Καρδιοχειρουργικό Κέντρο «Ερνέστο Γκεβάρα» / Cardiocentro Ernesto Guevara muestra excelentes resultados

Το καρδιοχειρουργικό κέντρο Ερνέστο Γκεβάρα, με έδρα την πόλη της Σάντα Κλάρα, πετυχαίνει ενα ποσοστό επιβίωσης 94,7% των ασθενών μετά τις χειρουργικές επεμβάσεις, ποσοστό συγκρίσιμο με τα διεθνή επίπεδα. Επαγγελματική αναγνώριση και καλό επίπεδο φροντίδας χαρακτηρίζουν το ιατρικό κέντρο που εξυπηρετεί τις επαρχίες Καμαγκουέι, Σάντκτι Σπίριτους, Σιενφουέγος, Σιέγο ντε Άβιλα και Βίγια Κλάρα της Κεντρικής Κούβας.

Σύμφωνα με τον Ραούλ Ντουένιας, διευθυντή του ιδρύματος, συχνά προτιμούν το κέντρο ασθενείς και από άλλες περιοχές της χώρας. Αυτό εξηγεί πώς μέσα στην τελευταία δεκαετία το «Ερνέστο Γκεβάρα» έχει μέσο όρο επεμβάσεων μεγαλύτερο από συναφή  νοσηλευτικά ιδρύματα της χώρας, σε αναλογία με τον πληθυσμό που κανονικά εξυπηρετεί.

Το διάσημο καρδιοχερουργικό κέντρο της Σάντα Κλάρα  ιδρύθηκε πριν 26 χρόνια, ως παράρτημα της χειρουργικής κλινικής Σελεστίνο Ερνάντες, και το 1998 έγινε αυτόνομη μονάδα και πήρε το όνομα του Τσε, μετά από αίτημα των εργαζομένων. Οι ισχυροί δεσμοί του αργεντινοκουβανού γιατρού με την πόλη «επέβαλαν» τη μετονομασία, γεγονός που έκτοτε λειτουργεί ως ερέθισμα για το λαό της περιοχής που σήμερα, όπως ολόκληρη η χώρα, θυμάται την δολοφονία του επαναστάτη, πριν 45 χρόνια στη Βολιβία.

El cardiocentro Ernesto Guevara, ubicado en la ciudad de Santa Clara, logra una supervivencia de 94,7 por ciento en las intervenciones quirúrgicas, comparable con los niveles internacionales.

Prestigio profesional y una buena atención caracterizan al centro sanitario que atiende a la población de las provincias de Camagüey, Sancti Spíritus, Cienfuegos, Ciego de Avila y Villa Clara.

Raúl Dueñas, director de la institución, explicó que no obstante la distribución territorial, otros pacientes del resto del país eligen este servicio.

Agregó que el cardiocentro ha mantenido un promedio de intervenciones, en el último decenio, superior al resto de sus similares en el país, en relación con la población que atiende.

Rememoró que la instalación asistencial, fundado hace 26 años, nació como un área del hospital clínico quirúrgico Celestino Hernández, y en 1998 pasó a unidad presupuestada, y fue entonces que se aprobó el nombre de Ernesto Guevara, a petición de los trabajadores.

Significó que el vínculo del médico argentino-cubano con esta ciudad imprimió fuerza a la nominación, convertida desde entonces en acicate para el colectivo que hoy, como en todo el país, recuerda el asesinato del guerrillero, el ocho de octubre de 1967 en Bolivia.

Juan Molina, de 47 años, custodio del hogar de ancianos de Palmira, provincia de Cienfuegos, padecía de una estenosis (estrechez) aórtica severa y fue intervenido en el ” Ernesto Guevara “, donde se recupera satisfactoriamente.

De la calidad del servicio, Molina destacó la excelencia en la atención médica, la higiene y el buen trato recibido de todos los trabajadores.

(Con información de AIN) / cubadebate.cu, Yannis Tsal via Sierra Maestra.

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Η «γέννηση» ενός μαρξιστή-λενινιστή

ernesto che guevara marxist leninist guevaristas.orgΤο άρθρο γράφτηκε το Οκτώβρη του 2012 με αφορμή την συμπλήρωση 45 χρόνων από την άνανδρη δολοφονία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία στις 9 Οκτώβρη 1967.

Του Νίκου Μόττα*.

Μάρτης 1952, Χιλή. Ο Ερνέστο βγαίνει απ’ το δωμάτιο της ετοιμοθάνατης, ασθματικής γερόντισας. Στο μυαλό του, σαν πρόκα, είχε καρφωθεί το καρτερικό βλέμμα της άρρωστης γυναίκας που, παρά τα πρόβληματα υγείας της, μέχρι και πριν λίγους μήνες εργάζονταν ως καθαρίστρια για να τα βγάλει πέρα. Θα γράψει αργότερα στο ημερολόγιο του: «εκεί, στις τελευταίες ώρες για τους ανθρώπους των οποίων ο ορίζοντας δεν εκτείνεται πέρα από το αύριο, εκεί επικεντρώνεται η τραγωδία της ζωής του προλεταριάτου όλου του κόσμου […] Ως πότε θα συνεχιστεί αυτή η τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε μια παράλογη διαίρεση, στις κοινωνικές τάξεις; Είναι κάτι στο οποίο δεν μπορώ να απαντήσω εγώ, αλλά είναι καιρός οι κυβερνώντες να αφιερώσουν λιγότερο χρόνο στην προπαγάνδα της ποιότητας των καθεστώτων τους και περισσότερα χρήματα, πολύ περισσότερα, για έργα κοινωνικής ωφέλειας» [1]. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που ο, 24χρονος τότε, Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, φοιτητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άϊρες, έρχονταν σε επαφή με την σκληρή πραγματικότητα της εργατικής τάξης της λατινικής Αμερικής. Η απαρχή ίσως μιας πολιτικής συνειδητοποίησης που μετέτρεψε έναν αστό φοιτητή, “ένα παιδί του περιβάλλοντος του” σύμφωνα με τον ίδιο τον Γκεβάρα, σε ατρόμητο μαρξιστή αντάρτη, πρωταγωνιστή της εποποιίας της κουβανικής Επανάστασης.

Εάν δεν είχε ικανοποιήσει την περιέργεια του να γνωρίσει την λατινική ήπειρο, ο Ερνέστο ίσως να μην μετατρέπονταν ποτέ σε “Τσε”. Ο ίδιος θα γράψει αργότερα στην εισαγωγή των απομνημονευμάτων του νεανικού ταξιδιού που πραγματοποίησε με το φίλο του Αλμπέρτο Γκρανάδο, πως τα όσα είδε και έζησε τον άλλαξαν. «Το πρόσωπο που έγραψε αυτές τις σημειώσεις “πέθανε” μόλις ξαναπάτησε το πόδι του στη γη της Αργεντινής και αυτός που τις τακτοποιεί και τις «ξαναχτενΐζει», «εγώ», δεν είμαι εγώ. Δεν είμαι ο ίδιος, εσωτερικά τουλάχιστον. Τούτη η άσκοπη περιπλάνηση στη «Μεγάλη Αμερική Μας» με άλλαξε περισσότερο απ’ ό,τι πίστευα» [2]. Τι βίωσε όμως ο νεαρός Γκεβάρα στη “μεγάλη λατινική ήπειρο” που ενστάλαξε μέσα του την ανάγκη να υπερασπιστεί – δίνοντας και τη ζωή του ακόμη – το δικαίωμα των ανθρώπων για μια καλύτερη και δικαιότερη κοινωνία, χωρίς ταξικές και άλλες διακρίσεις;

Το Μάρτη του 1952 ο Γκεβάρα και ο Γκρανάδο επισκέπτηκαν τα μεταλλεία της Τσουκικαμάτα, στην Χιλή. Εκεί ο Ερνέστο γίνεται κοινωνός της καθημερινότητας του λατινοαμερικάνικου προλεταριάτου, των ταξικών ανισοτήτων και του αγώνα των χιλιανών μεταλλωρύχων για το μεροκάματο. Εκεί θα περάσει ένα βράδυ, μέσα στο κρύο, με ένα ζευγάρι κομμουνιστών που διώκονταν για τα πολιτικά τους φρονήματα. Ο νεαρός αργεντίνος, γόνος εύπορης (για τα δεδομένα της εποχής) μεσοαστικής οικογένειας, αντιλαμβάνεται για πρώτη φορά έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν που γνώριζε μέχρι τότε. Αυτή του η αντίληψη ενισχύεται στον χώρο των μεταλλείων, εκεί όπου, όπως θα γράψει αργότερα ο ίδιος, «η ψυχρή αποτελεσματικότητα και η ανίσχυρη μνησικακία συμβαδίζουν στο μεγάλο ορυχείο, ενωμένες, παρά το μίσος, από την κοινή ανάγκη επιβίωσης από τη μια μεριά και κερδοσκοπίας απ’ την άλλη» [3]. Η μαρξιστική θεωρία των βιβλίων μετουσιώνεται στα μάτια του Γκεβάρα σε ζωντανή εικόνα, καθώς αρχίζει να του γίνεται βίωμα η ασυμβατότητα των συμφερόντων αυτού που παράγει τον πλούτο (εργάτες) και αυτού που τον καρπώνεται (καπιταλιστές – εν προκειμένω η πολυεθνική Chile Exploration Company). «Προβλέποντας ότι θα βγουν απο δω εκατομμύρια δολάρια, κι ότι για την ώρα εξορύσσονται ενενήντα χιλιάδες τόνοι μεταλλεύματος κάθε μέρα, καταλαβαίνει κανείς ότι η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο δεν πρόκειται να σταματήσει σύντομα» [4] γράφει σε ένα απόσπασμα των απομνημονευμάτων του ταξιδιού του, στο οποίο μνημονεύει τους εργάτες των μεταλλείων που έχασαν τη ζωή τους στην προσπάθεια να εξασφαλίσουν ένα κομμάτι ψωμί.

