Φιντέλ Κάστρο: Πως έγινα Κομμουνιστής

Fidel Castro Ruiz 1Το παρακάτω κείμενο είναι σύνθεση απαντήσεων που έδωσε ο Φιντέλ Κάστρο σε ερωτήσεις φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Κονσεψιόν, στην Χιλή, στις 18 Νοέμβρη 1971. Το παραθέτουμε ως ενδιαφέρουσα – και διδακτική – μαρτυρία ενός ηγέτη που σημάδεψε όχι μόνο την Κουβανική και Παγκόσμια Ιστορία του 20ου αιώνα αλλά και τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα προσωπικά, μέσω της άρρηκτης φιλίας και συντροφικότητας που για 11 χρόνια συνέδεσε τους δύο άντρες.

Ήμουν γιός ενός γαιοκτήμονα – αυτό ήταν ένας λόγος για να είμαι αντιδραστικός. Μορφώθηκα σε θρησκευτικά σχολεία όπου πήγαιναν τα παιδιά των πλουσίων – ένας ακόμα λόγος για να είμαι αντιδραστικός. Ζούσα στην Κούβα, όπου όλες οι ταινίες, οι εκδόσεις και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ήταν “Made in USA” – ένας τρίτος λόγος για να είμαι αντιδραστικός. Σπούδασα σ’ ένα πανεπιστήμιο όπου απο 15.000 φοιτητές, μόνο τριάντα ήταν αντιιμπεριαλιστές κι εγώ ήμουν ένας απο εκείνους τους τριάντα στο τέλος. Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο, μπήκα ως γιος γαιοκτήμονα – και για να κάνουμε τα πράγματα χειρότερα, ήμουν πολιτικά αγράμματος!

… Και κάτι άλλο. Κανένα κομματικό μέλος, κανένας κομμουνιστής, κανένας σοσιαλιστής ή εξτρεμιστής δε με πήρε με το μέρος του να με κατηχήσει. Όχι. Μου έδωσαν ένα μεγάλο, βαρύ, διαβολεμένο, πληχτικό και ανυπόφορο διδακτικό βιβλίο που προσπαθούσε να εξηγήσει την πολιτική οικονομία από αστική άποψη – αυτό το πράγμα το έλαγαν πολιτική οικονομία!

Κι’ αυτό το ανυπόφορο βιβλίο παρουσίαζει τις κρίσεις της υπερπαραγωγής και άλλα τέτοια προβλήματα σαν τα πιο φυσικά στον κόσμο. Εξηγούσε πως στη Βρετανία, όταν υπήρχε αφθονία κάρβουνου, υπήρχαν εργάτες που δεν είχαν καθόλου, γιατί σύμφωνα με τους αδυσώπητους φυσικούς και αμετάβλητους νόμους της ιστορίας, της κοινωνίας και της φύσης, παρουσιάζονται αναπόφευκτα κρίσεις υπερπαραγωγής και όταν παρουσιάζονται, φέρνουν ανεργία και πείνα. Δηλαδή, όταν υπάρχει πολύ κάρβουνο, οι εργάτες κρυώνουν και πεινούν!

Έτσι εκείνος ο γιός του γαιοκτήμονα, που είχε μορφωθεί σε αστικά σχολεία και σύμφωνα με την αμερικανική προπαγάνδα, άρχισε να σκέπτεται ότι κάτι έφταιγε σ’ αυτό το σύστημα, κάτι δεν έβγαζε νόημα…

Σαν γιός ενός φτωχού ανθρώπου που αργότερα έγινε μεγάλος γαιοκτήμονας, είχα τουλάχιστον το πλεονέκτημα να ζω στην εξοχή, με τους χωρικούς, με τους φτωχούς, που ήταν όλοι φίλοι μου. Αν ήμουν εγγονός γαιοκτήμονα, είναι πολύ πιθανό ότι ο πατέρας μου θα με είχε φέρει να ζήσω στην πρωτεύουσα, σε κάποια υπεραριστοκρατική συνοικία κι εκείνοι οι θετικοί παράγοντες που διέθετα, δεν θα μπορούσαν να επιζήσουν λόγω της επιρροής του περιβάλλοντος. Ο εγωϊσμός και άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά που έχουμε εμείς οι άνθρωποι, θα είχαν επικρατήσει.

Ευτυχώς, τα σχολεία στα οποία σπούδασα, ανέπτυξαν μερικούς απο τους θετικούς παράγοντες. Ένας ορισμένος ιδεαλιστικός ορθολογισμός, μια ορισμένη έννοια του καλού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου, κι’ ένα ορισμένο πνεύμα εξεγερτικότητας ενάντια στις επιβολές και την καταπίεση, με οδήγησαν σε μια ανάλυση της ανθρώπινης κοινωνίας και με μετέτρεψαν σε αυτό που αντιλήφθηκα αργότερα πως ήταν ουτοπικός κομμουνιστής. Εκείνο το διάστημα, δεν είχα ακόμα την καλή τύχη να γνωρίσω έναν κομμουνιστή ή να διαβάσω κάποιο κομμουνιστικό ντοκουμέντο.

Λοιπόν, μια μέρα, έπεσε στα χέρια μου ένα αντίγραφο του Κομμουνιστικού Μανιφέστου – του ξακουστού Κομμουνιστικού Μανιφέστου! – και διάβασα μερικά πράγματα που δεν ξέχασα ποτέ… Τι φράσεις, τι αλήθειες! Και βλέπαμε εκείνα τα πράγματα κάθε μέρα! Ένιωθα σαν μικρό ζώο που γεννήθηκε σ’ ένα δάσος το οποίο δεν καταλάβαινε. Τότε, εντελώς ξαφνικά, βρίσκει ένα χάρτη εκείνου του δάσους – μια περιγραφή, μια γεωγραφία εκείνου του δάσους και όλων μέσα σ’αυτό. Τότε ήταν που βρήκα τον προσανατολισμό μου. Ρίξτε μια ματιά τώρα και δείτε αν οι ιδέες του Μαρξ δεν ήταν δίκαιες, σωστές κι εμπνευσμένες. Αν δεν είχαμε βαδίσει τον αγώνα μας σ’αυτές, δεν θα ήμασταν εδώ τώρα! Δεν θα ήμασταν εδώ!

Λοιπόν, ήμουν κομμουνιστής; Όχι. Ήμουν ένας άνθρωπος που ήταν αρκετά τυχερός να ανακαλύψει μια πολιτική θεωρία, ένας άνθρωπος που πιάστηκε στη δίνη της πολιτικής κρίσης της Κούβας πολύ καιρό πριν γίνει ολοκληρωμένος κομμουνιστής. Συνέχισα να εξελίσσομαι. Έπειτα, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον ιμπεριαλισμό πιο χειροπιαστά απ’ ότι τον είχα γνωρίσει από το βιβλίο του Λένιν. Τον γνώρισα στην Κούβα, σε απόσταση μόνο 150 χιλιομέτρων από αυτόν. Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον ιμπεριαλισμό – τον χειρότερο και πιο επιθετικό απ’ όλους… Και πιστεύω ότι η ζωή μου έδωσε μια καλύτερη κατανόηση της πραγματικότητας.

Μ’ έκανε περισσότερο επανάστατη, περισσότερο σοσιαλιστή, περισσότερο κομμουνιστή.

Το κείμενο περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Η Επαναστατική Κούβα» του Τέρενς Κάνον, Εκδόσεις Χοσέ Μαρτί, 1987.

