Το μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα: Οικοδομώντας το Κόμμα της Εργατικής Τάξης (Μέρος ‘Β)

che guevara guevaristas 876Εισαγωγή στο βιβλίο “Το Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κόμμα” που εκδόθηκε το 1963 από την Εθνική Διοίκηση του Ενιαίου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Συνέχεια από το Πρώτο Μέρος

Μέσα στη μεγάλη επαναστατική πάλη για την εξουσία αυτός ήταν ένας μικρότερος αγώνας για τον εσωτερικό έλεγχο. Τα πρόσφατα γεγονότα της Αλγερίας εξηγούνται καθαρά μέσα από αναλογίες με την κουβανική επανάσταση. Η επαναστατική πτέρυγα δεν αφήνεται να απομακρυνθεί από την εξουσία και αγωνίζεται μέχρι να έρθει ολόκληρη η εξουσία στα χέρια της. Ο Απελευθερωτικός Στρατός είναι ο αυθεντικός εκπρόσωπος της νικηφόρας επανάστασης.

Οι συγκρούσεις ξεσπούν περιοδικά και η ενιαία διοίκηση γίνεται πραγματικότητα (αν και παρ’ όλα αυτά όχι αποδεκτή ακόμη απ’ όλους) μόνο όταν ο Φιντέλ διορίζεται πρωθυπουργός, λίγους μήνες μετά την κατάκτηση της νίκης της επανάστασης. Τι είχαμε κάνει μέχρι εκείνη την στιγμή; Είχαμε αποκτήσει, όπως είπε κάποτε ο Φιντέλ, το δικαίωμα να ξεκινήσουμε. Είχαμε μόνο ολοκληρώσει ένα στάδιο που βασίζονταν στον μέχρι θανάτου αγώνα ενάντια στο σύστημα που ίσχυε στην Κούβα και εκπροσωπούσε ο δικτάτορας Μπατίστα. Όμως, το γεγονός ότι ακολουθούσαμε με συνέπεια μια επαναστατική γραμμή που έτεινε να βελτιώσει την κατάσταση της κοινωνίας μας και να την απελευθερώσει όσο το δυνατό από τις οικονομικές δεσμεύσεις, μας οδηγούσε αναγκαστικά σε μια μετωπική πάλη με τον ιμπεριαλισμό. 

Ο ιμπεριαλισμός υπήρξε ένας πολύ σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη και το βάθεμα της ιδεολογίας μας. Κάθε χτύπημα που μας έδινε απαιτούσε μια απάντηση. Κάθε φορά που αντιδρούσαν οι βορειοαμερικάνοι, με τη συνηθισμένη τους αλαζονεία, παίρνοντας κάποια μέτρα ενάντια στην Κούβα, εμείς έπρεπε να πάρουμε τα αναγκαία αντίμετρα και έτσι βάθαινε η επανάσταση.

Το Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα συμμετείχε σε αυτό το μέτωπο και οι σύντροφοι που είχαν μια πολύχρονη επαναστατική στράτευση, μα και εκείνοι που έφταναν στην εξουσία μέσα από τον αγώνα στο βουνό ξεκινούσαν το καθήκον συγχώνευσης. Ήδη εκείνη την εποχή, ο Φιντέλ προειδοποιούσε για κάποιους κινδύνους σεχταρισμού και έκανε κριτική σε εκείνους που κοπανούσαν στους άλλους στα δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια της στράτευσης τους, καθώς και στο σεχταρισμό των “μουσάτων” (μπαρμπούδος) του βουνού και των αγωνιστών της πόλης που είχαν συνηθίσει στο πιστολίδι.

Την εποχή της ένοπλης πάλης υπήρχε μια ομάδα συντρόφων που προσπαθούσε να υπερασπίσει το κίνημα από τον δήθεν καουντιγισμό του συντρόφου Φιντέλ και διέπραξαν το σφάλμα, που θα επαναλαμβανόταν αργότερα, την εποχή του σεχταρισμού, να συγχέουν τα μεγάλα προσόντα του καθοδηγητή, του ηγέτη της επανάστασης και τις αναμφισβήτητες διοικητικές του αρετές, με ένα άτομο του οποίου μοναδική φροντίδα ήταν η δίχως όρους στήριξη των δικών του και η εγκαθίδρυση ενός συστήματος καουντιγισμού. Ήταν ένας αγώνας πλαστών αρχών μιας ομάδας συντρόφων, αγώνας που ούτε καν τελείωσε την 1η του Γενάρη, ή την στιγμή που ο Φιντέλ ανέλαβε τη θέση του πρωθυπουργού, αλλά πολύ αργότερα, όταν συνετρίβη η δεξιά πτέρυγα του Κινήματος 26ης Ιούλη. Έτσι έπεσαν, γιατί αντικαταστάθηκαν στη λαϊκή θέληση, οι Ουρούτια, Μίρο Καρδόνα, Ράι, Ουμπέρτο Μάτος, Νταβίδ Σαλβαδόρ και τόσοι άλλοι προδότες.

