«Ασπάστηκα τον κομμουνισμό εξαιτίας του Στάλιν»

Stalin-Che Guevara- Mottas

Νίκος Μόττας/ Ατέχνως.

Μια ιστορική προσωπικότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος του 20ου αιώνα, την ιδεολογικοπολιτική κληρονομιά της οποίας έχουν επιχειρήσει να οικειοποιηθούν διάφοροι πολιτικοί χώροι είναι αναμφίβολα ο Τσε Γκεβάρα. Τα χρόνια που ακολούθησαν της δολοφονίας του στη Βολιβία, ο Τσε αποτέλεσε σύμβολο για μια σειρά οργανώσεων της ευρύτερης αριστεράς (από τροτσκιστές μέχρι σοσιαλδημοκράτες) αλλά και του αναρχικού χώρου. Ένας πολύ μεγάλος αριθμός αυτών που θαύμασαν και θαυμάζουν τον αργεντίνο επαναστάτη αυτοπροσδοιορίζονται ως «αντισταλινικοί», μισούν και αναθεματίζουν τον Στάλιν ενώ συχνά αναφέρονται στα περήφημα «εγκληματα» της σταλινικής περιόδου. Αντίφαση και ιστορική ειρωνεία: Ο ίδιος ο Τσε Γκεβάρα ήταν θαυμαστής του Στάλιν.

Με αφορμή, λοιπόν, τα 63 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου σοβιετικού ηγέτη να θυμήσουμε τι πίστευε ο Τσε για τον Ιωσήφ Στάλιν, όπως προκύπτει από  γραπτά και επιστολές του ίδιου του Ερνέστο Γκεβάρα:

Το 1953, ευρισκόμενος στη Γουατεμάλα, ο 25χρονος τότε Τσε σημείωνε σε γράμμα του στην θεία Μπεατρίς: «Κατά τη διαδρομή μου είχα την ευκαιρία να περάσω απ’ την «επικράτεια»της United Fruit Co, πείθοντας με ακόμη μια φορά πόσο απαίσια είναι αυτά τα καπιταλιστικά χταπόδια. Ορκίστηκα μπροστά σε μια φωτογραφία του παλαιού και θρηνημένου συντρόφου Στάλιν ότι δεν θα ησυχάσω μέχρι να δω τον αφανισμό αυτών των χταποδιών». (Πηγή: Jon Lee Anderson, Che Guevara: A revolutionary life, 1997).

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1957, όντας στο καμίνι του αντάρτικου αγώνα στην κουβανική ύπαιθρο, ο Γκεβάρα έγραφε προς το μέλος του Κινήματος της 26ης Ιούλη Ρενέ Ράμος Λατούρ (Ντανιέλ):

«Στα επονομαζόμενα «λάθη του Στάλιν» βρίσκεται η διαφορά μεταξύ μιας επαναστατικής και μιας ρεβιζιονιστικής αντίληψης. Πρέπει να μελετήσεις τον Στάλιν στο ιστορικό πλαίσιο που κινήθηκε, όχι να τον δεις (αποκλειστικά) ως ένα είδος αγριάνθρωπου, αλλά στα συγκεκριμένα ιστορικά όρια. Ασπάστηκα τον κομμουνισμό εξαιτίας του πατερούλη Στάλιν και κανείς δεν πρέπει να ‘ρθει να μου πει ότι δεν πρέπει να διαβάζω Στάλιν. Τον διάβαζα όταν ήταν κάτι πολύ κακό να διαβάζεις γι’ αυτόν. Αυτό ήταν σε μια άλλη εποχή. Και επειδή δεν είμαι πολύ ευφυής, αλλά και ξεροκέφαλος, συνεχίζω να τον διαβάζω. Ιδιαίτερα σε αυτήν τη νέα περίοδο που είναι ακόμη χειρότερο να διαβάζεις (για τον Στάλιν). Τότε, όπως και τώρα, βρίσκω μια σειρά πραγμάτων που είναι πολύ καλά».

 Ο Τσε Γκεβάρα δεν άφηνε έξω απ’ την κριτική του τον αντεπαναστατικό ρόλο του Τρότσκι στη δράση του οποίου χρέωνε «κρυφά κίνητρα» και «θεμελιώδη λάθη». Έγραφε επί παραδείγματι: «Πιστεύω ότι η βασική ιδεολογία στην οποία ο Τρότσκι βασίστηκε ήταν λανθασμένη, τα κρυφά κίνητρα της δράσης του (ήταν) λανθασμένα και τα τελευταία του χρόνια υπήρξαν σκοτεινά. Οι τροτσκιστές δεν έχουν συνεισφέρει τίποτα απολύτως στο επαναστατικό κίνημα – εκεί που έδρασαν περισσότερο ήταν στο Περού αλλά στο τέλος απέτυχαν επειδή χρησιμοποιούν κακές μεθόδους» (Comments on ‘Critical Notes on Political Economy’ by Che Guevara, Revolutionary Democracy Journal, 2007).

Σε γράμμα του προς τον Κουβανό τροτσκιστή- και σημαντικό στέλεχος της Επανάστασης- Αρμάντο Χαρτ, ο Τσε σημείωνε:

«Στην Κούβα δεν υπάρχει τίποτα δημοσιευμένο, εάν εξαιρέσουμε τα σοβιετικά τούβλα, τα οποία φέρουν τη δυσκολία ότι δεν σ’αφήνουν να σκεφτείς – το κόμμα σκέφτεται για σένα και συ πρέπει να το αφομοιώσεις. Θα ήταν αναγκαίο να δημοσιευθεί η πλήρης εργογραφία των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Στάλιν (υπογραμμισμένο από τον Τσε στο αυθεντικό έγγραφο της επιστολής) και άλλων σπουδαίων μαρξιστών. Εδώ θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τους μεγάλους ρεβιζιονιστές (εάν θέλεις μπορείς να προσθέσεις τον Χρουστσώφ) και επίσης τον φίλο σου τον Τρότσκι ο οποίος υπήρξε και προφανώς έγραψε κάτι»  (Πηγή: εφημερίδα Contracorriente, φυλ. 9, Αβάνα 1997).

