“Θυμάμαι τον Τσε”: Οι αναμνήσεις ενός πρώην αξιωματούχου της KGB

nikolai_leonov1Σαρανταπέντε χρόνια μετά τη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα, ένας πρώην υψηλόβαθμος ρώσος πράκτορας των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών (KGB) μιλάει για τη γνωριμία του με τον θρυλικό επαναστάτη. Οι δηλώσεις του υπολοχαγού Νικολάι Λεόνωφ έγιναν στο ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων RIA Novosti τον περασμένο Οκτώβρη.

Ο Ν.Λεόνωφ, συνταξιούχος αξιωματικός σήμερα των Μυστικών Υπηρεσιών της Ρωσικής Ομοσπονδίας – απογόνου της τέως KGB (Komitet Gosudarstvennoy Bezopasnosti) – συνάντησε για πρώτη φορά τον Τσε πολύ πριν το θρίαμβο της Κουβανικής Επανάστασης. Τον χαρακτηρίζει ως “ακαταμάχητη προσωπικότητα” με διαχρονική αξία για όλες τις γενιές. «Ήταν η προσωποποίηση των μυθικών και λόγιων μορφών που έκανε εντύπωση στους ανθρώπους. Σε περιπτώσεις σαν αυτόν τον άνθρωπο αναλογίζομαι μορφές όπως ο Χριστός και ο Δον Κιχώτης» λέει ο Λεόνωφ, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε τον Αύγουστο του 1991 ως επικεφαλής του Τμήματος Ανάλυσης της KGB.

Ο Νικολάι Λεόνωφ πρωτοσυνάντησε τον Τσε το 1956 στο Μεξικό, την περίοδο που ο Γκεβάρα είχε έρθε σε επαφή με κουβανούς εξόριστους που προετοίμαζαν τη δημιουργία αντάρτικου αγώνα στο νησί. «Τότε ήταν άλλος ένας νέος άνθρωπος, σαν εμένα», λέει ο Λεόνωφ προσθέτοντας πως «ο Τσε ήταν ένας απόλυτα ανεξάρτητος, πνευματικά ολοκληρωμένος άνθρωπος που πάντοτε δρούσε για το εθνικό συμφέρον της Κούβας αλλά και των λατινοαμερικάνικων εθνών».

Ο Γκεβάρα ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιασμένος από την σοβιετική αντίδραση στο θρίαμβο της Κουβανικής Επανάστασης και ιδιαίτερα με την ετοιμότητα που είχαν δείξει τότε οι σοβιετικοί ηγέτες Νικίτα Χρουστσώφ και Αλεξέι Κοσίγκιν στην παροχή κάθε δυνατής βοήθειας και υποστήριξης. Ως μέλος της επαναστατικής κουβανικής κυβέρνησης ο Τσε ταξίδεψε πρώτη φορά στη Μόσχα, όχι ως τυπικός διπλωμάτης αλλά με την αποστολή να πουλήσει στην ΕΣΣΔ 2 εκατομμύρια τόνους ζάχαρης που δε μπορούσαν, πλέον, να διατεθούν στις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με το Λεόνωφ, ο Τσε έτρεφε συναισθηματική αγάπη για την Σοβιετική Ένωση και τα επιτεύγματα των σοβιετικών. Κατά την πρώτη του επίσκεψη στην ΕΣΣΔ (1960) ο Γκεβάρα είχε μείνει έκπληκτος από το πως 260 εκατομμύρια σοβιετικοί πολίτες ζούσαν με ότι αναγκαίο χρειαζόντουσαν, χωρίς να έχουν την αγωνία του να πλουτίσουν εις βάρος των υπολοίπων.

«Ο Τσε ονειρεύτηκε τον άνθρωπο ελεύθερο από τα δεσμά του χρήματος» σημειώνει ο Λεόνωφ προσθέτοντας ότι ο ίδιος ο αργεντίνος του είχε πει κάποτε οτι «το χρήμα είναι ένα απαίσιο πράγμα που κολλάει επάνω σου σαν τοξική ουσία».

Ο Ν.Λεόνωφ, δίπλα στον Τσε, κατά την συνάντηση του δεύτερου με τον Νικίτα Χρουστσώφ.
Ο Ν.Λεόνωφ, δίπλα στον Τσε, κατά την συνάντηση του δεύτερου με τον Νικίτα Χρουστσώφ.

Σχολιάζοντας την επαναστατική δραστηριότητα του Τσε Γκεβάρα στο Κονγκό, τη Βολιβία και άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, ο τέως αξιωματούχος της KGB είπε πως θα ήταν λάθος να την συγκρίνουμε με την αντίστοιχη “εξαγωγή πολύχρωμων επαναστάσεων” [*] ανα τον κόσμο στην οποία έχουν επιδοθεί επί δεκαετίες οι ΗΠΑ.

«Ο Τσε είχε ξεκάθαρους κοινωνικούς στόχους – να κάνει τη ζωή καλύτερη για τους λαούς, για την πλειοψηφία. Κανένας από αυτούς που τώρα οργανώνουν “πολύχρωμες επαναστάσεις” δεν συγκινούνται στην εικόνα των εξαθλιωμένων ανθρώπων, σε αντίθεση με τον Τσε που δάκρυζε» εξομολογείται ο Λεόνωφ. «Αυτός ήταν ο λόγος που πήγε στο Κονγκό, τη Βολιβία, την Κούβα».

Σύμφωνα με το Νικολάι Λεόνωφ ο Τσε δολοφονήθηκε έπειτα απο διαταγή της CIA. Παρ’ όλο που η διατάγη βγήκε – επισήμως – από τον τότε βολιβιανό πρόεδρο Ρενέ Μπαριέντος, ο ίδιος έδρασε κατ’ εντολήν του σταθμάρχη της CIA στη Λα Παζ που ήταν επικεφαλής της όλης επιχείρησης. «Οι ΗΠΑ», ξεκαθαρίζει ο Λεόνωφ, «έδρασαν με βιασύνη ώστε να απαλλαγούν από τον Τσε, βλέποντας τον ως μεγάλο κίνδυνο – μεγαλύτερο απ’ όσο μια ατομική βόμβα που θα έπεφτε στο έδαφος τους».

«Η εικόνα του, τους στοιχειώνει ακόμη και σήμερα».

[*]: Με τον όρο «πολύχρωμες επαναστάσεις» ο Ν.Λεόνωφ αναφέρεται πιθανότατα σε προαποφασισμένες μαζικές κινητοποιήσεις τύπου «πορτοκαλί επανάσταση» στην Ουκρανία, ή ακόμη και σε «επαναστάσεις» στη Μέση Ανατολή για την ανατροπή κυβερνήσεων, όπως π.χ. στη Λιβύη του Καντάφι και Συρία του Άσαντ.

Advertisements

Τσε Γκεβάρα: Για την ηθική στον πολιτικό αγώνα

Ernesto el Che Guevara 876Άρθρο της Ζανέτ Χαμπέλ, καθηγήτριας στο Ινστιτούτο λατινοαμερικανικών σπουδών του Παρισιού, δημοσιευμένο το 1997 (30η επέτειος δολοφονίας του Τσε). Το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, στο πλαίσιο του πλουραλισμού των απόψεων, αναδημοσιεύει το παρακάτω κείμενο χωρίς να υιοθετεί τις απόψεις που εκφράζονται σε αυτό.  

Της Janette Habel*.

Η συντομία της πολιτικής του ζωής (δεκατρία χρόνια από τη νίκη της CIA ενάντια στον Αρμπέντζ στη Γουατεμάλα ώς το θάνατό του στη Βολιβία, οχτώ χρόνια στην Κούβα, από τα οποία έξι μετά τη νίκη) και η απότομη επιτάχυνση της ιστορίας, στην οποία συμμετείχε, καθιστούν ακόμα πιο σύνθετη την ερμηνεία ορισμένων κειμένων του. Η σκέψη του Τσε ήταν συνεχώς σε εξέλιξη. Παρόλο που ο ίδιος αρνιόταν ότι ήταν θεωρητικός και παρόλο που δεν είχε συμμετάσχει σε πολιτικό κόμμα πριν τη στράτευσή του στην Κούβα, όλοι οι μάρτυρες συγκλίνουν: τόσο στη Σιέρα Μαέστρα όσο και κατά την άνοδο στην εξουσία, ήταν ένας από τους κύριους -αν όχι ο κύριος- εμπνευστής της ριζοσπαστικής πορείας της επανάστασης. Αλλά η πολιτική του συνείδηση θα εξελισσόταν βαθιά μέσα σε μερικά χρόνια. Από τη θετική αναφορά του στις χώρες του «παραπετάσματος», στη Σιέρα Μαέστρα (σε γράμμα του προς τον υπεύθυνο του Κινήματος της 26ης Ιουλίου, Ρενέ Ράμος Λατούρ, γράμμα που ο ίδιος χαρακτήρισε σαν «ηλίθιο» αργότερα) ώς την αμείλικτη κριτική της ΕΣΣΔ και των χωρών της κεντρικής Ευρώπης στα 1964-65, έξι χρόνια μόλις πέρασαν. Τον Οκτώβριο του 1960, πάει στη Μόσχα. Το νησί είναι πνιγμένο από το αμερικάνικο εμπάργκο στα εμπορεύματα, που κηρύχτηκε στις 13 Οκτωβρίου. Από το σοβιετικό μπλοκ καταφέρνει να εξασφαλίσει πιστώσεις και την αγορά ενός μεγάλου μέρους της κουβανέζικης ζάχαρης έναντι πετρελαίου (η Κίνα θα αγοράσει το υπόλοιπο). Όντας παρών στην επέτειο της οκτωβριανής επανάστασης, καταχειροκροτείται από το πλήθος.

Σίγουρος ότι μια αμερικάνικη επίθεση ετοιμάζεται (η επιδρομή στον Κόλπο των Χοίρων θα γίνει 4 μήνες αργότερα), επιστρέφει πεπεισμένος ότι «η ΕΣΣΔ και όλες οι σοσιαλιστικές χώρες είναι διατεθειμένες να μπουν σε πόλεμο για να υπερασπίσουν την κυριαρχία μας» (1). Τον Οκτώβρη του 1962, η κρίση των πυραύλων θα διαψεύσει πικρά τις αυταπάτες του. Και ο αντάρτης, που έχει γίνει υπουργός, θα γνωρίσει από κοντά τις σοβιετικές εμπορικές πρακτικές της διπλωματίας μεγάλης δύναμης της Μόσχας, ακριβώς κατά την κρίση των πυραύλων. Ανακαλύπτει τη θλιβερή αλήθεια του αυταρχικού γραφειοκρατικού σοσιαλισμού και τα προνόμια των κατόχων της εξουσίας του. Στις διαλέξεις του σαν Υπουργός Βιομηχανίας, καταγγέλλει αυτό που δεν το ονομάζουν ακόμα «υπαρκτό σοσιαλισμό». Η σκέψη του περιέχει τότε έναν ανθρωπισμό  που έχει σφυρηλατηθεί στη διάρκεια του γύρου του στη Λατινική Αμερική. Αργεντίνος, γνωρίζει τις πελατειακές και λαúκιστικές πρακτικές του περονισμού. Αργότερα θα ανακαλύψει τα προνόμια των «διευθυντών» και των υπεύθυνων του Κόμματος. «Ο νέος άνθρωπος» που θέλει να προωθήσει (και που τον παρουσιάζουν γελοιογραφικά σαν ολοκληρωτισμό), η παραδειγματική συμπεριφορά που έχει ο ίδιος σαν ηγέτης, η εθελοντική εργασία που προωθεί, βρίσκονται στον αντίποδα των σταλινικών πρακτικών. Ο ίδιος εμπνέεται από μια ηθική αντίληψη για την εξουσία που αποδεικνύεται να είναι ταυτόχρονα και πολιτική αναγκαιότητα. Όταν αναγγέλλει στους εργάτες της ζάχαρης το 1961 ότι οι ελλείψεις θα επιδεινωθούν (το κρέας και το γάλα δίνονται πλέον με δελτίο) αναλαμβάνει μια δέσμευση που θα ξεσηκώσει τον ενθουσιασμό των συμμετεχόντων: «Στο νέο στάδιο της επαναστατικής πάλης κανείς δεν θα παίρνει περισσότερα από τους άλλους, δεν θα υπάρχουν ούτε προνομιούχοι υπάλληλοι ούτε λατιφουντίστες. Οι μόνοι προνομιούχοι στην Κούβα θα είναι τα παιδιά». Ο πληθυσμός υποφέρει ήδη από πολλές στερήσεις. Η αντίσταση στην αμερικάνικη επιδρομή συνεπάγεται μια τεράστια λαϊκή κινητοποίηση, που είναι αδύνατη χωρίς την ένταξη στο επαναστατικό σχέδιο. Η νίκη στον Κόλπο των Χοίρων, πρώτη αυτοκρατορική ήττα στη λατινική Αμερική δεν εξηγείται αλλιώς.

Μακρυά από τη διαφθορά και το νεποτισμό που χαρακτηρίζουν τους λατινοαμερικάνους καουντίγιος (=ηγέτες), ο Τσε προβάλει την εικόνα ενός λιτού ηγέτη, απαιτητικού με τον εαυτό του όπως και με τους άλλους. Τα ανέκδοτα είναι ατέλειωτα: καταργεί τις πρόσθετες μερίδες της οικογενείας του στα τρόφιμα, εξηγεί δημόσια γιατί πρέπει να μείνει προσωρινά -καθότι άρρωστος- σε ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα που ο μισθός του δεν του επιτρέπει να το πληρώνει. Ο Τσε γρήγορα συνειδητοποιεί την ανάγκη να παλαίψει ενάντια στα προνόμια. Το επαναστατικό σχέδιο έπρεπε κατά τη γνώμη του να οδηγήσει στην ανάδυση ενός ηγέτη που να μην αγγίζεται από οποιαδήποτε διαφθορά, που να συμφωνούν τα λόγια με τις πράξεις του. Η προσωπική του λιτότητα ήταν παροιμιώδης. Διεξήγε μια ασταμάτητη πάλη ενάντια στη γραφειοκρατικοποίηση της νέας διοίκησης, προσπαθώντας να επιβάλει έναν τρόπο άσκησης της εξουσίας ριζικά κανούργιο. Απέτυχε και «ο Αργεντίνος», όπως τον ανέφεραν με περιφρόνηση ορισμένοι υπάλληλοι, θα κάνει πολλούς εχθρούς. Μερικές φορές δόθηκε στην ανυποχωρητικό- τητά του μια ψυχαναλυτική ερμηνεία. Αυτή απλώς δεν κατανοεί γιατί στην Κούβα η νέα εξουσία έπρεπε να ενσαρκώσει μια ριζική ρήξη με τη διαφθορά του παλαιού καθεστώτος. Επειδή η «φύση» επανέρχεται γρήγορα καλπάζοντας: το μαρτυρούν οι αντάρτες εκείνοι της 26ης Ιούλη, που μετά τη στρατηγική νίκη της Σάντα Κλάρα, με τον Μπατίστα να έχει ηττηθεί, καταλαμβάνουν τις κάντιλακ των αστυνομικών της διχτατορίας για να πάνε στη Αβάνα. Αμέσως τιμωρούνται από τον Τσε. Λένε σήμερα ότι οι τιμωρίες αυτές, ή και οι πολύ σοβαρές ποινές του, αποτελούσαν έναν ειδικό σταλινισμό, ένα τροπικό γκούλαγκ. έτσι, όλα ανακατεύονται: η πειθαρχία που επιβάλλεται στο αντάρτικο ενάντια σε μια διχτατορία που στηρίζεται από την Ουώσιγκτον, οι εκτελέσεις των βασανιστών του Μπατίστα στο στρατόπεδο της Καμπάνια, μετά την κατάληψη της εξουσίας, υποτιθέμενα προεόρτια της κατασταλτικής  εξέλιξης του καθεστώτος. Ξεχνούν τον Τσε που περίθαλπε τους πληγωμένους κρατούμενους και που τους απελευθέρωνε κατόπιν, όπως και τη λιτή του αλλά και απεριόριστη γενναιοδωρία.

