Αποχαιρετιστήριο γράμμα του Τσε στον Φιντέλ Κάστρο (1965)

Ο Φιντέλ Κάστρο διαβάζει το γράμμα του Τσε σε δημόσια συγκέντρωση στην Αβάνα, 1965

Φιντέλ,

αυτή τη στιγμή θυμάμαι πολλά πράγματα-όταν σε γνώρισα στο σπίτι της Μαρίας-Αντωνίας, όταν μου πρότεινες να σε ακολουθήσω, την ένταση της προετοιμασίας. Μια μέρα ήρθαν και μας ρώτησαν ποιος θα έπρεπε να ειδοποιηθεί σε περίπτωση θανάτου μας. Τότε η συνειδητοποιήσαμε την πιθανότητα αυτή. Αργότερα μάθαμε ότι ήταν αλήθεια, ότι σε μια επανάσταση νικά κανείς ή πεθαίνει (αν είναι πραγματική).

Αυτή τη στιγμή θυμάμαι πολλά πράγματα-όταν σε γνώρισα στο σπίτι της Μαρίας-Αντωνίας, όταν μου πρότεινες να σε ακολουθήσω, την ένταση της προετοιμασίας. Μια μέρα ήρθαν και μας ρώτησαν ποιος θα έπρεπε να ειδοποιηθεί σε περίπτωση θανάτου μας. Τότε η συνειδητοποιήσαμε την πιθανότητα αυτή. Αργότερα μάθαμε ότι ήταν αλήθεια, ότι σε μια επανάσταση νικά κανείς ή πεθαίνει (αν είναι πραγματική). Πολλοί σύντροφοι έπεσαν στην πορεία προς τη νίκη.

Σήμερα τα πάντα έχουν ένα λιγότερο δραματικό τόνο, επειδή είμαστε πιο ώριμοι, αλλά το γεγονός επαναλαμβάνεται. Αισθάνομαι ότι έχω κάνει το καθήκον μου προς την Κουβανέζικη επανάσταση, στο έδαφός της, και αποχαιρετώ εσένα, τους συντρόφου, το λαό σου ο οποίος είναι τώρα δικός μου.

Παραιτήθηκα επίσημα από τις θέσεις μου στην ηγεσία του κόμματος, το πόστο μου σαν υπουργός, το βαθμό μου σα διοικητής και τηνυπηκοότητά μου. Δεν έχω κανένα πια δεσμό νομικά με την Κούβα. Οι μόνοι δεσμοί που εχω είναι άλλης φύσεως-αυτοί που δεν σπάνε όπως οι διορισμοί σε πόστα. Ανασκοπώντας τη ζωή μου, πιστεύω ότι δούλευα με αρκετή τιμιότητα και αφοσίωση για να εδραιώσω την επαναστατική κατάκτηση. Το μόνο μου σοβαρό λάθος ήταν το ότι δεν σου έδειξα αρκετή εμπιστοσύνη απ’ τις πρώτες στιγμές στη Σιέρα Μαέστρα και το ότι δεν κατάλαβα αρκετά γρήγορα τις ηγετικές και επαναστατικές σου ικανότητες.

Έζησα υπέροχες στιγμές δίπλα σου και αισθάνομαι την τιμή να ανήκω στους ανθρώπους σου στις λαμπρές μα λυπημένες μέρες της κρίσης της Καραϊβικής. Λίγοι πολιτικοί είναι στις μέρες μας τόσο λαμπροί όσο εσύ. Είμαι επίσης περήφανος που σε ακολούθησα χωρίς δισταγμό, που ταυτίστηκα με τον τρόπο που σκέφτεσαι και που εκτιμάς τους κινδύνους.

Άλλα έθνη του κόσμου χρειάζονται τις ταπεινές μου προσπάθειες συμπαράστασης. Μπορώ να κάνω αυτό που εσύ δεν μπορείς λόγω της ευθύνης σου στην αρχηγία της Κούβας, και έφτασε ο καιρός να αποχωριστούμε.

Πρέπει να ξέρεις ότι αυτό το κάνω με ανάμεικτα συναισθήματα. Αφήνω εδώ την πιο αγνή μου ελπίδα σαν χτίστης και σαν αγαπημένος αυτών που λατρεύω. Και αφήνω τους ανθρώπους που με δέχτηκαν σα γιο. Αυτό πληγώνει ένα μέρος της ψυχής μου. Μεταφέρω στα πεδία των νέων μαχών την πίστη ότι με δίδαξες, το επαναστατικό πνεύμα του λαού μου, το αίσθημα της εκπλήρωσης ενός απ’ τα πιο ιερά καθήκοντα: να πολεμάς όπου και να είσαι τον ιμπεριαλισμό. Αυτό είναι μια πηγή δύναμης και ακόμη, γιατρεύει τις βαθύτερες πληγές.

Δηλώνω για άλλη μια φορά ότι απαλλάσσω την Κούβα από κάθε ευθύνη, εκτός απ’ αυτή που προέρχεται απ’ το παράδειγμά της. Αν ο θάνατος με βρει κάτω από άλλους ουρανούς, η τελευταία μου σκέψη θα είναι γι αυτό το λαό και ειδικά για σένα. Είμαι ευγνώμων για τη διδασκαλία και το παράδειγμά σου, στο οποίο θα προσπαθήσω να σταθώ πιστός μέχρι τις τελικές συνέπειες των πράξεών μου.

Πάντα ταυτιζόμουν με την εξωτερική πολιτική της επανάστασής μας,όπως και συνεχίζω. Όπου κι αν βρίσκομαι, θα αισθάνομαι την ευθύνη του να είσαι Κουβανός επαναστάτης και σαν τέτοιος θα συμπεριφέρομαι. Δεν λυπάμαι που δεν άφησα τίποτα υλικό στη γυναίκα και τα παιδιά μου. Είμαι ευτυχισμένος που έγινε έτσι. Δε ζητώ τίποτα γι αυτούς γιατί το κράτος θα φροντίσει να έχουν αρκετά για να ζήσουν και να μορφωθούν. Θα είχα πολλά να πω σ’ εσένα και το λαό μας, αλλά αισθάνομαι ότι είναι άχρηστα. Οι λέξεις δεν μπορούν να εκφράσουν αυτό που θα ήθελα και δεν υπάρχει λόγος να ξοδεύω σελίδες.

Πάντα μπροστά για τη νίκη!
Πατρίδα ή θάνατος!
Σε αγκαλιάζω με όλο τον επαναστατικό μου ζήλο.

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, 3 Οκτωβρίου 1965.

Che’s ideas are absolutely relevant today: A speech by Fidel Castro (Part Three)

For example, voluntary work, the brainchild of Che and one of the best things he left us during his stay in our country and his part in the revolution, was steadily on the decline. It became a formality almost. It would be done on the occasion of a special date, a Sunday. People would sometimes run around and do things in a disorganized way. The bureaucrat’s view, the technocrat’s view that voluntary work was neither basic nor essential gained more and more ground. The idea was that voluntary work was kind of silly, a waste of time, that problems had to be solved with overtime, and with more and more overtime, and this while the regular work-day was not even being used efficiently. We had fallen into a whole host of habits that Che would have been really appalled at.

If Che had ever been told that one day, under the Cuban revolution, there would be enterprises prepared to steal to pretend they were profitable, Che would have been appalled. Or if he’d been told of enterprises that wanted to be profitable and give out prizes and I don’t know what else, bonuses, and they’d sell the materials allotted to them to build and charge as they had built whatever it was, Che would have been appalled.

And I’ll tell you that this happened in the fifteen municipalities in the capital of the republic, in the fifteen enterprises responsible for house repair; and that’s only one example. They’d appear as though what they’d produced was with 8,000 pesos a year, and when the chaos was done away with, it turned out they were producing 4,000 pesos worth or less. So they were not profitable. They were only profitable when they stole. Che would have been appalled if he’d been told that enterprises existed that would cheat to fulfill and even surpass their production plan by pretending to have done January’s work in December.Che would have been appalled if he’d been told that there were enterprises that fulfilled their production plan and then distributed prizes for having fulfilled it in monetary value but not in goods produced, and that engaged in producing items that meant more monetary value and refrained from producing others that yielded less profit, despite the fact that one item without the other was not worth anything.

Che would have been appalled if he’d been told that product norms were so slack, so weak, so immoral that on certain occasions almost all the workers fulfilled them two or three times over. Che would have been appalled if he’d been told that money was becoming man’s concerns, man’s fundamental motivation. He who warned us so much against that would have been appalled. Work shifts were being shortened and millions of hours of overtime reported; the mentality of our worker was being corrupted and men were increasingly being motivated by the pesos on their minds.