Advertisements

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Η «γέννηση» ενός μαρξιστή-λενινιστή

ernesto che guevara marxist leninist guevaristas.orgΤο άρθρο γράφτηκε το Οκτώβρη του 2012 με αφορμή την συμπλήρωση 45 χρόνων από την άνανδρη δολοφονία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία στις 9 Οκτώβρη 1967.

Του Νίκου Μόττα*.

Μάρτης 1952, Χιλή. Ο Ερνέστο βγαίνει απ’ το δωμάτιο της ετοιμοθάνατης, ασθματικής γερόντισας. Στο μυαλό του, σαν πρόκα, είχε καρφωθεί το καρτερικό βλέμμα της άρρωστης γυναίκας που, παρά τα πρόβληματα υγείας της, μέχρι και πριν λίγους μήνες εργάζονταν ως καθαρίστρια για να τα βγάλει πέρα. Θα γράψει αργότερα στο ημερολόγιο του: «εκεί, στις τελευταίες ώρες για τους ανθρώπους των οποίων ο ορίζοντας δεν εκτείνεται πέρα από το αύριο, εκεί επικεντρώνεται η τραγωδία της ζωής του προλεταριάτου όλου του κόσμου […] Ως πότε θα συνεχιστεί αυτή η τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε μια παράλογη διαίρεση, στις κοινωνικές τάξεις; Είναι κάτι στο οποίο δεν μπορώ να απαντήσω εγώ, αλλά είναι καιρός οι κυβερνώντες να αφιερώσουν λιγότερο χρόνο στην προπαγάνδα της ποιότητας των καθεστώτων τους και περισσότερα χρήματα, πολύ περισσότερα, για έργα κοινωνικής ωφέλειας» [1]. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που ο, 24χρονος τότε, Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, φοιτητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άϊρες, έρχονταν σε επαφή με την σκληρή πραγματικότητα της εργατικής τάξης της λατινικής Αμερικής. Η απαρχή ίσως μιας πολιτικής συνειδητοποίησης που μετέτρεψε έναν αστό φοιτητή, “ένα παιδί του περιβάλλοντος του” σύμφωνα με τον ίδιο τον Γκεβάρα, σε ατρόμητο μαρξιστή αντάρτη, πρωταγωνιστή της εποποιίας της κουβανικής Επανάστασης.

Εάν δεν είχε ικανοποιήσει την περιέργεια του να γνωρίσει την λατινική ήπειρο, ο Ερνέστο ίσως να μην μετατρέπονταν ποτέ σε “Τσε”. Ο ίδιος θα γράψει αργότερα στην εισαγωγή των απομνημονευμάτων του νεανικού ταξιδιού που πραγματοποίησε με το φίλο του Αλμπέρτο Γκρανάδο, πως τα όσα είδε και έζησε τον άλλαξαν. «Το πρόσωπο που έγραψε αυτές τις σημειώσεις “πέθανε” μόλις ξαναπάτησε το πόδι του στη γη της Αργεντινής και αυτός που τις τακτοποιεί και τις «ξαναχτενΐζει», «εγώ», δεν είμαι εγώ. Δεν είμαι ο ίδιος, εσωτερικά τουλάχιστον. Τούτη η άσκοπη περιπλάνηση στη «Μεγάλη Αμερική Μας» με άλλαξε περισσότερο απ’ ό,τι πίστευα» [2]. Τι βίωσε όμως ο νεαρός Γκεβάρα στη “μεγάλη λατινική ήπειρο” που ενστάλαξε μέσα του την ανάγκη να υπερασπιστεί – δίνοντας και τη ζωή του ακόμη – το δικαίωμα των ανθρώπων για μια καλύτερη και δικαιότερη κοινωνία, χωρίς ταξικές και άλλες διακρίσεις;

Το Μάρτη του 1952 ο Γκεβάρα και ο Γκρανάδο επισκέπτηκαν τα μεταλλεία της Τσουκικαμάτα, στην Χιλή. Εκεί ο Ερνέστο γίνεται κοινωνός της καθημερινότητας του λατινοαμερικάνικου προλεταριάτου, των ταξικών ανισοτήτων και του αγώνα των χιλιανών μεταλλωρύχων για το μεροκάματο. Εκεί θα περάσει ένα βράδυ, μέσα στο κρύο, με ένα ζευγάρι κομμουνιστών που διώκονταν για τα πολιτικά τους φρονήματα. Ο νεαρός αργεντίνος, γόνος εύπορης (για τα δεδομένα της εποχής) μεσοαστικής οικογένειας, αντιλαμβάνεται για πρώτη φορά έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν που γνώριζε μέχρι τότε. Αυτή του η αντίληψη ενισχύεται στον χώρο των μεταλλείων, εκεί όπου, όπως θα γράψει αργότερα ο ίδιος, «η ψυχρή αποτελεσματικότητα και η ανίσχυρη μνησικακία συμβαδίζουν στο μεγάλο ορυχείο, ενωμένες, παρά το μίσος, από την κοινή ανάγκη επιβίωσης από τη μια μεριά και κερδοσκοπίας απ’ την άλλη» [3]. Η μαρξιστική θεωρία των βιβλίων μετουσιώνεται στα μάτια του Γκεβάρα σε ζωντανή εικόνα, καθώς αρχίζει να του γίνεται βίωμα η ασυμβατότητα των συμφερόντων αυτού που παράγει τον πλούτο (εργάτες) και αυτού που τον καρπώνεται (καπιταλιστές – εν προκειμένω η πολυεθνική Chile Exploration Company). «Προβλέποντας ότι θα βγουν απο δω εκατομμύρια δολάρια, κι ότι για την ώρα εξορύσσονται ενενήντα χιλιάδες τόνοι μεταλλεύματος κάθε μέρα, καταλαβαίνει κανείς ότι η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο δεν πρόκειται να σταματήσει σύντομα» [4] γράφει σε ένα απόσπασμα των απομνημονευμάτων του ταξιδιού του, στο οποίο μνημονεύει τους εργάτες των μεταλλείων που έχασαν τη ζωή τους στην προσπάθεια να εξασφαλίσουν ένα κομμάτι ψωμί.

che-guevara

Η νεανική αστική συνείδηση του Ερνέστο Γκεβάρα ριζοσπαστικοποιείται, οδηγούμενη στον μαρξισμό, καθώς παγιώνονται μέσα του δύο αντιλήψεις: πρώτον, η εγκληματική φύση του ιμπεριαλισμού ως παράγοντα διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων στη λατινική Αμερική και δεύτερον, η ανάγκη της πλήρους και οριστικής χειραφέτησης της εργατικής τάξης απ’ το κεφάλαιο ως προαπαιτούμενο για την εξάλειψη των ανισοτήτων αυτών. Το παράδειγμα υπήρχε και είχε λάβει χώρα τέσσερις δεκαετίες πριν, με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Οι ηγετικές προσωπικότητες του Βλαντιμίρ Λένιν και του Ιωσήφ Στάλιν ωθούν το Γκεβάρα στην αναζήτηση πολιτικών προτύπων, λαμβάνοντας υπ’ όψη το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ αποτελούσε το αντίπαλο δέος στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό της εποχής. Αργότερα, τη δεκαετία του ’60, στα χρόνια της θητείας του ως σημαίνων στέλεχος της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας, ο Τσε θα ασκήσει δριμεία κριτική, μέσα από τα γραπτά του, στην σοβιετική πολιτική οικονομία και γραφειοκρατία ως αποκλίνουσα από τα λενινιστικά ιδεώδη.

