Πάθη και θάνατος στην Βολιβία – Το τέλος του Τσε Γκεβάρα (Μέρος Τρίτο)

(Συνέχεια από Δεύτερο μέρος).

Στις 8 Απρίλη του 1967, ο Γκεβάρα έμαθε ένα ακόμα δυσάρεστο νέο. Ο πρώην πρόεδρος Παθ Εστενσόρο που είχε ανατραπεί από τους στρατιωτικούς και ζούσε εξόριστος στην Λίμα δήλωσε ότι οι γκερίλας ήταν κομμουνιστές και ότι κατά συνέπεια ο λαός δεν έπρεπε να τις στηρίξει. Ο Εστενσόρο δήλωσε επίσης ότι σημασία είχε πρωτίστως να κρατηθεί το καθεστώς εθνικιστικό.

Στις 10 Απριλίου, οι γκερίλας στήνουν ενέδρα σε ένα σύνταγμα στρατιωτών κοντά στο αγρόκτημα Νινκαχουάζου σε ένα πλάτωμα που ονομάζεται Ιριπίτι. Η μάχη κρατά περίπου 30 λεπτά της ώρας και 11 στρατιώτες του βολιβιανού στρατού σκοτώνονται. Ο Γκεβάρα και οι γκεριλας που μετρούν πια την δεύτερη νίκη τους, συλλαμβάνουν 7 τραυματισμένους στρατιώτες και ακόμα 11 που τους παραδίδονται. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ένας αξιωματικός. Οι γκερίλας έχουν δύο νεκρούς όμως πέφτουν στα χέρια του 35 ανέπαφα αυτόματα με όλα τους τα πυρομαχικά.

Μετά από αυτή τους την νίκη, οι γκερίλας αποσύρονται στο Νινκαχουάζου το οποίο σχεδιάζουν να το εγκαταλείψουν άμεσα. Το αγρόκτημα αποφασίζεται να μείνει στα χέρια δύο μελών της αποστολής. Τον Γάλλο δημοσιογράφο Ρεζί Ντεμπραί που εκτός από φίλος του Κάστρο θα κάλυπτε ειδησιογραφικά και την γκερίλια και τον Αργεντινό Σίρο Μπούστος, πολιτικό πρόσωπο που συμφωνούσε με τις ιδέες του Τσε, όχι όμως και την οργάνωση της γκερίλια. Πριν η γκερίλια αποτραβηχτεί στο δάσος γίνεται συζήτηση και κριτική. Συμφωνούνται τα δύο θεμελιώδη λάθη της: Η ελλιπής πληροφόρηση για τις πολιτικές συνθήκες της Βολιβίας και η ελλιπής τροφοδοσία.

Ο στενός αυχένας του Νινκαχουάζου είναι περικυκλωμένος από καθεστωτικές δυνάμεις. Ο Γκεβάρα δεν γνώριζε πως να οδηγήσει τους γκερίλας για να ξεφύγουν από τον κλοιό. Στο Ελ Μεσόν, η γκερίλια θα πέσει ξανά επάνω σε στρατιωτικό κλιμάκιο και θα του προκαλέσει δύο θύματα. Σκοτώνουν επίσης και ένα ειδικά εκπαιδευμένο σκύλο της CIA για ανεύρεση ανθρώπων μέσα στην ζούγκλα. Η πορεία συνεχίζεται κυρίως την νύχτα σε συνθήκες απόλυτων στερήσεων. Ξανά, δύο εβδομάδες αργότερα, στην περιοχή Ταπερίλια, η γκερίλια θα έρθει σε επαφή με μικρό στρατιωτικό τμήμα και θα σκοτώσει δύο οπλίτες. Η κίνηση της γκερίλια προβληματίζει τις αρχές. Η κινητοποίηση είναι μεγάλη και ακόμα δεν έχει φέρει σοβαρά αποτελέσματα. Μερικές ημέρες μετά οι Ντεμπραί και Μπούστος θα πέσουν στα χέρια των αρχών μαζί με το Άγγλο δημοσιογράφο Τζορτζ Άντριου Ροθ τον οποίο συνάντησαν τυχαία να καλύπτει τις επιχειρήσεις στο χωριό Μουγιουπάμπα.

Στο μεταξύ ο Γκεβάρα συνεχίζει την πορεία του ξεφεύγοντας κυριολεκτικά κάτω από την μύτη ενός ολόκληρου συντάγματος στρατού που επιχειρεί στην ευρύτερη περιοχή του Ελ Μεσόν. Τους προκαλεί ακόμα 3 απώλειες ανάμεσα στους οποίους και ένας αξιωματικός. Σε αυτή την φάση ο Γκεβάρα συντάσσει με τον Βολιβιανό ηγέτη Ρομπέρτο Περέδο την πρώτη διακήρυξη της γκερίλια. Αυτή εγκαθιδρύει και τον Απελευθερωτικό Εθνικό Στρατό Βολιβίας που οι τάξεις του είναι ανοιχτές σε άνδρες και γυναίκες κάθε ιδεολογικής απόχρωσης. Η διακήρυξη σχεδόν δεν κυκλοφόρησε στην Βολιβία, πάντως πέρασε τα σύνορα και έλαβε διεθνή δημοσιότητα. Παρόλα αυτά δεν κατάφερε να ανατρέψει την κακή εικόνα της γκερίλια που βρίσκονταν πιασμένη σε μια φάκα που διαρκώς στένευε.