Η ρεβιζιονιστική πορεία που ακολούθησε η σοβιετική ηγεσία μετά τις αποφάσεις του 20ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ αποτέλεσε πηγή έντονου προβληματισμού για τον Τσε. Η πολιτική της«αποσταλινοποίησης» και των λαθεμένων, οπορτουνιστικών αντιλήψεων σχετικά με την πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού που εισήγαγε η ηγεσία Χρουστσόφ μετά το 1956 επέδρασαν καίρια στην αντίληψη του Γκεβάρα για την  επανάσταση και τον σοσιαλισμό.

Ένας εκ των βιογράφων του Γκεβάρα, ο μεξικανός πολιτικός Χόρχε Καστανέδα, γράφει σχετικά (προσθέτοντας και λίγη αντικομμουνιστική σάλσα): «Ο Γκεβάρα έγινε σταλινικός σε μια περίοδο που χιλιάδες νέοι άρχισαν να δυσανασχετούν με την επίσημη εκδοχή του “Κομμουνισμού”. Απέρριπτε ως «ιμπεριαλιστική προπαγάνδα» το λόγο του Χρουστσόφ το 1956 που κατάδικαζε τα εγκλήματα του Στάλιν, ενώ υποστήριξε την ρωσική παρέμβαση στην Ουγγαρία που συνέτριψε την εργατική ανταρσία στη χώρα την ίδια χρονιά»  (Χ.Καστανέδα, The life and death of Che Guevara, 1997).

che

Τέσσερα χρόνια μετά την αρχή της περίφημης «αποσταλινοποίησης», το Νοέμβρη του 1960, ο Γκεβάρα επισκέπτονταν τη Μόσχα ως εκπρόσωπος της κουβανικής κυβέρνησης. Παρά τις παραινέσεις του τότε κουβανού πρέσβη, ο Τσε επέμεινε στην κατάθεση στεφάνου στον τάφο του Στάλιν, στα τείχη του Κρεμλίνου.

Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα εκτιμούσε βαθιά τον ηγέτη Ιωσήφ Στάλιν και την συμβολή του στην σοσιαλιστική οικοδόμηση. Και αυτό διότι, όπως ο ίδιος έλεγε, «πρέπει να μελετήσεις τον Στάλιν στο ιστορικό πλαίσιο που κινήθηκε […] στα συγκεκριμένα ιστορικά όρια». Αυτό το ιστορικό πλαίσιο και οι εξαιρετικά αντίξοες κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές συνθήκες στις οποίες έδρασε ο Ι.Στάλιν αποσιωπούνται απ’ τους θιασώτες του αντισταλινισμού. Αποσιωπάται το γεγονός ότι η πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ γίνονταν σε ένα πλαίσιο οξύτατης διαπάλης, με πληθώρα εσωτερικών και εξωτερικών απειλών (ιμπεριαλιστική περικύκλωση), με μια γιγαντιαία προσπάθεια εκβιομηχάνισης που αντιμετώπιζε αντιδράσεις και εκτεταμένα σαμποτάζ, με την πάλη για την κολλεκτιβοποίηση να συναντά την μεγάλη αντίδραση των κουλάκων. Ο Ι. Στάλιν, ως φυσιογνωμία και ηγετική προσωπικότητα, αποτέλεσε προϊόν της δράσης των λαϊκών μαζών σε ένα δεδομένο ιστορικό πλαίσιο. Και ως τέτοια προσωπικότητα, ο Στάλιν καθοδήγησε για 30 συναπτά έτη το Κόμμα των μπολσεβίκων και το λαό της Σοβιετικής Ένωσης, πατώντας στην στέρεα ιδεολογική κληρονομιά του Λένιν. Αυτό, ένας πραγματικός κομμουνιστής, ένας επαναστάτης στην σκέψη και- κυρίως- στην πράξη όπως ο Ερνέστο Γκεβάρα ήταν επομένο να το αναγνωρίσει και να το εκτιμήσει.

Advertisements

Φιντέλ Κάστρο: Πως έγινα Κομμουνιστής

Fidel Castro Ruiz 1Το παρακάτω κείμενο είναι σύνθεση απαντήσεων που έδωσε ο Φιντέλ Κάστρο σε ερωτήσεις φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Κονσεψιόν, στην Χιλή, στις 18 Νοέμβρη 1971. Το παραθέτουμε ως ενδιαφέρουσα – και διδακτική – μαρτυρία ενός ηγέτη που σημάδεψε όχι μόνο την Κουβανική και Παγκόσμια Ιστορία του 20ου αιώνα αλλά και τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα προσωπικά, μέσω της άρρηκτης φιλίας και συντροφικότητας που για 11 χρόνια συνέδεσε τους δύο άντρες.

Ήμουν γιός ενός γαιοκτήμονα – αυτό ήταν ένας λόγος για να είμαι αντιδραστικός. Μορφώθηκα σε θρησκευτικά σχολεία όπου πήγαιναν τα παιδιά των πλουσίων – ένας ακόμα λόγος για να είμαι αντιδραστικός. Ζούσα στην Κούβα, όπου όλες οι ταινίες, οι εκδόσεις και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ήταν “Made in USA” – ένας τρίτος λόγος για να είμαι αντιδραστικός. Σπούδασα σ’ ένα πανεπιστήμιο όπου απο 15.000 φοιτητές, μόνο τριάντα ήταν αντιιμπεριαλιστές κι εγώ ήμουν ένας απο εκείνους τους τριάντα στο τέλος. Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο, μπήκα ως γιος γαιοκτήμονα – και για να κάνουμε τα πράγματα χειρότερα, ήμουν πολιτικά αγράμματος!

… Και κάτι άλλο. Κανένα κομματικό μέλος, κανένας κομμουνιστής, κανένας σοσιαλιστής ή εξτρεμιστής δε με πήρε με το μέρος του να με κατηχήσει. Όχι. Μου έδωσαν ένα μεγάλο, βαρύ, διαβολεμένο, πληχτικό και ανυπόφορο διδακτικό βιβλίο που προσπαθούσε να εξηγήσει την πολιτική οικονομία από αστική άποψη – αυτό το πράγμα το έλαγαν πολιτική οικονομία!

