Προδημοσίευση: «Τσε Γκεβάρα: Η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού» (του Κάρλος Ταμπλάδα)

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ:

Το εξώφυλλο του βιβλίου.
Το εξώφυλλο του βιβλίου.

«Τσε Γκεβάρα: Η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού». Συγγραφέας: Κάρλος Ταμπλάδα. Εκδόσεις: Διεθνές Βήμα, Αθήνα, 2014.

Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα ως κομμάτι της ηγεσίας της Κουβανικής Επανάστασης, χάραξε μια προοπτική προς την απελευθέρωση του κόσμου από το καπιταλιστικό σύστημα και όλες τις φρικαλεότητές του. Θέλησε να ανοίξει τον δρόμο ώστε οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες να ξεκινήσουν την μετάβαση προς μια κοινωνία, πιο δίκαιη και πιο ανθρώπινη, μια σοσιαλιστική κοινωνία, αλλάζοντας και οι ίδιοι μέσα από αυτή την διαδικασία.

Βασισμένο στις ομιλίες και τα γραπτά του Γκεβάρα της δεκαετίας του 1960, το βιβλίο αυτό εξετάζει την πρακτική και θεωρητική συμβολή του, και την επικαιρότητα της σκέψης του.

Για το βιβλίο αυτό απονεμήθηκε στον Κάρλος Ταμπλάδα το Ειδικό Βραβείο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα του οργανισμού Casa de las Americas το 1987. Έκτοτε το έργο έχει δημοσιευτεί σε 14 χώρες και 9 γλώσσες, σε μισό εκατομμύριο αντίτυπα.

«Ο Τσε πίστευε στον άνθρωπο. Αν δεν πιστεύουμε στον άνθρωπο, αν θεωρούμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα αδιόρθωτο ζωάκι, που μπορεί να πάει μπροστά μόνο αν το ταΐζεις χορτάρι ή το δελεάζεις με ένα καρότο ή το δέρνεις με μια μαγκούρα – όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος γι αυτό, δεν πρόκειται ποτέ να γίνει επαναστάτης δεν πρόκειται ποτέ να γίνει κομμουνιστής.» – Φιντέλ Κάστρο.

Ο Κάρλος Ταμπλάδα Πέρες (Carlos Tablada Pérez – Αβάνα 1948). Είναι πτυχιούχος στην Κοινωνιολογία και τηcarlos tablada Φιλοσοφία, διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών και ερευνητής στο Κέντρο Έρευνας της Παγκόσμιας Οικονομίας (CIEM), Αβάνα, Κούβα. Είναι μέλος της Εθνικής Ένωσης Συγγραφέων και Καλλιτεχνών της Κούβας (UNEAC), γραμματέας Ενημέρωσης και Εκδόσεων του Παγκόσμιου Φόρουμ για Εναλλακτικές Λύσεις (FMA), γενικός διευθυντής των εκδόσεων Ruth, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας. Ως επισκέπτης καθηγητής έχει διδάξει σε 155 πανεπιστήμια σε 33 χώρες. Το τελευταίο του βιβλίο είναι Η Ιστορία της Τράπεζας στην Κούβα, Τόμος 1, 2008, εκδόσεις La Colonia. Έχει δημοσιεύσει πολλά βιβλία και δεκάδες άρθρα και μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά. Του απονεμήθηκε το ειδικό Βραβείο Casa de las Americas, 1987, για το βιβλίο Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Το βιβλίο αυτό έχει γνωρίσει έως τώρα 33 εκδόσεις και δύο ανατυπώσεις σε 14 χώρες και σε 9 γλώσσες, σε μισό εκατομμύριο αντίτυπα μέχρι σήμερα.

Το έργο αυτό που εκδόθηκε αυτές τις μέρες από το Διεθνές Βήμα, ξεκίνησε να μεταφράζεται στην Αβάνα το Μάιο του 2012 και η επιμέλειά του ολοκληρώθηκε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2014. Οι 200 σελίδες της αρχικής έκδοσης του 1987 στα ισπανικά, κατέληξε σε 530 σελίδες στα ελληνικά, καθώς καθ’ υπόδειξη του συγγραφέα, προστέθηκε το νέο υλικό που είχε συμπεριληφθεί στις μετέπειτα εκδόσεις, και ορισμένοι πρόλογοι αυτών των εκδόσεων (της αμερικανίδας Μέρι-Αλις Γουότερς και των κουβανών Σέλια Μαρία Χαρτ Σανταμαρία και Αουρέλιο Αλόνσο). Περιλαμβάνεται επίσης η ιστορική ομιλία του Φιντέλ Κάστρο στην 20η επέτειο (1987) του θανάτου του Τσε που έχει ήδη εκδοθεί στα ελληνικά από το Διεθνές Βήμα σαν μέρος του βιβλίου «Ο Σοσιαλισμός και ο Άνθρωπος στην Κούβα». Τέλος εισαγωγή του βιβλίου είναι ένα κεφάλαιο του υπό έκδοση νέου βιβλίου του συγγραφέα με τίτλο «Ο μαρξισμός του Τσε».

Έτσι, με βάση την αρχική έκδοση του 1987, στο βιβλίο αποτυπώνεται η δυναμική της οικονομικής σκέψης του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στην διάρκεια αυτών των χρόνων, που επανέρχεται πάντα επίκαιρη, σε κάθε καμπή της ιστορίας της πάλης για την απελευθέρωση του ανθρώπου, υπογραμμίζοντας την αξία του έργου του νεαρού τότε Ταμπλάδα που αφιέρωσε την μισή μέχρι τότε ζωή του στην συγγραφή της μελέτης που εξέδωσε το 1987 και συνεχίζει ακάθεκτος να την επιβεβαιώνει εμπλουτίζοντάς την μέχρι σήμερα, 27 χρόνια μετά. Αν προσθέσουμε και τα 15 χρόνια που αφιέρωσε στην συγγραφή της πριν το 1987 μπορούμε αβίαστα να συμπεράνουμε ότι ο Ταμπλάδα αφιέρωσε ολόκληρη την μέχρι τώρα ζωή του στην μελέτη αυτής της σχετικά αθέατης πλευράς του Τσε, του πλούσιου θεωρητικού του έργου για τα ζητήματα της μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό που αποτελεί κληρονομιά και ανεκτίμητο όπλο για τους σημερινούς αγωνιστές που παλεύουν ενάντια στον ιμπεριαλισμό εμπνευσμένοι από τα κομμουνιστικά ιδανικά φιλοδοξώντας να χαράξουν τους νέους επαναστατικούς δρόμους.

Αντίθετα από ότι θα μπορούσε να πιθανολογήσει κανείς, η μακρόχρονη αυτή ενασχόληση του Ταμπλάδα δεν έγινε εκ του ασφαλούς, σε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον, στον ήλιο , στα χρώματα και στην μουσική της Καραϊβικής. Γιατί τόσο η διαδικασία διόρθωσης που σηματοδότησε την «κουβανική αντι-περεστρόικα» στα μέσα της δεκαετίας του 80, όσο και η Ειδική Περίοδος που ακολούθησε την διακοπή των οικονομικών σχέσεων με την τότε (για λίγο ακόμα) ΕΣΣΔ, ήταν επίσης χρόνια της φωτιάς για την Κούβα. Φωτιά που δυνάμωνε κάθε φορά και πιο πολύ την πλούσια κληρονομιά του Αργεντίνου. Κληρονομιά που ο Φιντέλ πάσχιζε με αγωνία να κατανοηθεί σε όλο το βάθος και την ουσία της , καθώς η εικόνα του ηρωικού αντάρτη αντικειμενικά την επικάλυπτε.

Το 2005 εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Αβάνα (και επανεκδόθηκε το 2012) η συλλογή Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Κριτικές Σημειώσεις στην Πολιτική Οικονομία . Σε αυτό το βιβλίο – μεταξύ άλλων – συμπεριλαμβάνονται οι σημειώσεις του Τσε με τις οποίες έκανε μια εκτενή κριτική ανασκευή στο τότε Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, γεγονός που έδωσε νέα ώθηση στις συζητήσεις στην Κούβα, για την Πολιτική Οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, συζητήσεις που ποτέ βέβαια, δεν σταμάτησαν στο νησί, όπως επίσης ποτέ δεν έγινε «εκτός μόδας» η μελέτη του Ταμπλάδα.

Ανακεφαλαιώνοντας, πιστεύουμε ότι, η επικαιροποημένη έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου του Ταμπλάδα δίνει στο αναγνώστη μια πρώτη, αλλά σχετικά ολοκληρωμένη γεύση της κουβανικής πολιτικής αντίληψης για τον σοσιαλισμό. Επιπλέον, δίνει λογικές απαντήσεις στις αιτίες αποσύνθεσης των καθεστώτων στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ενδεχομένως να ανοίγει και κάποιος δρόμους για την απάντηση του αδυσώπητου ερωτήματος των τελευταίων δεκαετιών, «Γιατί η Κούβα άντεξε ;».

Ιούνιος 2014,

Βαγγέλης Γονατάς.

** Το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα ευχαριστεί τους συντελεστές της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου για τη δυνατότητα προδημοσίευσης και την παροχή των σχετικών πληροφοριών για το ενδιαφέρον πόνημα. Οι απόψεις των υπογεγραμμένων άρθρων, κειμένων και κριτικών που δημοσιεύονται εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους.

Advertisements

El Pensamiento Economico de Ernesto Che Guevara / Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (Μέρος Τέταρτο)

ΜΕΡΟΣ ‘Δ (Συνέχεια από Μέρος ‘Γ).

«Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ» του οικονομολόγου Carlos Tablada Perez, εκδόσεις  Casa de las Americas 1987, CUBA.

Του Βαγγέλη Γονατά.

Η πορεία της Κούβας στα πλαίσια του σοσιαλιστικού στρατοπέδου (παρ ότι υπήρξε ιδρυτικό μέλος του «Κινήματος των Αδεσμεύτων») υπήρξε παράλληλη αλλά και αποκλίνουσα. Η  μελέτη αυτής της πορείας, αλλά και της κατάστασης στο εσωτερικό της Κούβας, βγάζει κάθε στιγμή, καλή ή κακή, την ανεξίτηλη σφραγίδα του Τσε. Το αλάνθαστο λαϊκό κριτήριο, έχει το ένστικτο να αναγνωρίζει στον ηγέτη τον δικό του άνθρωπο , τον άνθρωπο που θα ήθελε να είναι, τον Νέο Άνθρωπο που οραματίστηκε ο Τσε, και κατάφερε  να σκιαγραφήσει με την σκέψη, την δράση, και ιδιαίτερα την στάση και το προσωπικό   του παράδειγμα. Το σύνθημα  “estudio – trabajo – fusil” (σπουδές – δουλειά – ντουφέκι) θα περνάει σαν κόκκινη γραμμή την Κουβανική κοινωνία θυμίζοντας κάθε στιγμή τον Τσε.

Τον Απρίλη του 65 ο Τσε έχοντας αποδεσμευτεί από όλα τα κυβερνητικά καθήκοντα (όπως αποκαλύπτει ο Φιδέλ, ήταν ο μόνος όρος που είχε βάλει όταν τον ακολούθησε ) φεύγει από την Κούβα για να συμμετάσχει σε άλλα επαναστατικά κινήματα. Πεποίθησή του είναι ότι  ο πόλεμος με τον ιμπεριαλισμό είναι συνεχής και ενιαίος. Περνάει μερικούς μήνες στο Κογκό και επιστρέφει μυστικά στην Κούβα τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.  Το όραμά του για την επέκταση της επανάστασης στη Λατινική Αμερική (είχε ήδη συμμετάσχει  στην πολιτική δράση στη Γουατεμάλα  το 1954 όταν η CIA ανέτρεψε την κυβέρνηση Χ. Αρμπενζ) και πιθανόν η πεποίθησή του ότι η Κούβα, χώρα νησιωτική , θα ήταν πολύ δύσκολο να επιβιώσει χωρίς ένα επαναστατικό στήριγμα, μια χώρα σύμμαχο στην Λατινική Αμερική, τον ωθεί την Βολιβία τον Νοέμβριο του 1966. Παρ ότι η καρδιά του τον καλεί στην πατρίδα του την Αργεντινή, όπου έχει ήδη πέσει στην μάχη (1964) ο συμπατριώτης του Χόρχε Ρικάρντο Μασέτι, δημοσιογράφος και ιδρυτής του ειδησεογραφικού πρακτορείου Prensa Latina.

H Bολιβία,  δεν επελέγη τυχαία, υπήρχαν εκεί σοβαρές πιθανότητες   επαναστατικής ανάφλεξης. Η εκτέλεση εν ψυχρώ δεκάδων επαναστατών εργατικών ηγετών σε σύσκεψη προετοιμασίας  απεργίας, δείχνει ότι ο ιμπεριαλισμός είχε πάρει σοβαρό μάθημα από την Κούβα.  Επομένως η επαναστατική ομάδα που ταξίδεψε στην Βολιβία και προετοιμάστηκε μυστικά στην Κούβα, είχε σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας.  Παρ όλες τις αντιξοότητες και την εχθρική στάση της ηγεσίας του ΚΚ Βολιβίας στο εγχείρημα, αν  ο Tσε στην τελευταία μάχη, κατάφερνε να περάσει τον κλοιό του κυβερνητικού στρατού  και να πάει στην περιοχή που υπήρχαν ευνοϊκότεροι συσχετισμοί και σχετική οργάνωση τον αγροτικό πληθυσμό, η υπόθεση θα παιζόταν  σοβαρά. Εξ άλλου κάποιοι συμπολεμιστές του τα κατάφεραν και γύρισαν μετά από καιρό στην Κούβα. Όμως  ο Τσε -ουσιαστικά- έπεσε στην μάχη  (10/67). Ήταν μια πιθανότητα που πάντα υπήρχε, και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της επαναστατικής του ζωής  μαζί της. Έπεσε στη μάχη, και ταυτόχρονα άνοιξε το μεγαλύτερο κεφάλαιο της ζωής του.

Τα χρόνια που ακολούθησαν  τον ηρωικό θάνατο του Τσε, δεν υπήρξε επαναστατικό κίνημα σε όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα στην Λατινική Αμερική που να ζήτησε και να μην έλαβε κάθε βοήθεια  – και στρατιωτική – από την Κούβα. Ο  «Κουβανός» ταυτίστηκε με τον όρο Διεθνιστής. Στην Ελλάδα την δεκαετία του 80 συνηθίσαμε να λέμε  «Κουβανό», κάθε σύντροφο που ερχόταν να ενισχύσει από αλλού την δράση μιας οργάνωσης.