Μετά την τελική νίκη ενάντια στη δεξιά πτέρυγα, ξεπηδά η ανάγκη να οικοδομηθεί ένα κόμμα: το Ενιαίο Κόμμα της Επανάστασης, εκφραστής του μαρξισμού-λενινισμού στις νέες συνθήκες της Κούβας. ¨Επρεπε να είναι ένας οργανισμός δεμένος με τις μάζες, με στελέχη αυστηρά επιλεγμένα και με συγκετρωτική και ταυτόχρονα ευλύγιστη οργάνωση. Και για όλα αυτά είχαμε τυφλή εμπιστοσύνη στο κύρος που είχε κερδίσει το Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα στη διάρκεια πολλών χρόνων πάλης, εγκαταλείποντας σχεδόν ολότελα τα δικά μας οργανωτικά κριτήρια. Έτσι άρχισαν να δημιουργούνται μια σειρά συνθήκες για να ωριμάσει ο καρπός που λέγεται σεχταρισμός.

Στη διαδικασία της οικοδόμησης του κόμματος, ο σύντροφος Ανίμπαλ Εσκαλάντε είχε αναλάβει την οργάνωση και άρχισε ένα ζοφερό, αν και ευτυχώς πολύ σύντομο, στάδιο της ανάπτυξης μας. Γίνονταν λάθη στις μεθόδους καθοδήγησης. Το Κόμμα έχανε τις ουσιαστικές του ιδιότητες, δηλαδή την σύνδεση με τις μάζες, την εφαρμογή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και το πνεύμα θυσίας. Μερικές φορές, καταφεύγοντας σε πραγματικές ταχυδαχτυλουργίες, άνθρωποι δίχως πείρα και αρετές τοποθετούνταν σε καθοδηγητικές θέσεις, απλά και μόνο γιατί προσαρμόστηκαν στην επικρατούσα κατάσταση.

Οι ΕΕΟ χάνουν το ρόλο τους σαν ιδεολογικοί κινητήριοι μηχανισμοί – και όργανα ελέγχου όλου του παραγωγικού μηχανισμού, μέσα από αυτόν τον ρόλο – και καταλήγουν σε διοικητικό μηχανισμό. Σε αυτές τις συνθήκες, το σήμα κινδύνου που έπρεπε να δοθεί από την επαρχία, εξηγώντας μια σειρά προβλήματα που υπήρχαν εκεί, χάνονταν, γιατί αυτοί που έπρεπε να αναλύσουν τη δουλειά των διοικητικών στελεχών ήταν εκείνοι ακριβώς οι καθοδηγητές του πυρήνα που είχαν μια διπλή λειτουργία: στο Κόμμα και στη δημόσια διοίκηση. Το στάδιο των λαθεμένων αντιλήψεων, των μεγάλων λαθών και των μηχανιστικών μεταφορών, έχει, ευτυχώς, τελειώσει. Οι παλιές βάσεις πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε το σεχταριστικό έκτρωμα έχουν διαλυθεί.

Μπροστά στα προβλήματα, η απόφαση της Εθνικής Διοίκησης με επικεφαλής τον Φιντέλ ήταν η επιστροφή στις μάζες, η προσφυγή στις μάζες. Έτσι καθιερώθηκε το σύστημα συζητήσεων σε όλους τους τόπους δουλειάς, ώστε οι ίδιες οι εργατικές μάζες να επιλέγουν τους παραδειγματικούς εργάτες και να έχουν τη δυνατότητα να επιλέγονται για να ενταχθούν στις Κομματικές Οργανώσεις Βάσης ενός κόμματος στενά δεμένου με τις μάζες.

