Ένας ανθρωπιστής μαρξιστής: Ο αγώνας για έναν Κομμουνισμό με ανθρώπινο πρόσωπο (Μέρος Πρώτο)

Των Michael Löwy & Olivier Besancenot.

Το ανέκδοτο είναι διάσημο στην Αβάνα. Σε μια συνάντηση της κουβανικής διοίκησης λίγο μετά την επανάσταση, όταν ο Φιντέλ Κάστρο απευθυνόμενος στην ομήγυρη ρώτησε: “Υπάρχει κανένας οικονομολόγος (economiste) στην αίθουσα;”, ο Τσε ύψωσε το δάχτυλο. Αμέσως διορίστηκε πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας. Στο τέλος της συνάντησης, ο Φιντέλ τον ρώτησε αιφνιδιασμένος: “Δεν το ήξερα πως είσαι οικονομολόγος!” Και η απάντηση του συνομιλητή του: Carajo, εγώ κατάλαβα πως η ερώτηση ήταν αν υπάρχει κανένας κομμουνιστής (communiste) στην αίθουσα”. Πέρα από το αστείο, είναι σίγουρο πως ο Ερνέστο Γκεβάρα διεκήρυττε δημόσια την υποστήριξη του προς τις κομμουνιστικές ιδέες, ακόμη και πολύ πριν την κουβανική επανάσταση.

Η πολιτική, ανατρεπτική και ρομαντική εποποιία του Τσε έφερε στην εποχή της μια παγκόσμια πνοή οξυγόνου στους κόλπους του διεθνούς εργατικού κινήματος εγκλωβισμένου από τον Ψυχρό Πόλεμο. Σήμερα συνεχίζει να αποτελεί φυτώριο ιδεών και αυθεντική πηγή έμπνευσης. Ουσιαστικά, την στιγμή της παγκόσμιας ανάπτυξης του καπιταλισμού, η σκιά του Τσε εξακολουθεί να πλανιέται στα ύψη της μεξικανικής Τσιάπας, ανάμεσα στους επαναστάτες χωρικούς Ζαπατίστας. Εκτείνεται μέχρι τη Βενεζουέλα του Τσάβες. Αιωρείται πάνω από τις πορείες για μιαν άλλη παγκοσμιοποίηση, που σε σχολεία, επιχειρήσεις και πόλεις αμφισβητεί την επιβολή της νέας παγκόσμιας τάξης στην οικονομία, την κοινωνία, την ειρήνη και το περιβάλλον. […] Πέρα από τις περιπέτειες του με το Κρεμλίνο, ο Τσε μπορούσε, χάρη στην σκέψη του, να δώσει μια νέα και σταθερή ώθηση στο παγκόσμιο σχέδιο του κοινωνικού μετασχηματισμού. Σχέδιο που εκείνος ήθελε να δει τον καθένα να επαναοικειοποιείται ατομικά. Γι’ αυτόν, η κατανόηση του σοσιαλισμού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά σε προσωπική κλίμακα, όσο πιο κοντά γίνεται στις στενές έγνοιες του καθενός θύματος της εκμετάλλευσης. Η Επανάσταση, εάν καταστεί απρόσωπη, αποκόπτεται από το αισθητό νήμα των ανθρώπων. Όμως, εξατομικεύοντας την πολιτική, ο Τσε ελπίζει να φυτρώσει σε όσο περισσότερες συνειδήσεις μπορεί ο σπόρος των χειραφετητικών λογικών: η ιστορία της ανθρωπότητας έχει την ιδιαιτερότητα ότι την φτιάχνουν οι άνθρωποι.