Κορυφαία  Κουβανική επιχείρηση διεθνιστικής βοήθειας, υπήρξε η αποστολή στρατευμάτων στην μακρινή Αγκόλα (κωδικό όνομα «Επιχείρηση Καρλότα»). Η κυβέρνηση της Κούβας ανταποκρίθηκε 2 φορές (1975,1987) στο αίτημα της νόμιμης κυβέρνησης για βοήθεια στην απόκρουση  της  Ζαΐρινής και Νοτιοαφρικανικής επίθεσης για την ματαίωση της διακήρυξης  ανεξαρτησίας και την κατάληψη της χώρας, ματαιώνοντας  τα ιμπεριαλιστικά σχέδια. Η Αγκόλα απελευθερώθηκε τελικά και οι ιμπεριαλιστές υποχρεώθηκαν να αποδεχθούν το αποτέλεσμα του πολέμου. Στον 12ετή αυτό πόλεμο, πολέμησαν πάνω από 55.000 Κουβανοί  και πάνω από 2.000 έπεσαν στην μάχη, κάνοντας την Κούβα σύμβολο του διεθνισμού και στην Αφρική. Την ίδια περίοδο η συμμετοχή των Σοβιετικών ήταν σε επίπεδο Συμβούλων στο Γενικό Επιτελείο  του στρατού της Αγκόλα και εννοείται, σε υλικό , επιμελητιακό , διπλωματικό επίπεδο που δεν ήταν καθόλου αμελητέο.

Η τελική μεγάλη μάχη του πολέμου έγινε στα τέλη του 1987 στο Κουίτο Καναβάλε. Ηδη η Αγκόλα είχε νικήσει από τα τέλη του 1975, όταν με την καθοριστική βοήθεια της Κούβας αποκρούστηκε απολύτως η ιμπεριαλιστική επίθεση, και εκδιώχθηκε κάθε στρατιώτης των επιτιθέμενων από το έδαφός της. Άρχισε η δεκαετία της διπλωματίας και της υποτιθέμενης ειρηνικής λύσης. Ακόμα και οι Σοβιετικοί πίεζαν έντονα για την απόσυρση των Κουβανικών στρατευμάτων φοβούμενοι τις αντιδράσεις των ΗΠΑ. Έτσι παρά τις σοβαρές αντιρρήσεις τους, οι Κουβανοί και η Κυβέρνηση της Αγκόλα, συμφωνούν σε πρόγραμμα μερικής απόσυρσης . Όταν ο Φιδέλ  επισκέπτεται την Αγκόλα τον Μάρτη του 1977 ήδη, 12.000 Κουβανοί στρατιώτες (το 1/3 των δυνάμεων) έχει επιστρέψει. Όμως παραμένουν σοβαρές δυνάμεις στο βασικό οροπέδιο της χώρας, 250 χιλ. από τα σύνορα της Ναμίμπια.

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Αγκόλα στάθηκε στα πόδια της, χάρη και στην επιμελητιακή  και οικονομική βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς  στις άλλες χώρες της περιοχής (Ναμίμπια, Ζιμπάμπουε , Νότια Αφρική) αναπτύχθηκε  η αντιαποικιακή πάλη.  Όμως στα τέλη του 1987 εξαπολύεται η τελική και σοβαρότερη ιμπεριαλιστική επίθεση από τις δυνάμεις της Νότιας Αφρικής που εισβάλουν και πάλι στην Αγκόλα.  Η κυβέρνηση της Αγκόλα ζητά εκ νέου στρατιωτική βοήθεια από την Κούβα.  Πέρα από κάθε πρόβλεψη, σε μια γιγαντιαία στρατιωτική επιχείρηση, ρισκάροντας ακόμα και την αμυντική θωράκιση της Κούβας, 40.000 Κουβανοί μαχητές, 600 άρματα μάχης, 1.000 αντιαεροπορικά, αεροπορικές δυνάμεις ΜIG-23 διασχίζουν τον Ατλαντικό και αποβιβάζονται στην Αγκόλα και συντρίβουν οριστικά τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στο Κουίτο Καναβάλε.  Για πρώτη φορά στην ιστορία, μια «τριτοκοσμική χώρα» διεξάγει μια τέτοια στρατιωτική επιχείρηση έξω από το έδαφός της και μάλιστα σε άλλη ήπειρο. Για τρίτη φορά σε στρατιωτικό επίπεδο (Επανάσταση , Κόλπος των Χοίρων, Αγκόλα) η μικρή Κούβα κάνει κίνηση ματ στην πανίσχυρη στρατιωτική ιμπεριαλιστική μηχανή. .  Έτσι εφαρμόστηκε με τον καλύτερο τρόπο από τους Κουβανούς, το Γκεβαρικό σύνθημα “fusil”  από το τρίπτυχο «estudio/σπουδές , trabajo/δουλειά , fucil / τουφέκι», σύνθημα  μέχρι σήμερα της Κομμουνιστικής νεολαίας της Κούβας.

Το  βάρος που έριξε  από την πρώτη στιγμή η Κουβανική επανάσταση στον παράγοντα άνθρωπο ήταν βασική θέση του Τσε, που εκφράζεται έντονα και στην οικονομική του σκέψη.  Η θεμελιώδης αντίθεση  για τα ηθικά ή υλικά κίνητρα , η θέση για  διαρκή μόρφωση και πολύπλευρη ειδίκευση του πληθυσμού  έχει φτιάξει 50 χρόνια μετά, το μοναδικό στον κόσμο Κουβανικό φαινόμενο ενός μορφωμένου και με υψηλή κουλτούρα λαού σε μια τόσο μικρή και με τόσο  οικονομικά προβλήματα χώρα. Η χώρα των 6.οοο γιατρών, που μετά την επανάσταση έφυγαν οι μισοί, είναι σήμερα η μεγαλύτερη «εξαγωγική δύναμη» γιατρών σε όλο τον κόσμο. Η χώρα που μόλις στα πρώτα χρόνια επαναστατικής εξουσίας εξάλειψε τον αναλφαβητισμό, σήμερα έχει παγκοσμίως το μεγαλύτερο ποσοστό πτυχιούχων ανώτατης εκπαίδευσης.  Η χώρα που ακόμα και σήμερα δεν έχει εξασφαλίσει την επάρκεια τροφίμων, έχει το μεγαλύτερο μέσο όρο ζωής και την μικρότερη παιδική θνησιμότητα από όλη την Λατινική Αμερική.

Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς το εκπαιδευτικό σύστημα στην Κούβα, καθώς έχει έντονη επιρροή –παρ ότι δείχνει άσχετο εκ πρώτης όψεως –  από την οικονομική σκέψη του Τσε. Δηλ.  της γενικής , διαρκούς εκπαίδευσης , μόρφωσης και ειδίκευσης σαν κινητήριο μοχλό και της οικονομίας.

Στα νηπιαγωγεία και στα δημοτικά σχολεία οι μικροί μαθητές εκτός από την βασική εκπαιδευτική ύλη που αντιστοιχεί σε κάθε φάση,  παίρνουν τις βάσεις για να ανακαλύψουν και αναπτύξουν πολλαπλές κλίσεις, δεξιότητες και ταλέντα. Μέσα από ομάδες δουλειάς κάνουν μουσική, χορό, έρχονται σε πρώτη επαφή με ποίηση, λογοτεχνία, γυμναστική και αθλήματα.    Μέσα στο  σχολείο τρώνε , κοιμούνται το μεσημέρι, και διαβάζουν. Γυρίζοντας σπίτι , βασικά έχει τελειώσει και η προετοιμασία τους (διάβασμα) για την επόμενη μέρα.

Το αντίστοιχο  με το δικό μας Γυμνάσιο είναι 3 χρόνια, και το αντίστοιχο Λύκειο 5. Αυτό που εμείς θα λέγαμε  «επαγγελματικό προσανατολισμό» αρχίζει από την 3η γυμνασίου, διαρκεί δηλ. 6 χρόνια, πριν το Πανεπιστήμιο.  Ο μαθητής επιλέγει μαθήματα κατεύθυνσης διαφόρων επιστημών ή ειδικοτήτων τα οποία στη συνέχεια μπορεί να συνεχίσει, να αφήσει ή να πάρει κι άλλα. Το καλοκαίρι στο πρόγραμμα διακοπών, περιλαμβάνεται μήνας πρακτική στις επιλεγείσες ειδικότητες σε αντίστοιχες επιχειρήσεις ή ιδρύματα.

Έτσι υλοποιείται λοιπόν μέχρι και σήμερα, το Γκεβαρικό σύνθημα “estudio” (σπουδές), βασικό στοιχείο – θα το επαναλάβουμε – της οικονομικής σκέψης του Τσε. Γιατί  η οικονομία δεν είναι κυρίως Λογιστική.

Πηγή: Sierra Maestra.

Προς υπεράσπιση του Τσε Γκεβάρα: Απαντώντας στα ψέματα και τις συκοφαντίες

Ο τίτλος είναι ίσως υπερβολικός. “Έχει ανάγκη υπεράσπισης μια ιστορική προσωπικότητα όπως ο Τσε;”, θα αναρωτηθούν ορισμένοι. Όχι. Τέσσερις και πλέον δεκαετίες όμως μετά τη δολοφονία του στη Βολιβία, η δράση του θρυλικού επαναστάτη συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο διαστρεβλώσεων (σκοπίμων ως επί το πλείστον) και ψευδολογιών με κύριο στόχο την σπίλωση της ιδεολογικής και πολιτικής του κληρονομιάς. Στο “παιχνίδι” αυτό της διάδοσης ψευδών πληροφοριών για τον Τσε έχουν μετάσχει αντικομμουνιστές όλων των ειδών (από την φασιστική ακροδεξιά μέχρι το “φιλελεύθερο” κέντρο), με πρωμετωπίδα ασφαλώς την συντηρητική αμερικανική δεξιά και την αντεπαναστατική κουβανική μαφία της Φλόριντα. Στο άρθρο που ακολουθεί γίνεται μια προσπάθεια αποδόμησης επτά ψευδολογημάτων που έχουν κατά καιρούς εμφανιστεί στο διαδίκτυο (αλλά και στον Τύπο) αναφορικά με τον Γκεβάρα. Σαρανταπέντε χρόνια μετά την άνανδρη δολοφονία του Τσε, η στοιχειοθετημένη και τεκμηριωμένη απάντηση στις ύπουλα δομημένες συκοφαντίες καθίσταται αναγκαία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου το σοσιαλιστικό όραμα του επαναστάτη αποκτά επίκαιρο νόημα και το παράδειγμα του συνεχίζει να φωτίζει το δρόμο όσων πιστεύουν σ’ έναν καλύτερο κόσμο.

Ψέμα 1ο: “Το ταξίδι του νεαρού Τσε και του φίλου του Αλμπέρτο Γκρανάδο στη Λατινική Αμερική είναι, ως επι το πλείστο, μύθος. Η μηχανή (Λα Ποδερόσα II) καταστράφηκε νωρίς και οι δύο αργεντίνοι έκαναν το ταξίδι τους με άλλα μέσα”.

Πρόκειται περί προφανέστατου ψεύδους. Το ταξίδι των νεαρών Γκεβάρα και Γκρανάδο στη Λατινική Αμερική έχει καταγράψει ο φωτογραφικός φακός. Φωτογραφίες των δύο αργεντίνων στη Χιλή, στο Περού, σε περιοχές των δύσβατων Άνδεων αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα. Επιπλέον, οι αναλυτικές – και συνάμα αφηγηματικού χαρακτήρα – ιδιόχειρες σημειώσεις του Γκεβάρα που αργότερα δημοσιεύθηκαν υπό τον τίτλο “Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας” (Diarios de Motocicleta) δίνουν σαφές στίγμα των εντυπώσεων που αποκόμησε από το μεγάλο αυτό ταξίδι. Τόσο ο Γκεβάρα, όσο και ο Γκρανάδο παλαιότερα σε αφηγήσεις του, έχουν καταγράψει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια πτυχές του ταξιδιού τους αναφερόμενοι σε ανθρώπους που γνώρισαν και συνομίλησαν, σε μέρη που επισκέπτηκαν αλλά και στην εθελοντική τους εργασία ως γιατροί στο λεπροκομείο του Σαν Πάμπλο. Το ταξίδι των Γκεβάρα-Γκρανάδο κατέληξε, έπειτα από επτά μήνες περιπλάνησης, στο Καράκας. Αποτέλεσε δε το έναυσμα της ιδεολογικο-πολιτικής συνειδητοποίησης του μεσοαστού αργεντίνου, ο οποίος είδε με τα ίδια του τα μάτια την ιμπεριαλιστική καταπίεση και εκμετάλλευση που κατέτρωγε τις “σάρκες” και “έπινε το αίμα” των λαών της λατινικής αμερικής.

Ψέμα 2ο: “Μετά την πτώση του Μπατίστα, ο Τσε αποφάσισε την εκτέλεση – χωρίς δικαίωμα υπεράσπισης – εκατοντάδων κουβανών αξιωματούχων του καθεστώτος”.

Είναι αλήθεια ότι ο Τσε είχε οριστεί υπεύθυνος για την απόδοση δικαιοσύνης απέναντι σε όσους είχαν αποδεδειγμένη συμμετοχή στο τυρρανικό καθεστώς του Μπατίστα, ή είχαν συνεργαστεί με αυτό συμβάλοντας άμεσα στην πολυετή καταπίεση του κουβανικού λαού. Είναι επίσης αλήθεια ότι πολλοί εξ’ αυτών εκτελέσθηκαν. Συνιστά όμως ύπουλο ψεύδος ο ισχυρισμός ότι οι εκτελεσθέντες ήταν, δήθεν, αθώοι. Γι’ αυτό παραπέμπουμε στα λόγια του βιογράφου του Τσε, του αμερικανού Τζον Λι Άντερσον: «Ακόμη να βρω κάποια έγκυρη πηγή που να αποδεικνύει ότι ο Τσε εκτέλεσε κάποιον ‘αθώο’. Αυτά τα άτομα που εκτελέστηκαν απ’ το Γκεβάρα, ή έπειτα από διαταγή του, καταδικάστηκαν γιά τα συνήθη εγκλήματα που επισύρουν τη θανατική ποινή σε περίοδο πολέμου ή μετά από πόλεμο: βασανισμούς, βιασμούς, δολοφονίες η προδοσία». [1] Συγκρατήστε το “σε περίοδο πολέμου” – η απόδοση δικαιοσύνης απέναντι στους εγκληματίες της δικτατορίας Μπατίστα ακολούθησε το θρίαμβο της Επανάστασης ο οποίος ήλθε μέσα από μακρά περίοδο βίαιων πολεμικών επιχειρήσεων.