Στα πλαίσια των αλλαγών του Κόμματος αναμορφώθηκε το σύστημα επιμόρφωσης, επιβραβεύοντας. Όχι όπως στο παρελθόν τους φίλους, τα “φωτεινά μυαλά”, τους “αριστοτέχνες του μαρξισμού”, αλλά τους καλύτερους εργαζόμενους, τους ανθρώπους που έχουν αποδείξει με την στάση τους απέναντι στην επανάσταση, με την καθημερινή τους δουλειά, τον ενθουσιασμό και το πνεύμα αυτοθυσίας τους, τις ύψιστες αρετές του μέλους του ηγετικού κόμματος. Σύμφωνα με τα παραπάνω έχουν αλλάξει όλα τα κριτήρια μας και αρχίζει μια νέα εποχή ισχυροποίησης του Κόμματος των μεθόδων του. Ξανανοίγεται μπροστά μας ο πλατύς και φωτεινός δρόμος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όπου το Κόμμα έχει το καθήκον της καθοδήγησης. Αυτή η καθοδήγηση δεν θα έχει μηχανιστικό και γραφειοκρατικό χαρακτήρα, δεν θα ασκεί στενό, σεχταριστικό έλεγχο, δεν θα δίνει διαταγές και συμβουλές που θα πρέπει να ακολουθηθούν, επειδή κάποια τις λένε, και όχι επειδή αποτελούν ζωντανό παράδειγμα, προνόμιο των ιδεών και της ιστορίας του παρελθόντος.

Το κόμμα του μέλλοντος θα είναι στενά δεμένο με τις μάζες και θα εμπνέεται από αυτές τις μεγάλες ιδέες που αργότερα θα αποτελέσουν συγκεκριμένες οδηγίες. Ένα κόμμα που θα εφαρμόζει αυστηρά την πειθαρχία του, σύμφωνα με τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, και όπου διαρκώς θα υπάρχουν και θα γίνονται ανοικτά η συζήτηση και η κριτική και η αυτοκριτική για να βελτιώνεται συνεχώς η δουλειά. Σε αυτό το στάδιο θα είναι ένα κόμμα στελεχών, των καλύτερων. Και αυτά τα στελέχη θα πρέπει να εκπληρώνουν το δυναμικό τους καθήκον να βρίσκονται σε επαφή με το λαό, να μεταφέρουν τις εμπειρίες του στα ανώτερα κλιμάκια, να μεταφέρουν στις μάζες τις συγκεκριμένες οδηγίες και να μπαίνουν επικεφαλής τους. Πρώτοι στις σπουδές, πρώτοι στη δουλειά, πρώτοι στον επαναστατικό ενθουσιασμό, πρώτη στη θυσία. Κάθε στιγμή καλύτερα, αγνότεροι, πιο ανθρώπινοι απ’ όλους τους άλλους, πρέπει να είναι τα στελέχη του κόμματος μας.

Γιατί πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι ο μαρξιστής δεν είναι μια αυτόματη και φανατική μηχανή, που σκοπεύει σε κάποιον συγκεκριμένο στόχο σαν κατευθυνόμενος πύραυλος. Με σαφήνεια ασχολείται ο Φιντέλ μ’αυτό το πρόβλημα σε έναν από τους λόγους του:

Ποιός είπε ότι ο μαρξισμός είναι η απάρνηση των ανθρωπίνων αισθημάτων, της συντροφικότητας, της αγάπης, του σεβασμού και της εκτίμησης προς το σύντροφο; Ποιός είπε ότι ο μαρξισμός σημαίνει να μην έχεις ψυχή, μήτε αισθήματα; Μα ήταν ακριβώς η αγάπη προς τον άνθρωπο που γέννησε το μαρξισμό. Ήταν η αγάπη προς τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα, ο πόθος να καταπολεμηθεί η δυστυχία του προλεταριάτου, ο πόθος να καταπολεμηθεί η μιζέρια, η αδικία, τα βάσανα και όλη η εκμετάλλευση που υφίσταται το προλεταριάτο, που οδήγησε το νου του Καρλ Μαρξ να δώσει ζωή στο μαρξισμό, την στιγμή ακριβώς που μπορούσε να γεννηθεί ο μαρξισμός. Την στιγμή ακριβώς που μπορούσε να αναδυθεί μια πραγματική δυνατότητα και κάτι παραπάνω απο μια πραγματική δυνατότητα, η ιστορική αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης, της οποίας ερμηνευτής ήταν ο Καρλ Μαρξ. Τι τον οδήγησε, όμως, να γίνει ερμηνευτής της κοινωνικής επανάστασης, αν όχι η ορμητικότητα των συναισθημάτων ανθρώπων σαν αυτόν, σαν τον Ένγκελς, το Λένιν;”.