Μερικές ημέρες μετά η δύναμη της γκερίλια σπάει στα δύο. Μια ομάδα φεύγει δυτικά προς την σιδηροδρομική γραμμή κοντά στα σύνορα με την Αργεντινή ενώ το κύριο τμήμα κινείται βόρεια. Νέες μάχες δίνονται στα περίχωρα του Ελ Εσπίνο και της Μουχίρια και η ομάδα του Γκεβάρα καταφέρνει να συνεχίσει την πορεία της. Στην περιοχή του Μορόκος (σημερινό Πιράι) ο Γκεβάρα δίενι σκληρή αποφασιστική μάχη με υπέρτερες κατά πολύ δυνάμεις. Η ομάδα του αποτελείται αποκλειστικά από βετεράνους της Κούβας και σκληροτράχηλους Βολιβιανούς κομμουνιστές. Επιφέρουν 8 νεκρούς ενώ οι ίδιοι έχουν 3. Σκοπός του Γκεβάρα με την πορεία του προς Βορρά είναι να διασπάσει τον αποκλεισμό του Νινκαχουάζου προς τις πόλεις και να εξασφαλίσουν πέρασμα στον δρόμο που συνδέει την Σάντα Κρουζ με την Κοκαμπάμπα.

Από την άλλη μεριά η ομάδα του Ακούνια Νούνιεθ συλλαμβάνει και εκτελεί ένα πραγματικά εξαιρετικό σχέδιο. Κινούμενη προς δυσμάς, αποκλείει τον δρόμο προς Σάντα Κρουζ, κόβει τις τηλεφωνικές γραμμές και καταλαμβάνει ένα λεωφορείο γεμάτο φοιτητές. Οι αντάρτες βγάζουν λόγο στους φοιτητές που ενθουσιασμένοι τους συνοδεύουν στο χωριό Σαμαιπάτα το οποίο οι γκεριλας καταλαμβάνουν. Οι γκεριλας συλλαμβάνουν τις τοπικές αρχές, μαζεύουν ρουχισμό και φάρμακα και βγάζουν λόγο στους συγκεντρωμένους χωρικούς. Οι γκερίλας, αποκλεισμένοι ως τότε από τον υπόλοιπο κόσμο αποδεικνύονται ξαφνικά άξιοι να αναπτύξουν αρκετή φαντασία και θάρρος για να ξεγελάσουν τον στρατό, να καταλάβουν ένα χωριό και να αναλάβουν πρωτοβουλία. Η κοινή γνώμη είναι βαθιά κλονισμένη και το καθεστώς Μπαρριέντος ανησυχεί γιατί πια δεν δέχεται μονάχα την πίεση της CIA και των ΗΠΑ που θέλουν να τελειώνουν με τους γκερίλας, αλλά και της ως τότε μετριοπαθούς αντιπολίτευσης. Ο Μπαρριέντος αναγκάζεται τον Ιούνιο να κηρύξει την χώρα σε κατάσταση πολιορκίας. Αστυνομικά μέτρα παίρνονται σε όλη την επικράτεια και συλλαμβάνονται στελέχη κομμουνιστικών και αριστερών οργανώσεων όπως και μέλη της Εθνικιστικής Επαναστατικής Κίνησης. Δικαστικά επιχειρείται ο συσχετισμός των δύο που όμως αποτυγχάνει, προκαλώντας τον έντονο ερεθισμό του λαού που στρέφεται ξανά στα ορυχεία…

Ο Ιούνιος και ο Ιούλιος είναι δυο μήνες μεγάλης πολιτικής αστάθειας στην Βολιβία. Στις 24 Ιουνίου ο στρατός επιτίθεται στους απεργούς εργάτες ορυχείων στο Κατάβι που διαδήλωναν μέσα στον χώρο εργασίας τους. Προκαλούνται 40 νεκροί και πάνω από 100 τραυματίες. Η σφαγή που είναι γνωστή ως σφαγή του Σαν Χουάν, δεν εξυπηρετεί ωστόσο την υπόθεση του αντάρτικου του Τσε. H κατάσταση είναι τραγική. Δύο παράλληλοι αγώνες βαδίζουν προς την καταστροφή επειδή λείπει η μεταξύ τους συνεννόηση.

Στις 20 Ιουλίου και με δύο από τα τρία κόμματα που στηρίζουν τον Μπαρριέντος να έχουν αποσύρει την στήριξή τους, ο στρατός δίνει ξανά μάχη με την γκερίλια στις όχθες του Μορόκος. Εκείνη την ημέρα η επίθεση αλλάζει ύφος και χαρακτήρα. Ο στρατός κινείται πιο αποφασιστικά και η επίδραση των Αμερικανών πρακτόρων και των «πράσινων μπερέ» γίνεται ευδιάκριτη. Ο Γκεβάρα και οι γκεριλιας αναγκάζονται σε υποχώρηση ενώ καταλαμβάνεται από τον στρατό πολύτιμο υλικό. Στα χέρια τους πέφτουν 10 στρατιωτικοί σάκοι με τρόφιμα, ασύρματοι, πομποί και οπλισμός. Ο Μπαρριέντος ξεκινά την ταχύτατη εκπαίδευση 600 ακόμα ιθαγενών rangers από Αμερικανούς στρατιωτικούς που έρχονται απευθείας από το Βιετνάμ. Ο Γκεβάρα αναγκάζεται να αναγνωρίσει την υπεροχή των αμερικανοκίνητων δυνάμεων.

