Ο Τσε στο ιστορικό του περιβάλλον

Che Guevara 8974Αποσπάσματα από τον πρόλογο της μπροσούρας «ΕRNESTO GUEVARA ,Ο Ανταρτοπόλεμος”, δόσεις ΑΠΟΨΗ / 2005.

Του Στέργιου Κατσαρού.

Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε ότι η αστυνομία «στρατιωτικοποιείται» και ο στρατός μετασχηματίζεται προοδευτικά σε αστυνομική δύναμη. Ο οπλισμός, και γενικότερα ο τεχνικός εξοπλισμός, έχουν τελειοποιηθεί σε απίστευτο βαθμό. Επίσης, η οργάνωση του στρατού έχει αλλάξει σημαντικά. Σήμερα οι στρατοί δεν στηρίζονται σε μεγάλες δυσκίνητες μονάδες με μεγάλη  αυτονομία δράσης.

Τα επιχειρήματα αυτά και άλλα πολλά επιστρατεύονται ενάντια σε κάθε σκέψη ένοπλης αντίστασης ενάντια στην θεσμοθετημένη βία. Ωστόσο, αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο . Ήδη το 1895 ο Ένγκελς  ο Ένγκελς και όχι κάποιος τυχαίος ρεφορμιστής – στον πρόλογο του για το έργο του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία» καταδικάζει τα οδοφράγματα ως μέθοδο πάλης. Στο συγκεκριμένο έργο δεν καταδικάζεται η τακτική του οδοφράγματος ως μία από τις τακτικές της ένοπλης πάλης, αλά κάθε μορφή ένοπλης αντίστασης – αυτό προκύπτει από τα συμφραζόμενα. Το κομμουνιστικό κίνημα συγκρίνεται  με το χριστιανικό που νίκησε μια πανίσχυρη και πάνοπλη αυτοκρατορία, τη Ρωμαϊκή , με μια τακτική της μη βίας που λίγο-πολύ θυμίζει Γκάντι ή Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ.  Δεν πέρασαν πάνω από δέκα χρόνια και η εμπειρία της Μόσχας διέψευσε τον Ένγκελς. Εκεί το 1905 τρείς εκατοντάδες «ντροζίνικι» γελοιοποίησαν ένα ολόκληρο σύνταγμα στρατού.

Δεν είναι, όμως, ανάγκη να ανατρέξουμε στην Ιστορία ή σε κάποιους «κλασσικούς». Η πρόσφατη εμπειρία είναι αρκετή. Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 στην Νέα Υόρκη έχουν αποδείξει για μια ακόμα φορά ότι καμιά δύναμη δεν είναι άτρωτη. Το γεγονός ότι αυτή η ενέργεια είχε  ως στόχο άμαχο πληθυσμό  και όχι κάποια στρατιωτική ή αστυνομική εγκατάσταση, δεν αλλάζει το συμπέρασμα ότι οι σύγχρονοι στρατιωτικοί μηχανισμοί είναι το ίδιο τρωτοί όπως στην εποχή του Τσε ή στην εποχή της κομμούνας. Οι τυφλές ενέργειες που σήμερα έχουν μη στρατιωτικούς στόχους Και βρίσκονται στην επικαιρότητα, είναι αποτέλεσμα απελπισίας, απόγνωσης και αδυναμίας. Δεν έχουν να κάνουν σε τίποτα με το ιπποτικό αισιόδοξο πνεύμα του Τσε. Αυτός συμβούλευε να απαγορεύονται τα σαμποτάζ που θα είχαν ως αποτέλεσμα ακόμη και την ανεργία, πόσο μάλλον τον θάνατο άμαχου πληθυσμού. Ακόμα και στους αιχμαλώτους του εχθρικού στρατού θα έδειχνε ανθρωπιά. Εξαίρεση αποτέλεσαν μόνο στελέχη που είχαν βάψει τα χέρια τους με τι αίμα απλών ανθρώπων. Η τακτική του «no prisoners” δεν είναι τακτική των επαναστατών, αλλά, όπως φαίνεται και από την γλώσσα, τακτική των ιμπεριαλιστών. Είναι τακτική που εφάρμοσαν οι αποικιοκράτες ως απάντηση στις εξεγέρσεις των αποικιοκρατούμενων λαών.