Αυτή η εκτίμηση του Φιντέλ είναι θεμελιώδης για το μέλος του νέου κόμματος. Να τη θυμάστε πάντα, σύντροφοι, αποτυπόστε τη στη μνήμη σας σαν το αποτελεσματικότερο όπλο ενάντια σε κάθε περέκκλιση. Ο μαρξιστής πρέπει να είναι ο καλύτερος, ο πιο ακέραιος, ο πιο ολοκληρωμένος από τα ανθρώπινα όντα, όμως πάντα, πάνω απο όλα, πρέπει να είναι ανθρώπινο ον. Πρέπει να είναι μέλος ενός κόμματος που ζει και πάλλεται σ’επαφή με τις μάζες – ένας καθοδηγητής που μετατρέπει τις επιθυμίες των μαζών, ακόμη και τις πιο κρυφές, σε συγκεκριμένες οδηγίες – ένας ακούραστος δουλευτής που προσφέρει τα πάντα στο λαό του, ένας εργαζόμενος που θυσιάζεται προσφέροντας τις ώρες ανάπαυσης του, την προσωπική του ηρεμία, την οικογένεια ή τη ζωή του στην επανάσταση, δίχως όμως ποτέ να αποξενώνεται από τη ζεστασιά της ανθρώπινης επαφής.

Στο διεθνές πεδίο, το κόμμα μας θα έχει σοβαρές υποχρεώσεις. Είμαστε η πρώτη σοσιαλιστική χώρα της Αμερικής, ένα παράδειγμα προς μίμηση για άλλες χώρες, μια ζωντανή εμπειρία που θα αξιοποιήσουν τα άλλα αδελφά κόμματα. Μια εμπειρία ζωντανή, επαναλαμβανόμενη και μεταλλασσόμενη που φέρνει στο φως της δημοσιότητας όλες τις επιτυχίες και τα λάθη της. Με αυτόν τον τρόπο το παράδειγμα της είναι πιο διδακτικό και δεν φιλοδοξεί να υποστηριχθεί απλά απο εκείνους που έχουν ομολογήσει την πίστη τους στο μαρξισμό-λενινισμό, αλλά από τις λαϊκές μάζες της Αμερικής.

Η δεύτερη Διακήρυξη της Αβάνας είναι οδηγός για το προλεταριάτο, την αγροτιά και τους επαναστάτες διανοούμενος της Λατινικής Αμερικής. Η στάση μας θα είναι μόνιμος οδηγός. Πρέπει να είμαστε άξιοι αυτής της θέσης που κατέχουμε, να δουλεύουμε καθημερινά σκεπτόμενη την Αμερική μας. Να δυναμώνουμε όλο και περισσότερο τις βάσεις του κράτους μας, την οικονομική του οργάνωση και την πολιτική του ανάπτυξη, για να μπορούμε ταυτόχρονα να βελτιωνόμαστε εσωτερικά. Να πείθουμε όλο και περισσότερο τους λαούς της Αμερικής για την πραγματική δυνατότητα να ξεκινήσει η πορεία της σοσιαλιστικής ανάπτυξης, στο σημερινό στάδιο του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων.

Και όλα αυτά δίχως να ξεχνάμε πως η ικανότητα μας να συγκινούμαστε μπροστά στη βία των επιθετιθέμενων και στα βάσανα των λαών, δεν πρέπει να περιορίζεται στα πλαίσια της Λατινικής Αμερικής, ούτε καν στα πλαίσια της Λατινικής Αμερικής και των σοσιαλιστικών χωρών μαζί. Πρέπει να κάνουμε πράξη τον πραγματικό προλεταριακό διεθνισμό, να αντιμετωπίζουμε σαν προσβολή απέναντι μας οποιαδήποτε επίθεση, οποιαδήποτε προσβολή, κάθε πράξη που έρχεται σε αντίθεση με την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, την ευτυχία του σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.

