Χόρχε Μασέτι: Συνάντηση και συνέντευξη με τον Τσε στην Σιέρρα Μαέστρα (Μέρος ‘Β)

Che Guevara with Jorge Masetti Sierra Maestra

Το δεύτερο μέρος της συνέντευξης που δώθηκε στον αργεντίνο δημοσιογράφο Χόρχε Ρικάρντο Μασέτι τον Απρίλη του 1958. Ο Μασέτι ήταν ο πρώτος αργεντίνος που έβλεπε ο Γκεβάρα μετά από πολύ καιρό. Ήταν ο δημοσιογράφος με πρωτοβουλία του οποίου αργότερα ιδρύθηκε το ειδησεογραφικό δίκτυο Prensa Latina που συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι σήμερα ως πηγή ειδήσεων από την Κούβα και τη λατινική Αμερική. Το πρώτο μέρος εδώ.

Γκεβάρα: Κουβέντιασα με τον Φιντέλ μια ολόκληρη νύχτα. Το ξημέρωμα, ήμουν πλέον ο γιατρός της μελλοντικής του εκστρατείας. Στην πραγματικότητα, μετά τις εμπειρίες των ταξιδιών μου ανά τη Λατινική Αμερική και το επιστέγασμα της Γουατεμάλα, δεν χρειάζονταν και πολλά για να πεισθώ να ενταχθώ σε οποιαδήποτε επανάσταση εναντίον ενός τυράννου, αλλά ο Φιντέλ με εντυπωσίασε ως ένας άντρας εκπληκτικός. Αντιμετώπιζε και επέλυσε τις πιο απίθανες καταστάσεις. Είχε την ακλόνητη πίστη ότι, έτσι και ξεκινούσε για την Κούβα, θα κατάφερνε να φτάσει. Πως, όταν θα έφτανε, θα πολεμούσε. Και πως πολεμώντας, θα νικούσε. Συμμερίστηκα την αισιοδοξία του. Έπρεπε να το κάνει, να αγωνιστεί, να το πραγματοποιήσει. Να πάψει τα κλάματα και να παλέψει. Και για να αποδείξει στο λαό της πατρίδας του ότι μπορούσε να του έχει εμπιστούνη, επειδή ότι έλεγε το έκανε, έριξε το περίφημο σύνθημα του: “Το ’56 ή θα είμαστε ελεύθεροι ή θα είμαστε μάρτυρες”, ανακοινώνοντας ότι, προτού τελειώσει εκείνη η χρονιά, θα αποβιβαζόταν κάπου στην Κούβα, επικεφαλής του εκστρατευτικού του σώματος.

Ερώτηση: Και τι συνέβη μόλις αποβιβαστήκατε;

Η συζήτηση πλέον συγκέντρωνε το ενδιαφέρον περισσότερων από τριάντα ακροατών. Καθισμένοι στο έδαφος, με το όπλο ανάμεσα στα γόνατα και τα κασκέτα να προστατεύουν τα μάτια από την αντηλιά, “οι άντρες του Τσε” κάπνιζαν και άκουγαν προσεκτικά, χωρίς να αρθρώνουν ούτε λέξη. Ένας νεαρός γενειοφόρος γιατρός έραβε ένα δάχτυλο ενώνοντας το τέλειο, με όλη του την προσοχή στα όσα άκουγε. Ο Γίμπρε, φανατικός θαυμαστής των ηγετών της επανάστασης, αλλά άγρυπνος δογματικός ανέλυε κάθε λέξη του Γκεβάρα, ξύνοντας τα σπυριά στο στομάχι του με τα καφετιά από το αργιλώδες χώμα, νύχια του. Ο Βιρέγιες άκουγε νυσταγμένα. Ο Γκιγέρμο, ένα αμούστακο αγόρι με πολύ μακριά μαλλιά, καθάριζε το τουφέκι του με την ίδια προσοχή που ο γιατρός έραβε το δάχτυλο. Από κάποιο σημείο, ερχόταν να αναμειχθεί στη μυρωδιά του ταμπάκου εκείνη του τηγανητού χοιρινού.

Ο Γκεβάρα συνέχισε την κουβέντα του με το τσιγάρο στο στόμα και τα πόδια αναπαυτικά απλωμένα.

Γκεβάρα: Όταν φτάσαμε, μας διέλυσαν. Είχαμε ένα φρικτό ταξίδι με το γιότ Γκράνμα, στο οποίο επέβαιναν οι 82 αντάρτες, συν το πλήρωμα. Μια καταιγίδα μας έβγαλε από την πορεία μας και οι περισσότεροι υποφέραμε από ναυτία. Το νερό και τα τρόφιμα στο κότερο είχαν τελειώσει και, το αποκορύφωμα των ατυχιών, όταν φτάσαμε στο νησί, το κόλλησε στη λάσπη. Από τον αέρα και από την ακτή μας πυροβολούσαν αδιάκοπα, ήδη είχαμε απομείνει ζωντανοί λιγότεροι από τους μισούς – ή με μισή ζωή – αν λάβουμε υπόψη την κατάσταση μας. Συνολικά, απ’ τους 82, απομείναμε με τον Φιντέλ 12. Από την πρώτη στιγμή η ομάδα μας μειώθηκε σε 7, καθώς οι άλλοι 5 την κοπάνησαν. Αυτό ήταν ότι απέμεινε από το φιλόδοξο εκστρατευτικό σώμα του Κινήματος της 26ης Ιουλίου. Ξαπλωμένοι στο έδαφος, χωρίς να μπορούμε να πυροβολήσουμε για να μην προδοθούμε, περιμέναμε την τελική απόφαση του Φιντέλ, ενώ από μακριά ηχούσαν οι συστοιχίες πυροβόλων του ναυτικού και οι ριπές των βομβαρδιστικών της αεροπορίας.

Ο Γκεβάρα άφησε έναν καγχασμό στη θύμηση όλων αυτών.