 Γενικά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η αποτελεσματικότητα στην σύγκρουση με τις δυνάμεις καταστολής δεν είναι ζήτημα τεχνικό, είναι κυρίως ηθικό. Η ανθρώπινη καρδιά και το μυαλό ήταν και θα είναι τα πιο αποτελεσματικά όπλα. Μπορεί οι επαγγελματικοί στρατοί να διαθέτουν τέτοια όπλα και μέσα παρακολούθησης και να τα τελειοποιούν διαρκώς. Όσο πιο πού εξελίσσονται, τόσο πιο ευάλωτοι γίνονται. Το πεδίο μάχης έχει μετατοπιστεί σήμερα μέσα στις πόλεις και αυτές γίνονται πραγματικά «ανοχύρωτες πόλεις».

Τα όπλα, η τεχνική και η επιστήμη (που και αυτή είναι όπλο) έχουν δύο λαβές, μπορεί να τα κρατήσει και ο «αστυνόμος» και ο «κλέφτης». Το να δίνει κανείς προτεραιότητα  στην  ηθική και το συναίσθημα, τον φέρνει σε αντίθεση με τους ακαδημαϊκούς κύκλους , όσο και με τους οπαδούς του επιστημονικού σοσιαλισμού, του λεγόμενου «διαλεκτικού υλισμού». Η απάντηση που μπορεί  κανείς να δώσει είναι ότι οι κλασικοί τους στις καλύτερες στιγμές τους δεν ήταν καθόλου «επιστήμονες» ή «υλιστές», ήταν «ουτοπιστές» και πραγματικά ιδεαλιστές. Δεν είναι ανάγκη να ανατρέξει κανείς στα γραπτά τους, αλά στην ίδια την πρακτική τους, όταν προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν αυτό που  για τους ρεαλιστές ήταν απραγματοποίητο. Εννοώ τη συμμετοχή του Μαρξ στην επανάσταση του 1848-50 καθώς και την στάση του Λένιν απέναντι στην κυβέρνηση Κερένσκι το 1917. Δεν θέλω να μηδενίσω την προσφορά του Μαρξισμού στο επαναστατικό κίνημα. Μπορώ όμως να απαντήσω στους σημερινούς οπαδούς του, που έχουν κληρονομήσει μόνο τη ρεφορμιστική πλευρά αυτού του ρεύματος, με την τελευταία θέση του Μαρξ για τον Φοιερμπάχ: “Οι φιλόσοφοι ερμηνεύουν τον κόσμο, εμείς τον αλλάζουμε». Ο δε Λένιν το 1917 απαντάει στους «ρεαλιστές» που επέμεναν ότι η επανάσταση είχε ολοκληρωθεί με την κυβέρνηση Κερένσκι (θέση που θεμελιωνόταν στη θεωρία):  «Η θεωρία είναι γκρίζα, το δέντρο της ζωής είναι πράσινο».

Σήμερα ο λεγόμενος επιστημονισμός των ακαδημαϊκών  και των πολιτικών είναι μια θεωρητική και ηθική στάση, που δικαιολογεί την υποταγή στην υπάρχουσα πραγματικότητα. Είναι μια δουλική συνείδηση που αποδέχεται τα τετελεσμένα γεγονότα.

Το Γκουαντάναμο (κουβανικό έδαφος) είναι το σύμβολο της απόλυτης επικράτησης μιας «υπερδυνάμεως» που φαντάζει ανίκητη. Είναι όμως και δεκάδες χιλιάδες σταυροί στην Αππία Οδό, που δεν έσωσαν την κραταιά Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία  από την κατάρρευση ούτε και το Γκουαντάναμο θα σώσει την σημερινή «αυτοκρατορία».

Το πρόβλημα δεν είναι αυτό, είναι άλλο. Ως γνωστόν, τον Ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, μετά την κατάρρευση της Ρώμης , δεν τον διαδέχτηκε ένας καινούργιος ανώτερος αλλά ο Μεσαίωνας. Σήμερα αντιμετωπίζεται το ίδιο δίλημμα: Στον πολιτισμό του χρηματιστηρίου θα αντιπαρατάξουμε τον πολιτισμό του τσαντόρ ; Το δίλημμα δεν είναι αναγκαστικό υπάρχει λύση. Αυτή περνάει μέσα από τις αξίες για τις οποίες πάλεψαν άνθρωποι γεμάτοι πάθος για ανθρωπιά, αξιοπρέπεια και ελευθερία. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει ο Ερνέστο Γκεβάρα, ο δικός μας Τσε.