Κατ’ αρχάς, ο επαναστατικός ανθρωπισμός του Τσε δεν οδηγεί τον αγώνα και τις ιδέες του στους δρόμους της ανανέωσης του μαρξισμού. Δεν προσπαθεί να τον τυλίξει σ’ ένα πιο ανθρωπιστικό περίβλημα. Η σκέψη του δεν έχει χτιστεί έτσι. Τον σπρώχνει προς το μαρξισμό γιατί σ’αυτόν το δρόμο η ανθρωπιστική του στράτευση βρίσκει διέξοδο. Και τούτο ακολουθεί τη δική του διανοητική και πολιτική πορεία. Από τα πρώτα του εφηβικά ταξίδια στη Λατινική Αμερική μέχρι τους επαναστατικούς αγώνες στην Κούβα, το Κονγκό ή τη Βολιβία, η ιδεολογική του μήτρα δεν παγιώνεται ποτέ. Αντίθετα, υπήρξε πάντα εν κινήσει, με διαρκείς διερωτήσεις, αδιάκοπες διερευνήσεις, υποκινούμενη από τη δίψα της ανακάλυψης. Τις απαντήσεις που δεν τις βρήκε έτοιμες σε επιλεγμένα αναγνώσματα του “μαρξισμού της πρόσοψης και του σκηνικού των Ρώσων”, όπως τον αποκαλεί ο Paco Ignacio Taibo II στη βιογραφία του “Ernesto Guevara, γνωστός και ως Che”. Τη στράτευση του την τραβά όσο μπορείκ, με τα σπλάχνα, την καρδιά και το κεφάλι του, ένα κεφάλι άπληστο για κατανόηση και γνώση.

Η περίοδος στην οποία αναπτύσσεται είναι σημαδεμένη από την αποικιοκρατία, με τους πολέμους της, τον ρατσισμό της, και από το κίνημα αποαποικιοποίησης όπως εκφράστηκε σε πολλούς ελευθερωτικούς αγώνες κατά του ιμπεριαλισμού, στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Μάλλον ταιριάζει σ’αυτό το είδος πολιτικών προσδοκιών, ανανεωμένων μετά από δεκαετίες σκέψης αποστειρωμένης από τη γραφειοκρατία της Μόσχας. Η περίσταση μοιάζει να ερεθίζει τα πνεύματα και να ευνοεί την ιδεολογική άμιλλα. Ακολουθώντας τη δική του πορεία, από άλλους δρόμους, ο Malcolm X, στο έδαφος των ΗΠΑ, έχοντας έλθει σε ρήξη με τους μαύρους μουσουλμάνους (Έθνος του Ισλάμ) το 1964, καταλήγει σε συμπεράσματα παρόμοια με του Τσε πριν τη δολοφονία του το 1965: φτάνει να υποστηρίξει έναν μαρξισμό ανοιχτό, ανθρωπιστικό και διεθνιστικό. Δυο ζωές. Δύο δολοφονίες. Δύο πορείες κομμένες πάνω στην ανάπτυξη τους από ένα θάνατο αποφασισμένο από τους ανήσυχους θιασώτες της τάξης των γιάνκηδων.

Η πολιτική του αναζήτηση οδηγεί σταδιακά τον Τσε στον μαρξισμό των απαρχών. Σ’ εκείνον όπου η ανθρωπότητα και το άτομο ήταν τα πάντα, ρίζα και σκοπός του εξισωτικού σχεδίου. Ενός παγκόσμιου σχεδίου που αποτελει αλυσίδα στην οποία ο άνθρωπος, ως κεντρικό πρόσωπο και αυθεντικό επαναστατικό υποκείμενο, ξαναγίνεται το κόκκινο νήμα που ενώνει όλα τα στάδια της κοινωνικής μεταμόρφωσης: από την εξέγερση που γίνεται προσωπικά αισθητή και προξενείται από τις αδικίες της τρέχουσας κοινωνίας μέχρι την ατομική άνθηση που ευνοείται από τη νέα κοινωνία. Ο Τσε κάνει λάβαρο του μια ρήση του Κουβανού ποιητή και επαναστάτη Χοσέ Μαρτί: “Κάθε πραγματικός άνθρωπος πρέπει να αισθάνεται στο δικό του μάγουλο το χτύπημα που δόθηκε στον οποιονδήποτε άνθρωπο”. Το να είσαι πάντα έτοιμος για εξέγερση, το να αγανακτείς, σημαίνει να νοιώθεις ότι ανήκεις σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, σε ένα πεπρωμένο αλληλεγγύης, αποτελεί ήδη δράση. Εκείνος τοποθετεί την ανθρωπότητα στο ίδιο επίπεδο με την οικογένεια. Απαντώντας σε κάποια Μαρία Ροσάριο Γκεβάρα, που τον ρωτά αν είναι δυνατό να είχαν κοινούς προγόνους, απαντά: “Δε νομίζω πως είμαστε πολύ στενοί συγγενείς, αν όμως είστε ικανή να τρέμετε από αγανάκτηση κάθε φορά που γίνεται μια αδικία στον κόσμο, τότε είμαστε σύντροφοι, και αυτό είναι σημαντικότερο”. Λέγοντας τούτο, δεν επιδιώκει να μειώσει τον οικογενειακό δεσμό, αλλά μάλλον να εξάρει μια σχέση παγκόσμια όπου ο καθένας μπορεί εν τέλει να αποτιμά τη δική του καλή κατάσταση σε συνάρτηση με εκείνη του ομοίου του.