Κι’ αυτό το ανυπόφορο βιβλίο παρουσίαζει τις κρίσεις της υπερπαραγωγής και άλλα τέτοια προβλήματα σαν τα πιο φυσικά στον κόσμο. Εξηγούσε πως στη Βρετανία, όταν υπήρχε αφθονία κάρβουνου, υπήρχαν εργάτες που δεν είχαν καθόλου, γιατί σύμφωνα με τους αδυσώπητους φυσικούς και αμετάβλητους νόμους της ιστορίας, της κοινωνίας και της φύσης, παρουσιάζονται αναπόφευκτα κρίσεις υπερπαραγωγής και όταν παρουσιάζονται, φέρνουν ανεργία και πείνα. Δηλαδή, όταν υπάρχει πολύ κάρβουνο, οι εργάτες κρυώνουν και πεινούν!

Έτσι εκείνος ο γιός του γαιοκτήμονα, που είχε μορφωθεί σε αστικά σχολεία και σύμφωνα με την αμερικανική προπαγάνδα, άρχισε να σκέπτεται ότι κάτι έφταιγε σ’ αυτό το σύστημα, κάτι δεν έβγαζε νόημα…

Σαν γιός ενός φτωχού ανθρώπου που αργότερα έγινε μεγάλος γαιοκτήμονας, είχα τουλάχιστον το πλεονέκτημα να ζω στην εξοχή, με τους χωρικούς, με τους φτωχούς, που ήταν όλοι φίλοι μου. Αν ήμουν εγγονός γαιοκτήμονα, είναι πολύ πιθανό ότι ο πατέρας μου θα με είχε φέρει να ζήσω στην πρωτεύουσα, σε κάποια υπεραριστοκρατική συνοικία κι εκείνοι οι θετικοί παράγοντες που διέθετα, δεν θα μπορούσαν να επιζήσουν λόγω της επιρροής του περιβάλλοντος. Ο εγωϊσμός και άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά που έχουμε εμείς οι άνθρωποι, θα είχαν επικρατήσει.

Ευτυχώς, τα σχολεία στα οποία σπούδασα, ανέπτυξαν μερικούς απο τους θετικούς παράγοντες. Ένας ορισμένος ιδεαλιστικός ορθολογισμός, μια ορισμένη έννοια του καλού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου, κι’ ένα ορισμένο πνεύμα εξεγερτικότητας ενάντια στις επιβολές και την καταπίεση, με οδήγησαν σε μια ανάλυση της ανθρώπινης κοινωνίας και με μετέτρεψαν σε αυτό που αντιλήφθηκα αργότερα πως ήταν ουτοπικός κομμουνιστής. Εκείνο το διάστημα, δεν είχα ακόμα την καλή τύχη να γνωρίσω έναν κομμουνιστή ή να διαβάσω κάποιο κομμουνιστικό ντοκουμέντο.

Λοιπόν, μια μέρα, έπεσε στα χέρια μου ένα αντίγραφο του Κομμουνιστικού Μανιφέστου – του ξακουστού Κομμουνιστικού Μανιφέστου! – και διάβασα μερικά πράγματα που δεν ξέχασα ποτέ… Τι φράσεις, τι αλήθειες! Και βλέπαμε εκείνα τα πράγματα κάθε μέρα! Ένιωθα σαν μικρό ζώο που γεννήθηκε σ’ ένα δάσος το οποίο δεν καταλάβαινε. Τότε, εντελώς ξαφνικά, βρίσκει ένα χάρτη εκείνου του δάσους – μια περιγραφή, μια γεωγραφία εκείνου του δάσους και όλων μέσα σ’αυτό. Τότε ήταν που βρήκα τον προσανατολισμό μου. Ρίξτε μια ματιά τώρα και δείτε αν οι ιδέες του Μαρξ δεν ήταν δίκαιες, σωστές κι εμπνευσμένες. Αν δεν είχαμε βαδίσει τον αγώνα μας σ’αυτές, δεν θα ήμασταν εδώ τώρα! Δεν θα ήμασταν εδώ!

Λοιπόν, ήμουν κομμουνιστής; Όχι. Ήμουν ένας άνθρωπος που ήταν αρκετά τυχερός να ανακαλύψει μια πολιτική θεωρία, ένας άνθρωπος που πιάστηκε στη δίνη της πολιτικής κρίσης της Κούβας πολύ καιρό πριν γίνει ολοκληρωμένος κομμουνιστής. Συνέχισα να εξελίσσομαι. Έπειτα, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον ιμπεριαλισμό πιο χειροπιαστά απ’ ότι τον είχα γνωρίσει από το βιβλίο του Λένιν. Τον γνώρισα στην Κούβα, σε απόσταση μόνο 150 χιλιομέτρων από αυτόν. Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον ιμπεριαλισμό – τον χειρότερο και πιο επιθετικό απ’ όλους… Και πιστεύω ότι η ζωή μου έδωσε μια καλύτερη κατανόηση της πραγματικότητας.

Μ’ έκανε περισσότερο επανάστατη, περισσότερο σοσιαλιστή, περισσότερο κομμουνιστή.

Το κείμενο περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Η Επαναστατική Κούβα» του Τέρενς Κάνον, Εκδόσεις Χοσέ Μαρτί, 1987.

Ομιλία & Συνέντευξη στην Σοβιετική Ένωση

Che Guevara with Yuri Gagarin 3Το Νοέμβρη του 1964, ο Τσε βρέθηκε στη Μόσχα για τους εορτασμούς της επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στις 11 του μήνα παρεβρέθηκε σε εκδήλωση φιλίας και αλληλεγγύης των δύο χωρών. Πρώτος μίλήσε ο κοσμοναύτης Γιούρι Γκαγκάριν που εκλέχθηκε πρόεδρος του Ομίλου Κουβανο-Σοβιετικής Φιλίας και ακολούθησε χαιρετισμός του Γκεράρδο Μαζόλα, προέδρου τότε του Κουβανικού Ινστιτούτου Φιλίας των Εθνών (ICAP). Στο τέλος ήταν η σειρά του Τσε να απευθύνει χαιρετισμό που, σημειωτέον, ήταν ο τελευταίος του στην ΕΣΣΔ.