[…]

… Στις 21 Οκτώβρη του 1959 ο στρατιωτικός διοικητής στην επαρχία Καμαγουέι προσπάθησε να κάνει πραξικόπημα που κατεστάλη από το Καμίλο Σιενφουέγος, ο οποίος δολοφονείται επτά ημέρες αργότερα. Τα σαμποτάζ και οι μεμονωμένες ενέργειες συνεχίζονται. Στις 17 Απρίλη του 1961 κορυφωνονται με την επέμβαση 1500 μισθοφορων στον Κόλπο των Χοίρων. Η δύναμη αυτή ήταν σημαντική και απέβλεπε στο να ενωθεί με άλλες στο εσωτερικό του νησιού. Η απειλή ενάντια στο επαναστατικό καθεστώς ήταν μεγάλη. Ο στόχος ήταν να καταλάβουν ένα μέρος του νησιού, να στήσουν μια δήθεν κυβέρνηση και να καλέσουν τις ΗΠΑ να επέμβουν ανοιχτά.

Για να αντιμετωπίσει αυτή την απειλή η ηγεσία της Κούβας δεν στηρίχθηκε μόνο στον επαναστατικό στρατό αλλά σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Το ένοπλο έθνος ρίχθηκε στη μάχη  με την πολεμική κραυγή «patria o muerte» [1].  Ισως η παραπάνω φράση να χτυπάει άσχημα στα αυτιά κάποιων που αναλώνουν  τις διεθνιστικές τους ευαισθησίες σε ατέρμονες συζητήσεις μέσα σε κλειστούς κύκλους ή το πολύ-πολύ σε πορείες διαμαρτυρίας στην αμερικάνικη πρεσβεία. Πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του ότι οι λέξεις και οι φράσεις χωρίς το συγκεκριμένο περιεχόμενο δεν λένε απολύτως τίποτα. Σε μια ταξική κοινωνία πατριωτισμός σημαίνει υπεράσπιση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης που τα ταυτίζει με τα συμφέροντα του έθνους ή της πατρίδας. Στην προκριμένη περίπτωση  υπεράσπιση της πατρίδας σημαίνει υπεράσπιση αυτών που ο κουβανικός λαός κέρδισε με αιματηρούς  αγώνες και τα οποία τώρα κινδύνευαν να χαθούν. Πίσω από τις κραυγές των μισθοφόρων για ελευθερία και δημοκρατία κρύβονταν οι λατιφουντίστας που είχαν χάσει την ιδιοκτησία τους, κρύβονταν οι επιχειρηματίες που τους είχαν αφαιρέσει το δικαίωμα να εκμεταλλεύονται, κρύβονταν οι Αμερικάνοι ανθύπατοι που είχαν χάσει το προνόμιο να καθορίζουν τις τύχες του κουβανικού λαού. Με λίγα λόγια, κρύβονταν όλοι οι βρικόλακες του παλιού καθεστώτος. Μέσα σε 72 ώρες συνέτριψαν τον μισθοφορικό στρατό. Μετά την νίκη αυτή το καθεστώς της Κούβας σταθεροποιήθηκε σε τυχόν άμεση  επέμβαση από την μεριά των ΗΠΑ, Ο Κάστρο τους υποσχέθηκε docientos mil grincos muertos  (200.000  νεκρούς Αμερικάνους).

[…]

Έχουν περάσει 36 χρόνια από τότε που ο Τσε βρήκε μαρτυρικό θάνατο μέσα σε ένα σχολείο της  Higuera και πολλά πράγματα έχουν αλλάξει. Προς ποια κατεύθυνση, όμως. Η οικονομία της ελεύθερης αγοράς που κυριάρχησε έχει βυθίσει τις χώρες της Λατινικής Αμερικής σε πρωτοφανή κρίση.  Στην Αργεντινή τις συνέπειες  δεν τις πλήρωσαν μόνο οι εξαθλιωμένοι που στοιβάζονται στις φαβέλες των μεγαλουπόλεων, αλλά και οι εργάτες και τα μεσοαστικά στρώματα. Στην Βραζιλία ο «πρώην» μεταλλεργάτης  Λούλα αγωνίζεται να εξασφαλίσει ένα δεύτερο γεύμα την ημέρα για τα εκατομμύρια των πεινασμένων Βραζιλιάνων. Η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στις υπόλοιπες χώρες.