Ο νεαρός όμως Ερνέστο του 1953 εμπνέεται από την φυσιογνωμία του Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Στάλιν, του ανθρώπου που συνέβαλε αποφασιστικά στην συντριβή του ναζισμού κατά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε ένα ταξίδι του στη Γουατεμάλα, το 1954, γράφει στη θεία του Βεατρίκη: «Στο Ελ Πάσο είχα την ευκαιρία να περάσω από τα εκτεταμένες εγκαταστάσεις της United Fruit Company. Για άλλη μια φορά πείστηκα για το πόσο απαίσια είναι αυτά τα καπιταλιστικά χταπόδια. Ορκίστηκα τότε μπροστά σε μια εικόνα του παλαιού και πολυθρηνημένου συντρόφου μας Στάλιν, ότι δεν θα ησυχάσω μέχρι να εξοντωθούν τα χταπόδια αυτά» [5]. Λίγα χρόνια αργότερα, το Δεκέμβρη του 1957, εν μέσω του αντάρτικου αγώνα στην Σιέρρα Μαέστρα, ο Τσε θα επανέλθει στον Στάλιν σε μια επιστολή του προς τον σύντροφο και συναγωνιστή Ρενέ Ράμος Λατούρ: «Πρέπει να μελετήσεις τον Στάλιν στο ιστορικό πλαίσιο που κινήθηκε, όχι να τον δεις (αποκλειστικά) ως ένα είδος αγριανθρώπου, αλλά στα συγκεκριμένα ιστορικά όρια». Τα «χταπόδια» του Ιμπεριαλισμού, λοιπόν, έμελλε να είναι ο εχθρός τον οποίο ο Τσε,  με σταλινικό πείσμα και πυγμή, θα πολεμούσε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Η περίοδος της διαμονής του στη Γουατεμάλα υπήρξε καθοριστική. Έχοντας ήδη εντρυφήσει στον μαρξισμό, ο νεαρός αστός ταξιδιώτης των προηγουμένων μηνών μετατρέπονταν σταδιακά σε κομμουνιστή έτοιμο να ριχτεί στη μάχη για την υπεράσπιση των ιδανικών που “χτίζονταν” μέσα του. Σύμφωνα με τον κουβανό Μάριο Νταλμάου, ο οποίος γνώρισε τον Τσε στη Γουατεμάλα, ο Τσε είχε ήδη «πολύ ξεκάθαρη μαρξιστική σκέψη», έχοντας διαβάσει «ολόκληρη μαρξιστική βιβλιοθήκη» [6]. Τη μελέτη του μαρξισμού ο Γκεβάρα την συνέχισε και στο Μεξικό όπου συνέχισε να εμβαθύνει στις μεγάλες αλήθειες που έκρυβε το «Κεφάλαιο» του Καρλ Μαρξ, το «μνημείο της ανθρώπινης εξυπνάδας» όπως το αποκαλούσε ο ίδιος.

Τον Ιούνη του 1954 η Γουατεμάλα δέχεται επίθεση από βομβαρδιστικά των ΗΠΑ – ο Γκεβάρα εξοργίζεται: «Οι γιάνκηδες έβγαλαν επιτέλους τη μάσκα του “καλού” που τους είχε φορέσει ο Ρουσβελτ και τώρα προκαλούν τη μήνη. Υπάρχει πραγματικά κλίμα μάχης» θα γράψει στη μητέρα του στις 20 Ιούνη [7]. Ταυτόχρονα, η στενή επαφή του με την, μαρξιστικών πεποιθήσεων, περουβιανή οικονομολόγο Ίλδα Γκαδέα, την οποία θα παντρευτεί το 1955, ριζοσπαστικοποιεί περαιτέρω την πολιτική του σκέψη. Σε αυτό ασφαλώς συμβάλει και η εντατικοποίηση της ιμπεριαλιστικής παρεμβατικότητας στη χώρα με στόχο την πτώση της κυβέρνησης του δημοκρατικά εκλεγμένου Γιακόμπο Άρμπενς. Αναφερόμενος στην αλληλεγγύη και το δυναμισμό που επιδεικνύουν οι κομμουνιστές της χώρας γράφει τον Ιούλη του ’54 στη μητέρα του: «Οι κομμουνιστές κράτησαν την πίστη και την συντροφικότητα τους ζωντανή και είναι η μόνη οργάνωση που ακόμη αντιστέκεται. Αξίζουν πιστεύω τον σεβασμό και αργά η γρήγορα και ‘γω ο ίδιος θα γίνω μέλος του κόμματος» [8].

Στη Γουατεμάλα ο Τσε είδε να ξεδιπλώνεται μπροστά στη μάτια του η ωμή φύση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Στο μυαλό του ήρθαν οι εικόνες των φτωχών αυτόχθονων περουβιανών, στη Λίμα και το Μάτσου Πίτσου, που δούλευαν σαν είλωτες για ένα κομμάτι ψωμί στην ίδια τους την πατρίδα – την ίδια στιγμή που τα μέσα παραγωγής και ο πλούτος της χώρας ανήκε στους απογόνους εύπορων ευρωπαίων αποικιοκρατών. Η “δική του Αμερική” – αυτή του Σιμόν Μπολίβαρ, του Εμιλιάνο Ζαπάτα, του Χοσέ Μαρτί, του μαρξιστή φιλοσόφου Μαριάτεγκι, του Πάμπλο Νερούδα – δεν ήταν παρά ένα βιλαέτι του, κατά Λένιν, μονοπωλιακού καπιταλισμού που κατέτρωγε τις σάρκες της λατινοαμερικάνικης εργατικής τάξης. Ο Γκεβάρα αντιλήφθηκε ότι δεν αρκεί να νιώθει συμπόνια για τους φτωχούς και κατατρεγμένους, αλλά έπρεπε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Η πλήρης αδυναμία και διστακτικότητα της “αριστερής” κυβέρνησης του Άρμπενς να τα βάλει με τον ντόπιο και ξένο καπιταλισμό διαμορφώνει μέσα του μια ισχυρή πεποίθηση: ο μόνος δρόμος για την απελευθέρωση των λαών είναι η αταλάντευτη ταξική πάλη ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο και τους υπηρέτες του, η μηδενική ανοχή απέναντι στα «καπιταλιστικά χταπόδια». Σε αυτήν την πεποίθηση έμεινε πιστός μέχρι και το τέλος της ζωής του. Το 1965, δύο μόλις χρόνια πριν την άνανδρη δολοφονία του στη Βολιβία και έχοντας ιδεολογικά “ανδρωθεί” μέσα απ’ την εμπειρία της κουβανικής επανάστασης, θα γράψει στο τελευταίο γράμμα προς τους γονείς του: «Ο μαρξισμός μου έχει βαθιές ρίζες και έχει εξαγνισθεί. Πιστεύω στην ένοπλη πάλη σαν μοναδική λύση για τους λαούς που αγωνίζονται για την απελευθέρωση τους και είμαι συνεπής με τις πεποιθήσεις μου» [9].

