1967: Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε και οι αντάρτες του Τσε

Che Guevara with Salvador Allende photoΒρισκόμαστε στο 1967 και ο Τσε έχει δολοφονηθεί στη Βολιβία στις 9 Οκτώβρη. Οι σύντροφοι του ψάχνουν για καταφύγιο, για άσυλο προστασίας απ’ τις δυνάμεις του βολιβιανού στρατού και της CIA. Θα καταφέρουν να βρουν άσυλο στην Χιλή, έπειτα από παρέμβαση του ηγέτη της αριστεράς Σαλβαδόρ Αλιέντε. Αυτό το γεγονός, ξεχασμένο από πολλούς μέσα στον ορυμαγδό των τότε ραγδαίων εξελίξεων, μας δίνει ένα ακόμη στοιχείο για το πρόσωπο του Αλιέντε, του ανθρώπου που επιχείρησε – ανεπιτυχώς όπως αποδείχθηκε – τη μετάβαση στον Σοσιαλισμό μέσα απ’ τις δομές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Τρεις επιζώντες της μάχης στο φαράγγι του Γιούρο (8 Οκτώβρη 1967) περιπλανήθηκαν στη βολιβιανή ύπαιθρο επί τέσσερις μήνες, προσπαθώντας να μη γίνουν αντιληπτοί απ’ τον στρατό. Μοναδικός τους στόχος ήταν η επιστροφή στην Κούβα, όσο το δυνατόν συντομότερα και με ασφάλεια. Δε μπορούσαν όμως να περάσουν τα σύνορα ούτε για το Περού, ούτε για την Αργεντινή ή τη Βραζιλία, όπου οι αρχές τους είχαν ουσιαστικά επικηρύξει. Μοναδική τους διέξοδος η Χιλή και ο Αλιέντε ο οποίος, πέραν του ότι τύγχανε προσωπικός φίλος του δολοφονηθέντος Κομαντάντε Γκεβάρα, ήταν πρόεδρος του Οργανισμού Λατινοαμερικανικής Αλληλεγγύης (OLAS). Εκείνη την περίοδο ο εν λόγω οργανισμός έβλεπε θετικά την εξάπλωση επαναστατικών κινημάτων στην ήπειρο βοηθώντας τα σε διπλωματικό και πολιτικό επίπεδο.

Αργότερα, ο Αλιέντε εξηγούσε ότι η βοήθεια που παρείχε στους επιζώντες του αντάρτικου της Βολιβίας ήταν «το λιγότερο που μπορούσα να κάνω στη μνήμη του Γκεβάρα». Η επιχείρηση να περάσουν κάτω από άκρα μυστικότητα τα σύνορα Βολιβίας-Χιλής απέτυχε, παρά τις προσπάθειες του Αλιέντε και των συνεργατών του. Οι αρχές της Χιλής συνέλαβαν τους επιζώντες συντρόφους του Τσε και τους μετέφεραν στην πρωτεύουσα Σαντιάγκο. Εκείνη την περίοδο, πρόεδρος της χώρας ήταν ο χριστιανοδημοκράτης Εδουάρδο Φρέι Μοντάλβα, συντηρητικός αντικαστρικός με προφανείς εξαρτήσεις απ’ τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Ο Μοντάλβα είχε να ισορροπήσει ανάμεσα στις πιέσεις που δέχονταν από τις κυβερνήσεις Βολιβίας και ΗΠΑ για την άμεση έκδοση των ανταρτών (και τη δίκη που θα ακολουθούσε) και την αυξανόμενη πίεση που δέχονταν απ’ την χιλιανή αριστερά, τους κομμουνιστές και τον Αλιέντε. Η καλά οργανωμένη καμπάνια του Σαλβαδόρ Αλιέντε υπέρ της επιστροφής των ανταρτών στην Κούβα απέδωσε καρπούς, αναγκάζοντας την κυβέρνηση Μοντάλβα να αποδεχθεί την απέλαση τους με προορισμό, όχι τη Βολιβία, αλλά την Αβάνα.