Η πολιτική κατάσταση επίσης δεν έχει αλλάξει και πολύ. Στην Βενεζουέλα ο αντιαμερικάνος caudillo Τσάβες μαζί με τον Λούλα υπέγραψαν τελικά το κοινό ανακοινωθέν των αμερικανικών κρατών που τους υπαγόρευσε ο Μπους πρόσφατα στο Μεξικό. Απουσίαζε μόνο ο Κάστρο. Η Κόυβα, παρά τις τεράστιες δυσκολίες,παρά τις μεγάλες υποχωρήσεις, εξακολουθεί να  είναι ακόμα el unico territorio libre del America [2]. Για πόσο θα αντέχει ακόμη, κανείς δεν μπορεί να δώσει απάντηση. Ίσως αυτή δοθεί από μια νέα νίκη σε κάποια λατινοαμερικάνικη χώρα. Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές στις κύριες χώρες αυτής της υποηπείρου επικρατούν μεταρρυθμιστικές κυβερνήσεις, ενώ το αντάρτικο βρίσκεται σε έξαρση στην Κολομβία. Το μεγάλο μαζικό κίνημα επηρεάζεται από το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Η βασική πολιτική του είναι ότι με μια τακτική της μη βίας «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Όπως και να εννοεί κανείς αυτό τον «άλλο κόσμο», είναι πράγματι εφικτός με τη μη βία ; Αν κρίνουμε από την μέχρι τώρα εμπειρία, θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε, με έναν όρο όμως: να αφοπλιστούν οι αστυνομίες και οι στρατοί και να εξοπλιστούν οι εργάτες, οι αγρότες και οι άνεργοι. Όσο δεν εκπληρώνεται ο όρος αυτός, θα επιμείνουμε μαζί με τον Τσε ότι «la lucha armada es el unico camino para laVictoria” [3]

Θα συμφωνούσε επίσης κανείς ότι η τακτική μερικών νεαρών (και όχι μόνο), που συγκροτούν μειοψηφικές ένοπλες ομάδες, ή άλλων που επιχειρούν να μετατρέψουν  μια απλή διαδήλωση σε εξέγερση, είναι τρέλα ακόμη και προβοκάτσια («πρόκληση» στα ελληνικά). Ο, τι δεν συμφωνεί, όμως, με την κατεστημένη λογική της δουλικής συνείδησης, είναι τρέλα. Είναι επίσης πρόκληση απέναντι στα εκμεταλλευτικά καθεστώτα και τους λεγεωνάριούς τους. Βέβαια εκείνο που καθορίζει τις επαναστατικές περιόδους είναι η χρονική σύμπτωση των μειοψηφούντων «προβοκατόρων» με την μεγάλη πλειοψηφία. Τότε είναι εύκολο να επιλέξει κανείς. Το δύσκολο είναι στα μεσοδιαστήματα, αλλά και τότε είναι προτιμότερος «ένας Μπλανκί από έναν ζαχαρένιο σοσιαλιστή σαν τον Λουί Μπλάν». Η, για να έρθουμε πιο κοντά χρονικά, η σύγκριση μπορεί να γίνει ανάμεσα στον Αλιέντε και στον Τσε…

[1] Πατρίδα ή Θάνατος.

[2] To μοναδικό ελεύθερο έδαφος της Αμερικής.

[3] Η ένοπλη πάλη είναι ο μοναδικός δρόμος για την νίκη.

Πρώτη Δημοσίευση / Πηγή: ΒΟΡΕΙΑ της Αθήνας.

Εμείς οι Γκεβαριστές

Του Στέργιου Κατσαρού.

Πολλοί αγωνιστές της Αριστεράς θαύμαζαν στη δεκαετία του ’60 και του ’70 την προσωπικότητα του Γκεβάρα, ελάχιστοι όμως επιχείρησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Στέργιος Κατσαρός, που έφτασε μέχρι την Κούβα, μόνος του, για να ανακαλύψει τα χνάρια του κομαντάντε, και επέστρεψε στην Ελλάδα της χούντας για να στήσει το δικό του αντάρτικο, πριν καταλήξει στη φυλακή, με καταδίκη σε ισόβια.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Κούβα και οι ηγέτες της, Κάστρο και Γκεβάρα, ασκούσαν ιδιαίτερη έλξη στο ελληνικό αριστερό κίνημα. Ο Στέργιος Κατσαρός ανήκε τότε στην ΕΔΑ, και μαζί με άλλα στελέχη της Αριστεράς έζησε έντονα την περίοδο των -Ιουλιανών-, και τότε για πρώτη φορά αναρωτήθηκε για τις μεθόδους πάλης και για τη δυνατότητα απάντησης στο κρατικό μονοπώλιο της βίας.