Δεν πρόκειται για έναν αλτρουϊσμό που περιορίζεται στο να υπομένει κανείς τη δυστυχία των άλλων σαν βάρος, αλλ’ αντίθετα το ζητούμενο είναι να δρα για ν’αλλάξει τη δική του μοίρα, μέσω εκείνης των άλλων, σε μιαν αμοιβαία άνθηση. Εκείνος υπερασπιζόταν την ιδέα αυτή ενώπιον των νεαρών κομμουνιστών της Κούβας: “Το χρέος κάθε νέου κομμουνιστή είναι να είναι ουσιωδώς άνθρωπος, τόσο άνθρωπος που ν’ αγγίζει το καλύτερο στον άνθρωπο […], ν’αναπτύσσει την ευαισθησία του σε σημείο που να νιώθει την αγωνία όταν ένας άνθρωπος δολοφονείται κάπου στον κόσμο και να ενθουσιάζεται όποτε υψώνεται κάπου μια νέα σημαία ελευθερίας”. Το να ελευθερώσουμε την ανθρωπότητα από τις αλυσίδες της μαχόμενη κατά της προσωπικής αλλοτρίωσης, υπερασπιζόμενοι ηθικές αξίες, ιδού η αυθεντική προσφορά του Τσε στον μαρξισμό.

Από το βιβλίο των Μισέλ Λεβί και Ολιβιέ Μπεσανσενό “Che Guevara: His Revolutionary Legacy” (2009). Ελληνική Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης (εκδ.Φαρφουλάς).

Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.

Advertisements

Πώς έβλεπε ο Τσε τον Σοσιαλισμό

Του Μισέλ Λεβί.

Από την επιτυχία της κουβανικής επανάστασης, το 1959, μέχρι το 1967, η σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα εξελίχτηκε. Αν και οι κεντρικοί άξονες της πολιτικής του θεωρίας και πρακτικής παρέμειναν η χειραφέτηση της Λατινικής Αμερικής και ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό σε παγκόσμιο επίπεδο, από το 1963 και μετά τον απασχολούσε η άσκηση κριτικής στο αδιέξοδο όπου οδηγούσαν τα συστήματα της Ανατολικής Ευρώπης.

Ο Τσε Γκεβάρα απομακρυνόταν ολοένα και περισσότερο από τις αρχικές αυταπάτες του για την ΕΣΣΔ και τον σοβιετικού τύπου μαρξισμό. Σε επιστολή του, το 1965, προς τον φίλο του Αρμάντο Χαρτ (τον κουβανό υπουργό Πολιτισμού), κατακρίνει σκληρά τον « ιδεολογικό μιμητισμό » που έχει κάνει την εμφάνισή του στην Κούβα με την έκδοση σοβιετικών εγχειριδίων για τη διδασκαλία του μαρξισμού.

Εκείνη την εποχή, την άποψή του συμμερίζονταν οι Μαρτίνεζ Χερέντια, Ορέλιο Αλόνσο και ο κύκλος τους στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Αβάνας, οι οποίοι εξέδιδαν την επιθεώρηση « Pensiamento critico ». Τα εγχειρίδια, τα οποία αποκαλούσε « σοβιετικά τούβλα », « έχουν το μειονέκτημα ότι δεν σε αφήνουν να σκεφτείς : το Κόμμα το έχει ήδη κάνει για σένα, κι εσύ οφείλεις να τα χωνέψεις » [1], έγραφε. Είναι ξεκάθαρο ότι αναζητεί ένα νέο μοντέλο, για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, πιο ριζοσπαστική, πιο εξισωτική, πιο αλληλέγγυα.