Μια ανολοκλήρωτη σκέψη.

Η ανάγνωση των τελευταίων κειμένων του Τσε στη μεγάλη δημόσια οικονομική συζήτηση που τον αντέταξε στους οπαδούς των σοβιετικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων της δεκαετίας του 1960 – πρώτη έκδοση της περεστρόικα-, του δοκιμίου του για «Το σοσιαλισμό και τον άνθρωπο στην Κούβα» και των τελευταίων του λόγων, ιδιαίτερα εκείνου στο Αλγέρι το 1965, δείχνουν με σαφήνεια μια κριτική και προφητική διορατικότητα για τα προβλήματα της μεταβατικής κοινωνίας στην ΕΣΣΔ. Στο βιβλίο που άρχισε λίγο πριν πεθάνει και που παρέμεινε ανολοκλήρωτο, έγραφε: «Πολλές αναταράîεις περιμένουν την ανθρωπότητα πριν απελευθερωθεί οριστικά, αλλά -είμαστε πεπεισμένοι- αυτή δεν θα μπορέσει να γίνει χωρίς μια ριζική αλλαγή στρατηγικής από τις κύριες σοσιαλιστικές δυνάμεις. Η αλλαγή αυτή θα είναι άραγε το προϊόν της αναπόφευκτης πίεσης του ιμπεριαλισμού ή μήπως της εξέλιξης των μαζών σε  αυτές τις χώρες ή ακόμα και ενός μείγματος παραγόντων; Η ιστορία θα μας το πει. Εμείς προσφέρουμε από την πλευρά μας ένα μικρό κόκκο άμμου με το φόβο μήπως η όλη επιχείρηση îεπεράσει τις δυνάμεις μας» (2).

Γρήγορα συνειδητοποίησε τις δυσκολίες που κινδύνευε να γνωρίσει η Κούβα, δεδομένης της εξάρτησής της από το σοβιετικό «μεγάλο αδελφό». Ήδη από την κατάληψη της εξουσίας είχε καταλάβει την ανάγκη ρήξης με τη μονοκαλλιέργεια της ζάχαρης, για να μειωθεί η εξάρτηση της χώρας και να επιχειρηθεί μια πιο αυτόνομη οικονομική ανάπτυξη. Το βάρος που έθεσε στον εκβιομηχανισμό απαντούσε σε αυτή την βασική ανησυχία. Αλλά πολύ γρήγορα ο σιδερένιος νόμος της παγκόσμιας αγοράς έγινε αισθητός: η μείωση της παραγωγής ζαχαροκάλαμων -κύριο εξαγωγικό προúόν- δεν επέτρεπε να εξασφαλιστούν οι εισαγωγές που ήταν απαραίτητες για την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας χωρίς ενεργειακούς πόρους και της οποίας τα εισοδήματα προέρχονταν κυρίως από αυτή τη μονοκαλλιέργεια που είχε επιβάλει η αποικιοκρατία το 19ο αιώνα. Έπρεπε να υπάρξει διόρθωση. «Θελήσαμε να επιταχύνουμε τον εκβιομηχανισμό. Ήταν ανοησία. Θελήσαμε να αντικαταστήσουμε όλες τις εισαγωγές και να κατασκευάσουμε τα τελικά προϊόντα χωρίς να δούμε τις τεράστιες επιπλοκές που υποθέτει η εισαγωγή ενδιάμεσων προϊόντων», θα πει ο Τσε στον Εντουάρντο Γκαλεάνο (3).

Το εμπόριο με την ΕΣΣΔ, και ιδιαίτερα οι παραδόσεις πετρελαίου μετά την πλήρη ρήξη με τις ΗΠΑ, θα μπορούσαν να εγγυηθούν τη σταθερότητα των συναλλαγών, καθώς και μια πραγματική εμπορική ισότητα μεταξύ μιας μικρής οικονομικά κυριαρχούμενης χώρας και μιας δύναμης που αναφερόταν στο σοσιαλισμό, που διέθετε πυρηνικό οπλοστάσιο και που είχε μόλις ξεκινήσει την κατάκτηση του διαστήματος. Δεν χρειάστηκε πολύς καιρός στον Τσε – αντίθετα από άλλους κουβανούς ηγέτες- για να καταλάβει τους κινδύνους και το εύθραυστο των σχέσεων αυτών.

Μετάβαση και υπανάπτυξη.

Πολύ γρήγορα οι αμφιβολίες του επικεντρώθηκαν στην εσωτερική πολιτική. Οι προτάσεις για εμπορευματικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις που πρότειναν οι σοβιετικοί οικονομολόγοι (ιδιαίτερα οι Λίμπερμαν και Τραπέζνικοφ) έγιναν αντικείμενο πολλών συζητήσεων, την ίδια στιγμή που το νησί αντιμετώπιζε ήδη την ανάγκη επανορισμού της στρατηγικής της ανάπτυξης. Η μεγάλη οικονομική συζήτηση του 1963 με 1965 στο εσωτερικό του Υπουργείου Βιομηχανίας, και μετά μέσα στην κουβανέζικη ηγεσία, ήταν για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και μετά ειδικότερα για τις συνθήκες της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, μέσα σε ένα νησί που υπόκειται στους εξαναγκασμούς της μονοκαλλιέργειας ζάχαρης, με την άμεση πίεση της διεθνούς αγοράς και που η ανάπτυξή του εμποδιζόταν από το εμπάργκο που του είχε επιβάλει η πρώτη παγκοσμίως οικονομική δύναμη. Η αντίθεση αφορούσε το ρόλο του νόμου της αξίας στην περίοδο της μετάβασης, το βαθμό συγκεντροποίησης των επιχειρήσεων, το ρόλο των υλικών και ηθικών κινήτρων. Αυτοί που υπογράμμιζαν τη σημασία του νόμου της αξίας απέδιδαν ένα κύριο βάρος στους μηχανισμούς της αγοράς μέσα στην σχεδιασμένη οικονομία, καθώς και στην ανάγκη να αποδοθεί πλατιά χρηματοδοτική αυτονομία στις επιχειρήσεις, τονίζοντας το ρόλο των χρηματικών κινήτρων για να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας.

Ο Τσε και οι οπαδοί του έθεταν καταρχήν το βάρος στην ανάγκη μιας συγκεντροποιημένης διαχείρισης, μέσα στο πλαίσιο των ανισοτήτων της κουβανέζικης ανάπτυξης: αναπτυγμένο τηλεπικοινωνιακό και συγκοινωνιακό δίκτυο, αλλά δραματική έλλειψη στελεχών και ανάγκη δραστικού ελέγχου των πόρων, δεδομένου του εμπάργκο, του χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης και κυρίως της έλλειψης συναλλάγματος. Εκτιμούσε ότι η χρηματοδοτική αυτονομία των επιχειρήσεων κινδύνευε να θέσει σε αμφισβήτηση τις προτεραιότητες που αποφασίζονταν σε εθνικό επίπεδο, προς όφελος τομεακών επιλογών, και να αυξήσει την αυτονομία των διευθυντών στο χώρο των επενδύσεων και των μισθών, καθώς και να οδηγήσει σε μια ανισομερρή και ανισόρροπη ανάπτυξη. Φοβόταν τις επιπτώσεις μιας οργάνωσης της εργασίας που θα στηριζόταν αποκλειστικά στα χρηματικά κίνητρα και στις κοινωνικές διαφοροποιήσεις που απορρέουν αναγκαστικά από αυτά. Προφητικά, έγραφε: «Επανερχόμαστε στη θεωρία της αγοράς… όλη η οργάνωση της αγοράς βασίζεται στο υλικό κίνητρο… και είναι οι διευθυντές που κάθε φορά κερδίζουν περισσότερα. Πρέπει να δούμε το τελευταίο  σχέδιο της Ανατολικής Γερμανίας, τη σημασία που αποκτάει εκεί η διαχείριση του διευθυντή ή, καλύτερα, η αμοιβή της διαχείρισης του διευθυντή» (4). Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα είδαμε τις συνέπειες, όταν εξεγέρθηκαν οι λαúκές μάζες της Ανατολικής Γερμανίας, κουρασμένες από τον οικονομικό μαρασμό, από την έλλειψη πολιτικών ελευθεριών και από τα προνόμια των διεφθαρμένων ηγετών.

Εμπνεόμενος από την οξυμένη του αντιγραφειοκρατική ευαισθησία και καθοδηγούμενος από πολιτικές και κοινωνικές θεωρήσεις, ο Τσε τάχθηκε ενάντια στην προτεραιότητα των νομισματο-εμπορευματικών σχέσεων στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε ποτέ την αυταπάτη της απότομης κατάργησής τους. Απέχοντας πολύ από την καρικατούρα στην οποία έχουν μεταβάλει τις θέσεις του, επέμενε στην ανάγκη ηθικών κινήτρων, που τα έβλεπε σαν συλλογικά κίνητρα στην εργασία, πράγμα που συνοδευόταν από μια μισθωτική πολιτική στενά συνδεδεμένη με την ανάπτυξη των ειδικεύσεων, με πιο σημαντικό «την ορθή επιλογή του εργαλείου κινητοποίησης των μαæών» χωρίς το οποίο ο σοσιαλισμός ήταν κατά τη γνώμη του καταδικασμένος σε αποτυχία. Η ισότητα των δικαιωμάτων και η κοινωνικοποίηση -ασφαλώς υπερβολική- της οικονομίας ήταν αποφασιστικά στοιχεία για τη λαúκή αντίσταση: απέναντι στην εξωτερική επίθεση, ένας άλλος κόσμος φαινόταν να οικοδομείται και άξιζε τον κόπο να αγωνιστεί κανείς για αυτόν. Αλλά, διεκδικώντας το δικαίωμα λάθους, διευκρίνιζε πως, εάν οι αντιλήψεις του «αποδεικνύονταν επικίνδυνο φρένο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, θα έπρεπε να εισαχθούν τα συμπεράσματα και να επιλεγούν οι πιο δοκιμασμένοι δρόμοι μετάβασης (transitados)» (5).

Η ανάπτυξη της επαναστατικής συνείδησης και της εκπαίδευσης θα έπρεπε να συμβάλει στη σφυρηλάτηση μιας κομμουνιστικής στάσης απέναντι στην εργασία (νά γιατί έδειχνε το παράδειγμα όχι από μαζοχισμό αλλά από αναγκαιότητα), «η διαμόρφωση του νέου ανθρώπου και η ανάπτυîη της τεχνικής» θα έπρεπε να κάνουν τη μετάβαση προς το σοσιαλισμό να αποφύγει το ξεστράτισμα. Οι σχέσεις μεταξύ σοσιαλισμού και ανθρώπου ήταν στο κέντρο των θεμάτων που τον απασχολούσαν, ο άνθρωπος σαν ουσιαστικός παράγοντας της επανάστασης, «ενεργός σε αυτό το περίεργο και συναρπαστικό δράμα που είναι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού». Η εκπαίδευση και η συνείδηση θα ήταν στο επίκεντρο αυτής της πιο δίκαιης κοινωνίας. «Σε αυτή την περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού, μπορούμε να δούμε τη γέννηση του νέου ανθρώπου. Η εικόνα του δεν είναι ακόμα τελείως îεκάθαρη, δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι όσο η εîέλιîη αυτή είναι παράλληλη προς την ανάπτυξη νέων οικονομικών δομών… Είναι ο άνθρωπος του 21ου αιώνα που πρέπει να δημιουργήσουμε, έστω και αν ακόμα αυτό δεν είναι παρά μια υποκειμενική και μη συστηματική φιλοδοξία» (6). Έτσι, πέρα από τις παραμορφώσεις, οι αφετηρίες του Τσε ήταν ανθρωπιστικές και επαναστατικές. Αλλά είναι αλήθεια ότι έδινε υπερβολικά έμφαση στην οικονομική κριτική, στο βάρος των εμπορευματικών σχέσεων και ανεπαρκώς στον αστυνομικό και κατασταλτικό χαρακτήρα του σοβιετικού πολιτικού συστήματος.

Αναμφισβήτητα εδώ βρίσκεται μία από τις ουσιαστικές αδυναμίες της σκέψης του. Ένας από τους βιογράφους του, ο Ρομπέρτο Μασάρι (7), υπογραμμίζει (όπως και ο Κ.Σ.Κάρολ) τις αδυναμίες της σκέψης του Τσε, πράγμα που το μαρτυρούν ώς το 1963 πολλοί από τους λόγους ή τα γραπτά του. Η αδυναμία αυτή πάει μαζί και με μια ορισμένη αφέλεια, αξιοσημείωτη στις κρίσεις του απέναντι στα στελέχη του παλιού PSP. Μόνο το 1966, σχολιάζοντας το Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της ΕΣΣΔ, εμβαθύνει τη θεωρητική του σκέψη. Τότε γράφει: «Το τρομερό ιστορικό έγκλημα του Στάλιν» ήταν «ότι περιφρόνησε την κομμουνιστική εκπαίδευση και επέβαλε την απεριόριστη λατρεία της αυθεντίας» (8). Ενάντια στο δογματισμό «Μια εξέγερση ενάντια στις ολιγαρχίες και ενάντια στα επαναστατικά δόγματα». Έτσι γιόρτασε στο ημερολόγιό του της Βολιβίας την επέτειο του κινήματος της 26ης Ιούλη. Επέκρινε με οξύτητα «το σχολαστικισμό που επιβράδυνε την ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας και εμπόδισε συστηματικά τη μελέτη της περιόδου αυτής της οποίας δεν έχουμε αναλύσει τα οικονομικά θεμέλια» (Ο σοσιαλισμός και ο άνθρωπος).

Η σύλληψή του για την πρωτοπορία, που καθοδηγείται από παραδειγματικούς ηγέτες, μαρτυράει μια κριτική αλλά ανολοκλήρωτη σκέψη για το ρόλο και τη θέση του κόμματος στις σχέσεις του με τις μαζικές οργανώσεις. Ειρωνευόταν: «Το Κόμμα ήδη αποφάσισε για εσένα και εσύ δεν έχεις παρά να το χωνέψεις» (9). Και διακήρυξε: «Δεν πρέπει να δημιουργήσουμε μισθωτούς που να ακολουθούν την επίσημη σκέψη ούτε «υπότροφους» που ζουν με την προστασία του κρατικού προûπολογισμού ασκώντας μια ελευθερία σε εισαγωγικά». Αλλά δεν ανέλυε τις καταστρεπτικές επιπτώσεις του μοναδικού κόμματος/κόμματος-κράτους: η εμπειρία του από τα έξι χρόνια επί κεφαλής του κουβανέζικου κράτους ήταν πολύ σύντομη. Είχε σημαδευτεί από τον πόλεμο, την τεράστια σύγκρουση με την Ουώσιγκτον και από την ιδιομορφία της κουβανέζικης εμπειρίας. Στη Σιέρα Μαέστρα αντιτάχθηκε στην αστική πτέρυγα του κινήματος της 26ης του Ιούλη, που ταυτίστηκε με ένα δεξιό ρεύμα. Η ύπαρξη, ώς το 1965, τριών ξέχωρων πολιτικών ρευμάτων (το Κ-26-Ι, το PSP και το Διευθυντήριο) αποδείχτηκε εμπόδιο για την ενότητα της Επανάστασης. Το μοναδικό Κόμμα συστάθηκε μόνο το 1975, τόσο δύσκολη ήταν η συγχώνευση. Στο πολεμικό κλίμα των πρώτων χρόνων της επανάστασης, το ουσιαστικό ήταν η αντίσταση. Ο πλουραλισμός αφέθηκε για αργότερα. Αυτό δεν τον εμπόδισε να θέσει στην πράξη μια πολιτική σύλληψη βαθιά διαφορετική από αυτήν που εγκατέστησε η νέα εξουσία. Κατά την πρώτη Εθνική Σύσκεψη Παραγωγής το 1961, η διαφάνεια βασιλεύει: τα λάθη και οι υπεύθυνοί τους αναφέρονται δημοσίως. «Μόλις με υποδεχτήκατε με ζεστά χειροκροτήματα, αλλά δεν ξέρω αν είναι σαν καταναλωτή ή σαν συνένοχο. Νομίæω ότι είναι μάλλον σαν συνένοχο», δικηρύσσει μπροστά σε 3.500 στελέχη της κυβέρνησης. Ήταν ο μόνος -και με πόσες επικρίσεις για αυτό!- που οργάνωσε, στην επιθεώρηση του υπουργείου βιομηχανίας, μια δημόσια και αντιφατική συζήτηση για το οικονομικό σύστημα της χώρας. Το υπουργείο ήταν εξάλλου καταφύγιο για αυτούς που απομακρύνονταν από τις θέσεις τους: έτσι ενέταξε τον τέως υπουργό επικοινωνιών, Ολτούσκι, που απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση τον Ιούλιο του 1960. Το ανέκδοτο είναι ακόμα πιο σημαντικό επειδή ο Τσε είχε διεξάγει μια έντονη πολεμική ενάντια στον Ολτούσκι κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Μέλος της αριστεράς πτέρυγας του Κ-26-Ι, ο Ολτούσκι κρίθηκε υπερβολικά αντισοβιετικός, τη στιγμή που γινόταν η προσέγγιση με την ΕΣΣΔ. Ο Τσε με τον ίδιο τρόπο αρνήθηκε να υποκύψει στις πιέσεις ενός συνδικαλιστή ηγέτη που απαιτούσε να απολυθεί ένας τραπεζουπάλληλος που κατηγορήθηκε ότι ήταν φιλο-μπατίστας: υπερασπίζοντας την εντιμότητα του τελευταίου ο Τσε κατάγγειλε το ξεκίνημα ενός κυνηγιού μαγισσών (10).