«Η Κούβα ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία σε όλους μας. Ήταν η μητρόπολη της παγκόσμιας επανάστασης. Ο Κάστρο και ο Γκεβάρα ήταν γνωστοί στο ελληνικό κίνημα. Αλλά η αναζήτησή μας αρχίζει από τη στιγμή του θανάτου του Σωτήρη Πέτρουλα. Τότε φάνηκε η αναποτελεσματικότητα των μεθόδων της παραδοσιακής Αριστεράς. Για πρώτη φορά είπαμε ότι δεν πρέπει να έχουμε μόνο μάρτυρες που να προκαλούν τον οίκτο, αλλά και αγωνιστές που να γεννούν τον τρόμο στους αντιπάλους μας. Το θράσος του Γκεβάρα μας ενέπνευσε. Ψάχνοντας να βρούμε εναλλακτικές τακτικές, διαπιστώσαμε ότι οι μέθοδοι του Μάο ή του Γκιαπ ήταν ξένες προς την ελληνική πραγματικότητα. Απαιτούσαν μεγάλες εκτάσεις και πολυάριθμη αγροτική τάξη. Οι -εστίες-, ο -φοκίσμο- του Γκεβάρα ταίριαζαν περισσότερο. Αρχίσαμε να μελετούμε τα κείμενά του, στην αρχή από τα αγγλικά.»

«Η ομοιότητα της δικής μας περίπτωσης με όσα γράφει ο Τσε δεν είναι μοναδική. Και στην Κατοχή κάπως έτσι ξεκίνησαν ορισμένες -περίεργες- ομάδες από 12-13 άτομα στη δυτική Φθιώτιδα, ανάλογα φαινόμενα έχουμε και στη Γαλλία. Μόνο όμως ο Γκεβάρα συστηματοποίησε και περιέγραψε τη μέθοδο του -εστιασμού-. Μετά την έκρηξη του ’65 ακολουθεί μια ύφεση στο ελληνικό μαζικό κίνημα. Πολυδιάσπαση (μαοϊκές, τροτσκιστικές οργανώσεις, οι Φίλοι Νέων Χωρών, το Κοινόβιο του Γουλιέλμου) και ιδεολογική σύγχυση. Ήταν αδιανόητο να συγκροτηθεί ένας επαναστατικός πυρήνας με ξεκάθαρη πολιτική άποψη και τακτική. Άρα τι έμενε; Έμεναν όσοι πίστευαν στην αναγκαιότητα της ένοπλης πάλης.»

«Μετά τα Ιουλιανά συγκροτήθηκε μια αρκετά συμπαγής γκεβαρική ομάδα μέσα στη Νεολαία της ΕΔΑ, 50-60 άτομα, που κάναμε συστηματική προπαγάνδα αυτών των απόψεων, με πολυγραφημένα φυλλάδια. Στο μυαλό μας είχαμε τότε ότι επίκειται ένοπλη ρήξη. Και προετοιμαζόμαστε καταγράφοντας τα σημεία απ’ όπου θα μπορούσαμε να προμηθευθούμε όπλα, π.χ. από τα ΤΕΑ.» Υπήρχαν ήδη από το 1966 επαφές με τις ευρωπαϊκές ομάδες που τροφοδοτούσαν τη διεθνή ταξιαρχία -Βενσερέμος- στην Κούβα. Είχαν σκέψεις να στείλουν Έλληνες μπριγκαντίστες, αλλά τους πρόλαβε η δικτατορία. Με την επικράτηση της χούντας οι γκεβαρικές ιδέες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Όμως η ανάπτυξη των οργανώσεων δεν είναι άμεση. «Ο πρώτος λόγος είναι ότι η νεολαία εκείνης της εποχής είχε μεγαλώσει σε συνθήκες νομιμότητας, ανόδου του κινήματος και γενικότερης αισιοδοξίας. Η αποδιοργάνωση μετά τη λήξη των Ιουλιανών επηρέασε αποφασιστικά. Βρισκόμαστε σε μια φάση αποστράτευσης. Ένας δεύτερος λόγος ήταν η γρήγορη σύλληψη και η δίκη των Δ.Ε.Α. (Δημοκρατικών Επιτροπών Αντίστασης). Και τρίτο, η δική μας ευθύνη, όσων δηλαδή ανήκαμε στην πιο ακραία γκεβαρική τάση, που προσπαθήσαμε να εκβιάσουμε τα πράγματα, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν άλλοι που δεν συμφωνούσαν.»

Πώς αντιμετωπίζονταν εκείνη την εποχή οι πράξεις ένοπλης αντίστασης; «Υπάρχει καταρχάς μια σημαντική διαφορά των οργανώσεων ένοπλης πάλης από τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Σε μια δικτατορία ο αντίπαλός σου στηρίζεται στα όπλα. Για να υπάρχει αντιστοιχία των μέσων πρέπει κι εσύ να χρησιμοποιείς τα όπλα. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, όσο κι αν είναι δικτατορία λίγων, στηρίζεται στις συνειδήσεις αυτών που ψηφίζουν. Αλλά στην ελληνική κοινωνία μετά τον εμφύλιο δεν χρησιμοποίησε βία ενάντια στην εξουσία ούτε το ποινικό αδίκημα ούτε η πολιτική πράξη αντίστασης. Αν κάποιος τολμούσε να χρησιμοποιήσει βία ενάντια σε ένα χωροφύλακα δεν γινόταν αποδεκτός. Αυτό έσπασε με την πράξη του Κοεμτζή.»