Γκεβάρα: Τι τύπος είναι ο Φιντέλ! Ξέρεις, εκμεταλλεύτηκε τον θόρυβο του πολυβόλου για να σηκωθεί όρθιος και να μας πει: “Ακούστε πως μας χτυπούν. Είναι τρομοκρατημένοι. Μας φοβούνται, επειδή ξέρουν ότι θα τους ξεπαστρέψουμε”. Και χωρίς άλλη κουβέντα, φορτώθηκε το τουφέκι και τον γυλιό του και μπήκε επικεφαλής του μικρού μας καραβανιού. Πηγαίναμε γραμμή για το Τουρκίνο, το πιο ψηλό και απρόσιτο βουνό της Σιέρρα Μαέστρα, όπου στήσαμε τον πρώτο μας καταυλισμό. Οι χωρικοί μας κοιτούσαν να περνάμε χωρίς ίχνος εγκαρδιότητας. Αλλά ο Φιντέλ δεν το ‘βαζε κάτω. Τους χαιρετούσε με χαμόγελο και κατόρθωνε μέσα σε ελάχιστα λεπτά να ανοίξει μια συζήτηση λίγο πολύ φιλική. Όταν αρνούνταν να μας δώσουν τρόφιμα, συνεχίζαμε αδιαμαρτύρητα την πορεία μας. Σιγά σιγά η αγροτιά διαπίστωσε ότι εμείς οι “μουσάτοι ρέμπελοι” ήμασταν το ακριβώς αντίθετο των φρουρών που μας έψαχναν. Ενώ ο στρατός του Μπατίστα ιδιοποιούνταν όλα όσα χρειαζόταν από τις παράγκες τους – ακόμα και τις γυναίκες, εννοείται – οι άντρες του Φιντέλ Κάστρο σέβονταν την ιδιοκτησία των χωρικών και πλήρωναν γενναιόδωρα ότι κατανάλωναν. Παρατηρούσαμε, όχι χωρίς έκπληξη, πως οι αγρότες τα είχαν χάσει με τη συμπεριφορά μας. Ήταν συνηθισμένοι στο φέρσιμο του στρατού του Μπατίστα. Σιγά σιγά έγιναν πραγματικοί μας φίλοι και καθώς άρχισαν οι αψιμαχίες μας με τα αποσπάσματα των κυβερνητικών στρατευμάτων, πολλοί εξέφραζαν την επιθυμία να ενωθούν μαζί μας. Όμως, εκείνες οι πρώτες μάχες προς αναζήτηση όπλων, εκείνες οι ενέδρες που άρχισαν να ανησυχούν τους φρουρούς, σήμαναν επίσης και την έναρξη του πιο άγριου κύματος τρομοκρατίας που μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε. Σε κάθε αγρότη έβλεπαν έναν εν δυνάμει αντάρτη και τον σκότωναν. Αν μάθαιναν πως είχαμε περάσει από μια συγκεκριμένη ζώνη, πυρπολούσαν τις καλύβες στις οποίες πιθανόν είχαμε φτάσει. Αν πήγαιναν σε ένα αγρόκτημα και δεν έβρισκαν άντρες – επειδή δούλευαν ή βρίσκονταν στο χωριό – φαντάζονταν ότι είχαν ενταχθεί στις γραμμές μας, που κάθε μέρα όλο και πύκνωναν, και τουφέκιζαν όλους τους υπόλοιπους. Η τρομοκρατία που άσκησε ο στρατός του Μπατίστα υπήρξε, αναμφίβολα, ο πιο αποτελεσματικός μας σύμμαχος τον πρώτο καιρό. Η πιο εύγλωττη σε αγριότητα απόδειξη για την αγροτιά πως ήταν αναγκαίο να ξεμπερδεύουν με το καθεστώς του Μπατίστα.

Ο θόρυβος της μηχανής ενός αεροπλάνου τράβηξε την προσοχή όλων.

“Αεροπλάνο!” φώναξαν πολλοί και όλος ο κόσμος βάλθηκε να τρέχει προς το εσωτερικό της Οτίλια. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο εξαφανίστηκαν από τα ξηραντήρια του καφέ τα χάμουρα των ζώων και τα σακίδια και γύρω από το αγρόκτημα δεν έβλεπες τίποτα πέρα από τον ήλιο που ξάσπριζε τα δέντρα, το τσιμεντένιο δάπεδο του ξηραντήρα και το κοκκινόχωμα του δρόμου. Ένα σκούρο γκρι αεροπλανάκι παρουσιάστηκε πίσω από έναν λοφίσκο και έκανε δύο μεγάλους κύκλους πάνω από την Οτίλια, σε αρκετό ύψος, αλλά δίχως να ρίξει ούτε μια ριπή. Σύντομα εξαφανίστηκε.

Βγήκαμε όλοι από το σπίτι, σαν να ήμασταν επί ώρες εκεί κλεισμένοι. Θύμισα στον Γκεβάρα την πρόθεση μου να συναντήσω το συντομότερο δυνατόν τον Φιντέλ Κάστρο, για να ηχογραφήσω το ρεπορτάζ μου και κατόπιν να επιστρέψω στη βάση, για να προσπαθήσω να το μεταδώσω κατευθείαν στο Μπουένος Άιρες. Μέσα σε λίγα λεπτά μου βρήκε έναν οδηγό, που γνώριζε καλά την περιοχή Χιμπακόα όπου μάλλον δρούσε ο Φιντέλ, και ένα γερό λίγο πολύ μουλάρι χωρίς πάρα πολλές πληγές.

“Πρέπει να φύγετε τώρα αμέσως”, μου εξήγησε ο Γκεβάρα, “για να φτάσετε εγκαίρος στον πρώτο καταυλισμό, και αύριο το πρωί θα συνεχίσετε μέχρι το Λας Μερσέδες. Εκεί ίσως να μπορέσουν να σας πουν κατά που κινείται ο Φιντέλ. Με λίγη τύχη, σε τρεις μέρες θα τον έχετε εντοπίσει”.

Καβάλησα το μουλάρι και τους αποχαιρέτησα όλους, υποσχόμενος στο Γκεβάρα να συναντηθούμε στη Λα Μέσα έπειτα από μερικές μέρες, όταν θα επέστρεφα με το ρεπορτάζ μου. Έδωσα στον Γίμπρε μόλικα χρησιμοποιημένα φιλμ και δύο μαγνητοταινίες, για να τα φυλάξει στη βάση μετάδοσης.

Κόντευε μεσημέρι και το γουρούνι άρχισε να τηγανίζεται και πάλι, αφού πέρασε η τρομάρα του αεροπλάνου. Η οσμή λίπους, που τόσο με ανακάτωνε αρχικά, μου φάνηκε υπέροχη. Ο απίστευτα καθαρός αέρας της Σιέρρα Μαέστρα αποτελούσε ένα σπουδαίο τονωτικό για το στομάχι μου. Ο Σορί Μαρίν μου έφερε μισή ντουζίνα μπανάνες, που αυτή τη φορά – ποτέ δεν κατάφερα να μάθω γιατί – τις λέγανε μαλτένιες. Ο Γκεβάρα συνέστησε στον οδηγό μεγάλη προσοχή όταν θα πλησιάζαμε στο Λας Μίνας. “Είναι ο πρώτος συμπατριώτης μου που βλέπω εδώ και πολύ καιρό”, φώναξε γελώντας, “και θέλω να αντέξει τουλάχιστον ώσπου να στείλει το ρεπορτάζ στο Μπουένος Άιρες”. “Τσάου”, τον χαιρέτησα από μακριά.