Ο διοικητής Σέλτον των «πράσινων μπερέ» θα αναφέρει μετά την μάχη: » Ένας σκοτωμένος Βιετκόνγκ στοιχίζει 400.000 δολάρια. Στην Βολιβία η τιμή είναι πολύ πιο φθηνή». Αργότερα, τον Σεπτέμβρη του 1967, το καθεστώς Μπαρριέντος θα οργανώσει μια εκδήλωση τιμής για τους rangers που πολέμησαν την γκερίλια. 35 rangers παρατάσσονται και παρευρίσκεται όλη η αφρόκρεμα του αστικού κόσμου της Βολιβίας. Ξένοι πρέσβεις, πράκτορες της CIA, το επιτελείο του δικτάτορα και τα μέλη του τάγματος των Ροταριανών. Στην εκδήλωση εκφωνούνται λόγοι που εκθειάζουν τις ΗΠΑ και τον δυτικό πολιτισμό. Μια σειρά ξύλινα κουτάκια τοποθετούνται σε ένα τραπέζι για να δοθούν ως δώρα στους rangers. Στο τέλος της τελετής αποκαλύπτεται το περιεχόμενό τους. Πρόκειται για μια κονσέρβα σαρδέλες! Αυτό ακριβώς εννοούσε και ο διοικητής Σέλτον. Αυτό ήταν το μεροκάματο του τρόμου για αυτούς τους ανθρώπους.

Στις 31 Αυγούστου ο στρατός στήνει ενέδρα στην ομάδα του διοικητή Ακούνια Νούνιεθ. που αποτελούνταν από 17 γκερίλας. Η ενέδρα είχε ετοιμαστεί με πολύ μεγάλη φροντίδα. Ο γιος ενός χωρικού έδωσε την πληροφορία σε ένα στρατιώτη : Εκεί που ο πατέρας μου ψάρευε στον Ρίο Γκράντε δυο γκερίλας μπήκαν στο σπίτι μας και ζήτησαν τροφή. Αυτό το περιστατικό συνέβαινε στο Βάντο ντελ Γιέζο στο σημείο που συμβάλουν τα νερά του ποταμού Μαζικούρι μα το αμμώδες ρεύμα του Ρίο Γκράντε. Οι γκεριλας είπαν πως θα επιστρέψουν την επόμενη. Μόλις οι στρατιώτες έμαθαν το νέο διάταξαν την γυναίκα του χωρικού που έλειπε να γυρίσει στο σπίτι της και να περιμένει χωρίς να ανησυχεί την επίσκεψη των ανταρτών. Στο μεταξύ ο στρατός θα παραμόνευε μέσα στις λόχμες. Στην επιστροφή του ο ιδιοκτήτης της καλύβας δέχθηκε σύντομες οδηγίες. Η κυριότερη ήταν να φορέσει άσπρο πουκάμισο για να μην τον μπερδέψουν με τους γκερίλας οι στρατιώτες.

Τελικά ο διοικητής Ακούνια Νούνιεθ επέστρεψε. Σταμάτησε να πιει νερό και πίσω του έφθασαν και οι γκερίλας του. Ο στρατός άνοιξε πυρ. Ο Νούνιεθ σημάδεψε έναν στρατιώτη και οι δυο τους έριξαν ταυτόχρονα ο ένας στον άλλο με αποτέλεσμα να πέσουν κι οι δυο ταυτόχρονα νεκροί. Η μάχη κράτησε λίγο λόγω της σημαντικής διαφοράς ισχύς πυρός. Από τους 17 γκερίλας κατάφεραν να αποσυρθούν μόλις οι 8. Τα σώματα των άλλων τα παρέσυρε το ρεύμα του Ρίο Γκράντε που είχε γίνει κόκκινο. Ο στρατός έχασε 5 άνδρες. Οι άνδρες του Ακούνια που διέφυγαν έπεσαν ξανά σε στρατεύματα δύο ημέρες μετά στην Γιάχο Πάμπα με αποτέλεσμα να χαθούν ακόμα 4. Ο άλλοτε φοβερός λόχος του Ακούνια Νούνιεθ είχε πια αποδεκατιστεί.

Παράλληλα ο Γκεβάρα με την δική του ομάδα κινείται διαρκώς στις δύσβατες περιοχές του Καραπόρι, του Γιούκουε και της Τιτούκα. Τα εφόδια είναι ένα διαρκές τεράστιο πρόβλημα. Η πείνα θερίζει. Στον αυχένα της Ικουίρα ο Τσε δίνει μια ακόμα μάχη με τους κυβερνητικούς. Εκεί σκοτώνεται ένας ακόμα αντάρτης και χάνεται μια σημαντική σειρά ντοκουμέντων. Στο πλήγμα του προστίθεται και ανεύρεση 4ων κρυπτών στο αγρόκτημα Νινκαχουάζου που επιτέλους έχει ανακαλυφθεί.

Στις 22 Σεπτεμβρίου τα ντοκουμέντα αυτά παρουσιάζονται στην Ουάσινγκτον από τον Υπουργό Εξωτερικών της Βολιβίας και αποκαλύπτεται μέσω αυτών η παρουσία του Γκεβάρα στην Βολιβία. Η αποκάλυψη θα γίνει μπροστά και σε όλους τους υπουργούς εξωτερικών των λατινοαμερικανικών κρατών αφού το καθεστώς Μπαρριέντος είχε πάψει πια να εμπνέει εμπιστοσύνη. Τελικά όλα τα μέρη συμφωνούν: Ο Γκεβάρα ζει και βρίσκεται στην Βολιβία. Η θέση ότι είναι νεκρός καταρρίπτεται.

Στις 25 Σεπτέμβρη, ένας λιποτάκτης γκερίλα δίνει την πληροφορία ότι ο Γκεβάρα ζει αλλά είναι άρρωστος.