Το έργο του « Τσε » δεν είναι ένα στεγανό σύστημα που έχει απάντηση για όλα : για πολλά ζητήματα (τη σοσιαλιστική δημοκρατία, τον αγώνα ενάντια στη γραφειοκρατία) η συλλογιστική του παραμένει ατελής και εξαιτίας του θανάτου του, το 1967. Ο Μαρτίνεζ Χερέντια έχει δίκιο να υπογραμμίζει : « το ανολοκλήρωτο της σκέψης του Τσε […] παρουσιάζει και θετικές όψεις. Ο μεγάλος διανοητής είναι παρών, δείχνοντάς μας προβλήματα και δρόμους […] απαιτώντας από τους συντρόφους του να σκέφτονται, να μελετούν, να συνδυάζουν τη θεωρία με την πράξη. Είναι αδύνατον, όταν αποδέχεσαι πραγματικά τη σκέψη του, να τη μετατρέψεις σε δόγμα ή σε θεωρητικό προπύργιο […] τσιτάτων και συνταγών » [2].

Μεταξύ 1960 και 1962, ο Γκεβάρα έτρεφε πολλές ελπίδες για τις « αδελφές χώρες » του « υπαρκτού σοσιαλισμού ». Ύστερα από μερικές επισκέψεις στην ΕΣΣΔ και την Αν. Ευρώπη, και μετά την εμπειρία των πρώτων χρόνων της μετάβασης προς τον σοσιαλισμό στην Κούβα, άρχισε να γίνεται επικριτικός. Η απόκλιση των απόψεών του εκφράστηκε δημόσια σε πολλές περιπτώσεις, κυρίως στον διάσημο « Λόγο του Αλγερίου » το 1965. Όμως, ήδη από την περίοδο 1963-1964, κατά τη διάρκεια του μεγάλου δημόσιου διαλόγου για την οικονομία στην Κούβα, έγινε αισθητή η απόπειρά του να διατυπώσει μια καινούρια προσέγγιση του σοσιαλισμού.

Τα « τούβλα » από την ΕΣΣΔ.

Ο συγκεκριμένος διάλογος είχε οδηγήσει σε αντιπαράθεση τους οπαδούς ενός είδους « σοσιαλισμού της αγοράς » όπου θα υπήρχε αυτονομία των επιχειρήσεων και επιδίωξη της οικονομικής αποτελεσματικότητας, όπως συνέβαινε στην ΕΣΣΔ, και του Γκεβάρα, ο οποίος υποστήριζε έναν κεντρικό σχεδιασμό, βασισμένο σε κοινωνικά, πολιτικά και ηθικά κριτήρια : αντί για πριμ παραγωγικότητας και τιμές καθορισμένες από την αγορά, πρότεινε να παρέχονται δωρεάν ορισμένα αγαθά και υπηρεσίες. Ωστόσο, στις παρεμβάσεις ο Τσε δεν προσδιόριζε με σαφήνεια ποιος θα ελάμβανε τις θεμελιώδεις οικονομικές αποφάσεις. Με άλλα λόγια, ετίθετο το ζήτημα της δημοκρατίας στο σχεδιασμό. Πάνω σε αυτό το θέμα, όπως και σε αρκετά άλλα, ορισμένα ανέκδοτα έως τώρα κείμενα του Γκεβάρα, που δόθηκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα στην Κούβα, ανοίγουν νέες προοπτικές.

Πρόκειται για τις « Κριτικές σημειώσεις » του Τσε στο Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ (έκδοση του 1963 στα ισπανικά) -ένα από τα « τούβλα » που ανέφερε στην επιστολή του προς τον Χαρτ- οι οποίες συντάχθηκαν κατά την παραμονή του στην Τανζανία και κατόπιν, κυρίως, στην Πράγα, τη διετία 1965-1966. Δεν μιλάμε για βιβλίο, ούτε καν για δοκίμιο, αλλά για μια συλλογή αποσπασμάτων του σοβιετικού έργου, τα οποία συνοδεύονται από σχόλια, συχνά αιχμηρά και ειρωνικά [3].