Καμιά τριανταριά φωνές αποκρίθηκαν, γελώντας και κραυγάζοντας, θαρρείς και μόλις είχα δώσει τον πιο κωμικό χαιρετισμό που θα μπορούσα να σκεφτώ.

Πηγή: “Ο Τσε από τον Γκεβάρα”, Εκδόσεις Τόπος, 2008. Τίτλος πρωτότυπου: Che desde la memoria, 2004, Ocean Press.

Advertisements

Χόρχε Μασέτι: Συνάντηση και συνέντευξη με τον Τσε στην Σιέρρα Μαέστρα (Μέρος ‘Α)

Che Guevara with Jorge Masetti Sierra Maestra
Ο Τσε και ο Μασέτι στην Σιέρρα Μαέστρα.

Η παρακάτω συνέντευξη δώθηκε στον αργεντίνο δημοσιογράφο Χόρχε Ρικάρντο Μασέτι τον Απρίλη του 1958. Ο Μασέτι ήταν ο πρώτος αργεντίνος που έβλεπε ο Γκεβάρα μετά από πολύ καιρό. Ήταν ο δημοσιογράφος με πρωτοβουλία του οποίου αργότερα ιδρύθηκε το ειδησεογραφικό δίκτυο Prensa Latina που συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι σήμερα ως πηγή ειδήσεων από την Κούβα και τη λατινική Αμερική. 

Αφηγείται ο Μασέτι.

Όταν ξύπνησα ήμουν απογοητευμένος. Είχα κοιμηθεί γαλήνια ως τις πέντε και ούτε για μια στιγμή δεν άκουσα πυροβολισμούς. Η φρουρά είχε κάν ει μια σύντομη επιδρομή, αλλά επέστρεψε αμέσως στο στρατόπεδο της μαθαίνοντας ότι ο Τσε δεν βρισκόταν στην Οτίλια και πιθανώς τους ετοίμαζε κάποια ενέδρα. […]

Ο Γκεβάρα έφτασε στις έξι. Καθώς παρατηρούσα με θαυμασμό μια ομάδα νέων, που καταπιάνονταν παραδόξως με κάτι που εγώ εδώ και πολύ καιρό είχα πάψει να κάνω, δηλαδή να πλύνουν το πρόσωπο τους, άρχισαν να εμφανίζονται απο διάφορα σημεία ομάδες ιδρωμένων ανταρτών, φορτωμένων με τον ελαφρύ γυλιό τους και τον βαρύ οπλισμό τους. Οι τσέπες ήταν φουσκωμένες από σφαίρες και τα φυσεκλίκια διασταυρώνονταν στο απροστάτευτο, απο ένα πουκάμισο δίχως κουμπιά, στέρνο.

Ήταν εκείνοι που είχαν στήσει την προηγούμενη νύχτα μια ενέδρα στον στρατό του Σάντσες Μοσκέρα και επέστρεφαν κουρασμένοι, νυσταγμένοι και φλεγόμενοι ακόμα από την επιθυμία να τα βάλουν με τις μονάδες του μισητού συνταγματάρχη. Σε λίγο ήρθε και ο Ερνέστο Γκεβάρα, καβάλα σ’ ένα μουλάρι, με τα πόδια να κρέμονται και τη γυρτή ράχη να προεκτείνεται στις κάννες μιας μπερέτας και ενός τουφεκιού με τηλεσκοπικό στόχαστρο, σαν δύο κοντάρια που στήριζαν τον σκελετό του εμφανώς μεγάλου σώματος του. Όταν το μουλάρι πλησίασε, μπόρεσα να δω ότι κρεμόταν από τη μέση του μια πέτσινη φυσιγγιοθήκη γεμάτη σφαίρες και ένα πιστόλι. Από τις τσέπες του πουκαμίσου του εξείχαν δύο περιοδικά, από τον λαιμό κρεμόταν μια φωτογραφική μηχανή και από το μυτερό πιγούνι μερικές τρίχες που λαχταρούσαν να γίνουν γενειάδα. 

Κατέβηκε με όλη του την άνεση απο το μουλάρι, πατώντας το χώμα με κάτι τεράστιες και χοντροκομμένες μπότες και, καθώς με πλησίαζε, υπολόγισε ότι είχε ύψος γύρω στο ένα και εβδομήντα οκτώ και ότι το άσθμα από το οποίο υπέφερε δεν φαινόταν να του δημιουργεί το παραμικρό εμπόδιο.  Ο Σορί Μαρίν έκανε τις συστάσεις μπροστά στα μάτια είκοσι στρατιωτών που ποτέ δεν είχαν δει μαζί δύο αργεντίνους και που κάπως απογοητεύτηκαν βλέποντας ότι χαιρετηθήκαμε με αρκετή τυπικότητα.

Ο περίφημος Τσε Γκεβάρα μου φάνηκε σαν ένας συνηθισμένος νεαρός αργεντίνος της μεσαίας τάξης, καθώς επίσης και σαν μια ξανανιωμένη καρικατούρα του Καντίφλας (σ.σ: μεξικανός κωμικός). Με κάλεσε να προγευματίσουμε μαζί και αρχίσαμε να τρώμε χωρίς σχεδόν να μιλάμε. Οι πρώτες ερωτήσεις ήταν, λογικά, απο εκείνον. Και, λογικά επίσης, αφορούσαν την πολιτική κατάσταση της Αργεντινής.

Οι απαντήσεις μου φάνηκε να τον ικανοποιούν και, αφού κουβεντιάσαμε για λίγο, διαπιστώσαμε ότι συμφωνούσαμε σε πολλά και πως τελικά δεν ήμασταν δύο επικίνδυνα υποκείμενα. Σύντομα κουβεντιάζαμε δίχως πολλές επιφυλάξεις – διατηρούσαμε βέβαια μερικές, σαν καλοί αργεντίνοι της ίδιας γενιάς – και αρχίσαμε να μιλάμε στον ενικό.