Che would have been appalled for he knew that communism could never be attained by wandering down those beaten capitalist paths and to follow along those paths would mean eventually to forget all ideals of solidarity and even internationalism. To follow those paths would never develop a new man and a new society. Che would have been appalled if he’d been told that a day would come when bonuses and more bonuses of all kinds would be paid, without these having anything to do with production. Were he to have a group of enterprises teeming two-bit capitalists — as we call them — playing at capitalism, beginning to think and act like capitalists, forgetting about the country, the people and high standards (because high standards just didn’t matter; all they cared about was the money being earned thanks to the low norms), he would have been appalled.

And were he to have seen that one day they would not just take manual work subject to [quantitative] productions norms — with a certain logic to it, like cutting cane doing many other manual and physical activities — but even intellectual work, even radio and television work, and the here even a surgeons’ work was likely to be subject to norms — putting just anybody under the knife in order to double or triple his income — I can truthfully say that Che would have been appalled, because none of those paths will ever lead use to communism. On the contrary, those paths lead to all the bad habits and the alienation of capitalism.

Those paths, I repeat — and Che knew it very well — would never lead us to building real socialism, as a first and transitional stage to communism. But I don’t think Che was that naïve, an idealist, or someone out of touch with reality. Che understood and took reality into consideration. But Che believed in man. And if we don’t believe in man, if we think that man is an incorrigible little animal, capable of advancing only if you feed him grass or tempt him with a carrot or whip him with a stick — anybody who believes this, anybody convinced of this will never be a revolutionary; anybody who believes this, anybody convinced of this will never be a socialist; anybody who believes this, anybody convinced of this will never be a communist. Our revolution is an example of what faith in man means because our revolution started from scratch, from nothing. We did not have a single weapon, we did not have a penny, even the men who started the struggle were unknown, and yet we confronted all that might, we confronted their hundreds of millions of pesos, we confronted the thousands of soldiers, and the revolution triumphed because we believed in man. Not only was victory made possible, but so was confronting the empire and getting this far only a short way off from celebrating the twenty-ninth anniversary of the triumph of the revolution. How could we have done all of this if we had not had faith in man?

Che had great faith in man. Che was a realist and did not reject material incentives. He deemed them necessary during the transitional stage, while building socialism. But Che attached more importance — more and more importance — to the conscious factor, to the moral factor. At the same time, it would be a caricature to believe that Che was unrealistic and unfamiliar with the reality of a society and a people who had just emerged from capitalism. But Che was mostly known as man of action, a soldier, a leader, a military man, a guerrilla, an exemplary person who always was the first in everything; a man who never asked others to do something that he himself would not do first; a model of a righteous, honest, pure, courageous man. These are the virtues he possessed and the ones we remember him by. Che was a man of very profound thought, and he had the exceptional opportunity during the first years of the revolution to delve deeply into very important aspects of the building of socialism because given his qualities, whenever a man was needed to do an important job, Che was always first there. He really was a many-sided man and whatever his assignment, he fulfilled it in a completely serious and responsible manner.

He was in INRA [National Institute of Agrarian Reform] ad managed a few industries under its jurisdiction at a time when the main industries had not yet been nationalized and only a few factories had been take over. He headed the National Bank, another of the responsibilities entrusted to him, and he also headed the Ministry of Industry when this agency was set up. Nearly all the factories had been nationalized by then and everything had to organized, production had to be maintained, and Che took on the job, as he had taken on many others. He did so with total devotion, working day and night, Saturdays and Sundays, and he really set out to solve far-reaching problems. It was then that he tackled the task of applying Marxist-Leninist principles to the organization of production, the way he understood it, the way he saw it.

He spent years doing that; he spoke a lot, wrote a lot on all those subjects, and he really managed to develop a rather elaborate and very profound theory on the manner in which, in his opinion, socialism would be built leading to a communist society.

Recently all these ideas were compiled, and an economist wrote a book that was awarded a Casa de las Américas prize. The author compiled, studied, and presented in a book the essence of Che’s economic ideas, retrieved from many of his speeches and writings — articles and speeches dealing with a subject so decisive in the building of socialism. The name of the book is The Economic Thoughts of Ernesto Che Guevara. So much has been done to recall his other qualities that this aspect, I think, has been largely ignored in our country. Che held truly profound, courageous, bold ideas, which were different from many paths already taken.

In essence — in essence! — Che was radically opposed to using and developing capitalist economic laws and categories in building socialism, he advocated something that I had often insisted on: Building socialism and communism is not just a matter producing and distributing wealth but is also a matter of education and consciousness. He was firmly opposed to using these categories, which have been transferred from capitalism to socialism, as instruments to build the new society. At a given moment some of Che’s ideas were incorrectly interpreted and, what’s more, incorrectly applied. Certainly no serious attempt was ever made to put them into practice, and there came a time when ideas diametrically opposed to Che’s economic thought began to take over.

This is not the occasion for going deeper and deeper into the subject. I’m essentially interested in expressing one idea: Today, on the twentieth anniversary of Che’s death; today, in the midst of the profound rectification process we are all involved in, we fully understand that rectification does not mean extremism, that rectification cannot mean idealism, that rectification cannot imply for any reason whatsoever a lack realism, that rectification cannot even imply abrupt changes.

Read Part Four.

Che’s ideas are absolutely relevant today: A speech by Fidel Castro (Part Five)

I say this because it is my deepest conviction that if his thought remains unknown it will be difficult to get very far, to achieve real socialism, really revolutionary socialism, socialism with socialists, socialism and communism with communists. I’m absolutely convinced that ignoring those ideas would be a crime. That’s what I’m putting to you. We have enough experience to know how to do things; and there are extremely valuable principles of immense worth in Che’s ideas and thought that simply go beyond the image that many people have of Che as a brave, heroic, pure man; of Che as a saint because of his virtues; as a martyr because of his selflessness and heroism. Che was also a revolutionary, a thinker, a man of doctrine, a man of great ideas, who was capable with great consistency of working out instruments and principles that unquestionably are essential to the revolutionary path.

Capitalists are very happy when they hear people talk about rent profit, interest, bonuses, superbonuses; when they hear about markets, supply and demand as elements that regulate production and promote quality, efficiency and all those things, for they say, “That’s my kind of talk, that’s my philosophy, that’s my doctrine,” and the emphasis that socialism may place on them makes them happy, for they know these are essential aspects of capitalist theory, laws and categories. We ourselves are being criticized by quite a few capitalists; they try to make people think that the Cuban revolutionaries are unrealistic, that the thing to do is go for all the lures of capitalism; that’s where they aim their fire. But we’ll see how far we get, even riding on the old nag full of sores, but correctly led, for as long as we don’t have anything better than the old nag. We’ll see how far we get in the rectification process with the steps we’re taking now. That’s why on this, the twentieth anniversary, I’m making an appeal for our party members, our youth, our students, our economists to study and familiarize themselves with Che’s political and economic thought.

Che is a figure with enormous prestige. Che is a figure whose influence will grow. Needless to say, those who feel frustrated or who dare to fight Che’s ideas or use certain terms to describe Che or depict him as a dreamer, as someone who is out of touch with reality, do not deserve any revolutionary’s respect. That’s why we want our youth to have that instrument, to wield that weapon, even if for the time being it only serves to say, don’t follow that mistaken path foreseen by Che; even if it only serves to increase our knowledge; even if it only serves to meditate or to delve deeper into our revolutionary thought. I sincerely believe that more than this ceremony, more than formal activities, more than all the honors, what we accomplish, is the best homage we can pay to Che. The work spirit that is starting to appear in so many places and that is evident in so many examples in this province: those workers in Viñales who are working twelve and fourteen hours building minidams, starting them and finishing them one right after the other, and building them at half what they otherwise would have cost, with the result that in comparison with other projects — were we to use a capitalist term, although Che was opposed to even using capitalist terms when analyzing questions of socialism — were we to use the term profitability, we could say that those men on the minidam construction brigade working in Viñales are more than 100 percent profitable — more than 100 percent profitable!

Che devoted absolute, total, priority attention to accounting, to analyzing expenditures and costs, cent by cent. Che could not conceive of building socialism and running the economy without proper organization, without efficient controls and strict account of every cent. Che could not conceive of development without an increase in labor productivity. He even studied mathematics to use mathematical formulas to implement controls and measure the efficiency of the economy. What’s more, Che even dreamed of computers being used in running the economy as an essential, fundamental and decisive way of measuring efficiency under socialism. And those men I have mentioned have made a contribution: for every peso spent, they produce two million. They and those working on the Guamá Dam, those working on the canal, those working on the thruway to Pinar del Río, those who are going to work on the Patate Dam, those who have started to work on roads and the water works in the city — there are a number of groups of workers who are carrying out real feats with pride, honor, discipline, loyalty to work. They are working with great productivity.