«Dorogie tovarishchi! (Αγαπητοί σύντροφοι!)

Τώρα θα μιλήσω στα ισπανικά. Γνωρίζετε ότι όταν οι ηγέτες της Κουβανικής Επανάστασης βρίσκονται στο μικρόφωνο είναι δύσκολο να τους απομακρύνετε απ’ αυτό.

Στην περίπτωση μου δεν έχετε τίποτα να φοβάστε. Ο σύντροφος Μαζόλα εξέφρασε τα αισθήματα του λαού μας. Και οι υπόλοιποι σύντροφοι μας έδωσαν ενδιαφέρουσες πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένης μιας έκθεσης για την ολοκλήρωση του σχεδιασμού για τον επετειακό εορτασμό της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Αυτό, ασφαλώς, λαμβάνει χώρα εδώ στην Σοβιετική Ένωση. Δυστυχώς, δε μπορώ να σας μεταφέρω ανάλογα νέα (από την Κούβα). Στο μέλλον θα πρέπει όλοι μας να σχεδιάσουμε τον τιμητικό εορτασμό της 7ης Νοέμβρη, αφού αυτή η ημερομηνία ανήκει σε όλους μας.

Σύντροφοι! Ο κουβανικός λαός ξεκίνησε την οικοδόμηση του Σοσιαλισμού πρόσφατα. Έχουμε ακόμα πολλά να μάθουμε. Πρέπει να αναπτύξουμε την συνείδηση μας και την αγάπη μας για την εργασία. Αλλά ο λαός μας είναι εξοικειωμένος με την ιστορία, την αληθινή ιστορία. Γνωρίζει την δύναμη του παραδείγματος και γνωρίζει το αίμα που οι σοβιετικοί στρατιώτες έχυσαν για την υπεράσπιση της ελευθερίας, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού – αυτό το αίμα θα μπορούσε να σχηματίσει ποτάμια. Επίσης γνωρίζουν (οι κουβανοί) πως ο σοβιετικός λαός έχυσε το αίμα του σε μέρη μακρινά από την πατρίδα του και πως υπάρχει σοβιετικό στρατιωτικό προσωπικό στο νησί μας που πράττει το προλεταριακό διεθνιστικό του καθήκον. Γνωρίζουν επίσης ότι την παρούσα στιγμή ένας μεγάλος αριθμός σοβιετικών ειδικών μας μαθαίνουν πλήθος τεχνών. Γνωρίζουν ότι σοβιετικοί ειδικοί βρίσκονται σε όλον τον κόσμο, εργαζόμενοι προκειμένου να βοηθήσουν τα αναπτυσσόμενα έθνη ώστε να χειριστούν την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, προσφέροντας το κλειδί για ένα καλύτερο μέλλον. Ξέρουν πως οι εκπληκτικές προσπάθειες για την κατάκτηση του διαστήματος ξεκίνησαν από την Σοβιετική Ένωση.

Ο λαός μας, έχοντας μελετήσει ιστορία και γνωρίζοντας τη δύναμη που δίνει το “παράδειγμα”, θα αναγνωρίζει πάντοτε τις θυσίες του σοβιετικού λαού, ώστε να είμαστε σε θέση να ακολουθήσουμε το λαμπρό σας παράδειγμα, αμυνόμενοι ακούραστα της επανάστασης μας και χτίζοντας τον Σοσιαλισμό.

Η Κούβα, σοβιετικοί μου σύντροφοι, δεν θα υποχωρήσει ποτέ!

Ας είναι η φιλία μας αιώνια!

Slava Sovetskomu Soyuzu!» (ελευθ. Μετάφρ. στα ρώσικα: Ζήτω η Σοβιετική Ένωση!)

Την παραμονή της αναχώρησης του από τη Μόσχα, ο Τσε μίλησε στον ανταποκριτή του ειδησεογραφικού πρακτορείου APN:

Che Guevara Red Square 1964«Είχα την τιμή να εκπροσωπήσω την Κούβα δύο φορές στους εορτασμούς της 7ης Νοέμβρη. Το 1960 και σήμερα. Όταν το 1960 σταθήκαμε στην εξέδρα του μαυσωλείου του Λένιν είμασταν εκπρόσωποι μιας χώρας η οποία ακόμη ήλπιζε να γίνει κάτι, που ήταν στη δίνη ενός αγώνα με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Φέτος, βρεθήκαμε στις εξέδρες του μαυσωλείου ως εκπρόσωποι μιας σοσιαλιστικής χώρας, μιας νέας σοσιαλιστικής χώρας που γεννήθηκε στην αμερικάνικη ήπειρο. Ήμασταν στην ευχάριστη θέση να δούμε το όνομα της χώρας μας ανάμεσα σε αυτά των σοσιαλιστικών χωρών, να ακούσουμε τα στρατιωτικά μας εμβατήρια στην παρέλαση, όπως πρόσφατα στην Αβάνα όταν υποδεχθήκαμε το νέο σοβιετικό τάνκερ που φέρει το όνομα της πρωτεύουσας μας. Το τάνκερ αυτό είναι μέρος ενός μεγάλου στόλου που φέρει τα ονόματα των πρωτευουσών πόλεων των σοσιαλιστικών χωρών. Για εμάς τέτοιες πράξεις είναι πηγή ενθουσιασμού, μιας και ήταν μόλις πρόσφατα που ξεκινήσαμε το χτίσιμο του Σοσιαλισμού.

Στην Κόκκινη Πλατεία νιώσαμε τη ζεστή φιλία και τον ατέλειωτο ενθουσιασμό του σοβιετικού λαού. Επισκεπτήκαμε μια σειρά από σοβιετικές επιχειρήσεις. Είδαμε πολλά πράγματα που δείχνουν τις ανεπτυγμένες βιομηχανικές δυνατότητες της ΕΣΣΔ. Στην αυτοκινητοβιομηχανία Likhachev, για παράδειγμα, είδαμε νέα αυτόματα μοντέλα φορτηγών».