Ένα χωριατόπαιδο, που είχε στήσει αφτί, έκανε το Γκεβάρα να πετάξει ένα χιουμοριστικό σχόλιο για το πόσο αστείο έβρισκαν οι κουβανοί τον τρόπο της ομιλίας μας, και τα αμοιβαία γέλια μας μας ένωσαν, αμέσως σχεδόν, σε ένα διάλογο λιγόγερο συγκρατημένο. Τότε του εξήγησα τους λόγους του ταξιδιού μου στην Σιέρρα Μαέστρα. Την επιθυμία μου να ξεκαθαρίσω, πρώτα απ’ όλα στον εαυτό μου, το τι είδους επανάσταση ήταν αυτή που διαδραματίζονταν στην Κούβα εδώ και 17 μήνες – πως ήταν δυνατόν να αντέχουν για τόσο διάστημα χωρίς τη στήριξη κάποιου ξένου κράτους – γιατί ο λαός της Κούβας δεν κατάφερνε να ρίξει το Μπατίστα αν πραγματικά ήταν με τους επαναστάτες και δεκάδες ακόμα ερωτήσεις, πολλές από τις οποίες είχαν ήδη βρει, κατά την άποψη μου, απάντηση μετά το ταξίδι στην Οτίλια: έχοντας βιώσει τον τρόπο των πόλεων και το τουφεκίδι των βουνών, έχοντας δει άοπλους αντάρτες να συμμετέχουν σε ενέδρες αυτοκτονίας για να αρπάξουν ένα όπλο με το οποίο να πολεμήσουν πραγματικά , έχοντας ακούσει τους αναλφάβητους χωρικούς να εξηγούν, ο καθένας με τον τρόπο του, αλλά σαφέστατα, γιατί αγωνίζονταν, έχοντας διαπιστώσει πια ότι δεν βρισκόμουν ανάμεσα σε έναν στρατό φανατικών, που θα ανεχόταν την οποιαδήποτε συμπεριφορά των ηγετών του, αλλά ανάμεσα σε μια ομάδα αντρών με επίγνωση ότι το όποιο ξεστράτισμα από την έντιμη γραμμή, που τόσο τους έκανε περήφανους, θα σήμαινε το τέλος των πάντων και νέα ανταρσία.

Εγώ όμως, παρ’ όλα αυτά, διατηρούσα τις αμφιβολίες μου. Αρνιόμουν να αφήσω να με παρασύρει εντελώς η συμπάθειά μου προς τους αγωνιζόμενους χωρικούς, πριν διερευνήσω εξονυχιστικά τις ιδέες εκείνων που τους καθοδηγούσαν. Αρνιόμουν να δεχθώ μια για πάντα ότι κανένα αμερικάνικο κονσόρτσιουμ δεν επιχειρούσε να γίνει όψιμος υποστηρικτής του Φιντέλ Κάστρο, παρά το ότι, τα αεριωθούμενα που η βορειοαμερικανική αεροναυτική αποστολή είχε χορηγήσει στον Μπατίστα, είχαν βομβαρδίσει πολλές φορές το μέρος όπου βρισκόμουν. Η πρώτη μου συγκεκριμένη ερώτηση στον Γκεβάρα, στον νεαρό αργεντίνο γιατρό, τον ηρωϊκό κομαντάντε και επικεφαλής μιας επανάστασης, που δεν είχε την παραμικρή σχέση με την πατρίδα του, ήταν:

(Ξεκινά η συνέντευξη με τον Τσε)

Ερώτηση: Γιατί βρίσκεσαι εδώ;

(εκείνος είχε ανάψει την πίπα του και γω το τσγάρι μου και καθίσαμε αναπαυτικά, για μια συζήτηση που ξέραμε πως θα διαρκούσε. Με τον ήρεμο τόνο του, που οι κουβανοί θεωρούσαν αργεντίνικο και εγώ θα τον περιέγραφα ως ένα μείγμα κουβανέζικου και μεξικάνικου, μου απάντησε…)

Γκεβάρα: Βρίσκομαι εδώ απλώς και μόνον επειδή θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί η Αμερική από δικτάτορες είναι ανατρέποντας τους. Βοηθώντας την πτώση τους με κάθε τρόπο. Και, όσο πιο άμεσος είναι, τόσο καλύτερα

Ερώτηση: Και δεν φοβάσαι μήπως η παρέμβαση σου στα εσωτερικά ζητήματα μιας χώρας που δεν είναι η πατρίδα σου θεωρηθεί εισβολή;

Γκεβάρα: Κατ’ αρχήν, εγώ θεωρώ πατρίδα μου όχι μόνο την Αργεντινή, αλλά ολόκληρη την Αμερική. Έχω προγόνους τόσο ένδοξους όσο ο Χοσέ Μαρτί και είναι στη χώρα του ακριβώς που υπακούω στα κελεύσματα του. Δε μπορώ να καταλάβω γιατί να την αποκαλέσουν εισβολή όταν συμμετέχω προσωπικά, δίνομαι ολοκληρωτικά, προσφέρω το αίμα μου για μια υπόθεση που θεωρώ δίκαιη και παλλαϊκή, βοηθώντας ένα λαό να απαλλαγεί από μια τυραννία η οποία αποδέχεται την εισβολή μιας ξένης δύναμης που τη βοηθάει με όπλα, με αεροπλάνα, με χρήματα και με ειδικούς εκπαιδευτές. Καμιά χώρα ως τώρα δεν κατήγγειλε την αμερικανική επέμβαση στις κουβανικές υποθέσεις και καμιά εφημερίδα δεν κατηγορεί τους Γιάνκηδες ότι βοηθούν τον Μπατίστα να σφάξει τον ίδιο το λαό του. Όμως πολλοί ασχολούνται μ’ εμένα. Εγώ είμαι ο ξένος που, παρεμβαίνοντας από τα έξω, βοηθάει τους αντάρτες με τη σάρκα του και το αίμα του. Εκείνοι που προμηθεύουν τα όπλα πυροδοτώντας έναν πόλεμο στο εσωτερικό της χώρας δεν παρεμβαίνουν. Ενώ εγώ…

Ο Γκεβάρα επωφελήθηκε από την παύση για να ανάψει τη σβησμένη πίπα του. Όλα όσα είχε πει έβγαιναν απο κάτι χείλια που έμοιαζαν να χαμογελούν αδιάκοπα χωρίς την παραμικρή έμφαση, με τρόπο εντελώς απρόσωπο. Αντίθετα, εγώ ήμουν απόλυτα σοβαρός. Ήξερα πως είχα ακόμα πολλές ερωτήσεις να του υποβάλω, που τις έβρισκα ήδη γελοίες.

– Και τι γίνεται με τον κομμουνισμό του Φιντέλ Κάστρο;

Τώρα το χαμόγελο διαγράφτηκε καθαρά. Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά στην πίπα του, που γουργούρισε, και μου αποκρίθηκε στον ίδιο ατάραχο τόνο με πριν:

Γκεβάρα: Ο Φιντέλ δεν είναι κομμουνιστής*. Αν ήταν, θα είχε τουλάχιστον περισσότερα όπλα. Αλλά αυτή η επανάσταση είναι αποκλειστικά κουβανέζικη. Ή, πιο σωστά, λατινοαμερικάνικη. Πολιτικά θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τον Φιντέλ και το κίνημα του ως “επαναστατικό πατριωτισμό”. Εννοείται πως είναι αντιαμερικάνικο, στο βαθμό που οι βορειοαμερικάνοι είναι αντεπαναστάτες. Αλλά, στην πραγματικότητα, δεν διακηρύσσουμε και ούτε κάνουμε παντιέρα μας κάποιον προσηλυτιστικό αντιαμερικανισμό. Είμαστε εναντίον των ΗΠΑ – επανέλαβε με έμφαση για να το ξεκαθαρίσει εντελώς – επειδή η Βόρειος Αμερική είναι εναντίον των λαών μας.