A few days ago, we met with a group of construction workers building an avenue in the capital. They’re all members of the party or the Union of Young Communists, and they’re outstanding workers, about 200 men in all. Rather than linking their wages to production norms — I don’t mean to say that this is negative, there are a number of fields where it is perfectly correct — since they do move about in powerful trucks and machines, we don’t have to tell them to work more but rather to work less. People like that are doing a lot, sometimes too much with too much effort. At times, we’d have to tell them to take less trips because at the proper speed they can’t make twenty-five trips with materials in a truck but twenty, because we don’t want them to get killed. What we’re interested in is not only what they do but the quality with which it is done. We told them we were much more interested in the quality than the quantity. Quantity without quality is a waste of resources; it’s throwing away work and materials.

Awareness of the need for water conservation, which had virtually died out in the shameful period when nothing was finished, is being regained, and the province of Pinar del Río is playing a leading role in this regard. The road brigades in the mountains of Pinar del Río are working with the same spirit, and the awareness of the need for water conservation is spreading all over the country with the desire to build roads and highways and improve the efficiency of our economy, factories, agriculture, hospitals and schools, to go full speed ahead with the economic and social development of the country. Fortunately, during these years we have trained a large number of people with a high degree of technical knowledge and experience — university graduates and intermediate-level technicians. How does this compare to what we had in the early years of the revolution? When Che headed the Ministry of Industry, how many engineers did the country have, how many technicians, designers, researchers, scientists? Now we must have about twenty times the number we had then, perhaps more. If he had been able to draw on the collective experience of all the cadres that we have now, who knows what we could have accomplished.

Let’s look at the medical sector alone. Back then, we had 3,000 doctors and now we have 28,000. Each year our twenty-one medical schools graduate as many doctors as the total number in the country at that time. What a privilege! What a power! What a force! As of the next year, we’ll be graduating more doctors than those who stayed in the country in the early years. Can we not do what we set our minds to in the field of public health? And what doctors they are! They work in the countryside, in the mountains, or in Nicaragua, Angola, Mozambique, Ethiopia, Vietnam, Kampuchea, or at the end of the world! Those are the doctors trained by the revolution! I’m sure Che would be proud, not of the shoddy things that have been done with such a two-bit profiteering mentality; he’d be proud of the knowledge and technology our people have, of our teachers who went to Nicaragua, and the 100,000 who offered to go! He’d be proud of our doctors willing to go anywhere in the world, or our technicians, of our hundreds of thousands of compatriots who have been on international missions!

I’m sure Che would be proud of that spirit just like we all are, but we cannot permit what we have built with our heads and hearts to be trampled on with our feet. That’s the point, that and the fact that with all the resources we have built up, with all that force, we should be able to advance and take advantage of all the potential opened up by socialism and the revolution to get people to move ahead. I would like to know if the capitalists have people like those I mentioned. They are extraordinary internationalists and workers; you have to talk to them to see how they think and feel, to see how deeply thy love their work, and this is not because they’re workaholics but because they feel the need to make up for lost time, time lost during the revolution, time lost during almost 60 years of neocolonial republic, time lost during centuries of colonialism.

We must regain this time! And hard work is the only way, not waiting 100 years to build 100 day-care centers in the capital when we can really do it in two; not waiting 100 years to build 350 all over the country when we can do in it three with our work; not waiting 100 years to solve the housing problem when we can do in a few years with our work, our stones, our sand, our materials, our cement, even with our oil and steel produced by workers. As I said this afternoon at the hospital ceremony, the year 2000 is just around the corner. We must set ourselves ambitious goals for 2000, not for the year 3000 or 2100 or 2050, and if someone suggests that we should, we must reply: “That may suit you, but not us! We have the historic mission of building a new country, a new society, the historic mission of making a revolution and developing a country; those of us who have had the honor and privilege of not just promoting development but a socialist development and working for a more humane and advanced society.”

To those who encourage laziness and frivolity, we will say, “We will live longer than you, no just better than you, or like we would live if everyone were like you. We will live longer than you and be healthier than you because with your laziness you will be sedentary and obese, you will have heart problems, circulatory ailments, and all sorts of other things, because work doesn’t harm your health, work promotes health, work safeguards health and work created man.” These men and women doing great things must become models. We could say that they’re being true to the motto, “We will belike Che!” They are working like Che worked or, as Che would have worked.

When we were discussing where this ceremony should be held, there were many possible places. It could have in the Plaza of the Revolution in the capital; it could have been in a province; it could have been in one of the many workplaces or factories that the workers wanted to name after Che. We gave the matter some thought and recalled this new and important factory, the pride of Pinar del Río, the pride of the country and example of what can be done with progress, study, education in this province, which in the past was so neglected and backward and now has young workers capable of running such a complex and sophisticated factory. We need only say that the rooms where the circuits are printed must be ten times cleaner than an operating room to meet the required standard. It was necessary to do such complex work, with such quality and good equipment, and Pinar del Río residents are doing it marvelously.

When we toured it we were deeply impressed and talked with many compañeros, the members of the Central Committee about what they were doing in the factory, which is advancing at a rapid pace; what was being done in construction. We realized the great future of this factory as a manufacturer of components, of vanguard technology, which will have a major impact on development and productivity, on the automation of production processes. When we toured your first-rate factory and saw the ideas you had which are being put into practice, we realized it would become a huge complex of many thousands of workers, the pride of the province and the pride of the country. In the next five years, more than 100-million pesos will be invested in it to make it a real giant. When we learned that the workers wanted to name it after Che because he was so concerned with electronics, computers and mathematics, the leadership of our party decided that this was where the ceremony marking the twentieth anniversary of Che’s death should be held, and that factory should be given the glorious and beloved name of Ernesto Che Guevara.

I know that its the workers, its young workers, its dozens and dozens of engineers, its hundreds of technicians will do honor to that name and work as they should. This doesn’t only mean being here fourteen, twelve, or ten hours, for often on certain jobs, eight hours of work well done is a real feat. We’ve seen compañeros, especially many women workers doing microsoldering, which is really difficult work that requires rigor and tremendous concentration. We’ve seen them, and it’s hard to imagine how these compañeros can spend eight hours doing that work and turn out up to 5,000 units daily.

Compañeros, don’t think that we feel that’s the only way to solve problems is to work twelve or fourteen hours a day. There are jobs where you can’t work twelve or fourteen hours. In some, even eight hours can be a lot. One day, we hope that not all workdays will be the same. We hope that in certain fields — if we have enough personnel, and we will if we employ them efficiently — we can have six-hour workdays. What I mean to say is that being true to Che’s example and name also means using the workday with the right pace, being concerned about high standards, having people do various tasks, avoiding overstaffing, working in an organized manner and developing consciousness. I’m sure that the workers of this factory will be worthy of Che’s name, just as I’m sure that this province was deserving of hosting the anniversary and will continue to be deserving. If there is something left to say tonight, it’s that despite our problems; despite the fact that we have less hard currency than ever before, for reasons we have explained in the past; despite the drought; despite the intensification of the imperialist blockade — as I see our people respond, as I see more and more possibilities open up, I feel confident, I feel optimistic, and I am absolutely convinced that we will do everything we set our minds to!

We’ll do it with the people, with the masses; we’ll do it with the principles, pride, honor of each and every one of our party members, workers, youth, peasants and intellectuals! I can proudly say that we are giving Che well-deserved tribute and honor, and if he lives more than ever, so will the homeland! If he is an opponent of imperialism more powerful than ever, the homeland will also be more powerful than ever against imperialism and its rotten ideology! And if one day we chose the path of revolution, of socialist revolution and of communism, the path of building communism, today we are prouder to have chosen that path because it is the only one that can give rise to men like Che and a people composed of millions of men and women capable of being like Che!

As [José] Martí said, whereas there are men without dignity, there are also men who carry inside them the dignity of many men! We might add that there are men who carry inside them the dignity of the world, and one of those men is Che!

Patria o muerte! [Homeland or death!]
Venceremos! [We will win!]

Φιντέλ Κάστρο: Επικήδειος λόγος στη μνήμη του Τσε (1967)

Ο παρακάτω λόγος εκφωνήθηκε από το Φιντέλ Κάστρο στην Πλατεία της Επανάστασης, στην Αβάνα. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 9 Οκτώβρη, όντας αιχμάλωτος ο Τσε είχε δολοφονηθεί από δυνάμεις του βολιβιανού στρατού κατ’ εντολή των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών.

Αβάνα, 18 Οκτωβρίου 1967.

Συντρόφισσες και σύντροφοι επαναστάτες,

Ήταν μια μέρα του Ιούλη ή του Αυγούστου του 1955 όταν πρωτογνωρίσαμε τον Τσε. Και μέσα σ’ ένα βράδυ- όπως ο ίδιος διηγείται στις εξιστορήσεις του- έγινε ένας από εκείνους που έμελλαν να συμμετάσχουν στην εκστρατεία του Γκράνμα, αν και εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ούτε πλοίο, μήτε όπλα και στρατός για αυτή την εκστρατεία. Έτσι πάντως, μαζί με τον Ραούλ, ο Τσε έγινε ένας από τους δύο πρώτους στον κατάλογο των μελών του Γκράνμα.