Σε ένα ενδεικτικό κείμενο (un pecado de la revolucion) ο Τσε θυμίζει τα λάθη που έκαναν κατά τη γνώμη του απέναντι στο Δεύτερο μέτωπο του Εσκαμπρέ που παραμερίστηκε στη διάρκεια της πορείας προς την Αβάνα, λάθη που εκτιμάει ότι ήταν η αιτία της αποχώρησης πολλών στελεχών. Οι αυτοκριτικές αυτές σκέψεις για τις ενωτικές σχέσεις πριν την κατάληψη της εξουσίας είναι οι μόνες που έχουν δημοσιευτεί ώς τώρα. Περισσότερο από κάθε άλλον ηγέτη του τρίτου κόσμου της εποχής, είχε συνείδηση των ελαττωμάτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Αλλεργικός απέναντι στην κωδικοποιημένη γλώσσα των απαράτσικ, δεν δίσταζε να κατακρίνει δημόσια και σκληρά: στο δημόσιο λόγο του στο Αλγέρι το 1965 (τελευταίος του επίσημος λόγος σαν κουβανός επίσημος) κατάγγειλε μπροστά στην αφρο-ασιατική σύναξη την «σιωπηρή συνενοχή» της σοβιετικής ηγεσίας στην ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση και στη διατήρηση της άνισης ανταλλαγής. Επίσης, επειδή είχε προαισθανθεί τις τεράστιες δυσκολίες στις οποίες θα προσέκρουε η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε ένα μόνο νησί, καθώς και την ανάγκη άλλων επαναστατικών νικών, για αυτό και λάνσαρε στο μήνυμά του στην Τριηπειρωτική το διάσημο σύνθημα «Να δημιουργήσουμε δύο, τρία Βιετνάμ»…, και για το οποίο επίσης έχει δοθεί μια γελοιογραφική εικόνα.

Αηδιασμένος από «τον πόλεμο βρισιών και τρικλοποδιών που δίνουν οι δύο μεγάλες δυνάμεις του σοσιαλιστικού στρατοπέδου», φλεγόταν «από την αγωνία αυτής της παράλογης στιγμής της ανθρωπότητας» απέναντι «στη βιετναμέζικη μοναξιά». Με διορατικότητα, ο Τσε προχωρούσε πολύ πιο μπροστά από την ισοτρική εξέλιξη προβλέποντας τους κινδύνους απομονωμένων εξεγέρσεων σε μια παγκόσμια σύνθεση τραγικά κυριαρχούμενη την εποχή του ψυχρού πολέμου από τον ιμπεριαλισμό και το σταλινισμό, ο θάνατος του δεύτερου όντας ήδη γραμμένος στην τροχιά του. Ήδη από το 1962, ένα χρόνο μετά την επίσημη διακήρυξη του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της κουβανέζικης επανάστασης και δύο χρόνια μετά τη δημιουργία προνομιακών σχέσεων με την ΕΣΣΔ, η κρίση των πυραύλων συγκλόνισε την εμπιστοσύνη του στη σταθερότητα της συμμαχίας και στη βιωσιμότητα της βοήθειας. Είχε αναλάβει να διαπραγματευτεί τη στρατιωτική στήριξη της Μόσχας απέναντι στις όλο και πιο συγκεκριμένες απειλές αμερικανικής επέμβασης, μετά την αποτυχία της επιδρομής στον Κόλπο των Χοίρων το 1961. Η πρόταση να εγκατασταθούν πυρηνικοί πύραυλοι στην Κούβα -που η πρωτοβουλία της ανήκει στη Μόσχα- είχε σαν στόχο να αποθαρρύνει το Πεντάγωνο από την αρχή μια τέτοιας επίθεσης. Αλλά άλλαζε στην πράξη την ατομική ισορροπία. Η εγγύτητα με το αμερικάνικο έδαφος επιδείνωνε την πυρηνική απειλή καθιστώντας, σε περίπτωση σύγκρουσης, μια σοβιετική επίθεση πολύ πιο γρήγορη και μειώνοντας την αποτελεσματικότητα της αμερικάνικης αντίδρασης. Ο Κένεντυ απαίτησε την απόσυρση των πυραύλων, απειλώντας με θερμοπυρηνική σύγκρουση: ο κόσμος ήταν στο χείλος του πολέμου. Η σοβιετική κυβέρνηση δέχτηκε να αποσύρει τα επιθετικά όπλα. Αλλά η απόσυρση των πυραύλων και οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Χρουστσόφ και Κένεντυ έγιναν με τη γραφειοκρατική παράδοση της σοβιετικής διπλωματίας χωρίς να ζητήσουν κάν τη γνώμη των Κουβανών, σε πλήρη περιφρόνηση της κουβανέζικης κυριαρχίας. Η έκπληξη και η οργή των Κουβανών ήταν πλήρεις και η κρίση του Οκτώβρη («αυτές οι φωτεινές και θλιβερές μέρες» που αναφέρει στο αποχαιρετιστήριο γράμμα του) έβαλε αναμφίβολα την πρώτη σφήνα στις σοβιετο-κουβανικές σχέσεις.

Η εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ -ιδιαίτερα η φειδωλή υποστήριξη προς το βιετναμέζικο λαό- θα ενίσχυε την όλο και πιο κριτική του αντίληψη απέναντι στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Το μυστήριο της αναχώρησης.

Πώς να κατανοηθεί η αναχώρησή του από την Κούβα; Με την πεποίθησή του ότι ήταν αδύνατη η ανάπτυξη μόνο στο νησί; Με την επιθυμία του να ξαναβρεθεί στα πεδία των μαχών; Με τη θέλησή του να σπάσει την κουβανέζικη εξάρτηση από την ΕΣΣΔ και μάλιστα σε συμφωνία με τον Φιντέλ; Αυτός ο καταμερισμός καθηκόντων μεταξύ του διαχειριστή πολιτικού και του εξεγερμένου μαχητή ήταν ίσως το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού. Αλλά ο καταμερισμός εργασίας αυτός δεν επαρκεί για να περιγράψει τις αστοχίες των διενέξεων πριν από την αναχώρησή του και δεν μας επιτρέπει να καταλάβουμε τη σειρά των επόμενων γεγονότων. Έχει άραγε συνείδηση ότι έχει όλο και λιγότερο θέση στο πολιτικό σύστημα που εγκαθιδρύεται; Οι απαιτήσεις του εξοργίζουν τους υπαλλήλους και τα ηγετικά στελέχη, ο τρόπος ζωής του είναι μια πρόκληση για την αναδυόμενη νομενκλατούρα, της οποίας την αναρμοδιότητα επικρίνει. Η έλλειψη στελεχών είναι καταστροφική για την οικονομική διαχείριση, αλλά ο ίδιος κατηγορεί και τον εαυτό του για τα λάθη που έγιναν: «Είμαστε ένοχοι και πρέπει να το πούμε ειλικρινά. Η εργατική τάξη θέλει να μας καταδικάσει για όλα αυτά; Ας μας καταδικάσει, ας μας αντικαταστήσει, ας μας τουφεκίσει, ας κάνει ό,τι θέλει. Εδώ είναι το πρόβλημα»11. Τα βάζει με τους συνδικαλιστές που η πλειοψηφία τους δεν έχει καμία μαζική βάση και που πιστεύουν ότι έχουν μόνο δικαιώματα και κανένα καθήκον. Υποστηρίζει: «Τη στιγμή αυτήν τα συνδικάτα θα μπορούσαν να μην υπάρχουν και να μεταβιβάσουν τις λειτουργίες τους στις επιτροπές δικαιοσύνης της εργασίας. Μόνο η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν θα συμφωνούσε, γιατί θα έπρεπε να επιστρέøουν στην παραγωγή… Οι κύριοι ενδιαφερόμενοι απαντούν ότι εδώ και 18 χρόνια είναι συνδικαλιστές ηγέτες». Επίσης καταγγέλλει πολύ νωρίς τη διαστροφή του ρόλου των Επιτροπών άμυνας της επανάστασης (CDR) που τις κατηγορεί ότι είναι φωλιά οππορτουνιστών. Θυμίζει στα μέλη της Ασφάλειας ότι «αντεπαναστάτης είναι κάποιος που παλεύει ενάντια στην επανάσταση, αλλά αυτός που χρησιμοποιεί την επιρροή του για να πετύχει ένα σπίτι και έπειτα για να πάρει δύο αυτοκίνητα, αυτός που παραβιάæει τα δελτία, που κατέχει ό,τι ο λαός δεν έχει, επίσης είναι αντεπαναστάτης»12.

Η πρόσφατη βιογραφία του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ απεικονίζει καλά την αυξανόμενη ένταση που δημιουργεί η απόκλιση ανάμεσα στην ένδεια οικονομικών και ανθρώπινων πόρων και στον επείγοντα χαρακτήρα της ανάπτυξης σε μια χώρα που της επιτίθενται. «Βρισκόμαστε σε μια δύσκολη στιγμή: δεν έχουμε την πολυτέλεια να τιμωρήσουμε τα λάθη, ίσως να μπορέσουμε να το κάνουμε σε ένα χρόνο. Ποιός θα απολύσει τον Υπουργό βιομηχανίας (13) που υπέγραøε ένα πλάνο τον περασμένο Νοέμβριο προβλέποντας παραγωγή 10 εκατομμυρίων παπουτσιών και μερικές ακόμα τέτοιες ηλιθιότητες;» (14). Μοιάζει να καταναλώνεται σε μια κουραστική πάλη και πολλαπλασιάζει τις κριτικές και αυτοκριτικές απέναντι σε μια λειτουργία που απαιτεί «μια υπεροπτική εκτέλεση, μη συζητημένες υποχρεώσεις. Στο τέλος παύεις να θεωρείς τους ανθρώπους σαν ανθρώπους και τους βλέπεις απλώς σαν στρατιώτες, σαν αριθμούς σε έναν πόλεμο που πρέπει να κερδηθεί. Η ένταση είναι τέτοια που δεν βλέπεις παρά το στόχο… και ξεχνάς σιγά σιγά την καθημερινή πραγματικότητα… Πρέπει να κάνουμε κάτι για να είναι αυτό το Υπουργείο κάπως πιο ανθρώπινο» (15). Ο Τσε μάχεται σε όλους τους τομείς: την ίδια ώρα που προωθεί τη βιομηχανική αναδιοργάνωση διεξάγει και πολεμικές σε θεωρητικό επίπεδο ψάχνοντας έναν άλλο σοσιαλισμό όλο και πιο πεπεισμένος για τη σοβιετική αποτυχία. Αλλά η οικονομική συζήτηση -στην οποία αυτό που διακυβεύεται είναι η στρατηγική της ανάπτυξης του νησιού- τελειώνει για τον Τσε με μια ήττα.

Φεύγει για ένα μακρύ ταξίδι. Ο πολύ κριτικός του λόγος απέναντι στη Μόσχα, που εκφωνεί στο Αλγέρι, είναι πολύ κακόδεκτος: πολλές μαρτυρίες το επιβεβαιώνουν (16), και δεν θα δημοσιευτεί ολόκληρος στον κουβανέζικο τύπο. Ο ένας ακόλουθος της σοβιετικής πρεσβείας που σήμερα βρίσκεται σε εξορία (και θέλει να κρατήσει την ανωνυμία του) υποστηρίζει πως η σοβιετική κυβέρνηση έκανε γνωστό ότι θεωρούσε το λόγο αυτόν απαράδεκτο από μέρους ενός Κουβανού ηγέτη. Αφού τον υποδέχτηκε ο Φιντέλ Κάστρο στο αεροδρόμιο και μίλησε μαζί του για σχεδόν δύο ημέρες, ο Τσε δεν θα ξαναεμφανιστεί πλέον ποτέ δημόσια. Ένα μήνα αργότερα, φεύγει παράνομα για το Κονγκό. Το ότι η Αφρική θεωρήθηκε από την Αβάνα σαν σημαντικό στοιχείο στη σύγκρουση μεταξύ τρίτου κόσμου και ιμπεριαλισμού σε αυτή τη δεκαετία του εξήντα δεν είναι αμφισβητήσιμο. Αλλά μπορούμε να αμφιβάλουμε πως η συμμετοχή του Τσε ήταν και στο πρώτο σχέδιο: πέρα από τα διπλωματικά προβλήματα, η παρουσία του δεν μπορούσε παρά να δημιουργήσει δυσκολίες στους Αφρικάνους ηγέτες (εκ των οποίων ο Λωράν Ντεζιρέ Καμπιλά) που δεν παρέλειψαν να το γνωστοποιήσουν. Όσο τολμηρή και να ήταν η κουβανέζικη εξωτερική πολιτική την εποχή εκείνη -και ήταν εξαιρετικά τολμηρή- δεν φαίνεται ότι η παρουσία του κύριου κουβανού ηγέτη μετά τον Φ.Κάστρο είχε προβλεφθεί. Σύμφωνα με τον Τάιμπο, ο Τσε αναφέρει τον Φεβρουάριο του 1965 μπροστά στον Νάσερ την ενδεχόμενη συμμετοχή του στον κονγολέζικο αγώνα και κατόπιν υποχωρεί μπροστά στα επιχειρήματα του Αιγύπτιου ηγέτη.

Πώς να εξηγηθούν οι δισταγμοί και οι ανατροπές αυτές που τόσο λίγο συμβαδίζουν με την προσωπικότητά του; Μερικούς μήνες παρουσίας τού αρκούν για να συλλάβει το εξωπραγματικό της επιχείρησης, δεδομένων των αδυναμιών των αφρικανικών απελευθερωτικών κινημάτων. Αποφασίζει να οργανώσει την υποχώρηση. Μια στάση που πάει ενάντια στις «αυτοκτονικές» του παρορμήσεις. Αντιτίθεται στην πρόσθετη αποστολή Κουβανών που προτείνει ο Φ.Κάστρο (17). Ρεαλιστής και πραγματιστής, κρίνει την αποχώρηση αναπόφευκτη. Το ημερολόγιό του της Αφρικής (με τίτλο Πέρασμα του επαναστατικού πολέμου: το Κογκό (18)) δεν θα δημοσιευτεί παρά μόνο τμηματικά, τριάντα χρόνια αργότερα. Η αλληλογραφία του με τον Φιντέλ είναι άγνωστη. Έμεινε πολλούς μήνες στην Πράγα «μέρος σίγουρο όπου πρέπει να αποφασίσει τί θέλει να κάνει»19. Η παρουσία του είναι παράνομη, γιατί δεν εμπιστεύεται πολύ τις τσέχικες μυστικές υπηρεσίες. Δεν ξέρουμε τίποτα για τους λόγους αυτής της μακράς παραμονής ούτε για τις ανταλλαγές αλληλογραφίας με τον Φιντέλ. Επιστρέφει διακριτικά στην Κούβα και εκπαιδεύεται μερικούς μήνες παράνομα.