che-guevara

Η νεανική αστική συνείδηση του Ερνέστο Γκεβάρα ριζοσπαστικοποιείται, οδηγούμενη στον μαρξισμό, καθώς παγιώνονται μέσα του δύο αντιλήψεις: πρώτον, η εγκληματική φύση του ιμπεριαλισμού ως παράγοντα διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων στη λατινική Αμερική και δεύτερον, η ανάγκη της πλήρους και οριστικής χειραφέτησης της εργατικής τάξης απ’ το κεφάλαιο ως προαπαιτούμενο για την εξάλειψη των ανισοτήτων αυτών. Το παράδειγμα υπήρχε και είχε λάβει χώρα τέσσερις δεκαετίες πριν, με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Οι ηγετικές προσωπικότητες του Βλαντιμίρ Λένιν και του Ιωσήφ Στάλιν ωθούν το Γκεβάρα στην αναζήτηση πολιτικών προτύπων, λαμβάνοντας υπ’ όψη το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ αποτελούσε το αντίπαλο δέος στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό της εποχής. Αργότερα, τη δεκαετία του ’60, στα χρόνια της θητείας του ως σημαίνων στέλεχος της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας, ο Τσε θα ασκήσει δριμεία κριτική, μέσα από τα γραπτά του, στην σοβιετική πολιτική οικονομία και γραφειοκρατία ως αποκλίνουσα από τα λενινιστικά ιδεώδη.

Ο νεαρός όμως Ερνέστο του 1953 εμπνέεται από την φυσιογνωμία του Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Στάλιν, του ανθρώπου που συνέβαλε αποφασιστικά στην συντριβή του ναζισμού κατά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε ένα ταξίδι του στη Γουατεμάλα, το 1954, γράφει στη θεία του Βεατρίκη: «Στο Ελ Πάσο είχα την ευκαιρία να περάσω από τα εκτεταμένες εγκαταστάσεις της United Fruit Company. Για άλλη μια φορά πείστηκα για το πόσο απαίσια είναι αυτά τα καπιταλιστικά χταπόδια. Ορκίστηκα τότε μπροστά σε μια εικόνα του παλαιού και πολυθρηνημένου συντρόφου μας Στάλιν, ότι δεν θα ησυχάσω μέχρι να εξοντωθούν τα χταπόδια αυτά» [5]. Λίγα χρόνια αργότερα, το Δεκέμβρη του 1957, εν μέσω του αντάρτικου αγώνα στην Σιέρρα Μαέστρα, ο Τσε θα επανέλθει στον Στάλιν σε μια επιστολή του προς τον σύντροφο και συναγωνιστή Ρενέ Ράμος Λατούρ: «Πρέπει να μελετήσεις τον Στάλιν στο ιστορικό πλαίσιο που κινήθηκε, όχι να τον δεις (αποκλειστικά) ως ένα είδος αγριανθρώπου, αλλά στα συγκεκριμένα ιστορικά όρια». Τα «χταπόδια» του Ιμπεριαλισμού, λοιπόν, έμελλε να είναι ο εχθρός τον οποίο ο Τσε,  με σταλινικό πείσμα και πυγμή, θα πολεμούσε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Η περίοδος της διαμονής του στη Γουατεμάλα υπήρξε καθοριστική. Έχοντας ήδη εντρυφήσει στον μαρξισμό, ο νεαρός αστός ταξιδιώτης των προηγουμένων μηνών μετατρέπονταν σταδιακά σε κομμουνιστή έτοιμο να ριχτεί στη μάχη για την υπεράσπιση των ιδανικών που “χτίζονταν” μέσα του. Σύμφωνα με τον κουβανό Μάριο Νταλμάου, ο οποίος γνώρισε τον Τσε στη Γουατεμάλα, ο Τσε είχε ήδη «πολύ ξεκάθαρη μαρξιστική σκέψη», έχοντας διαβάσει «ολόκληρη μαρξιστική βιβλιοθήκη» [6]. Τη μελέτη του μαρξισμού ο Γκεβάρα την συνέχισε και στο Μεξικό όπου συνέχισε να εμβαθύνει στις μεγάλες αλήθειες που έκρυβε το «Κεφάλαιο» του Καρλ Μαρξ, το «μνημείο της ανθρώπινης εξυπνάδας» όπως το αποκαλούσε ο ίδιος.

Τον Ιούνη του 1954 η Γουατεμάλα δέχεται επίθεση από βομβαρδιστικά των ΗΠΑ – ο Γκεβάρα εξοργίζεται: «Οι γιάνκηδες έβγαλαν επιτέλους τη μάσκα του “καλού” που τους είχε φορέσει ο Ρουσβελτ και τώρα προκαλούν τη μήνη. Υπάρχει πραγματικά κλίμα μάχης» θα γράψει στη μητέρα του στις 20 Ιούνη [7]. Ταυτόχρονα, η στενή επαφή του με την, μαρξιστικών πεποιθήσεων, περουβιανή οικονομολόγο Ίλδα Γκαδέα, την οποία θα παντρευτεί το 1955, ριζοσπαστικοποιεί περαιτέρω την πολιτική του σκέψη. Σε αυτό ασφαλώς συμβάλει και η εντατικοποίηση της ιμπεριαλιστικής παρεμβατικότητας στη χώρα με στόχο την πτώση της κυβέρνησης του δημοκρατικά εκλεγμένου Γιακόμπο Άρμπενς. Αναφερόμενος στην αλληλεγγύη και το δυναμισμό που επιδεικνύουν οι κομμουνιστές της χώρας γράφει τον Ιούλη του ’54 στη μητέρα του: «Οι κομμουνιστές κράτησαν την πίστη και την συντροφικότητα τους ζωντανή και είναι η μόνη οργάνωση που ακόμη αντιστέκεται. Αξίζουν πιστεύω τον σεβασμό και αργά η γρήγορα και ‘γω ο ίδιος θα γίνω μέλος του κόμματος» [8].

Στη Γουατεμάλα ο Τσε είδε να ξεδιπλώνεται μπροστά στη μάτια του η ωμή φύση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Στο μυαλό του ήρθαν οι εικόνες των φτωχών αυτόχθονων περουβιανών, στη Λίμα και το Μάτσου Πίτσου, που δούλευαν σαν είλωτες για ένα κομμάτι ψωμί στην ίδια τους την πατρίδα – την ίδια στιγμή που τα μέσα παραγωγής και ο πλούτος της χώρας ανήκε στους απογόνους εύπορων ευρωπαίων αποικιοκρατών. Η “δική του Αμερική” – αυτή του Σιμόν Μπολίβαρ, του Εμιλιάνο Ζαπάτα, του Χοσέ Μαρτί, του μαρξιστή φιλοσόφου Μαριάτεγκι, του Πάμπλο Νερούδα – δεν ήταν παρά ένα βιλαέτι του, κατά Λένιν, μονοπωλιακού καπιταλισμού που κατέτρωγε τις σάρκες της λατινοαμερικάνικης εργατικής τάξης. Ο Γκεβάρα αντιλήφθηκε ότι δεν αρκεί να νιώθει συμπόνια για τους φτωχούς και κατατρεγμένους, αλλά έπρεπε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Η πλήρης αδυναμία και διστακτικότητα της “αριστερής” κυβέρνησης του Άρμπενς να τα βάλει με τον ντόπιο και ξένο καπιταλισμό διαμορφώνει μέσα του μια ισχυρή πεποίθηση: ο μόνος δρόμος για την απελευθέρωση των λαών είναι η αταλάντευτη ταξική πάλη ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο και τους υπηρέτες του, η μηδενική ανοχή απέναντι στα «καπιταλιστικά χταπόδια». Σε αυτήν την πεποίθηση έμεινε πιστός μέχρι και το τέλος της ζωής του. Το 1965, δύο μόλις χρόνια πριν την άνανδρη δολοφονία του στη Βολιβία και έχοντας ιδεολογικά “ανδρωθεί” μέσα απ’ την εμπειρία της κουβανικής επανάστασης, θα γράψει στο τελευταίο γράμμα προς τους γονείς του: «Ο μαρξισμός μου έχει βαθιές ρίζες και έχει εξαγνισθεί. Πιστεύω στην ένοπλη πάλη σαν μοναδική λύση για τους λαούς που αγωνίζονται για την απελευθέρωση τους και είμαι συνεπής με τις πεποιθήσεις μου» [9].