Ο Τσε δεν έτρεφε αυταπάτες. Τα όσα είχε δει και βιώσει στις χώρες της λατινικής Αμερικής που ταξίδεψε, μεταξύ 1951 και 1956, είχαν ριζώσει μέσα του μιαν αλήθεια: καμία “εθνική επανάσταση” της οποίας θα ηγούνταν η ντόπια μπουρζουαζία δεν ήταν πραγματική επανάσταση. Όπως έδειξε και η εμπειρία της Κούβας, η αστική τάξη – όσο ριζοσπαστικοποιημένη κι’ αν εμφανίζονταν και όσες διαφορές και αν είχε με το ξένο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο – κατέληγε πάντα συμμαχική δύναμη των αντεπαναστατικών δυνάμεων. Όπως ο Μαρξ επέκρινε το 1844 την στάση της τότε γερμανικής μπουρζουαζίας απέναντι στη φεουδαρχική μοναρχία, έτσι και ο Γκεβάρα βάζει στο στόχαστρο του την, υποταγμένη στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, λατινοαμερικάνικη αστική τάξη της εποχής του. «Η μεγαλοαστική τάξη δεν διστάζει να συμμαχήσει με τον ιμπεριαλισμό και τους μεγάλους αγροκτηματίες για να πολεμήσουν το λαό και να φράξουν το δρόμο προς την επανάσταση»γράφει το 1963 [10]. Γι’ αυτό έπρεπε να υπάρχει μια επαναστατική εμπροσθοφυλακή. Για τον Τσε, ο λενινισμός του 1917 παρείχε ένα λαμπρό παράδειγμα στον αγώνα για τη λαϊκή εξουσία. «Εάν υπήρχε μια προλεταριακή πρωτοπορία που να ήταν ικανή να προβάλει τις ουσιώδεις διεκδικήσεις του προλεταριάτου, να δεί καθαρά που πρέπει να στραφεί, και να επιχειρήσει να καταλάβει την εξουσία, για να εγκαταστήσει μια νέα κοινωνία θα ήταν δυνατόν να τραβήξει μπροστά παρακάμπτοντας τα εμπόδια» σημείωνε σε πολιτικό του κείμενο [11].

Κατά τη διάρκεια της κουβανικής επανάστασης ο Γκεβάρα σχηματίζει την άποψη πως, με τις επικρατούσες τότε συνθήκες (στην Κούβα η εργατική τάξη ήταν ακόμη αδύναμη και ανοργάνωτη) και δεδομένης της πολιτικής δειλίας που επιδείκνυε η πλειοψηφία της αριστεράς στη λατινική Αμερική, το αντάρτικο ήταν αναπότρεπτο για την ελευθερία των λαών. Παρά το γεγονός όμως ότι έδωσε βάση στον ανταρτοπόλεμο ως μέσο για το πέρασμα στη λαϊκή εξουσία, ο Τσε ουδέποτε υποτίμησε τους εργατικούς αγώνες. Το αντίθετο μάλιστα. Έβλεπε τον αντάρτικο αγώνα ως προμετωπίδα ενός γενικότερου επαναστατικού ρεύματος στο οποίο ασφαλώς ουσιαστικό ρόλο θα έπαιζε η ριζοσπαστικοποίηση της εργατικής τάξης. «Όσοι θέλουν να κάνουν αντάρτικο ξεχνώντας τον μαζικό αγώνα, σαν να επρόκειτο για αγώνες αντίθετους, είναι επικριτέοι» θα γράψει στο γνωστό του έργο “Ανταρτοπόλεμος, μια Μέθοδος”. Στα κείμενα του Τσε Γκεβάρα γίνεται κατανοητό ότι το να πάρει κάποιος το όπλο δεν είναι αυτοσκοπός. «Ο ειρηνικός αγώνας μπορεί να διεξαχθεί από μαζικά κινήματα» έγραφε, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονης κρίσης, με την προϋπόθεση όμως ότι υπάρχει ισχυρό, ριζοσπαστικό και μαζικό λαϊκό εργατικό κίνημα που θα παρέλυε το αστικό κράτος και θα έπαιρνε αυτό την εξουσία.

Η εμπειρία της Γουατεμάλας, παρ’ όλα αυτά, είχε αφήσει έντονα τα σημάδια της στην σκέψη του Τσε. Έγραφε, λοιπόν, αναφορικά με την ειρηνική – και σύμφωνα με τους αστικούς νόμους – κατάκτηση της εξουσίας: «Όταν μας μιλούν για κατάκτηση της εξουσίας με μιαν εκλογική διαδικασία, η ερώτηση μας είναι πάντα η ίδια: αν ένα λαϊκό κίνημα αρπάξει την κυβέρνηση κερδίζοντας τη μεγάλη λαϊκή ψήφο και αποφασίσει να αρχίσει τους μεγάλους κοινωνικούς μετασχηματισμούς που διαμορφώνουν το πρόγραμματα του, δεν θα βρεθεί τάχα αμέσως σε σύγκρουση με τις αντιδραστικές τάξεις της χώρας; Ο στρατός άραγε δεν υπήρξε πάντα όργανο αυτών των τάξεων; […] Με ένα λίγο-πολύ αιματηρό πραξικόπημα, η κυβέρνηση μπορεί να ανατραπεί και το παλιό παιχνίδι να ξαναρχίσει επ’ άπειρον» [12]. Αυτό δεν συνέβη ουσιαστικά στην Χιλή του Αλιέντε τον Σεπτέμβρη του 1973; Επομένως, ο ένοπλος αγώνας ήταν το έσχατο καταφύγιο των καταπιεσμένων (αγροτική και εργατική τάξη) όταν ο πολιτικός, ταξικός αγώνας απέναντι στο αστικό κατεστημένο δεν είναι εφικτός ή δεν θεμελιώνονταν στο ξερίζωμα των μονοπωλίων και της δύναμης της αστικής τάξης. Βιώνοντας την πολιτική κατάσταση στη Γουατεμάλα, τη Βολιβία και, ασφαλώς, στην Κούβα ο Τσε οδηγήθηκε σε αυτό το συμπέρασμα.

Κατά τη διάρκεια της σύντομης συμμετοχής του στην επαναστατική κουβανική κυβέρνηση του Φιντέλ Κάστρο ο Γκεβάρα θα μελετήσει σε βάθος τη μαρξιστική και λενινιστική πολιτική οικονομία και θα πρωταγωνιστήσει σε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις που άλλαξαν την Κούβα: μεγάλης κλίμακας αγροτική μεταρρύθμιση, εκστρατεία κατά του αναλφαβητισμού, κοινωνικοποίηση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ίδρυση ερευνητικών και αναπτυξιακών κέντρων για την εκβιομηχάνιση, προώθηση διακρατικών εμπορικών συμφωνιών μεταξύ Κούβας, Σοβιετικής Ένωσης και Κίνας. Για τον Τσε, η εντρύφηση στο μαρξισμό ήταν μια διαρκής διαδικασία συνεχούς εκμάθησης, κριτικής προσέγγισης και ανάλυσης της κοινωνικής και ιστορικής πραγματικότητας. Κάτω από τον μπερέ του ατρόμητου αντάρτη, υπήρχε ένας ακούραστος μελετητής των θεωριών των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν και τέτοιος παρέμεινε μέχρι το τέλος. Γι’ αυτο άλλωστε προέτρεπε και τη νέα γενιά, τους νέους κομμουνιστές, να μελετούν, να συζητούν, να οργανώνουν σχολές μαρξισμού.