Μας διηγείται ο συνομιλητής μας την απόπειρα που είχε ετοιμάσει εναντίον του Τζεβελέκου, υπουργού Δημόσιας Τάξης της χούντας. Δεν είχαν προηγηθεί άλλες πράξεις βίας εις βάρος υπουργών, και η φρουρά τους ήταν υποτυπώδης. «Τη στήσαμε στην Πανόρμου με δυο μασούρια δυναμίτη σε σωλήνα μαντεμένιο που τον είχαμε χαράξει με κόφτη, σαν χειροβομβίδες μιλς. Όμως αν τον χτυπούσαμε, θα σκοτωνόταν η συνοδεία του, 3-4 χωροφύλακες. Υπήρξε λοιπόν δισταγμός, παρότι ήταν εύκολος στόχος. Ο επαναστάτης για να φτάσει να χτυπήσει έναν άνθρωπο πρέπει να χάσει ο ίδιος ένα μέρος απ’ την ανθρωπιά του. Αλλά τότε δεν υπήρχε συνέχεια. Από νομοταγείς πολίτες μιας -αντιδραστικής έστω- κοινοβουλευτικής δημοκρατίας κληθήκαμε από τη μια στιγμή στην άλλη να μεταβληθούμε σε εκτελεστές». Η εκπαίδευση της ομάδας του Κατσαρού κατά τη διάρκεια της δικτατορίας γινόταν στην Τήνο, κοντά σε νταμάρια, με μαθήματα σκοποβολής. «Σε κυκλικούς στόχους ακίνητους είχαμε μια σημαντική ευθυβολία. Όταν όμως σχεδίασε κάποιος έναν μπάτσο σε χαρτί και τον σημαδέψαμε, ούτε μια σφαίρα δεν βρήκε το στόχο». Μια άλλη πράξη που είχε σχεδιάσει η ομάδα ήταν η εκτέλεση χαφιέδων, σύμφωνα με το παράδειγμα των Ιρλανδών. «Εύκολοι στόχοι. Και όλος ο κόσμος θα έλεγε μπράβο. Όμως ούτε κι αυτός πραγματοποιήθηκε. Ακόμα τρέμαν τα χέρια μας».

Την επαύριο της 21ης Απριλίου υπάρχουν σκέψεις στην γκεβαρική ομάδα να μετασχηματιστεί σε οργάνωση με το όνομα Επαναστατική Δράση και σήμα το αστέρι του Τσε, αλλά δεν ολοκληρώνονται. Ο Στέργιος Κατσαρός είναι από την πρώτη στιγμή καταζητούμενος. Το κόστος της συντήρησής του στην παρανομία είναι ιδιαίτερα υψηλό. Επιλέγεται ως καταλληλότερος να επισκεφθεί την Κούβα. Πρώτος σταθμός του ταξιδιού του είναι το Παρίσι, όπου παίρνει συστατικές επιστολές και διευθύνσεις. Υποχρεώνεται να μπαρκάρει σε ένα εμπορικό που ταξίδευε προς Λατινική Αμερική. Το θάνατο του Γκεβάρα τον πληροφορείται στα παράλια του Ειρηνικού, καθ’ οδόν για Περού. «Ξέραμε ότι ο Τσε λείπει από την Κούβα. Πιστεύαμε ότι είναι κάπου στην Αφρική. Όταν μου το ‘παν στο καράβι, προσπάθησα να μάθω απ’ το ραδιόφωνο. Το πίστεψα μόνο όταν είδα το Time στη Λα Πας». Για καλή του τύχη, το ναυάγησαν το καράβι κοντά στο Γκουαντανάμο για να πάρουν την ασφάλεια. Αδύνατον να πάει βέβαια εκεί το Lloyd’s! Ο Κατσαρός γίνεται λοιπόν ο πρώτος Έλληνας που θα επισκεφθεί τη μητρόπολη της επανάστασης.