Εμείς, μέλη ενός νέου κόμματος, σε μια νέα απελευθερωμένη περιοχή του κόσμου και σε νέες συνθήκες, πρέπει να κρατάμε πάντα ψηλά την ίδια την σημαία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που ύψωσε ο δικός μας Χοσέ Μαρτί, που υπήρξε καθοδηγητής πολλών γενιών, και που είναι σήμερα παρών, με την ίδια φρεσκάδα όπως πάντα, στην πραγματικότητα της Κούβας: “Κάθε αληθινός άνθρωπος πρέπει να νιώθει στο δικό του μάγουλο, το χτύπημα που δίνεται στο μάγουλο οποιουδήποτε ανθρώπου”.  

Advertisements

Το μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα: Οικοδομώντας το Κόμμα της Εργατικής Τάξης (Μέρος ‘Α)

che_face46Εισαγωγή στο βιβλίο «Το Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κόμμα» που εκδόθηκε το 1963 από την Εθνική Διοίκηση του Ενιαίου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης.

Δύο πράγματα είναι στενά δεμένα μεταξύ τους: η γενική θεωρία σαν έκφραση της πείρας του ΚΚΣΕ και των μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων όλης της ανθρωπότητας και η πρακτική εφαρμογή αυτών των γενικών ιδεών στα δικά μας ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Από τις ιδιαιτερότητες που προσδιορίζουν το πλαίσιο της ανάπτυξης των κοινωνικών γεγονότων σ’αυτήν την περιοχή του κόσμου, δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι υπάρχουν ιστορικές εξαιρέσεις. Απλά, μέσα στα γενικά πλαίσια της θεωρίας, που είναι καρπός της πείρας, εμπίπτει και η ιδιαίτερη περίπτωση της Κούβας που προσθέτει νέες εμπειρίες στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα.

Το εγχειρίδιο “Το μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα” μας δείχνει με λαμπρή σαφήνεια τι είναι ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα: “Άτομα συσπειρωμένα γύρω από ένα σύνολο κοινών ιδεών που ενώνονται για να δόσουν ζωή στις μαρξιστικές αντιλήψεις, δηλαδή, για να εκπληρώσουν την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης”. Εξηγεί επιπλέον, πως ενα κόμμα δε μπορεί να ζει απομονωμένο από τις μάζες, πως πρέπει να είναι σε διαρκή επικοινωνία μαζί τους, πως πρέπει να ασκεί την κριτική και την αυτοκριτι8κή και να είναι πολύ αυστηρό με τα λάθη του – πως δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο στης αρνητικές αντιλήψεις της πάλης ενάντια σε κάτι, αλλά και στις θετικές αντιλήψεις της πάλης για κάτι. Εξηγεί πως τα μαρξιστικά κόμματα δεν πρέπει να σταυρώνουν τα χέρια και να περιμένουν να εκπληρωθούν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες, που δημιουργούνται μέσα από τον πολύπλοκο μηχανισμό της ταξικής πάλης, όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να πέσει η εξουσία στα χέρια του λαού σαν ώριμο φρούτο. Δείχνει τον καθοδηγητικό και καταλυτικό ρόλο αυτού του κόμματος, της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, καθοδηγητή της τάξης του, που ξέρει να της δείχνει το δρόμο για τη νίκη και να επιταχύνει τα βήματα προς νέες κοινωνικές καταστάσεις. Τονίζει ότι ακόμη και στις στιγμές κοινωνικής άμβλυνσης, είναι αναγκαίο να ξέρει να υποχωρεί και να διατηρεί σταθερά τα στελέχη, για να μπορεί να στηριχτεί πάνω τους στο επόμενο κύμα και έτσι να προχωρήσει ακόμη μακρύτερα, προς τον θεμελιώδη στόχο του κόμματος την πρώτη επαναστατική περίοδο, που είναι η κατάληψη της εξουσίας.

Και είναι λογικό αυτό το κόμμα να είναι ταξικό. Ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα δύσκολα θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο. Αποστολή του είναι η αναζήτηση του πιο σύντομου δρόμου για την επίτευξη της δικτατορίας του προλεταριάτου. Τα πιο πολύτιμα μέλη του, τα καθοδηγητικά του στελέχη και η τακτική του πηγάζουν από την εργατική τάξη.