Cuban Children with Che portrait guevaristas org

Η πολιτική σκέψη του Τσε Γκεβάρα (η οποία, ασφαλώς, είναι αδύνατο να εξαντληθεί στις γραμμές ενός μόνο άρθρου) περέμεινε ανολοκλήρωτη και και η, ούτως η άλλως, σπουδαία συνεισφορά του ημιτελής καθώς οι σφαίρες του ιμπεριαλισμού έκοψαν το νήμα της ζωής του στις 9 Οκτώβρη 1967 στο χωριό Λα Ιγκέρα της Βολιβίας. Καμία σφαίρα όμως, όσο ισχυρή κι’ αν είναι, δεν στάθηκε ικανή να σβήσει την επαναστατική κληρονομιά του κομμουνιστή Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα που δεν του αρκούσε “να ερμηνεύει τον κόσμο” αλλά, όπως θα’ γραφε κι’ ο Μαρξ, “προσπάθησε να τον αλλάξει”. Μια κληρονομιά βαθιά πολιτική, φωτεινός φάρος για όσους δε διστάζουν “να είναι ρεαλιστές” και να ζητάνε “το αδύνατο” σε δύσκολες εποχές…

* Ο Νίκος Μόττας είναι υποψ. διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας & ιδρυτής του Ελληνικού Αρχείου Τσε Γκεβάρα.

Υποσημειώσεις:

[1] Guevara, Ernesto.Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας, Λιβάνης Ν.Σ, Αθήνα: 2004, σελ. 131.

[2] ο.π., σελ. 63.

[3] ο.π., σελ. 151.

[4] Κορμιέ, Ζαν. Τσε Γκεβάρα, Καστανιώτης, Αθήνα: 1995, σελ. 32.

[5] Taibo, Paco Ignacio. Guevara, also known as Che, St.Martin’s Griffin, 1999, p.31.

[6] Συνέντευξη στην εφημ. Granma, 20 Οκτώβρη 1967. Αναφέρεται στο βιβλίο του Μισέλ Λεβί, «Η Φιλοσοφική σκέψη του Τσε Γκεβάρα», Εκδόσεις Καρανάση, 1982.

[7] Guevara, Ernesto. Back On The Road: A Journey To Central America, Harvill Press, 2001.

[8] ο.π.

[9] Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Κείμενα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα: 2009, σελ. 192.

[10] Πολιτικά Κείμενα. Κούβα: Μοναδική περίπτωση ή πρωτοπόρος στον αγώνα κατά του ιμπεριαλισμού», Τόμος Α΄, Καρανάση, Αθήνα: 1970, σελ. 102.

[11] ο.π., Τόμος Β’, Καρανάση, Αθήνα: 1971, σελ. 64.

[12] Ernesto Che Guevara, Textes Politiques, Oeuvres III, σελ.69

Ένας ανθρωπιστής μαρξιστής: Ο αγώνας για έναν Κομμουνισμό με ανθρώπινο πρόσωπο (Μέρος Πρώτο)

Των Michael Löwy & Olivier Besancenot.

Το ανέκδοτο είναι διάσημο στην Αβάνα. Σε μια συνάντηση της κουβανικής διοίκησης λίγο μετά την επανάσταση, όταν ο Φιντέλ Κάστρο απευθυνόμενος στην ομήγυρη ρώτησε: “Υπάρχει κανένας οικονομολόγος (economiste) στην αίθουσα;”, ο Τσε ύψωσε το δάχτυλο. Αμέσως διορίστηκε πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας. Στο τέλος της συνάντησης, ο Φιντέλ τον ρώτησε αιφνιδιασμένος: “Δεν το ήξερα πως είσαι οικονομολόγος!” Και η απάντηση του συνομιλητή του: Carajo, εγώ κατάλαβα πως η ερώτηση ήταν αν υπάρχει κανένας κομμουνιστής (communiste) στην αίθουσα”. Πέρα από το αστείο, είναι σίγουρο πως ο Ερνέστο Γκεβάρα διεκήρυττε δημόσια την υποστήριξη του προς τις κομμουνιστικές ιδέες, ακόμη και πολύ πριν την κουβανική επανάσταση.

Η πολιτική, ανατρεπτική και ρομαντική εποποιία του Τσε έφερε στην εποχή της μια παγκόσμια πνοή οξυγόνου στους κόλπους του διεθνούς εργατικού κινήματος εγκλωβισμένου από τον Ψυχρό Πόλεμο. Σήμερα συνεχίζει να αποτελεί φυτώριο ιδεών και αυθεντική πηγή έμπνευσης. Ουσιαστικά, την στιγμή της παγκόσμιας ανάπτυξης του καπιταλισμού, η σκιά του Τσε εξακολουθεί να πλανιέται στα ύψη της μεξικανικής Τσιάπας, ανάμεσα στους επαναστάτες χωρικούς Ζαπατίστας. Εκτείνεται μέχρι τη Βενεζουέλα του Τσάβες. Αιωρείται πάνω από τις πορείες για μιαν άλλη παγκοσμιοποίηση, που σε σχολεία, επιχειρήσεις και πόλεις αμφισβητεί την επιβολή της νέας παγκόσμιας τάξης στην οικονομία, την κοινωνία, την ειρήνη και το περιβάλλον. […] Πέρα από τις περιπέτειες του με το Κρεμλίνο, ο Τσε μπορούσε, χάρη στην σκέψη του, να δώσει μια νέα και σταθερή ώθηση στο παγκόσμιο σχέδιο του κοινωνικού μετασχηματισμού. Σχέδιο που εκείνος ήθελε να δει τον καθένα να επαναοικειοποιείται ατομικά. Γι’ αυτόν, η κατανόηση του σοσιαλισμού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά σε προσωπική κλίμακα, όσο πιο κοντά γίνεται στις στενές έγνοιες του καθενός θύματος της εκμετάλλευσης. Η Επανάσταση, εάν καταστεί απρόσωπη, αποκόπτεται από το αισθητό νήμα των ανθρώπων. Όμως, εξατομικεύοντας την πολιτική, ο Τσε ελπίζει να φυτρώσει σε όσο περισσότερες συνειδήσεις μπορεί ο σπόρος των χειραφετητικών λογικών: η ιστορία της ανθρωπότητας έχει την ιδιαιτερότητα ότι την φτιάχνουν οι άνθρωποι.

Κατ’ αρχάς, ο επαναστατικός ανθρωπισμός του Τσε δεν οδηγεί τον αγώνα και τις ιδέες του στους δρόμους της ανανέωσης του μαρξισμού. Δεν προσπαθεί να τον τυλίξει σ’ ένα πιο ανθρωπιστικό περίβλημα. Η σκέψη του δεν έχει χτιστεί έτσι. Τον σπρώχνει προς το μαρξισμό γιατί σ’αυτόν το δρόμο η ανθρωπιστική του στράτευση βρίσκει διέξοδο. Και τούτο ακολουθεί τη δική του διανοητική και πολιτική πορεία. Από τα πρώτα του εφηβικά ταξίδια στη Λατινική Αμερική μέχρι τους επαναστατικούς αγώνες στην Κούβα, το Κονγκό ή τη Βολιβία, η ιδεολογική του μήτρα δεν παγιώνεται ποτέ. Αντίθετα, υπήρξε πάντα εν κινήσει, με διαρκείς διερωτήσεις, αδιάκοπες διερευνήσεις, υποκινούμενη από τη δίψα της ανακάλυψης. Τις απαντήσεις που δεν τις βρήκε έτοιμες σε επιλεγμένα αναγνώσματα του “μαρξισμού της πρόσοψης και του σκηνικού των Ρώσων”, όπως τον αποκαλεί ο Paco Ignacio Taibo II στη βιογραφία του “Ernesto Guevara, γνωστός και ως Che”. Τη στράτευση του την τραβά όσο μπορείκ, με τα σπλάχνα, την καρδιά και το κεφάλι του, ένα κεφάλι άπληστο για κατανόηση και γνώση.

