαλισμού με την εξουδετέρωση του πιο ισχυρού του προπυργίου, που είναι η ιμπεριαλιστική κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Πρέπει να υιοθετήσουμε σαν ταχτικό στόχο τη σταδιακή απελευθέρωση των λαών, του καθενός ξεχωριστά ή κατά ομάδες, υποχρεώνοντας τον εχθρό να διεξάγει ένα δύσκολο πόλεμο σε εδάφη που δεν είναι τα δικά του και εκμηδενίζοντας τις βάσεις του ανεφοδιασμού του, που είναι οι εξαρτημένες χώρες.

Αυτό σημαίνει μακρόχρονο πόλεμο. Και, το ξαναλεμε ακόμα μια φορά, σκληρό πόλεμο. Ας μη ξεγελιέται κάνεις τη στιγμή που πάει να τον εξαπολύσει, αλλά κι ας μη διστάσει κάνεις να τον εξαπολύσει από το φόβο των συνεπειών που μπορεί να συνεπάγεται για το λαό του. Είναι σχεδόν η μόνη μας ελπίδα για τη νίκη. Δεν μπορούμε να μένουμε βουβοί στο προσκλητήριο των καιρών. Το Βιετνάμ μας δίνει ένα μόνιμο μάθημα ηρωισμού, ένα τραγικό και καθημερινό μάθημα αγώνα και θανάτου για την κατάκτηση της τελικής νίκης.

Στο Βιετνάμ, οι στρατιώτες του ιμπεριαλισμού μαθαίνουν στο πετσί τους τις δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει ένας που είναι συνηθισμένος σ΄ ένα ανώτερο επίπεδο ζωής σαν κι αυτό του αμερικανικού έθνους, πολεμώντας μέσα σ΄ ένα εχθρικό έδαφος. Μαθαίνουν την ανασφάλεια εκείνου που δεν μπορεί να κάνει κι ένα βήμα δίχως να νοιώθει ότι πατεί σε εχθρικό χώμα. Το θάνατο όσων προχωρούν λίγο πιο πέρα από τις οχυρές τους θέσεις. Τη μόνιμη εχθρότητα όλου του πληθυσμού. Όλα αυτά έχουν επιπτώσεις στην εσωτερική ζωή των Ηνωμένων Πολιτειών και δημιουργούν ένα νέο παράγοντα που εξασθενίζει τον ιμπεριαλισμό κι όταν βρίσκεται στην πλήρη ανάπτυξη του: την ταξική πάλη και μέσα στο ίδιο το έδαφος του.

Πόσο πιο κοντινό και πιο φωτεινό θα βλέπαμε το μέλλον, αν άνθιζαν δυο, τρία, πολυάριθμα Βιετνάμ στην επιφάνεια της γης, με το μερίδιο τους από νεκρούς και απέραντες τραγωδίες, με τον καθημερινό ηρωισμό τους, με τα επανειλημμένα τους πλήγματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, και με την υποχρέωση γι΄ αυτόν να διασκορπίζει τις δυνάμεις του, κάτω από τις επιθέσεις του μίσους των λαών του κόσμου, που μεγαλώνει όλο και πιο πολύ! Κι αν ήμασταν όλοι ικανοί να ενωθούμε, για να καταφέρουμε πιο δυνατά και πιο σίγουρα χτυπήματα, για να γίνει πιο αποτελεσματική σ΄ όλες τις μορφές η βοήθεια στους λαούς που μάχονται, ποσό μεγάλο και κοντινό θα ήταν το μέλλον!

Αν τύχει, εμείς που εκπληρώνουμε το χρέος που διακηρύξαμε σ΄ ένα μικρό σημείο στο χάρτη του κόσμου και βάζουμε στην υπηρεσία του αγώνα ότι μας επιτρέπεται να δώσουμε, τη ζωή μας, τη θυσία μας, αν τύχει κι αφήσουμε την τελευταία πνοή σ΄ οποιοδήποτε χώμα, τότε πια δικό μας, ποτισμένο με το αίμα μας, να ξέρετε ότι έχουμε μετρήσει τη σημασία των πράξεων μας, ότι δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας παρά σαν στοιχεία της μεγάλης στρατιάς του προλεταριάτου, μα νοιώθουμε περήφανοι γιατί μάθαμε από την κουβανέζικη επανάσταση κι από τον αρχηγό της το μεγάλο μάθημα που αναπηδάει από τη στάση του σ΄ αυτό το μέρος του κόσμου: «Τι σημασία έχουν οι κίνδυνοι και οι θυσίες ενός ατόμου ή ενός λαού, όταν εκείνο που διακυβεύεται είναι η τύχη της ανθρωπότητας». Όλη μας η δράση είναι μια κραυγή πολέμου ενάντια στον ιμπεριαλισμό και μια παλλόμενη έκκληση για την ενότητα των λαών ενάντια στο μεγάλο εχθρό του ανθρώπινου γένους: τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Δεν έχει σημασία που θα μας βρει ο θάνατος: ας είναι καλοδεχούμενος, φτάνει ν΄ ακουστεί η πολεμική μας κραυγή, φτάνει ένα άλλο χέρι ν΄ απλωθεί για να πάρει το όπλο μας, φτάνει άλλοι άνθρωποι να σηκωθούν για να ψάλλουν τα πένθιμα εμβατήρια μέσα στους κρότους των πολυβόλων και μέσα σε καινούργιες ιαχές πολέμου και νίκης.

Πηγή: «Κείμενα», Σύγχρονη Εποχή 1988.
Μετάφραση: Χρ. Πάντζου.