Δε νοείται να ξεκινήσει η οικοδόμηση του σοσιαλισμού με ένα κόμμα της αστικής τάξης, ένα κόμμα που ανάμεσα στα μέλη του θα είχε έναν σημαντικό αριθμό εκμεταλλευτών, που θα είχαν μάλιστα την ευθύνη να καθορίσουν την πολιτική του γραμμή. Είναι φανερό πως μια τέτοια ομάδα μπορεί να καθοδηγήσει τον αγώνα σε ΄να εθνικοαπελευθερωτικό στάδιο, μέχρι κάποιο επίπεδο και κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις. Την αμέσως επόμενη στιγμή, η επαναστατική τάξη θα γινόταν αντιδραστική και θα δημιουργούνταν νέες συνθήκες που θα έκαναν αναγκαία την εμφάνιση του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος σαν καθοδηγητή της επαναστατικής πάλης. Και ήδη, στη Λατινική Αμερική τουλάχιστον, είναι πρακτικά αδύνατο να μιλάμε για απελευθερωτικά κινήματα που να καθοδηγούνται από την αστική τάξη. Η κουβανική επανάσταση έχει πολώσει τις δυνάμεις. Μπροστά στο δίλημμα λαός ή ιμπεριαλισμός, οι αδύναμες εθνικές αστικές τάξεις επιλέγουν τον ιμπεριαλισμό και προδίδουν οριστικά τη χώρα τους. Χάνεται σχεδόν ολότελα η δυνατότητα να προκληθεί μια ειρηνική μετάβαση στο σοσιαλισμό, σε αυτή την περιοχή του κόσμου.

Αν το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα είναι ικανό να προβλέψει τα επερχόμενα ιστορικά στάδια και είναι ικανό να γίνει σημαία και πρωτοπορία ενός λαού, προτού ακόμη ξεπεράσει το εθνικοαπελευθερωτικό στάδιο – μιλώντας για τις χώρες μας που ζουν κάτω απο καθεστώς αποικιοκρατίας – τότε αυτό το κόμμα θα έχει εκπληρώσει μια διπλή ιστορική αποστολή και θα μπορέσει να αντιμετωπίσει το καθήκον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού με περισσότερη δύναμη, με μεγαλύτερο κύρος ανάμεσα στις μάζες.

Έπειτα έρχεται η κουβανική εμπειρία. Μια εμπειρία πλούσια για όλα όσα καινούργια, όσα ισχυρά προσφέρει αυτή την εποχή της ανάπτυξης της λατινοαμερικάνικης επανάστασης. Μια εμπειρία πλούσια σε διδαχές από τα ίδια της τα λάθη, που δημόσια αναλύθηκαν και διορθώθηκαν, σε σύνδεση με τις μάζες και μπροστά στην κρίση της κοινής γνώμης. Ιδαίτερα σημαντικές είναι οι ομιλίες του συντρόφου Φιντέλ αναφορικά με το Ενιαίο Κόμμα της Σοσιαλιστικής Επανάστασης και τις μεθόδους δουλειάς που χρησιμοποιήθηκλαν στις ΕΕΟ και που σηματοδοτούν δύο βασικά στάδια της ανάπτυξης μας. Στον πρώτο λόγο ο Φιντέλ δηλώνει με την ειλικρίνεια του ακέραιου επαναστάτη, που έφτασε στον κολοφώνα της ανοδικής εξελικτικής του σκέψης, και διακηρύσσει μπροστά στον κόσμο, δίχως καμιά αμφιβολία, την ιδιότητα του μαρξιστή-λενινιστή. Το κάνει, όμως, όχι σαν μια απλή διαβεβαιώση στα λόγια, αλλά δείχνοντας τα χαρακτηριστικά, τα πιο ξεχωριστά γεγονότα στην εξέλιξη του ηγέτη, του κινήματος και του Κόμματος στην πορεία σύγκλισης που στόχευε στη δημιουργία του Ενιαίου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης.