Η περίοδος στην οποία αναπτύσσεται είναι σημαδεμένη από την αποικιοκρατία, με τους πολέμους της, τον ρατσισμό της, και από το κίνημα αποαποικιοποίησης όπως εκφράστηκε σε πολλούς ελευθερωτικούς αγώνες κατά του ιμπεριαλισμού, στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Μάλλον ταιριάζει σ’αυτό το είδος πολιτικών προσδοκιών, ανανεωμένων μετά από δεκαετίες σκέψης αποστειρωμένης από τη γραφειοκρατία της Μόσχας. Η περίσταση μοιάζει να ερεθίζει τα πνεύματα και να ευνοεί την ιδεολογική άμιλλα. Ακολουθώντας τη δική του πορεία, από άλλους δρόμους, ο Malcolm X, στο έδαφος των ΗΠΑ, έχοντας έλθει σε ρήξη με τους μαύρους μουσουλμάνους (Έθνος του Ισλάμ) το 1964, καταλήγει σε συμπεράσματα παρόμοια με του Τσε πριν τη δολοφονία του το 1965: φτάνει να υποστηρίξει έναν μαρξισμό ανοιχτό, ανθρωπιστικό και διεθνιστικό. Δυο ζωές. Δύο δολοφονίες. Δύο πορείες κομμένες πάνω στην ανάπτυξη τους από ένα θάνατο αποφασισμένο από τους ανήσυχους θιασώτες της τάξης των γιάνκηδων.

Η πολιτική του αναζήτηση οδηγεί σταδιακά τον Τσε στον μαρξισμό των απαρχών. Σ’ εκείνον όπου η ανθρωπότητα και το άτομο ήταν τα πάντα, ρίζα και σκοπός του εξισωτικού σχεδίου. Ενός παγκόσμιου σχεδίου που αποτελει αλυσίδα στην οποία ο άνθρωπος, ως κεντρικό πρόσωπο και αυθεντικό επαναστατικό υποκείμενο, ξαναγίνεται το κόκκινο νήμα που ενώνει όλα τα στάδια της κοινωνικής μεταμόρφωσης: από την εξέγερση που γίνεται προσωπικά αισθητή και προξενείται από τις αδικίες της τρέχουσας κοινωνίας μέχρι την ατομική άνθηση που ευνοείται από τη νέα κοινωνία. Ο Τσε κάνει λάβαρο του μια ρήση του Κουβανού ποιητή και επαναστάτη Χοσέ Μαρτί: “Κάθε πραγματικός άνθρωπος πρέπει να αισθάνεται στο δικό του μάγουλο το χτύπημα που δόθηκε στον οποιονδήποτε άνθρωπο”. Το να είσαι πάντα έτοιμος για εξέγερση, το να αγανακτείς, σημαίνει να νοιώθεις ότι ανήκεις σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, σε ένα πεπρωμένο αλληλεγγύης, αποτελεί ήδη δράση. Εκείνος τοποθετεί την ανθρωπότητα στο ίδιο επίπεδο με την οικογένεια. Απαντώντας σε κάποια Μαρία Ροσάριο Γκεβάρα, που τον ρωτά αν είναι δυνατό να είχαν κοινούς προγόνους, απαντά: “Δε νομίζω πως είμαστε πολύ στενοί συγγενείς, αν όμως είστε ικανή να τρέμετε από αγανάκτηση κάθε φορά που γίνεται μια αδικία στον κόσμο, τότε είμαστε σύντροφοι, και αυτό είναι σημαντικότερο”. Λέγοντας τούτο, δεν επιδιώκει να μειώσει τον οικογενειακό δεσμό, αλλά μάλλον να εξάρει μια σχέση παγκόσμια όπου ο καθένας μπορεί εν τέλει να αποτιμά τη δική του καλή κατάσταση σε συνάρτηση με εκείνη του ομοίου του.

Δεν πρόκειται για έναν αλτρουϊσμό που περιορίζεται στο να υπομένει κανείς τη δυστυχία των άλλων σαν βάρος, αλλ’ αντίθετα το ζητούμενο είναι να δρα για ν’αλλάξει τη δική του μοίρα, μέσω εκείνης των άλλων, σε μιαν αμοιβαία άνθηση. Εκείνος υπερασπιζόταν την ιδέα αυτή ενώπιον των νεαρών κομμουνιστών της Κούβας: “Το χρέος κάθε νέου κομμουνιστή είναι να είναι ουσιωδώς άνθρωπος, τόσο άνθρωπος που ν’ αγγίζει το καλύτερο στον άνθρωπο […], ν’αναπτύσσει την ευαισθησία του σε σημείο που να νιώθει την αγωνία όταν ένας άνθρωπος δολοφονείται κάπου στον κόσμο και να ενθουσιάζεται όποτε υψώνεται κάπου μια νέα σημαία ελευθερίας”. Το να ελευθερώσουμε την ανθρωπότητα από τις αλυσίδες της μαχόμενη κατά της προσωπικής αλλοτρίωσης, υπερασπιζόμενοι ηθικές αξίες, ιδού η αυθεντική προσφορά του Τσε στον μαρξισμό.

Από το βιβλίο των Μισέλ Λεβί και Ολιβιέ Μπεσανσενό “Che Guevara: His Revolutionary Legacy” (2009). Ελληνική Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης (εκδ.Φαρφουλάς).

Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.

Ο αντιδογματικός και ουμανιστικός Μαρξισμός του Τσε Γκεβάρα

Μια από τις ουσιώδεις αρετές του μαρξισμού του Τσέ Γκεβάρα είναι ο φανατικός αντιδογματικός του χαρακτήρας. Γι΄ αυτόν ο Μάρξ ήταν ο ιδρυτής μιας νέας επιστήμης, που μπορεί και πρέπει να αναπτύσσεται κατά τη διαδικασία του μετασχηματισμού της ίδιας της πραγματικότητας. Υπό αυτή την έννοια θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να ερμηνεύσουμε τη σύγκριση – αν και κάπως εκπλήσσουσα – που κάνει στις Σημειώσεις για τη μελέτη της κουβανέζικης επανάστασης (1960) μεταξύ του Μάρξ και του Νεύτων. (σσ «Σαν μας ρωτούν αν είμαστε μαρξιστές ή όχι, η συμπεριφορά μας είναι σαν εκείνη του φυσικού που τον ρωτούν αν είναι «νευτωνικός» ή του βιολόγου που θα τον ρωτούσαν αν είναι «παστερικός». Υπάρχουν αλήθειες τόσο φανερές που είναι τελικά άσκοπο να συζητούνται. Πρέπει να είναι κανείς «μαρξιστής» τόσο φυσικά όσο είναι «νευτωνικός» ο φυσικός και «παστερικός» ο βιολόγος, υπολογίζοντας ότι αν νέα φαινόμενα προκαλέσουν νέες αντιλήψεις, εκείνα που πέρασαν δεν χάνουν τη συμμετοχή τους στην αλήθεια» (Σημειώσεις για τη μελέτη της ιδεολογίας της κουβανέζικης επανάστασης – Τσέ Γκουεβάρα, Πολιτικά Κείμενα: Τόμος Α΄, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970, σελ. 59).