Περιμέναμε την έκδοση αυτού του ντοκουμέντου εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Για δεκαετίες έμεινε « εκτός κυκλοφορίας » : η μόνη παραχώρηση ήταν να αφήσουν μερικούς κουβανούς ερευνητές να το μελετήσουν και να δημοσιοποιήσουν ορισμένα αποσπάσματα [4]. Χάρη στη Μαρία ντελ Κάρμεν Αριέτ Γκαρσία, του Κέντρου Μελετών Τσε Γκεβάρα της Αβάνας, βρίσκεται σήμερα στη διάθεση όλων των ενδιαφερόμενων. Η διευρυμένη έκδοση περιέχει και διάφορα άλλα ανέκδοτα κείμενα : μια επιστολή στον Φιντέλ Κάστρο, γραμμένη τον Απρίλιο του 1965, η οποία χρησιμεύει ως πρόλογος του βιβλίου, σημειώσεις πάνω σε κείμενα του Μαρξ και του Λένιν, μια επιλογή των πρακτικών των συζητήσεων ανάμεσα στον Γκεβάρα και τους συνεργάτες του στο υπουργείο Βιομηχανίας (1963-1965), τα οποία εν μέρει είχαν ήδη εκδοθεί τη Γαλλία και την Ιταλία τη δεκαετία του 1970, επιστολές σε διάφορες προσωπικότητες (Πολ Σουίζι, Σαρλ Μπετελέμ), αποσπάσματα μιας συνέντευξης στο αιγυπτιακό περιοδικό « Al Taliah » (Απρίλιος 1965).

Το έργο εκφράζει παράλληλα την ανεξαρτησία πνεύματος του Γκεβάρα, την κριτική αποστασιοποίησή του από τον « υπαρκτό σοσιαλισμό », καθώς και την αναζήτηση ενός ριζοσπαστικού δρόμου. Δείχνει επίσης και τα όρια της συλλογιστικής του.

Ας αρχίσουμε από τα τελευταία : Ο Τσε, μέχρι εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή -δεν γνωρίζουμε αν η ανάλυσή του προχώρησε κατά τη διάρκεια της διετίας 1966-1967- δεν έχει κατανοήσει το πρόβλημα του σταλινισμού. Αποδίδει τα αδιέξοδα που παρατηρήθηκαν στην ΕΣΣΔ τη δεκαετία του 1960, στη… Νέα Οικονομική Πολιτική του Λένιν ! Βέβαια, σκέφτεται ότι, εάν ο Λένιν είχε ζήσει περισσότερο -« διέπραξε το σφάλμα να πεθάνει », παρατηρεί με χιούμορ- θα είχε διορθώσει εκείνες τις επιπτώσεις της που οδήγησαν στα μεγαλύτερα πισωγυρίσματα. Παραμένει πεπεισμένος ότι η εισαγωγή καπιταλιστικών στοιχείων από τη Νέα Οικονομική Πολιτική οδήγησε σε βαθύτατες παρεκκλίσεις, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση του καπιταλισμού, η οποία παρατηρήθηκε στην ΕΣΣΔ το 1963.

Καμία από τις κριτικές σημειώσεις του για τη Νέα Οικονομική Πολιτική δεν στερείται ενδιαφέροντος. Μερικές φορές συμπίπτουν με εκείνες που διατύπωσε η αριστερή αντιπολίτευση (στην ΕΣΣΔ) την περίοδο 1925-1927 : για παράδειγμα, όταν διαπιστώνει ότι « τα στελέχη του κόμματος συμμάχησαν με το σύστημα, δημιουργώντας μια προνομιούχο κάστα ». Όμως, η ιστορική υπόθεση που καθιστά τη Νέα Οικονομική Πολιτική υπεύθυνη για τις φιλοκαπιταλιστικές τάσεις στην ΕΣΣΔ του Λεονίντ Μπρέζνιεφ, προφανώς ελάχιστα στέκει. Όχι ότι ο Γκεβάρα αγνοούσε τον ολέθριο ρόλο του Στάλιν… Σημειώνει κάπου, με εντυπωσιακή ακρίβεια : « Το τρομερό ιστορικό έγκλημα του Στάλιν υπήρξε το γεγονός ότι περιφρόνησε την κομμουνιστική εκπαίδευση και καθιέρωσε την απεριόριστη λατρεία της εξουσίας ». Αν και δεν πρόκειται για ανάλυση του σταλινικού φαινομένου, είναι ήδη εμφανής η κατηγορηματική του απόρριψη από τον Τσε.