Ο ανταποκριτής ρώτησε τον Τσε αναφορικά με τις προοπτικές βιομηχανικής ανάπτυξης στην Κούβα και την περαιτέρω σύσφιξη της κουβανο-σοβιετικής οικονομικής συνεργασίας:

«Η συνεργασία μας με την Σοβιετική Ένωση κάνει βήματα επιτυχούς προόδου σε έναν αριθμό τομέων, περισσότερο απ’ όλα στον τομέα της μηχανικής ενέργειας όπου η ΕΣΣΔ έχει μεγάλη εμπειρία. Η πλειοψηφία των σταθμών μας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας έχουν χτιστεί με την σοβιετική βοήθεια. Θα εγκαταστήσουμε τους παραδοσιακούς θερμο-ηλεκτρικούς σταθμούς, που λειτουργούν με πετρέλαιο, όταν θα είναι οικονομικά εφικτό.

Προς το παρόν, η μεταλλουργία αποτελεί σημαντικό βιομηχανικό βραχίονα της κουβανικής οικονομίας. Πρέπει να χτίσουμε νέες επιχειρήσεις χάλυβα. Πρέπει να αναπτύξουμε μη-σιδηρούχες βιομηχανίες μετάλλων. Έχουμε μεγάλα αποθέματα λατερίτη στα βόρεια της επαρχίας Οριέντε. Σε αυτό το σημείο θα χτιστεί ένα κεντρικό μεταλλουργικό εργοστάσιο που θα αποτελέσει την προμετωπίδα της μη-σιδηρούχας βιομηχανίας μετάλλου. Εδώ και πάλι βασιζόμαστε στην σοβιετική βοήθεια.

Βασιζόμενοι στην σοβιετική εμπειρία σχεδιάζουμε επίσης να βελτιώσουμε την παραγωγή των αγροτικών μας μηχανημάτων. Η Κούβα ενδιαφέρεται, πέραν τούτου, στην ανάπτυξη της χημείας, των αυτοματοποιημένων μηχανημάτων, τον τομέα της ηλεκτρονικής. Αλλά όλα αυτά είναι καινοτομίες για εμάς σε αυτή τη φάση και σε πρώτη φάση πρέπει να συγκεντρώσουμε την απαραίτητη εμπειρία. Οι σοβιετικοί μας σύντροφοι μας δίνουν ήδη χειροπιαστή βοήθεια στην χημική βιομηχανία – τον επόμενο χρόνο θα ξεκινήσουν το χτίσιμο βιομηχανίας λιπασμάτων στην πόλη Νουεβίτας».

Ο Τσε δεν παρέλειψε να χαιρετήσει τη δημιουργία του Ομίλου Κουβανο-Σοβιετικής Φιλίας και είπε ότι η δημιουργία αυτή θα ενισχύσει τις σχέσεις των δύο χωρών, σε πολιτιστικό και όχι μόνο επίπεδο:

«Όταν δημιουργήθηκε ο Όμιλος», δήλωσε ο Τσε, «ήμασταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι από το ζεστό κλίμα που δημιούργησε ο σοβιετικός λαός, του μεγάλου αριθμού των ατόμων αλλά και οργανισμών που θέλησαν να λάβουν μέρος σε αυτόν, όσο και απο τον ενθουσιασμό με τον οποίο έγιναν δεκτά τα νέα της δημιουργίας του θεσμού αυτού. Με την ευκαιρία να πω ότι και μείς σχεδιάζουμε την ίδρυση ανάλογου Ομίλου στην Κούβα, αλλά κινηθήκατε γρηγορότερα απο εμάς.

Παρά το γεγονός ότι η φιλία μας είναι πρόσφατη, μας δένουν πολύ ισχυροί, άρρηκτοι δεσμοί. Όποτε κι’ αν πατάμε το έδαφος της χώρας όπου πρωτοχτίστηκε ο Σοσιαλισμός αισθανόμαστε τη ζεστασιά της φιλίας αυτής. Από πλευράς μας μπορούμε να επαναλάβουμε ξανά και ξανά ότι το αίσθημα αυτό είναι αμοιβαίο εκ μέρους του κουβανικού λαού. Όταν βλέπουμε τις βασικές κατακτήσεις του σοβιετικού λαού – τον πρωταθλητή της ειρήνης σε όλον τον κόσμο και σύμμαχο της Κούβας – αισθανόμαστε δύναμη και εμπιστοσύνη.

Γνωρίζουμε πως ο σοβιετικός λαός έχει τα μέσα να υπερασπιστεί την ειρήνη, είδαμε τα πειστήρια στην παρέλαση της 7ης Νοέμβρη».

Διαβάστε ΕΔΩ την ομιλία του Τσε στη Μόσχα, τέσσερα χρόνια πριν, το Δεκέμβρη του 1960.

Ένας ανθρωπιστής μαρξιστής: Ο αγώνας για έναν Κομμουνισμό με ανθρώπινο πρόσωπο (Μέρος Πρώτο)

Των Michael Löwy & Olivier Besancenot.

Το ανέκδοτο είναι διάσημο στην Αβάνα. Σε μια συνάντηση της κουβανικής διοίκησης λίγο μετά την επανάσταση, όταν ο Φιντέλ Κάστρο απευθυνόμενος στην ομήγυρη ρώτησε: “Υπάρχει κανένας οικονομολόγος (economiste) στην αίθουσα;”, ο Τσε ύψωσε το δάχτυλο. Αμέσως διορίστηκε πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας. Στο τέλος της συνάντησης, ο Φιντέλ τον ρώτησε αιφνιδιασμένος: “Δεν το ήξερα πως είσαι οικονομολόγος!” Και η απάντηση του συνομιλητή του: Carajo, εγώ κατάλαβα πως η ερώτηση ήταν αν υπάρχει κανένας κομμουνιστής (communiste) στην αίθουσα”. Πέρα από το αστείο, είναι σίγουρο πως ο Ερνέστο Γκεβάρα διεκήρυττε δημόσια την υποστήριξη του προς τις κομμουνιστικές ιδέες, ακόμη και πολύ πριν την κουβανική επανάσταση.