Στις 26 γίνεται η μάχη στις Χιγκουέρας κοντά στην χαράδρα του Γιούρο. Μια πολύωρη μάχη, μέρα μεσημέρι. Οι αντάρτες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν με την έλευση της αεροπορίας. Πίσω τους αφήνουν 3 νεκρούς μαζί και τον Βολιβιανό ηγέτη Ρομπέρτο Περέδο. Μετά την μάχη η ομάδα του Τσε αποφασίζει να χωριστεί στα δύο και να συναντιέται το βράδυ σε προσυμφωνημένα σημεία. Μέχρι τις 6 με 7 Οκτώβρη, ο Γκεβάρα κάνει αναγνώριση του εδάφους και προσπαθεί να επιλέξει προς τα που πρέπει να κινηθεί. Το ημερολόγιό του γράφει ότι ως τότε όλα γίνονται «χωρίς περιπλοκές», φαίνεται αισιόδοξος. Κλείνουν 11 μήνες επιχειρήσεων στην ζούγκλα.

Στις 8 Οκτώβρη, η ομάδα κινείται σε μια μικρή κατοικημένη έκταση. Μια γριά τους λέει ότι δεν έχει δει στρατό. Πιο πέρα μπαίνουν σε μια καλύβα με μια γυναίκα και ένα κατάκοιτο κορίτσι. Της αφήνουν μερικά χρήματα. Αργότερα θα διασχίσουν ένα χωράφι με πατάτες. Τα πόδια τους θα αφήσουν ίχνη στο χώμα. Την ίδια ημέρα μια χωριάτισσα πληροφορεί τον στρατό ότι άκουσε φωνές στην χαράδρα του Γιούρο. Στις 13:30 μια περιπολία rangers κινείται στο μέρος και δέχεται μια ριπή μυδράλιου που προκαλεί δύο νεκρούς. Τα ίχνη της γκερίλια έχουν πια βρεθεί. Εκείνος που κινδύνευσε περισσότερο ήταν ο ανθρακωρύχος και δεινός σκοπευτής Σιμόν Κούμπα που αφού άδειασε το όπλο του κατάφερε να κρυφτεί στην βλάστηση. Πίσω του βρίσκονταν ο Τσε που έριχνε κι αυτός όμως δέχτηκε πυρά στα πόδια και έπεσε τραυματισμένος. Ο Κούμπα το σήκωσε στα χέρια και ξεκίνησε να τρέχει σταματώντας μόνο για να ρίξει. Ο Τσε δέχτηκε κι άλλη σφαίρα στην πλάτη κι έχασε τον μπερέ του. Παρά το γεγονός ότι ο Κούμπα είχε κρυφτεί και το ότι ήταν κυκλωμένος από παντού, ο Τσε στηρίχθηκε σε ένα δέντρο και κράτησε το Μ2 του με το ένα χέρι προσπαθώντας να το χειριστεί έτσι για λίγα λεπτά. Τελικά δέχθηκε ακόμα μια σφαίρα στα πόδια και το όπλο του ξέφυγε σφηνώνοντας του μια σφαίρα στο δεξί μπράτσο. Έτσι πιάστηκε από τους Βολιβιανούς rangers τραυματισμένος πολλαπλά αλλά χωρίς να κινδυνεύει άμεσα η ζωή του.

Δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του και έδωσε εντολή να περισφύξουν την αρτηρία ενός σοβαρά τραυματισμένου στον μηρό ranger. Τώρα η ζωή του εξαρτιόνταν από δύο άνδρες: Τον λοχαγό Γκάρυ Πράδο Σαλγκάδο αρχηγό των rangers που είχε κάνει σπουδές στις ΗΠΑ και τον συνταγματάρχη Αντρές Σελίνς διοικητή της τρίτης μοίρας πυροβολικού του στρατού που ήταν ιεραρχικά ανώτερος του Πράδο. Και οι δύο ήταν αριστοκράτες και ο Γκεβάρα κουβέντιασε και με τους δύο. Τους ρώτησε αν είχαν φοιτήσει στην σχολή αντί-γκερίλα του Παναμά, ποια ήταν η κατάρτισή τους και σε ποιες μονάδες ανήκαν. Τα τραύματά του τον έκαναν να υποφέρει και παρά το γεγονός ότι δεν είχε υποστεί αιμορραγία τον δυσκόλευαν σημαντικά στην κίνηση. Οι στρατιωτικοί τον μετέφεραν σε μια κουβέρτα στο χωριό Χιγκουέρας που τον απόθεσαν σε ένα άδειο δωμάτιο του σχολείου.

Oι πράκτορες της CIA Felix Rodriguez (αριστερά) και Gustavo Villoldo.

Ακολούθησε μια σοβαρή λογομαχία ανάμεσα στους στρατιωτικούς, ενώ οι ψίθυροι των στρατιωτών έδιναν κι έπαιρναν. Ο ταγματάρχης Νίνιο Γκουσμάν επέμενε να τον μεταφέρει με το ελικόπτερο στην Βαλεγκράντε όμως ο συνταγματάρχης Σελίνς επέμενε να στείλει πρώτα τους τραυματίες. Πολλά συμβούλια έγιναν ανάμεσα στις στρατιωτικές αρχές και τις μυστικές υπηρεσίες για την επόμενη ημέρα. Ο Γκεβάρα σε όλο αυτό το διάστημα αρνήθηκε να πει τίποτα σε οποιονδήποτε ανώτερο αξιωματικό. Μίλησε όμως φιλικά με αρκετούς στρατιώτες και ζήτησε καπνό για την πίπα του. Στην δασκάλα του σχολείου που έφθασε στον τόπο περίεργη, λέγεται ότι είπε ότι το σχολείο είναι σε κακή κατάσταση και είναι αντιπαιδαγωγικό να διδάσκονται μαθητές σε τέτοιο κτίριο. Της τόνισε στο τέλος ότι για αυτά όλα αγωνίζονταν η γκερίλια.