Μέσω της γαλλικής Πολυνησίας οι διασωθέντες επαναστάτες αναχώρσαν για την Κούβα. Τις επόμενες ημέρες, ο δεξιός και συντηρητικός Τύπος στην Χιλή θα οργιάσει ενάντια στον Αλιέντε, κατηγορώντας τον για «υπόθαλψη ανταρτών» και «υπονόμευση της αίγλης της χιλιανής γερουσίας» (της οποίας ο Αλιέντε ήταν μέλος). Έξι χρόνια μετά από εκείνα τα γεγονότα η κυβέρνηση Αλιέντε θα ανατραπεί με το γνωστό αιματηρό πραξικόπημα της Χούντας του Πινοσέτ και των αμερικανών.

Μετά τη δολοφονία του Τσε ο Σαλβαδόρ Αλιέντε διηγούνταν την πρώτη τους συνάντηση, όταν ο Γκεβάρα του είχε προσφέρει, τιμητικά, ένα αντίτυπο του «Ανταρτοπολέμου». Στην χειρόγραφη αφιέρωση έγραφε ο Τσε: «Στον Σαλβαδόρ, με τον οποίο έχουμε τον ίδιο σκοπό αναζητώντας τον με διαφορετικούς τρόπους». Ο Αλιέντε συνήθιζε να υπερηφανεύεται σε φίλους και συγγενείς γι’ αυτό το δώρο – συμβολικό και ενδεικτικό της ιδεολογικής μάχης που λάμβανε χώρα στα επαναστατικά κινήματα της Λατινικής Αμερικής του ’60: Με τα όπλα ή με την κάλπη. Γκεβάρα και Αλιέντε διάλεξαν διαφορετικούς δρόμους. Ήταν όμως και οι δύο πιστοί στα ιδανικά τους.

Advertisements

Στα μεταλλεία της Τσουκικαμάτα: Η γέννηση της ταξικής συνείδησης του Γκεβάρα

Ο Ερνέστο Γκεβάρα στην Τσουκικαμάτα, 1952.

Στην Τσουκικαμάτα της Χιλής, ανάμεσα στις 13 με 16 Μαρτίου του 1952, είναι που ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα αρχίζει να γίνεται ο «Τσε». Εκεί αρχίζει να αντιλαμβάνεται πλέον τις έντονες ταξικές ανισότητες, τον καθημερινό αγώνα των εργατών για το μεροκάματο και την άνιση μάχη τους με το Κεφάλαιο που γέννησε ο ιμπεριαλισμός στη Νότια Αμερική.

Γράφει ο Τσε στίς σημειώσεις του ταξιδιού του, τις γνωστές και ως «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας»: «Εκεί (στο χωριό Μπακεδάνο) γίναμε φίλοι με ένα ζευγάρι χιλιανών εργατών που ήταν κομμουνιστές. Στο φως ενός κεριού που ανάψαμε για να φτιάξουμε ματέ και να φάμε λίγο ψωμοτύρι, τα συσπασμένα χαρακτηριστικά του εργάτη αποκτούσαν κάτι το μυστηριώδες και το τραγικό, ενώ με το απλό και εκφραστικό του λεξιλόγιο μας διηγιόταν για τους τρείς μήνες που πέρασε στην φυλακή, για τη γυναίκα του, που τον είχε ακολουθήσει πιστά, πεινασμένη, για τα παιδιά, που τα είχαν αφήσει σε έναν πονόψυχο γείτονα, για την ανώφελη περιπλάνηση του σε αναζήτηση δουλειάς, για τους συντρόφους που εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς και που, καταπώς έλεγαν, τους είχαν ρίξει στη θάλασσα. Αυτό το ζευγάρι, που τουρτούριζε μέσα στη νύχτα της ερήμου, κολλημένοι ο ένας στον άλλο, ήταν η ζωντανή εικόνα των προλετάριων όλου του κόσμου. Δεν είχαν ούτε μια τριμμένη κουβέρτα να σκεπαστούν. Τους δώσαμε λοιπόν μια απο τις δικές μας και εμείς βολευτήκαμε όπως όπως κάτω από την άλλη. Ήταν από εκείνες τις φορές που υπέφερα πολύ από το κρύο, αλλά και που ένιωσα πιο αδελφωμένος με αυτό το, άγνωστο για μένα, ανθρώπινο είδος.» […] (Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας, Ν.Σ Λιβάνης, 2004, σελ.148-149).