Η πολιτική, ανατρεπτική και ρομαντική εποποιία του Τσε έφερε στην εποχή της μια παγκόσμια πνοή οξυγόνου στους κόλπους του διεθνούς εργατικού κινήματος εγκλωβισμένου από τον Ψυχρό Πόλεμο. Σήμερα συνεχίζει να αποτελεί φυτώριο ιδεών και αυθεντική πηγή έμπνευσης. Ουσιαστικά, την στιγμή της παγκόσμιας ανάπτυξης του καπιταλισμού, η σκιά του Τσε εξακολουθεί να πλανιέται στα ύψη της μεξικανικής Τσιάπας, ανάμεσα στους επαναστάτες χωρικούς Ζαπατίστας. Εκτείνεται μέχρι τη Βενεζουέλα του Τσάβες. Αιωρείται πάνω από τις πορείες για μιαν άλλη παγκοσμιοποίηση, που σε σχολεία, επιχειρήσεις και πόλεις αμφισβητεί την επιβολή της νέας παγκόσμιας τάξης στην οικονομία, την κοινωνία, την ειρήνη και το περιβάλλον. […] Πέρα από τις περιπέτειες του με το Κρεμλίνο, ο Τσε μπορούσε, χάρη στην σκέψη του, να δώσει μια νέα και σταθερή ώθηση στο παγκόσμιο σχέδιο του κοινωνικού μετασχηματισμού. Σχέδιο που εκείνος ήθελε να δει τον καθένα να επαναοικειοποιείται ατομικά. Γι’ αυτόν, η κατανόηση του σοσιαλισμού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά σε προσωπική κλίμακα, όσο πιο κοντά γίνεται στις στενές έγνοιες του καθενός θύματος της εκμετάλλευσης. Η Επανάσταση, εάν καταστεί απρόσωπη, αποκόπτεται από το αισθητό νήμα των ανθρώπων. Όμως, εξατομικεύοντας την πολιτική, ο Τσε ελπίζει να φυτρώσει σε όσο περισσότερες συνειδήσεις μπορεί ο σπόρος των χειραφετητικών λογικών: η ιστορία της ανθρωπότητας έχει την ιδιαιτερότητα ότι την φτιάχνουν οι άνθρωποι.

Κατ’ αρχάς, ο επαναστατικός ανθρωπισμός του Τσε δεν οδηγεί τον αγώνα και τις ιδέες του στους δρόμους της ανανέωσης του μαρξισμού. Δεν προσπαθεί να τον τυλίξει σ’ ένα πιο ανθρωπιστικό περίβλημα. Η σκέψη του δεν έχει χτιστεί έτσι. Τον σπρώχνει προς το μαρξισμό γιατί σ’αυτόν το δρόμο η ανθρωπιστική του στράτευση βρίσκει διέξοδο. Και τούτο ακολουθεί τη δική του διανοητική και πολιτική πορεία. Από τα πρώτα του εφηβικά ταξίδια στη Λατινική Αμερική μέχρι τους επαναστατικούς αγώνες στην Κούβα, το Κονγκό ή τη Βολιβία, η ιδεολογική του μήτρα δεν παγιώνεται ποτέ. Αντίθετα, υπήρξε πάντα εν κινήσει, με διαρκείς διερωτήσεις, αδιάκοπες διερευνήσεις, υποκινούμενη από τη δίψα της ανακάλυψης. Τις απαντήσεις που δεν τις βρήκε έτοιμες σε επιλεγμένα αναγνώσματα του “μαρξισμού της πρόσοψης και του σκηνικού των Ρώσων”, όπως τον αποκαλεί ο Paco Ignacio Taibo II στη βιογραφία του “Ernesto Guevara, γνωστός και ως Che”. Τη στράτευση του την τραβά όσο μπορείκ, με τα σπλάχνα, την καρδιά και το κεφάλι του, ένα κεφάλι άπληστο για κατανόηση και γνώση.

Η περίοδος στην οποία αναπτύσσεται είναι σημαδεμένη από την αποικιοκρατία, με τους πολέμους της, τον ρατσισμό της, και από το κίνημα αποαποικιοποίησης όπως εκφράστηκε σε πολλούς ελευθερωτικούς αγώνες κατά του ιμπεριαλισμού, στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Μάλλον ταιριάζει σ’αυτό το είδος πολιτικών προσδοκιών, ανανεωμένων μετά από δεκαετίες σκέψης αποστειρωμένης από τη γραφειοκρατία της Μόσχας. Η περίσταση μοιάζει να ερεθίζει τα πνεύματα και να ευνοεί την ιδεολογική άμιλλα. Ακολουθώντας τη δική του πορεία, από άλλους δρόμους, ο Malcolm X, στο έδαφος των ΗΠΑ, έχοντας έλθει σε ρήξη με τους μαύρους μουσουλμάνους (Έθνος του Ισλάμ) το 1964, καταλήγει σε συμπεράσματα παρόμοια με του Τσε πριν τη δολοφονία του το 1965: φτάνει να υποστηρίξει έναν μαρξισμό ανοιχτό, ανθρωπιστικό και διεθνιστικό. Δυο ζωές. Δύο δολοφονίες. Δύο πορείες κομμένες πάνω στην ανάπτυξη τους από ένα θάνατο αποφασισμένο από τους ανήσυχους θιασώτες της τάξης των γιάνκηδων.