Masetti with fidel castro sierra maestra
Ο Χ.Μασέτι (αριστερά) με τον Φιντέλ στην Σιέρρα Μαέστρα.

(* Σημείωση Guevaristas: Βρισκόμαστε στο 1958. Τόσο ο Φιντέλ όσο και ευρύτερα το Κίνημα της 26ης Ιούλη δεν έχουν δώσει ξεκάθαρα δείγματα κομμουνιστικής ιδεολογίας. Ο Τσε είχε έρθει σε επαφή με κομμουνιστές ήδη από την εποχή που βρισκόταν στη Γουατεμάλα – και γι’ αυτό είχε επικυρηχθεί ως «κομμουνιστής» απ’ το καθεστώς Μπατίστα μαζί με ορισμένους άλλους συντρόφους του κουβανέζικου αντάρτικου.  Ο Φιντέλ Κάστρο έχει διηγηθεί ο ίδιος πως έγινε κομμουνιστής. Η απάντηση επομένως του Γκεβάρα στην ερώτηση που του έθεσε ο Μασέτι μπορεί να θεωρηθεί και ως προσπάθεια να προβάλει περισσότερο τα αντι-ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά του αντάρτικου κινήματος, με σκοπό να ενώσει όσο το δυνατόν περισσότερους κουβανούς στην πάλη ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα και των αμερικανών υποστηρικτών του).

Γκεβάρα: Ο βασικός στόχος αυτής της ανοησίας είμαι εγώ – συνέχισε λέγοντας ο Τσε. Δεν υπήρξε Γιάνκης δημοσιογράφος που να ήρθε στα βουνά και που να μην άρχισε να με ρωτάει για τη δράση μου στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γουατεμάλα – θεωρώντας δεδομένο ότι συμμετείχα στο κομμουνιστικό κόμμα εκείνης της χώρας – απλώς και μόνον επειδή υπήρξα, αλλά και είμαι ένας ειλικρινής θαυμαστής της δημοκρατικής διακυβέρνησης του συνταγματάρχη Γιακόμπο Άρμπενς.

– Ανέλαβες κάποιο αξίωμα σε εκείνη την κυβέρνηση;

Γκεβάρα: Όχι, ποτέ, συνέχιζε να μιλάει ήρεμα, χωρίς να βγάζει την πίπα απ’ το στόμα. Αλλά, όταν σημειώθηκε η βορειοαμερικάνικη εισβολή, προσπάθησα να δημιουργήσω μια ομάδα από νέους σαν εμένα, για να αντιμετωπίσουμε τους υψηλόμισθους υπαλλήλους των μεγάλων φρουτέμπορων. Στη Γουατεμάλα ήταν αναγκαίο να συγκρουστούμε, και σχεδόν κανείς δεν συγκρούστηκε. Ήταν αναγκαίο να αντισταθούμε, και σχεδόν κανείς δεν το έκανε.

Εγώ συνέχισα να τον ακούω χωρίς να κάνω ερωτήσεις. Δεν υπήρχε λόγος, άλλωστε.

Γκεβάρα: Από εκεί το έσκασα για το Μεξικό, όταν πλέον οι πράκτορες του FBI άρχισαν να συλλαμβάνουν και να δολοφονούν απροκάλυπτα όλους όσους θεωρούσαν επικίνδυνους για την κυβέρνηση της United Fruit. Στη γη των Αζτέκων ξαναβρέθηκα με κάποιους του κινήματος της 26ης Ιουλίου που είχα γνωρίσει στη Γουατεμάλα, και γίναμε φίλοι με τον Ραούλ Κάστρο, τον μικρότερο αδελφό του Φιντέλ. Εκείνος με παρουσίασε στον αρχηγό του Κινήματος, όταν ήδη σχεδίαζαν την εκστρατεία στην Κούβα.

Καθώς η πίπα του είχε σβήσει, έκανε μια παύση για να ανάψει ένα τσιγάρο και πρόσφερε και σ’εμένα. Για να δείξω πως υπήρχα πίσω απ’ την πυκνή κουρτίνα του καπνού, τον ρώτησα πως είχε ενταχθεί στο κουβανέζικο αντάρτικο.

Πηγή: «Ο Τσε από τον Γκεβάρα», Εκδόσεις Τόπος, 2008. Τίτλος πρωτότυπου: Che desde la memoria, 2004, Ocean Press.

Ένας χρόνος μάχης – El Cubano Libre 1958

Άρθρο του Τσε Γκεβάρα που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «El Cubano Libre» (Ο Ελεύθερος Κουβανός), τεύχος 3, Ιανουάριος 1958.

Ο πρώτος χρόνος του αγώνα μας στην Σιέρα Μαέστρα έχει πλέον ολοκληρωθεί. Ο δρόμος ήταν μακρύς και δύσκολος. Την τρίτη ημέρα μετά την άφιξη μας στην Κούβα στις 2 Δεκεμβρίου 1956, το στράτευμα μας των 82 ανταρτών ήταν διάσπαρτο και σχεδόν εξαφανισμένο σε ένα μέρος που είναι γνωστό ως «Alegria» (χαρά). [1]

Πικρές ημέρες διασκορπισμού (των αντάρτικων δυνάμεων) ακολούθησαν. Οι ηττημένοι αντάρτες – πεινασμένοι, διψασμένοι, αποθαρρυμένοι, σε μικρές ομάδες – περιπλανιόταν άσκοπα στο δάσος. Κάποιοι έχασαν την πίστη τους και παράτησαν τα όπλα τους. Στη συνέχεια ήρθε ο θάνατος στα χέρια των δολοφόνων του στρατού, όσο ο Λορέν και άλλα τσακάλια ικανοποιούσαν τη δίψα τους για αίμα, και σπουδαίοι σύντροφοι έπεσαν θύματα. Οι Αντόνιο Λόπες, Χουάν Μιγκέλ Μάρκες, Χοσέ Σμιθ και Κανδίδο Γκονζάλες ήταν μεταξύ των δολοφονηθέντων.