Πώς ετοιμάζεται η αναχώρηση στη Βολιβία στα τέλη του 1966; Πώς να εξηγηθεί ο ρόλος που αποδίδεται στο ΚΚ Βολιβίας, παρά τις σχέσεις που ήδη είναι σχέσεις διένεξης; Η συνάντηση του Τσε στην Κούβα το 1964 με τον ηγέτη μιας διάσπασης του ΚΚΒ που ευνοούσε την ένοπλη πάλη είχε ήδη προκαλέσει την οργή του γενικού γραμματέα Μάριο Μόνχε. Ο τελευταίος θα επιβάλει όρους αποκλεισμού απέναντι στις άλλες δυνάμεις της βολιβιανής αριστεράς πριν να εγκαταλείψει το αντάρτικο (20). Πώς να εξηγηθούν οι ατέλειες, «η έλλειøη διαφάνειας και το διφορούμενο στοιχείο του σχεδίου», σύμφωνα με τον Τάιμπο ΙΙ, όταν ξέρουμε την αυστηρότητα και την απαιτητική λεπτομέρεια του Τσε στις προετοιμασίες; Ο Φρανσουά Μασπερό θα ανακαλύψει αργότερα ότι είναι το κύριο στήριγμα του εξωτερικού δικτύου, ο Ρεζίς Ντεμπρέ ταξιδεύει για να εντοπίσει και να μελετήσει τα μέρη: βαριά ευθύνη για έναν γάλλο φοιτητή που και η επιλογή του είχε αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με τον Τάιμπο ΙΙ, που αναφέρει μια έκθεση της CIA, η τελευταία πληροφορήθηκε ήδη από τα τέλη του 1966 τις ετοιμασίες του αντάρτικου (21). Η ακολουθία των γεγονότων, η πρώιμη ανακάλυψη του εκπαιδευτικού στρατοπέδου που επέβαλε απρόβλεπτες συγκρούσεις, αρκούν άραγε για να διαφωτίσουν τη δραματική σειρά της εξέλιξης του αντάρτικου, καθώς και τη μοιραία του κατάληξη; Στο ερώτημα αυτό κανείς δεν μπορεί σήμερα να απαντήσει.

Παραμορφωμένος, μουμιοποιημένος, ο Τσε επιβιώνει. Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, στα ερείπια των επαναστάσεων του εικοστού αιώνα. Νικητής και ηττημένος. Από πού έρχεται η δύναμη του μηνύματος; Άνθρωπος με πεποιθήσεις, πολεμικός αρχηγός και ατυχής ποιητής, εξεγερμένος και στρατευμένος, υπουργός και μετά αντάρτης. Ενσαρκώνει την περιφρόνηση της εξουσίας, αποκαθιστά την πολιτική. Δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει γκεβαρικό μοντέλο οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Αλλά η αναζήτηση ενός άλλου τρόπου κοινωνικής οργάνωσης, στην υπηρεσία «de los de abajo» (των από κάτω) και όχι «de los de arriba» (των από πάνω) όπως το λένε σήμερα στη Λατινική Αμερική. Φορέας μιας ηθικής αντίληψης για την εξουσία, πολιτικός ηγέτης νέου τύπου που έθετε σε συμφωνία τις πράξεις με τα λόγια του, άγριος επικριτής των παραστρατημένων σοσιαλισμών, η επικαιρότητά του οφείλεται σε αυτό το μείγμα ανθρωπισμού και ακεραιότητας.

Πηγή: Inprecor, Ιούλης 1997. Αναδημοσίευση απ’ το περιοδικό «Σπάρτακος».

* Η Janette Habel (Pienky) είναι καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Λατινοαμερικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Paris III και μέλος του πολιτικού γραφείου της γαλλικής τροτσκιστικής οργάνωσης «Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα» (Ligue communiste révolutionnaire). 

Κριτικές παρατηρήσεις στην οικοδόμηση του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ (Μέρος Τρίτο)

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Σχετικά με το νόμο της αξίας.

Υπάρχει μια βαθιά διαφωνία (τουλάχιστον στην αυστηρότητα των χρησιμοποιούμενων όρων) ανάμεσα στην αντίληψη του νόμου της αξίας και τη δυνατότητα της συνειδητής χρήσης του, έτσι όπως τη θέτουν οι υπερασπιστές του οικονομικού ελέγχου και στην αντίληψη που έχουμε εμείς.

Το Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας λέει:

«Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στον καπιταλισμό, όπου ο νόμος της αξίας λειτουργεί σαν δύναμη τυφλή και αυθόρμητη, που επιβάλλεται στους ανθρώπους, η σοσιαλιστική οικονομία έχει συνείδηση του νόμου της αξίας, το κράτος τον λαβαίνει υπ’ όψη του και τον χρησιμοποιεί στην πράξη της σχεδιοποιημένης διεύθυνσης της οικονομίας».

«Η γνώση της δράσης του νόμου της αξίας και η σωστή χρησιμοποίησή του βοηθούν αναγκαστικά τους καθοδηγητές της οικονομίας στην ορθολογική διοχέτευση της παραγωγής, στη συστηματική βελτίωση των μεθόδων εργασίας και στη χρησιμοποίηση των μη εμφανών εφεδρειών για καλύτερη και περισσότερη παραγωγή».

Οι υπογραμμισμένες από εμάς λέξεις δείχνουν το πνεύμα των παραγράφων.

Ο νόμος της αξίας θα λειτουργεί σαν τυφλή, αλλά γνωστή δύναμη και ως εκ τούτου χειραγωγήσιμη ή χρησιμοποιήσιμη από τον άνθρωπο.

Ο νόμος όμως αυτός έχει ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα:

 
 

1. Καθορίζεται από την ύπαρξη μιας εμπορευματικής κοινωνίας.2. Τα αποτελέσματά του δεν μπορούν να μετρηθούν από τα πριν, αλλά αντανακλούν στην αγορά, όπου παραγωγοί και καταναλωτές ανταλλάσσουν.

3. Εχει συνοχή σ’ ένα σύνολο που περιλαμβάνει τις παγκόσμιες αγορές και οι αλλαγές και οι διαστρεβλώσεις σε ορισμένους κλάδους της παραγωγής αντανακλώνται στο συνολικό αποτέλεσμα.

4. Με την ιδιότητά του ως οικονομικού νόμου δρα ουσιαστικά σαν τάση και, στις μεταβατικές περιόδους, θα πρέπει λογικά να τείνει προς την εξαφάνιση.

Μερικές παραγράφους πιο κάτω το εγχειρίδιο τονίζει:

«Το σοσιαλιστικό κράτος χρησιμοποιεί το νόμο της αξίας πραγματοποιώντας τον έλεγχο στην παραγωγή και την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος μέσω του οικονομικού και πιστωτικού συστήματος».

«Ο έλεγχος πάνω στο νόμο της αξίας και η χρησιμοποίησή του σε συμφωνία με ένα σχέδιο αποτελούν τεράστιο πλεονέκτημα του σοσιαλισμού πάνω στον καπιταλισμό. Χάρη στον έλεγχο πάνω στο νόμο της αξίας η δράση του στη σοσιαλιστική οικονομία δε συμβαδίζει με την κατασπατάληση της κοινωνικής εργασίας που είναι σύμφυτο φαινόμενο με την αναρχία της παραγωγής, συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού».

«Ο νόμος της αξίας και οι κατηγορίες που σχετίζονται με αυτόν – το χρήμα, η τιμή, το εμπόριο, η πίστη, τα οικονομικά – χρησιμοποιούνται με επιτυχία στην ΕΣΣΔ και τις λαϊκές δημοκρατίες προς το συμφέρον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, στη διαδικασία της σχεδιασμένης διεύθυνσης της εθνικής οικονομίας».

Αυτό μπορούμε να το θεωρήσουμε ακριβές, μόνο συσχετίζοντάς το με τη συνολική ποσότητα αξιών που παράγονται για την άμεση χρήση από τον πληθυσμό και τα αντίστοιχα διαθέσιμα αποθέματα για την απόκτησή τους, πράγμα που θα μπορούσε να το κάνει ο οποιοσδήποτε καπιταλιστής υπουργός Οικονομικών με κάποια σχετικά ισορροπημένα κονδύλια.Μέσα σε αυτό το πλαίσιο όλες οι επιμέρους διαστρεβλώσεις του νόμου είναι δυνατές.

Παρακάτω:

«Η εμπορευματική παραγωγή, ο νόμος της αξίας και το χρήμα δεν θα εξαφανιστούν παρά μόνο όταν φτάσει η ανώτερη φάση του κομμουνισμού. Αλλά για να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που θα κάνουν δυνατή την εξάλειψη της εμπορευματικής παραγωγής και κυκλοφορίας στην ανώτερη φάση του κομμουνισμού, είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε και να χρησιμοποιήσουμε το νόμο της αξίας και τις εμπορευματονομισματικές σχέσεις στη διάρκεια της οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας».

Γιατί να «αναπτύξουμε»;

Κατανοούμε ότι για ένα χρονικό διάστημα οι κατηγορίες του καπιταλισμού διατηρούνται και ότι το διάστημα αυτό δεν μπορεί να καθοριστεί από πριν. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όμως της μεταβατικής περιόδου είναι αυτά μιας κοινωνίας που σπάει τα παλιά δεσμά της για να μπει γρήγορα στο καινούργιο στάδιο. Η τάση πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη μας, η εξάλειψη όσο το δυνατό πιο σθεναρά των παλιών κατηγοριών, όπως η αγορά, το χρήμα και ως εκ τούτου ο μοχλός του υλικού κινήτρου ή – για να το πούμε καλύτερα – οι συνθήκες που προκαλούν την ύπαρξή του. Το αντίθετο θα σήμαινε ότι το καθήκον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια καθυστερημένη κοινωνία είναι ένα είδος ιστορικού ατυχήματος και ότι οι ηγέτες, για να επανορθώσουν το σφάλμα, πρέπει να αφιερωθούν στην εμπέδωση όλων των κατηγοριών που ενυπάρχουν στην ενδιάμεση κοινωνία, αφήνοντας μονάχα σαν βάσεις της καινούργιας κοινωνίας την κατανομή των εσόδων ανάλογα με την εργασία και την τάση εξάλειψης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί, σαν παράγοντας της ανάπτυξης της γιγάντιας συνειδησιακής αλλαγής που είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε το μεταβατικό στάδιο, αλλαγής που θα πρέπει να συντελείται με την πολύμορφη δράση όλων των καινούργιων σχέσεων, τη διαπαιδαγώγηση και τη σοσιαλιστική ηθική, όταν λάβουμε υπόψη μας την ατομικιστική νοοτροπία που το άμεσο υλικό κίνητρο δημιουργεί στη συνείδηση, φρενάροντας την ανάπτυξη του ανθρώπου σαν κοινωνικού όντος.

 
 

Για να συνοψίσουμε τις διαφωνίες μας:Θεωρούμε το νόμο της αξίας σαν μερικά υπαρκτό, εξαιτίας των υπολειμμάτων της εμπορευματικής κοινωνίας που παραμένουν και που αντανακλώνται στον τύπο ανταλλαγής που πραγματοποιείται ανάμεσα στο κράτος – προμηθευτή και τον καταναλωτή. Πιστεύουμε ότι ειδικά σε μια κοινωνία με πολύ ανεπτυγμένο εξωτερικό εμπόριο, όπως η δική μας, ο νόμος της αξίας σε παγκόσμια κλίμακα πρέπει να αναγνωριστεί σαν ένα γεγονός που κυριαρχεί στις εμπορικές σχέσεις, ακόμα και στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και αναγνωρίζουμε την ανάγκη να περάσει αυτό το εμπόριο σε μορφές πιο αναπτυγμένες στις χώρες της καινούργιας κοινωνίας, εμποδίζοντας να γίνουν βαθύτερες οι διαφορές ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες και τις πιο καθυστερημένες με την εμπορική ανταλλαγή. Με άλλα λόγια πρέπει να βρούμε εμπορικούς τύπους που να επιτρέπουν τη χρηματοδότηση βιομηχανικών επενδύσεων στις αναπτυσσόμενες χώρες, ακόμα και αν έρθουμε σε αντίθεση με τα συστήματα τιμών που υπάρχουν στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, πράγμα που θα επιτρέψει την όσο το δυνατό περισσότερο ισόμετρη πρόοδο ολόκληρου του σοσιαλιστικού στρατοπέδου με φυσικές συνέπειες τον περιορισμό των ανωμαλιών και την πρόσδοση μιας συνοχής στο πνεύμα του προλεταριακού διεθνισμού. (Η πρόσφατη συμφωνία ανάμεσα στην Κούβα και την ΕΣΣΔ είναι ένα δείγμα για το τι μπορεί να γίνει προς αυτή την κατεύθυνση). Αρνιόμαστε τη δυνατότητα της συνειδητής χρησιμοποίησης του νόμου της αξίας, στηριζόμενη στη μη ύπαρξη μιας ελεύθερης αγοράς που να εκφράζει αυτόματα την αντίθεση ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή, αρνιόμαστε την ύπαρξη κατηγορίας εμπορευμάτων στη σχέση ανάμεσα σε κρατικές επιχειρήσεις και θεωρούμε όλους τους οργανισμούς τμήμα της ενιαίας μεγάλης επιχείρησης που είναι το κράτος (παρόλο που στην πράξη δε συμβαίνει ακόμη αυτό στη χώρα μας). Ο νόμος της αξίας και το πλάνο είναι δύο όροι που συνδέονται από μιαν αντίθεση και τη λύση της. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο συγκεντρωτικός σχεδιασμός είναι ο τρόπος ύπαρξης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, η κατηγορία που την ορίζει και το σημείο όπου η συνείδηση του ανθρώπου κατορθώνει επιτέλους να συνθέσει και να κατευθύνει την οικονομία προς το στόχο της, την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπινου όντος μέσα στα πλαίσια της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Γιά τη διαμόρφωση των τιμών.

Στη θεωρία της διαμόρφωσης των τιμών έχουμε πάλι σοβαρές διαφωνίες. Στην αυτοδιαχείριση οι τιμές διαμορφώνονται «λαβαίνοντας υπόψη το νόμο της αξίας», αλλά δε μας εξηγούν (απ’ όσο ξέρουμε τουλάχιστον) ποια έκφραση του νόμου της αξίας εφαρμόζεται. Ξεκινούν από την κοινωνικά αναγκαία εργασία για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου προϊόντος, αλλά παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η κοινωνικά αναγκαία εργασία είναι μια οικονομικοϊστορική και άρα μεταβλητή έννοια, όχι μονάχα σε τοπικό επίπεδο (ή εθνικό), αλλά και σε παγκόσμιους ακόμη όρους. Οι συνεχείς πρόοδοι της τεχνολογίας, συνέπεια του ανταγωνισμού στον καπιταλιστικό κόσμο, περιορίζουν το κόστος της αναγκαίας εργασίας και ως εκ τούτου την αξία του προϊόντος. Μια κλειστή κοινωνία μπορεί να αγνοεί τις αλλαγές για ένα ορισμένο διάστημα, αλλά είναι υποχρεωμένη πάντα να επιστρέφει σε αυτές τις διεθνείς σχέσεις για να συγκρίνει την αξία της. Αν μια δοσμένη κοινωνία τις αγνοήσει για μακρόχρονο διάστημα, χωρίς να αναπτύξει καινούργιες και σωστές μορφές που θα τις αντικαταστήσουν, θα δημιουργήσει εσώτερες αλληλεπιδράσεις που θα εκφράσουν το δικό της σχήμα αξίας που θα έχει συνέπεια με τον εαυτό του, αλλά θα είναι αντίθετο με τις τάσεις της πιο αναπτυγμένης τεχνικής (όπως το ατσάλι και τα πλαστικά είδη). Αυτό μπορεί να προκαλέσει αρκετά σημαντικές σχετικές καθυστερήσεις και -όπως και να ‘χει το πράγμα- τέτοιες διαστρεβλώσεις του νόμου της αξίας σε διεθνή κλίμακα που δε θα μπορούν πια οι οικονομίες να συγκριθούν μεταξύ τους.