Δώδεκα χρόνια έχουν περάσει από τότε· δώδεκα χρόνια γεμάτα αγώνες και ιστορία. Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, ο θάνατος σφράγισε πολλές ανεπανάληπτες και πολύτιμες ζωές. Όμως ταυτόχρονα, στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων της επανάστασής μας, αναδύθηκαν εξαιρετικά άτομα, και σφυρηλατήθηκαν ανάμεσα στους ανθρώπους της Επανάστασης, ανάμεσα σ’ αυτούς και το λαό δεσμοί εκτίμησης και φιλίας, τέτοιοι που δεν είναι δυνατόν να περιγραφούν.

Και απόψε συγκεντρωθήκαμε όλοι μας, προσπαθώντας να εκφράσουμε, κατά κάποιον τρόπο, τα αισθήματά μας απέναντι σε εκείνον που υπήρξε από τους πιο οικείους, από τους πιο θαυμαστούς από τους πιο αγαπητούς, και δίχως αμφιβολία, ο πιο εξαίρετος από τους επαναστάτες συντρόφους μας. Να εκφράσουμε αυτά τα συναισθήματα σ’ αυτόν και τους ήρωες που μαζί του αγωνίστηκαν και μαζί του έπεσαν σ’ αυτό το διεθνιστικό του στρατό, γράφοντας μια δοξασμένη και ανεξίτηλη σελίδα της ιστορίας.

Ο Τσε ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που αμέσως συμπαθούν όλοι χάρη στην απλότητα, το χαρακτήρα, τη φυσικότητα, τη συντροφικότητα την προσωπικότητα και την πρωτοτυπία του, ακόμα και όταν δεν είχαν γίνει γνωστές οι άλλες ξεχωριστές αρετές που τον χαρακτήριζαν.

Τον πρώτο καιρό ήταν ο γιατρός του στρατού μας. Και έτσι άρχισαν να αναπτύσσονται οι δεσμοί μεταξύ μας, και τα αισθήματά μας απέναντι του. Ξεχείλιζε από ένα βαθύ πνεύμα μίσους και περιφρόνησης προς τον ιμπεριαλισμό. Όχι μόνο γιατί ήδη η πολιτική του διαπαιδαγώγηση είχε αναπτυχθεί σημαντικά, αλλά και γιατί δεν είχε περάσει πολύς χρόνος από τότε που είχε την ευκαιρία να γίνει μάρτυρας της εγκληματικής ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη Γουατεμάλα από τον μισθοφορικό στρατό που συνέτριψε την επανάσταση σ’ αυτή τη χώρα.

Για έναν άνθρωπο σαν τον Τσε, δε χρειάζονταν πολλά επιχειρήματα. Του αρκούσε να ξέρει πως η Κούβα ζούσε μια παρόμοια κατάσταση, πως υπήρχαν άνθρωπο αποφασισμένοι να παλέψουν με το όπλο στο χέρι ενάντια σε αυτήν την κατάσταση. Του αρκούσε να ξέρει πως αυτοί οι άνθρωποι εμπνέονταν από γνήσια επαναστατικά και πατριωτικά αισθήματα. Και αυτά ήταν υπεραρκετά.

Έτσι, κάποια μέρα, στα τέλη του Νοέμβρη του 1956, ξεκίνησε μαζί μας την πορεία προς την Κούβα. Θυμάμαι πως αυτό το ταξίδι υπήρξε πολύ σκληρό για εκείνον. Χρειάστηκε να οργανώσουμε την αναχώρηση κάτω από τέτοιες περιστάσεις που δεν μπόρεσε ούτε καν να εφοδιαστεί με τα φάρμακα που είχε ανάγκη, και στη διάρκεια όλης της διαδρομής υπέφερε από μια οξεία κρίση άσθματος, δίχως καμιά ανακούφιση, μα και δίχως παράπονο.

Φτάσαμε, ξεκινήσαμε τις πρώτες μας πορείες, υπεστήκαμε το πρώτο μας πλήγμα, και μετά από λίγες βδομάδες η ομάδα όσων απέμειναν από την εκστρατεία του Γκράνμα ανασυντάχθηκε. Ο Τσε εξακολουθούσε να είναι ο γιατρός του στρατού μας. Ήρθε η πρώτη νικηφόρα μάχη, και ο Τσε ήταν πια στρατιώτης και ταυτόχρονα ήταν ακόμη ο γιατρός μας. Ήρθε η δεύτερη νικηφόρα μάχη, και ο Τσε δεν ήταν πια απλά στρατιώτης, αλλά εκείνος που περισσότερο ξεχώρισε σ’ αυτή τη μάχη, πραγματοποιώντας για πρώτη φορά, ένα από εκείνα τα μοναδικά ανδραγαθήματα που τον χαρακτήριζαν σε όλη του τη δράση. Συνέχιζε να αυξάνει η δύναμη μας και σύντομα δώσαμε μια μάχη εξαιρετικής σημασίας για εκείνη τη στιγμή.

Η κατάσταση ήταν δύσκολη. Οι πληροφορίες που είχαμε ήταν από πολλές απόψεις λαθεμένες. Θα κάναμε την επίθεση μόλις ξημέρωνε, με το φως της ημέρας, σε μια θέση με καλή άμυνα και αρκετά ενισχυμένη στις όχθες της θάλασσας. Ο εχθρικός στρατός ήταν στα νώτα μας, όχι πολύ μακριά, και μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση σύγχυσης όπου χρειάστηκε να ζητήσουμε από τους άντρες μας να καταβάλουν υπέρτατες προσπάθειες, ο σύντροφος Χουάν Αλμέιδα ανέλαβε μία από τις πιο δύσκολες αποστολές. Παρ’ όλα αυτά, μια από τις πλευρές μας έμενε τελείως ακάλυπτη, δίχως δυνάμεις που θα μπορούσαν να κάνουν επίθεση, πράγμα που θα μπορούσε να βάλει σε κίνδυνο την επιχείρηση.

Κι εκείνη τη στιγμή, ο Τσε, που τότε ακόμη ήταν γιατρός, ζήτησε τρεις-τέσσερις άντρες, ανάμεσά τους έναν με μυδραλιοβόλο, και μέσα σε δευτερόλεπτα ξεκίνησε γρήγορα για να αναλάβει την αποστολή της επίθεσης από εκείνη την κατεύθυνση.

Και σ’ εκείνη την περίσταση δεν διακρίθηκε μόνο σαν μαχητής, αλλά και σαν γιατρός, προσφέροντας τη βοήθειά του στους πληγωμένους συντρόφους, αλλά και στους στρατιώτες του εχθρού. Και όταν χρειάστηκε να εγκαταλείψουμε αυτή τη θέση, αφού είχαμε πια καταλάβει όλα τα όπλα, και να ξεκινήσουμε μια μακρά πορεία καταδιωκόμενοι από πολλές εχθρικές δυνάμεις, κάποιος έπρεπε να μείνει πίσω, μαζί με τους τραυματίες. Και ο Τσε έμεινε με τους τραυματίες. Με τη βοήθεια μιας μικρής ομάδας του στρατού μας, τους φρόντισε, τους έσωσε τη ζωή και αργότερα τους έφερε να σμίξουν πάλι με τη φάλαγγά μας.

Από εκείνη τη στιγμή ξεχώριζε σαν αρχηγός ικανός και γενναίος, σαν ένας από αυτούς τους ανθρώπους, που όταν πρέπει να εκτελεστεί κάποια δύσκολη αποστολή, δεν περιμένει να του ζητήσουν να την αναλάβει.

Αυτό έκανε στη μάχη του Ελ Ουβέρο. Το ίδιο, όμως, είχε κάνει και σε κάποια άλλη περίσταση που δεν ανέφερα, όταν στη διάρκεια του πρώτου καιρού, έπειτα από προδοσία, ο μικρός μας στρατός αιφνίδια δέχτηκε την επίθεση πολυάριθμων αεροπλάνων και κάτω από τους βομβαρδισμούς οπισθοχωρήσαμε. Είχαμε κάνει αρκετή διαδρομή, όταν θυμηθήκαμε πως είχαμε αφήσει μερικά τουφέκια που ανήκαν σε αγρότες στρατιώτες που συμμετείχαν μαζί μας στις πρώτες επιχειρήσεις, και οι οποίοι είχαν ζητήσει άδεια να πάνε να επισκεφθούν τις οικογένειές τους, την εποχή που ακόμη δεν υπήρχε και πολλή πειθαρχία στο στρατό μας, που μόλις ξεκινούσε τη δράση του. Και τότε σκεφτήκαμε πως υπήρχε πιθανότητα να χαθούν αυτά τα τουφέκια. Θυμάμαι πως μόλις τέθηκε το πρόβλημα, και ενώ ακόμη μας βομβάρδιζαν, ο Τσε προσφέρθηκε και αμέσως έφυγε να φέρει πίσω τα τουφέκια.