Οι μέρες πέρασαν και τελικά οι διάσπαρτοι μαχητές ξανάσμιξαν: δεκαπέντε καλά οπλισμένοι άνδρες με ακόμη λιγότερα πυρομαχικά. Αυτό που τους κράταγε όρθιους ήταν ένα κοινό ιδεώδες: η Κούβα. Και κινητήριος δύναμη τους η πίστη που μπορούσε να κινήσει βουνά: αυτή του Φιντέλ. Λίγες φορές μπορεί να ειπωθεί με ειλικρίνεια ότι ένας άνθρωπος ήταν ο δημιουργός μιας επανάστασης. Ο Μαρτί [2] διακήρυξε ότι όσοι προπορεύονται στην ηγεσία έχουν την υποχρέωση να βλέπουν μακρύτερα. Ο Φιντέλ ηγήθηκε στην κεφαλή μιας μικρής μονάδας ανταρτών, και είδε αυτό που κανείς δεν τόλμησε να δει – κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών από την ήττα είδε τη νίκη, και υπέροχη πίστη του στη δύναμη των ανθρώπων που ένωσε και ενέπνευσε όλους.

Αργότερα ήρθαν οι νίκες στο La Plata και Πάλμα Μόκα. Στη συνέχεια ένας προδότης που μας σύστησε ο Κασίγιας μας έφερε στα σαγόνια του τσακαλιού τρεις φορές. Η χειρότερη περίοδος τελικά πέρασε, και εξαλείψαμε τον εσωτερικό μας εχθρό. Αργότερα, όταν ο κόσμος μας είχε για νεκρούς, η συνέντευξη με τονΜάθιους έθεσε τέλος στο ερώτημα της εξαφάνισης μας [3]. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι η συνεσταλμένη φάση της επανάστασης έφτασε εις πέρας.

Μέχρι τότε βλέπαμε σε κάθε αγρότη έναν πιθανό πληροφοριοδότη. Βλέπαμε σε κάθε αγροτική καλύβα μια πιθανή απειλή για την ασφάλειά μας. Φάγαμε βραστά ή Malanga Yucca, συχνά χωρίς αλάτι ή λαρδί. Δεν είχαμε καταλάβει ακόμη την τεράστια δυνατότητα του αγώνα της κουβανικής αγροτιάς. Σε απάντηση στις απειλές, την κακομεταχείριση, στο κάψιμο των σπιτιών τους, και τις δολοφονίες, απάντησαν με την υποστήριξη του σε μας, με μεγαλύτερο ενθουσιασμό, δίνοντας μας τα παιδιά τους ως πολεμιστές και οδηγούς, και μας επέτρεψαν να χρησιμοποιήσουμε τα σπίτια τους, όλα ως συμβολή στον σκοπό (της επανάστασης).

Κατόπιν ήρθε η μάχη της Uvero, όπου πετύχαμε μια μεγάλη, αν και επώδυνη, νίκη που μας κόστισε επτά ζωές συντρόφων μας. Η επακόλουθη αναγκαστική εκκένωση των αγροτικών περιοχών από την κυβέρνηση ήταν η αφορμή για χιλιάδες εγκλήματα, ληστείες, και καταχρήσεις εναντίον τους. Και πάλι οι αγρότες ανταποκρίθηκαν με ανανεωμένη στήριξη προς το Κίνημα της 26ης Ιουλίου και τους στόχους του.

Η δίκαιη συμπεριφορά μας απέναντι στην αγροτιά – σεβόμενοι την περιουσία τους, πληρώνοντας για ό,τι καταναλώναμε, φροντίζοντας τους αρρώστους, βοηθώντας εκείνους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη – ήταν στο αντίθετο άκρο της κτηνώδους πολιτικής της κυβέρνησης. Σε αυτό το σημείο ο συσχετισμός δυνάμεων στη Σιέρα Μαέστρα άρχισε να μετατοπίζεται σε μεγάλο βαθμό υπέρ μας. Διαμορφώθηκαν τέσσερις πολύ καλές ταξιαρχίες, οι Εστράδα Πάλμα και Bueycito δέχτηκαν επίθεση και ο εχθρός αναγκάστηκε να παραμείνει σε αμυντική στάση και ο στρατός τους αποδεκατίστηκε όταν προσπάθησε να διασχίσει τα βουνά.

Τώρα το Κίνημα πρότεινε να εμποδιστεί η συγκομιδή ζάχαρης όσο ο Μπατίστα είναι στην εξουσία. Σκοπεύουμε να τον ανατρέψουμε: μέσω της οικονομικής πίεσης που προκαλείται από την απώλεια της συγκομιδής ζάχαρης, κύρια πηγή του εισοδήματος της κυβέρνησης του. Με την επαναστατική γενική απεργία η οποία θα γίνει την κατάλληλη στιγμή και μέσω της πίεσης των ταξιαρχιών μας, που θα αποκρούσουν κάθε προσπάθεια του εχθρού να εισέλθει στα βουνά, ενώ ετοιμαζόμαστε να μεταφέρουμε το κέντρο της μάχης κάτω στον κάμπο, μια για πάντα. Τώρα που ο θρίαμβος μας είναι ξεκάθαρος, οι παλαιοί πολιτικοί, ζώντας άνετα στην εξορία, προσπάθησαν να κάνει μια συμφωνία στην οποία περιελάμβαναν το όνομά μας. [4] Όχι μόνο δεν μας συμβουλεύτηκαν, αλλά μας μποϊκοτάρησαν σε μια σαφή προσπάθεια να επιστρέψουν στον (πολιτικό) βάλτο που υπήρχε πριν από το Μάρτιο του 1952.

Αλλά το αίμα των ανθρώπων δεν έχει χυθεί μάταια. Κάθε ένας και κάθε μία των νεκρών μας, σε αυτά τα πέντε χρόνια της δικτατορίας αποτελεί επίσημη δέσμευση μας να προωιήσουμε την επανάσταση μαςαπό την απλή αποπομπή του Μπατίστα – όσο είναι αναγκαίο ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει πισωγύρισμα στο παλιό status quo. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αγωνιζόμαστε. Και τα τελευταία εγκλήματα που σύρουν τον στρατό στο χαμηλότερο σκαλί της βαρβαρότητας, ούτε η προδοσία των ψευδοαντιπολιτευτευόμενων πολιτικών ομάδων, θα μας κάνει να αλλάξουμε τη στάση μας.

Σημειώσεις:

[1] Στις 2 Δεκεμβρίου 1956, 82 αντάρτες έφτασαν στην ακτή Λας Κολοράδας στην επαρχία Οριέντε, αποβιβαζόμενοι απ’ το «Γκράνμα». Τρείς ημέρες αργότερα οι αντάρτες μαχητές του Φιντέλ δέχθηκαν αιφνιδιαστική επίθεση απ’ το στρατό του Μπατίστα στο Αλέγκρια δελ Πίο και διασκορπίστηκαν. Οι μισοί εξ αυτών δολοφονήθηκαν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι.