Ο φόρος κυκλοφορίας είναι μια μετρήσιμη εικονικότητα που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να διατηρήσουν καθορισμένα επίπεδα αποδοτικότητας, υψώνοντας την τιμή του προϊόντος για τον καταναλωτή με τέτοιο τρόπο, ώστε η προσφορά προϊόντος και η ποσότητα της φερέγγυας ζήτησης να εξισωθούν. Πιστεύουμε ότι αυτό επιβάλλεται από το σύστημα, αλλά δεν αποτελεί απόλυτη αναγκαιότητα και εργαζόμαστε με φόρμουλες που λαμβάνουν υπόψη τους όλες αυτές τις πλευρές.

Πρώτη δημοσίευση: Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Τεύχος 6, 2007.

Κριτικές παρατηρήσεις στην οικοδόμηση του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ (Μέρος Δεύτερο)

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Γενικές διαφορές ανάμεσα στον οικονομικό υπολογισμό και το σύστημα της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό.

Υπάρχουν σε διάφορους βαθμούς διαφορές ανάμεσα στον οικονομικό υπολογισμό και στο σύστημα της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό. Θα προσπαθήσουμε να τις διαχωρίσουμε σε δύο μεγάλες ομάδες και να τις εξηγήσουμε συνοπτικά. Υπάρχουν διαφορές μεθοδολογικής τάξης – πρακτικής ας πούμε – και διαφορές βαθύτερου χαρακτήρα, αλλά που η ανάλυση της φύσης τους μπορεί να θεωρηθεί «βυζαντινολογία», αν αυτή δε γίνει με μεγάλη προσοχή.

Πρέπει να διασαφηνίσουμε ότι αυτό που αναζητούμε είναι η αποτελεσματικότερη μορφή για να φτάσουμε στον κομμουνισμό. Δεν υπάρχει διαφορά αρχών. Ο οικονομικός υπολογισμός απέδειξε την πρακτική του αποτελεσματικότητα και ξεκινώντας από τις ίδιες βάσεις αποσκοπούμε στους ίδιους σκοπούς. Πιστεύουμε ότι το σχήμα δράσης του συστήματός μας, κατάλληλα ανεπτυγμένο, μπορεί να ανυψώσει την αποτελεσματικότητα της οικονομικής διαχείρισης του σοσιαλιστικού κράτους, να εμβαθύνει τη συνείδηση των μαζών και να ενισχύσει τη συνοχή του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος πάνω στη βάση μιας ολοκληρωμένης δράσης.

Η πιο άμεση διαφορά φαίνεται όταν μιλάμε για την επιχείρηση. Για μας, μια επιχείρηση είναι ένα σύνολο εργοστασίων και παραγωγικών μονάδων με παρόμοια τεχνολογική βάση, κοινό προορισμό για την παραγωγή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια περιορισμένη γεωγραφική θέση. Στο σύστημα οικονομικού υπολογισμού η επιχείρηση είναι μια παραγωγική μονάδα με δική της νομική προσωπικότητα. Με βάση αυτή τη μέθοδο, ένα κεντρικό εργοστάσιο ζάχαρης είναι μια επιχείρηση, ενώ για μας όλες οι ζαχαροβιομηχανίες και άλλες μονάδες σχετικές με τη ζάχαρη αποτελούν την Ενιαία Επιχείρηση Ζάχαρης.

Στην ΕΣΣΔ πρόσφατα έκαναν τέτοιου τύπου προσπάθειες, προσαρμοσμένες στις ειδικές συνθήκες της αδελφής αυτής χώρας.7

Μια άλλη διαφορά υπάρχει στη μορφή χρησιμοποίησης του χρήματος. Στο σύστημά μας το χρήμα δε λειτουργεί παρά σαν αριθμητικό στοιχείο, σαν αντανάκλαση, στις τιμές, της διαχείρισης της επιχείρησης, που οι κεντρικοί οργανισμοί θα αναλύσουν για να ελέγξουν τη λειτουργία της. Στον οικονομικό έλεγχο δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ακόμα και μέσο πληρωμής που λειτουργεί σαν έμμεσο εργαλείο ελέγχου, μια και αυτά τα αποθέματα είναι που επιτρέπουν τη λειτουργία της μονάδας και οι σχέσεις της με την τράπεζα είναι παρόμοιες με τη σχέση ενός ιδιωτικού παραγωγού με τις καπιταλιστικές τράπεζες, όπου πρέπει να εξηγήσει τα σχέδιά του λεπτομερειακά και ν’ αποδείξει τη φερεγγυότητά του. Φυσικά, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει αυθαίρετη απόφαση, αλλά υποταγή σε ένα σχέδιο και οι σχέσεις πραγματοποιούνται ανάμεσα σε κρατικούς οργανισμούς.

Επομένως, εξαιτίας της μορφής χρησιμοποίησης του χρήματος, οι επιχειρήσεις μας δεν έχουν δικά τους αποθέματα. Στην τράπεζα υπάρχουν χωριστοί λογαριασμοί για να σηκώσουν ή να καταθέσουν λεφτά. Η επιχείρηση μπορεί, σύμφωνα με το σχέδιο, να σηκώσει καταθέσεις από το γενικό λογαριασμό δαπανών ή από τον ειδικό λογαριασμό για να πληρώσει μισθούς. Οταν όμως κάνει μια κατάθεση, αυτή περνάει αυτόματα στα χέρια του κράτους.

Οι επιχειρήσεις των περισσότερων αδελφών χωρών έχουν δικά τους χρηματικά αποθέματα στις τράπεζες, τα οποία ενισχύουν με πιστώσεις από τις ίδιες τράπεζες, για τις οποίες πληρώνουν τόκους, χωρίς να ξεχνάμε ποτέ ότι αυτά τα «δικά τους» αποθέματα, όπως και οι πιστώσεις ανήκουν στην κοινωνία και ότι η κίνησή τους εκφράζει την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης.

Σε ό,τι αφορά τους κανόνες εργασίας, οι επιχειρήσεις οικονομικού ελέγχου εφαρμόζουν την εργασία κανονισμένη με το χρόνο και την εργασία με το κομμάτι ή με την ώρα (εργολαβικά). Προσπαθούμε να εφαρμόσουμε σε όλες τις επιχειρήσεις την κανονισμένη με το χρόνο εργασία, με τα πριμ υπερπαραγωγής και με όριο την τιμή της ανώτερης κλίμακας. Θα ξανάρθουμε στο ζήτημα αυτό παρακάτω.

Στο πλήρως αναπτυγμένο σύστημα οικονομικού υπολογισμού υπάρχει μια αυστηρή μέθοδος σύμβασης, με πρόστιμα σε περίπτωση μη τήρησης και βασισμένη σε ένα νομικό πλαίσιο καθιερωμένο στη διάρκεια πολύχρονης εμπειρίας. Στη χώρα μας μια τέτοια δομή δεν υπάρχει ακόμη ούτε για τους οργανισμούς αυτοδιαχείρισης, όπως είναι το Εθνικό Ινστιτούτο Αστικής Μεταρρύθμισης (INRA). Η εφαρμογή της στάθηκε ιδιαίτερα δύσκολη εξαιτίας της συνύπαρξης δύο τόσο ανόμοιων μεταξύ τους συστημάτων. Υπάρχει τώρα η Επιτροπή Διαιτησίας, χωρίς εκτελεστικές δυνατότητες, αλλά η σημασία της ολοένα και μεγαλώνει, μπορεί να αποτελέσει τη βάση της μελλοντικής νομικής μας δομής. Στο εσωτερικό σχέδιο, ανάμεσα σε οργανισμούς που υπάγονται στο σύστημα χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό, η απόφαση είναι εύκολη, παίρνονται διοικητικά μέτρα για τη σωστή και καθημερινή διαχείριση των λογαριασμών ελέγχου (αυτό γίνεται κιόλας στην πλειοψηφία των επιχειρήσεων αυτού του υπουργείου).

Ξεκινώντας από τη βάση ότι και στα δύο συστήματα το γενικό σχέδιο του κράτους είναι η υπέρτατη αρχή, υποχρεωτικά σεβαστή, μπορούμε να συνοψίσουμε τις λειτουργικές αναλογίες και διαφορές, λέγοντας ότι η αυτοδιαχείριση στηρίζεται σε ένα σφαιρικό συγκεντροποιημένο έλεγχο και σε μια πιο ισχυρή αποκέντρωση, ο έμμεσος έλεγχος ασκείται μέσω του ρουβλιού από την τράπεζα και το νομισματικό αποτέλεσμα της διαχείρισης χρησιμεύει σαν μέτρο για τα πριμ, το υλικό συμφέρον είναι ο μεγάλος μοχλός που κινεί ατομικά και συλλογικά τους εργαζόμενους.

Το σύστημα χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό βασίζεται στο συγκεντροποιημένο έλεγχο δραστηριότητας της επιχείρησης. Το σχέδιό του και η οικονομική του διαχείριση ελέγχονται από κεντρικούς οργανισμούς με άμεσο τρόπο. Η επιχείρηση δεν έχει δικά της αποθέματα ούτε δέχεται τραπεζικές πιστώσεις. Χρησιμοποιεί ατομικά το υλικό κίνητρο, δηλαδή τα πριμ και ατομικά πρόστιμα και όταν έρθει η στιγμή θα τα χρησιμοποιήσει συλλογικά, αλλά το άμεσο υλικό κίνητρο περιορίζεται από τη μορφή πληρωμής του μισθού.

ΛΕΠΤΟΤΕΡΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ – ΥΛΙΚΟ ΚΙΝΗΤΡΟ ΚΑΤΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ.

Μπαίνουμε τώρα πλήρως στον τομέα των λεπτότερων αντιθέσεων που πρέπει να αναλυθούν διεξοδικότερα. Το θέμα του υλικού κινήτρου σε αντίθεση με το ηθικό προκάλεσε πολλές συζητήσεις ανάμεσα στους ενδιαφερόμενους. Ενα πράγμα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε: δεν αρνιόμαστε την αντικειμενική αναγκαιότητα του υλικού κινήτρου, είμαστε όμως επιφυλακτικοί προκειμένου να το χρησιμοποιήσουμε σαν ουσιαστικό μοχλό. Πιστεύουμε ότι στην οικονομία ο τύπος αυτός του μοχλού αποκτάει γρήγορα τη σημασία της κατηγορίας καθεαυτής και μετά επιβάλλει τη δική του δυναμική στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πηγάζει από τον καπιταλισμό και είναι καταδικασμένος να πεθάνει στο σοσιαλισμό.

Πώς θα το κάνουμε να πεθάνει;

Μας απαντούν: Σιγά-σιγά μέσω της προοδευτικής αύξησης των καταναλωτικών αγαθών για το λαό, πράγμα που θα κάνει το κίνητρο αυτό περιττό. Μας φαίνεται πολύ αυστηρή ως μηχανισμός αυτή η αντίληψη. Τα καταναλωτικά αγαθά είναι το σήμα κατατεθέν και, τελικά, το μεγάλο στοιχείο στη διαμόρφωση της συνείδησης για τους υπερασπιστές του άλλου συστήματος. Κατά τη γνώμη μας, άμεσο υλικό κίνητρο και συνείδηση είναι δύο αντίθετες έννοιες.

Είναι ένα από τα σημεία όπου οι διαφωνίες μας παίρνουν συγκεκριμένες διαστάσεις. Δεν πρόκειται πια για δευτερεύουσας σημασίας διαφορές. Για τους οπαδούς της οικονομικής αυτοδιαχείρισης το άμεσο υλικό κίνητρο, προβαλλόμενο μέσα στο μέλλον, που συνοδεύει την κοινωνία στα διάφορα στάδια της οικοδόμησης του κομμουνισμού, δεν είναι αντίθετο στην «ανάπτυξη» της συνείδησης. Για μας είναι αντίθετο. Γι’ αυτό αντιμαχόμαστε την κυριαρχία του, γιατί αυτή θα σήμαινε καθυστέρηση στην ανάπτυξη της σοσιαλιστικής ηθικής.

Αν το υλικό κίνητρο είναι αντίθετο με την ανάπτυξη της συνείδησης, ενώ παραμένει ταυτόχρονα ένας μεγάλος μοχλός για να έχουμε επιδόσεις στην παραγωγή, μήπως θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι με το υπερβολικό ενδιαφέρον για την ανάπτυξη της συνείδησης θα καθυστερήσει η παραγωγή; Με συγκριτικούς όρους σε μια δοσμένη εποχή, είναι δυνατό να γίνει αυτό, αν και κανένας δεν έχει κάνει σχετικούς υπολογισμούς. Εμείς όμως βεβαιώνουμε ότι σε μια σχετικά βραχυπρόθεσμη περίοδο η ανάπτυξη της συνείδησης συμβάλλει πολύ περισσότερο στην ανάπτυξη της παραγωγής από το υλικό κίνητρο. Και αυτό το κάνουμε βασιζόμενοι στη γενική προβολή της ανάπτυξης της κοινωνίας, στην πορεία προς τον κομμουνισμό, πράγμα που προϋποθέτει η εργασία να σταματήσει να είναι μια επίπονη αναγκαιότητα και να μετατραπεί σε μια ευχάριστη επιτακτική ανάγκη.

Επιφορτισμένη με υποκειμενισμό η διαβεβαίωση αυτή παίρνει το χρίσμα της εμπειρίας και εδώ ακριβώς βρισκόμαστε. Αν στη διάρκεια αυτής της εμπειρίας αποδειχτεί ότι είναι μια επικίνδυνη τροχοπέδη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, θα πρέπει να αποφασίσουμε να κόψουμε το κακό στη ρίζα του και να ξαναγυρίσουμε στην πεπατημένη. Η ημέρα αυτή δεν ήρθε ακόμα και η μέθοδος αυτή, χάρη στην τελειοποίηση που της δίνει η πρακτική, παίρνει όλο και περισσότερη υπόσταση και αποδείχνει την εσωτερική της συνοχή.

Ποιος είναι λοιπόν ο σωστός τρόπος να αντιμετωπίσουμε το υλικό κίνητρο; Πιστεύουμε ότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε την ύπαρξή του, είτε εμφανίζεται σαν συλλογική έκφραση των πόθων των μαζών είτε σαν ατομική παρουσία, σαν αντανάκλαση στη συνείδηση των εργαζομένων των συνηθειών της παλιάς κοινωνίας. Δεν έχουμε ακόμα συγκεκριμένες απόψεις για τη συλλογική αντιμετώπιση του υλικού κινήτρου, γιατί οι ανεπάρκειες του μηχανισμού προγραμματισμού μας, μας εμπόδισαν να βασιστούμε απόλυτα σε αυτόν και γιατί δεν μπορέσαμε ακόμα να δημιουργήσουμε μια μέθοδο που μας επιτρέπει να παραμερίσουμε τις δυσκολίες.

Το μεγαλύτερο κίνδυνο τον βλέπουμε στον ανταγωνισμό που δημιουργείται ανάμεσα στον κρατικό διοικητικό μηχανισμό και στους οργανισμούς παραγωγής. Ο Σοβιετικός οικονομολόγος Λίμπερμαν ανέλυσε αυτό τον ανταγωνισμό και συμπέρανε ότι πρέπει να αλλάξουμε τις μεθόδους συλλογικού κινήτρου, εγκαταλείποντας την παλιά φόρμουλα των πριμ που βασιζόταν στην εκπλήρωση πλάνων για να περάσουμε σε άλλες πιο προχωρημένες μεθόδους.