Ο Μάρξ, για τον Τσέ, δεν ήταν ένας πάπας προικισμένος από το Αγιον Πνεύμα, με το χάρισμα του αλάθητου, ούτε τα κείμενά του είναι οι πλάκες με τις εντολές που επιχαρίτως παραχωρήθηκαν στο όρος Σινά. Υπογραμμίζει σ΄ αυτό το ίδιο κείμενο, ότι ο Μάρξ, αν και είναι γίγας της σκέψης, υπέπεσε σε πλάνες, που μπορούμε και οφείλουμε να τις ελέγξουμε. Παραδείγματος χάρη σε σχέση με τη Λατινική Αμερική, η εξήγηση που κάνει για τον Μπολιβάρ, ή η ανάλυση που έκαμε μαζί με τον Ενγκελς για το Μεξικό, «όπου παραδεχότανε ορισμένες θεωρίες για τις φυλές και τις εθνικότητες, που για τις μέρες μας, έχουν αποβεί απαράδεκτες» (σσ Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: «Η τακτική και στρατηγική της Λατινο-Αμερικανικής Επανάστασης», τόμος Α΄, σελ. 109, Εκ. Καρανάση, Αθήνα 1970).

Ο Γκουεβάρα παραπονιέται επανειλημμένα για «το σχολαστικισμό που έχει φρενάρει την ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας» και που συστηματικά μάλιστα εμπόδισε τη μελέτη της περιόδου οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Εναντίον αυτού του σχολαστικισμού (αναφέρεται βασικά στο σταλινισμό) και εναντίον κάθε τάσης παγιοποίησης του μαρξισμού σ΄ ένα ωραίο σύστημα αιώνιων αληθειών, απαρασάλευτων και αμετάβλητων, που προσφέρονται για τον ευσεβή εκστασιασμό των πιστών, ο Τσέ Γκεβάρα χρησιμοποιεί το ίδιο επιχείρημα που χρησιμοποιούσε ο Λένιν εναντίον της αρτηριοσκληρωτικής «ορθοδοξίας» της 2ας Διεθνούς, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο μαρξισμός είναι σε τελευταία ανάλυση, οδηγός για τη δράση. (σσ Πολιτικά Κείμενα: «Ο Σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα», τομ. Α΄, σελ. 172).

Βρίσκουμε λοιπόν στον Γκουεβάρα οξεία επίγνωση της ανάγκης για δημιουργική ανάπτυξη του μαρξισμού, προπαντός σχετικά με τα καινούργια προβλήματα, που θέτουν οι μεταβατικές κοινωνίες, για τις οποίες τα κείμενα του Μάρξ και του Λένιν δεν αποτελούν παρά εισαγωγή, πολύτιμη και αναγκαία, αλλά ανεπαρκή. Αυτό δε σημαίνει πώς η σκέψη του Τσέ δεν υπήρξε ορθόδοξη, με την αυθεντική έννοια της λέξης, δηλαδή να ξεκινά από τις θεμελιώδεις αρχές του επαναστατικού μαρξισμού και από τη μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού. Ο αντιδογματισμός που χαρακτηρίζει μεθοδολογικά τη σκέψη του Τσέ καθρεφτίζεται πάνω στις οικονομικές και πολιτικές του θέσεις επιτρέποντάς τους να ξεπεράσουν τα όρια που επέβαλε «συστηματικά» η σταλινική γραφειοκρατία. Ο Τσέ είχε εξάλλου επίγνωση της σχέσης μεταξύ δογματισμού και γραφειοκρατίας. Σε μια περικοπή, όπου κάνει υπαινιγμό στην «υπόθεση Εσκαλάντ», ο Τσέ έγραφε, τον Απρίλη του 1962: «είχε εγκαθιδρύσει προσωπικές μεθόδους που έγιναν σοβαρότατα εμπόδια στον καλύτερο συντονισμό της εργατικής τάξης και των οργανισμών. Για την ικανοποίηση προσωπικών συμφερόντων, εκδηλώθηκε στη χώρα ένα ολέθριο βίτσιο που πρέπει να εξαφανιστεί τελείως: η απομάκρυνση των μαζών, ο δογματισμός και ο σεχταρισμός. Εξ αιτίας τους απειληθήκαμε από τη γραφειοκρατία». (σσ Πολιτικά Κείμενα, Τόμ. Α΄, σελ. 130).

Τηρουμένων όλων των αναλογιών, μπορούμε να πούμε πώς ο Τσέ έπαιξε, τουλάχιστον επί επιπέδου Λατινικής Αμερικής, τον ίδιο ρόλο, επαναστατικής ανανέωσης, σχετικά με το «μαρξισμό» τον παγοποιημένο της επίσημης αριστεράς, που είχε διαδραματίσει ο Λένιν σχετικά με τη «μαρξιστική» σοσιαλ-δημοκρατία της 2ης Διεθνούς.

Ο Μαρξιστικός Ουμανισμός

Για τον Τσέ ο αυθεντικός μαρξισμός δεν αποκλείει τον ανθρωπισμό: τον ενσωματώνει σαν αναγκαία στιγμή του δικού του οράματος του κόσμου. Με την ιδιότητα του ουμανιστή ο Τσέ υπογραμμίζει την πρωτοτυπία και τη σημασία της κουβανέζικης επανάστασης η οποία επιχείρησε να οικοδομήσει «ένα μαρξιστικό σύστημα σοσιαλιστικό, με συνέπεια, ή με συνέπεια κατά προσέγγιση, όπου τοποθέτησαν στο κέντρο τον άνθρωπο, και όπου ο λόγος γίνεται για το άτομο, για το (συγκεκριμένο) πρόσωπο και για τη σημασία που έχει σαν ουσιαστικός παράγων της επανάστασης». (σσ Τσέ Γκεβάρα: «Το επίπεδο και οι άνθρωποι», στο Μανιφέστο αριθ. 7, Δεκέμβριος 1969, σελ. 36. Πρόκειται για τα στενογραφημένα πρακτικά των συνομιλιών που διεξήχθησαν το 1964 στο υπουργείο της Βιομηχανίας).

Ξέρουμε ότι ο Φιντέλ καθόριζε το 1959 την κουβανέζικη επανάσταση, σαν επανάσταση ανθρωπιστική. Με το πέρασμα (περαιτέρω ανάπτυξη) της επανάστασης στο σοσιαλισμό και την προσχώρηση του Φιντέλ στο μαρξισμό – λενινισμό (1960-61) ο ουμανισμός αυτός όχι μόνο δεν καταργήθηκε, αλλά διατηρημένος υπερκεράστηκε (Aufhebung) από το νέο μαρξιστικό ουμανισμό των κουβανών επαναστατών. Σε ένα λόγο το 1961, ο Φιντέλ υπεγράμμιζε κατηγορηματικά την ουμανιστική έμπνευση της φιλοσοφίας του Μαρξισμού-Λενινισμού: «Ποιός είπε ότι ο μαρξισμός απαρνείται τα ανθρώπινα αισθήματα;… Ενώ ακριβώς η αγάπη στον άνθρωπο, στην ανθρωπότητα, η επιθυμία να χτυπηθεί η αθλιότητα, η αδικία, ο γολγοθάς της εκμετάλλευσης που υφίσταται το προλεταριάτο, αυτά έκαμαν να ξεπηδήσει ο μαρξισμός από το μυαλό του Κάρλ Μάρξ, όταν ακριβώς ο μαρξισμός μπορούσε να ξεπηδήσει, όταν ακριβώς μπορούσε να αναφανεί πραγματική δυνατότητα, κι ακόμη πάνω κι από την πραγματική δυνατότητα: η ιστορική αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης της οποίας ο Κάρλ Μάρξ υπήρξε ο ερμηνευτής. Αλλά τι είναι κείνο που του επέτρεψε να γίνει ο ερμηνευτής, αν δεν είναι το κύμα των ανθρώπινων αισθημάτων, ανθρώπων όπως αυτός, όπως ο Ενγκελς, όπως ο Λένιν;». (σσ Φ. Κάστρο, Κουβανέζικη Επανάσταση, Μασπερό, Τόμ. 1, σελ. 117, Παρίσι).