Αυτό ήταν ένα από τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του: η άμεση και αυθόρμητη διάθεσή του να προσφέρει για την εκπλήρωση της πιο δύσκολης αποστολής. Και όπως είναι φυσικό, κάτι τέτοιο προκαλούσε το θαυμασμό, το διπλό θαυμασμό για αυτόν το σύντροφο που αγωνιζόταν μαζί μας δίχως να έχει γεννηθεί στη χώρα μας. Για αυτόν τον άνθρωπο με τις βαθιές ιδέες, που ο νους του συγκλονιζόταν από το όνειρο να αγωνιστεί και σε άλλες γωνιές τις ήπειρο, και που βέβαια, ήταν τόσο αλτρουιστής, τόσο ανιδιοτελής, τόσο πρόθυμος να αναλάβει πάντα ό,τι πιο δύσκολο, να διακινδυνεύει συνέχεια τη ζωή του.

Με αυτόν τον τρόπο κέρδισε τους βαθμούς του κομαντάντε και του επικεφαλής της δεύτερης φάλαγγας που οργανώθηκε στη Σιέρα Μαέστρα. Και έτσι άρχισε να μεγαλώνει το κύρος του και να αποκτά τη φήμη έξοχου μαχητή, φήμη που, καθώς προχωρούσε ο πόλεμος, έφτασε στο αποκορύφωμά της. Ο Τσε ήταν ανυπέρβλητος στρατιώτης. Ο Τσε ήταν ανυπέρβλητος αρχηγός. Ο Τσε, από στρατιωτική άποψη, ήταν εκπληκτικά ικανός, εκπληκτικά γενναίος, εκπληκτικά επιθετικός. Αν σαν αντάρτης είχε κάποια αχίλλεια φτέρνα, αυτή ήταν η υπερβολική του επιθετικότητα, η απόλυτη περιφρόνηση του προς τον κίνδυνο.

Οι εχθροί επιχειρούν να βγάλουν συμπεράσματα από τον θάνατό του. Ο Τσε ήταν αυθεντία του πολέμου και δεξιοτέχνης του αντάρτικου αγώνα! Και το απέδειξε άπειρες φορές. Όμως το απέδειξε κυρίως σε δύο εκπληκτικά κατορθώματα. Ένα από αυτά ήταν η επίθεση που έκανε επικεφαλής μιας φάλαγγας, που χιλιάδες στρατιώτες του εχθρού καταδίωκαν, σε ένα έδαφος τελείως επίπεδο και άγνωστο, πραγματοποιώντας έτσι, μαζί με τον Καμίλο Σινφουέγος, ένα καταπληκτικό στρατιωτικό κατόρθωμα. Όμως το απέδειξε και στην αστραπιαία εκστρατεία του στο Λας Βιγιας, και κύρια στην τολμηρή επίθεση στην πόλη Σάντα Κλάρα, εισβάλλοντας με μια φάλαγγα μόλις 300 ανδρών σε μια πόλη, που την υπεράσπιζαν τεθωρακισμένα, πυροβολικό και αρκετές χιλιάδες στρατιώτες του πεζικού.

Αυτά τα δύο κατορθώματα τον καθιέρωσαν σαν εκπληκτικά ικανό αρχηγό, αυθεντία, δεξιοτέχνη του επαναστατικού πολέμου. Κι όμως, με τον ηρωικό και δοξασμένο θάνατό του, κάποιοι επιχειρούν να αρνηθούν την ισχύ ή την αξία των αντιλήψεων και των αντάρτικων ιδεών του. Μπορεί να πεθάνει ο δεξιοτέχνης, κύρια όταν η τέχνη του είναι τόσο επικίνδυνη όσο η επαναστατική πάλη, αλλά εκείνο που με κανένα τρόπο δε θα πεθάνει είναι η τέχνη στην οποία αφιέρωσε τη ζωή του και την ευφυΐα του.

Τι το παράδοξο να πεθάνει αυτός ο δεξιοτέχνης στη μάχη; Μεγαλύτερη έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι σε αναρίθμητες περιστάσεις που διακινδύνευσε τη ζωή του στη διάρκεια του επαναστατικού αγώνα, δε σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. Και πολλές φορές χρειάστηκε να ενεργήσουμε για να αποτρέψουμε να χάσει τη ζωή του σε επιχειρήσεις μικρότερης εμβέλειας.

Και έτσι σε κάποια μάχη, σε μια από τις πολλές μάχες που διεξήγαγε, έχασε τη ζωή του. Δε διαθέτουμε αρκετά αποδεικτικά στοιχεία που να μας επιτρέπουν να βγάλουμε συμπεράσματα σχετικά με τις συνθήκες που επικράτησαν σ’ αυτή τη μάχη, σχετικά με το σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να έχει ενεργήσει υπερβολικά επιθετικά. Όμως, επαναλαμβάνουμε, αν σαν αντάρτης είχε μια αχίλλεια φτέρνα, αυτή ήταν η υπερβολική επιθετικότητά του, η απόλυτη περιφρόνησή του προς τον κίνδυνο.

Και είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο που μας είναι δύσκολο να συμφωνήσουμε μαζί του αφού εκτιμάμε ότι η ζωή του, η πείρα του, η ικανότητά του σαν έμπειρου ηγέτη, το κύρος του και όλα όσα σήμαινε όσα ζούσε, είχαν πολύ περισσότερη σημασία, ασύγκριτα περισσότερη από όσο πιθανά αξιολογούσε ο ίδιος τον εαυτό του. Ίσως να επέδρασε σημαντικά στη στάση του η αντίληψη ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της ιστορίας δεν σταματά ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών.

Και αυτό είναι αλήθεια, δεν μπορούμε να το αμφισβητήσουμε. Αυτό αποδεικνύει την πίστη του στους ανθρώπους, στις ιδέες, στο παράδειγμα. Όμως – όπως είπα πριν λίγες μέρες – θα θέλαμε με όλη μας την καρδιά να τον βλέπαμε να χαλκεύει νίκες, να σφυρηλατεί κάτω από την καθοδήγησή και την ηγεσία του τις νίκες, γιατί άνθρωποι με τη δική του πείρα, με την πραγματικά ξεχωριστή ικανότητά του, άνθρωποι του διαμετρήματος του, δεν είναι συνηθισμένοι.

Μπορούμε να εκτιμήσουμε όλη την αξία του παραδείγματός του και έχουμε την απόλυτη πεποίθηση πως το παράδειγμα του θα βρει μιμητές και θα οδηγήσει να αναδυθούν μέσα από τους κόλπους των λαών άνθρωποι που να του μοιάζουν.

Δεν είναι εύκολο να συνδυάζει ένας άνθρωπος όλες τις αρετές που συνδύαζε εκείνος. Δεν είναι εύκολο να μπορεί ένας άνθρωπος αυθόρμητα να αναπτύσσει μια προσωπικότητα όπως τη δική του. Θα έλεγα πως είναι αυτό το είδος των ανθρώπων που δύσκολα μπορείς να εξομοιωθείς μαζί τους και που είναι πρακτικά αδύνατο να ξεπεράσεις. Αλλά πρέπει να πούμε πως άνθρωποι σαν και αυτόν είναι ικανοί, με το παράδειγμά τους, να συμβάλλουν στην εμφάνιση άλλων που να τους μοιάζουν.

Γιατί στον Τσε δεν θαυμάζουμε μόνο τον αντάρτη, τον άνθρωπο που είναι ικανός για μεγάλα ανδραγαθήματα. Ό,τι έπραξε, ό,τι έκανε όλο αυτόν τον καιρό, τι ίδιο το γεγονός ότι αντιμετώπισε μόνος του με μια χούφτα άντρες το στρατό της ολιγαρχίας, έναν στρατό που καθοδηγείται από βοριοαμερικάνους συμβούλους, που εφοδιάζεται από τον βορειοαμερικανικό ιμπεριαλισμό και που υποστηρίζεται από τις ολιγαρχίες όλων των γειτονικών χωρών, αυτό το γεγονός από μόνο του αποτελεί ένα εξαιρετικό κατόρθωμα. Και αν αναζητήσουμε στις σελίδες της ιστορίας, πιθανά να μη συναντήσουμε καμιά περίπτωση, όπου κάποιος με τόσο μικρό αριθμό ανδρών να ανέλαβε τόσο σημαντικό καθήκον, όπου κάποιος με τόσο μικρό αριθμό ανδρών να ξεκίνησε τον αγώνα ενάντια σε τόσο πολυάριθμες και σημαντικές δυνάμεις. Αυτό το δείγμα εμπιστοσύνης στον εαυτό του και στους λαούς, αυτό το δείγμα πίστης στην ικανότητα των ανθρώπων να μάχονται, και αν ακόμη το αναζητήσουμε στις σελίδες της ιστορίας, δε θα μπορέσουμε να βρούμε όμοιό το

Και έπεσε.