Ακόμα κι αν δεν είμαστε σύμφωνοι μαζί του πάνω στην έμφαση που έδωσε στο υλικό κίνητρο (ως μοχλός), πιστεύουμε ότι έχει δίκιο να ανησυχεί για τις διαστρεβλώσεις που υπέστη η αντίληψη της εκπλήρωσης του πλάνου στην πάροδο των χρόνων. Οι σχέσεις ανάμεσα στις επιχειρήσεις και τους κεντρικούς οργανισμούς παίρνουν αρκετά αντιφατικές μορφές και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται από αυτές για την απόκτηση απολαβών παρουσιάζουν συχνά χαρακτηριστικά αρκετά απομακρυσμένα από την εικόνα της σοσιαλιστικής ηθικής.

Πιστεύουμε ότι κατά κάποιο τρόπο σπαταλούνται οι δυνατότητες ανάπτυξης που προσφέρουν οι καινούριες σχέσεις παραγωγής για να τονιστεί η εξέλιξη του ανθρώπου προς το «Βασίλειο της ελευθερίας». Εμείς, ακριβώς στον προσδιορισμό μας των βασικών επιχειρημάτων του συστήματος υπογραμμίσαμε την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την ανάπτυξη της παραγωγής. Μπορούμε να επιχειρήσουμε τη δημιουργία της καινούριας συνείδησης γιατί βρισκόμαστε μπροστά σε καινούριες σχέσεις παραγωγής και παρόλο που η συνείδηση, με τη γενική ιστορική έννοια, είναι προϊόν των σχέσεων παραγωγής, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύγχρονης εποχής, η βασική αντίθεση της οποίας (σε παγκόσμια κλίμακα) είναι αυτή ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και το σοσιαλισμό. Οι σοσιαλιστικές ιδέες αγγίζουν τη συνείδηση των ανθρώπων όλου του κόσμου και γι’ αυτό μπορεί να προχωρήσει η ανάπτυξη στη συγκεκριμένη κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων σε μια δοσμένη χώρα.

Στην ΕΣΣΔ της πρώτης εποχής το σοσιαλιστικό κράτος ήταν το χαρακτηριστικό του καθεστώτος, παρ’ όλες τις σχέσεις πολύ πιο καθυστερημένου τύπου που υπήρχαν ακόμα μέσα στη χώρα. Και στον καπιταλισμό υπάρχουν ακόμα υπολείμματα του φεουδαρχικού σταδίου, αλλά το καπιταλιστικό σύστημα είναι το χαρακτηριστικό, αφού θριάμβευσε στις βασικές πλευρές της οικονομίας. Στην Κούβα η ανάπτυξη των αντιθέσεων ανάμεσα στα δύο παγκόσμια συστήματα επέτρεψε την εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης που της δόθηκε συνειδητά, χάρη στις γνώσεις που είχαν οι ηγέτες της, στην εμβάθυνση της συνείδησης των μαζών, καθώς και στο συσχετισμό των δυνάμεων στον κόσμο.

Αν αυτό στάθηκε δυνατό, γιατί να μη θεωρήσουμε την εκπαίδευση σαν ένα επίμονο αρωγό του σοσιαλιστικού κράτους στον αγώνα για την εξάλειψη των καταβολών μιας πεθαμένης κοινωνίας που πήρε μαζί της στον τάφο και τις παλιές σχέσεις παραγωγής; Ας δούμε τι λέει ο Λένιν γι’ αυτό:

«Προβάλλουν, λογουχάρη ένα απίθανα σχηματικό επιχείρημα, που το έχουν αποστηθίσει στο διάστημα της ανάπτυξης της δυτικοευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και που έγκειται στο ότι δεν ωριμάσαμε ακόμη για το σοσιαλισμό, ότι δεν έχουμε, όπως εκφράζονται οι διάφοροι «φωστήρες» απ’ αυτούς τους κυρίους, τις αντικειμενικές οικονομικές προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό. Και δεν έρχεται σε κανενός το μυαλό να αναρωτηθεί: μα δεν μπορούσε άραγε ένας λαός που βρέθηκε μπροστά σε μιαν επαναστατική κατάσταση, όπως αυτή που διαμορφώθηκε στον πρώτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, δεν μπορούσε μήπως ο λαός αυτός, όταν επέδρασε πάνω του το αδιέξοδο της κατάστασής του, να ριχτεί σε μια τέτοια πάλη που θα του έδινε έστω και μια πιθανότητα να κατακτήσει όχι εντελώς συνηθισμένες συνθήκες για την παραπέρα ανάπτυξη του πολιτισμού του;

Η Ρωσία δεν έφτασε ακόμη στη βαθμίδα εκείνη ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όπου μπορεί να πραγματοποιηθεί ο σοσιαλισμός». Τη θέση αυτή όλοι οι ήρωες της ΙΙ Διεθνούς, μαζί και ο Σουχάνοφ φυσικά, την επαναλαμβάνουν πραγματικά σαν τροπάριο. Την αναμφισβήτητη αυτή θέση την αναμασούν με χίλιους τρόπους και τους φαίνεται ότι η θέση αυτή είναι αποφασιστική για την εκτίμηση της επανάστασής μας.

Τι θα κάνουμε αν η ιδιομορφία της κατάστασης τράβηξε τη Ρωσία, πρώτο, στον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, στον οποίο έχουν αναμιχθεί όλες οι κάπως σημαντικές δυτικοευρωπαϊκές χώρες, αν η ιδιομορφία αυτή τοποθέτησε την ανάπτυξη της Ρωσίας στο μεταίχμιο των επαναστάσεων της Ανατολής που αρχίζουν και εν μέρει άρχισαν ήδη σε συνθήκες που θα μπορούσαμε να πραγματοποιήσουμε την ένωση ακριβώς εκείνη του “πολέμου των χωρικών” με το εργατικό κίνημα, την οποία το 1856 ένας τέτοιος “μαρξιστής” σαν το Μαρξ τη θεωρούσε σαν μια από τις πιο πιθανές προοπτικές για την Πρωσία;

Τι θα κάνουμε αν το πλήρες αδιέξοδο της κατάστασης, δεκαπλασιάζοντας τις δυνάμεις των εργατών και των αγροτών, μας άνοιγε τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε τις βασικές προϋποθέσεις του πολιτισμού με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι σε όλα τα άλλα δυτικοευρωπαϊκά κράτη; Μήπως άλλαξε απ’ αυτό το γεγονός η γενική γραμμή εξέλιξης της παγκόσμιας ιστορίας; Μήπως άλλαξαν απ’ αυτό το γεγονός οι βασικές σχέσεις των βασικών τάξεων σε κάθε κράτος που μπαίνει ή μπήκε στη γενική πορεία της παγκόσμιας ιστορίας;

Αν για τη δημιουργία του σοσιαλισμού απαιτείται ένα ορισμένο επίπεδο πολιτισμού (αν και κανένας δεν μπορεί να πει ποιο είναι ακριβώς αυτό το ορισμένο «επίπεδο πολιτισμού», γιατί κάθε δυτικοευρωπαϊκό κράτος έχει και διαφορετικό επίπεδο), τότε γιατί δεν μπορούμε να αρχίσουμε πρώτα από την κατάκτηση με επαναστατικό τρόπο των προϋποθέσεων γι’ αυτό το ορισμένο επίπεδο και μετά πια, βασισμένοι στην εργατοαγροτική εξουσία και στο σοβιετικό καθεστώς, να προχωρήσουμε για να φτάσουμε τους άλλους λαούς;»8.

Σχετικά με την παρουσία, με εξατομικευμένη μορφή, του υλικού συμφέροντος, την αναγνωρίζουμε (παλεύοντας ταυτόχρονα ενάντιά της και προσπαθώντας να επιταχύνουμε την εξαφάνισή της με τη διαπαιδαγώγηση) και χρησιμοποιούμε το υλικό συμφέρον στις νόρμες της εργασίας με το χρόνο και με πριμ και με μισθολογική τιμωρία όταν οι νόρμες δεν εκπληρούνται.

Η λεπτή διαφορά ανάμεσα στους οπαδούς της αυτοδιαχείρισης και σε εμάς στηρίζεται πάνω στα επιχειρήματα της πληρωμής ενός κανονικού μισθού, του πριμ και της τιμωρίας. Η νόρμα παραγωγής είναι η μέση ποσότητα εργασίας που παράγει ένα προϊόν σε καθορισμένο χρόνο, με μέση αξιολόγηση και με συγκεκριμένες συνθήκες χρησιμοποίησης του εξοπλισμού. Είναι η προσφορά μιας ποσότητας εργασίας στην κοινωνία από ένα μέλος της, είναι η εκπλήρωση του κοινωνικού του καθήκοντος. Αν οι νόρμες ξεπεραστούν, τα έσοδα της κοινωνίας αυξάνονται και μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο εργάτης που τις ξεπερνά εκπληρώνει καλύτερα τα καθήκοντά του και αξίζει έτσι μια υλική ανταμοιβή. Δεχόμαστε αυτή την αντίληψη σαν ένα αναγκαίο κακό μιας μεταβατικής περιόδου, αλλά δε δεχόμαστε ότι η σωστή ερμηνεία της αρχής «απ’ τον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του και στον καθένα ανάλογα με την εργασία του» πρέπει να είναι η πλήρης πληρωμή, πέρα απ’ το μισθό, του ποσοστού ξεπεράσματος μιας δοσμένης νόρμας (υπάρχουν περιπτώσεις όπου η πληρωμή ξεπερνάει το ποσοστό εκπλήρωσης της νόρμας, σαν έκτακτο κίνητρο της ατομικής παραγωγικότητας). Ο Μαρξ εξηγεί πολύ καθαρά στην «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» ότι ένα σημαντικό τμήμα του εργατικού μισθού πάει σε τομείς που βρίσκονται πολύ μακριά από αυτούς που έχει άμεση σχέση:

«Αν πάρουμε πρώτα τις λέξεις “έσοδο της εργασίας” με την έννοια του προϊόντος της εργασίας, τότε το συνεταιριστικό έσοδο της εργασίας είναι το κοινωνικό συνολικό προϊόν.

Απ’ αυτό πρέπει τώρα ν’ αφαιρέσουμε:

Πρώτα: Οσα χρειάζονται για την αντικατάσταση των μέσων παραγωγής που καταναλώθηκαν.

Δεύτερο: Ενα πρόσθετο μέρος για την επέκταση της παραγωγής.

Τρίτο: Ενα εφεδρικό απόθεμα ή απόθεμα ασφαλείας ενάντια σε ατυχήματα, καταστροφές από φυσικές αιτίες κλπ.

Αυτές οι κρατήσεις από το “ακέραιο έσοδο της εργασίας” αποτελούν οικονομική ανάγκη και το μέγεθός τους καθορίζεται σύμφωνα με τα υπάρχοντα μέσα και δυνάμεις, εν μέρει με υπολογισμούς στη βάση των πιθανοτήτων, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να υπολογιστούν με βάση τη δικαιοσύνη.

Μένει το άλλο μέρος του συνολικού προϊόντος, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί σαν μέσο κατανάλωσης.

Προτού φτάσει στο ατομικό μοίρασμα, πρέπει πάλι να αφαιρεθούν από αυτό:

Πρώτα: Τα γενικά διαχειριστικά έξοδα, που δεν ανήκουν στην παραγωγή, από την παραγωγή.

Αυτό το μέρος περιορίζεται εξαρχής σημαντικότατα σε σύγκριση με τη σημερινή κοινωνία, και μειώνεται στο βαθμό που αναπτύσσεται η νέα κοινωνία.

Δεύτερο: Αυτό που προορίζεται για την ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών, όπως είναι τα σχολεία, τα ιδρύματα υγείας κλπ.

Αυτό το μέρος μεγαλώνει από την αρχή σημαντικά σε σύγκριση με τη σημερινή κοινωνία και μεγαλώνει στο βαθμό που αναπτύσσεται η νέα κοινωνία.

Τρίτο: Αποθέματα για τους ανίκανους για δουλειά κλπ., κοντολογίς αυτό που σήμερα ανήκει στη λεγόμενη επίσημη πρόνοια των απόρων.

Και τώρα πια ερχόμαστε στη “διανομή” που το πρόγραμμα, με τη λασαλική επίδραση, παίρνει μονάχα στενοκέφαλα υπόψη του, δηλαδή σ’ εκείνο το μέρος των μέσων κατανάλωσης που μοιράζεται ανάμεσα στους ατομικούς παραγωγούς του συνεταιρισμού.

Το “ακέραιο έσοδο της εργασίας” μεταβλήθηκε στο μεταξύ στα κρυφά σε “κουτσουρεμένο”, αν και αυτό που χάνει ο παραγωγός με την ιδιότητά του σαν ιδιώτης – άτομο, το παίρνει άμεσα ή έμμεσα με την ιδιότητά του σαν μέλος της κοινωνίας.

Οπως εξαφανίστηκε η φράση “ακέραιο έσοδο της εργασίας”, εξαφανίζεται τώρα γενικά η φράση “έσοδο της εργασίας”»9.

Ολα αυτά μας δείχνουν ότι η σημασία των εφεδρικών αποθεμάτων εξαρτάται από ένα σύνολο πολιτικοοικονομικών ή πολιτικοδιοικητικών αποφάσεων. Οπως όλα τα αγαθά που περιλαμβάνονται στην εφεδρεία πηγάζουν πάντοτε από την αδιανέμητη εργασία, οφείλουμε να συμπεράνουμε ποιες αποφάσεις πάνω στον όγκο των αποθεμάτων που αναλύθηκαν από το Μαρξ επιφέρουν αλλαγές στις πληρωμές, δηλαδή παραλλαγές του μη διανεμημένου άμεσα όγκου εργασίας. Πρέπει να προσθέσουμε σε όσα εκτέθηκαν εδώ ότι δεν υπάρχει ή ότι δε γνωρίζουμε εμείς καμιά μαθηματική νόρμα που να καθορίζει το «δίκαιο» του πριμ ξεπεράσματος της νόρμας (ή του βασικού μισθού). Οπότε πρέπει να στηρίξουμε βασικά πάνω στις καινούριες κοινωνικές σχέσεις τη νομική δομή που θα επικυρώνει τη μορφή διανομής από την κοινότητα ενός τμήματος της εργασίας του κάθε εργάτη χωριστά.

Το σύστημά μας της νόρμας στην παραγωγή έχει το καλό ότι καθιερώνει την υποχρέωση της δημιουργίας της επαγγελματικής ικανότητας για να περάσει κάποιος από μια συγκεκριμένη κατηγορία σε μια ανώτερη, πράγμα που θα φέρει με τον καιρό μια σημαντική ανάπτυξη του τεχνικού επιπέδου.

Οταν δεν πραγματοποιούμε τις νόρμες δεν εκπληρώνουμε το κοινωνικό μας καθήκον. Η κοινωνία τιμωρεί τον παραβάτη με τον περιορισμό ενός μέρους του ενεργητικού του. Η νόρμα δεν είναι μόνο ένα σημείο αναφοράς που καθορίζει ένα ενδεχόμενο μέτρο ή μια συμφωνία πάνω σε ένα μέτρο εργασίας που πρέπει να παραχθεί, είναι η έκφραση μιας ηθικής υποχρέωσης του εργαζόμενου, είναι το κοινωνικό του χρέος. Εδώ πρέπει να διασταυρώνεται η δράση του διοικητικού ελέγχου με τη δράση του ιδεολογικού ελέγχου. Ο μεγάλος ρόλος του Κόμματος στην παραγωγική μονάδα βρίσκεται στο να γίνει ο εσωτερικός της κινητήρας και να χρησιμοποιήσει κάθε παραδειγματική στάση των αγωνιστών του, έτσι ώστε η παραγωγική εργασία, η επαγγελματική ικανότητα και η συμμετοχή στις οικονομικές υποθέσεις της μονάδας να γίνουν συστατικό τμήμα της ζωής των εργατών και να μετατραπούν σιγά σιγά σε μια αναντικατάστατη συνήθεια.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1 Καρλ Μαρξ: «Χειρόγραφα του 1844», Κοινωνικές εκδόσεις, Παρίσι 1962, σελ. 87 (σ.μ. Απόσπασμα από τη γαλλική έκδοση).