Ένα μοναδικό περιβάλλον για ενα μοναδικό πεπρωμένο, μια ιστορική καμπή. Στην είσοδο του μεταλλείου, μια σκοπιά: δεν μπαίνει εδώ ο οποιοσδήποτε. Ωστόσο, προς έκπληξη τους, ο Φουσέρ και ο Μιάλ ούτε διώχνονται ούτε περνάνε από ανάκριση. Εξαιρετικά περιποιητικός, ο αστυνομικός διευθυντής τους επιτρέπει ακόμη και να επισκεφτούν όλες τις πτέρυγες του μεταλλείου μέσα σ’ ένα φορτηγάκι της αστυνομίας, με την συνοδεία ενός ευγενικού και φλύαρου υπολοχαγού. Ο Ερνέστο ξαφνιάζεται απο μια τέτοια υποδοχή, σ’ένα μέρος που αναδίδει τόσο έντονα τη μυρωδιά του δολαρίου. Θα πρέπει να πούμε πως παρουσιάστηκαν ως γιατροί. Το βράδυ, οι αστυνομικοί τους καλούν να φάνε μαζί τους. Οι επισκέπτες καταβροχθίζουν το φαϊ τους μ’ ακόμη μεγαλύτερη όρεξη μιας και δεν είχαν φάει τίποτε απ’ την προηγουμένη. Έπειτα καταρρέουν, εξαντλημένοι, στον κοιτώνα, ο καθένας τους σ’ένα ωραίο κρεβάτι εκστρατείας.

Στις 14, σηκώνονται απ’ τα χαράματα για να επισκεφτούν τον Μίστερ Μακ Κιμπόι, τον διευθυντή του μεταλλείου. Αφού πρώτα έκαναν για ώρα υπομονή στην αίθουσα αναμονής, τους παρουσιάζουν αυτόν τον αμερικάνο που ο Ερνέστο τον βρίσκει πραγματικά πολύ…αμερικάνο: «Από άποψη ύψους, βάρους, τίχλας και αμετακίνητων απόψεων.» Με τα άσχημα ισπανικά του, ο Μακ Κιμπόι τους δίνει κατ’ αρχήν να καταλάβουν πως δε βρίσκονται σε τουριστική τοποθεσία, έπειτα δέχεται να τους παραχωρήσει στο εξής έναν ξεναγό, και η επίσκεψη αρχίζει.

Γράφει ο Τσε για την πρώτη του εντύπωση: «Η ψυχρή αποτελεσματικότητα και η ανίσχυρη μνησικακία συμβαδίζουν στο μεγάλο ορυχείο, ενωμένες, παρά το μίσος, από την κοινή ανάγκη επιβίωσης από τη μια μεριά και κερδοσκοπίας απ’ την άλλη. Μα, ποιός ξέρει, ίσως μια μέρα ένας μεταλλωρύχος να πάρει την αξίνα του με χαρά και να πάει πρόθυμα και ενσυνείδητα να δηλητηριάσει τα πνευμόνια του. Λένε πως έτσι γίνεται εκεί από όπου προέρχεται η κόκκινη φλόγα που φωτίζει τον κόσμο – έτσι λένε. Εγώ δεν το ξέρω». (σελ.151).