Σοσιαλιστικός επεκτατισμός

Στον « Λόγο του Αλγερίου », ο Γκεβάρα απαιτούσε από τις χώρες που αυτοπροσδιορίζονταν ως σοσιαλιστικές να θέσουν τέρμα « στη σιωπηρή συνενοχή τους με τις χώρες των εκμεταλλευτών, τις δυτικές χώρες ». Αυτή η πρακτική εκφραζόταν μέσα από τους άνισους όρους ανταλλαγών με τους λαούς που αγωνίζονταν ενάντια στον ιμπεριαλισμό [5]. Το ζήτημα επανέρχεται πολλές φορές στις « Κριτικές σημειώσεις » του στο σοβιετικό εγχειρίδιο. Ενώ οι συγγραφείς του επίσημου έργου εξυμνούν την « αμοιβαία βοήθεια » ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες, ο πρώην υπουργός Βιομηχανίας της Κούβας είναι υποχρεωμένος να διαπιστώσει ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα : « Εάν ο προλεταριακός διεθνισμός πρωτοστατούσε στις ενέργειες των κυβερνήσεων κάθε σοσιαλιστικής χώρας, (…) αυτό θα αποτελούσε μεγάλη επιτυχία. Όμως, ο διεθνισμός έχει αντικατασταθεί από τον σοβινισμό (της υπερδύναμης ή της μικρής χώρας) ή από την υποταγή στην ΕΣΣΔ (…). Αυτή η κατάσταση πληγώνει όλα τα τίμια όνειρα των κομουνιστών σε ολόκληρο τον κόσμο ».

Μερικές σελίδες παρακάτω, σε ένα ειρωνικό σχόλιο για τον τρόπο με τον οποίο το εγχειρίδιο εξυμνούσε τον καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες, ο οποίος υποτίθεται ότι στηριζόταν στην « αδελφική συνεργασία », ο Γκεβάρα παρατηρεί : « Η σφηκοφωλιά της Κομεκόν [6] διαψεύδει αυτόν τον ισχυρισμό στην πράξη. Το κείμενο αναφέρεται σε μια ιδανική κατάσταση η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα με την εφαρμογή στην πράξη του προλεταριακού διεθνισμού, ωστόσο, σήμερα αυτός είναι αξιοθρήνητα απών ». Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται κι ένα άλλο απόσπασμα, στο οποίο διαπιστώνει με πικρία ότι στις σχέσεις των χωρών που υποστηρίζουν ότι είναι σοσιαλιστικές συναντάμε « φαινόμενα επεκτατισμού, ετεροβαρών ανταλλαγών, ανταγωνισμού, έως και κάποιον βαθμό εκμετάλλευσης, και οπωσδήποτε την υποταγή των ασθενέστερων κρατών στα ισχυρότερα ».

Τέλος, όταν το εγχειρίδιο μιλάει για την « οικοδόμηση του σοσιαλισμού » στην ΕΣΣΔ, η κριτική του Τσε θέτει το ρητορικό ερώτημα : « Μπορούμε να οικοδομήσουμε τον σοσιαλισμό σε μια μονάχα χώρα ; » Μια άλλη παρατήρηση κινείται έχει παρόμοια αφετηρία : ο Τσε διαπιστώνει ότι ο « Λένιν είχε διατρανώσει απερίφραστα τον παγκόσμιο χαρακτήρα της επανάστασης, πράγμα που στη συνέχεια διαψεύστηκε ». Πρόκειται για μια ξεκάθαρη αιχμή προς την « οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια μονάχα χώρα » [7].