Οι εχθροί πιστεύουν πως νίκησαν τις ιδέες του, τις αντιλήψεις του για το αντάρτικο, τις απόψεις του για την ένοπλη επαναστατική πάλη. Και το μόνο που κατάφεραν, με τη βοήθεια της τύχης, ήταν να εξαλείψουν τη φυσική του παρουσία. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να κερδίσουν ένα τυχαίο πλεονέκτημα από αυτά που μπορεί να πετύχει ο εχθρός σε έναν πόλεμο. Κι αυτό το χτύπημα της τύχης, αυτή η σύμπτωση, δε ξέρουμε σε ποιο βαθμό βοηθήθηκε και από το χαρακτηριστικό που είπαμε πριν, από την υπερβολική επιθετικότητα, την απόλυτη περιφρόνηση προς τον κίνδυνο, σε μια μάχη όπως τόσες άλλες.

Το ίδιο συνέβηκε και στον πόλεμο για την ανεξαρτησία μας. Σε μια μάχη στο Ντος Ρίος σκότωσαν τον απόστολο της ανεξαρτησίας μας. Σε μια μάχη στην Πούντα Μπράβα σκότωσαν τον Αντόνιο Μασέο, βετεράνο που είχε συμμετάσχει σε εκατοντάδες μάχες. Σε ανάλογες μάχες πέθαναν πολυάριθμοι ηγέτες, πλήθος πατριωτών του πολέμου για την ανεξαρτησία της χώρας. Κι όμως αυτό δε σήμαινε την ήττα της υπόθεσης της Κούβας.

Ο θάνατος του Τσε – όπως είπαμε πριν λίγες μέρες – είναι ένα σκληρό πλήγμα, ένα τρομακτικό πλήγμα για το επαναστατικό κίνημα, γιατί το στερεί, δίχως καμία αμφιβολία, από τον πιο έμπειρο και ικανό ηγέτη του.

Όμως κάνουν λάθος όσοι μιλούν για νίκη. Κάνουν λάθος όσοι πιστεύουν πως ο θάνατός του αποτελεί την ήττα των ιδεών του, ήττα της τακτικής του, ήττα των αντιλήψεων του για το αντάρτικο, ήττα των θέσεών του. Γιατί αυτός ο άνθρωπος που έπεσε σα θνητός, σαν άνθρωπος που είχε συχνά εκτεθεί στις σφαίρες, σαν στρατιωτικός, σαν ηγέτης, είναι χίλιες φορές ικανότερος από εκείνους που με ένα τυχαίο χτύπημα τον σκότωσαν.

Ωστόσο, πώς πρέπει να αντιμετωπίσουν οι επαναστάτες αυτό το αντίξοο πλήγμα; Πώς πρέπει να αντιμετωπίσουν αυτήν την απώλεια; Ποια θα ήταν η γνώμη του Τσε, αν έπρεπε να εκφράσει την άποψή του πάνω σε αυτό το θέμα; Ο Τσε είπε την άποψή του. Την έκφρασε με κάθε σαφήνεια όταν έγραψε στο Μήνυμά του στη Συνδιάσκεψη Λατινοαμερικανικής Αλληλεγγύης πως οπουδήποτε και αν τον αιφνιδίαζε ο θάνατος, τον καλωσόριζε, αρκεί η πολεμική του κραυγή να βρει έναν αποδέκτη και άλλο χέρι να απλωθεί να αδράξει το τουφέκι του.

Και αυτή η πολεμική του κραυγή θα βρει όχι έναν αποδέκτη, αλλά εκατομμύρια αποδέκτες! Και όχι ένα, αλλά εκατομμύρια χέρια, εμπνευσμένα από το παράδειγμά του, θα απλωθούν να αδράξουν τα όπλα. Νέοι ηγέτες θα προβάλουν. Και οι άνθρωποι, οι αποδέκτες και τα χέρια που θα απλωθούν, θα χρειαστούν ηγέτες που θα αναδειχτούν από τις γραμμές του λαού, όπως έχουν αναδειχθεί οι ηγέτες σε όλες τις επαναστάσεις.

Αυτά τα χέρια δε θα έχουν έναν ηγέτη με την εξαιρετική πείρα του και την τεράστια ικανότητα του Τσε. Αυτοί οι ηγέτες θα διπλασιασθούν στην πορεία του αγώνα, αυτοί οι ηγέτες θα αναδυθούν από τους κόλπους των εκατομμυρίων αποδεκτών, των εκατομμυρίων χεριών που αργά ή γρήγορα θα απλωθούν να αδράξουν τα όπλα. Δεν πιστεύουμε ότι στην πρακτική του επαναστατικού αγών, της ανάπτυξης της πάλης ο θάνατός του θα μπορούσε να έχει άμεσο αντίκτυπο. Αλλά όταν ο Τσε ξαναπήρε τα όπλα, δεν είχε κατ νου μια άμεση νίκη, έναν γρήγορο θρίαμβο απέναντι στις δυνάμεις της ολιγαρχίας και του ιμπεριαλισμού. Η σκέψη του σαν έμπειρου μαχητή, είχε προετοιμαστεί για έναν παρατεταμένο αγώνα πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χρόνων αν χρειαζόταν. Ήταν πρόθυμος να αγωνιστεί για πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χρόνια, ολόκληρη τη ζωή του αν χρειαζόταν. Και είναι με αυτήν την προοπτική μέσα στο χρόνο, που ο θάνατος του, το παράδειγμά του, όπως πρέπει να το λέμε, θα έχει έναν τεράστιο αντίκτυπο, θα έχει μια ακατανίκητη δύναμη.

Όσοι προσκολλούνται στο χτύπημα της τύχης, μάταια επιχειρούν να αρνηθούν την ικανότητά του σαν ηγέτη και την πείρα του. Ο Τσε ήταν ένας στρατιωτικός ηγέτης εξαιρετικά ικανός. Όμως, όταν εμείς θυμόμαστε τον Τσε, όταν σκεφτόμαστε τον Τσε, δεν σκεφτόμαστε βασικά τις στρατιωτικές του αρετές. Όχι! Ο πόλεμος είναι μέσο και όχι σκοπός, ο πόλεμος είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιούν οι επαναστάτες.

Το σημαντικό είναι η επανάσταση, η επαναστατική υπόθεση, οι επαναστατικές ιδέες, οι επαναστατικοί στόχοι, τα επαναστατικά αισθήματα, οι επαναστατικές αρετές!

Και σε αυτό το πεδίο, στο πεδίο των ιδεών, των αισθημάτων, των επαναστατικών αρετών, της ευφυΐας, πέρα από τις στρατιωτικές του αρετές, είναι που εμείς νιώθουμε την τεράστια απώλεια που σήμανε ο θάνατός του για το επαναστατικό κίνημα.

Γιατί ο Τσε συγκέντρωνε, στην εκπληκτική του προσωπικότητα, αρετές που σπάνια συνυπάρχουν. Ξεχώρισε σαν άνθρωπος ανυπέρβλητης δράσης, όμως ο Τσε δεν ήταν μόνο άνθρωπος ανυπέρβλητης δράσης. Ο Τσε ήταν άνθρωπος βαθυστόχαστος, με διορατική ευφυΐα και βαθιά μόρφωση. Δηλαδή, στην προσωπικότητά του συνυπήρχαν ο άνθρωπος των ιδεών και ο άνθρωπος της δράσης.

Δεν είναι, όμως μόνο ότι ο Τσε συγκέντρωνε αυτό το διπλό χαρακτηριστικό να είναι άνθρωπος των ιδεών, και μάλιστα βαθυστόχαστων, και άνθρωπος της δράσης. Ο Τσε σαν επαναστάτης συγκέντρωνε εκείνες τις αρετές που μπορούν να οριστούν σαν η πιο τέλεια έκφραση των αρετών του επαναστάτη: άνθρωπος τέλειας ακεραιότητας, υπέρτατης τιμιότητας, απόλυτης ειλικρίνειας, άνθρωπος στωικού και σπαρτιατικού τρόπου ζωής, ένας άνθρωπος με μια συμπεριφορά στην οποία δεν μπορούσες να βρεις ούτε ένα ψεγάδι. Για τις αρετές του αποτέλεσε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ένα πραγματικό επαναστάτη.

Συνηθίζεται, σαν πεθαίνει κάποιος, να διαβάζονται λόγοι, συνηθίζεται ακόμη να τονίζονται οι αρετές του. Όμως, λίγες φορές, όπως σε αυτήν την περίπτωση, μπορεί κανείς να πει για κάποιον με απόλυτο δίκαιο και ακρίβεια, όσα λέμε για τον Τσε: υπήρξε ένα πραγματικό παράδειγμα επαναστατικών αρετών!

