ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΣ – Αργεντινή και Δ.Ν.Τ.

Στις 10 Δεκεμβρίου 1999 ο Φερνάντο Δε λα Ρούα αναλαμβάνει την Προεδρία της Αργεντινής και πολύ σύντομα, όπως ο προκάτοχός του, προστρέχει στη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, την πολιτική του οποίου ακολουθεί κατά γράμμα.

Στις 10 Μαρτίου, το Δ.Ν.Τ. δέχεται μια υπό όρους τριετή συμφωνία για 7,2 δις δολάρια, με την προϋπόθεση η Αργεντινή να ακολουθήσει μια αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή και υποθέτοντας αύξηση του ΑΕΠ κατά 3,5% το 2000, όταν στην πραγματικότητα ήταν 0,5%.

Σύντομα, στις 29 Μαΐου 2000, η κυβέρνηση ανακοινώνει περικοπές δαπανών ύψους 1 δις δολαρίων, ελπίζοντας ότι αυτό θα ανανεώσει την εμπιστοσύνη των αγορών. Παρ’ όλα αυτά, τον Αύγουστο που ακολουθεί, ο τότε υπουργός Οικονομίας Λουίς Ματσινέα, ανακοινώνει ότι το προβλεπόμενο έλλειμμα στο τέλος τους έτους θα υπερβαίνει το στόχο που είχε προσδιοριστεί.

Στις 18 Δεκεμβρίου 2000,  η κυβέρνηση ανακοινώνει επιπλέον πακέτο πολυμερούς βοήθειας 40δις δολαρίων, στο μεγαλύτερο μέρος υπό την εγγύηση του Δ.Ν.Τ. Επικυρώνεται στις 12 Ιανουαρίου,  με τη συμμετοχή ακόμα της Inter-American Development Bank, της Παγκόσμιας Τράπεζας, της Ισπανίας και άλλους ιδιώτες δανειστές. Η συμφωνία υποθέτει ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ 2,5%, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει μείωση κατά 5.0%…

Στις αρχές του 2001, τα δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας είναι τεράστια. Το ίδιο διάστημα, σύμφωνα με στατιστικές, 55 παιδιά, 35 νέοι και 10 ενήλικες πεθαίνουν στην Αργεντινή κάθε μέρα. Συνολικά, πεθαίνουν 35.000 άτομα εκείνη τη χρονιά. Ο παιδικός υποσιτισμός αυξάνεται ραγδαία. Κάποιοι, όπως ο Πίνο Σολάνας, χαρακτηρίζουν την κατάσταση ως  Γενοκτονία του Νεοφιλελευθερισμού. Tόσους νεκρούς δεν άφηναν πίσω τους ούτε οι αιμοσταγείς δικτατορίες.

Το Φεβρουάριο του 2001, τα στοιχεία δείχνουν ότι η Αργεντινή δε θα καταφέρει να  ανταπεξέλθει στους στόχους του Δ.Ν.Τ., προκαλώντας τη δυσπιστία των αγορών. Μεγάλα χρηματικά ποσά διαφεύγουν από τη χώρα. Στις 2 Μαρτίου 2001, ο κ. Ματσινέα παραιτείται από υπουργός οικονομίας.

Τον διαδέχεται ο Ρικάρντο Λόπεζ Μούρφι, ο οποίος στις 16 Μάρτη ανακοινώνει ένα διετές πρόγραμμα σκληρής λιτότητας 4,45 δις δολαρίων, με μεγάλες περικοπές στον τομέα της εκπαίδευσης.
Έξι μέλη του αριστερού κόμματος Frepaso, το οποίο μετέχει στον κυβερνητικό συνασπισμό, παραιτούνται σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Ο κ. Lopez Murphy παραιτείται στις 19 Μαρτίου.
Οι αγορές χάνουν όλο και περισσότερο την εμπιστοσύνη τους.

Μπροστά στα οικονομικά προβλήματα της χώρας, ο Δε Λα Ρούα καλεί τον υπερ-υπουργό του Μένεμ, Δομίνγκο Καβάλο, ο οποίος αναλαμβάνει νέος Υπουργός Οικονομίας στις 20 Μάρτη. Τον Ιούνιο 2001 ξεκινά μια προσπάθεια ανάκτησης της εμπιστοσύνης των αγορών και αναδιαπραγμάτευσης του εξωτερικού χρέους της χώρας, το οποίο συνεχίζει να μεγαλώνει. «Καλέσαμε τους πιστωτές τόσο από το εσωτερικό όσο από το εξωτερικό και τους είπαμε ότι θέλουμε να μας δώσουν περισσότερο χρόνο και να χαμηλώσουν τα επιτόκια κι εμείς θα τους προσφέραμε συγκεκριμένες εγγυήσεις, με τα λεφτά που θα μας έδινε το Δ.Ν.Τ.», μας εξηγεί ο πρώην Υπουργός. Το ίδιο διάστημα η κυβέρνηση ανακοινώνει περικοπή μισθών και συντάξεων κατά 13%, κάτι που προκαλεί οργή στο λαό.