Στις περισσότερες κριτικές του Γκεβάρα αντιστοιχούν οικονομικά κείμενά του της διετίας 1963-1964 : υπεράσπιση του κεντρικού σχεδιασμού ενάντια στον νόμο της αξίας και ενάντια στα αυτόνομα εργοστάσια που λειτουργούν με τους κανόνες της αγοράς. Ανησυχεί επίσης για τα πριμ που χορηγούνται ως υλικό κίνητρο στους διευθυντές των εργοστασίων, καθώς θεωρεί ότι αποτελούν όχημα διαφθοράς. Ο Γκεβάρα υπερασπίζεται το σχεδιασμό ως κεντρικό άξονα της διαδικασίας της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, επειδή « απελευθερώνει το ανθρώπινο ον από την κατάσταση του οικονομικού πράγματος ». Ωστόσο, αναγνωρίζει στην επιστολή του προς τον Φιντέλ ότι στην Κούβα « οι εργαζόμενοι δεν συμμετέχουν στη σύνταξη του πλάνου ».

Ποιος πρέπει να εκπονεί τον σχεδιασμό ;

Ο διάλογος της περιόδου 1963-1964 δεν είχε δώσει απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Στις « Κριτικές σημειώσεις » του 1965-1966 βρίσκουμε πολύ πιο ενδιαφέρουσες και πιο προωθημένες απόψεις : ορισμένα αποσπάσματα θέτουν ξεκάθαρα την αρχή της λήψης των αποφάσεων για τα μεγάλα οικονομικά ζητήματα από τον ίδιο τον λαό. Οι μάζες, γράφει ο Τσε, οφείλουν να συμμετέχουν στην εκπόνηση του πλάνου, ενώ η εκτέλεσή του αποτελεί ένα καθαρά τεχνικό θέμα. Κατά τη γνώμη του, στην ΕΣΣΔ η θεώρηση του πλάνου ως « μια οικονομική απόφαση των μαζών, οι οποίες έχουν συνείδηση του ρόλου τους », αντικαταστάθηκε από ένα πλασέμπο, τους οικονομικούς μοχλούς που καθορίζουν τα πάντα. Οι μάζες, επιμένει, « οφείλουν να έχουν τη δυνατότητα να κατευθύνουν το πεπρωμένο τους, να αποφασίζουν το μερίδιο που θα διατεθεί για τη συσσώρευση και το μερίδιο που θα διατεθεί για κατανάλωση », ενώ η οικονομική τεχνική οφείλει να εργάζεται με βάση τους αριθμούς τους οποίους έχει αποφασίσει ο λαός, και η « συνείδηση των μαζών οφείλει να εξασφαλίζει την επίτευξη αυτών των στόχων ».

Αυτό το ζήτημα επανέρχεται αρκετές φορές : όπως γράφει, οι εργάτες, και ο λαός γενικότερα « θα αποφασίζουν για τα μεγάλα προβλήματα της χώρας (ρυθμός ανάπτυξης, συσσώρευση-κατανάλωση) », ακόμα κι αν το πλάνο ανήκει στην αρμοδιότητα των ειδικών. Αυτός ο υπερβολικά μηχανικός διαχωρισμός ανάμεσα στη λήψη των οικονομικών αποφάσεων και στην εκτέλεσή τους είναι συζητήσιμος. Ο Γκεβάρα δεν έχει φτάσει ακόμα σε όλα τα πολιτικά συμπεράσματα που αυτός συνεπάγεται -εκδημοκρατισμός της εξουσίας, πολιτικός πλουραλισμός, ελευθερία της δημιουργίας οργανώσεων- ωστόσο, η σημασία αυτής της νέας αντίληψης για την οικονομική δημοκρατία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί [8].

Μπορούμε να θεωρήσουμε τις σημειώσεις ως ένα σημαντικό βήμα στο δρόμο του Γκεβάρα προς μια εναλλακτική κομουνιστική δημοκρατική λύση απέναντι στο σοβιετικό μοντέλο. Αυτός ο δρόμος διακόπηκε απότομα τον Οκτώβριο του 1967, από τους βολιβιανούς δολοφόνους του που εργάζονταν για λογαριασμό της CIA.

«Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 11 Δεκεμβρίου 2007 – Le Monde Diplomatique.

Υποσημειώσεις:

Ο Μισέλ Λεβί.