Σε αυτό να σημειωθεί ότι η πενταετής έρευνα του Άντερσον δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στην Κούβα αλλά, επιπλέον, έλαβε πληροφοριες και από την κουβανική κοινότητα του Μαϊάμι, γνωστή για τα αντικομμουνιστικά, αντιγκεβαρικά της αισθήματα. Αυτοί που συνήθως κατηγορούν τον Τσε (και την επαναστατική κυβέρνηση της Κούβας εν γένει) για εκτελέσεις “αθώων” είναι οι ίδιοι που “ένειπταν τας χείρας τους” όταν η πολεμική μηχανή των ΗΠΑ, ή του ΝΑΤΟ, δολοφονούσε μαζικά άμαχο πληθυσμό στο Βιετνάμ, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, την Σερβία, τη Λιβύη και αλλού.

Ας δώσουμε το λόγο στον ίδιο τον Γκεβάρα: «…ήρθε η 1η Γενάρη 1959, και η Επανάσταση – πάλι χωρίς να σκεφτεί τα όσα είχε διαβάσει στα βιβλία αλλά ακούγοντας ότι της χρειαζόταν από τα χείλη του λαού – αποφάσισε πρώτα απ’ όλα να τιμωρήσει τους ενόχους, και το έπραξε. Οι αποικιακές δυνάμεις αμέσως παρουσίασαν την όλη ιστορία στα πρωτοσέλιδα τους σε όλο τον κόσμο ως δολοφονία, και αμέσως προσπάθησαν να κάνουν αυτό που προσπαθούν πάντα να κάνουν οι ιμπεριαλιστές: να ενσπείρουν τη διχόνοια. “Υπάρχουν εδώ κομμουνιστές που σκοτώνουν ανθρώπους” έλεγαν. Με προφάσεις και τετριμμένα επιχειρήματα προσπάθησαν να ενσπείρουν διχόνοια ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν πολεμήσει για τον ίδιο σκοπό». [2]

Η Επανάσταση δεν θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς την επιβολή της λαϊκής Δικαιοσύνης. Οι προδότες, οι δοσίλογοι είχαν σχεδόν πάντα αυτήν την τύχη, από τη γαλλική επανάσταση του 1789 μέχρι την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους Ναζί το 1945. Από την άλλη πλευρά, η γενναιοδωρία, παραδείγματος χάρη, των Σαντινίστας στη Νικαράγουα (που έδωσαν αμνηστία σε συνεργάτες της δικτατορίας του Σομόζα) είχε ολέθριες συνέπειες: παλιοί της εθνοφρουράς που αφέθηκαν ελεύθεροι συμμάχησαν με τις, υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ, αντεπαναστατικές δυνάμεις των Κόντρα και στράφηκαν κατά των Σαντινίστας.

Ψέμα 3ο:Ο Τσε Γκεβάρα ήταν ένας ψυχρός και ανελέητος δολοφόνος. Εκπαίδευσε αντάρτες οι οποίοι εκτέλεσαν αμάχους, ενώ δε δίσταζε να εκτελεί άμεσα συντρόφους του οι οποίο επεδείκνυαν λιποταξία”.

Είναι σαφές ότι οι χαρακτηρισμοί “ψυχρός”, “ανελέητος”, “δολοφόνος” κλπ, στοχεύουν αποκλειστικά στη δημιουργία εντυπώσεων. Και προφανώς εκστομίζονται από όσους δεν αντιλαμβάνονται – ή, ακόμη χειρότερα, παριστάνουν πως δεν αντιλαμβάνονται – το πλαίσιο στο οποίο διεξάγεται ένας ανταρτοπόλεμος ενάντια σε ένα τυρρανικό, διεφθαρμένο, φιλοιμπεριαλιστικό καθεστώς. Τόσο ο Γκεβάρα, όσο και οι υπόλοιποι πολεμιστές του αντάρτικου “Κινήματος της 26ης Ιούλη”, είχαν να αντιμετωπίσουν έναν άριστα εκπαιδευμένο στρατό που είχε πολλαπλάσια αριθμητική υπεροχή και σαφώς πιο εξελιγμένο οπλισμό. Ως εκ τούτου, είχαν υποχρέωση να επιδείξουν τη μέγιστη δυνατή πειθαρχία και την απαρέγκλητη προσήλωση τους στους νόμους της επανάστασης. Και πράγματι, σύμφωνα με το Γκεβάρα, μια ένοπλη επανάσταση δεν θα μπορούσε να πετύχει εάν δεν έχει εμποτιστεί με ταξικό μίσος – αυτό που οι αντάρτες, οι εξεγερμένοι, ο ίδιος ο λαός και οι σύμμαχοι του τρέφουν για τον εκμεταλλευτή κεφαλαιοκράτη, τον ιμπεριαλιστή, τον αποικιοκράτη και τους δειλούς αντεπαναστάτες.

Αντίθετα με όσα λένε και γράφουν οι εχθροί του Γκεβάρα, δεν υπάρχει ούτε ένα αξιόπιστα διασταυρωμένο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο Τσε έδωσε εντολή για εκτέλεση αμάχων. Τουναντίον, με την ιδιότητα του ως γιατρού, ο Γκεβάρα προσέφερε βοήθεια τόσο σε αιχμάλωτους στρατιώτες, όσο και στους ντόπιους χωρικούς στις περιοχές απ’ όπου πέρασε ο αντάρτικος στρατός. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, κατά τον κουβανικό ανταρτοπόλεμο, η οποιαδήποτε επίθεση (ακόμη και “παρενόχληση”) εναντίον άμαχου πληθυσμού απαγορεύονταν ρητά από τον επαναστατικό νόμο του Κινήματος της 26ης Ιούλη και η τιμωρία για τους παραβάτες ήταν η εσχάτη των ποινών.

Αλλά και στο αντάρτικο της Βολιβίας υπάρχουν σαφή δείγματα της συμπεριφοράς του Τσε απέναντι στους αντιπάλους που πολύ απέχει από τις ψευδολογίες που εξαπολύουν οι συκοφάντες του. Αντιγράφουμε απ’ το ημερολόγιο της Βολιβίας: «Πιάσαμε αιχμαλώτους δυο νέους κατασκόπους, έναν υπολογαχό των καραμπινιέρων κι έναν καραμπινιέρο. Τους διαβάσαμε την μπροσούρα και τους αφήσαμε ελεύθερους…». [3] Σε άλλο σημείο του ίδιου ημερολογίου διαβάζουμε πως ο Γκεβάρα, ευρισκόμενος σε λόγο με θέα το δρόμο παρατηρούσε δύο στρατιώτες σε ένα περαστικό καμιόνι. Ένιωσε οίκτο γι’ αυτούς που κρύωναν, τυλιγμένοι στις κουβέρτες τους. «Δεν βρήκα το θάρρος να τους ρίξω…» γράφει.

Ψέμα 4ο: “Ο Τσε Γκεβάρα επεδείκνυε ρατσιστικό μίσος κατά των ομοφυλόφιλων, πρωταγωνιστώντας στη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης”.

Ουδεμία ένδειξη υπάρχει ότι οι απόψεις – και κυρίως η δράση – του Τσε είχαν ως βάση ρατσιστικά (εθνοτικά, θρησκευτικά, σεξουαλικά, κλπ.) κριτήρια. Ως γνήσιος μαρξιστής-λενινιστής ο Τσε Γκεβάρα δρούσε με ταξικό κριτήριο. Ως εχθρό του, απέναντι του, είχε αποκλειστικά τον καταπιεστή, τον εκμεταλλευτή, τον ιμπεριαλιστή και τους συνηγόρους αυτών. Όταν αναφερόμαστε σε διακρίσεις κατά των ομοφυλόφιλων στην Κούβα του 1960 πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψη δύο βασικά πράγματα:

Πρώτον, το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αναφερόμαστε. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία οι κοινωνίες της εποχής δεν ήταν ακόμη έτοιμες να δεχθούν διαφοροποίησεις, ή αλλαγές, στα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα. Να θυμήσουμε ότι τη δεκαετία του ’60 στις “προοδευτικές” Ηνωμένες Πολιτείες γινόντουσαν διακρίσεις κατά των μαύρων οι οποίοι αντιμετωπίζονταν ως πολίτες β’ κατηγορίας. Στις πρώην ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, κλπ.) οι πολίτες προερχόμενοι από αφρικανικές και ασιατικές χώρες αποτελούσαν δουλοπάροικους των εκεί καπιταλιστικών συστημάτων, στην φτηνή εργασία των οποίων βασίστηκε η όποια κερδοφορία των κεφαλαιοκρατικών ελίτ.

Δεύτερον, τις συνθήκες τις οποίες είχε να αντιμετωπίσει η Επανάσταση ώστε να εδραιωθεί. Συνθήκες οι οποίες απαιτούσαν ιδιαίτερη προσοχή, κυρίως δε σε ζητήματα που αφορούσαν τη διαφθορά των επαναστατικών συνειδήσεων την οποία επιδίωκε ο διεθνής ιμπεριαλισμός. Ένα κομμάτι της κοινωνίας που, εκμεταλλευόμενος τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, επιχείρησε να στρέψει κατά της Επανάστασης ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός ήταν οι ομοφυλόφιλοι. Πρόκειται για τον ίδιο ιμπεριαλισμό που, στα προ-επαναστατικά χρόνια, είχε εγκαταστήσει στο νησί μια ολόκληρη βιομηχανία πορνείας προς τέρψην εύπορων αμερικανών. Χιλιάδες κουβανοί και κουβανές, όλων των σεξουαλικών προσανατολισμών, χρησιμοποιήθηκαν ως φτηνό εμπόρευμα από τη δικτατορία του Μπατίστα και τους βορειοαμερικανούς προστάτες της.

Δύο ερευνήτριες, οι Λούρδη Αργκουέλες και Μπ. Ρούμπι-Ριτς [4], που ασχολήθηκαν με το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας στην μετά-1959 περίοδο, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η κατάρρευση της παραοικονομίας (της πορνείας) μετά την εδραίωση της επανάστασης είχε ως αποτέλεσμα την προσπάθεια προσεταιρισμού των ομοφυλόφιλων από αντεπαναστατικές δυνάμεις του υποκόσμου. «Αρκετοί βετεράνοι της κουβανικής μαφίας στρατολογήθηκαν από την CIA μπαίνοντας στις τάξεις των αντεπαναστατών» γράφουν οι Αρκουέλες και Ριτς. Οι αντεπαναστάτες του υποκόσμου (που είχαν χάσει τα κέρδη τους με τον θρίαμβο της επανάστασης) ξεκίνησαν να προσεγγίζουν νεαρούς ομοφυλόφιλους με σκοπό να τους εντάξουν στο αντεπαναστατικό κίνημα που οργανώνονταν από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Ένα παράδειγμα τέτοιας στρατολόγησης είναι η περίπτωση του Ρολάντο Κουμπέλα, ομοφυλόφιλου φοιτητή ο οποίος είχε πολεμήσει στο πλευρό των επαναστατικών δυνάμεων κατά του Μπατίστα αλλά κατέληξε να στρατολογηθεί από την CIA με σκοπό τη δολοφονία του Κάστρο. Έτσι, τα παραθαλάσσια τουριστικά γκέι-μπαρ στην περιοχή Λα Ράμπα είχαν καταλήξει ουσιαστικά μετά το 1959 “γιάφκες” αντεπανάστασης. Ποιά πολιτική όφειλε λοιπόν να ασκήσει η επαναστατική κυβέρνηση προκειμένου να διαφυλάξει τα κεκτημένα της επανάστασης και να προστατεύσει το λαό;

Οι ομοφυλόφιλοι νέοι και νέες που στρατολογήθηκαν από την CIA αποτέλεσαν – και αυτοί όπως πολλοί άλλοι κουβανοί – “πιόνια” της ιμπεριαλιστικής εχθρότητας απέναντι στην Επανάσταση. Ας μην ξεχνάμε ότι υπήρξε ένας πολύ μεγάλος αριθμός ομοφυλόφιλων κουβανών, κυρίως προερχόμενος από την εργατική τάξη και τα χαμηλά λαϊκά στρώμματα, που ουδέποτε εγκατέλειψε την Κούβα – αντιθέτως, οι άνθρωποι αυτοί εργάστηκαν προκειμένου να ενσωματωθούν αρμονικά στην κουβανική κοινωνία προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο κοινό καλό της επανάστασης.

Ψέμα 5ο: Ο Τσε ήλπιζε ότι η Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα θα οδηγούσε σε πυρηνικό πόλεμο, χωρίς να υπολογίζει το κόστος των χαμένων ανθρώπινων ζωών.

Το επιχείρημα αυτό αποτελεί σκόπιμη διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων, παίρνοντας αφορμή από μια φράση του Τσε λίγο καιρό μετά το τέλος της Κρίσης των Πυραύλων. Ο Γκεβάρα είχε δηλώσει τότε: «Είναι το εκπληκτικό παράδειγμα ενός λαού έτοιμου να διαλυθεί από ατομική έκρηξη προκειμένου οι στάχτες του να γίνουν τσιμέντο για τις νέες κοινωνίες και, την στιγμή που το κάνει αυτό, μια συμφωνία αποφασίζει την απόσυρση των ατομικών πυραύλων χωρίς να ζητηθεί η γνώμη του, κι ο λαός αυτός δεν αναισαίνει από ανακούφιση» [5]. Η διαστρέβλωση έγκειται στην λανθασμένη ερμηνεία των λεγομένων του Τσε. Ο Γκεβάρα, μέσα από την υπερβολή της παραπάνω φράσης, στρέφονταν ουσιαστικά κατά της τότε σοβιετικής ηγεσίας του Χρουστσώφ η οποία στήριξε τους διπλωματικούς της ακροβατισμούς στις πλάτες της επαναστατικής κουβανικής κυβέρνησης. Ως υπέρμαχος του ότι “κάθε άσκοπη θυσία θα πρέπει να αποφεύγεται”, ο Τσε ήταν μακριά από αυτοκτονικού τύπου αντιλήψεις οι οποίες θα απέβαιναν μοιραίες. Η θυσιαστική του αντίληψη ως αντάρτη πολεμιστή (θυσία σε προσωπικό επίπεδο, σε κάθε τομέα της ζωής, με στόχο την επιβίωση και εν τέλει την πραγμάτωση της επανάστασης) πρέπει να ερμηνεύεται στα δεδομένα ιστορικά και πολιτικά πλαίσια της εποχής αλλά και τις αντικειμενικές συνθήκες υπό τις οποίες θριάμβευσε και εδραιώθηκε η κουβανική Επανάσταση.