2 Καρλ Μαρξ: «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1994, σελ. 21.

3 Ι.Β. Λένιν: «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Απαντα, τόμος 26, σελ. 362-363.

4 Ι.Β. Στάλιν: Ζητήματα Λενινισμού, «Για τις βάσεις του λενινισμού», σελ. 4.

5 Β.Ι. Λένιν: «Πέντε χρόνια της Ρωσικής Επανάστασης και οι προοπτικές της παγκόσμιας επανάστασης». Απαντα, τόμος 45, σελ. 279-280.

6 Β.Ι. Λένιν: «Πέντε χρόνια της Ρωσικής Επανάστασης και οι προοπτικές της παγκόσμιας Επανάστασης». Απαντα, τόμος 45, σελ. 282.

7 Bλέπε: I. Ivonin, «Los Combinados de Empresas Sovieticas – La nueva forma de administration de las industrias». («Οι σύνδεσμοι των Σοβιετικών επιχειρήσεων – Ο νέος τρόπος της διεύθυνσης της βιομηχανίας»), «Nuestra Industria, Revista Economica», Νο 4.

8 Β.Ι. Λένιν: «Για την επανάστασή μας». Απαντα, τόμος 45, σελ. 380-381.

9 Καρλ Μαρξ: «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1994, σελ. 20.

Πρώτη Δημοσίευση: Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Τεύχος 6, 2007.

Κριτικές παρατηρήσεις στην οικοδόμηση του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ (Μέρος Πρώτο)

Το παρακάτω άρθρο του Τσε δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Η βιομηχανία μας, Οικονομική Επιθεώρηση» (τεύχος No 5) το Φεβρουάριο του 1964.

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Με το θέμα αυτό ήδη έχουμε ασχοληθεί λίγο, αλλά όχι αρκετά και πιστεύω ότι είναι επιτακτική ανάγκη να ξεκινήσουμε βαθύτερες αναλύσεις πάνω σ’ αυτό για να μπορέσουμε να δώσουμε μια καθαρή εικόνα της εμβέλειας και της μεθοδολογίας του. Το σύστημα αυτό κατοχυρώνεται επίσημα με το Νόμο που ρυθμίζει το σύστημα που χρηματοδοτεί τις κρατικές επιχειρήσεις μέσα από τον προϋπολογισμό και εγκαινιάζεται στα πλαίσια εργασίας του Υπουργείου Βιομηχανίας.

Η ιστορία του είναι σύντομη και φτάνει μόλις μέχρι το 1960, οπότε το σύστημα αρχίζει να αποκτάει κάποια υπόσταση. Πρόθεσή μας όμως δεν είναι ν’ αναλύσουμε την ανάπτυξή του, αλλά το πώς παρουσιάζεται σήμερα, γνωρίζοντας καλά ότι δεν έχει ακόμα ολοκληρώσει την εξέλιξή του. Μας ενδιαφέρει να κάνουμε σύγκριση με το λεγόμενο οικονομικό υπολογισμό. Σε ό,τι αφορά το σύστημα αυτό, δίνουμε έμφαση στην πλευρά της οικονομικής αυτοδιαχείρισης, διότι αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα διαφοροποίησης, καθώς και έμφαση στη στάση απέναντι στο υλικό κίνητρο, διότι είναι η βάση στην οποία στηρίζεται η αυτοδιαχείριση.

Η εξήγηση των διαφορών είναι δύσκολη, καθώς συχνά είναι θολές και λεπτές και επιπλέον η μελέτη του συστήματος της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό δεν έχει μπει σε τέτοιο βάθος, ώστε να παρουσιαστεί με την ίδια σαφήνεια, όπως ο οικονομικός υπολογισμός.

Θα ξεκινήσουμε με κάποιες παραθέσεις. Η πρώτη είναι από τα οικονομικά χειρόγραφα του Μαρξ που χρονολογούνται από την εποχή που τη βάφτισαν περίοδο του «νέου Μαρξ». Τότε που το βάρος των φιλοσοφικών ιδεών που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του φαινόταν καθαρά ακόμα και στο λεξιλόγιό του και οι ιδέες του πάνω στην οικονομία ήταν ακόμα ασαφείς. Παρ’ όλα αυτά, ο Μαρξ τότε βρισκόταν στην πληρότητα της ζωής του: Είχε πια αγκαλιάσει την υπόθεση των ταπεινών και την εξηγούσε φιλοσοφικά, χωρίς ωστόσο την επιστημονική δεινότητά του, «Το Κεφάλαιο». Στοχαζόταν πιο πολύ σαν φιλόσοφος και αναφερόταν λοιπόν πιο συγκεκριμένα στον άνθρωπο σαν άτομο και στα προβλήματα της απελευθέρωσής του σαν κοινωνικό ον, χωρίς να μπαίνει ακόμα στην ανάλυση του αναπόφευκτου της κατάρρευσης των κοινωνικών δομών της εποχής του για να ανοίξει ο δρόμος της μεταβατικής περιόδου: Της δικτατορίας του προλεταριάτου. Στο «Κεφάλαιο» ο Μαρξ παρουσιάζεται σαν επιστήμονας οικονομολόγος που αναλύει εξονυχιστικά το μεταβατικό χαρακτήρα των κοινωνικών σταδίων και την ταύτισή τους με τις σχέσεις παραγωγής. Δεν προχωράει σε φιλοσοφικές αναζητήσεις.

 
 

Το βάρος του μνημείου αυτού της ανθρώπινης διανόησης είναι τέτοιο που μας κάνει συχνά να ξεχνάμε τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα (με την καλύτερη έννοια του όρου) των ανησυχιών του. Ο μηχανισμός των σχέσεων παραγωγής και η συνέπειά του, η πάλη των τάξεων, κρύβει σε ένα βαθμό το αντικειμενικό γεγονός ότι είναι άνθρωποι που κινούνται μέσα στο ιστορικό περιβάλλον. Τώρα όμως μας ενδιαφέρει ο άνθρωπος και αυτός είναι και ο λόγος της παράθεσης αυτού του αποσπάσματος, που δεν έχει λιγότερη αξία ως έκφραση του στοχασμού του φιλόσοφου, επειδή γράφτηκε στη νεότητά του.«Ο κομμουνισμός είναι το θετικό ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας, η ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση και συνακόλουθα πραγματική ιδιοποίηση της ανθρώπινης ουσίας από τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο. Συνεπώς είναι η ολοκληρωτική επιστροφή του ανθρώπου στον εαυτό του σαν κοινωνικό άνθρωπο, δηλαδή ανθρώπινο άνθρωπο, μια επιστροφή συνειδητή που συντελείται μέσα σε ολόκληρο τον πλούτο της προηγούμενης εξέλιξης. Ο κομμουνισμός αυτός σαν ολοκληρωμένος νατουραλισμός=ουμανισμός είναι και σαν ολοκληρωμένος ουμανισμός=νατουραλισμός. Είναι η γνήσια λύση της σύγκρουσης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση ή του ανθρώπου ενάντια στον άνθρωπο, η γνήσια λύση της πάλης ανάμεσα στην ύπαρξη και την ουσία, ανάμεσα στην αντικειμενοποίηση και την επιβεβαίωση του εαυτού του, ανάμεσα στην ελευθερία και την αναγκαιότητα, ανάμεσα στο άτομο και το είδος. Είναι η λύση του αινίγματος της ιστορίας, που έχει συνείδηση του εαυτού της, ότι αποτελεί αυτή τη λύση»1.

 
 

Η λέξη συνείδηση υπογραμμίζεται διότι θεωρείται βασική για την τοποθέτηση του προβλήματος. Ο Μαρξ σκεπτόταν την απελευθέρωση του ανθρώπου και έβλεπε τον κομμουνισμό σαν τη λύση των αντιθέσεων που δημιούργησαν την αλλοτρίωσή του, ωστόσο σαν μια πράξη συνειδητή. Δηλαδή ο κομμουνισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί απλά και μόνο το αποτέλεσμα ταξικών αντιθέσεων σε μια ψηλά αναπτυγμένη κοινωνία που θα λύνονταν στην πορεία μιας μεταβατικής περιόδου για να φτάσει στην κορυφή. Ο άνθρωπος δρα συνειδητά στην ιστορία. Χωρίς τη συνείδηση αυτή που περικλείει τη συνείδηση του κοινωνικού του είναι, δεν μπορεί να υπάρξει κομμουνισμός.

Ενώ εργαζόταν πάνω στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ δεν εγκατέλειψε τη μαχητική του στάση. Οταν το 1875 έγινε το συνέδριο της Γκότα για την ενοποίηση των εργατικών οργανώσεων της Γερμανίας (Εργατικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και Γενική Ομοσπονδία των Γερμανών Εργαζομένων) και παρουσιάστηκε το πρόγραμμα με το ίδιο όνομα, η απάντησή του ήταν η Κριτική του Προγράμματος της Γκότα.

Αυτό το κείμενο – που γράφτηκε με καθαρό πολεμικό προσανατολισμό, ενώ εργαζόταν πάνω στο βασικό του έργο – είναι σημαντικό γιατί αναφέρεται, αν και παρεμπιπτόντως, στο πρόβλημα της μεταβατικής περιόδου. Στην ανάλυση του 3ου σημείου του Προγράμματος της Γκότα επεκτείνεται πάνω σε μερικά από τα σημαντικότερα θέματα αυτής της περιόδου που τη θεωρεί σαν το αποτέλεσμα της κατάρρευσης του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού συστήματος. Στο στάδιο αυτό δεν προβλέπει χρήση του χρήματος, προβλέπει όμως τον ατομικό χαρακτήρα της αμοιβής της εργασίας, γιατί:

«Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κομμουνιστική κοινωνία, όχι όπως έχει εξελιχθεί πάνω στη δική της βάση, αλλά αντίθετα όπως ακριβώς προβάλλει από την καπιταλιστική κοινωνία, με μια κομμουνιστική κοινωνία, επομένως που από κάθε άποψη, οικονομικά, ηθικά, πνευματικά, είναι γεμάτη με τα σημάδια της παλιάς κοινωνίας, που από τους κόλπους της βγήκε. Επομένως ο κάθε μεμονωμένος παραγωγός – ύστερα από τις κρατήσεις – παίρνει πίσω ό,τι ακριβώς της δίνει. Αυτό που της έδωσε είναι η ατομική του ποσότητα εργασίας»2.

 
 

Ο Μαρξ δεν μπόρεσε παρά μόνο με τη διαίσθησή του να προβλέψει την ανάπτυξη του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος, ο Λένιν το αφουγκράζεται και κάνει τη διάγνωσή του:«Η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Από δω βγαίνει πως είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε λίγες ή ακόμη και σε μια μονάχα, χωριστά παρμένη καπιταλιστική χώρα. Το νικηφόρο προλεταριάτο αυτής της χώρας, απαλλοτριώνοντας τους καπιταλιστές και οργανώνοντας στη χώρα του τη σοσιαλιστική παραγωγή, θα ορθωνόταν ενάντια στον υπόλοιπο κόσμο, τον καπιταλιστικό κόσμο, παίρνοντας μαζί του τις καταπιεζόμενες τάξεις των άλλων χωρών, ξεσηκώνοντας στις χώρες αυτές εξεγέρσεις ενάντια στους καπιταλιστές, δρώντας σε περίπτωση ανάγκης ακόμη και με στρατιωτική δύναμη ενάντια στις εκμεταλλεύτριες τάξεις και τα κράτη τους. Πολιτική μορφή της κοινωνίας, όπου νικάει το προλεταριάτο, ανατρέποντας την αστική τάξη, θα είναι η λαοκρατική δημοκρατία, που θα συγκεντρώσει όλο και περισσότερο τις δυνάμεις του προλεταριάτου του δοσμένου έθνους ή των δοσμένων εθνών στην πάλη ενάντια στα κράτη που δεν θα έχουν ακόμη περάσει στο σοσιαλισμό. Δεν είναι δυνατή η εξάλειψη των τάξεων χωρίς τη δικτατορία της καταπιεζόμενης τάξης, του προλεταριάτου. Δεν είναι δυνατή η ελεύθερη ένωση των εθνών στο σοσιαλισμό χωρίς μια λίγο-πολύ μακρόχρονη, επίμονη πάλη των σοσιαλιστικών δημοκρατιών ενάντια στα οπισθοδρομικά κράτη…»3.

 
 

Λίγα χρόνια αργότερα ο Στάλιν συστηματοποίησε την ιδέα αυτή φτάνοντας στο σημείο να θεωρήσει δυνατή τη σοσιαλιστική επανάσταση και στις αποικίες.«Η τρίτη αντίθεση είναι η αντίθεση ανάμεσα στη χούφτα των κυρίαρχων “πολιτισμένων” εθνών και στις εκατοντάδες εκατομμύρια των αποικιακών και εξαρτημένων λαών του κόσμου. Ο ιμπεριαλισμός είναι η πιο ξετσίπωτη εκμετάλλευση και η πιο απάνθρωπη καταπίεση των εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων του πληθυσμού των απέραντων αποικιών και των εξαρτημένων χωρών. Η απόσπαση υπερκερδών – αυτός είναι ο σκοπός αυτής της εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Ο ιμπεριαλισμός όμως, εκμεταλλευόμενος αυτές τις χώρες, είναι υποχρεωμένος να φτιάχνει εκεί σιδηροδρόμους, φάμπρικες και εργοστάσια, βιομηχανικά και εμπορικά κέντρα. Και τα αναπόφευκτα αποτελέσματα από αυτή την “πολιτική” είναι: η εμφάνιση της τάξης των προλετάριων, η γέννηση μιας ντόπιας διανόησης, το ξύπνημα της εθνικής συνείδησης, το δυνάμωμα του απελευθερωτικού κινήματος. Αυτό το δείχνει ολοφάνερα το δυνάμωμα του επαναστατικού κινήματος σ’ όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποικίες και τις εξαρτημένες χώρες. Το γεγονός αυτό είναι σπουδαίο για το προλεταριάτο, γιατί υποσκάπτει στη ρίζα τους τις θέσεις του καπιταλισμού, και μετατρέπει έτσι τις αποικίες και τις εξαρτημένες χώρες από εφεδρείες του ιμπεριαλισμού σε εφεδρείες της προλεταριακής επανάστασης4.

 
 

Οι θέσεις του Λένιν αποδείχτηκαν στην πράξη με το θρίαμβο που αποτελεί η πράξη γέννησης της ΕΣΣΔ.Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα καινούριο φαινόμενο: Ο ερχομός της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια μόνη χώρα, οικονομικά καθυστερημένη, επιφάνειας 22 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, με αραιό πληθυσμό, επιδείνωση της φτώχειας εξαιτίας του πολέμου και – σαν να μην έφτανε αυτό – αντιμέτωπη με την επέμβαση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Μετά από μια περίοδο πολεμικού κομμουνισμού ο Λένιν βάζει τις βάσεις της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ) και με αυτή τις βάσεις της ανάπτυξης της σοβιετικής κοινωνίας μέχρι τις μέρες μας.