[2] Ο εθνικός ήρωας της Κούβας, ο Χοσέ Μαρτί (1853-1895) ήταν αξιοσημείωτος ποιητής, συγγραφέας και δημοσιογράφος. Ίδρυσε το 1892 το Κουβανικό Επαναστατικό Κόμμα (Cuban Revolutionary Party) προκειμένου να πολεμήσει την ισπανική αποικιοκρατία και να αντιπαλέψει τα αμερικανικά σχέδια στην Κούβα.

[3] Ο δημοσιογράφος-ανταποκριτής των New York Times, Χέρμπερτ Μάθιους (1900-1977) ήταν ο πρώτος δημοσιογράφος που πήρε συνέντευξη και φωτογραφήθηκε με τον Φιντέλ Κάστρο στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα, στις 17 Φεβρουαρίου 1957.

[4] Ο Τσε αναφέρεται στη λεγόμενη «Συμφωνία του Μαϊάμι». Ανακοινώθηκε την 1 Νοεμβρίου 1957, από πολιτικές δυνάμεις μεταξύ των οποίων οι ηγέτες του «Αυθεντικού κόμματος», του «Ορθόδοξου Κόμματος», του «Επαναστατικού Διευθυντηρίου» και άλλων που λανθασμένα ισχυρίστηκαν ότι το έγγραφο είχε υπογραφεί από απεσταλμένους του Κινήματος της 26ης Ιουλίου. Ο ίδιος ο Φιντέλ με γράμμα του αποκύρηξε την συγκεκριμένη πλαστογραφία και συνωμοσία.

Πηγή: The Militant, Ιανουάριος 1996 & Pathfinder Press. Μετάφραση: Ν. Μόττας.

«Εδώ Radio Rebelde»: Χθες, σήμερα και για πάντα!

Η ξεκάθαρη φωνή της Βιολέτ Κασάλς άφησε ιστορία με αυτήν την διάσημη φράση στο Ράδιο Ρεμπέλδε, στις 24 Φλεβάρη 1958. Μιά φράση που συνεχίζει να συναρπάζει τους ακροατές και να δίνει ξεχωριστή ιστορική αξία σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό, 54 χρόνια μετά την ίδρυση του στην Σιέρρα Μαέστρα απ’ τον Στρατηγό Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα.

Η ημέρα που το Ράδιο Ρεμπέλδε εξέπεμψε για πρώτη φορά είχε επιλεχθεί τυχαία. Ήταν όμως η ημέρα που συνέπειπτε με ένα απ’ τα πλέον σπουδαία γεγονότα στην ιστορία της Κούβας: 71 χρόνια πριν, το 1895, η μαζική εξέγερση των κουβανών ενάντια στην ισπανική αποικιοκρατία που έγινε γνωστή ως «Grito de Baire» αποτέλεσε σημείο αναφοράς του αγώνα γιά την ανεξαρτησία του νησιού.

Περισσότερο από πέντε δεκαετίες μετά την ίδρυση του θρυλικού ραδιοσταθμού της Σιέρρα Μαέστρα, το Ράδιο Ρεμπέλδε είναι το αγαπημένο πολλών ακροατών, έχοντας 24ωρη παρουσία σε συχνότητες ΑΜ και FΜ και με επιπλέον λίγες ώρες στα μικροκύματα. Νέοι και παλαιοί δημοσιογράφοι απ’ όλα τα μέρη της Κούβας εργάζονται καθημερινά προσφέροντας μια ποικιλία προγραμμάτων που περιλαμβάνει ειδησεογραφία, μουσικές εκπομπές και κάλυψη των σημαντικότερων αθλητικών διοργανώσεων.

«Ξεσκονίζοντας» τη μνήμη.

Ήταν στις 24 Φλεβάρη 1958 όταν το Ράδιο Ρεμπέλδε εξέπεμψε γιά πρώτη φορά. Ήταν στο σπίτι του Κόνραντ, ενός αγρότη μέλους του Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος και υποστηρικτή του αντάρτικου στρατού του Φιντέλ, που βρισκόταν στο Buey Arriba στη νοτιοανατολική Κούβα. Η φωνή μιάς γυναίκας, της Βιολέτα Κασάλς, ήχησε μέσα απ’ τη συχνότητα του αντάρτικου ραδιοφώνου, την ημέρα που έμελλε να χαρακτεί στην ιστορία ως η Μέρα των εργατών της επικοινωνίας.

«…Εδώ Ράδιο Ρεμπέλδε, η φωνή της Σιέρρα Μαέστρα, μεταδιδόμενη σε όλην την Κούβα, καθημερινά στις 5 και 9 προ μεσημβρίας, από το αντάρτικο στρατόπεδο μας στους λόφους της ανατολής. Διευθυντής: Αρχηγός Λουίς Ορλάντο Ροντρίγκες».

Ποιός ήταν ο λόγος της δημιουργίας του αντάρτικου ραδιοσταθμού; Ο λαός της Κούβας έπρεπε να γνωρίζει την αλήθεια για των αγώνα των μπαρμπούδος του Φιντέλ αλλά και επιπλέον μπορούσε να συνεισφέρει στην καλύτερη επικοινωνία των διαφορετικών αντάρτικων ομάδων που πολεμούσαν ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα. Εμπνευστής του Ράδιο Ρεμπέλδε υπήρξε ασφαλώς ο Τσε. Ο ίδιος είχε παρατηρήσει την συνεισφορά που είχε στην επιχείρηση ανατροπής του προέδρου Γιακόμπο Άρμπενς στη Γουετεμάλα η λειτουργία ενός υποβοηθητικού ραδιοσταθμού της CIA.

Σήμερα, η 24 Φλεβάρη θεωρείται ως η μέρα των εργαζομένων στις επικοινωνίες, εξαιτίας της ουσιώδους προσφοράς του αντάρτικου ραδιοφωνικού σταθμού του Κινήματος της 26ης Ιουλίου στη μετάδοση σημαντικών επιτυχιών των μπαρμπούδος ενάντια στον καθεστωτικό στρατό, στην ενημέρωση του κοινού γιά τα εγκλήματα της δικτατορίας αλλά και τους φλογερούς λόγους των αρχηγικών μελών της Επανάστασης.

Ο Κομαντάντε Φιντέλ Κάστρο έβγαλε για πρώτη φορά λόγο στο Ράδιο Ρεμπέλδε στις 15 Απρίλη, μιλώντας γιά την ανάγκη να ενισχυθούν οι προσπάθειες ενάντια στην τυρανία της δικτατορίας Μπατίστα. «Είναι τώρα που πρέπει να φανείτε δυνατότεροι και σταθεροί».