che guevara en color 3Αναλύοντας τον ίδιο του τον εαυτό, ο σύντροφος Φιντέλ αναγνωρίζει ένα μεγάλο αριθμό οπισθοδρομικών αντιλήψεων που είχε κληρονομήσει από το κοινωνικό του περιβάλλον. Διηγείται πως ενστικτωδώς άρχισε να αγωνίζεται ενάντια σ’αυτές τις αντιλήψεις και να ανδρώνεται μέσα από την πάλη. Εξιστορεί τις αμφιβολίες του και τις αιτίες τους καθώς και το πως αυτές διαλύθηκαν. Σε αυτό το στάδιο, το Κίνημα 26 Ιούλη αποτελούσε κάτι καινούργιο, πολύ δύσκολο να προσδιορισθεί. Ο Φιντέλ Κάστρο, ήρωας του Μονκάδα, φυλακισμένος στο Νησί των Πεύκων, εκπαιδεύει μια εκστρατευτική ομάδα που έχει σαν αποστολή της να φτάσει στις ακτές του Οριέντε, να ανάψει την επαναστατική φωτιά σε αυτή την επαρχία και να την απομονώσει από το υπόλοιπο νησί σε πρώτη φάση, ή να προχωρήσει ασυγκράτητα, σύμφωνα με τις αντικειμενικές συνθήκες, μέχρι την ίδια την Αβάνα, μετά από μια σειρά αλληλοδιαδεχόμενες, περισσότερο ή λιγότερο, αιματηρές νίκες.

Η πραγματικότητα μας χτύπησε σκληρά. Δεν ήταν έτοιμες όλες οι αναγκαίες υποκειμενικές συνθήκες για να αποκρυσταλλωθεί αυτή η απόπειρα, δεν είχαν ακολουθηθεί όλοι οι κανόνες του επαναστατικού πολέμου που αργότερα θα μαθαίναμε με το ίδιο μας το αίμα και το αίμα των αδελφών μας, στη διάρκεια δύο χρόνων σκληρής πάλης. Ηττηθήκαμε και εκεί ακριβώς άρχισε η πιο σημαντική ιστορία του κινήματος μας. Τότε αποδείχθηκε η πραγματική του δύναμη, η πραγματική ιστορική του αξία. Κατανοήσαμε τα λάθη τακτικής που είχαμε διαπράξει και ότι ακόμη έλειπαν κάποιοι σημαντικοί υποκειμενικοί παράγοντες. Ο λαός είχε συνείδηση της αναγκαιότητας μιας αλλαγής, δεν υπήρχε όμως η βεβαιότητα ότι αυτή ήταν δυνατή. Καθήκον μας ήταν να δημιουργήσουμε αυτή τη βεβαιότητα. Και στη Σιέρα Μαέστρα άρχισε η μακρά διαδικασία που χρησιμεύει σαν καταλύτης για όλο το κίνημα στο νησί, κάνοντας να ξεσπάσουν αδιάκοπες καταιγίδες, αδιάκοπες επαναστατικές φωτιές σε ολόκληρο το έδαφος της χώρας.

Αρχίζει να αποδεικνείεται από τα ίδια τα γεγονότα ότι ο επαναστατικός στρατός, με την πίστη και τον ενθουσιασμό του λαού δρομολογημένα στη σωστή κατεύθυνση, με ευνοϊκές συνθήκες για τον αγώνα, μπορεί να αυξάνει τη δύναμη του μέσα από την κατάλληλη χρήση των όπλων και να συντρίψει κάποια μέρα τον εχθρικό στρατό. Στην ιστορία μας αυτό αποτελεί ένα μεγάλο δίδαγμα. Πριν από την κατάκτηση της νίκης είχε αρχίσε να αλλάζει ο συσχετισμός δυνάμεων μέχρι που έγινε εξαιρετικά ευνοϊκός για το επαναστατικό κίνημα. Δημιουργήθηκαν οι υποκειμενικές συνθήκες που απαιτούνται για την πραγματοποίηση της αλλαγής και προκλήθηκε η κρίση εξουσίας που είναι απαραίτητη γι’αυτήν την αλλαγή. Γεννιέται μια νέα επαναστατική εμπειρία για τη Λατινική Αμερική. Αποδεικνύεται πώς οι μεγάλες αλήθειες του μαρξισμού-λενινισμού ισχύουν πάντα. Σε αυτήν την περίπτωση αποδείχθηκε ότι η αποστολή των ηγετών και των κομμάτων είναι να δημιουργήσουν όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την κατάληψη της εξουσίας και να μη μετατραπούν σε θεατές του επαναστατικού κόμματος που γεννιέται μέσα στους κόλπους του λαού.