Στις 9 Οκτωβρίου το πρωί τα συμβούλια και οι συζητήσεις έληξαν. Ο Γκεβάρα θα εκτελείτο το ίδιο εκείνο πρωί στον τόπο που κρατούνταν. Ήταν καθισμένος στο πάτωμα και βαριανάσαινε (από το άσθμα του) και δεν αντιλήφθηκε αμέσως τους δύο άνδρες που ήρθαν να τον πάρουν.

Ο λοχαγός Πράδο πλησίασε από πίσω και του έριξε μια ριπή με το αυτόματο στην πλάτη από πάνω προς τα κάτω. Τέσσερις σφαίρες βρήκαν το στόχο τους. Ο συνταγματάρχης Σελίνς έριξε μια μόνο σφαίρα με το περίστροφό του των 9mm  που διαπέρασε την καρδιά και τον πνεύμονα του Γκεβάρα και αποτέλεσε την χαριστική του βολή. Ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα ήταν νεκρός.

Καθώς έπαιρναν το πτώμα του από τον τόπο του εγκλήματος, οι δήμιοί του ανατρίχιασαν βλέποντας τα ορθάνοιχτα μάτια του και το ειρωνικό του χαμόγελο που φανέρωνε όλη του την περιφρόνηση για το είδος τους και όλη του την αγάπη για την ανθρωπότητα.

Το σώμα του μεταφέρθηκε στo Βαλεγκράντε όπου τοποθετήθηκε στο πλυσταριό του νοσοκομείου Nuestra Señora de Malta. Εκεί τραβήχτηκαν «αναμνηστικές» φωτογραφίες, έγιναν ιατρικές εξετάσεις ταυτοποίησης στο σώμα και νεκροτομή. Ταυτοποιήθηκαν επίσης τα δαχτυλικά του αποτυπώματα. Το σώμα του Γκεβάρα παράμεινε μερικές ημέρες σε έκθεση και αργότερα μεταφέρθηκε σε τοποθεσία κοντά στην αεροπορική βάση του Βαλεγκράντε όπου τάφηκε μυστικά με τα σώματα 6 ακόμα συντρόφων του. Τα άκρα του στάλθηκαν για επιβεβαίωση δαχτυλικών αποτυπωμάτων στον Μπουένος Άιρες και αργότερα στάλθηκαν στην Κούβα.

Πρώτη Δημοσίευση: Κόκκινος Φάκελος.

Advertisements

Γ.Βότσης – Π.Κοροβέσης: Τότε που μας χώριζε ο Τσε

Ο θάνατος του Τσε συμπίπτει στην Ελλάδα με τη σκληρότερη φάση της χουντικής τρομοκρατίας. Η μυθική μορφή του επαναστάτη εμπνέει την αντίσταση, αλλά η μέθοδός του διχάζει. Το 1970, δύο από τα πρώτα στελέχη της αντίστασης, ο Γιώργος Βότσης και ο Περικλής Κοροβέσης διαφωνούσαν δημόσια από τις στήλες του περιοδικού «Επανάσταση» (οργάνου των «Επαναστατικών Σοσιαλιστικών Ομάδων») για τη δυνατότητα εφαρμογής στην Ελλάδα της γκεβαρικής θεωρίας των ενόπλων πυρήνων (των «εστιών», του «foco», όπως την κωδικοποίησε ο Ρεζί Ντεμπρέ στο βιβλίο του «Επανάσταση μέσα στην Επανάσταση»).