Την πρωτομαγιά του 1958 ο σταθμός μετακινήθηκε στην Λα Πλάτα υπό τις διαταγές του Φιντέλ και λίγους μήνες αργότερα, στις 31 Δεκέμβρη 1958 στο Πάλμα Σοριάνο απ’ όπου και μεταδόθηκε την 1η Γενάρη 1959 ο νικητήριος λόγος του Κάστρο. Με το τέλος του πολέμου, κάθε φάλαγγα είχε το δικό της θυγατρικό ραδιοσταθμό, συνολικά 32 σταθμοί συνιστούσαν την αλυσίδα του επαναστατικού Ράδιο Ρεμπέλδε – γνωστή και ως «αλυσίδα της Ελευθερίας».

Σε μια απ’ τις επετείους για την ίδρυση του αντάρτικου ραδιοφώνου, είπε ο Φιντέλ: «Το Ράδιο Ρεμπέλδε έγινε πραγματικά ο δίαυλος της διάδοσης πληροφοριών για μας, μέσω του οποίου επικοινωνούσαμε με το λαό και σταδιακά απέκτησε ιδιαίτερη αξία… έτσι ουτώς ώστε έγινε ένα κέντρο στρατιωτικών επιχειρήσεων, εξαιρετικής σημασίας εργαλείο γιά τη μαζική επικοινωνία και έπαιξε σπουδαίο ρόλο κατά τη διάρκεια του πολέμου».

Πενήντα τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη του λειτουργία, το αντάρτικο ραδιόφωνο της Σιέρρα Μαέστρα έγινε αυτόπτης μάρτυρας γεγονότων που δεν πρόκειται να ξεχαστούν. Το αποτύπωμα του στην ιστορία αποτελεί έμπνευση για τις νεότερες γενιές ανθρώπων που ασχολούνται ενεργά με την επικοινωνία – δημοσιογράφων, σκηνοθετών και εργαζόμενων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης – οι οποίοι επιθυμούν να εργαστούν και να καταπιαστούν με νέες προκλήσεις.

Βίντεο: Σύντομο απόσπασμα-ντοκουμέντο μηνύματος του Τσε μέσω του Ράδιο Ρεμπέλδε:

Νικόλας Μόττας. Πηγές: Radio Rebelde.

Χέρμπερτ Μάθιους (Herbert Matthews)

Ο Χέρμπερτ Μάθιους (γεννηθείς στις 10 Ιανουαρίου 1900 στη Νέα Υόρκη) ήταν αμερικανός δημοσιογράφος και ανταποκριτής της εφημερίδας New York Times. Απέκτησε διεθνή φήμη όταν τον Ιανουάριο του 1957 βρέθηκε στις δύσβατες βουνοπλαγιές της Σιέρρα Μαέστρα, στην Κούβα, προκειμένου να πάρει συνέντευξη από τον αρχηγό του αντάρτικου στρατού, Φιντέλ Κάστρο. Λέγεται ότι ο Μάθιους κατάφερε να κανονίσει τη συνέντευξη με τον κουβανό επαναστάτη μέσω της διευθύντριας του γραφείου των Times στην Αβάνα, Ρούμπι Φίλιπς.

Το ρεπορτάζ που υπογράφτηκε από το Μάθιους διέλυσε τις όποιες φήμες είχε δημιουργήσει το καθεστώς Μπατίστα περί δήθεν θανάτου του Φιντέλ. Η ιστορία των γενναίων κουβανών επαναστατών που μάχονταν ενάντια σε μιά αδίστακτη και διεφθαρμένη δικτατορία έκανε το γύρο της Αμερικής και του κόσμου. Η δημοσίευση των κειμένων στους New York Times έκανε το Μάθιους στόχο της συντηρητικής δεξιάς των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία του χρέωσε ότι «έβγαλε το Φιντέλ απ’ την αφάνεια».

Ο Χέρμπερτ Μάθιους πέθανε στις 30 Ιουλίου 1977. Τον Φεβρουάριο του 2007, το Κουβανικό Πρακτορείο Ειδήσεων γνωστοποίησε ότι στο σημείο που είχε δωθεί η συνέντευξη του Μάθιους με τον Κάστρο, ανεγέρθη πινακίδα σε ανάμνηση εκείνης της συνάντησης.

Πρωτοχρονιά 1958 στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα

Χριστούγεννα 1957 – Πρωτοχρονιά 1958. Οι αντάρτες του Φιντέλ Κάστρο γιορτάζουν την έλευση του νέου έτους που έμελλε να είναι το τελευταίο του δικτάτορα Μπατίστα στην εξουσία. Ο Κομαντάντε Ερνέστο Τσε Γκεβάρα καθιστός στο κέντρο.

[Christmas 1957 – New Year’s Day 1958. Fidel Castro’s rebels celebrate the coming of the new year which was Fulgencio Batista’s last one in Cuba’s leadership. Comandante Ernesto Che Guevara is sitting in the center.]

Σιέρρα Μαέστρα (Sierra Maestra)

Το όνομα της Σιέρρα Μαέστρα (Sierra Maestra) είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την Κουβανική Επανάσταση και, επομένως, με τον ίδιο τον Τσε. Η οροσειρά που βρίσκεται στα δυτικά της επαρχίας Οριέντε, στο νότιο άκρο της Κούβας, έχει υπάρξει μάρτυρας σημαντικών ανταρτοπολέμων – από τον Πόλεμο των Δέκα Ετών επί ισπανικής αποικιοκρατίας στα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τον αγώνα γιά την Κουβανική ανεξαρτησία και φυσικά τη δράση του Επαναστατικού Κινήματος της 26ης Ιουλίου ενάντια στο καθεστώς Μπατίστα. Στις δύσβατες βουνοπλαγιές της Σιέρρα Μαέστρα ο Φιντέλ Κάστρο και οι σύντροφοι του οργάνωσαν τον αντάρτικο αγώνα ενάντια στα στρατεύματα της Κουβανικής δικτατορίας, δίνοντας μιά θρυλική – ιστορικής σημασίας – διάσταση στα απόκρυμνα δάση της επαρχίας Οριέντε.

Το υψηλότερο σημείο της οροσειράς είναι το Πίκο Τουρκίνο φτάνοντας τα 1.974 μέτρα. Στην κορυφή υπάρχει προτομή του πρωτεργάτη της Κουβανικής ανεξαρτησίας, Χοσέ Μαρτί. Η γύρω περιοχή από το Πίκο Τουρκίνο αποτελεί Εθνικό Πάρκο εκτάσεως περίπου 230 τετραγωνικών χιλιομέτρων.