Ψέμα 6ο: Ως υπουργός βιομηχανίας ο Τσε απέτυχε παταγωδώς σε όλες τις πρωτοβουλίες που πήρε για την κουβανική οικονομία.

Ο Τσε δεν ήταν οικονομολόγος. Όντας μέλος του “Κινήματος της 26ης Ιούλη” και έχοντας συνεισφέρει τα μέγιστα στον θρίαμβο της Επανάστασης το 1959, ο Γκεβάρα ανέλαβε συγκεκριμένα πολιτικά πόστα έπειτα από πρόταση του Φιντέλ Κάστρο. Το έργο που είχε να επιτελέσει η επαναστατική κυβέρνηση της Κούβας ήταν πρακτικά τιτάνιο, έχοντας “κληρονομήσει” από το δικτάτορα Μπατίστα μια υποανάπτυκτη παραγωγικά χώρα, με κολοσσιαίες κοινωνικές ανισότητες και διαλυμένη οικονομία. Ορισμένα στατιστικά στοιχεία μιλούν απο μόνα τους: 91% των σπιτιών της επαρχίας δεν είχε επαρκή ηλεκτρισμό, 45% του πληθυσμού της επαρχίας δεν είχε μόρφωση (44% εξ’ αυτών δεν είχε πάει ποτέ σχολείο), για 2.000 άτομα αναλογούσε ένας γιατρός, 27% των παιδιών στις πόλεις και 61% στην επαρχία δεν πήγαιναν σχολείο, το 73% της καλλιεργήσιμης γης αποτελούσε ιδιοκτησία μιας χούφτας (9% των γεωκτημόνων) εύπορων αμερικανών επιχειρηματιών. Σε όλα αυτά να προστεθεί ο οικονομικός αποκλεισμός και τα άμεσα μέτρα απομόνωσης του νησιού που έλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες το 1960, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια εξαγωγών στην επαναστατική κυβέρνηση Κάστρο.

Πέραν των στρατιωτικών και διπλωματικών καθηκόντων του, ο Τσε ανέλαβε αρχικά επικεφαλής του τομέα Βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης (INRA). Στα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν στην Κούβα συντελέστηκε μια γενναία αναδιανομή γης (δήμευση των “λατιφουντίων” και πολυεθνικών, εθνικοποίηση αγροτικών και κτηνοτροφικών ράντσων, διανομή περισσότερου από 1 εκατομμύριο εκτάρια γης σε 100.000 αγρότες) στο πλαίσιο της περίφημης αγροτικής μεταρρύθμισης για την οποία ο Γκεβάρα εργάστηκε εντατικά και της οποίας υπήρξε θερμός υποστηρικτής. Αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης ήταν η σαφής βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των κουβανών της επαρχίας, η ρευματοδότηση των κατοικιών και η δημιουργία υποδομών, σχολείων και κλινικών.

Κατά τη θητεία του Τσε ως επικεφαλής του τομέα Βιομηχανίας στο INRA και ως προέδρου της Εθνικής Τράπεζας, όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και το 84% της βιομηχανίας της Κούβας κοινωνικοποιήθηκαν – πέρασαν στον έλεγχο του κράτους. Η νέα επαναστατική κυβέρνηση έπρεπε να λύσει με αποτελεσματικό τρόπο τη μετάβαση από την διαλυμένη ιδιωτική οικονομία στην κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και της βιομηχανίας. Κατά την πενταετή ενασχόληση του Γκεβάρα με την προσπάθεια εκβιομηχανοποίησης της χώρας, η κουβανική βιομηχανία άρχισε να μεγαλώνει, να διευρύνεται και να σταθεροποιείται, κυρίως ως αποτέλεσμα της κινητοποίησης του ανθρώπινου παράγοντα (εργατικού δυναμικού) στον οποίο ο Τσε πίστευε ακράδαντα. Ασφαλώς, η οικονομική σκέψη του Τσε Γκεβάρα παραμένει μέχρι και σήμερα αντικείμενο υπό μελέτη, δεδομένων των διαφωνιών που ο ίδιος εξέφρασε γραπτά με την σοβιετική αντίληψη περί πολιτικής οικονομίας που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Η βρετανίδα συγγραφέας και ερευνήτρια Έλεν Γιάφε (Helen Yaffe) έχει ασχοληθεί εκτενώς με την οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε στα πρώτα χρόνια της επανάστασης στην Κούβα [6]. Σύμφωνα με την Γιάφε, ως υπουργός βιομηχανίας ο Τσε δημιούργησε εννέα ερευνητικά και αναπτυξιακά κέντρα τα οποία μελετούσαν οτιδήποτε σχετίζονταν με την εκβιομηχάνιση της χώρας: από μηχανισμούς αύξησης της παραγωγής ζάχαρης μέχρι την παραγωγή νικελίου, την ανίχνευση πηγών πετρελαίου, τη χημική βιομηχανία και την έρευνα στις νέες τεχνολογίες (την εποχή εκείνη υπήρχε ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής σε όλο το νησί). Ο Τσε εισήγαγε την ψυχολογική υποστήριξη (για το εργατικό δυναμικό αλλά και τους προϋσταμένους του) ως εργαλείο βελτίωσης της παραγωγικής δυνατότητας, σχεδίασε και οργάνωσε έναν λογικό μηχανισμό κλιμακούμενης μισθοδοσίας, υποστήριξε ένθερμα την αυτοοργάνωση των εργατών στο πλαίσιο της κολεκτιβοποίησης της εργασίας (κυρίως στις αγροτικές περιοχές), εισήγαγε για τις επιχειρήσεις το καινοτόμο “Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού” (ένα συγκεντρωτικό όργανο διαχείρησης διαφορετικό από αυτό της τότε ΕΣΣΔ) το οποίο στόχευε στην πρακτική αναθεώρηση της σοβιετικής αντίληψης περί του μαρξιστικού “νόμου της αξίας”. Σύμφωνα με την Δρ. Γιάφε “μέσα σε έξι ταραγμένα χρόνια ο Τσε έκανε μια αλησμόνητη συνεισφορά στην κουβανική οικονομία”.

Πέρα από το καθαρά πρακτικό σκέλος των πολιτικών που εφαρμόστηκαν επί υπουργίας του Γκεβάρα, η οικονομική θεωρία που ανέπτυξε ο Τσε (μέσα και από τη μελέτη της μαρξιστικής-λενινιστικής πολιτικής οικονομίας) έδειξε το δρόμο μιας εναλλακτικής σοσιαλιστικής οικονομίας η οποία δεν “αντιγράφει” τους καπιταλιστικούς νόμους παραγωγής. Η κριτική του Τσε απέναντι στην σοβιετική πολιτική οικονομία (σωστή ή λάθος, η ιστορία θα αποφανθεί) υπήρξε ουσιαστικά προάγγελος της σταδιακής κατάρρευσης των οικονομικών συστημάτων του ανατολικού μπλοκ δύο και πλέον δεκαετίες μετά το θάνατο του. Επομένως, στην αποδεδειγμένα σημαντική συνεισφορά του στην εκβιομηχάνιση της επαναστατικής Κούβας θα πρέπει να προστίθεται και η θεωρητική του συμβολή στην κατεύθυνση ενός οικονομικού συστήματος με πυρήνα τον άνθρωπο, πραγματική ενσάρκωση των ιδεών του Μαρξ και του Ένγκελς.

Ψέμα 7ο: Ο Τσε εγκατέλειψε την Κούβα το 1965, όχι για να ενισχύσει τον αγώνα άλλων λαών για την ελευθερία, αλλά διότι είχε αποτύχει στην προσωπική του ζωή, έχοντας άστατο οικογενειακό βίο, δεκάδες ερωμένες και “νόθα” τέκνα.

Πρόκειται ασφαλώς για μη πολιτικό επιχείρημα που στοχεύει στην σπίλωση του Γκεβάρα σε προσωπικό επίπεδο. Η πραγματικότητα είναι ότι ο Τσε, παρ’ ότι αφιερωμένος στους σκοπούς της επαναστατικής του δραστηριότητας, υπήρξε στοργικός σύζυγος και πατέρας. Παντρεύτηκε δύο φορές, την πρώτη την περουβιανή Ίλντα Γκαντέα και τη δεύτερη την κουβανή Αλέιδα Μαρτς. Απέκτησε συνολικά πέντε παιδιά (Ιλντίτα Μπεατρίζ, Αλέιδα, Καμίλο, Σέλια, Ερνέστο). Δεν υπάρχει ουδεμία βάσιμη ένδειξη ότι ο Τσε απέκτησε παιδιά πέραν αυτών με τις δύο συζύγους του. Στο βιβλίο της “Αναπόληση” [7], η Αλέιδα Μαρτς περιγράφει έναν άνδρα που αν και βρίσκονταν στη δίνη της επανάστασης (έχοντας περάσει τρία δύσκολα χρόνια στον ανταρτοπόλεμο και έχοντας αναλάβει διοικητικά πόστα στην επαναστατική κυβέρνηση) διατηρούσε στο ακέραιο το ενδιαφέρον του για την διαπαιδαγώγηση των παιδιών του, τα οποία λόγω υποχρεώσεων δεν έβλεπε όσο συχνά θα ήθελε. Αξίζει να σημειωθεί ότι ούτε η πρώτη σύζυγος του Τσε, η Ίλντα Γκαντέα, ούτε η Μαρτς έχουν αναφέρει το παραμικρό περιστατικό άστατης προσωπικής ζωής του Γκεβάρα.

Ο Τσε Γκεβάρα ήταν υπέρμαχος μιας αυστηρά πειθαρχημένης (στους σκοπούς της επανάστασης) ζωής, την οποία απαιτούσε να έχουν οι σύντροφοι και συναγωνιστές του. Πρώτα απ’ όλα όμως, την εφάρμοζε ο ίδιος στον εαυτό του, δίνοντας το παράδειγμα σε όσους έζησαν δίπλα του. Παρά το γεγονός ότι πτυχές της προσωπικής του ζωής ενδέχεται να μην τις μάθουμε ποτέ, η προσωπικότητα και ο πειθαρχημένος χαρακτήρας του επαναστάτη μαρξιστή Γκεβάρα δεν άφηναν σε καμία περίπτωση πολλά περιθώρια για άστατο βίο και πομπώδεις παρεκτροπές.

Νικόλαος Μόττας.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] The Legacy of Che, PBS NewsHour, 20 Νοεμβρίου 1997.

[2] Ομιλία κατα την έναρξη του Πρώτου Συνεδρίου Λατινοαμερικανικής Νεολαίας, 28 Ιούλη 1960.

[3] El Diario del Che En Bolivia, Αβάνα 1968.

[4] Lourdes Arguelles and B. Ruby Rich (1984), “Homosexuality, Homophobia, and. Revolution: Notes toward an. Understanding of the Cuban. Lesbian and Gay Male. Experience”.

[5] “Tactique et strategie de la revolution latino-americaine”, αναφορά στο άρθρο στο βιβλίο “Ernesto Guevara, connu aussie comme le Che” του Paco Ignacio Taibo II.

[6] Helen Yaffe, “Che Guevara: The Economics of Revolution”, Palgrave-McMillan / Δείτε επίσης “Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Ένας επαναστάτης ενάντια στην Σοβιετική πολιτική οικονομία”.

[7] Αλεϊδα Γκεβάρα-Μαρτς (μτφ. Βασιλική Κνήτου), Αναπόληση: Η ζωή μου με τον Τσε, εκδ. Ψυχογιός, 2007.

Πώς έβλεπε ο Τσε τον Σοσιαλισμό

Του Μισέλ Λεβί.

Από την επιτυχία της κουβανικής επανάστασης, το 1959, μέχρι το 1967, η σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα εξελίχτηκε. Αν και οι κεντρικοί άξονες της πολιτικής του θεωρίας και πρακτικής παρέμειναν η χειραφέτηση της Λατινικής Αμερικής και ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό σε παγκόσμιο επίπεδο, από το 1963 και μετά τον απασχολούσε η άσκηση κριτικής στο αδιέξοδο όπου οδηγούσαν τα συστήματα της Ανατολικής Ευρώπης.

Ο Τσε Γκεβάρα απομακρυνόταν ολοένα και περισσότερο από τις αρχικές αυταπάτες του για την ΕΣΣΔ και τον σοβιετικού τύπου μαρξισμό. Σε επιστολή του, το 1965, προς τον φίλο του Αρμάντο Χαρτ (τον κουβανό υπουργό Πολιτισμού), κατακρίνει σκληρά τον « ιδεολογικό μιμητισμό » που έχει κάνει την εμφάνισή του στην Κούβα με την έκδοση σοβιετικών εγχειριδίων για τη διδασκαλία του μαρξισμού.

Εκείνη την εποχή, την άποψή του συμμερίζονταν οι Μαρτίνεζ Χερέντια, Ορέλιο Αλόνσο και ο κύκλος τους στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Αβάνας, οι οποίοι εξέδιδαν την επιθεώρηση « Pensiamento critico ». Τα εγχειρίδια, τα οποία αποκαλούσε « σοβιετικά τούβλα », « έχουν το μειονέκτημα ότι δεν σε αφήνουν να σκεφτείς : το Κόμμα το έχει ήδη κάνει για σένα, κι εσύ οφείλεις να τα χωνέψεις » [1], έγραφε. Είναι ξεκάθαρο ότι αναζητεί ένα νέο μοντέλο, για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, πιο ριζοσπαστική, πιο εξισωτική, πιο αλληλέγγυα.