Για τον Τσέ, το χωρίον αυτό του λόγου του Φιντέλ είναι απολύτου σημασίας και συνιστά σε κάθε αγωνιστή του κουβανέζικου κόμματος να το χαράξει στη μνήμη του σαν «το πιό αποτελεσματικό όπλο εναντίον όλων των αποκλίσεων». (σσ Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: «Το Μαρξιστικό – Λενινιστικό Κόμμα», Τομ. Α΄, σελ. 209, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970).

Κατά το 1963 – 64 ο Τσέ ανακαλύπτει το έργο του νεαρού Μάρξ. Πιθανώς η μεγάλη οικονομική συζήτηση που άρχιζε στην Κούβα εκείνη την εποχή, του υπεκίνησε την ανάγνωση των οικονομικο-φιλοσοφικών χειρογράφων του 1844. Αν και αναγνωρίζοντας τα θεωρητικά περιθώρια του νεαρού Μάρξ – των οποίων η διατύπωση «απέπνεε το βάρος των φιλοσοφικών ιδεών που είχαν συντελέσει στη διαμόρφωσή του» και των οποίων οι οικονομικές ιδέες ήσαν «πολύ ακαθόριστες» μη έχοντας ακόμη αποκτήσει την επιστημονική στιβαρότητα του Κεφαλαίου – ο Τσέ υπογραμμίζει το ενδιαφέρον αυτών των κειμένων, που αναφέρονται στα προβλήματα της απελευθέρωσης του ανθρώπου τόσο σαν κοινωνικού όντος, δηλαδή στον κομμουνισμό, όσο και σαν τη λύση των αντιθέσεων που προκαλούν την αλλοτρίωσή του. (σσ Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: Τόμος Β΄, σελ. 81, «Σχετικά με το σύστημα προϋπολογισμού χρηματοδότησης», Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1971).

Και το Κεφάλαιο; Δεν είναι αντίθετο από τα κείμενα του νεαρού Μάρξ το «καθαρώς επιστημονικό» δηλαδή «αντιανθρωπιστικό»; Αυτή η νεο-θετικιστική θεωρία για το Κεφάλαιο η πολύ διαδομένη κατά την εποχή της 2ης Διεθνούς, που επανεμφανίζεται σήμερα υπό νέα μορφή, αγνοεί ότι η καταγγελία του απανθρωπισμού του καπιταλισμού – και η δυνατότητα του ξεπεράσματός του με μια κοινωνία, όπου οι άνθρωποι ελέγχουν τα πράγματα με τη λογική – είναι ένα από τα επίκεντρα θέματα του σπουδαιότερου έργου του Μάρξ, θέμα που δεν αντιτίθεται στον επιστημονικό του χαρακτήρα, μα, αντιθέτως, συνάπτεται μαζί του διαλεκτικά. Ο Τσέ Γκουεβάρα, κατ΄ αντιπαραβολή, είχε ολοκληρωτικά συλλάβει την ανθρωπιστική έκταση του Κεφαλαίου, καθώς και τους λόγους για τους οποίους η έκταση αυτή δεν είναι πάντα «ορατή» για έναν αναγνώστη απληροφόρητο: «η βαρύτητα του μνημείου αυτού της ανθρώπινης διανόησης είναι τέτοια που συχνά μας έκαμε να ξεχάσουμε τον ουμανιστικό χαρακτήρα (στην καλύτερη σημασία του όρου) των προθέσεών του. Ο μηχανισμός των παραγωγικών σχέσεων και τα επακόλουθά του, η πάλη των τάξεων, κρύβουν μέχρι τινός βαθμού το αντικειμενικό γεγονός πώς άνθρωποι είναι εκείνοι που κινούνται μέσα στην ιστορική ατμόσφαιρα». (Τσέ Γκουεβάρα: Πολιτικά Κείμενα: Τόμ. Β΄, σελ. 81, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1971).

«Ανθρωπιστής στην καλύτερη σημασία του όρου»: με την έκφραση αυτή ο Τσέ υποδηλώνει ότι είναι απαραίτητο να γίνεται διάκριση μεταξύ του ουμανισμού του Μάρξ και των ουμανισμών ¨με την κακή σημασία του όρου»: αστικός ουμανισμός, χριστιανικός, παραδοσιακός, φιλανθρωπικός, κλπ. Εναντίον κάθε αφηρημένου ουμανισμού που αυτοκηρύσσεται «υπεράνω των τάξεων» (και που είναι σε τελευταία ανάλυση, αστικός) ο ουμανισμός του Τσέ, όπως και του Μάρξ, έχει ρητά αναλάβει υποχρεώσεις μέσα σε προοπτική προλεταριακής τάξης, αντιτίθεται λοιπόν ριζικά στον «κακό ουμανισμό» μ΄ αυτό το θεμελιακό συλλογισμό: η απελευθέρωση του ανθρώπου και η πραγματοποίηση των δυνατοτήτων του, δεν μπορούν να επιτευχθούν παρά μόνο με την προλεταριακή επανάσταση που καταργεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και εγκαθιδρύει την ορθολογιστική κυριαρχία των ανθρώπων πάνω στη διαδικασία της κοινωνικής τους ζωής. (Στην αντίληψή του για τον ουμανισμό, είναι δυνατόν και μάλιστα πιθανόν να επηρεάστηκε ο Τσέ από το έργο του αργεντίνου στοχαστή Ανιμπαλ Πόνσε (1898-1938), ενός από τους σκαπανείς του μαρξισμού στη Λατινική Αμερική, που το βιβλίο του Αστικός ουμανισμός και Προλεταριακός ουμανισμός (1935) επανεκδόθηκε ακριβώς στην Κούβα το 1962. Ο Πόνσε καταδεικνύει τη βασική αντίθεση μεταξύ του ουμανισμού των αστών και του ουμανισμού των εργαζομένων και υπογραμμίζει ότι «ο νέος άνθρωπος» ο «ολοκληρωμένος άνθρωπος» που συνδυάζει τη θεωρία και την πράξη, την κουλτούρα και την εργασία, δεν θα γίνει επιτεύξιμος παρά μόνο με την άνοδο του προλεταριάτου στην εξουσία». (σσ Α. Πόνσε: Αστικός Ουμανισμός και Προλεταριακός Ουμανισμός. Εθνικόν Τυπογραφείον της Κούβας, 1962, σελ. 113). Ο μαρξιστικός ουμανισμός του Τσέ είναι λοιπόν πρώτα απ΄ όλα ένας επαναστατικός ουμανισμός ο οποίος εκφράζεται στην αντίληψή του για το ρόλο των ανθρώπων κατά την επανάσταση, στην κομμουνιστική ηθική του και στο πώς βλέπει το νέο άνθρωπο.

Πηγή: Πολιτικό Καφενείο / Επιμέλεια: Παναγιώτης Βήχος.