Το ορυχείο είναι φτιαγμένο από κερκίδες με καμιά καστοριά μέτρα φάρδος και πολλά χιλιόμετρα μήκος. Ανοίγουν τρύπες να βάλουν μέσα το δυναμίτη, ο οποίος ανατινάζει ολόκληρες πλευρές του βουνού. Τα κομμάτια που ξεκολλάνε μ’αυτόν τον τρόπο φορτώνονται σε βαγονέτα, που τα τραβάει μια ηλεκτρική μηχανή τρένου, και τα μεταφέρει μέχρι τον πρώτο μύλο για άλεσμα. Έπειτα το μετάλλευμα περνά από ένα δεύτερο, κι ύστερα από έναν τρίτο μύλο, που το καθαρίζει όλο και πιο πολύ. Όταν έχει γίνει σκόνη, ανακατεύεται με θεικό οξύ μέσα σε τεράστιες δεξαμενές. Μετά, το διάλυμα αυτό του θεικού χαλκού οδηγείται σ’ένα κτίριο που στεγάζει τους ηλεκτρολυτικούς κάδους που χωρίζουν το χα΄λκό και μεταλλάσει το οξύ. Οι δυο νεαροί επιστήμονες, παθιασμένοι με την ιατρική έρευνα, συναρπάζονται απ’ αυτά που βλέπουν. Ο ηλεκτρολυτικός κάδος στην συνέχεια μπαίνει μέσα σε τεράστιους φούρνους, με θερμοκρασία δυο χιλιάδων βαθμών. Το μέταλλο, λιωμένο κατ’ αυτόν τον τρόπο χύνεται σε μεγάλα καλούπια, όπου πασπαλίζεται με μια σκόπη απο απανθρακωμένα ζώα. Τα καλούπια ψύχονται από ένα ψυκτικό σύστημα, και ο στερεοποιημένος χαλκός εξορύσσεται, υπό μορφή τούβλου, με τη βοήθεια ηλεκτρικών γερανών. Ένα τελευταίο ίσιωμα ολοκληρώνει τη δουλειά, και οι ράβδοι του κόκκινου χρυσού βγαίνουν συμμετρικοί, όμοιοι, τέλειοι. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με μια ακρίβεια ανάλογη εκείνης που βλέπει κανείς στην ταινία του Τσάπλιν «Μοντέρνοι Καιροί».

Πιο πολύ απ’ τις μηχανές, ο Ερνέστο ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους. Αντιλαμβάνεται, συζητώντας με τους εργάτες, πως ο καθένας ξέρει μόνο αυτό που συμβαίνει στην δική του πτέρυγα, και μερικές φορές μάλιστα μόνο στο δικό του τμήμα. Πολλοί, αν και δουλεύουν εδώ πάνω από δέκα χρόνια, δεν ξέρουν τι γίνεται στη διπλανή πτέρυγα. Αυτή η κατάσταση ενθαρρύνεται απ’ την Εταιρεία Μπράντεν, που μπορεί έτσι να τους εκμεταλλεύεται πιο εύκολα, κρατώντας τους στο χαμηλότερο μορφωτικό και πολιτικό επίπεδο. Οι θαραλλέοι καθοδηγητές των συνδικάτων είναι αναγκασμένοι να παλεύουν χωρίς σταματημό – όπως εξηγεί ένας απ’ αυτούς στον Ερνέστο – για να διαφωτίσουν τους εργάτες σχετικά με τα συμβόλαια που τους παρουσιάζονται.