Το έργο του « Τσε » δεν είναι ένα στεγανό σύστημα που έχει απάντηση για όλα : για πολλά ζητήματα (τη σοσιαλιστική δημοκρατία, τον αγώνα ενάντια στη γραφειοκρατία) η συλλογιστική του παραμένει ατελής και εξαιτίας του θανάτου του, το 1967. Ο Μαρτίνεζ Χερέντια έχει δίκιο να υπογραμμίζει : « το ανολοκλήρωτο της σκέψης του Τσε […] παρουσιάζει και θετικές όψεις. Ο μεγάλος διανοητής είναι παρών, δείχνοντάς μας προβλήματα και δρόμους […] απαιτώντας από τους συντρόφους του να σκέφτονται, να μελετούν, να συνδυάζουν τη θεωρία με την πράξη. Είναι αδύνατον, όταν αποδέχεσαι πραγματικά τη σκέψη του, να τη μετατρέψεις σε δόγμα ή σε θεωρητικό προπύργιο […] τσιτάτων και συνταγών » [2].

Μεταξύ 1960 και 1962, ο Γκεβάρα έτρεφε πολλές ελπίδες για τις « αδελφές χώρες » του « υπαρκτού σοσιαλισμού ». Ύστερα από μερικές επισκέψεις στην ΕΣΣΔ και την Αν. Ευρώπη, και μετά την εμπειρία των πρώτων χρόνων της μετάβασης προς τον σοσιαλισμό στην Κούβα, άρχισε να γίνεται επικριτικός. Η απόκλιση των απόψεών του εκφράστηκε δημόσια σε πολλές περιπτώσεις, κυρίως στον διάσημο « Λόγο του Αλγερίου » το 1965. Όμως, ήδη από την περίοδο 1963-1964, κατά τη διάρκεια του μεγάλου δημόσιου διαλόγου για την οικονομία στην Κούβα, έγινε αισθητή η απόπειρά του να διατυπώσει μια καινούρια προσέγγιση του σοσιαλισμού.

Τα « τούβλα » από την ΕΣΣΔ.

Ο συγκεκριμένος διάλογος είχε οδηγήσει σε αντιπαράθεση τους οπαδούς ενός είδους « σοσιαλισμού της αγοράς » όπου θα υπήρχε αυτονομία των επιχειρήσεων και επιδίωξη της οικονομικής αποτελεσματικότητας, όπως συνέβαινε στην ΕΣΣΔ, και του Γκεβάρα, ο οποίος υποστήριζε έναν κεντρικό σχεδιασμό, βασισμένο σε κοινωνικά, πολιτικά και ηθικά κριτήρια : αντί για πριμ παραγωγικότητας και τιμές καθορισμένες από την αγορά, πρότεινε να παρέχονται δωρεάν ορισμένα αγαθά και υπηρεσίες. Ωστόσο, στις παρεμβάσεις ο Τσε δεν προσδιόριζε με σαφήνεια ποιος θα ελάμβανε τις θεμελιώδεις οικονομικές αποφάσεις. Με άλλα λόγια, ετίθετο το ζήτημα της δημοκρατίας στο σχεδιασμό. Πάνω σε αυτό το θέμα, όπως και σε αρκετά άλλα, ορισμένα ανέκδοτα έως τώρα κείμενα του Γκεβάρα, που δόθηκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα στην Κούβα, ανοίγουν νέες προοπτικές.

Πρόκειται για τις « Κριτικές σημειώσεις » του Τσε στο Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ (έκδοση του 1963 στα ισπανικά) -ένα από τα « τούβλα » που ανέφερε στην επιστολή του προς τον Χαρτ- οι οποίες συντάχθηκαν κατά την παραμονή του στην Τανζανία και κατόπιν, κυρίως, στην Πράγα, τη διετία 1965-1966. Δεν μιλάμε για βιβλίο, ούτε καν για δοκίμιο, αλλά για μια συλλογή αποσπασμάτων του σοβιετικού έργου, τα οποία συνοδεύονται από σχόλια, συχνά αιχμηρά και ειρωνικά [3].

Περιμέναμε την έκδοση αυτού του ντοκουμέντου εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Για δεκαετίες έμεινε « εκτός κυκλοφορίας » : η μόνη παραχώρηση ήταν να αφήσουν μερικούς κουβανούς ερευνητές να το μελετήσουν και να δημοσιοποιήσουν ορισμένα αποσπάσματα [4]. Χάρη στη Μαρία ντελ Κάρμεν Αριέτ Γκαρσία, του Κέντρου Μελετών Τσε Γκεβάρα της Αβάνας, βρίσκεται σήμερα στη διάθεση όλων των ενδιαφερόμενων. Η διευρυμένη έκδοση περιέχει και διάφορα άλλα ανέκδοτα κείμενα : μια επιστολή στον Φιντέλ Κάστρο, γραμμένη τον Απρίλιο του 1965, η οποία χρησιμεύει ως πρόλογος του βιβλίου, σημειώσεις πάνω σε κείμενα του Μαρξ και του Λένιν, μια επιλογή των πρακτικών των συζητήσεων ανάμεσα στον Γκεβάρα και τους συνεργάτες του στο υπουργείο Βιομηχανίας (1963-1965), τα οποία εν μέρει είχαν ήδη εκδοθεί τη Γαλλία και την Ιταλία τη δεκαετία του 1970, επιστολές σε διάφορες προσωπικότητες (Πολ Σουίζι, Σαρλ Μπετελέμ), αποσπάσματα μιας συνέντευξης στο αιγυπτιακό περιοδικό « Al Taliah » (Απρίλιος 1965).

Το έργο εκφράζει παράλληλα την ανεξαρτησία πνεύματος του Γκεβάρα, την κριτική αποστασιοποίησή του από τον « υπαρκτό σοσιαλισμό », καθώς και την αναζήτηση ενός ριζοσπαστικού δρόμου. Δείχνει επίσης και τα όρια της συλλογιστικής του.

Ας αρχίσουμε από τα τελευταία : Ο Τσε, μέχρι εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή -δεν γνωρίζουμε αν η ανάλυσή του προχώρησε κατά τη διάρκεια της διετίας 1966-1967- δεν έχει κατανοήσει το πρόβλημα του σταλινισμού. Αποδίδει τα αδιέξοδα που παρατηρήθηκαν στην ΕΣΣΔ τη δεκαετία του 1960, στη… Νέα Οικονομική Πολιτική του Λένιν ! Βέβαια, σκέφτεται ότι, εάν ο Λένιν είχε ζήσει περισσότερο -« διέπραξε το σφάλμα να πεθάνει », παρατηρεί με χιούμορ- θα είχε διορθώσει εκείνες τις επιπτώσεις της που οδήγησαν στα μεγαλύτερα πισωγυρίσματα. Παραμένει πεπεισμένος ότι η εισαγωγή καπιταλιστικών στοιχείων από τη Νέα Οικονομική Πολιτική οδήγησε σε βαθύτατες παρεκκλίσεις, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση του καπιταλισμού, η οποία παρατηρήθηκε στην ΕΣΣΔ το 1963.

Καμία από τις κριτικές σημειώσεις του για τη Νέα Οικονομική Πολιτική δεν στερείται ενδιαφέροντος. Μερικές φορές συμπίπτουν με εκείνες που διατύπωσε η αριστερή αντιπολίτευση (στην ΕΣΣΔ) την περίοδο 1925-1927 : για παράδειγμα, όταν διαπιστώνει ότι « τα στελέχη του κόμματος συμμάχησαν με το σύστημα, δημιουργώντας μια προνομιούχο κάστα ». Όμως, η ιστορική υπόθεση που καθιστά τη Νέα Οικονομική Πολιτική υπεύθυνη για τις φιλοκαπιταλιστικές τάσεις στην ΕΣΣΔ του Λεονίντ Μπρέζνιεφ, προφανώς ελάχιστα στέκει. Όχι ότι ο Γκεβάρα αγνοούσε τον ολέθριο ρόλο του Στάλιν… Σημειώνει κάπου, με εντυπωσιακή ακρίβεια : « Το τρομερό ιστορικό έγκλημα του Στάλιν υπήρξε το γεγονός ότι περιφρόνησε την κομμουνιστική εκπαίδευση και καθιέρωσε την απεριόριστη λατρεία της εξουσίας ». Αν και δεν πρόκειται για ανάλυση του σταλινικού φαινομένου, είναι ήδη εμφανής η κατηγορηματική του απόρριψη από τον Τσε.

Σοσιαλιστικός επεκτατισμός

Στον « Λόγο του Αλγερίου », ο Γκεβάρα απαιτούσε από τις χώρες που αυτοπροσδιορίζονταν ως σοσιαλιστικές να θέσουν τέρμα « στη σιωπηρή συνενοχή τους με τις χώρες των εκμεταλλευτών, τις δυτικές χώρες ». Αυτή η πρακτική εκφραζόταν μέσα από τους άνισους όρους ανταλλαγών με τους λαούς που αγωνίζονταν ενάντια στον ιμπεριαλισμό [5]. Το ζήτημα επανέρχεται πολλές φορές στις « Κριτικές σημειώσεις » του στο σοβιετικό εγχειρίδιο. Ενώ οι συγγραφείς του επίσημου έργου εξυμνούν την « αμοιβαία βοήθεια » ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες, ο πρώην υπουργός Βιομηχανίας της Κούβας είναι υποχρεωμένος να διαπιστώσει ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα : « Εάν ο προλεταριακός διεθνισμός πρωτοστατούσε στις ενέργειες των κυβερνήσεων κάθε σοσιαλιστικής χώρας, (…) αυτό θα αποτελούσε μεγάλη επιτυχία. Όμως, ο διεθνισμός έχει αντικατασταθεί από τον σοβινισμό (της υπερδύναμης ή της μικρής χώρας) ή από την υποταγή στην ΕΣΣΔ (…). Αυτή η κατάσταση πληγώνει όλα τα τίμια όνειρα των κομουνιστών σε ολόκληρο τον κόσμο ».

Μερικές σελίδες παρακάτω, σε ένα ειρωνικό σχόλιο για τον τρόπο με τον οποίο το εγχειρίδιο εξυμνούσε τον καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες, ο οποίος υποτίθεται ότι στηριζόταν στην « αδελφική συνεργασία », ο Γκεβάρα παρατηρεί : « Η σφηκοφωλιά της Κομεκόν [6] διαψεύδει αυτόν τον ισχυρισμό στην πράξη. Το κείμενο αναφέρεται σε μια ιδανική κατάσταση η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα με την εφαρμογή στην πράξη του προλεταριακού διεθνισμού, ωστόσο, σήμερα αυτός είναι αξιοθρήνητα απών ». Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται κι ένα άλλο απόσπασμα, στο οποίο διαπιστώνει με πικρία ότι στις σχέσεις των χωρών που υποστηρίζουν ότι είναι σοσιαλιστικές συναντάμε « φαινόμενα επεκτατισμού, ετεροβαρών ανταλλαγών, ανταγωνισμού, έως και κάποιον βαθμό εκμετάλλευσης, και οπωσδήποτε την υποταγή των ασθενέστερων κρατών στα ισχυρότερα ».

Τέλος, όταν το εγχειρίδιο μιλάει για την « οικοδόμηση του σοσιαλισμού » στην ΕΣΣΔ, η κριτική του Τσε θέτει το ρητορικό ερώτημα : « Μπορούμε να οικοδομήσουμε τον σοσιαλισμό σε μια μονάχα χώρα ; » Μια άλλη παρατήρηση κινείται έχει παρόμοια αφετηρία : ο Τσε διαπιστώνει ότι ο « Λένιν είχε διατρανώσει απερίφραστα τον παγκόσμιο χαρακτήρα της επανάστασης, πράγμα που στη συνέχεια διαψεύστηκε ». Πρόκειται για μια ξεκάθαρη αιχμή προς την « οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια μονάχα χώρα » [7].

Στις περισσότερες κριτικές του Γκεβάρα αντιστοιχούν οικονομικά κείμενά του της διετίας 1963-1964 : υπεράσπιση του κεντρικού σχεδιασμού ενάντια στον νόμο της αξίας και ενάντια στα αυτόνομα εργοστάσια που λειτουργούν με τους κανόνες της αγοράς. Ανησυχεί επίσης για τα πριμ που χορηγούνται ως υλικό κίνητρο στους διευθυντές των εργοστασίων, καθώς θεωρεί ότι αποτελούν όχημα διαφθοράς. Ο Γκεβάρα υπερασπίζεται το σχεδιασμό ως κεντρικό άξονα της διαδικασίας της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, επειδή « απελευθερώνει το ανθρώπινο ον από την κατάσταση του οικονομικού πράγματος ». Ωστόσο, αναγνωρίζει στην επιστολή του προς τον Φιντέλ ότι στην Κούβα « οι εργαζόμενοι δεν συμμετέχουν στη σύνταξη του πλάνου ».

Ποιος πρέπει να εκπονεί τον σχεδιασμό ;

Ο διάλογος της περιόδου 1963-1964 δεν είχε δώσει απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Στις « Κριτικές σημειώσεις » του 1965-1966 βρίσκουμε πολύ πιο ενδιαφέρουσες και πιο προωθημένες απόψεις : ορισμένα αποσπάσματα θέτουν ξεκάθαρα την αρχή της λήψης των αποφάσεων για τα μεγάλα οικονομικά ζητήματα από τον ίδιο τον λαό. Οι μάζες, γράφει ο Τσε, οφείλουν να συμμετέχουν στην εκπόνηση του πλάνου, ενώ η εκτέλεσή του αποτελεί ένα καθαρά τεχνικό θέμα. Κατά τη γνώμη του, στην ΕΣΣΔ η θεώρηση του πλάνου ως « μια οικονομική απόφαση των μαζών, οι οποίες έχουν συνείδηση του ρόλου τους », αντικαταστάθηκε από ένα πλασέμπο, τους οικονομικούς μοχλούς που καθορίζουν τα πάντα. Οι μάζες, επιμένει, « οφείλουν να έχουν τη δυνατότητα να κατευθύνουν το πεπρωμένο τους, να αποφασίζουν το μερίδιο που θα διατεθεί για τη συσσώρευση και το μερίδιο που θα διατεθεί για κατανάλωση », ενώ η οικονομική τεχνική οφείλει να εργάζεται με βάση τους αριθμούς τους οποίους έχει αποφασίσει ο λαός, και η « συνείδηση των μαζών οφείλει να εξασφαλίζει την επίτευξη αυτών των στόχων ».