Αρχές Ιουλίου η κυβέρνηση ανακοινώνει ένα σχέδιο εξισορρόπησης του προϋπολογισμού, όμως οι αγορές αντιδρούν αρνητικά, μη δείχνοντας εμπιστοσύνη. Στις 19 Ιουλίου τα συνδικάτα καλούν σε εθνική απεργία ως απάντηση στα σχέδια λιτότητας της κυβέρνησης. Στις 29 Ιουλίου 2001, το Κογκρέσο περνάει το «Νόμο για Μηδενικό Έλλειμμα», απαιτώντας την εξισορρόπηση του  προϋπολογισμού στο τελευταίο τέταρτο του 2001. Με βάση τη δέσμευση της Αργεντινής για άμεση εφαρμογή αυτού του νόμου, το Δ.Ν.Τ. αυξάνει τη δέσμευσή του για επιπλέον βοήθεια 7,2 δις δολάρια.

Στις 6 Νοέμβρη, η Αργεντινή προχωρά σε μια δεύτερη συμφωνία ανταλλαγής χρέους, ανταλλάσσοντας ομόλογα 60 δις δολαρίων μέσου επιτοκίου  11-12% με μακροπρόθεσμα γραμμάτια με επιτόκιο μόνο  7%. Διεθνείς οργανισμοί αξιολογούν θετικά την κίνηση. Όμως, ούτε οι ίδιοι οι αργεντίνοι δεν έχουν πια εμπιστοσύνη στο πέσο και αμφισβητούν την πραγματική του αξία σε σχέση με το δολάριο. Αρχίζει μάλιστα να κυκλοφορεί η φήμη υποτίμησης του πέσο. Στις 30 Νοεμβρίου αρχίζει μεγάλη εκροή κεφαλαίων από τις τράπεζες. Τα αποθεματικά της Κεντρικής Τράπεζας αδειάζουν κατά 2 δις δολάρια σε μια μέρα, ενώ υπολογίζεται ότι συνολικά 20 δις δολάρια διέφυγαν στο εξωτερικό.

Επικρατεί πανικός. Μπροστά στον κίνδυνο διαφυγής όλων των κεφαλαίων από τις τράπεζες, ο Δομίνγκο Καβάλο εφαρμόζει την απαγόρευση των αναλήψεων χρηματικών ποσών, γνωστή και ως Corralito, την 1η Δεκεμβρίου του 2001. Επιτρέπεται η ανάληψη μόνο 250 πέσος τη βδομάδα, ενώ τα πέσος δεν μετατρέπονται πια σε δολάρια. Το μέτρο αυτό επηρεάζει αρνητικά τη μεσαία τάξη και κυρίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ξεκινούν οι αντιδράσεις του κόσμου. Οι περισσότεροι υπάλληλοι δεν λαμβάνουν πια το μισθό τους, ενώ η φτώχεια και η ανασφάλεια φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα. Η μεσαία τάξη ασφυκτιά, η φτώχεια αυξάνεται και η ανεργία φτάνει στο ποσοστό ρεκόρ 18%, σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση της κυβέρνησης. Το 70% των εισοδημάτων αντιστοιχεί στο 10% του πληθυσμού.

Στις 5 Δεκεμβρίου το Δ.Ν.Τ. αρνείται να δώσει τη δόση πίστωσης ύψους 1,26 δις δολαρίων που είχε υποσχεθεί, επισημαίνοντας την επανειλημμένη αδυναμία της Αργεντινής να πετύχει τους δημοσιονομικούς της στόχους. Το ίδιο κάνει και η Παγκόσμια Τράπεζα, που παγώνει την οικονομική βοήθεια ύψους 1,23 δις ευρώ.  Δύο μέρες αργότερα η Αργεντινή ανακοινώνει ότι δεν μπορεί πια να εγγυηθεί την πληρωμή του εξωτερικού της χρέους.