Ο Τσε δεν έτρεφε αυταπάτες. Τα όσα είχε δει και βιώσει στις χώρες της λατινικής Αμερικής που ταξίδεψε, μεταξύ 1951 και 1956, είχαν ριζώσει μέσα του μιαν αλήθεια: καμία “εθνική επανάσταση” της οποίας θα ηγούνταν η ντόπια μπουρζουαζία δεν ήταν πραγματική επανάσταση. Όπως έδειξε και η εμπειρία της Κούβας, η αστική τάξη – όσο ριζοσπαστικοποιημένη κι’ αν εμφανίζονταν και όσες διαφορές και αν είχε με το ξένο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο – κατέληγε πάντα συμμαχική δύναμη των αντεπαναστατικών δυνάμεων. Όπως ο Μαρξ επέκρινε το 1844 την στάση της τότε γερμανικής μπουρζουαζίας απέναντι στη φεουδαρχική μοναρχία, έτσι και ο Γκεβάρα βάζει στο στόχαστρο του την, υποταγμένη στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, λατινοαμερικάνικη αστική τάξη της εποχής του. «Η μεγαλοαστική τάξη δεν διστάζει να συμμαχήσει με τον ιμπεριαλισμό και τους μεγάλους αγροκτηματίες για να πολεμήσουν το λαό και να φράξουν το δρόμο προς την επανάσταση»γράφει το 1963 [10]. Γι’ αυτό έπρεπε να υπάρχει μια επαναστατική εμπροσθοφυλακή. Για τον Τσε, ο λενινισμός του 1917 παρείχε ένα λαμπρό παράδειγμα στον αγώνα για τη λαϊκή εξουσία. «Εάν υπήρχε μια προλεταριακή πρωτοπορία που να ήταν ικανή να προβάλει τις ουσιώδεις διεκδικήσεις του προλεταριάτου, να δεί καθαρά που πρέπει να στραφεί, και να επιχειρήσει να καταλάβει την εξουσία, για να εγκαταστήσει μια νέα κοινωνία θα ήταν δυνατόν να τραβήξει μπροστά παρακάμπτοντας τα εμπόδια» σημείωνε σε πολιτικό του κείμενο [11].

Κατά τη διάρκεια της κουβανικής επανάστασης ο Γκεβάρα σχηματίζει την άποψη πως, με τις επικρατούσες τότε συνθήκες (στην Κούβα η εργατική τάξη ήταν ακόμη αδύναμη και ανοργάνωτη) και δεδομένης της πολιτικής δειλίας που επιδείκνυε η πλειοψηφία της αριστεράς στη λατινική Αμερική, το αντάρτικο ήταν αναπότρεπτο για την ελευθερία των λαών. Παρά το γεγονός όμως ότι έδωσε βάση στον ανταρτοπόλεμο ως μέσο για το πέρασμα στη λαϊκή εξουσία, ο Τσε ουδέποτε υποτίμησε τους εργατικούς αγώνες. Το αντίθετο μάλιστα. Έβλεπε τον αντάρτικο αγώνα ως προμετωπίδα ενός γενικότερου επαναστατικού ρεύματος στο οποίο ασφαλώς ουσιαστικό ρόλο θα έπαιζε η ριζοσπαστικοποίηση της εργατικής τάξης. «Όσοι θέλουν να κάνουν αντάρτικο ξεχνώντας τον μαζικό αγώνα, σαν να επρόκειτο για αγώνες αντίθετους, είναι επικριτέοι» θα γράψει στο γνωστό του έργο “Ανταρτοπόλεμος, μια Μέθοδος”. Στα κείμενα του Τσε Γκεβάρα γίνεται κατανοητό ότι το να πάρει κάποιος το όπλο δεν είναι αυτοσκοπός. «Ο ειρηνικός αγώνας μπορεί να διεξαχθεί από μαζικά κινήματα» έγραφε, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονης κρίσης, με την προϋπόθεση όμως ότι υπάρχει ισχυρό, ριζοσπαστικό και μαζικό λαϊκό εργατικό κίνημα που θα παρέλυε το αστικό κράτος και θα έπαιρνε αυτό την εξουσία.

Η εμπειρία της Γουατεμάλας, παρ’ όλα αυτά, είχε αφήσει έντονα τα σημάδια της στην σκέψη του Τσε. Έγραφε, λοιπόν, αναφορικά με την ειρηνική – και σύμφωνα με τους αστικούς νόμους – κατάκτηση της εξουσίας: «Όταν μας μιλούν για κατάκτηση της εξουσίας με μιαν εκλογική διαδικασία, η ερώτηση μας είναι πάντα η ίδια: αν ένα λαϊκό κίνημα αρπάξει την κυβέρνηση κερδίζοντας τη μεγάλη λαϊκή ψήφο και αποφασίσει να αρχίσει τους μεγάλους κοινωνικούς μετασχηματισμούς που διαμορφώνουν το πρόγραμματα του, δεν θα βρεθεί τάχα αμέσως σε σύγκρουση με τις αντιδραστικές τάξεις της χώρας; Ο στρατός άραγε δεν υπήρξε πάντα όργανο αυτών των τάξεων; […] Με ένα λίγο-πολύ αιματηρό πραξικόπημα, η κυβέρνηση μπορεί να ανατραπεί και το παλιό παιχνίδι να ξαναρχίσει επ’ άπειρον» [12]. Αυτό δεν συνέβη ουσιαστικά στην Χιλή του Αλιέντε τον Σεπτέμβρη του 1973; Επομένως, ο ένοπλος αγώνας ήταν το έσχατο καταφύγιο των καταπιεσμένων (αγροτική και εργατική τάξη) όταν ο πολιτικός, ταξικός αγώνας απέναντι στο αστικό κατεστημένο δεν είναι εφικτός ή δεν θεμελιώνονταν στο ξερίζωμα των μονοπωλίων και της δύναμης της αστικής τάξης. Βιώνοντας την πολιτική κατάσταση στη Γουατεμάλα, τη Βολιβία και, ασφαλώς, στην Κούβα ο Τσε οδηγήθηκε σε αυτό το συμπέρασμα.

Κατά τη διάρκεια της σύντομης συμμετοχής του στην επαναστατική κουβανική κυβέρνηση του Φιντέλ Κάστρο ο Γκεβάρα θα μελετήσει σε βάθος τη μαρξιστική και λενινιστική πολιτική οικονομία και θα πρωταγωνιστήσει σε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις που άλλαξαν την Κούβα: μεγάλης κλίμακας αγροτική μεταρρύθμιση, εκστρατεία κατά του αναλφαβητισμού, κοινωνικοποίηση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ίδρυση ερευνητικών και αναπτυξιακών κέντρων για την εκβιομηχάνιση, προώθηση διακρατικών εμπορικών συμφωνιών μεταξύ Κούβας, Σοβιετικής Ένωσης και Κίνας. Για τον Τσε, η εντρύφηση στο μαρξισμό ήταν μια διαρκής διαδικασία συνεχούς εκμάθησης, κριτικής προσέγγισης και ανάλυσης της κοινωνικής και ιστορικής πραγματικότητας. Κάτω από τον μπερέ του ατρόμητου αντάρτη, υπήρχε ένας ακούραστος μελετητής των θεωριών των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν και τέτοιος παρέμεινε μέχρι το τέλος. Γι’ αυτο άλλωστε προέτρεπε και τη νέα γενιά, τους νέους κομμουνιστές, να μελετούν, να συζητούν, να οργανώνουν σχολές μαρξισμού.