Αυτό το ζήτημα επανέρχεται αρκετές φορές : όπως γράφει, οι εργάτες, και ο λαός γενικότερα « θα αποφασίζουν για τα μεγάλα προβλήματα της χώρας (ρυθμός ανάπτυξης, συσσώρευση-κατανάλωση) », ακόμα κι αν το πλάνο ανήκει στην αρμοδιότητα των ειδικών. Αυτός ο υπερβολικά μηχανικός διαχωρισμός ανάμεσα στη λήψη των οικονομικών αποφάσεων και στην εκτέλεσή τους είναι συζητήσιμος. Ο Γκεβάρα δεν έχει φτάσει ακόμα σε όλα τα πολιτικά συμπεράσματα που αυτός συνεπάγεται -εκδημοκρατισμός της εξουσίας, πολιτικός πλουραλισμός, ελευθερία της δημιουργίας οργανώσεων- ωστόσο, η σημασία αυτής της νέας αντίληψης για την οικονομική δημοκρατία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί [8].

Μπορούμε να θεωρήσουμε τις σημειώσεις ως ένα σημαντικό βήμα στο δρόμο του Γκεβάρα προς μια εναλλακτική κομουνιστική δημοκρατική λύση απέναντι στο σοβιετικό μοντέλο. Αυτός ο δρόμος διακόπηκε απότομα τον Οκτώβριο του 1967, από τους βολιβιανούς δολοφόνους του που εργάζονταν για λογαριασμό της CIA.

«Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 11 Δεκεμβρίου 2007 – Le Monde Diplomatique.

Υποσημειώσεις:

Ο Μισέλ Λεβί.

[1] Η επιστολή, η οποία παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα ανέκδοτη, παρουσιάστηκε στο έργο του Nestor Kohau, « Ernesto Che Guevara. Otro mondo es possible », Nuestra America, Μπουένος Αϊρες, 2003, σελ. 156-158.

[2] « Che, el socialismo y el comunismo », στο « Pensar el Che, Centro de estudios sobre America », Editorial Jose Marti, Αβάνα, 1989, τόμος ΙΙ, σελ.30.

[3] Ernesto Che Guevara, « Apuntes criticos a la economia politica », Ocean Press, Αβάνα, 2006.

[4] Βλέπε Carrlos Tablada, « El pensiamento economico de Ernesto Che Guevara » (τριάντα εκδόσεις από το 1987, η τελευταία εκ των οποίων στον « Ruth Casa Editorial », Παναμάς, 2005), Orlando Borrego, « El camino del fuego », Imagen Contempor―nca, Αβάνα, 2001.

[5] Ernesto Che Guevara, « Obras 1957-1967 », Maspero, Παρίσι, 1970, τόμος ΙΙ, σελ. 574.

[6] Συμβούλιο Αμοιβαίας Οικονομικής Βοήθειας : ένα είδος Κοινής Αγοράς των χωρών του « υπαρκτού σοσιαλισμού ».

[7] Αυτή η πολιτική θεωρία την οποία υποστήριξε ο Στάλιν το 1924 και η οποία ερχόταν σε αντίθεση με τις « διεθνιστικές » αρχές που υποστήριζε παλαιότερα ο Λένιν, υιοθετήθηκε από το 14ο Συνέδριο του Κομουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης στις 18 Δεκεμβρίου του 1925.

[8] Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι στις συζητήσεις με τους συνεργάτες του στο υπουργείο Βιομηχανίας οι οποίες δημοσιεύονται στον ίδιο τόμο, ο Γκεβάρα υπερασπίστηκε πολλές φορές την ελευθερία της έκφρασης. Έτσι, σε μια συζήτηση τον Νοέμβριο του 1964 επιμένει : « Δεν είναι δυνατόν να καταστρέψεις μια γνώμη με τη βία, αυτό μπλοκάρει όλη την ελεύθερη ανάπτυξη της διάνοιας ».

El Pensamiento Economico de Ernesto Che Guevara / Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (Μέρος Τρίτο)

ΜΕΡΟΣ ‘Γ (Συνέχεια από ΜΕΡΟΣ ‘Β).

«Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ» του οικονομολόγου Carlos Tablada Perez, εκδόσεις  Casa de las Americas 1987, CUBA.

Του Βαγγέλη Γονατά – ΑΒΑΝΑ, ΚΟΥΒΑ.

Στο κέντρο της αντιπαράθεσης  μπαίνει αν  οι  οικονομικοί νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας (ο νόμος της αξίας, το κεφάλαιο, η λειτουργία του χρήματος, το εμπόρευμα) μπορούν να έχουν εφαρμογή και λειτουργία στην σοσιαλιστική οικονομία τόσο στο εσωτερικό μιας χώρας, όσο και στις διακρατικές οικονομικές σχέσεις των σοσιαλιστικών χωρών σε συνθήκες που η αγορά είναι παγκόσμια. Η ύπαρξη αυτών των νόμων δεν αμφισβητείται κατά την μεταβατική περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού, το ζήτημα που τίθεται είναι αν πρέπει να ενισχύονται-υιοθετούνται ή να απονεκρώνονται.  Και τι κάνει ως προς αυτό το κάθε σύστημα σχεδιασμού και ελέγχου της οικονομίας, λειτουργίας των επιχειρήσεων, οργάνωσης τελικά της παραγωγής.

Κορυφαία αντίθεση ανάμεσα στις 2 αντιλήψεις των υποστηρικτών των 2 συστημάτων εμφανίζεται η θέση των υλικών ή ηθικών κινήτρων για την δραστηριοποίηση των εργαζόμενων και την επιβράβευση της δουλειάς. Το λογιστικό σύστημα θεωρεί κινητήριο μοχλό της οικονομίας τα υλικά κίνητρα. Το νεαρό προϋπολογιστικό σύστημα υιοθετεί βασικά τα ηθικά κίνητρα. Η άποψη του Γκεβάρα είναι ότι ο σοσιαλισμός θα χτιστεί από τους ανθρώπους, γι αυτό απαιτείται να καλλιεργηθεί νέα (σοσιαλιστική) ηθική. Σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να ανεβαίνει διαρκώς η ειδίκευση  και τελικά η μόρφωση. Τα μέτρα που υιοθετεί το προϋπολογιστικό σύστημα εκφράζουν αυτή ακριβώς την αντίληψη.

Στα υλικά κίνητρα (μπόνους) μπαίνει οροφή ο μισθός της αμέσως ανώτερης μισθολογικής κλάσης, και για να ανέβει μισθολογική κλάση ο εργαζόμενος πρέπει πριν, οπωσδήποτε  να εκπαιδευτεί – εξειδικευτεί. Αυτό θα τον οδηγήσει να αλλάζει πόστα και δουλειές, θα του ενισχύει την «υλική αντίληψη» ότι δουλεύει για το σύνολο της κοινωνίας.

Στο πλάνο δεν μετρά η ποσότητα παραγωγής, αλλά η ποσότητα εργασίας στο χρόνο, υποστηρίζοντας ότι η συνειδητή εργασία θα ανεβάσει μακροπρόθεσμα  και την παραγωγή. Ξεκινάει η καμπάνια εθελοντικής εργασίας, υποστηρίζοντας ότι αυτό που αποξενώνει τον άνθρωπο από την δουλειά δεν είναι η ίδια η εργασία, αλλά το ότι δεν κατέχει τα μέσα παραγωγής.

Στο προϋπολογιστικό σύστημα η λειτουργία του χρήματος είναι απλά λογιστική, «χρήμα υπολογισμού» και αναγκαστικά, χρήμα πληρωμής των μισθών, καθώς η εμπορευματική κυκλοφορία απαιτεί το χρήμα. Παρ ότι ακόμα και σήμερα υπάρχει στην Κούβα η Libreta (δελτίο)  με την οποία ο πληθυσμός προμηθεύεται κάποια βασικά είδη διατροφής από τα ειδικά κρατικά καταστήματα χωρίς την χρήση του χρήματος, παροχή που είναι αποσυνδεμένη από τον μισθό. Ένα μέτρο που έρχεται από τότε, που – αν μη τι άλλο – επιχειρεί να περιορίσει το ρόλο του χρήματος-νομίσματος στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

Στο προϋπολογιστικό σύστημα το Κεφάλαιο, ο βασικός οικονομικός νόμος της καπιταλιστικής παραγωγής, δεν υπάρχει στο επίπεδο της επιχείρησης, που λειτουργεί με αυτό το σύστημα. Οι κεντρικοί μηχανισμοί έχουν δώσει στην επιχείρηση το πλάνο της παραγωγής που πρέπει να προσφέρει στην κοινωνία, και τα αντίστοιχα κονδύλια για το κόστος της παραγωγής στην Τράπεζα. Οι μισθοί είναι σε ειδικό λογαριασμό για να είναι αδύνατος ο συμψηφισμός τους με άλλα «κόστη» , αλλά και η παροχή  παραπάνω «υλικών κινήτρων» που θα εξοικονομηθούν από τον περιορισμό του κόστους παραγωγής μέσω της πτώσης της ποιότητας. Τα έσοδα της επιχείρησης – οι τιμές των προϊόντων είναι καθορισμένες – είτε προέρχονται από άλλες επιχειρήσεις , είτε από «καταναλωτές» περνάνε κατ ευθείαν στο κράτος. Σε επίπεδο επιχείρησης  ο νόμος του κέρδους έχει εξαφανιστεί. Ναι, μια επιχείρηση μπορεί να λειτουργεί με «ζημιά» (αφού οι τιμές των προϊόντων της είναι καθορισμένες και δεν έχει λόγο και τρόπο να τις αυξήσει)  και να παράγει τα αναγκαία για την κοινωνία προϊόντα. Την «ζημιά» της θα την καλύψει κάποια άλλη επιχείρηση με «κέρδος» και ο κεντρικός σχεδιασμός μπορεί και πρέπει  να το κρίνει με βάση το συμφέρον όλης της κοινωνίας και όχι της επιχείρησης.

Και φτάνουμε στην επιχείρηση, στον ακρογωνιαίο λίθο της καπιταλιστικής παραγωγής,  μιας άναρχης παραγωγής αφού ατμομηχανή της είναι το κέρδος της επιχείρησης (του καπιταλιστή ιδιοκτήτη) και οδηγεί αναπόφευκτα στις καπιταλιστικές κρίσεις υπερπαραγωγής. Στο προϋπολογιστικό σύστημα απλά η επιχείρηση χάνει την νομική της υπόσταση. Μεγαλώνει όσο μπορεί, ενοποιείται κλαδικά ή και εδαφικά προκειμένου να έχει όσο το δυνατόν πιο κοινωνική αντίληψη, να βλέπει τα συμφέροντα όσο το δυνατόν μεγαλύτερου κομματιού της κοινωνίας και όχι τα στενά συμφέροντα των μελών της. Το ότι στα μέλη της δεν συμπεριλαμβάνεται πια ο καπιταλιστής πρώην ιδιοκτήτης αλλά μόνο ο διευθυντικός μηχανισμός και οι εργαζόμενοί της, από μόνο του δεν είναι το παν όσο αφορά την προσφορά της στην κοινωνία. Ιδιαίτερα όταν οι  μηχανισμοί (εργατικού) ελέγχου στον διευθυντικό μηχανισμό δηλ. μέσα στην επιχείρηση είναι και πρωτόγνωροι και αδύνατοι, καθώς ο παλιός τρόπος είναι βαθιά ριζωμένος. Αντίστοιχα στους κεντρικούς κρατικούς μηχανισμούς σχεδιασμού και ελέγχου η γραφειοκρατία αναπτύσσεται σχεδόν αυτόματα, σαν αποτέλεσμα του παλιού τρόπου λειτουργίας του κράτους που είναι επίσης βαθιά ριζωμένος αλλά  αποκτά και νέα χαρακτηριστικά, ο Γκεβάρα περιγράφει την γραφειοκρατία σαν «ένα ειδικό σύστημα  ύπνου, που τα πράγματα κοιμούνται βρισκόμενα διαρκώς σε κίνηση».

Υποστηρίζει επίσης ότι τόσο η ενοποίηση όσο και η εφαρμογή του προϋπολογιστικού συστήματος, μπόρεσε να γίνει ευκολότερα σε κάποιες επιχειρήσεις στην Κούβα, από ότι στην Τσαρική Ρωσία, καθώς η ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού είχε ήδη καταστήσει αναγκαία την δημιουργία τέτοιων μεγάλων επιχειρήσεων που  κάποιες ούτε καν την έδρα τους είχαν στην Κούβα. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η  Ενοποιημένη Επιχείρηση Πετρελαίου που προήλθε από την συγχώνευση των 3 ιμπεριαλιστικών διυλιστηρίων που υπήρχαν (Εsso ,Texaco,Shell), αλλά και η δημιουργική μεταφορά αυτής της εμπειρίας στη δημιουργία μεγάλων τέτοιων επιχειρήσεων όπως η Ενοποιημένη Επιχείρηση Αλεύρων.

Και φτάνουμε σε έναν όρο που έχει και σύγχρονη αναφορά, στην «Αυτοδιαχείριση των Επιχειρήσεων». Ο όρος  δίκαια χρησιμοποιείται στον επεξηγηματικό υπότιτλο του Λογιστικού Συστήματος, καθώς εκφράζει απόλυτα τη βασική διαφορά -για την Επιχείρηση- με το Προϋπολογιστικό Σύστημα που είναι η «Ενοποίηση των Επιχειρήσεων».

Η σύγχρονη αναφορά του όρου έγκειται στο γεγονός της χρησιμοποίησης αυτής της μορφής πάλης (κατάληψη της επιχείρησης και λειτουργία της από τους εργαζόμενους) από το εργατικό κίνημα σε διάφορες καπιταλιστικές χώρες, ιδιαίτερα αυτές που η κρίση, οδήγησε σε ακραία φαινόμενα τη ζωή των ανθρώπων. Συνήθως η ανυπαρξία αξιόπιστου πολιτικού επαναστατικού κέντρου σε αυτές τις  χώρες που θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάληψη της εξουσίας, οδήγησε την αντίληψη πολλών  πολιτικών-ιδεολογικών ρευμάτων να  δουν σε  αυτήν την γοητευτική – αλλά αμυντική τελικά – μορφή πάλης  εμβρυακά σπέρματα επαναστατικής εξουσίας. Σοσιαλιστικές νησίδες μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, θεωρία βέβαια που δεν εμφανίστηκε πρώτη φορά τώρα και έχει και αυτή την δική της ιστορία. Ο χρόνος βέβαια έδειξε για άλλη μια φορά, ότι χωρίς  επαναστατική εξουσία αυτές οι νησίδες ή εκφυλίζονται σε  κανονικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις συνεταιριστικού τύπου ή (το συνηθέστερο) καταστέλλονται.