Καθώς απομακρύνονται, ο ξεναγός-χαφιές που είχε φορτωθεί στους δύο επισκέπτες σχολιάζει σχετικά: «Όταν υπάρχει κάποια σημαντική συγκέντρωση, εγώ και άλλοι βοηθοί του διοικητή, καλούμε όσο το δυνατόν πιο πολλούς μεταλλωρύχους στο μπουρδέλο. Έτσι, η απαρτία που απαιτείται για να γίνουν πράξη οι αποφάσεις που ψηφίζονται στη διάρκεια της συγκέντρωσης δεν επιτυγχάνονται ποτέ». Συνεχίζει ήρεμα: «Θα πρέπει να πω ακόμη πως τα αιτήματα τους είναι υπερβολικά. Δεν καταλαβαίνουν πως μόνο μια μέρα απεργίας, είναι ένα εκατομμύριο δολάρια χαμένα για την εταιρεία!».
«Και τι ζητάνε για παράδειγμα;»
«Ω! μέχρι και εκατό πέσος αύξηση!».
Εκατό πέσος είναι ένα δολάριο.
Την επομένη, επίσκεψη σ’ ένα νέο εργοστάσιο, που δε λειτουργεί ακόμη, αλλά προορίζεται για την επεξεργασία του θειούχου χαλκού που μένει ανέγγικτος βγαίνοντας απ’ την αλυσίδα της παραγωγής. Υπολογίζουν μια συμπληρωματική απόδοση της τάξης του 30%. Τεράστιοι φούρνοι βρίσκονται υπό κατασκευή, και μια τσιμινιέρα 96 μέτρα ύψος, η πιο ψηλή της Νότιας Αμερικής. Βλέποντάς την ο Φουσέρ δεν μπορεί ν’αντισταθεί στην επιθυμία να σκαρφαλώσει εκεί πάνω. Πρώτα μ’ έναν ανελκυστήρα, μέχρι τα εξήντα μέτρα, κι έπειτα μια μικρή σιδερένια σκάλα μέχρι την κορυφή. Ο Αλμπέρτο ακολουθεί κουτσά-στραβά, κι εκεί ψηλά, σ’ αυτόν τον πρόχειρο μιναρέ, ακούει την αγόρευση του μουεζίνη-φίλου του να χάνεται μέσα στα σύννεφα. Όμως αυτός, ο Αλμπέρτο (Γκρανάδο), τη θυμάται ακόμα: «Αυτή η περιοχή ανήκει στο λαό των Αραουκανών (φυλή Ινδιάνων της Ν.Αμερικής) που πεθαίνει στη δουλειά για να γεμίζει τις τσέπες των Βορειοαμερικάνων. Με μια ταχυδακτυλουργία που δεν καταλαβαίνουν οι Ινδιάνοι, η κόκκινη γη τους μεταμορφώνεται σε πράσινα χαρτονομίσματα. Φυσικά, οι Γιάνκηδες κι οι δούλοι τους έχουν ένα σχολείο στη διάθεση τους  – αυτό το κτίριο εκεί κάτω, Αλμπέρτο – με καθηγητές που έρχονται εξεπιτούτου για να μορφώσουν τα παιδιά τους. Αλλά ακόμη και το γήπεδο του γκολφ και τα σπίτια τους δεν είναι προκατασκευασμένα». […] Και στρέφοντας το βλέμμα του προς το αχανές, παρθένο ακόμη, τοπίο, υπολογίζει: «Προβλέποντας ότι θα βγουν απο δω εκατομμύρια δολάρια, κι ότι για την ώρα εξορύσσονται ενενήντα χιλιάδες τόνοι μεταλλεύματος κάθε μέρα, καταλαβαίνει κανείς ότι η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο δεν πρόκειται να σταματήσει σύντομα».

Στα «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας» ο Τσε γράφει για την εμπειρία του στα μεταλλεία της Τσουκικαμάτα: «Η Τσουκικαμάτα μοιάζει με σκηνικό σύγχρονου δράματος. Δεν μπορείς να πεις ότι της λείπει η ομορφιά, αλλά πρόκειται για μια ομορφιά άχαρη, επιβλητική, παγερή. Όταν πλησιάζεις στη ζώνη των μεταλλείων, νομίζεις πως όλο το τοπίο συμπυκνώνεται, δίνοντας μια αίσθηση ασφυξίας στην πεδιάδα. […] Η Τσίλε Εξπλορέισον Κόμπανι (Chile Exploration Company) χτίζει μια άλλη μονάδα για την εκμετάλλευση του μεταλλεύματος σε θειούχο μορφή. Η καινούρια μονάδα, η πιο μεγάλη του κόσμου στο είδος της, έχει δύο τσιμινιέρες ύψους ενενήντα μέτρων και θα απορροφάει σχεδόν όλη την παραγωγή των προσεχών ετών, ενώ η παλιά θα λειτουργεί περιορισμένα, επειδή τα κοιτάσματα του μετάλλου σε μορφή οξειδίου εξαντλούνται. Για να καλυφθεί η δαπάνη του νέου χυτηρίου, συγκεντρώθηκε ένα τεράστιο στοκ ακατέργαστου υλικού, που η κατεργασία του θα αρχίσει απ’ το 1954, έτος έναρξης της λειτουργίας του εργοστασίου. Η Χιλή αντιπροσωπεύει το 20% της παγκόσμιας παραγωγής χαλκού και, σε αυτήν την περίοδο της αβεβαιότητας – που αυτό το υλικό έχει αποκτήσει ζωτική σημασία γιατί είναι αναντικατάστατο για μερικά όπλα – ξέσπασε στην χώρα μια οικονομικοπολιτική διαμάχη ανάμεσα στους υποστηρικτές της εθνικοποίησης των μεταλλείων, που συγκεντρώνουν μερικές οργανώσεις της Αριστεράς και των Εθνικοφρόνων, και αυτών οι οποίοι, βασισμένοι στα ιδανικά της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας, υποστηρίζουν ότι είναι προτιμότερο ένα καλά διοικούμενο ορυχείο (έστω και σε ξένα χέρια) από την αβέβαιη κρατική διαχείρηση. Είναι βέβαιο πως στο Κογκρέσο διατυπώθηκαν σοβαρές κατηγορίες εναντίον εταιρειών που εκμεταλλεύονται τις παραχωρήσεις που γίνονται σύμπτωμα ενός κλίματος εθνικιστικών επιδιώξεων πάνω στην παραγωγή. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης, καλό θα είναι να μην ξεχαστεί το μάθημα που μας έδωσαν τα νεκροταφεία των μεταλλωρυχείων, στα οποία είναι θαμμένος ένας μικρός μόνο αριθμός από τους αμέτρητους ανθρώπους που χάθηκαν από τις κατολισθήσεις, το πυρίτιο και το απαίσιο κλίμα του βουνού». (Ημερολ. Μοτοσυκλέτας, σελ. 152-155).