«Τα αισθήματά μου είναι και σήμερα ξεκάθαρα απέναντι στην Κούβα. Αν έχω μια πατρίδα, αυτή είναι η Κούβα. Όταν πήγα δεν είχε ακόμα σβήσει η πρώτη φλόγα της επανάστασης. Η εικόνα του Τσε ήταν παντού. Αυτό που με ξένισε στην αρχή ήταν η απέχθεια προς τους ξένους που εκφράστηκε από τον εκπρόσωπο του κόμματος που πρωτοσυνάντησα μετά το ναυάγιο. Όταν πήγα στην Αβάνα διαπίστωσα τη διαφορά των οπαδών του Γκεβάρα που υποστήριζαν την άνευ όρων εξαγωγή της επανάστασης στις άλλες χώρες, αλλά βρίσκονταν σε δυσμένεια. Οι σοβιετόφιλοι, οι οποίοι συγκέντρωναν στα χέρια τους όλη την πραγματική εξουσία (αστυνομία, διοίκηση) αντιδρούσαν και επιδίωκαν την υιοθέτηση όλων των σοβιετικών προτύπων, στην παραγωγή αλλά και στις κοινωνικές σχέσεις: υλικά κίνητρα, σταχανοφισμός, οικογένεια. Όμως αυτή η τάση δεν μπορούσε να βάλει ευθέως κατά του Τσε. Όσο για τον Κάστρο, αυτός βρισκόταν κάπου στη μέση, σε κατάσταση Βοναπάρτη. Το όπλο του ήταν η μαζική εισαγωγή της νεολαίας και της γυναίκας στην πολιτική».

Άλλος Έλληνας δεν υπήρχε τότε στην Κούβα. Οι πρώτες επαφές του Στέργιου Κατσαρού έγιναν μέσω της ταξιαρχίας -Βενσερέμος- στον κύκλο των αυτοεξόριστων απ’ όλο τον κόσμο, των διωκόμενων αεροπειρατών που είχαν καταφύγει εκεί. Λόγος για βοήθεια προς την Ελλάδα δεν μπορούσε να γίνει. «Η Ελλάδα δεν ήταν Κονγκό. Αν χρειαζόταν βοήθεια, θα έπρεπε να τη ζητήσει από τη Ευρώπη». Μέσω Παρισιού ο Κατσαρός επιστρέφει στην Ελλάδα το Μάη του ’68. Είχε επισημοποιηθεί η διάσπαση του ΚΚΕ. «Η ομάδα μου στην Ελλάδα συνέχιζε τη δράση με προκηρύξεις μέσω διάφορων οργανώσεων. Διάφοροι σύντροφοι θεωρητικά προετοίμαζαν κάποιες ομάδες με υλικά και όπλα. Πρακτικά δεν γινόταν τίποτα. Οπότε προσπαθώ να κάνω ένα μικρό πραξικόπημα μέσα στην οργάνωση, να τους φέρω σε τετελεσμένα γεγονότα. Μου είχαν δώσει τρεις οργανώσεις να συντονίζω, τη Λαϊκή Πάλη -αυτή που με πιάσανε- μια ομάδα μαθητών του Μωραϊτη και μια ομάδα εργατών στο Θησείο. Αυτές οι ομάδες είχαν δεχθεί να γίνουν οι εστίες της ένοπλης αντίστασης. Η ευθύνη η δική μου ήταν ότι έβλεπα πως τα παιδιά αυτά δεν ήταν ώριμα να προσχωρήσουν σε οργάνωση ένοπλης βίας. Εγώ όμως το τραβούσα.» Η εκπαίδευση γινόταν εν θερμώ. Πέρα από την απόπειρα κατά του Τζεβελέκου, ο Κατσαρός επέλεξε να ανατινάξουν τον Τρούμαν την 29η Αυγούστου, επέτειο της -συντριβής του συμμοριτισμού-, όταν το άγαλμα ήταν γεμάτο επισήμους και αστυνομία. Μοιραία στάθηκε η απόπειρα ανατίναξης του στρατιωτικού περίπτερου στην Έκθεση Θεσσαλονίκης τη μέρα που θα μιλούσε ο Παπαδόπουλος. Η ασφάλεια Θεσσαλονίκης τον συνέλαβε με τις μπόμπες συναρμολογημένες. Ακολούθησε η δίκη, η καταδίκη σε ισόβια, η φυλακή.

«Αν σκεφτόμουν λογικά, θα ανέβαλα την απόπειρα, τη στιγμή που ήταν μαζεμένο όλο το παρακρατικό σκυλολόι στη Θεσσαλονίκη. Πίστευα όμως -κι αυτό είναι ένα στοιχείο του βολονταρισμού του Τσε- ότι ένα άτομο μπορεί να υποκαταστήσει σημαντικές υλικές δυνάμεις. Ήταν μια υπερεκτίμηση. Θα ‘πρεπε να παντρευτεί ο γκεβαρισμός με τον Χο, ο οποίος λέει ότι πρέπει να αρχίζεις από μικρές μάχες για σίγουρες νίκες». Μήπως αυτή η εμμονή του σε εντυπωσιακές ενέργειες οφειλόταν και στην προσπάθειά του να ξεχωρίσει από τις απλές κροτίδες άλλων οργανώσεων; «Δεν μας αφορούσε η τακτική της Δημοκρατικής Άμυνας και του Σημίτη. Ένα χαρακτηριστικό του γκεβαρισμού είναι ότι χτυπάμε πάντα στρατιωτικούς στόχους, δηλαδή ένοπλες εστίες της αντίδρασης».