Ο Βότσης προτείνει μια «μορφή ένοπλης προπαγάνδας» η οποία θα στηρίζεται σε «μικρές ευκίνητες και αποκεντρωμένες μαχητικές ομάδες, που θα δράσουν ένοπλα και σοβαρά, χτυπώντας επιμελώς επιλεγμένους στόχους και εξασφαλίζοντας τη συνέχεια και κλιμάκωση των ενεργειών τους.» Και εξαίρει τον Τσε που «σκοτώθηκε με το όπλο στο χέρι, αλλά το αντάρτικο της Λατινικής Αμερικής δεν ξόφλησε». Ο Κοροβέσης αντιτείνει ότι «η επιθυμία ενός ατόμου ή μιας ομάδας, όσο γενναίοι και αν είναι, δεν πρόκειται να φέρει κανένα αποτέλεσμα» και θυμίζει την τραγική σκηνή από το βολιβιανό ημερολόγιο: «Ο Τσε με τους γκεριλιέρος και με τα ντουφέκια στον ώμο, έρημοι σαν ναυαγοί, περιφέρονταν σε απομακρυσμένα χωριά, ανάμεσα από έκπληκτους και φοβισμένους χωριάτες που δεν έδειχναν καμιά συγκίνηση.» Τριάντα χρόνια αργότερα, συνεχίζουν να διαφωνούν. 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΟΡΟΒΕΣΗΣ: Στη χούντα, με πιάσανε 10 Οκτωβρίου 1967 και στις 11 έμαθα για το θάνατο του Τσε Γκεβάρα. Μου τό ‘πε ένας συγκρατούμενος. Το νέο κυκλοφόρησε αστραπιαία. Εκείνη την εποχή είχα ήδη διαβάσει το βιλίο του Ντεμπρέ «Επανάσταση στην Επανάσταση», νομίζω από τα αγγλικά. Αυτό στάθηκε αφορμή για το πρώτο δικό μου σκίρτημα, για κάτι άλλο. Αλλά, τότε, ήταν λίγα τα πράγματα που ξέραμε. Ο,τι ουσιαστικό βιβλίο διάβασα, το βρήκα έξω, αργότερα. Αυτό που κυριαρχούσε και σε μένα -πρίν δω τον Τσε κριτικά- ήταν αυτός ο ενθουσιασμός για την επανάσταση που λειτουργούσε σαν ένα ελιξήριο νεότητας σε ένα κόμμα που είχε ήδη νεκρωθεί ιδεολογικά, και πολιτικά.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΟΤΣΗΣ: Εγώ δεν θα ‘λεγα ότι ο Τσε είναι που εμπνέει όποιες ιδέες, κινήσεις, προτάσεις, πρακτικές περί τη χρήση των όπλων, στον αντιστασιακό αγώνα. Είναι η ίδια η δικτατορία, η κατάλυση του καθεστώτος, η ωμή βία. Είναι και το χάλι της ρεφορμιστικής -όπως την αποκαλούσαμε τότε- Αριστεράς, η οποία απεκάλυψε τη γύμνια της και με τον τρόπο που βρεθήκαμε όλοι «ξεβράκωτοι» στην αντιμετώπιση του πραξικοπήματος. Ο Τσε έφτανε σε μας τότε ως απόηχος ή ως μακρινός μύθος, αλλά ήταν ελάχιστα γνωστός.
Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη εμπνευσμένη από τον καστρισμό και τον γκεβαρισμό οργάνωση γίνεται στο Παρίσι, όπου οι Έλληνες ήταν πιο ενημερωμένοι. Το Κίνημα της 29ης Μαΐου, πράγματι εξέφραζε μια σκληρή γκεβαρική τάση -και αν δεν απατώμαι ήταν η πρώτη οργάνωση η οποία έστειλε και ανθρώπους της στην Κούβα να εκπαιδευτούν. Αργότερα το έκαναν κι άλλες οργανώσεις. Υπάρχουν μερικές δεκάδες ανθρώπων οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί. Στρατόπεδα υπήρχαν και στην Κούβα και στην Μέση Ανατολή. Αυτοί πλαισίωσαν ή ήταν ήδη μέσα σε κάποιες απ’ αυτές τις οργανώσεις που ευθέως κήρυσσαν και επεδίωκαν, ως πρακτική, τον ένοπλο αγώνα στη δικτατορία. Εκτός από την «29η Μαΐου», η «20ή Οκτώβρη», ο «Άρης», ο «Μαχητής», κλπ.

– Μεσολάβησε και ο Μάης του ’68 για να γίνει, και για την ελληνική Αριστερά, το πρόσωπο του Γκεβάρα, μύθος;

Γ.Β.: Όχι. Θυμάμαι ότι ήμουν στην παρανομία όταν έμαθα το τέλος του Τσε. Υπήρξε μια παγωμάρα. Στην αρχή δεν το πίστευα, γιατί είχε ακουστεί δυο τρεις φορές. Όταν πια επαληθεύτηκε, έκλαιγαν οι άνθρωποι, γιατί ο Τσε ήταν ένας -έστω και απόμακρος- μύθος. Γιατί τα συγκεντρώνει όλα: πλήρη αφοσίωση στην επανάσταση και στο διεθνισμό. Τα τινάζει όλα, φεύγει απ’ την πατρίδα του την Αργεντινή για να πάει στη Γουατεμάλα, να πάει στο Μεξικό, να πάει στην Κούβα, να πάει στην Αφρική και να πεθάνει στη Βολιβία- με εμμονή στον ένοπλο αγώνα.

-Αυτή την εικόνα την είχατε από τότε;

Γ.Β.: Δεν υπήρχε η γνώση αυτή, τί ήταν ο Τσε, τουλάχιστον τον πρώτο χρόνο της αντίστασης. Αργότερα, και ιδίως στους αντιστασιαζόμενους του εξωτερικού, όπου όλες οι τάσεις της Αριστεράς εμφανίζονται στην ακραία τους υπερβολή, όπου η επανάσταση έδινε κι έπαιρνε, εκεί βέβαια ήταν κοινός τόπος. Θα μπορούσε το βιβλίο του Ντεμπρέ να αποτελεί πεδίο συζήτησης σε συνεδριάσεις δύο, τριών και τεσσάρων νυχτών, ή να δημιουργήσει θεωρητικές συγκρούσεις μέσα σε συνελεύσεις των κατειλημμένων κτιρίων, όπως το ελληνικό σπίτι στη Σιτέ. Εδώ, δεν νομίζω. Πολύ αργότερα, δηλαδή στα μέσα του ’69, το ’70, όταν εμφανίζονται ομάδες με ένοπλη πρακτική και τότε ακόμα δεν είναι μόνο ο Τσε που εμπνέει. Υπενθυμίζω ότι τα πρώτα φυλλάδια που κυκλοφορούν παράνομα και καμουφλαρισμένα…

Π.Κ.: …με εξώφυλλα Βίων Αγίων, συχνά.

Γ.Β.: Αυτά δεν ήταν του Τσε, αλλά του Μαριγκέλα.