Η εμπειρία της Τσουκικαμάτα μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη ουσιαστική επαφή του νεαρού τότε αργεντίνου φοιτητή ιατρικής με τις σκληρές συνθήκες επιβίωσης της εργατικής τάξης. Από τα γραπτά του ίδιου του Ερνέστο παρατηρούμε την γέννηση της ταξικής του συνείδησης και την απαρχή της αντίληψης ότι αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει. Τα όσα είδε και βίωσε στην συνέχεια της περιπλάνησης του στη Νότια και Κεντρική Αμερική συνέβαλαν στην διαμόρφωση του «Τσε», που μεγαλούργησε στην επαναστατική Κούβα λίγα χρόνια αργότερα. Η Τσουκικαμάτα αποτέλεσε σημείο-«σταθμό» σε αυτήν του την περιπέτεια ζωής.

Ν.Μόττας.

Πηγές: Ζ.Κορμιέ, Ιλτ. Γκαντέα, Αλμπ.Γκρανάδο. Τσε Γκεβάρα. Εκδ. Καστανιώτης, 1995. Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας, Ν.Σ. Λιβάνης, 2004.

Πάμπλο Νερούδα (Pablo Neruda)

Ο Πάμπλο Νερούδα, γεννηθείς ως Νεφταλί Ρικάρντο Ρέγιες Μπασοάλτο, υπήρξε απ’ τους σπουδαιότερους ποιητές και συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής κατά τον 20ο αιώνα. Ο Τσε Γκεβάρα τον αναφέρει ως έναν απ’ τους αγαπημένους του ποιητές κατά τη διάρκεια των νεανικών του χρόνων.

Γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου του 1904, στην πόλη Παράλ της Χιλής. Υιοθέτησε το ψευδώνυμο Πάμπλο Νερούδα, με το οποίο έγινε παγκοσμίως γνωστός, εμπνεόμενος από τον τσέχο ποιητή Γιάν Νερούντα. Εξέδωσε ποιητικές συλλογές ποικίλου ύφους, όπως ερωτικά ποιήματα, έργα που διέπονται από τις αρχές του σουρεαλισμού, ακόμα και κάποια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολιτικό μανιφέστο. Υπηρέτησε στο Διπλωματικό Σώμα της Χιλής, κάνοντας πολυάριθμα ταξίδια ανά τον κόσμο την επταετία 1927-1935. Στην Ιάβα της Ινδονησίας γνώρισε και παντρεύτηκε την ολλανδέζα Μαρίκα Αντονιέτα Χάγκενααρ Βόγκελζανγκ, με την οποία χώρισε μετά από έξι χρόνια, κατά τη θητεία του στην Ισπανία.