[1] Η επιστολή, η οποία παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα ανέκδοτη, παρουσιάστηκε στο έργο του Nestor Kohau, « Ernesto Che Guevara. Otro mondo es possible », Nuestra America, Μπουένος Αϊρες, 2003, σελ. 156-158.

[2] « Che, el socialismo y el comunismo », στο « Pensar el Che, Centro de estudios sobre America », Editorial Jose Marti, Αβάνα, 1989, τόμος ΙΙ, σελ.30.

[3] Ernesto Che Guevara, « Apuntes criticos a la economia politica », Ocean Press, Αβάνα, 2006.

[4] Βλέπε Carrlos Tablada, « El pensiamento economico de Ernesto Che Guevara » (τριάντα εκδόσεις από το 1987, η τελευταία εκ των οποίων στον « Ruth Casa Editorial », Παναμάς, 2005), Orlando Borrego, « El camino del fuego », Imagen Contempor―nca, Αβάνα, 2001.

[5] Ernesto Che Guevara, « Obras 1957-1967 », Maspero, Παρίσι, 1970, τόμος ΙΙ, σελ. 574.

[6] Συμβούλιο Αμοιβαίας Οικονομικής Βοήθειας : ένα είδος Κοινής Αγοράς των χωρών του « υπαρκτού σοσιαλισμού ».

[7] Αυτή η πολιτική θεωρία την οποία υποστήριξε ο Στάλιν το 1924 και η οποία ερχόταν σε αντίθεση με τις « διεθνιστικές » αρχές που υποστήριζε παλαιότερα ο Λένιν, υιοθετήθηκε από το 14ο Συνέδριο του Κομουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης στις 18 Δεκεμβρίου του 1925.

[8] Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι στις συζητήσεις με τους συνεργάτες του στο υπουργείο Βιομηχανίας οι οποίες δημοσιεύονται στον ίδιο τόμο, ο Γκεβάρα υπερασπίστηκε πολλές φορές την ελευθερία της έκφρασης. Έτσι, σε μια συζήτηση τον Νοέμβριο του 1964 επιμένει : « Δεν είναι δυνατόν να καταστρέψεις μια γνώμη με τη βία, αυτό μπλοκάρει όλη την ελεύθερη ανάπτυξη της διάνοιας ».

1974: Όταν ο Τσε ήταν απαγορευμένος στην Ελλάδα…

Αθήνα, Ιανουάριος 1974. Ο Σύλλογος εκδοτών βιβλιοπωλών κοινοποιεί… διαταγή της Γενικής Ασφάλειας και του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων γιά την απαγόρευση κυκλοφορίας του βιβλίου του Μισέλ Λεβί «Ο Τσε Γκεβάρα και ο Μαρξισμός».

ΚΛΙΚ ΓΙΑ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Α π α γ ο ρ ε ύ ο μ ε ν

1. Την εμπορίαν (λιανικήν ή χονδρικήν) ως και την καθ’ οιονδήποτε τρόπον κυκλοφορίαν ή διάθεσιν του υπό του εκδοτικού οίκου «ΚΑΡΑΝΑΣΗ» εκδοθέντος κομμουνιστικού βιβλίου του MICHAEL LOWY «Ο ΤΣΕ ΓΚΟΥΕΒΑΡΑ ΚΑΙ Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ», μετάφρασις Έλλης Αλεξίου.

2. Εκδόται, βιβλιοπώλαι και πάντες οι μετ’ αυτών συναλλασσόμενοι, κατέχοντες το εν λόγω βιβλίον επί σκοπώ πωλήσεως ή κατ’ άλλον τρόπον διαθέσεως υποχρεούνται όπως εντός πέντε (5) ημερών το δηλώσουν εις τα αρμοδίας Αστυνομικάς Αρχάς, αποσύρουν δε της κυκλοφορίας τούτο εναποθέτοντες εις τας αποθήκας των.

3. Οι παραβάται της παρούσης θα παραπέμπονται εις τας Έκτακτα Στρατοδικεία και θα τιμωρούνται συμφώνως προς τας διατάξεις του «περί καταστάσεως πολιορκίας» Νόμου.

Εν Αθήναις τη 25η Ιανουαρίου 1974

Ο Αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΠΟΝΑΝΟΣ, Στρατηγός.