Cuban Children with Che portrait guevaristas org

Η πολιτική σκέψη του Τσε Γκεβάρα (η οποία, ασφαλώς, είναι αδύνατο να εξαντληθεί στις γραμμές ενός μόνο άρθρου) περέμεινε ανολοκλήρωτη και και η, ούτως η άλλως, σπουδαία συνεισφορά του ημιτελής καθώς οι σφαίρες του ιμπεριαλισμού έκοψαν το νήμα της ζωής του στις 9 Οκτώβρη 1967 στο χωριό Λα Ιγκέρα της Βολιβίας. Καμία σφαίρα όμως, όσο ισχυρή κι’ αν είναι, δεν στάθηκε ικανή να σβήσει την επαναστατική κληρονομιά του κομμουνιστή Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα που δεν του αρκούσε “να ερμηνεύει τον κόσμο” αλλά, όπως θα’ γραφε κι’ ο Μαρξ, “προσπάθησε να τον αλλάξει”. Μια κληρονομιά βαθιά πολιτική, φωτεινός φάρος για όσους δε διστάζουν “να είναι ρεαλιστές” και να ζητάνε “το αδύνατο” σε δύσκολες εποχές…

* Ο Νίκος Μόττας είναι υποψ. διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας & ιδρυτής του Ελληνικού Αρχείου Τσε Γκεβάρα.

Υποσημειώσεις:

[1] Guevara, Ernesto.Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας, Λιβάνης Ν.Σ, Αθήνα: 2004, σελ. 131.

[2] ο.π., σελ. 63.

[3] ο.π., σελ. 151.

[4] Κορμιέ, Ζαν. Τσε Γκεβάρα, Καστανιώτης, Αθήνα: 1995, σελ. 32.

[5] Taibo, Paco Ignacio. Guevara, also known as Che, St.Martin’s Griffin, 1999, p.31.

[6] Συνέντευξη στην εφημ. Granma, 20 Οκτώβρη 1967. Αναφέρεται στο βιβλίο του Μισέλ Λεβί, «Η Φιλοσοφική σκέψη του Τσε Γκεβάρα», Εκδόσεις Καρανάση, 1982.

[7] Guevara, Ernesto. Back On The Road: A Journey To Central America, Harvill Press, 2001.

[8] ο.π.

[9] Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Κείμενα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα: 2009, σελ. 192.

[10] Πολιτικά Κείμενα. Κούβα: Μοναδική περίπτωση ή πρωτοπόρος στον αγώνα κατά του ιμπεριαλισμού», Τόμος Α΄, Καρανάση, Αθήνα: 1970, σελ. 102.

[11] ο.π., Τόμος Β’, Καρανάση, Αθήνα: 1971, σελ. 64.

[12] Ernesto Che Guevara, Textes Politiques, Oeuvres III, σελ.69

Έκθεση φωτογραφίας στην Αβάνα: «Αιώνια Τσε» / “Eternamente Che”, homenaje en 40 miradas

Φωτογραφίες γνωστές και καθώς και ανέκδοτες της  θρυλικής μορφής του Τσε, θα εκτεθούν στην έκθεση Eternamente Che (Αιώνια Τσε) που εγκαινιάζεται στις 2 Οκτώβρη στον ξενώνα του Κόμη Βιγιανουέβα στην Παλιά Αβάνα. Η έκθεση συγκεντρώνει την εικαστική έκφραση και μαρτυρία περισσότερων από 40 φωτογράφων από τρεις γενιές, οι οποίοι έχουν αιχμαλωτίσει με το φακό τους την εικόνα του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.

Χάρη στην επιμέλεια του σκηνοθέτη και φωτογράφου Ρομπέρτο Τσίλε και του φοιτητή Κοινωνικής Επικοινωνίας Χουάν Καμίλο Κρους, μπορούμε να δούμε φωτογραφίες του «Ηρωικού Αντάρτη» –Guerrillero Heroico– [του θρυλικού πορτρέτου του Τσε που απαθανάτισε ο Αλμπέρτο Κόρντα το 1960] που έχουν παρθεί όταν ήταν εν ζωή, και πολλές άλλες μετά την πρόωρη απώλεια του Τσε – εννοώντας όσες έχουν αναπαραχθεί σε λάβαρα, πανώ, τοίχους, αντικείμενα προσωπικής χρήσης, ακόμα και πάνω στο δέρμα κάποιων θαυμαστών του. Η ιδέα να γίνουν οι αναπαραγωγές της μορφής του Τσε φωτογραφικό θέμα ανήκει στο φωτογράφο Χοσέ Αλμπέρτο Φιγερόα.

Το εντυπωσιακό πορτρέτο του Κόρντα συνοδεύουν φωτογραφίες των Ραούλ Κοράλες, Οσβάλντο και Αλμπέρτο Σάλας, Ερνέστο Φερνάντες, Περφέκτο Ρομέρο, Τσινολόπε και Λιμπόριο Νοβάλ, ο οποίος απεβίωσε πριν λίγες μέρες. Επιπλέον θα αντιπροσωπεύεται το έργο όσων δεν μπόρεσαν να  απαθανατίσουν τον Τσε εν ζωή, αλλά αναπαρέστησαν τη μορφή του, όπως τεχνικοί επεξεργασίας εικόνας, νέοι φωτογράφοι και φοιτητές δημοσιογραφίας.

Η μνήμη αυτής της μορφής στην 45η επέτειο του θανάτου του, είναι ο ταπεινός φόρος τιμής από τους καλλιτέχνες του φακού που έχουν διαδόσει σ’ όλο τον κόσμο αυτή την εικόνα: Ένας τρόπος να διαιωνίσουν ένα σύμβολο που είναι σημαία των επαναστατών και των προοδευτικών ανθρώπων του κόσμου.

Fotografías conocidas e inéditas del Che y de su imagén reproducida, componen la exposición Eternamente Che que será inaugurada mañana 2 de octubre a las 5:30 pm en el Hostal Conde de Villanueva, en la calle Mercaderes 202 entre Lamparilla y Amargura en La Habana Vieja.

La muestra recoge el trabajo artístico y testimonial de más de 40 fotógrafos de tres generaciones, que han atrapado en su lente la imagen de Ernesto Che Guevara.

Gracias a la curaduría del realizador y fotógrafo Roberto Chile y el estudiante de Comunicación Social Juan Camilo Cruz, podremos ver imágenes del Guerrillero Heroico tomadas directamente, y otras muchas captadas después de su desaparición física, Se refiere a las que han sido reproducidas en banderas, pancartas, paredes, artículos de uso personal e incluso en la piel de algunos de sus admiradores.

Hacer de las reproducciones de su imagen un motivo de la fotografía  fue  un tema que desarrolló el fotógrafo José Alberto Figueroa.

A la impresionante imagen de Korda, le acompañan las de Raúl Corrales, Osvaldo y Roberto Salas, Ernesto Fernández, Perfecto Romero, Chinolope, y Liborio Noval, fallecido hace solo unos días. También estará presente el trabajo de quienes no pudieron retratarlo físicamente pero han recreado su imagen a través del tiempo, entre los que figuran experimentados profesionales del lente, jóvenes fotógrafos y estudiantes de periodismo.

Recordar esta figura en el 45 aniversario de su caída, es el modesto homenaje que hacen estos artistas del lente que han reproducido por el mundo esta imagen: una forma de eternizar un icono que es bandera de los revolucionarios y progresistas del mundo.

Πηγή: Sierra Maestra / Yannis Tsal.

Revolution Guided by Feelings of Great Love: Learning from Che Guevara

By Mitchel Cohen*.

Che Guevara was not overly concerned about elections as a means for transforming a capitalist or authoritarian state. But he was extremely concerned about finances, and how to fund the revolution. There is a piece in the film, «Ernesto Che Guevara: The Bolivian Diary,» which is eerie in that it shows Che as part of a Cuban delegation in Moscow begging for funds for Cuba. In the film, the 34-year old Che Guevara is barely able to bite his tongue and check his scathing sarcasm for the Russian bureaucrats, in order to gain funding from them.

Che hated the Cuban revolution’s reliance on the Soviet Union, and went on to devise other means for obtaining funds and dispersing them. As the only one among the victorious guerrilla leadership in the Cuban revolution who had actually studied the works of Karl Marx, Che despised the bureaucrats and party hacks in the USSR as well as in Cuba.

I.F. Stone revealed that how, as early as 1961, at a conference in Punte del Este, Uruguay, Che Guevara — born in Argentina and a student of medicine there — was huddled in discussion with some new leftists from New York. A couple of Argentine Communist Party apparatchiks passed. Che couldn’t help shouting out: «Hey, why are you here, to start the counter-revolution?»

Like many in the emerging new left around the world, Che had first-hand experience with party apparatchiks and hated their attempts to impose their bureaucracy on indigenous revolutionary movements.

Indeed, contrary to the conceptions of many in the U.S. today, the revolution in Cuba was made independent of, and at times in opposition to, the Cuban Communist Party. It was only several years after the revolution succeeded in taking state power that an uneasy working relationship was established leading to a merger of the revolutionary forces and the Party — a merger that provided no end of problems for Che, and for the Cuban revolution itself.

We can learn something for our situation in the US today by examining Che’s approach in Latin America.