– Δηλαδή, σε μια ορισμένη τάση της Αριστεράς υπήρχε στροφή προς τις ιδέες του Τσε και λιγότερο προς την ιστορία των κλασικών αντάρτικων. Μάο, Γκιάπ κ. λπ; Ανακαλύπτουν στον Τσε κάποιες μεγαλύτερες αναλογίες με την Ελλάδα;

Γ.Β.: Υπάρχει αυτή η γκεβαρική θεωρία του foco, που, αν θες, σ’ εκείνες τις περιστάσεις, στη στρατοκρατούμενη Ελλάδα, μας πάει. Με ποια έννοια; Ότι απαιτεί δράση, επαναστατική πρακτική, από μικρές ομάδες φωτισμένων και αφοσιωμένων στην επανάσταση ανθρώπων. Όχι κινητοποιήσεις μαζών, όχι ένοπλο αγώνα μαζικό. Θυμάμαι, πάντα πριν από το γαλλικό Μάη, αλλά και μετά, ώσπου να εμφανιστούν τα κινήματα ένοπλης βίας στην Ευρώπη (στις αρχές της δεκαετίας του 70) υπάρχουν οι δικές μας ομάδες στην Ελλάδα που χρησιμοποιούν τα όπλα.

Π.Κ.: Το γεγονός ότι βρεθήκαν ομάδες ένοπλης πάλης ή ομάδες που βάζανε βόμβες, δεν μας επιτρέπει να τις ταυτίσουμε με τον Τσε. Γιατί κάποιος πρέπει να τις ταυτίσει με τον Τσε, κι όχι με την παράδοση του εργατικού κινήματος; Βάζανε βόμβες από τον περασμένο αιώνα. Υπάρχει η παράδοση του αναρχικού κινήματος, π.χ. Πες το όπως θέλεις. Δεν βλέπω κάπου να έχει μια άμεση σύνδεση το φαινόμενο Τσε με τις ομάδες ένοπλης πάλης. Μπορεί να αναφέρονταν και στον Τσε, αλλά δεν έχω δει το μοντέλο δράσης Τσε να πηγαίνει είτε σε μια ελληνική, είτε σε μια ξένη ομάδα.
Υπήρχε τότε και ο άλλος παράγοντας: το Βιετνάμ και ο Μάο, το σύνθημα ότι «η εξουσία είναι στην κάνη του τουφεκιού». Βλέπω ότι αυτά αποτελούν μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης, παρά ο Τσε. Ο Τσε θεωρώ ότι ήταν ένα είδος ρομαντικής αναφοράς. Κράτησε μια προσωπική στάση και δημιούργησε ένα μοντέλο από το οποίο ο καθένας μπορεί να βγάλει το χαρακτήρα του, αλλά σαν επαναστατικό μοντέλο νομίζω ότι δεν λειτούργησε.

Γ.Β.: Παρότι η αμφισβήτηση στην επίσημη Αριστερά, την κομμουνιστική, την παραδοσιακή Αριστερά, πριν από το πραξικόπημα του ’67, έφτασε και σε μας -εξ αντανακλάσεως- ως μαοϊκή απόκλιση (τότε μην ξεχνάτε, η πολιτιστική επανάσταση βρισκόταν στο φόρτε της), δεν είναι οι μαοϊκοί εκείνοι που ψάχνουν για τα όπλα, ή χρησιμοποιούν τα όπλα. Οι ένοπλες ομάδες έχουν πληρέστερες αναφορές στον γκεβαρισμό, ή μη ομολογημένες, αλλά σαφέστατες αναφορές στο παράδειγμα της κουβανέζικης επανάστασης και τον Τσε.

Π.Κ.: Αν πάρουμε όλες αυτές τις οργανώσεις μία-μία, σε ποιά κείμενά τους ακολουθούν τη θεωρία του foco;

Γ.Β.: Για θεωρία του foco δεν μίλησε κανένας.

Π.Κ.: Εκτός από σένα. (γέλια)

Γ.Β.: Εγώ είχα τη θεωρία του «μοχλού». Άλλο πράγμα. Ξαδερφάκι της, ίσως. Σε διαβεβαιώ ότι όταν ήμουν στην παρανομία, απ’ τους πρώτους, τον πρώτο καιρό της δικτατορίας, δεν εγνώριζα καν τον Ντεμπρέ. Μέσα σ’ αυτό το χάλι της διαλυμένης Αριστεράς, μέσα την αναζήτηση νέων μορφών πάλης, το να φτάσεις σε τέτοιες θεωρίες, όπως είναι η θεωρία του «μοχλού», ήταν θέμα λογικής επεξεργασίας.

Π.Κ.: Πάντως εγώ νομίζω ότι αν υπάρχει μία θεωρία γκεβαρική στα ελληνικά, είναι δικιά σου.

Γ.Β.: Θες να με κατηγορήσεις ότι ήθελα να γίνω ο Τσε στην Ελλάδα;

Π.Κ.: Μπορεί να ήθελα να σου κάνω κομπλιμέντο. (γέλια)
– Και σήμερα τι σημαίνει για σας ο Τσε;

Π.Κ.: Αυτό που χαρακτηρίζει τον Τσε δεν είναι η Κούβα. Όταν σκέφτομαι τον Τσε, έχω στον μυαλό μου την προσπάθειά του, όλη την πορεία του, να μεταφέρει την επανάσταση εκτός Κούβας.