Πρέπει να περιγράψουμε εδώ την εποχή που ζούσε τότε η Σοβιετική Ενωση και κανείς δεν μπορεί να το κάνει αυτό καλύτερα από τον ίδιο το Λένιν:

«Ετσι λοιπόν το 1918 είχα τη γνώμη ότι ο κρατικός καπιταλισμός, σε σχέση με την τότε οικονομική κατάσταση της Σοβιετικής Δημοκρατίας, αποτελούσε ένα βήμα προς τα μπρος. Αυτό μας φαίνεται πολύ περίεργο και ίσως μάλιστα και ανόητο, γιατί και τότε η Δημοκρατία μας ήταν σοσιαλιστική Δημοκρατία. Τότε υιοθετούσαμε κάθε μέρα, με τη μεγαλύτερη βιασύνη – ασφαλώς με υπερβολική βιασύνη – διάφορα νέα οικονομικά μέτρα, που δεν μπορούμε να τα ονομάσουμε αλλιώς, παρά μόνο σοσιαλιστικά μέτρα. Και ωστόσο σκεφτόμουνα τότε ότι ο κρατικός καπιταλισμός, σε σύγκριση με την τότε οικονομική κατάσταση της Σοβιετικής Δημοκρατίας, αποτελεί ένα βήμα προς τα μπρος και στη συνέχεια εξηγούσα αυτή μου τη σκέψη, απαριθμώντας απλώς τα στοιχεία του οικονομικού συστήματος της Ρωσίας. Τα στοιχεία αυτά ήταν, κατά τη γνώμη μου, τα παρακάτω: 1) η πατριαρχική, δηλαδή σε σημαντικό βαθμό φυσική, αγροτική οικονομία, 2) η μικρή εμπορευματική παραγωγή (εδώ ανήκει η πλειοψηφία των αγροτών από εκείνους που πουλάνε στάρι), 3) ο ιδιωτικός καπιταλισμός, 4) ο κρατικός καπιταλισμός και 5) ο σοσιαλισμός. Ολα αυτά τα οικονομικά στοιχεία αντιπροσωπεύονταν στη Ρωσία εκείνου του καιρού. Εβαζα τότε σαν καθήκον μου να εξηγήσω τη σχέση αυτών των στοιχείων μεταξύ τους και διερωτόμουν αν δεν θα έπρεπε να θεωρούμε ένα από τα μη σοσιαλιστικά στοιχεία, δηλαδή τον κρατικό καπιταλισμό, ανώτερο από το σοσιαλισμό. Το ξαναλέω: αυτό φαίνεται σε όλους πολύ περίεργο, ότι δηλαδή σε μια Δημοκρατία που διακηρύσσει ότι είναι σοσιαλιστική, το μη σοσιαλιστικό στοιχείο θεωρείται ανώτερο, αναγνωρίζεται ότι στέκεται ψηλότερα από το σοσιαλισμό. Το πράγμα όμως γίνεται κατανοητό, αν θυμηθείτε ότι δεν εξετάζαμε το οικονομικό καθεστώς της Ρωσίας σαν κάτι το ομοιογενές και πολύ αναπτυγμένο, αλλά είχαμε απόλυτα την επίγνωση ότι στη Ρωσία, δίπλα στη σοσιαλιστική μορφή, υπάρχει και η πατριαρχική γεωργία, δηλ. η πιο πρωτόγονη μορφή της γεωργίας. Ποιο ρόλο μπορούσε λοιπόν να παίξει ο κρατικός καπιταλισμός μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες;»5.

«Αφού υπογράμμισα ότι ακόμη από το 1918 θεωρούσαμε τον κρατικό καπιταλισμό σαν ενδεχόμενη γραμμή υποχώρησης, περνώ στα αποτελέσματα της νέας οικονομικής μας πολιτικής. Το επαναλαμβάνω: τότε αυτό ήταν ακόμη μια πολύ αόριστη ιδέα. Το 1921 όμως, αφού ξεπεράσαμε το σπουδαιότερο στάδιο του εμφυλίου πολέμου, και το ξεπεράσαμε νικηφόρα, σκοντάψαμε σε μια μεγάλη – νομίζω τη μεγαλύτερη – εσωτερική πολιτική κρίση της Σοβιετικής Ρωσίας, κρίση που γέννησε δυσαρέσκεια όχι μόνο σε μια σημαντική μερίδα της αγροτιάς, μα και των εργατών. Αυτό συνέβη για πρώτη φορά και ελπίζω πως θα είναι και η τελευταία στην Ιστορία της Σοβιετικής Ρωσίας, όταν μεγάλες μάζες της αγροτιάς ήταν εναντίον μας, αν και ασυνείδητα, ενστικτωδώς, από μια εσωτερική διάθεση. Τι ήταν εκείνο που προκάλεσε την ιδιόμορφη αυτή κατάσταση που δεν ήταν, όπως καταλαβαίνετε, καθόλου ευχάριστη για μας; Η αιτία ήταν ότι στην οικονομική μας επίθεση είχαμε προχωρήσει πολύ μπροστά, ότι δεν εξασφαλίσαμε επαρκείς βάσεις και ότι οι μάζες ένιωσαν εκείνο που τότε ακόμη δεν ξέραμε να το διατυπώσουμε συνειδητά, μα που σε λίγο, μέσα σε μερικές εβδομάδες, το αναγνωρίσαμε κι εμείς, δηλαδή ότι το άμεσο πέρασμα σε καθαρά σοσιαλιστικές μορφές οικονομίας, σε μια καθαρά σοσιαλιστική κατανομή των προϊόντων ήταν ανώτερο από τις δυνάμεις μας και ότι, αν αποδειχτεί ότι δεν είμαστε σε θέση να πραγματοποιήσουμε την υποχώρηση έτσι, ώστε να περιοριστούμε στα πιο εύκολα καθήκοντα, μας απειλεί καταστροφή»6.

Βλέπουμε ότι η οικονομική και πολιτική κατάσταση της Σοβιετικής Ενωσης απαιτούσε την αναδίπλωση για την οποία μιλούσε ο Λένιν. Ολη αυτή η πολιτική πρέπει να θεωρηθεί σαν μια τακτική στενά δεμένη με την ιστορική κατάσταση της χώρας και συνεπώς δεν πρέπει να προσάψουμε σε αυτές τις προτάσεις καθολική αξία. Πιστεύουμε όμως ότι πρέπει να υπολογίσουμε δύο εξαιρετικής σημασίας παράγοντες για τη μεταφορά της προβληματικής αυτής σε άλλες χώρες:

1. Τα χαρακτηριστικά της τσαρικής Ρωσίας τη στιγμή της επανάστασης, την εξέλιξη της τεχνικής σε όλα τα επίπεδα, τον ιδιόμορφο χαρακτήρα του λαού της, τις γενικές συνθήκες της χώρας, όπου στην καταστροφή ενός παγκόσμιου πολέμου προστέθηκαν οι ερημώσεις που προκάλεσαν οι λευκές ορδές και οι ιμπεριαλιστικές επιδρομές.

2. Τα γενικά χαρακτηριστικά της εποχής στον τομέα της τεχνικής της διεύθυνσης και του ελέγχου της οικονομίας.

Ο Οσκαρ Λάνγκε, στο άρθρο του «Τα σύγχρονα προβλήματα της οικονομικής επιστήμης στην Πολωνία», γράφει:

«Η αστική οικονομική επιστήμη παίζει ακόμη κι έναν άλλο ρόλο. Η αστική τάξη και τα μονοπώλια δεν παρέχουν τόσα μέσα για να δημιουργήσουν σχολές ανώτερου επιπέδου και ινστιτούτα επιστημονικής ανάλυσης στον τομέα των οικονομικών επιστημών μόνο με τον σκοπό να τους βοηθήσουν στην απολογητική του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Περιμένουν και κάτι άλλο απ’ τους οικονομολόγους κι αυτό είναι η βοήθεια στην επίλυση των πολλών προβλημάτων της οικονομικής πολιτικής. Την εποχή του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού τα καθήκοντα σ’ αυτόν τον τομέα ήταν περιορισμένα και δεν αναφέρονταν παρά στην οικονομική διοίκηση, στη νομισματική πολιτική, στην πολιτική των πιστώσεων, στην τελωνειακή πολιτική, στις μεταφορές κλπ. Στις συνθήκες όμως του μονοπωλιακού καπιταλισμού και ιδιαίτερα στις συνθήκες της ολοένα και μεγαλύτερης διείσδυσης του κρατικού καπιταλισμού στην οικονομική ζωή, αυτού του είδους τα προβλήματα αυξάνονται. Μπορούμε να παραθέσουμε μερικά: Η ανάλυση της αγοράς για τη διευκόλυνση της πολιτικής των τιμών των μεγάλων μονοπωλίων, οι μέθοδοι ενός συνόλου βιομηχανικών επιχειρήσεων συγκεντροποιημένης διεύθυνσης, οι αμοιβαίοι λογιστικοί κανονισμοί ανάμεσα στις επιχειρήσεις, η προγραμματισμένη σύνδεση της δραστηριότητας και της ανάπτυξής τους, της αντίστοιχης τοποθέτησής τους, η πολιτική εξοφλήσεων ή επενδύσεων. Από δω πηγάζουν και τα ζητήματα τα σχετικά με τη δραστηριότητα του καπιταλιστικού κράτους στη σύγχρονη περίοδο, καθώς και τα κριτήρια δραστηριότητας των εθνικοποιημένων βιομηχανιών, της επενδυτικής τους πολιτικής καθώς και της πολιτικής τοποθέτησής τους (ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας), με τέτοιο τρόπο ώστε να επεμβαίνουν πολιτικά – οικονομικά στο σύνολο της εθνικής οικονομίας κλπ.».

«Σε όλα αυτά τα προβλήματα προστέθηκε μια σειρά από τεχνικο-οικονομικά επιτεύγματα, που σε τομείς όπως η ανάλυση της αγοράς ή ο προγραμματισμός της δραστηριότητας των επιχειρήσεων που αποτελούν τμήμα μιας ομάδας ή στους λογιστικούς κανονισμούς στο εσωτερικό του κάθε εργοστασίου ή της κάθε ομάδας εργοστασίων, τα κριτήρια εξόφλησης και άλλα μπορούν να μας χρησιμεύσουν μερικώς στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού (όπως άλλωστε θα χρησιμεύσουν στο μέλλον στους εργαζόμενους των χωρών που τώρα είναι καπιταλιστικές, όταν θα γίνει η μετάβαση στο σοσιαλισμό)».

Ας σημειώσουμε ότι την εποχή που γράφτηκαν αυτές οι γραμμές η Κούβα δεν είχε ακόμη πραγματοποιήσει τη μετάβασή της και δεν είχε ακόμη καν αρχίσει την επανάστασή της. Πολλές από τις τεχνικές προόδους που περιγράφονταν από το Λάνγκε υπήρχαν στην Κούβα, με άλλα λόγια, οι συνθήκες της κουβανικής κοινωνίας εκείνης της εποχής επέτρεπαν το συγκεντροποιημένο έλεγχο μερικών επιχειρήσεων που είχαν την έδρα τους στην Αβάνα ή στη Νέα Υόρκη. Η «Empresa Consolidadadel Petroleo», που σχηματίστηκε με τη συνένωση των τριών ιμπεριαλιστικών διυλιστηρίων που υπήρχαν (ESSO, TEXACO, SHELL), διατήρησε και σε μερικές περιπτώσεις τελειοποίησε τα συστήματα ελέγχου της. Το υπουργείο μας την έχει για πρότυπο. Στις επιχειρήσεις όπου δεν υπήρχε ούτε συγκεντρωτική παράδοση ούτε πρακτικές συνθήκες, αυτές δημιουργήθηκαν πάνω στη βάση μιας εθνικής εμπειρίας, όπως στην Empresa Consolidada de la Harin που αξίζει την πρώτη θέση ανάμεσα σε όλες τις επιχειρήσεις που υπάγονται στο υφυπουργείο Ελαφράς Βιομηχανίας.

Παρόλο που η πρακτική των πρώτων ημερών διεύθυνσης των βιομηχανιών μάς πείθει πλήρως για το ότι είναι αδύνατο να ακολουθήσουμε λογικά άλλο δρόμο, θα ήταν άχρηστο να συζητήσουμε τώρα αν τα μέτρα οργάνωσης που πάρθηκαν θα είχαν δώσει παρόμοια ή καλύτερα αποτελέσματα με την εφαρμογή της αυτοδιαχείρισης στο επίπεδο της μονάδας. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι μπόρεσε να πραγματοποιηθεί μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες κι ότι η συγκεντροποίηση επέτρεψε – στην περίπτωση της καλτσοβιομηχανίας για παράδειγμα – τη διάλυση μιας μεγάλης ποσότητας από αναποτελεσματικά μικρομάγαζα και να προωθήσουμε έξι χιλιάδες εργάτες σε άλλους κλάδους της παραγωγής.

Θελήσαμε να καθορίσουμε, με όλες αυτές τις παραθέσεις, τα θέματα που θεωρούμε βασικά για την ερμηνεία του συστήματος:

1. Ο κομμουνισμός είναι ένας στόχος της ανθρωπότητας, στον οποίο φτάνει συνειδητά. Επειτα, η εκπαίδευση και η εξάλειψη των ιχνών της παλιάς κοινωνίας στη συνείδηση των ανθρώπων έχουν τεράστια σημασία, χωρίς φυσικά να ξεχνάμε ότι ποτέ δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μια τέτοια κοινωνία χωρίς παράλληλες προόδους στην παραγωγή.

2. Οι μορφές διεύθυνσης της οικονομίας, τεχνολογική πλευρά του ζητήματος, πρέπει να επιλεγούν από τις πιο αναπτυγμένες και τις περισσότερο προσαρμόσιμες στη νέα κοινωνία. Η πετροχημική τεχνολογία του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το σοσιαλιστικό χωρίς να φοβηθούμε τη μόλυνση της αστικής ιδεολογίας. Το ίδιο συμβαίνει με καθετί που έχει σχέση με τις τεχνικές νόρμες διεύθυνσης και ελέγχου της παραγωγής στον οικονομικό τομέα.

Θα μπορούσαμε, αν και κάπως τολμηρά, να παραφράσουμε το Μαρξ όταν αναφέρεται στη χρήση της διαλεκτικής του Χέγκελ και να πούμε ότι οι τεχνικές αυτές ξαναστήνονται έτσι στα πόδια τους.

Μια ανάλυση των μεθόδων λογιστικής τεχνικής που χρησιμοποιούνται σήμερα στις σοσιαλιστικές χώρες μάς δείχνει ότι ανάμεσα σε αυτές και στις δικές μας βρίσκεται μια διαφοροποιημένη αντίληψη που θα μπορούσε να παραλληλιστεί με αυτή που υπάρχει στον καπιταλισμό, ανάμεσα στον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού και το μονοπώλιο. Τελικά οι προηγούμενες τεχνικές «στημένες στα πόδια τους» χρησίμευσαν σαν βάση για την ανάπτυξη και των δύο συστημάτων. Από εκεί και πέρα οι δρόμοι χωρίζουν, μια και ο σοσιαλισμός έχει τις δικές του σχέσεις παραγωγής και, συνακόλουθα, τις δικές του απαιτήσεις.

Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι σαν τεχνική ο πρόδρομος του συστήματος χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό είναι το ιμπεριαλιστικό μονοπώλιο που υπήρχε στην Κούβα, που είχε κιόλας υποστεί τις παραλλαγές τις εγγενείς στη μακρόχρονη διαδικασία ανάπτυξης της τεχνικής της διεύθυνσης και του ελέγχου που αρχίζει από την αυγή του μονοπωλιακού συστήματος μέχρι τις μέρες μας, όπου φτάνει στα ανώτερα επίπεδά της. Οταν έφυγαν τα μονοπώλια πήραν μαζί τους τα ανώτερα στελέχη τους και μερικά μεσαία στελέχη. Ταυτόχρονα, η ανώριμη αντίληψή μας για την επανάσταση μας είχε ωθήσει στην κατάργηση μιας ολόκληρης σειράς από καθιερωμένες μεθόδους, μόνο και μόνο γιατί ήταν καπιταλιστικές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το σύστημά μας δεν έχει ακόμα φτάσει στο βαθμό αποτελεσματικότητας των ντόπιων μονοπωλιακών υποκαταστημάτων, σχετικά με τη διεύθυνση και τον έλεγχο της παραγωγής. Τραβάμε λοιπόν αυτό το δρόμο, καθαρίζοντάς τον από οποιαδήποτε προηγούμενη σαβούρα.

Πρώτη δημοσίευση: Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Τεύχος 6, 2007.