Την ίδια στιγμή, αποδεικνύοντας την ανάγκη για τους ένοπλους πυρήνες που υπερασπίζονται τη λαϊκή κυριαρχία να αντιμετωπίζουν αιφνιδιασμούς, επιθέσεις και καταστροφές, φάνηκε η σημασία του να έχει ο ένοπλος αγώνας για σκηνή δράσης τα πιο ευνοϊκά εδάφη για τον ανταρτοπόλεμο, δηλαδή τα πιο απόκρημνα, τραχιά εδάφη της υπαίθρου. Αυτή είναι άλλη μια συνεισφορά της Κουβανικής Επανάστασης στον αγώνα μας για την χειραφέτηση της Λατινικής Αμερικής. Από την ύπαιθρο πάμε στην πόλη, από τα μικρότερα στα μεγαλύτερα, δημιουργώντας το επαναστατικό κίνημα που κορυφώθηκε στην Αβάνα.

Αλλού, πάλι, ο Φιντέλ εκφράζει με σαφήνεια: ουσιαστική προϋπόθεση του επαναστάτη είναι να βρίσκεται σε θέση να ερμηνεύσει την πραγματικότητα. Αναφερόμενος στην απεργία του Απρίλη (1958), εξηγεί πώς δεν καταφέραμε να την ερμηνεύσουμε εκείνη τη στιγμή και ως εκ τούτου υποστήκαμε καταστροφή. Γιατί προκηρύσεται απεργία τον Απρίλη; Επειδή υπήρχαν στους κόλπους του κινήματος μια σειρά αντιθέσεις που εμείς ονομάζουμε της Sierra (του βουνού) και της πεδιάδας και που έβγαιναν στην επιφάνεια μέσα από την ανάλυση των στοιχείων που θεωρούνταν απαραίτητα για την έκβαση του ένοπλου αγώνα, στοιχεία για τα οποία ήταν διαμετρικά αντίθετη η κάθε μια απο αυτές τις πτέρυγες.

Το βουνό ήταν πρόθυμο να νικήσει τον στρατό, όσες φορές αυτό θα χρειάζονταν, για να το νικά μάχη με τη μάχη, κατακτώντας τον οπλισμό του, μέχρι να φτάσει κάποια μέρα, με βάση τον αντάρτικο στρατό, να καταλάβει την εξουσία. Η πτέρυγα της πεδιάδας ήταν οπαδός του της γενικευμένης ένοπλης πάλης γενικά σε όλη τη χώρα με επίλογο με επαναστατική γενική απεργία για την ανατροπή του Μπατίστα και την εγκαθύδριση της εξουσίας των «πολιτών» στην κυβέρνηση μετατρέποντας σε “απολίτικο” το νέο στρατό.

Η σύγκρουση ανάμεσα σ’αυτές τις δύο θέσεις ήταν συνεχής και δεν ήταν ότι καταλληλότερο για την ενιαία καθοδήγηση που απαιτούσαν εποχές σαν και αυτή. Η απεργία του Απρίλη προετοιμάζεται και προκηρύσσεται από την πτέρυγα της πεδιάδας με τη συναίνεση της ηγεσίας του βουνού, που νιώθει ανίκανη να την εμποδίσει, παρ’ όλο που έχει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το αποτέλεσμα της και με τη ρητή επιφύλαξη του Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος που προειδοποιεί έγκαιρα για τους κινδύνους. Οι επαναστάτες διοικητές πηγαίνουν στις πεδιάδες να βοηθήσουν και έτσι ο Καμίλο Σιενφουέγος, ο αξέχαστος αυτός Αρχηγός του Στρατού μας, αρχίζει να κάνει τις πρώτες του εξορμήσεις στην περιοχή του Μπαγιάμο.

Οι ρίζες αυτών των αντιθέσεων έχουν βαθύτερες ρίζες απ’ ότι οι διαφορές τακτικής: ο αντάρτικος Στρατός είναι πια απο ιδεολογική πλευρά προλεταριακός και σκέφτεται σαν τάξη που δεν έχει καμιά ιδιοκτησία. Η Τάση της πεδιάδας εξακολουθεί να είναι μικροαστική, με μελλοντικούς προδότες στην ηγεσία της και με μεγάλες επιδράσεις από το περιβάλλον μέσα στο οποίο δουλεύει.