Η  εμπειρία  της προσπάθειας οικοδόμησης του σοσιαλισμού, αλλά και η εν λόγω συζήτηση στην Κούβα και στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο τη δεκαετία του 60 δείχνει ότι η επιχείρηση   που φτιάχνεται στον καπιταλισμό είναι αντιδραστική από τη φύση της, καθώς ιδρύεται με βάση τις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής που βασικό της κίνητρο είναι το κέρδος και όχι οι ανάγκες της κοινωνίας. Είναι από τη φύση της λοιπόν αντικοινωνική και  όσο είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί στην αρχή, άλλο τόσο είναι αναγκαίο μετά να αλλάξει. Και αυτό βέβαια μπορεί να γίνει μόνο από τα πάνω, με κεντρικό σχεδιασμό και κρατικό έλεγχο. Οι μηχανισμοί εργατικού ελέγχου στην επιχείρηση, η κάθετη αλλά και οριζόντια πρόσβαση και αποφασιστική επίδρασή τους στα όργανα του κεντρικού σχεδιασμού, η δημοσιότητα στην κριτική, είναι αυτό που θα μειώνει τα αποτελέσματα της γραφειοκρατίας, που όπως είπαμε, η δημιουργία της σαν αντίληψη (μηχανιστική αντίληψη ,ξέκομα τελικά από την πραγματικότητα) συντελείται με τρόπο αυτόματο. Έτσι λοιπόν, στο απλοποιημένο δίπολο  (Ενοποίηση ή Αυτοδιαχείριση)  η επαναστατική απάντηση είναι Ενοποίηση και η αντιδραστική Αυτοδιαχείριση.

Εδώ θα πρέπει να διαχωρίσουμε την χρησιμοποίηση της  μορφής  κατάληψη της επιχείρησης από τους εργαζόμενους με αίτημα να εθνικοποιηθεί σε συνθήκες Επαναστατικής εξουσίας. Σημειώνουμε ότι πριν γίνει οποιαδήποτε εθνικοποίηση στην Κούβα κάποια εργοστάσια καταλήφθηκαν από τους εργαζόμενους. Στην Βενεζουέλα η κατάληψη ενός εργοστασίου δίνει το νομικό έρεισμα στην κυβέρνηση να επιχειρήσει την εθνικοποίησή του μέσα από δικαστική διαδικασία.

Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό η συζήτηση την δεκαετία του 60 για τα οικονομικά συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των επιχειρήσεων και η πολεμική γύρω από αυτά τα ζητήματα κάθε άλλο παρά περιορίστηκε στα όρια της Κούβας, αντίθετα ήταν διεθνής και διεξήχθη σε όλο το τότε σοσιαλιστικό στρατόπεδο, βεβαίως με εντελώς αντίθετη από τους Κουβανούς στόχευση. Μπορούμε σήμερα να δούμε καθαρά ότι οι Κουβανοί αντιλαμβάνονταν   πλήρως το διεθνιστικό  καθήκον  της συμβολής τους στη διαμόρφωση της στρατηγικής του διεθνούς επαναστατικού κινήματος. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ανέλαβαν ίσως και μεγαλύτερο φορτίο από όσο τους αναλογούσε. Στα επόμενα χρόνια αυτό τους έγινε συνήθεια και κάποιοι λένε ότι ήταν κακό γι αυτούς και τους κόστισε ακριβά. Δεν ξέρουμε αν και πόσο ήταν κακό για τους Κουβανούς , σίγουρα όμως ήταν καλό για το διεθνές επαναστατικό κίνημα.

Πηγή: Sierra Maestra, 8.6.2012.

El Pensamiento Economico de Ernesto Che Guevara / Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (Μέρος Δεύτερο)

ΜΕΡΟΣ ‘Β (Συνέχεια από ΜΕΡΟΣ ‘Α).

«Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ» του οικονομολόγου Carlos Tablada Perez, εκδόσεις  Casa de las Americas 1987, CUBA.

Του Βαγγέλη Γονατά – ΑΒΑΝΑ, ΚΟΥΒΑ.

Το 1963-64 έγινε στην Κούβα μια δημόσια  συζήτηση για τα σχετικά πλεονεκτήματα δύο οικονομικών συστημάτων που εφαρμόστηκαν τα πρώτα χρόνια της επανάστασης. Παρ ότι η συζήτηση εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αφορά τεχνοκρατικά ζητήματα της οικονομίας (αν μπορούν να υπάρξουν απλώς τέτοια) εν τούτοις τα ζητήματα που τέθηκαν αφορούσαν τις δομές και τους μηχανισμούς οικοδόμησης του σοσιαλισμού, εκεί που βρίσκεται το κατ εξοχήν υποκείμενο γι αυτό, οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία. Η συμμετοχή του Γκεβάρα σε αυτή τη συζήτηση ήταν πρωταγωνιστική, καθοριστική και απόλυτη, καθώς όχι μόνο υποστήριξε  αλλά και εφάρμοσε στις μεγάλες βιομηχανίες που διεύθυνε το ένα (“Προϋπολογιστικό Σύστημα Χρηματοδότησης”) από τα δύο συστήματα. Τόσο το βιβλίο του Carlos Tablada , όσο και η ελληνική έκδοση από το Διεθνές Βήμα ( Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΩΠΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΥΒΑ)  αναφέρονται σε αυτήν ακριβώς την περίοδο και σε αυτά τα κείμενα του CHE.

Πριν προχωρήσουμε, θα επιχειρήσουμε μια κωδικοποίηση των  δύο συστημάτων αντλώντας υλικό από την περιγραφή που κάνει ο ίδιος ο Τσε στο άρθρο του «Σχεδιασμός και συνείδηση κατά την μετάβαση στον σοσιαλισμό» – Για το προϋπολογιστικό σύστημα χρηματοδότησης, που δημοσιεύτηκε  τον Φλεβάρη του 1964 στο 5ο τεύχος του Κουβανικού περιοδικού  “Nuestra Industria Revista  Economica” και έχει συμπεριληφθεί στην προαναφερόμενη έκδοση.

1.“Προϋπολογιστικό Σύστημα Χρηματοδότησης” (γνωστό και σαν Προϋπολογιστικό ή Σύστημα ενοποιημένων επιχειρήσεων)

Βασίζεται στον συγκεντρωτικό έλεγχο της δραστηριότητας της επιχείρησης. Τα σχέδια της επιχείρησης και η οικονομική της διαχείριση ελέγχονται άμεσα από τους κεντρικούς διοικητικούς μηχανισμούς. Δεν διαθέτει δικούς της χρηματικούς πόρους, ούτε λαμβάνει τραπεζικές πιστώσεις. Χρησιμοποιεί τα υλικά κίνητρα σε ατομική βάση, δηλαδή ατομικά χρηματικά μπόνους και ποινές, και στην κατάλληλη στιγμή θα χρησιμοποιήσει τα συλλογικά κίνητρα. Τα άμεσα υλικά κίνητρα όμως, περιορίζονται με τη μέθοδο πληρωμής μέσω μισθών.

  • ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ θεωρείται μια ομαδοποίηση εργοστασίων ή παραγωγικών μονάδων που έχουν παρόμοια τεχνολογική βάση , έχουν κοινό προορισμό για τα προϊόντα τους, ή σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν μια περιορισμένη γεωγραφική θέση. Π. χ.  Όλες οι μονάδες επεξεργασίας ζάχαρης, μαζί με άλλες παραγωγικές μονάδες σχετικές με την βιομηχανία ζάχαρης συγκροτούν την Ενοποιημένη Επιχείρηση Ζάχαρης (ConsolitadedSugarEnterprise).

  • ΤΟ ΧΡΗΜΑ λειτουργεί μόνο ως χρήμα υπολογισμού. Δεν είναι παρά η αντανάκλαση, σε τιμές, της απόδοσης μιας επιχείρησης που επιτρέπει στους κεντρικούς οργανισμούς να έχουν την δυνατότητα να αναλύσουν, έτσι ώστε να  ελέγχουν τη λειτουργία της  επιχείρησης.

  • ΚΕΦΑΛΑΙΟ δεν υπάρχει, σαν αποτέλεσμα του τρόπου που λειτουργεί το χρήμα. Στην τράπεζα υπάρχουν ξεχωριστοί λογαριασμοί αναλήψεων και καταθέσεων. Η επιχείρηση μπορεί να προβεί σε ανάληψη χρημάτων, σύμφωνα με το σχέδιο, από τον γενικό λογαριασμό εξόδων και από τον ειδικό λογαριασμό πληρωμής των μισθών. Οι καταθέσεις της όμως περνούν αυτόματα στα χέρια του κράτους.

  • ΝΟΡΜΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (Πλάνο) Η εργασία μετριέται με το χρόνο, με μπόνους για την υπερκάλυψη της προβλεπόμενης ποσότητας εργασίας, που περιορίζεται από το ποσό της αμοιβής της αμέσως επόμενης μισθολογικής κλάσης.

2.“Οικονομικό  Λογιστικό Σύστημα” (γνωστό και σαν Λογιστικό ή Σύστημα αυτό-διαχειριζόμενων επιχειρήσεων). Η οικονομική αυτό-διαχείριση βασίζεται στον γενικό συγκεντρωτικό έλεγχο και στην μεγαλύτερη αποκέντρωση. Ο έλεγχος ασκείται έμμεσα από την τράπεζα, μέσα από το χρήμα  και το νομισματικό αποτέλεσμα της δραστηριότητας της επιχείρησης  χρησιμεύει ως μέτρο για το μπόνους. Το υλικό συμφέρον αποτελεί τον μέγα μοχλό ο οποίος κινητοποιεί ατομικά και συλλογικά τους εργαζόμενους.

  • ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ είναι μια παραγωγική μονάδα με την δική της νομική υπόσταση. Π.χ.  μια μονάδα επεξεργασίας ζάχαρης αποτελεί επιχείρηση.

  • ΤΟ ΧΡΗΜΑ δεν υπηρετεί μόνο αυτόν τον σκοπό (χρήμα υπολογισμού). Είναι επίσης ένα μέσο πληρωμής το οποίο λειτουργεί ως έμμεσο όργανο ελέγχου, μια που αυτά τα κονδύλια είναι που επιτρέπουν στην παραγωγική μονάδα να λειτουργεί. Οι σχέσεις της παραγωγικής μονάδας με την τράπεζα είναι παρόμοιες με εκείνες που διατηρεί ένας ιδιώτης παραγωγός με τις καπιταλιστικές Τράπεζες, στις οποίες πρέπει να εξηγεί αναλυτικά τα σχέδιά του, και να αποδεικνύει  την  φερεγγυότητά του.

  • ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ υπάρχει, η επιχείρηση διατηρεί δικούς της πόρους στις τράπεζες τους οποίους μπορεί να ενισχύει με κρατικά δάνεια για τα οποία πληρώνει τόκους. Εφόσον τα «ίδια» κεφάλαια της επιχείρησης, καθώς και τα δάνειά της, ανήκουν στην κοινωνία, η κίνησή τους αντανακλά την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης.

  • ΝΟΡΜΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (Πλάνο) Η εργασία μετριέται με την ώρα, καθώς επίσης και με την ποσότητα παραγωγής ανά ώρα ( δουλειά με το κομμάτι).

Θα μπορούσαν ίσως οι διαφορές ανάμεσα στα δύο οικονομικά συστήματα διαχείρισης να χαρακτηριστούν δυσδιάκριτες, ακόμα και δευτερεύουσες, καθώς και τα 2 οικονομικά συστήματα εφαρμόζονταν  ήδη στην οικονομία της Κούβας. Το προϋπολογιστικό σύστημα που υποστήριζε ο Γκεβάρα ακολουθούσαν οι μεγάλες επιχειρήσεις (Υπουργείο Βιομηχανίας), το Λογιστικό όλες οι υπόλοιπες. Τα 2 συστήματα, ανεξάρτητα από την πολεμική της συζήτησης, δεν ήταν ανταγωνιστικά. Γιατί πολύ φυσιολογικά η νεαρή επανάσταση ασκώντας κρατική εξουσία από πάνω διαμόρφωνε το νομικό και οικονομικό πλαίσιο  λειτουργίας και ελέγχου των επιχειρήσεων (Υπουργεία, Τράπεζες κ.α.) και σε συνδυασμό με τον εργατικό έλεγχο από κάτω (εργατικές οργανώσεις κ.α.) προωθούσε και εδραίωνε την επανάσταση, δημιουργώντας νέες δομές. Βρισκόμαστε στην αρχή της μεταβατικής περιόδου και η συζήτηση αφορά αν οι δημιουργούμενες δομές (τα συστήματα διαχείρισης εν προκειμένω) προωθούν ή όχι την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Την ίδια περίοδο αυτή η συζήτηση διεξάγεται συνολικά στο τότε σοσιαλιστικό στρατόπεδο που βρίσκεται  βεβαίως σε άλλη φάση από την νεαρή  επαναστατική εξουσία στην Κούβα. Θα μπορούσε να είναι η φάση της ωριμότητας, καθώς είχαν συσσωρευτεί κάποιες δεκαετίες άσκησης εξουσίας, είχαν προστεθεί οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης μετά τον Β’  Παγκόσμιο πόλεμο και βρίσκονταν σε εξέλιξη η απελευθέρωση των αποικιών. Σήμερα βέβαια μπορούμε να εκτιμήσουμε εκ του ασφαλούς με βάση το αποτέλεσμα, ότι ήταν η αρχή της σήψης που οδήγησε στην κατάρρευση / ανατροπή 30 χρόνια αργότερα. Τότε όμως, λίγα μόλις χρόνια μετά το 20 Συνέδριο του ΚΚΣΕ, με την λεγόμενη «αποσταλινοποίηση» στο φόρτε της, οι καπιταλιστικοί οικονομικοί νόμοι ασκούσαν μεγάλη γοητεία στους οικονομολόγους (και όχι μόνο) του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.