One such problem: Cuba’s increasing dependence upon the Soviet Union (in some ways similar to radical organizations’ increasing dependence on Foundation grants and other hoop-providing jumpsters). In its desperation for currency to buy needed items, the government — after strenuous debate — decided to forego diversification of Cuba’s agriculture in order to expand its main cash-crop, sugar, which it exchanged for Soviet oil, using some and reselling the rest on the world market. Despite Che’s (and others) warnings, Cuba gradually lost the capability to feed its own people — a problem that reached devastating proportions with the collapse of the Soviet Union in 1991.

Similar crises had beset the Soviet Union and other avowedly socialist countries when they pursued industrial models of development and tried to pay for it by producing for and competing in the world market. Che’s response: Don’t produce for the world market. Reject cost/benefit analysis as the measure for what gets produced. A truly new society, Che believed, must aspire to and implement immediately, in the here and now, what its people dream for the future. And to get there, REAL communist revolutions must reject «efficiency» and nurture communalistic attempts to create a more humane society instead.

Che’s contempt for the officials of Marxdom (while considering himself a marxist) and bureaucrats of every stripe broke with the numbing mechanistic economics that Marxism had become. With Che and the new left inspired by him, «Revolution» was placed back on the historical agenda.

Che’s internationalism and identification with the poor and downtrodden every-where, his refusal to recognize the sanctity of national boundaries in the fight against U.S. imperialism, inspired new radical movements throughout the world. Che called upon radicals to transform OURSELVES into new, socialist human beings BEFORE the revolution, if we were to have any hope of actually achieving one worth living in. His call to begin living meaningfully NOW reverberated through an entire generation, reaching as much towards Sartre’s existentialism as the latter stretched towards Marx. Through action, through wringing the immediacy of revolution from the neck of every oppression, of every moment, and by putting one’s ideals immediately into practice, Che hammered the leading philosophical currents of the day into a tidal wave of revolt.

For Che, Marx’s maxim: «From each according to their ability to each according to their needs,» was not simply a long-range slogan but an urgent practical necessity to be implemented at once. The harrowing constraints of developing a small country (or radio station!!!!) along socialist lines, particularly in the context of continued attacks by U.S. imperialism (including a blockade, an invasion, a threatened nuclear war, and ongoing economic and ideological harrassment), on the other hand, militated against Che’s vision and boxed-in the revolutionary society into choosing from equally unpalatable alternatives.

In a sense, many of our organizations face similar «alternatives» today.

It was amid such contradictory pressures that Che tried to set a different standard for Cuba, and for humanity in general. As Minister of Finance, he managed to distribute the millions of dollars obtained from the USSR to artists, and to desperately poor farmers who in the U.S. would have been considered, shall we say, «poor risks.»

The Russian bureaucrats, like any capitalist banker, were furious with Che’s «Take what you need, don’t worry about paying it back» attitude. They leaned on Fidel to control Che and to regulate the «proper» dispersal of funds, just as twenty years later under Brezhnev, and apparently having learned nothing, the Soviet state leaned on Poland to pay back its inflated debt to the western banks, causing cutbacks and hardship and leading to the working class response: the formation of Solidarnosc. Indeed, the Soviet Union at that time was the best friend Chase Manhattan ever had! And in so doing it paid the ultimate price.

In 1959, the guerrillas, headed by Fidel Castro, swept into Havana having defeated the military dictatorship of Fulgencio Batista. Although the U.S. government armed and funded Batista, the CIA had its agents in Fidel’s guerrilla army as well.

One lieutenant in the guerilla army, Frank Fiorini, was actually one of several operatives of the Central Intelligence Agency there. Fiorini would surface a few years later as a planner of the Bay of Pigs invasion of Cuba, two years after that as one of three «hobos» arrested in Dallas a few moments after President Kennedy was assassinated and immediately released (one of the other «hobos» was none other than CIA-operative E. Howard Hunt), and again as one of the culprits involved with the dozens of CIA assassination attempts on the life of Fidel Castro.

Fiorini became quite famous again in 1973 as one of the burglars at the Democratic Party Headquarters at a hotel known as the Watergate, under the name Frank Sturgis. Indeed, it was precisely when the Watergate hearings were on the verge of raising serious questions about the Bay of Pigs and U.S. covert operations in Cuba that, suddenly, the existence of secret White House tapes was «unexpectedly» revealed. From that moment on, all we heard was what did Nixon know and when did he know it, and the potentially explosive investigation on the verge of revealing the secret history of illegal CIA interventions in Cuba, the murder of John F. Kennedy and attempted assassinations of Fidel were effectively sidetracked.

And yet it was under the constant threat of warfare by the U.S. — overt as well as the ongoing covert operations — that the Cuban revolution, especially under the instigation of Che, took some of its boldest steps in introducing «socialism of a new type.»

Contrast that with the erstwhile «communist» states, as they sacrificed whatever visionary socialist features they had in order to lure capitalist investment, so that they could compete on the world market. As head of the Cuban national bank, Che going against the tide, as always — made Cuba’s new banknotes famous by signing them simply «Che.» The first question Che asked of his subordinates when he took over the bank was «Where has Cuba deposited its gold reserves and dollars?» When he was told, «In Fort Knox,» he immediately began converting Cuba’s gold reserves into non-U.S. currencies which were exported to Canadian or Swiss banks. (1)

Che’s concern was not so much with developing «solvent» banking institutions in Cuba, but with two things: fighting U.S. imperialism, in this instance by removing the revolution’s gold from the clutches of the United States government (which could all too easily invent an excuse to confiscate it, as it later did with other Cuban holdings. Che was prescient in understanding that this would happen); and, of equal importance, finding ways to foster and fund the creation of a new socialist human being without relying upon capitalist mechanisms, which he understood would end up undermining the best of efforts. Che best put forth his outlook, which came to be that of the new left internationally as well, in a speech, «On Revolutionary Medicine»:

«Except for Haiti and Santo Domingo, I have visited, to some extent, all the other Latin American countries. Because of the circumstances in which I traveled, first as a student and later as a doctor, I came into close contact with poverty, hunger, and disease; with the inability to treat a child because of lack of money; with the stupefication provoked by continual hunger and punishment, to the point that a father can accept the loss of a son as an unimportant accident, as occurs often in the downtrodden classes of our American homeland. And I began to realize that there were things that were almost as important to me as becoming a famous scientist or making a significant contribution to medical science: I wanted to help those people.

«How does one actually carry out a work of social welfare? How does one unite individual endeavor with the needs of society?

«For this task of organization, as for all revolutionary tasks, fundamentally it is the individual who is needed. The revolution does not, as some claim, standardize the collective will and the collective initiative. On the contrary, it liberates one’s individual talent. What the revolution does is orient that talent. And our task now is to orient the creative abilities of all medical professionals toward the tasks of social medicine.

«The life of a single human being is worth a million times more than all the property of the richest man on earth. … Far more important than a good remuneration is the pride of serving one’s neighbor. Much more definitive and much more lasting than all the gold that one can accumulate is the gratitude of a people.

«We must begin to erase our old concepts. We should not go to the people and say, `Here we are. We come to give you the charity of our presence, to teach you our science, to show you your errors, your lack of culture, your ignorance of elementary things.’ We should go instead with an inquiring mind and a humble spirit to learn at that great source of wisdom that is the people.

«Later we will realize many times how mistaken we were in concepts that were so familiar they became part of us and were an automatic part of our thinking. Often we need to change our concepts, not only the general concepts, the social or philosophical ones, but also sometimes our medical concepts.

«We shall see that diseases need not always be treated as they are in big-city hospitals. We shall see that the doctor has to be a farmer also and plant new foods and sow, by example, the desire to consume new foods, to diversify the nutritional structure which is so limited, so poor.

«If we plan to redistribute the wealth of those who have too much in order to give it to those who have nothing; if we intend to make creative work a daily, dynamic source of all our happiness, then we have goals towards which to work.» (2)

Che’s love for the people took him first to the Congo and then to Bolivia, where he organized a band of guerrillas to serve, he hoped, as a catalyst in inspiring revolution. Che once again had to battle Official Marxdom: He struggled with the head of the Bolivian Communist Party for leadership of the guerrillas. The question: «Who should set policy for the guerrillas, Che and the guerrillas themselves or the head of the Bolivian Communist Party?» The guerrillas voted for Che perhaps the only election Che was ever involved in. NOT anybody was allowed to vote, not those who happened to live in the area, for example, but only people who were actively engaged in the struggle. Once Che won that election against the Communist Party attaché — an election that was not only about the individuals but a plebiscite on completely different revolutionary strategies — the Communist Party abandoned the guerrilla movement.

Would we view Che’s decision today as the correct one if the Bolivian CP had not been so heavy-handed, irresponsible and doctrinaire? (On the other hand, can there be a vanguard party that does not act in such a manner?) The question still haunts: To whom is the guerrilla responsible? Who sets the framework?