Η πολιτική του αναζήτηση οδηγεί σταδιακά τον Τσε στον μαρξισμό των απαρχών. Σ’ εκείνον όπου η ανθρωπότητα και το άτομο ήταν τα πάντα, ρίζα και σκοπός του εξισωτικού σχεδίου. Ενός παγκόσμιου σχεδίου που αποτελει αλυσίδα στην οποία ο άνθρωπος, ως κεντρικό πρόσωπο και αυθεντικό επαναστατικό υποκείμενο, ξαναγίνεται το κόκκινο νήμα που ενώνει όλα τα στάδια της κοινωνικής μεταμόρφωσης: από την εξέγερση που γίνεται προσωπικά αισθητή και προξενείται από τις αδικίες της τρέχουσας κοινωνίας μέχρι την ατομική άνθηση που ευνοείται από τη νέα κοινωνία. Ο Τσε κάνει λάβαρο του μια ρήση του Κουβανού ποιητή και επαναστάτη Χοσέ Μαρτί: “Κάθε πραγματικός άνθρωπος πρέπει να αισθάνεται στο δικό του μάγουλο το χτύπημα που δόθηκε στον οποιονδήποτε άνθρωπο”. Το να είσαι πάντα έτοιμος για εξέγερση, το να αγανακτείς, σημαίνει να νοιώθεις ότι ανήκεις σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, σε ένα πεπρωμένο αλληλεγγύης, αποτελεί ήδη δράση. Εκείνος τοποθετεί την ανθρωπότητα στο ίδιο επίπεδο με την οικογένεια. Απαντώντας σε κάποια Μαρία Ροσάριο Γκεβάρα, που τον ρωτά αν είναι δυνατό να είχαν κοινούς προγόνους, απαντά: “Δε νομίζω πως είμαστε πολύ στενοί συγγενείς, αν όμως είστε ικανή να τρέμετε από αγανάκτηση κάθε φορά που γίνεται μια αδικία στον κόσμο, τότε είμαστε σύντροφοι, και αυτό είναι σημαντικότερο”. Λέγοντας τούτο, δεν επιδιώκει να μειώσει τον οικογενειακό δεσμό, αλλά μάλλον να εξάρει μια σχέση παγκόσμια όπου ο καθένας μπορεί εν τέλει να αποτιμά τη δική του καλή κατάσταση σε συνάρτηση με εκείνη του ομοίου του.

Δεν πρόκειται για έναν αλτρουϊσμό που περιορίζεται στο να υπομένει κανείς τη δυστυχία των άλλων σαν βάρος, αλλ’ αντίθετα το ζητούμενο είναι να δρα για ν’αλλάξει τη δική του μοίρα, μέσω εκείνης των άλλων, σε μιαν αμοιβαία άνθηση. Εκείνος υπερασπιζόταν την ιδέα αυτή ενώπιον των νεαρών κομμουνιστών της Κούβας: “Το χρέος κάθε νέου κομμουνιστή είναι να είναι ουσιωδώς άνθρωπος, τόσο άνθρωπος που ν’ αγγίζει το καλύτερο στον άνθρωπο […], ν’αναπτύσσει την ευαισθησία του σε σημείο που να νιώθει την αγωνία όταν ένας άνθρωπος δολοφονείται κάπου στον κόσμο και να ενθουσιάζεται όποτε υψώνεται κάπου μια νέα σημαία ελευθερίας”. Το να ελευθερώσουμε την ανθρωπότητα από τις αλυσίδες της μαχόμενη κατά της προσωπικής αλλοτρίωσης, υπερασπιζόμενοι ηθικές αξίες, ιδού η αυθεντική προσφορά του Τσε στον μαρξισμό.

Από το βιβλίο των Μισέλ Λεβί και Ολιβιέ Μπεσανσενό “Che Guevara: His Revolutionary Legacy” (2009). Ελληνική Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης (εκδ.Φαρφουλάς).

Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο δεν υιοθετούνται απ’ το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα.

Τσε Γκεβάρα: Για την ηθική στον πολιτικό αγώνα

Ernesto el Che Guevara 876Άρθρο της Ζανέτ Χαμπέλ, καθηγήτριας στο Ινστιτούτο λατινοαμερικανικών σπουδών του Παρισιού, δημοσιευμένο το 1997 (30η επέτειος δολοφονίας του Τσε). Το Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, στο πλαίσιο του πλουραλισμού των απόψεων, αναδημοσιεύει το παρακάτω κείμενο χωρίς να υιοθετεί τις απόψεις που εκφράζονται σε αυτό.  

Της Janette Habel*.

Η συντομία της πολιτικής του ζωής (δεκατρία χρόνια από τη νίκη της CIA ενάντια στον Αρμπέντζ στη Γουατεμάλα ώς το θάνατό του στη Βολιβία, οχτώ χρόνια στην Κούβα, από τα οποία έξι μετά τη νίκη) και η απότομη επιτάχυνση της ιστορίας, στην οποία συμμετείχε, καθιστούν ακόμα πιο σύνθετη την ερμηνεία ορισμένων κειμένων του. Η σκέψη του Τσε ήταν συνεχώς σε εξέλιξη. Παρόλο που ο ίδιος αρνιόταν ότι ήταν θεωρητικός και παρόλο που δεν είχε συμμετάσχει σε πολιτικό κόμμα πριν τη στράτευσή του στην Κούβα, όλοι οι μάρτυρες συγκλίνουν: τόσο στη Σιέρα Μαέστρα όσο και κατά την άνοδο στην εξουσία, ήταν ένας από τους κύριους -αν όχι ο κύριος- εμπνευστής της ριζοσπαστικής πορείας της επανάστασης. Αλλά η πολιτική του συνείδηση θα εξελισσόταν βαθιά μέσα σε μερικά χρόνια. Από τη θετική αναφορά του στις χώρες του «παραπετάσματος», στη Σιέρα Μαέστρα (σε γράμμα του προς τον υπεύθυνο του Κινήματος της 26ης Ιουλίου, Ρενέ Ράμος Λατούρ, γράμμα που ο ίδιος χαρακτήρισε σαν «ηλίθιο» αργότερα) ώς την αμείλικτη κριτική της ΕΣΣΔ και των χωρών της κεντρικής Ευρώπης στα 1964-65, έξι χρόνια μόλις πέρασαν. Τον Οκτώβριο του 1960, πάει στη Μόσχα. Το νησί είναι πνιγμένο από το αμερικάνικο εμπάργκο στα εμπορεύματα, που κηρύχτηκε στις 13 Οκτωβρίου. Από το σοβιετικό μπλοκ καταφέρνει να εξασφαλίσει πιστώσεις και την αγορά ενός μεγάλου μέρους της κουβανέζικης ζάχαρης έναντι πετρελαίου (η Κίνα θα αγοράσει το υπόλοιπο). Όντας παρών στην επέτειο της οκτωβριανής επανάστασης, καταχειροκροτείται από το πλήθος.