Άλλωστε ο ίδιος ο Γκεβάρα ομολογεί ότι η μεγάλη πλειοψηφία των σοσιαλιστικών χωρών ακολουθεί το Λογιστικό σύστημα.  Ωστόσο στην επιχειρηματολογία των 2 πλευρών επιστρατεύονται οι κλασσικοί του Μαρξισμού, το Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας του Ινστιτούτου Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, καθώς και η  αρθρογραφία της εποχής από όλες τις σοσιαλιστικές χώρες.  Σε αυτό το διεθνές πλαίσιο λοιπόν οι Κουβανοί τραβάνε αλλού , και ο Γκεβάρα ακόμα παραπέρα.

Συνεχίζεται…

Πηγή: Sierra Maestra, 27.5.2012.

El Pensamiento Economico de Ernesto Che Guevara / Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

ΜΕΡΟΣ ‘Α.

Του οικονομολόγου Carlos Tablada Perez, εκδόσεις  Casa de las Americas, 1987. Εκδόθηκε επίσης στην αγγλική γλώσσα το 1989 με τον τίτλο «Che Guevara: Economics and Politics in the Transition to Socialism» από τις εκδόσεις Pathfinder.

Του Βαγγέλη Γονατά – ΑΒΑΝΑ, ΚΟΥΒΑ.

Τη χρονιά που εκδόθηκε αυτό το βιβλίο η Κουβανέζικη Επανάσταση περπατά την 3η δεκαετία της ζωής της και απέχει ελάχιστα από την μεγαλύτερη ίσως πρόκληση που θα αντιμετώπιζε, τη διακοπή των σχέσεων με την Σοβιετική Ένωση, που τόσο κόστισε στον έτσι κι αλλιώς, σκληρά δοκιμαζόμενο λαό του ηρωικού νησιού. Τα επόμενα χρόνια,  στην «ειδική περίοδο» όπως ονομάστηκε, η Κούβα και η επανάστασή της κέρδισαν την μάχη της επιβίωσης γεμίζοντας χαρά και αισιοδοξία τους επαναστάτες, και γενικότερα τους προοδευτικούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η Κούβα παρέμεινε ο αναμμένος φάρος της επανάστασης, όταν οι πρόσκαιρα νικητές πανηγύριζαν το τέλος της ιστορίας. Σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς, μια επανάσταση σε μια μικρή χώρα, κόντρα σε θεούς και δαίμονες ζει και στοιχειώνει τον ύπνο τους. Το φάντασμα του κομμουνισμού που περιέγραψε αλληγορικά  ο Καρλ Μάρξ στην πρώτη αράδα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου είναι ακόμα εδώ, και τόσο κοντά στην… μητρόπολη!  Σήμερα η Κούβα προχωρά σε μεταρρυθμίσεις – που δεν είναι θέμα του παρόντος γραπτού – αναζωπυρώνοντας τους πάγιους ευσεβείς πόθους των εχθρών της, αλλά και την καλοπροαίρετη ή όχι συζήτηση στους φίλους της, (ή στους άσπονδους φίλους της).

Τα ζητήματα που καταπιάνεται το βιβλίο βοηθούν να κατανοηθεί – και να κριθεί –   τόσο το γερό υπόβαθρο των σημερινών μεταρρυθμίσεων, όσο και η βασική αιτία που η επανάσταση επέζησε και ζει μέχρι σήμερα. Όσοι πίστεψαν ότι η Κούβα στάθηκε απλά τυχερή – και αγνοούν τον νόμο πως η τύχη δεν πάει συνήθως με τους επαναστάτες – θα δουν ότι οι βάσεις που τέθηκαν τότε  στην νηπιακή ηλικία της επανάστασης, έφτιαξαν τον γερό σκελετό  που την κρατά ζωντανή μέχρι σήμερα, στους δυσμενέστερους συσχετισμούς. Θα δουν ότι οι βάσεις αυτές, δεν τέθηκαν κυρίως στον υλικό παράγοντα, αλλά στον παράγοντα άνθρωπο, το υποκείμενο το οποίο έχει ανάγκη να μετασχηματίσει την κοινωνία, αλλά για να το επιτύχει πρέπει να μετασχηματίσει ταυτόχρονα και τον εαυτό του. Ο Νέος Άνθρωπος λοιπόν, αυτός που θα φτιάξει την νέα κοινωνία πρέπει να κινηθεί – και κινείται – κυρίως με ηθικά κίνητρα, τέτοια που μόνο μια ιδεολογία μπορεί να δώσει. Και μια επανάσταση, δίνει υλική υπόσταση σε μια ιδεολογία, μια επανάσταση δημιουργεί ιδεολογία. Και εκεί επένδυσαν οι Κουβανοί, με πρωταγωνιστική συμμετοχή του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.

Όσοι επίσης επιφανειακά εξηγούσαν το «Κουβανικό φαινόμενο» στη τρέλα, τον ρομαντισμό ή απλά στην «ιδιομορφία» των Κουβανών θα διαπιστώσουν ότι η Επανάσταση  και οι ηγέτες της είχαν και έχουν πλήρη συναίσθηση του διεθνιστικού τους καθήκοντος όχι μόνο ως πρακτική και υλική υποστήριξη των επαναστατικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο, αλλά και ως ενεργητική συμμετοχή στην πάλη για την διαμόρφωση της ιδεολογίας και της στρατηγικής του κομμουνιστικού και επαναστατικού κινήματος. Εύκολα θα συμπεράνει κανείς  από τα κείμενα και μόνο, ότι το ίδιο πράττουν και στο εσωτερικό της χώρας, δεν κρύβουν τις  κοινωνικές αντιθέσεις, οξύνουν τις ιδεολογικές, τις κάνουν πολιτικές. Ο ίδιος ο Φιδέλ, στην ομιλία του για τα 20 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε,  μιλάει (αναφερόμενος και για διευθυντές κρατικών επιχειρήσεων) για «καπιταλιστές της δεκάρας, κερδοσκόπους που έχουν τυφλή εμπιστοσύνη σε μηχανισμούς και καπιταλιστικές κατηγορίες», χαρακτηρίζει το Σύστημα Οικονομικής Διαχείρισης και Σχεδιασμού  «Κουτσό, ψωριάρικο άλογο, με πολλές πληγές τις οποίες θεραπεύαμε με ιώδιο και γράφαμε φάρμακα…. ένα δεξιό άλογο (που πρέπει) να του τραβάμε δυνατά τα γκέμια». Είναι σαφής η αντίληψη που εκφράζεται  με τον πιο επίσημο τρόπο, 30 σχεδόν χρόνια μετά το θρίαμβο της επανάστασης, για τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της κουβανικής κοινωνίας,  τελικά για τη ταξική πάλη   σε συνθήκες προσπάθειας οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Χωρίς καμιά θεωρία συνωμοσίας, σαν κάτι απόλυτα φυσιολογικό όπως η ζωή, περιγράφεται μια οικονομία, μια κοινωνία με τις αντιθέσεις της, σε διαρκή κίνηση και πάλη.

Δυστυχώς το βιβλίο «Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα» δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Πολλά στοιχεία τόσο για το βιβλίο (που το βρήκαμε στην Αβάνα) όσο και για πολλά και ενδιαφέροντα σχετικά με το θέμα κείμενα, αντλήσαμε από το βιβλίο «ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΒΑ: O ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΥΒΑ» (ISBN 978-960-98194-7-3) των εκδόσεων «Διεθνές Βήμα».

Το 1959 με την είσοδο των ανταρτών του Φιδέλ Κάστρο στην Αβάνα η επανάσταση έχει θριαμβεύσει. Ο ίδιος ο Φιδέλ αναλαμβάνει (15/2/1959)   καθήκοντα  πρωθυπουργού αντικαθιστώντας τον Χοσέ Μιρό Καδρόνα καθώς και την ανώτατη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων. Μετά την αποχώρηση του Μπατίστα Πρόεδρος αναλαμβάνει ο φιλελεύθερος αστός δικαστικός Μανουέλ Ουρούτια που είχε δικάσει τους συλληφθέντες μαχητές της Γκράνμα,  και είχε κάνει δημόσια κριτική στο καθεστώς Μπατίστα στη διάρκεια της δίκης. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου παραιτείται λόγω λαϊκής κατακραυγής και ακολουθεί το γνωστό δρομολόγιο για τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου και παρέμεινε μέχρι το θάνατό του (1981). Η επανάσταση προχωρά και στα τέλη του 1960 θέτει τις βάσεις για να οικοδομήσει μια κοινωνία βασισμένη στην αλληλεγγύη και τον διεθνισμό.

Σε πολιτικό επίπεδο υπάρχει το ΟRI – «Organizaciones Revolucionarias Intergradas» (Eνοποιημένες Επαναστατικές Οργανώσεις) -ναι, υπήρχαν πολλές-  με συντονιστή σε εθνικό επίπεδο τον  Ανίμπαλ Εσκαλάντε, ηγέτη του Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος Κούβας (Κομμουνιστικού) και εκδότη του περιοδικού του κόμματος ΗΟΥ (Σήμερα) από τον οποίο αφαιρέθηκαν οι ηγετικές αρμοδιότητες στις αρχές του 1962 λόγω σεχταρισμού.  Το ΟRI αποτέλεσε το εμβρυακό σχήμα από το οποίο ιδρύθηκε αργότερα (1965) το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας. Δεν είναι του παρόντος η  παράθεση των Επαναστατικών Οργανώσεων που δρούσαν στην Κούβα, οι ομοιότητες και οι διαφορές τους. Μπορεί όμως κανείς και  μόνο  από αυτά, να συμπεράνει την διαλεκτική σχέση που έχει η ύπαρξη επαναστατικού προγράμματος – οργάνωσης – στρατού στην αντίληψη των ηγετών της επανάστασης. Μπορεί επίσης να συμπεράνει ότι η πολιτική πρωτοπορία (αναγκαία προϋπόθεση κάθε επανάστασης)  δεν είναι υπόθεση  κληρονομικού ή πολιτικού-ιδεολογικού «χρίσματος» αλλά κάτι που πρέπει να υλοποιηθεί και τελικά αποδειχθεί, βασικά εκ του αποτελέσματος.

Αυτά τα χρόνια της φωτιάς  ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα πέρασε από πολλές και καίριες  ηγετικές θέσεις της  Επανάστασης. Εκτός από στρατιωτικός ηγέτης στην αποφασιστική μάχη στη Σάντα Κλάρα που σήμανε και την στρατιωτική νίκη της επανάστασης, υπήρξε ένας από τους βασικούς εκπροσώπους της Κούβας στο εξωτερικό καθώς ηγήθηκε πολλών αντιπροσωπειών. Διατέλεσε Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας, επικεφαλής του INRA (Iινστιτούτο Αγροτικής Μεταρρύθμισης) και διεύθυνε  την Βιομηχανία της χώρας από την εποχή που τα βασικά εργοστάσια δεν είχαν ακόμα εθνικοποιηθεί αλλά μερικά μόνο  τελούσαν απλά υπό κατάληψη και ανέλαβε το Υπουργείο Βιομηχανίας όταν αργότερα ιδρύθηκε.

Παρ ότι η περιρρέουσα εντύπωση είναι ότι η «κυβερνητική» ή η «πολιτική-ιδεολογική» περίοδος του CΗΕ  ήταν η αναγκαστική του αγρανάπαυση ή κάτι που τελικά δεν του πήγαινε και πολύ ή το έκανε αγγαρεία, τα κείμενά  του  αυτής της περιόδου δείχνουν το αντίθετο. Δείχνουν ότι ο ηρωικός αντάρτης μπόρεσε να είναι τέτοιος γιατί είχε βαθιά πεποίθηση και άποψη διαμορφώνοντας την ιδεολογία του με τα μεθοδολογικά εργαλεία του μαρξισμού. Ο ιδεολόγος, στοχαστής, πολιτικός μπόρεσε να είναι τέτοιος, γιατί διαμόρφωσε και τεκμηρίωσε τα πιστεύω του  μέσα από την φωτιά της ένοπλης πάλης και βίωσε  πρωταγωνιστικά την ανώτατη μορφή της που είναι μια επανάσταση.  Η ηρωική πλευρά του CHE δεν μπορεί να αγνοηθεί από κανέναν, όμως επιλεκτικά προβάλλεται η ρομαντική εκδοχή της θυσίας του. Όμως ο CHE δεν πήγε στην Βολιβία να αυτοκτονήσει, πήγε για να νικήσει. Έπεσε στη μάχη όπως θα μπορούσε να πέσει και στην Κούβα και στις άλλες χώρες που κράτησε το ντουφέκι.

Τέλος, υπήρξαν και γκρίζες δεκαετίες που κάποια φίλια  (πόσο άραγε;) επίσημα χείλη στην Ελλάδα και αλλού, ψιθύριζαν την ανεπίσημη  προς τον Che κριτική του «αριβίστα», του «τυχοδιώκτη» κ.α, κατά τα άλλα όμως ρομαντικού και τίμιου αγνού επαναστάτη.  Όμως τελικά ο CHE παρέμεινε – και προφανώς όχι τυχαία –  αναμφισβήτητα το πιο αναγνωρίσιμο  επαναστατικό σύμβολο του αιώνα που πέρασε, και εξακολουθεί να εμπνέει και σήμερα τις νέες γενιές επαναστατών. Το καθήκον λοιπόν όσων φιλοδοξούν να βρίσκονται σήμερα  στην πλευρά της προόδου και της επανάστασης είναι η αποκάλυψη και προβολή αυτής της σχετικά αγνοημένης πλευράς του CHE. Σε αυτήν την κατεύθυνση φιλοδοξούμε να εντάξουμε την ενασχόληση μας με το συγκεκριμένο βιβλίο του Carlos Tablada που συμπυκνώνει την πολύχρονη μελέτη του πάνω στη σκέψη του αθέατου και όχι ιδιαίτερα γνωστού (όσο αφορά αυτήν του την πλευρά) CHE. Θα δούμε τελικά αν και πόσο θα μπορέσουμε να υλοποιήσουμε αυτό το φιλόδοξο σχέδιο, εδώ στην μακρινή Αβάνα. Από την άλλη, αν όχι εδώ, που;

Συνεχίζεται…

Πηγή: Sierra Maestra, 21.5.2012.