Such questions are not any easier to resolve. In Vietnam, for example, contary to Che’s guerrilla army, the National Liberation Front’s military took their policy from the party’s political bureau, not the other way around.

This was not the case with Che in Bolivia. The relationship of organization to mass-movement is a problem that has always plagued radical movements when they get to a certain stage. To whom is the affinity group, for example, responsible? Or, for that matter, the artist? The radio network?

On the one hand, decentralization is attractive, allowing for the greatest small-group autonomy, individual freedom and creativity. (One’s individual radio show, perhaps. One’s need for a paying job to support the family.) On the other hand, the larger movement must not only be able to coordinate the activities of many local groups but frame the actions of smaller groups who purport to be part of the same movement within a larger collective strategy, thus in some sense limiting their autonomy.

In Bolivia, failure by the guerrillas to be part of a many-pronged social movement led to their demise. Indeed, Che in his last days was rueful and frustrated at the lack of working class uprising in the mines, which he had hoped to incite. (The Communist Party was powerful among mine workers in Bolvia.) An uprising would have enabled the guerrillas to have had much greater impact. Eventually, the miners did overcome the CP reticence and did go on strike, but it was too little, too late. The guerrillas were depleted, Che wished for just 100 more guerrilla troops; that rather small number (he believed) would have made the difference.

These are serious and complicated questions that apply to our social movements today. Resolving such matters is not helped by demagoguery or grand-standing. It COULD BE helped by a transformation at the station itself, into one that consciously tries to develop a revolutionary culture and sees itself as such, and not simply a «job». Tricky stuff. Not easily reconciled. The world or at least OUR world depends upon whether we are able to resolve (or at least live with) the contradictions implied therein.

In Bolivia in the Summer of 1967, the guerrillas were picked off one by one. Without additional revolutionary forces Che and the others were forced to deal with the reality that, at least in Bolivia at that moment, their strategy for catalyzing a mass-based revolutionary uprising has failed. With the U.S. government under the presidency of the Democrat, Lyndon Johnson, sending military «advisers» and arms to the Bolivian junta, it became only a matter of time, a few months, before the struggle was defeated and the guerrillas wiped out.

A true picture of Che is not that of the flamboyant posters, nor the hagiography of both Hollywood and Stalinism, but of a man dedicated to the poor internationally, trying with a small band of guerrillas to spark a revolutionary uprising of peasants and workers to create a better life for themselves, and meeting frustration after frustration, with only some small successes apart from the tremendous victory of the Cuban revolution itself.

In America, we portray heroes as all-knowing exceptions to the rule, thereby reinforcing our dependence upon the myth of the heroic individual and maintaining the impotence of the multitude. In our culture, we are taught that change takes place not through mass-action but through a single moralistic or righteous figure (think of how Dr. King or Malcolm X is portrayed today) who is able to make the system respond positively to the importance of his or her argument.

We should hold no such illusions. The Bolivian peasants who are still alive and living in the areas in which Che and his guerrilla band were operating were clearly touched by the brush of history. In the film «Ernesto Che Guevara: The Bolivian Diary,» the filmmakers found that many of them were still alive, and interviewed them. They movingly recounted that one world-historic experience of their lives, their encounter with Che. Some remembered his kindness towards them. One peasant woman was an apolitical young teenager in 1967 and had risked her life to bring Che food and look after him in his last hours. Now around 50 years old, she remembers Che’s kindness towards her, and how this profoundly affected her life. Although no one in the film says it in so many words, clearly Che was something of a Christ figure to them, even to those who betrayed him or fired on him. It’s quite a comment on our present condition that human touches that were once quite ordinary seem, in today’s world, exceptional.

As Che put it, in his most famous quote: «At the risk of seeming ridiculous, let me say that a true revolutionary is guided by great feelings of love.»

But back in the Autumn of 1967, Che was thrown increasingly into doubt. He began to question his strategy of the «foco» for Bolivia, which in Cuba had worked so effectively. The guerrillas were faced with the failure of the peasants to join the revolt, contrary to the guerrillas’ expectations. This had a huge demoralizing effect on the guerrilla army, as well as upon Che’s state of mind.

Che was captured, tortured and murdered in Bolivia under the direction of the CIA on October 9, 1967. Thirty-six years have passed. Still Che is remembered, not as some ancient and barely remembered patriarch, but as one who exemplifying the spirit of the times. He inspired so many ordinary people to commit themselves to their vision of a different world, even in the face of bureaucratic intransigence and the enormous power of US imperialism, against all odds.

That such a vision seems extraordinary today, that acting out of one’s love for humanity is almost inconceivable in the US today only makes yesterday’s commonplace behavior seem beyond comprehension. And yet, people act in such ways ALL THE TIME. We just don’t see it, or report it. It’s what makes us human in an era of robots. It’s what enabled the new Bolivian revolution to actually win state power, much to the chagrin of the US government. That, too, is part of Che’s legacy.

And, hopefully, its what inspires us to continue «risking ridicule,» regardless of where it comes from, to make our radical efforts today successful. For many of us, it’s not only the end result that matters, it’s the way we live, living a meaningful life.

Notes:

1. John Gerassi, «Venceremos! The Speeches and Writings of Che Guevara,» Introduction, Simon and Schuster, p. 14.

2. ibid. This is an edited and abbreviated extract from a 1960 speech by Che Guevara, «On Revolutionary Medicine.» The entire speech can be found in the Gerassi book, pp 112-119.

* Mitchel Cohen is co-editor of «Green Politix,» the national newspaper of the Greens/Green Party USA. Article published on COUNTERPUNCH, January 3-5 2004.

Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ για τον Τσε Γκεβάρα (4-10 Οκτώβρη στην Αθήνα)

Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ από όλο τον κόσμο για τον Ernesto Che Guevara συνδιοργανώνουν η New Star σε συνεργασία με την Πρεσβεία της Δημοκρατίας της Κούβας στην Ελλάδα, με αφορμή τη συμπλήρωση 45 χρόνων από τη δολοφονία του, στις 9 Οκτωβρίου 1967.

Το φεστιβάλ πραγματοποιείται από 4 – 10 Οκτωβρίου στον κινηματογράφο «ΤΙΤΑΝΙΑ» (Πανεπιστημίου & Θεμιστοκλέους) και θα προβάλλονται ντοκουμέντα της ζωής και της δράσης του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, όπως απαθανατίζονται από καλλιτέχνες όλου του κόσμου (Κούβα, Χιλή, Βολιβία, Αργεντινή, Ιταλία, Γαλλία, Η.Π.Α, Καναδά αλλά και την Ελλάδα).

Πολλά από αυτά τα ντοκιμαντέρ θα προβληθούν για πρώτη φορά στην Ελλάδα και πρώτη φορά οι θεατές θα μπορούν να απολαύσουν συγκεντρωμένο τέτοιο όγκο ανεκτίμητου φιλμικού υλικού γύρω από το πρόσωπο του Τσε.

Τα ντοκιμαντέρ περιέχουν σπάνιο οπτικοακουστικό υλικό απ’ ευθείας από τα αρχεία της Κούβας, ανέκδοτες εικόνες και συνεντεύξεις με μέλη της οικογένειας Γκεβάρα, φίλους και συντρόφους, ενώ περιλαμβάνονται όλα τα στάδια της ζωής του θρυλικού επαναστάτη: από τη γέννηση και τα χρόνια της νιότης, την περιπλάνηση στη Λατινική Αμερική, τη συνάντηση με τον Φιδέλ Κάστρο, τα ταξίδια του ως υπουργός της επαναστατικής κυβέρνησης μέχρι τη δολοφονία του στα βουνά της Βολιβίας στην τελευταία προσπάθεια να διευρύνει τον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη.

Θα έχουμε τη μοναδική ευκαιρία να γίνουμε μάρτυρες άγνωστων πτυχών της ζωής του μεγάλου αγωνιστή, μέσα από δυσεύρετες παραγωγές κινηματογράφου κι άλλες πολύτιμες μαρτυρίες που εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας για τη ζωή και τη δράση του.

Επίσης θα λειρτουργήσει Έκθεση Αφίσας και Φωτογραφίας Τσε Γκεβάρα.

Ενδεικτική λίστα προβαλλόμενων ντοκιμαντέρ.