Τα ταξίδια του στην Ασία, η παρατήρηση της φτώχειας και της ανέχειας μεγάλου μέρους των πληθυσμών στις χώρες της Άπω Ανατολής αλλά και η γνωριμία του με τον ισπανό ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα είχαν ως αποτέλεσμα την έντονη πολιτικοποίηση του, φέρνοντας τον κοντύτερα προς τον Κομμουνισμό. Το Κάντο Χενεράλ (Canto General) – που μελοποίηθηκε από το Μίκη Θεοδωράκη – αποτέλεσε το κορυφαίο του έργο με πολιτικές αναφορές στην καταπίεση της Λατινικής Αμερικής από τον ιμπεριαλισμό.

Την περίοδο που ποινικοποιήθηκε ο Κομμουνισμός στη Χιλή, επί προεδρίας Γκονζάλες Βιντέλα, ο Νερούδα έζησε εξόριστος στην Ευρώπη, από το 1948 έως και το 1952. Το 1971, του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το οποίο παρέλαβε όντας ήδη ασθενής από καρκίνο. Βοήθησε το Σαλβαντόρ Αλιέντε στην προεκλογική του εκστρατεία, αλλά πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, λίγο μετά τη δολοφονία του Αλιέντε από τους πραξικοπηματίες του Αουγκούστο Πινοσέτ. Παρά τις απαγορεύσεις της δικτατορίας, η κηδεία του αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη δημόσια διαμαρτυρία εναντίον του Πινοσέτ.

Ποιητικό Έργο:

«Crepusculario»
«Veinte poemas de amor y una canciσn desesperada»
«Residencia en la tierra»
«Tercera residencia»
«Canto general»
«Los versos del capitαn»
«Odas elementales»
«Extravagario»
«Memorial de Isla Negra» και
«Confieso que he vivido»

 Το μελοποιημένο ποίημα United Fruit Co., από το Canto General, σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη.

Χιλή 1952: Η ασθματική γερόντισσα της «Τζιοκόντα»

Ο ΤΣΕ (ΑΡΙΣΤΕΡΑ) ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΓΚΡΑΝΑΔΟ ΤΟ 1951.

Κατά τη διάρκεια της πολύμηνης περιπλάνησης τους στη Νότια Αμερική, ο Ερνέστο Γκεβάρα και ο Αλμπέρτο Γκρανάδο βρέθηκαν στο Βαλπαραϊσο (Valparaíso) της Χιλής. Μια γραφική, παραθαλάσσια πόλη, «χτισμένη στην άκρη της παραλίας με θέα σε ένα μεγάλο κόλπο» όπως αναφέρει ο Τσε στα απομνημονεύματα του στα Ημερολόγια Μοτοσικλέτας.  Οι δύο νεαροί αργεντίνοι κατέλησαν για να ξεκουραστούν προσωρινά στην «Τζιοκόντα», ενός ρεστοράν που ανήκε σε συμπατριώτη τους.

Μάρτιος 1952. Ο Τσε διηγείται στο ημερολόγιο του τις προσπάθειες να βρουν εργασία στο τοπικό νοσοκομείο (σ.σ: ο Τσε ήταν ακόμη φοιτητής Ιατρικής) και αναφέρει, με λόγια που σαν πρόκες καρφώνονται στη μνήμη, ίσως μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές του μεγάλου ταξιδιού του:

«Προσπαθούσαμε να έρθουμε σε απευθείας επαφή με τους γιατρούς του Πετροουέ, αλλά αυτοί μόλις γύριζαν από τις δραστηριότητες τους και, μην έχοντας καιρό για χάσιμο, δε μας παραχωρούσαν ούτε μία τυπική συνάντηση-ωστόσο τους είχαμε εντοπίσει και εκείνο το απόγευμα χωριστήκαμε: ο Αλμπέρτο τους ακολούθησε και εγώ πήγα να δω μια ασθματική γερόντισσα, πελάτισσα της «Τζοκόντα». Τη λυπόσουν την καψερή, το δωμάτιο της βρομούσε ιδρωτίλα, ποδαρίλα και σκόνη από δυο τρεις πολυθρόνες, τα μοναδικά είδη πολυτελείας στο σπίτι της. Εκτός από το άσθμα, υπέφερε και από καρδιακή ανεπάρκεια. Ήταν μία από τις περιπτώσεις που ένας γιατρός, συνειδητοποιώντας ότι είναι ανίσχυρος μπροστά στην κατάσταση, νιώθει την επιθυμία μιας ριζικής αλλαγής, που να εξαλείψει την αδικία η οποία ανάγκασε τη γριά γυναίκα να δουλεύει σαν υπηρέτρια μέχρι τον προηγούμενο μήνα για να βγάλει το ψωμί της, ασθμαίνοντας, υποφέροντας, μα κρατώντας ψηλά το κεφάλι στη ζωή. Το ζήτημα είναι πως στις φτωχές οικογένειες το μέλος που αδυνατεί να κερδίσει τα προς το ζην περιβάλλεται από μια ατμόσφαιρα δυσαρέσκειας, που κρύβεται με το ζόρι. Από εκείνη τη στιγμή παύει να είναι πατέρας, μητέρα, αδερφός· γίνεται ένας αρνητικός παράγοντας στον αγώνα για επιβίωση και, ως τέτοιος, στόχος μνησικακίας της υγιούς κοινότητας, που θεωρεί την αναπηρία του σαν προσωπική προσβολή γι’ αυτούς που πρέπει να τον συντηρήσουν. Εκεί, στις τελευταίες ώρες για τους ανθρώπους των οποίων ο ορίζοντας δεν εκτείνεται πέρα από το αύριο, εκεί επικεντρώνεται η τραγωδία της ζωής του προλεταριάτου όλου του κόσμου. Στα μάτια των ετοιμοθάνατων βλέπεις μια καρτερική έκκληση συγνώμης και, συχνά, μια απελπισμένη έκκληση παρηγοριάς που χάνεται στο κενό, όπως θα χαθεί γρήγορα και το σώμα μέσα στην απεραντοσύνη του μυστηρίου που μας περιβάλλει. Ως πότε θα συνεχιστεί αυτή η τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε μια παράλογη διαίρεση, στις κοινωνικές τάξεις; Είναι κάτι στο οποίο δεν μπορώ να απαντήσω εγώ, αλλά είναι καιρός οι κυβερνώντες να αφιερώσουν λιγότερο χρόνο στην προπαγάνδα της ποιότητας των καθεστώτων τους και περισσότερα χρήματα, πολύ περισσότερα, για έργα κοινωνικής ωφέλειας. Δεν μπορώ να κάνω πολλά για την άρρωστη· της γράφω απλώς μια κατάλληλη δίαιτα, ένα διουρητικό και αντιασθματικά διαλύματα. Μου έχουν μείνει μερικές δραμαμίνες και της τις χαρίζω. Όταν βγαίνω, με ακολουθούν τα στοργικά λόγια της γερόντισσας και οι αδιάφορες ματιές των συγγενών».

[Το χαμόγελο της «Τζοκόντα», Ημερολόγια Μοτοσικλέτας].

Η εμπειρία αυτή του νεαρού Γκεβάρα, φοιτητή της Ιατρικής τότε, αποτέλεσε ίσως το ξεκίνημα μιάς σειράς γεγονότων που σταδιακά «έπλασαν» την κοινωνική και πολιτική του συνείδηση. Από τα γραπτά του, όπως αποτυπώνονται στα Ημερολόγια Μοτοσικλέτας, μπορεί κανείς να συμπεράνει το έναυσμα της πολιτικής του συνειδητοποίησης και τις αγωνιώδεις σκέψεις του γιά την ύπαρξη της παράλογης τάξης πραγμάτων που διαιρεί τους ανθρώπους σε κοινωνικές τάξεις και την «τραγωδία της ζωής του προλεταριάτου», η οποία αντικατοπτρίζονταν στο βλέμμα της ετοιμοθάνατης ασθματικής γερόντισσας.