Γ.Β.: Εγώ όταν φέρνω τον Τσε στο μυαλό μου, έχω την εικόνα του ωραιότερου άνδρα που έχει βγάλει η παγκόσμια επανάσταση. Ο Τσε αποδεικνύει τη μοναδικότητά του κυρίως μέσα στην κουβανέζικη επανάσταση, όταν αποφασίζει να εγκαταλείψει την εξουσία για να συνεχίσει την επανάσταση κάπου αλλού. Αλλά αναδεικνύεται μέσα από τη διαδικασία της κουβανέζικης επανάστασης. Εκεί ολοκληρώνεται ως προσωπικότητα.

Π.Κ.: Δεν νομίζω ότι μπορώ να συμφωνήσω σ’ αυτό το σημείο. Δηλαδή αυτό που ολοκληρώνει τον Τσε σαν θεωρία, είναι η ρήξη του με την Κούβα.

Γ.Β.: Δεν συμφωνώ. Αυτό που ολοκληρώνει τον Τσε είναι η θεωρία ότι ο Τρίτος Κόσμος -δηλαδή «2, 3, πολλά Βιετνάμ»- έχει προτεραιότητα. Γιατί όντως αν κάποιος οφείλει να επαναστατήσει στο τέλος του αιώνα μας ή σ’ όλον τον αιώνα μας, είναι οι πιο αδικημένοι, ο Τρίτος Κόσμος, που καταληστεύεται, με μία βία φρικιαστική, από τις ανεπτυγμένες χώρες και έχει όλο το δίκιο να εξεγείρεται και να επαναστατεί. Σ’ αυτούς απευθύνεται ο Τσε. Και συγκρούεται και με την Σοβιετική Ένωση, η οποία όσο υποχωρεί ο Ψυχρός Πόλεμος τόσο πιο ρεφορμιστικά βλέπει τις λύσεις παντού. Ενώ ο Τσε πάει στην Αφρική για να συνεχίσει την επανάσταση και να μην έχει σοβιετικές εκδοχές τύπου Αγκόλας κ.λπ.

Π.Κ.: Αυτό μοιάζει σαν η επανάσταση να είναι ένας θεόπνευστος λόγος, μια ιεραποστολή. Κάποιος έχει την αλήθεια και τη μεταφέρει. Με μοναδικό αποτέλεσμα να σκοτώνονται οι δέκα, δεκαπέντε που είχαν απομείνει στο τέλος με τον Τσε.

– Και πώς αποτιμάτε σήμερα την ιστορική σας εκείνη διαφωνία; 

Γ.Β.: Όταν διαλύθηκαν οι ΕΣΟ, αυτοί που έμειναν ακόμα συνεχίζουν να κρατούν μοναχικά πανό, πιστοί στη μέθοδο μαζικής προπαγάνδας τους. Δύο απ’ αυτούς που διαφωνούσαν μαζί μου, έχουν παραμείνει γκρούπα. Αν λοιπόν οι δικές μας ιδέες είχαν τον εκφυλισμό τους στην έκφραση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα, το αδιέξοδο των άλλων φαίνεται από το ότι το γκουπούσκουλο που ήταν τότε, παρέμεινε γκρουπούσκουλο μετά από 30 χρόνια. Σε ποιες μάζες απευθύνθηκε; Ποιόν έπεισε;

ΠΗΓΗ: «Ιός» / Ελευθεροτυπία, 9 Οκτ. 1997.

Ρεζίς Ντεμπρέ (Régis Debray)

Ο Ρεζίς Ντεμπρέ (Regis Debray) είναι γάλλος φιλόσοφος, πολιτικός μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο Παρίσι το 1941. Είναι γνωστός γιά την συμμετοχή του στην ομάδα ανταρτών του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία το 1967. Σπούδασε στην École Normale Supérieure του Παρισιού έχοντας καθηγητή τον κορυφαίο μαρξιστή θεωρητικό Λουί Αλτουσέρ. Στα τέλη του 1960 δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας, έχοντας έρθει σε προσωπική επαφή με τον Φιντέλ Κάστρο και με τον Τσε.

Συνελλήφθη στη Βολιβία τον Απρίλιο του 1967, λίγους μήνες πριν τη δολοφονία του Τσε. Καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλάκιση γιά την συμμετοχή του στην αντάρτικη ομάδα. Αποφυλακίστηκε το 1970 έπειτα από διεθνή καμπάνια υπέρ του στην οποία πήραν μέρος προσωπικότητες της εποχής, από τον Ζαν Πωλ Σαρτρ και τον Στρατηγό Τσαρλς Ντε Γκολ μέχρι τον Πάπα Ιωάννη-Παύλο ΙΙ. Οι απόψεις γιά την συνεισφορά του Ντεμπρέ στο Επαναστατικό κίνημα διίστανται, καθώς κάποιοι τον θεωρούν ως έναν απ’ τους θεωρητικούς θεμελιωτές της πολιτικής κληρονομιάς του Τσε και άλλοι ως λιποτάκτη που εγκατέλειψε γρήγορα τις επαναστατικές αρχές χάρην του σοσιαλδημοκρατικού ρεφορμισμού.

Έπειτα από την εκλογή του Φρανσουά Μιτεράν στην γαλλική προεδρία το 1981, ο Ντεμπρέ διορίστηκε σύμβουλος του επί θεμάτων εξωτερικής πολιτικής. Παραιτήθηκε το 1988, συνεχίζοντας όμως να κατέχει σημαντικές θέσεις στο ευρύτερο πολιτικό κατεστημένο της Γαλλίας.

Είναι συγγραφέας πλήθους βιβλίων με πρώτο το «Révolution dans la révolution?» (Επανάσταση στην Επανάσταση;) που εκδόθηκε το 1967.