1 – ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΓΥΡΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ / «Una foto recorre el mundo»
Σκηνοθεσία: Pedro Chaskel, Κούβα 1981
Διάρκεια: 12’:58”

2 – ΦΙΔΕΛ: OΤΑΝ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ TON ΤΣΕ / «Fidel racconta il ‘Che»
Σκηνοθεσία: Gianni Mina, Ιταλία 1987
Διάρκεια: 57’:35”

3 – MI HIJO IL CHE
Διάρκεια: 61’:00”

4 – Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ο ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ, Ο ΦΙΛΟΣ / «Homo, Compagno, Amico»
Σκηνοθεσία: Luca Ianitti, 1994
Διάρκεια: Α- 65’:00”, – 45’:00”

5 – Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΗΣ ΦΑΛΑΓΤΑΣ 4 / «Un relate sobre el jefe de la c.4»
Σκηνοθεσία: Sergio Giral, Κούβα 1973
Διάρκεια: 37’:30”

6 – ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ, 30 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ / «EΙ che despues de 30 afios»
Σκηνοθεσία: Gianni Mina, Ιταλία 2002
Διάρκεια: 70’:45”

7 – ΤΣΕ, KOMANTANTE, ΦΙΛΕ / «Che Comandante Amigo»
Σκηνοθεσία: Bernabe Hernandez / Jose Padron, 1977
Διάρκεια: 16’:49”

8 – Ο ΕΡΩΤΑΣ, Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ, Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ / «El Amor, La Politica, La Rebeldia»
Σκηνοθεσία: Teresita Gomez, Κούβα 1995
Διάρκεια: 45’:10”

9 – ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ME TON ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ / «Il Viaggio con il Che Guevara»
(παρουσιάζονται σκηνές από την ταινία «Ταξίδι» του Φερνάντο Σολάνας),
Σκηνοθεσία: Gianni Mina, Ιταλία 2003
Διάρκεια: 120’:03”

10 – ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΝΙΚΗ, ΠΑΝΤΑ / «Hasta la victoria siempre»
Σκηνοθεσία:Santiago Alvarez, Κούβα 1967
Διάρκεια: 19’:30”

11 – ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ, ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ / «Constructor cada dia companero»
Σκηνοθεσία: Pedro Chaskel, Κούβα 1982
Διάρκεια: 23’:24”

12 – ΑΣ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ TON ΠΕΖΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ / «Cambiare la prosa del mondo»
Σκηνοθεσία: Daniel Abbado, Leonardo Sangiorgi, Ιταλία
Διάρκεια: 39’:41”

13 – ΤΣΕ / “Che”
Σκηνοθεσία: Miguel Torres, Κούβα
Διάρκεια: 68’:49”

14 – Ο ΤΣΕ ΣΤΗ ΒΟΛΙΒΙΑ / «Entre Leyendas»
Σκηνοθεσία: Rebeca Chavez, Κούβα 1988
Διάρκεια: 27’:53”

15 – Ο ΤΣΕ / «El Che»
Σκηνοθεσία: Maurice Dugwson, Γαλλία 1997
Διάρκεια: 96’:03”

16 – ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΤΣΕ / «In Viaggio con il Che»
(παρουσιάζονται σκηνές από την ταινία «Ημερολόγια μοτοσικλέτας» του Βάλτερ Σάλες),
Σκηνοθεσία: Andrea Dorigo, Ιταλία
Διάρκεια: 65’:22”

17 – ΕΠΙΚΟ ΑΣΜΑ ΣΤΗΝ ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ / «Canto epico a la ternura»
Σκηνοθεσία: Adolfo Marino, Κούβα 1995
Διάρκεια: 46’:58”

18 – ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΦΤΑΣΕ ΚΑΝΕΙΣ / «Donde nunca jamas se lo imaginan»
Σκηνοθεσία: Manuel Perez, 2004
Διάρκεια: 54’:53”

19 – Ο ΘΑΝΑΤΟΣ TOY ΤΣΕ / «Octubre del 67»
Σκηνοθεσία: Rebeca Chavez
Διάρκεια: 32’:06”

20 – ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ TOY ΤΣΕ / «Tracing Che»
Σκηνοθεσία: Lawrence Elman, Καναδάς 2002
Διάρκεια: 50’:41”

21- TO ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΒΟΛΙΒΙΑΣ / «Il Diario di Bolivia, Richard Dindo»
Γαλλία -Ελβετία 1994
Διάρκεια: 91’:30”

22 – ΤΣΕ: Η ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ TOY / «Che: rise and fall (Che Guevara: The documentary)»
Σκηνοθεσία: Eduardo Montes Bradley, Αργεντινή 2004
Διάρκεια: 52’:05”

23 – Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ / «El regreso»
Σκηνοθεσία: Otto Miguel Guzman, Κούβα, Διάρκεια: 30’:14”

24 – CHEVOLUTION
Σκηνοθεσία: Luis Lopez, Trisha Ziff, Διάρκεια: 86’:00”.

25 – Η ΑΛΕΪΔΑ ΓΚΕΒΑΡΑ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΗΣ / «Aleida Guevara remembers her father».
Σκηνοθεσία: Carlos Alberta Garcia, Διάρκεια: 34’:14”.

26 – ΣΤΟ «ΛΑ ΙΓΚΕΡΑ» ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΕΡΝΕΣΤΟ / «San Ernesto nace en La Higuera».
Σκηνοθεσία: Isabel Santos, Κούβα-Βολιβία 2007, Διάρκεια: 44’:59”.

27 – CHE GUEVARA Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ / «Hasta la victoria siempre».
Ferruccio Valerio, Ιταλία 2004, Διάρκεια: 55’:38”.

28 – PERSONAL CHE.
Σκηνοθεσία: Adriana Marino, Douglas Dvoite, Κολομβία 2007, Διάρκεια: 83’:23”.

29 – ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ, Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΧΗ / «Bloody Che Contra».
Σκηνοθεσία: Paolo Heusch, Διάρκεια: 81’:34”.

30 – H ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ TOY CHE.
Ντοκιμαντέρ του Στέλιου Κούλογλου, Α&Β ΜΕΡΟΣ, Διάρκεια: Α- 56’:23”, Β- 58’:23”.

31 – ΤΣΕ, ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΒΛΕΜΑ, ΑΝΤΙΟ ΚΟΜΑΝΤΑΝΤΕ ΤΣΕ / «Che, la eterna mirada, adios comandante Che», Σκηνοθεσία: Edgardo Cabeza, 2005 Αργεντινή.

32 – CHE: MUERTE DE LA UTOPIA.
Σκηνοθεσία: Fernando Birri, Διάρκεια: 89’:20”.

35 – CHE GUEVARA – THE BODY & THE LEGEND.
Σκηνοθεσία: Raffaele Brunetti, Διάρκεια: 52’:00”.

Γράψτε τη δική σας άποψη – «Τι συμβολίζει για σένα ο Τσε Γκεβάρα;»

Στις 9 Οκτώβρη συμπληρώνονται 45 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε στη Βολιβία. Στο πλαίσιο των αφιερωμάτων του Ελληνικού Αρχείου Τσε Γκεβάρα καλούμε όσους φίλους και αναγνώστες επιθυμούν να απαντήσουν, με το δικό τους τρόπο, στο ερώτημα «ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ Ο ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡA;».

Μπορείτε να στέλνετε τις απαντήσεις σας (από μια πρόταση έως 250 λέξεις το ανώτερο) στο email: guevaristas@mail.com. Παρακούμε να σημειώνονεται το όνομα ή ονοματεπώνυμο σας και την πόλη διαμονής σας.

Όσες απαντήσεις συγκεντρωθούν θα δημοσιευθούν στο Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα στις 7-8 Οκτωβρη 2012. Μοναδικές εξαιρέσεις τυχόν υβριστικά ή άσχετα με το θέμα μηνύματα.

[ENGLISH]

The 9th of October is the 45th commemoration of Che’s assassination in Bolivia. We call everyone who wants, from our friends and readers, to answer in their own way the question: «WHAT DOES CHE GUEVARA SYMBOLIZE FOR YOU?».

You can send your answers (maximum 250 words) to the following e-address: guevaristas@mail.com.

Please include your first or full name and the city of your residence. The answers will be published on this website on 7-8 October 2012. Messages containing hate or inappropriate content will be ignored.

Κλάους Μπάρμπι και CIA: Ο Ναζί εγκληματίας πολέμου που κυνήγησε τον Τσε

Η άνανδρη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα από δυνάμεις του βολιβιανού στρατού και πράκτορες της CIA, τον Οκτώβρη του 1967, έχει πτυχές που πιθανόν να μην τις μάθουμε ποτέ. Κάποιες άλλες είναι ίσως λιγότερο γνωστές στο ευρύ κοινό. Μια απο αυτές είναι η συνεργασία της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ με διαβόητο Ναζί εγκληματία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι η ιστορία του Νίκολαους “Κλάους” Μπάρμπι, του λεγόμενου “χασάπη της Λυών” – λόγω των φρικτών εγκλημάτων που διέταξε στη γαλλική πόλη – ο οποίος μια εικοσαετία και πλέον μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου “στρατολογήθηκε” από τη CIA στο κυνήγι του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία.