Είχε, όμως και ένα ακόμη προσόν, όχι το προσόν της ευφυΐας, ούτε της θέλησης, μήτε αυτό που απορρέει από την πείρα, από την πάλη, μα το προσόν της καρδιάς. Γιατί ήταν εξαιρετικά ανθρώπινος, εξαιρετικά ευαίσθητος! Γι’ αυτό και όταν σκεφτόμαστε τη ζωή του, τη συμπεριφορά του, λέμε πως υπήρξε μια ξεχωριστή περίπτωση ενός ανθρώπου ιδιαίτερα σπάνιου, γιατί είχε την ικανότητα να συνδυάζει η προσωπικότητα του όχι μόνο τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου της δράσης, αλλά και της σκέψης, του ανθρώπου των αγνών επαναστατικών αρετών και της εξαιρετικής ανθρώπινης ευαισθησίας, μαζί με ένα σιδερένιο χαρακτήρα, μια ατσάλινη θέληση, μια αδάμαστη εμμονή.

Και γι’ αυτό κληροδότησε στις επόμενες γενιές όχι μόνο την πείρα του, τις γνώσεις του σαν διακεκριμένος στρατιώτης, αλλά ταυτόχρονα τους καρπούς της ευφυΐας του. Έγραφε με τη δεξιοτεχνία ενός κλασικού της γλώσσας μας. Οι αφηγήσεις του για τον πόλεμο είναι ανυπέρβλητες. Η βαθύτητα της σκέψης του είναι εντυπωσιακή. Ποτέ δεν έγραφε απολύτως τίποτα χωρίς εξαιρετική σοβαρότητα, εξαιρετική βαθύτητα. Και δεν αμφιβάλλουμε ότι μερικά από τα γραπτά του θα αποτελέσουν στο μέλλον κλασικά κείμενα της επαναστατικής σκέψης.

Και έτσι σαν καρπό της δυναμικής και βαθιάς του ευφυΐας μας άφησε άπειρες αναμνήσεις, άπειρες διηγήσεις που, δίχως τη δουλειά του, δίχως τις προσπάθειές του, θα μπορούσαν ίσως να έχουν χαθεί για πάντα.

Ακούραστος δουλευτής όλα τα χρόνια που υπηρέτησε την πατρίδα μας δεν γνώρισε ούτε μια μέρα ξεκούρασης. Ήταν πολλές οι υπευθυνότητες που ταυ ανατέθηκαν: πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας, διευθυντής της Επιτροπής Προγραμματισμού, υπουργός Βιομηχανίας, διοικητής στρατιωτικών περιοχών, επικεφαλής αντιπροσωπιών πολιτικού, οικονομικού ή φιλικού χαρακτήρα.

Η πολύπλευρη ευφυΐα του τον έκανε ικανό να αναλάβει, εξασφαλίζοντας πλήρη επιτυχία, οποιοδήποτε καθήκον κάθε είδους. Και έτσι εκπροσώπησε λαμπρά την πατρίδα μας σε πολυάριθμες διεθνείς διασκέψεις, με τον ίδιο τρόπο που καθοδήγησε λαμπρά τους στρατιώτες στη μάχη, με τον ίδιο τρόπο που υπήρξε πρότυπο εργαζόμενου, επικεφαλής οποιουδήποτε ιδρύματος του ανατέθηκε. Και δεν υπήρξαν μέρες ξεκούρασης, ούτε καν ώρες ξεκούρασης για εκείνον! Και αν στρέφαμε το βλέμμα μας στα παράθυρα του γραφείου του , τα φώτα παρέμεναν αναμμένα μέχρι τις μικρές ώρες της νύχτας, κι εκείνος μελετούσε, ή πιο σωστά, εργαζόταν και μελετούσε. Γιατί μελετούσε για όλα τα προβλήματα , ήταν ένας ακούραστος αναγνώστης. Η δίψα του να αγκαλιάσει την ανθρώπινη γνώση ήταν κυριολεκτικά ακόρεστη και όσες ώρες έκλεβε από τον ύπνο του τις αφιέρωνε στη μελέτη.

Αφιέρωνε τις επίσημες μέρες ανάπαυσης, τις αργίες, στην εθελοντική δουλειά. Υπήρξε ο εμπνευστής και εκείνος που έδωσε τη μεγαλύτερη ώθηση σε αυτή τη δουλειά, που σήμερα αποτελεί δραστηριότητα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων σε ολόκληρη τη χώρα, δραστηριότητα που κερδίζει ολοένα και μεγαλύτερη δύναμη μέσα στις μάζες του λαού μας.

Και σαν επαναστάτης, σαν κομμουνιστής επαναστάτης, πραγματικός κομμουνιστής, είχε απεριόριστη πίστη στις ηθικές αξίες, είχε απεριόριστη πίστη στη συνείδηση των ανθρώπων. Και πρέπει να πούμε πως, σ’ ότι αφορά τις θεωρητικές του αντιλήψεις, με απόλυτη σαφήνεια διέκρινε στα ηθικά κίνητρα το θεμελιώδη μοχλό για την οικοδόμηση του κομμουνισμού στην ανθρώπινη κοινωνία.

Πολλά θέματα στοχάστηκε, ανάπτυξε και έγραψε. Και μια μέρα όπως η σημερινή, υπάρχει κάτι που πρέπει να ειπωθεί: τα γραπτά του Τσε, η πολιτική και επαναστατική σκέψη του Τσε, θα έχουν αέναη αξία στις επαναστατικές διαδικασίες της Λατινικής Αμερικής. Και δεν αμφιβάλλουμε πως η αξία των ιδεών του τόσο σαν ανθρώπου της δράσης, όσο και σαν ανθρώπου της σκέψης, των άμεμπτων ηθικών αξιών, της ανυπέρβλητης ανθρώπινης ευαισθησίας, της άψογης συμπεριφοράς, έχουν και θα έχουν παγκόσμια αξία.

Οι ιμπεριαλιστές θριαμβολογούν μπροστά στο γεγονός ότι ο αντάρτης πέθανε στη μάχη. Οι ιμπεριαλιστές θριαμβολογούν, γιατί ένα τυχαίο χτύπημα τους οδήγησε στην εξολόθρευση ενός τόσο έξοχου ανθρώπου της δράσης. Ίσως, όμως, οι ιμπεριαλιστές αγνοούν ή κάνουν ότι αγνοούν ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου της δράσης ήταν μόνο ένα από τα χαρακτηριστικά της πολύπλευρης προσωπικότητας αυτού του αγωνιστή. Και αν μιλήσουμε για πόνο, εμείς δεν πονάμε μόνο που χάθηκε ένας άνθρωπος της δράσης, πονάμε που χάθηκε ο γεμάτος αρετές άνθρωπος, πονάμε που χάθηκε ο άνθρωπος της μοναδικής ανθρώπινης ευαισθησίας, και πονάμε στη σκέψη πως ήταν μόλις 39 χρόνων τη στιγμή του θανάτου του. Πονάμε αναλογιζόμενοι, πόσους καρπούς αυτής της ευφυΐας και αυτής της ολοένα αναπτυσσόμενης πείρας, χάσαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε.

Γνωρίζουμε το μέγεθος της απώλειας για το επαναστατικό κίνημα. Και όμως, εκεί βρίσκεται το αδύναμο σημείο του εχθρού ιμπεριαλιστή: πιστεύουν ότι εξαλείφοντας τη φυσική του παρουσία εξάλειψαν και τη σκέψη του, τις ιδέες του, τις αρετές του, το παράδειγμά του. Και τόσο ξεδιάντροπα το πιστεύουν που δεν διστάζουν να δημοσιεύσουν, σαν να ήταν ό,τι πιο φυσικό στον κόσμο, τις συνθήκες – που έχουν γίνει πια σχεδόν παγκόσμια αποδεκτές –  κάτω από τις οποίες του έριξαν τη χαριστική βολή, σκοτώνοντάς τον ενώ είχε τραυματισθεί βαριά στη μάχη. Σαν να μην έχουν επίγνωση του πόσο απεχθής ήταν η διαδικασία, του πόσο αδιάντροπη είναι η παραδοχή ότι τον σκότωσαν. Και το δημοσίευσαν λες και είναι δικαίωμα των χαφιέδων, των ολιγαρχών και των μισθοφόρων να πυροβολούν ένα βαριά τραυματισμένο επαναστάτη αγωνιστή. Και το χειρότερο είναι ότι εξήγησαν ακόμη και γιατί το έκαναν. Επικαλέστηκαν τις τρομακτικές συνέπειες της διαδικασίας να δικάσουν τον Τσε. Επικαλέστηκαν ότι ήταν αδύνατο να καθίσουν στο εδώλιο του κατηγορούμενου έναν τέτοιο επαναστάτη.