Αποφυλακίζεται το ’73 με τη γενική αμνηστία του Παπαδόπουλου. Είναι η περίοδος ανάπτυξης του μαζικού φοιτητικού κινήματος. Ο Γκεβάρα είναι ήδη μύθος. Για τον συνομιλητή μας η επικαιρότητα του -φοκίσμο- παραμένει. «Στο Πολυτεχνείο ζήσαμε μια πραγματική εξέγερση. Από την άλλη πλευρά το επαναστατικό υποκείμενο λείπει εντελώς. Δεν υπήρχε καμιά τακτική να προστατευθούμε από τα τανκς. Και όμως, μέσα στην πόλη τα τανκς είναι ανίσχυρα. Ακινητοποιούνται εύκολα. Είναι ένα ερώτημα άξιο διερεύνησης, για ποιο λόγο δεν βρέθηκε ούτε ένα χέρι τότε να σηκώσει κάποιο όπλο. Υπήρχαν και τεχνικά μέσα και δυναμίτες κι απ’ όλα». Πώς δεν συνέπεσε αυτή η αυθόρμητη εξέγερση ούτε με μια έτοιμη ένοπλη οργάνωση; «Πιστεύω ότι η γενική αμνηστία ήταν πολύ έξυπνη κίνηση. Όλοι ξαφνιάστηκαν, γιατί νόμιζαν ότι θα εξαιρεθούμε εμείς, ο Καράγιωργας, ο Παναγούλης, και μερικοί άλλοι. Βγάζοντάς μας ο Παπαδόπουλος ποντάριζε στην αναποτελεσματικότητα που είχε μέχρι τότε επιδείξει η ένοπλη δράση. Έδειχνε ότι δεν έχει τίποτα να φοβάται». Εκείνη την εποχή παιζόταν από τον Γιώργο Κωνσταντίνου ο -Μανωλάκης ο βομβιστής-. «Αυτό κατάφερε ο Παπαδόπουλος. Να μεταμορφώσει τον αντάρτη πόλης σε γραφικό Μανωλάκη».

«Πιστεύω και σήμερα στην αξία της γκεβαρικής θεωρίας του -εστιασμού-. Αλλά μετά το Πολυτεχνείο ξεστράτισαν πολύ τα πράγματα. Φαίνεται ότι τα σπέρματα είχαν μπει. Οι οργανώσεις και οι τάσεις για ένοπλη πάλη αρχίζουν και παίρνουν το δρόμο για την τρομοκρατία. Οι παλιοί οπαδοί του γκεβαρισμού αποσύρονται, αποστασιοποιούνται και πια σαν άρνηση της προηγούμενης δράσης έχουμε την εμφάνιση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο που και η «17 Νοέμβρη» προβάλλει τη φωτογραφία του Τσε. Είναι μια παραμόρφωση της αντιστασιακής πάλης».

«Η επικαιρότητα του -εστιασμού- παραμένει όσο υπάρχουν οι εξαθλιωμένες μάζες από τη μια και η οργανωμένη δύναμη του κεφάλαιου από την άλλη. Πιστεύω ότι οι συγκρούσεις θα συνεχιστούν, αλλά υπάρχει αδυναμία σχηματισμού ενός παραδοσιακού επαναστατικού κόμματος. Δεν μπορούμε σήμερα να φανταστούμε την κόκκινη στρατιά που θα κατεβαίνει το μεγάλο ποτάμι. Όποιος θέλει να αντιδράσει, μπορεί να το κάνει μόνο με τη μορφή μικρών σχηματισμών, χωρίς να δίνει σημασία αν είχε δίκιο ο Τρότσκι ή ο Μάο. Όσο κι αν το σχήμα αυτό φαίνεται λίγο πρώιμο ή καθυστερημένο για την Ευρώπη και την Ελλάδα, δεν συμβαίνει το ίδιο για την Τουρκία, τις αραβικές χώρες, τον Τρίτο Κόσμο».

(Η εμπειρία του Στέργιου Κατσαρού καταγράφηκε στο βιβλίο του «Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης», Εκδόσεις Μαύρη Λίστα, 1999).