Λίγα λόγια για τον Ν. Κλάους Μπάρμπι:

Γεννήθηκε στις 25 Οκτώβρη 1913 στο Γκόντεσμπεργκ της Πρωσίας. Στα 22 του χρόνια ο “Κλάους” εντάχθηκε στην ειδική υπηρεσία πληροφοριών των SS, λειτουργώντας ως πληροφοριοδότης για το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ. Η πορεία του από εκεί και πέρα είναι συνδεδεμένη με τα φρικιαστικότερα εγκλήματα των SS και της Γκεστάπο κατά την άνοδο του ναζισμού στην Ευρώπη. Σε ηλικία μόλις 29 ετών διορίζεται επικεφαλής του γραφείου της Γκεστάπο στη Λυών της Γαλλίας. Οι μαρτυρίες λένε ότι ο Μπάρμπι υπήρξε σαδιστικά αιμοσταγής: έλαβε μέρος στο βασανισμό ανδρών και γυναικόπαιδων, χρησιμοποίησε ηλεκτροσόκ κατά τη διάρκεια ανακρίσεων ενώ δεν δίσταζε να βασανίσει και σεξουαλικά τα θύματα του. Έλαβε το προσωνύμιο “Χασάπης της Λυών” για τη βαρβαρότητα που επέδειξε ως επικεφαλής της ναζιστικής μυστικής αστυνομίας στην πόλη. Τον Απρίλη του 1944 διέταξε την απέλαση – με κατεύθυνση τα κρεματόρια του Άουσβιτς – 44 παιδιών από ορφανοτροφείο της κωμόπολης Ιζιέ. Έλαβε μέρος σε δεκάδες επιχειρήσεις των ναζιστικών στρατευμάτων κατά γάλλων παρτιζάνων μέχρι και το τέλος του πολέμου.

Κατά έναν παράξενο τρόπο, μετά το τέλος του Β’Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα του χιτλερικού καθεστώτος, ο Μπάρμπι στρατολογήθηκε από τους “Δυτικούς συμμάχους”, δουλεύοντας για τη Βρετανία μέχρι το 1947 και έπειτα για τις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών. Το 1951, με τη βοήθεια της CIA και του Βατικανού, καταφέρνει να διαφύγει από την Ευρώπη με κατεύθυνση την Αργεντινή – η “απόδραση” του Μπάρμπι στη Λατινική Αμερική είναι μια απ’ τις πολλές υποθέσεις αξιωματούχων του χιτλερικού καθεστώτος που με τη βοήθεια της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας εγκατέλειψαν την Ευρώπη. Απο ‘κει και πέρα ο “Χασάπης της Λυών” – πότε σε συνεργασία με την CIA και πότε ως πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών της Δυτικής Γερμανίας (BND) – θα λάβει μέρος σε αμέτρητες εγκληματικές επιχειρήσεις, από απόπειρες δολοφονίας μέχρι στρατιωτικά πραξικοπήματα. Το 1965 ο Μπάρμπι βρίσκεται στη Βολιβία δουλεύοντας για την BND και έχοντας εξασφαλίσει το μισθό του σε τραπεζικό λογαριασμό με έδρα το Σαν Φρανσίσκο των ΗΠΑ. Διαμένει στην πρωτεύουσα Λα Παζ φέροντας τον τίτλο του “επιχειρηματία”, υπό το όνομα “Κλάους Αλτμαν”…

Η ταυτότητα του «Κλάους Αλτμαν» στη Βολιβία.

Η ανάμειξη του Κλάους Μπάρμπι στην σύληψη και δολοφονία του Τσε αποκαλύφθηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Βαθιά αντικομμουνιστής και γνώστης τακτικών πολέμου απ’ τη θητεία του στα ναζιστικά στρατεύματα, ο Μπάρμπι αποτέλεσε έναν εκ των ιδανικών υποψηφίων για συμμετοχή στο κυνήγι του Τσε. Προκειμένου να συλλάβουν τον αργεντίνο επαναστάτη, οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ ήταν αποφασισμένες να κάνουν τα πάντα. Ο βρετανός, βραβευμένος με Όσκαρ, σκηνοθέτης Κέβιν Μακ Ντόναλντ ερεύνησε την συμμετοχή του πρώην διοικητή της Γκεστάπο στον εντοπισμό και την σύλληψη του Τσε. Το ντοκυμαντέρ με τίτλο “Ο Εχθρός του Εχθρού μου” (My Enemy’s Enemy) περιγράφει πτυχές της στρατολόγησης του “χασάπη της Λυών” στο κυνήγι που εξαπέλυσε η CIA στη Βολιβία. Σύμφωνα με πληροφορίες που συνέλεξε ο Μακ Ντόναλντ, η CIA χρησιμοποίησε τις – αν μη τι άλλο πολύτιμες – εμπειρίες του Μπάρμπι απέναντι στους γάλλους παρτιζάνους κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Αλβάρο ντε Κάστρο, έμπιστος του Μπάρμπι εκείνα τα χρόνια, εξιστορεί στο ντοκυμαντέρ: “Συνάντησε (ο Μπάρμπι) τον στρατηγό Σέλτον, τον αρχηγό της μεραρχίας από τις ΗΠΑ. Ο Άλτμαν (κωδική ονομασία του Μπάρμπι) χωρίς αμφιβολία του έδωσε συμβουλές στο πως να πολεμήσει τους αντάρτες. Χρησιμοποίησε τις γνώσεις που είχε αποκτήσει απ’ τη δουλειά του στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το πιο σημαντικό ήταν ότι κατείχε αυτήν την εμπειρία”. Μάλιστα ο ντε Κάστρο αποκαλύπτει την προκλητική υπεροψία με την οποία ο εγκληματίας Ναζί αντιμετώπιζε τον Τσε: “Αυτός ο κακομοίρης δεν θα είχε επιζήσει καθόλου εάν είχε πολεμήσει στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο” συνήθιζε να λέει ο Μπάρμπι.

Την περίοδο της προβολής του ντοκυμαντέρ (Δεκέμβρης 2007), ο σκηνοθέτης Μακ Ντόναλντ αφηγείται στην εφημερίδα “Guardian”: Ο Γκεβάρα έφτασε στη Βολιβία μεταμφιεσμένος – όπως οι γάλλοι αντάρτες στον πόλεμο που ήταν συνεχώς μεταμφιεσμένοι ώστε να περνούν απαρατήρητοι απ’ τους γερμανούς. Υποψιάζομαι ότι η συμβολή του Μπάρμπι (στην σύλληψη) ήταν περισσότερο σε θεωρητικό επίπεδο και, αν το σκεφτείτε, είναι λογικό απ’ την πλευρά των βολιβιανών και των αμερικανών. Είχε έμπρακτη ειδίκευση στο αντικείμενο, ήταν σκληρός αντικομμουνιστής. Ούτε οι αμερικανοί, ούτε οι βολιβιανοί είχαν τέτοιου είδους εμπειρία”.

Η συνεργασία της CIA και της βολιβιανής κυβέρνησης με τον διαβόητο εγκληματία του Τρίτου Ράϊχ οδήγησε στην σύλληψη και δολοφονία του Ερνέστο Γκεβάρα, στις 9 Οκτώβρη 1967. Στο ντοκυμαντέρ “Ο Εχθρός του Εχθρού μου”, ένας συνάδελφος του Μπάρμπι στην Υπηρεσία αντικατασκοπείας του αμερικανικού στρατού (US Army Counter-Intelligence) θα δηλώσει κυνικά: “Δεν πιστεύω ότι ήταν πραγματικά σαδιστής. Έκανε αυτό που του είχε ανατεθεί και ήταν περήφανος για την ικανότητα του να ανακρίνει ανθρώπους”. Από τον ναζιστικό ιμπεριαλισμό της φρίκης του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ο Κλάους Μπάρμπι (ή Κλάους Άλτμαν) θα μεταπηδήσει με παροιμιώδη ευκολία στο στρατόπεδο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού του μεταπολέμου, αυτόν του Ψυχρού Πολέμου. Για τα εγκλήματα του δεν θα τιμωρηθεί ποτέ όπως του άξιζε.

Ο “χασάπης της Λυών” θα συλληφθεί το Γενάρη του 1983 απ’ τις βολιβιανές αρχές και θα εκδωθεί στη Γαλλία προκειμένου να δικαστεί. Θα καταδικαστεί για 41 διαφορετικές κατηγορίες εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και θα φυλακιστεί σε ισόβια κάθειρξη στη Λυών το 1987 – την πόλη που τέσσερις δεκαετίες πριν είχε ζήσει τον σαδισμό και τη βαρβαρότητα της αρρωστημένης ιδεολογίας του. Αμετανόητος μέχρι τέλους θα δηλώσει ενώπιον του δικαστηρίου: “Ενώπιον του Θεού θα κριθώ αθώος”. Το 1991 πεθαίνει στην φυλακή από λευχαιμία, σε ηλικία 77 ετών.

Ν.Μόττας.