Δεν αρκέστηκαν σε αυτό, αλλά δε δίστασαν ακόμα και τη σορό του να εξαφανίσουν. Είτε είναι αλήθεια, είτε ψέμα, το γεγονός ότι ανακοίνωσαν πως έκαψαν το πτώμα του, σημαίνει ότι αρχίζουν να δείχνουν το φόβο τους, να δείχνουν ότι δεν έχουν πειστεί πως, εξαλείφοντας τη φυσική παρουσία του αγωνιστή, εξαλείφουν τις ιδέες και το παράδειγμά του.

Ο Τσε έπεσε υπερασπιζόμενος τα συμφέροντα, υπερασπιζόμενος της υπόθεση όλων όσων ζουν κάτω από την εκμετάλλευση και την καταπίεση σε αυτήν την ήπειρο. Ο Τσε έπεσε υπερασπιζόμενος την υπόθεση των φτωχών και των ταπεινών αυτής της γης. Και ακόμη και οι πιο άσπονδοι εχθροί του δεν τολμούν να αμφισβητήσουν τον παραδειγματικό τρόπο και την ανιδιοτέλεια με την οποία υπερασπίστηκε αυτή την υπόθεση.

Και μπροστά στην ιστορία, οι άνθρωποι που δρουν όπως εκείνος, που κάνουν τα πάντα και τα δίνουν όλα για την υπόθεση των ταπεινών, κάθε μέρα που περνά υψώνουν όλο και περισσότερο το ανάστημά τους και μπαίνουν όλο και βαθύτερα στην καρδιά των λαών. Και οι ιμπεριαλιστές εχθροί άρχισαν ήδη να το αντιλαμβάνονται και δε θα αργήσουν να διαπιστώσουν ότι ο θάνατος του θα είναι μακροπρόθεσμα σαν το σπόρο από όπου θα ξεπηδήσουν πολλοί άνθρωποι αποφασισμένοι να τον μιμηθούν, πολλοί άνθρωποι αποφασισμένοι να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.

Είμαστε απόλυτα πεισμένοι ότι η επαναστατική υπόθεση αυτής της ηπείρου, θα ξεπεράσει τούτο το πλήγμα, ότι η επαναστατική υπόθεσης αυτής της ηπείρου δε θα ηττηθεί από τούτο το πλήγμα. Από το πρίσμα του επαναστάτη, από το πρίσμα του λαού μας, πώς πρέπει να δούμε εμείς του παράδειγμα του Τσε; Μήπως νιώθουμε πως τον χάσαμε;  Είναι αλήθεια πως δε θα ξαναδούμε νέα γραπτά του, και, είναι αλήθεια, δε θα ακούσουμε και πάλι τη φωνή του. Ο Τσε, όμως, άφησε στον κόσμο μια κληρονομιά, μια μεγάλη κληρονομιά, και εμείς – που τον γνωρίσαμε από τόσο κοντά- μπορούμε σε μεγάλο βαθμό να είμαστε οι κληρονόμοι του.

Μας άφησε την επαναστατική του σκέψη, τις επαναστατικές του αρετές. Μας άφησε το χαρακτήρα του, τη θέλησή του, την επιμονή του, το εργατικό του πνεύμα. Με μια μόνο λέξη: ο Τσε μας άφησε το παράδειγμά του! Και το παράδειγμα του Τσε πρέπει να είναι πρότυπο για το λαό μας, ιδανικό πρότυπο για το λαό μας!

Αν θέλουμε να πούμε πώς θα θέλαμε να είναι οι επαναστάτες μαχητές μας, τα μέλη μας, οι άνθρωποί μας, πρέπει να πούμε δίχως κανενός είδους δισταγμό: να είναι σαν τον Τσε! Αν θέλουμε να περιγράψουμε πώς θα θέλαμε να είναι οι άνθρωποι των μελλοντικών γενιών, πρέπει να πούμε: να είναι σαν τον Τσε! Αν θέλαμε να πούμε πώς θα επιθυμούσαμε να διαπαιδαγωγηθούν τα παιδιά μας, πρέπει να πούμε δίχως δισταγμό: να διαπαιδαγωγηθούν στο πνεύμα του Τσε! Αν θέλουμε ένα πρότυπο ανθρώπου, ένα πρότυπο ανθρώπου που δεν ανήκει σε αυτούς τους καιρούς, αλλά στο μέλλον, τότε, από τα βάθη της καρδιάς μου λέω ότι αυτό το πρότυπο δίχως κηλίδα στη συμπεριφορά του, στη στάση του, στη δράση του, αυτό το πρότυπο είναι ο Τσε! Αν θέλουμε να πούμε πώς επιθυμούμε να είναι τα παιδιά μας, πρέπει να πούμε με όλη μας την καρδιά σαν φλογεροί επαναστάτες: θέλουμε να είναι σαν τον Τσε!

Ο Τσε έχει γίνει πρότυπο ανθρώπου, όχι μόνο για το λαό μας, μα και για όλους τους λαούς της Λατινικής Αμερικής. Ο Τσε έκφρασε με τον καλύτερο τρόπο την επαναστατική στωικότητα, το πνεύμα της επαναστατικής θυσίας, την αγωνιστικότητα και το εργατικό πνεύμα του επαναστάτη. Και ήταν ο Τσε που έκφρασε με μεγαλύτερη φρεσκάδα, πιο αγνά και πιο επαναστατικά, τις ιδέες του μαρξισμού- λενινισμού. Σε αυτούς τους καιρούς που ζούμε, κανένας δεν οδήγησε το πνεύμα του προλεταριακού διεθνισμού τόσο ψηλά όσο εκείνος!

Και όταν θα μιλάμε για προλετάριο διεθνιστή, και όταν θα αναζητάμε ένα παράδειγμα προλετάριου διεθνιστή, αυτό το παράδειγμα, πάνω από οποιοδήποτε άλλο, είναι το παράδειγμα του Τσε! Στο νου και στην καρδιά του δεν είχαν θέση οι σημαίες, οι προκαταλήψεις, οι σοβινισμοί, οι εγωισμοί. Ήταν πρόθυμος να χύσει το γενναιόδωρο αίμα του για τις τύχες, για την υπόθεση οποιουδήποτε λαού. Και ήταν πρόθυμος να το προσφέρει αυθόρμητα και αστραπιαία! Και έτσι, έχυσε το αίμα του σε αυτήν εδώ τη χώρα, όταν τραυματίστηκε σε διάφορες μάχες. Αίμα δικό του χύθηκε για την απελευθέρωση όσων ζούσαν μέσα στην εκμετάλλευση και την καταπίεση, των ταπεινών και των φτωχών στη Βολιβία. Αυτό το αίμα χύθηκε για όλους όσους ζουν στην εκμετάλλευση και την καταπίεση. Αυτό το αίμα χύθηκε για όλους τους λαούς της Αμερικής. Και χύθηκε και για το Βιετνάμ, γιατί όσο αγωνιζόταν στη Βολιβία ενάντια στην ολιγαρχία και τον ιμπεριαλισμό, γνώριζε ότι πρόσφερε στο Βιετνάμ την ύψιστη έκφραση της αλληλεγγύης του!

Γι’ αυτό, συντρόφισσες και σύντροφοι της Επανάστασης, εμείς πρέπει να προσβλέπουμε με αποφασιστικότητα και σταθερότητα στο μέλλον. Γι’ αυτό πρέπει να προσβλέπουμε με αισιοδοξία στο μέλλον. Και πάντα θα αναζητούμε στο παράδειγμα του Τσε την έμπνευση στον αγώνα, στην επιμονή, στην αδιαλλαξία απέναντι στον εχθρό, στα διεθνιστικά αισθήματα!

Γι’ αυτό κι εμείς, μετά την αποψινή εντυπωσιακή εκδήλωση, μετά απ’ αυτή την απίστευτη – λόγω του όγκου, της πειθαρχίας και της αφοσίωσης της- μαζική έκφραση αναγνώρισης, που αποδείχνει πόσο ο λαός μας είναι ευαίσθητος, ευγνώμονας, και πόσο ξέρει να τιμά τη μνήμη των γενναίων που πέφτουν στη μάχη και να αναγνωρίζει όσους τον υπηρετούν που αποδείχνει πόσο ο λαός μας είναι αλληλέγγυος με την επαναστατική πάλη, πόσο υψώνει και θα κρατήσει πάντα ψηλά, ολοένα και πιο ψηλά τη σημαία της Επανάστασης. τις επαναστατικές αρχές. Σήμερα, λοιπόν, τούτες τις στιγμές της ανάμνησης, ας υψώσουμε τη σκέψη μας, και με αισιοδοξία στο μέλλον, με απόλυτη αισιοδοξία την τελική νίκη των λαών, ας πούμε στον Τσε, και στους ήρωες που αγωνίστηκαν και έπεσαν μαζί του:

Πάντοτε ως τη νίκη! Πατρίδα ή θάνατος! Θα νικήσουμε!

Πηγή & ελλην. μετάφραση: «Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Κείμενα», Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».