«Το Δ.Ν.Τ. δε μας στήριξε, γιατί εκείνο τον καιρό κυριαρχούσε η θεωρία της ηθικής του κινδύνου, δηλαδή όταν μια χώρα είναι χρεωμένη και υπάρχουν τράπεζες και κάτοχοι ομολόγων που έχουν δανείσει αυτή τη χώρα, είναι καλύτερα η χώρα να φτάσει στη χρεωκοπία και να υπάρξει στάση πληρωμής του χρέους, γιατί έτσι αυτή η χώρα θα υποστεί τις συνέπειες. Κι αυτό θα αποτελέσει ένα μάθημα για το μέλλον ώστε αυτή η χώρα να μην ξαναχρεωθεί και οι πιστωτές να μη τη δανείσουν ξανά, αφού βρέθηκε κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες. Είναι ένα είδος θεωρίας εξαγνισμού, που τιμωρεί τη χώρα για μιαν αμαρτία που διέπραξε πριν», λέει ο Δομίνγκο Καβάλο, που ακόμα και σήμερα υποστηρίζει τις πολιτικές του επιλογές.

Από τα μέσα του Δεκέμβρη αρχίζουν λαϊκές διαμαρτυρίες σε όλη τη χώρα, η οποία οδεύει στη χρεωκοπία.

Στις 18 Δεκεμβρίου, μεγάλες μάζες του λαού, αρχίζουν να λεηλατούν καταστήματα. Η Κυβέρνηση Δε Λα Ρούα ανακηρύσσει τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

Στις 19 Δεκεμβρίου του 2001 αρχίζει γενική απεργία και μια μεγάλη διαδήλωση, γνωστή ως Cacerolazo. Χιλιάδες αποταμιευτές επιτίθενται στις τράπεζες που έχουν κατεβάσει ρολά και τις χτυπούν με σφυριά και πέτρες, απαιτώντας τις καταθέσεις τους. Γίνονται επεισόδια και λεηλασίες, με αποτέλεσμα να δολοφονηθούν 5 διαδηλωτές. Το ίδιο βράδυ παραιτείται ο υπουργός οικονομικών, Δομίνγκο Καβάλο. Πολύς κόσμος πηγαίνει έξω από το σπίτι του και τον αποδοκιμάζει.

«Έγιναν λεηλασίες και η φτώχεια ήταν ακραία, οι ανάγκες είχαν φτάσει στ’ άκρα και γι’ αυτό υπήρξε ένας τρόπος νομικής δικαιολόγησης, που κατανοούσε τον απελπισμένο άνθρωπο που ξεσπά μπαίνοντας μέσα σε ξένη ιδιοκτησία, όπως ένα σούπερ μάρκετ. Αυτό ήταν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει στην Αργεντινή. Οι πολιτικοί αναλυτές μιλούσαν για τη νομιμότητα κάποιου που εισβάλει σε ένα σούπερ μάρκετ.  Να κλέβεις τρόφιμα, σε μια χώρα η οποία παρήγαγε τροφή για 300 εκατ. κατοίκους! Ήταν μία αντίφαση. Κι αυτή η αντίφαση της Αγοράς, προέρχεται από ένα επιχειρησιακό σύστημα που ονομάστηκε κοινώς Νεοφιλελευθερισμός. Η Αργεντινή έγινε ένα από τα «εργαστήρια» της οικονομίας, στο οποίο τα ινδικά χοιρίδια για τα πειράματα, ήμασταν εμείς οι ίδιοι», λέει ο Ρούμπεν Ραβέρα, Μουσειολόγος και ιδρυτής του Τρουέκε.

Στις 20 Δεκεμβρίου, τα επεισόδια παίρνουν μεγαλύτερη έκταση στην Πλάσα δε Μάγιο και η αστυνομία δολοφονεί 30 άτομα. «Ήταν 23 ετών και δεν έβλεπε μέλλον για κανέναν. Όλοι έψαχναν για δουλειά και κανείς δεν έβρισκε. Θέλησε να πάει μόνος του στη διαδήλωση. Είπε, εγώ θα λάβω μέρος σ’ αυτό που γίνεται. Περπατούσε στην Λεωφόρο Δε Μάγιο, όταν είδε να αρχίζουν τα επεισόδια και οι διαδηλωτές να πετούν πέτρες στην τράπεζα. Τότε, άρχισε ένας καταιγισμός πυροβολισμών κι όλοι άρχισαν να τρέχουν. Τον πυροβόλησε ένας της ιδιωτικής ασφάλειας της τράπεζας, που ήταν στρατιωτικός που είχε αποσυρθεί.  Ήταν εκεί ως φρουρός. Και τώρα είναι ελεύθερος. Αυτός ο τύπος είναι ελεύθερος!», διηγείται η Ελεάνα Μπεατρίζ Μπενεδέτο, αδελφή ενός απ’ τους νεκρούς στις συμπλοκές του 2001.

Ο Πρόεδρος Δε Λα Ρούα παραιτείται και διαφεύγει με ελικόπτερο από το Προεδρικό Μέγαρο Casa Rosada. Στην Αργεντινή επικρατεί χάος και εκατομμύρια κάτοικοι ξεχύνονται στους δρόμους.

Advertisements