Σίγουρος ότι μια αμερικάνικη επίθεση ετοιμάζεται (η επιδρομή στον Κόλπο των Χοίρων θα γίνει 4 μήνες αργότερα), επιστρέφει πεπεισμένος ότι «η ΕΣΣΔ και όλες οι σοσιαλιστικές χώρες είναι διατεθειμένες να μπουν σε πόλεμο για να υπερασπίσουν την κυριαρχία μας» (1). Τον Οκτώβρη του 1962, η κρίση των πυραύλων θα διαψεύσει πικρά τις αυταπάτες του. Και ο αντάρτης, που έχει γίνει υπουργός, θα γνωρίσει από κοντά τις σοβιετικές εμπορικές πρακτικές της διπλωματίας μεγάλης δύναμης της Μόσχας, ακριβώς κατά την κρίση των πυραύλων. Ανακαλύπτει τη θλιβερή αλήθεια του αυταρχικού γραφειοκρατικού σοσιαλισμού και τα προνόμια των κατόχων της εξουσίας του. Στις διαλέξεις του σαν Υπουργός Βιομηχανίας, καταγγέλλει αυτό που δεν το ονομάζουν ακόμα «υπαρκτό σοσιαλισμό». Η σκέψη του περιέχει τότε έναν ανθρωπισμό  που έχει σφυρηλατηθεί στη διάρκεια του γύρου του στη Λατινική Αμερική. Αργεντίνος, γνωρίζει τις πελατειακές και λαúκιστικές πρακτικές του περονισμού. Αργότερα θα ανακαλύψει τα προνόμια των «διευθυντών» και των υπεύθυνων του Κόμματος. «Ο νέος άνθρωπος» που θέλει να προωθήσει (και που τον παρουσιάζουν γελοιογραφικά σαν ολοκληρωτισμό), η παραδειγματική συμπεριφορά που έχει ο ίδιος σαν ηγέτης, η εθελοντική εργασία που προωθεί, βρίσκονται στον αντίποδα των σταλινικών πρακτικών. Ο ίδιος εμπνέεται από μια ηθική αντίληψη για την εξουσία που αποδεικνύεται να είναι ταυτόχρονα και πολιτική αναγκαιότητα. Όταν αναγγέλλει στους εργάτες της ζάχαρης το 1961 ότι οι ελλείψεις θα επιδεινωθούν (το κρέας και το γάλα δίνονται πλέον με δελτίο) αναλαμβάνει μια δέσμευση που θα ξεσηκώσει τον ενθουσιασμό των συμμετεχόντων: «Στο νέο στάδιο της επαναστατικής πάλης κανείς δεν θα παίρνει περισσότερα από τους άλλους, δεν θα υπάρχουν ούτε προνομιούχοι υπάλληλοι ούτε λατιφουντίστες. Οι μόνοι προνομιούχοι στην Κούβα θα είναι τα παιδιά». Ο πληθυσμός υποφέρει ήδη από πολλές στερήσεις. Η αντίσταση στην αμερικάνικη επιδρομή συνεπάγεται μια τεράστια λαϊκή κινητοποίηση, που είναι αδύνατη χωρίς την ένταξη στο επαναστατικό σχέδιο. Η νίκη στον Κόλπο των Χοίρων, πρώτη αυτοκρατορική ήττα στη λατινική Αμερική δεν εξηγείται αλλιώς.

Μακρυά από τη διαφθορά και το νεποτισμό που χαρακτηρίζουν τους λατινοαμερικάνους καουντίγιος (=ηγέτες), ο Τσε προβάλει την εικόνα ενός λιτού ηγέτη, απαιτητικού με τον εαυτό του όπως και με τους άλλους. Τα ανέκδοτα είναι ατέλειωτα: καταργεί τις πρόσθετες μερίδες της οικογενείας του στα τρόφιμα, εξηγεί δημόσια γιατί πρέπει να μείνει προσωρινά -καθότι άρρωστος- σε ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα που ο μισθός του δεν του επιτρέπει να το πληρώνει. Ο Τσε γρήγορα συνειδητοποιεί την ανάγκη να παλαίψει ενάντια στα προνόμια. Το επαναστατικό σχέδιο έπρεπε κατά τη γνώμη του να οδηγήσει στην ανάδυση ενός ηγέτη που να μην αγγίζεται από οποιαδήποτε διαφθορά, που να συμφωνούν τα λόγια με τις πράξεις του. Η προσωπική του λιτότητα ήταν παροιμιώδης. Διεξήγε μια ασταμάτητη πάλη ενάντια στη γραφειοκρατικοποίηση της νέας διοίκησης, προσπαθώντας να επιβάλει έναν τρόπο άσκησης της εξουσίας ριζικά κανούργιο. Απέτυχε και «ο Αργεντίνος», όπως τον ανέφεραν με περιφρόνηση ορισμένοι υπάλληλοι, θα κάνει πολλούς εχθρούς. Μερικές φορές δόθηκε στην ανυποχωρητικό- τητά του μια ψυχαναλυτική ερμηνεία. Αυτή απλώς δεν κατανοεί γιατί στην Κούβα η νέα εξουσία έπρεπε να ενσαρκώσει μια ριζική ρήξη με τη διαφθορά του παλαιού καθεστώτος. Επειδή η «φύση» επανέρχεται γρήγορα καλπάζοντας: το μαρτυρούν οι αντάρτες εκείνοι της 26ης Ιούλη, που μετά τη στρατηγική νίκη της Σάντα Κλάρα, με τον Μπατίστα να έχει ηττηθεί, καταλαμβάνουν τις κάντιλακ των αστυνομικών της διχτατορίας για να πάνε στη Αβάνα. Αμέσως τιμωρούνται από τον Τσε. Λένε σήμερα ότι οι τιμωρίες αυτές, ή και οι πολύ σοβαρές ποινές του, αποτελούσαν έναν ειδικό σταλινισμό, ένα τροπικό γκούλαγκ. έτσι, όλα ανακατεύονται: η πειθαρχία που επιβάλλεται στο αντάρτικο ενάντια σε μια διχτατορία που στηρίζεται από την Ουώσιγκτον, οι εκτελέσεις των βασανιστών του Μπατίστα στο στρατόπεδο της Καμπάνια, μετά την κατάληψη της εξουσίας, υποτιθέμενα προεόρτια της κατασταλτικής  εξέλιξης του καθεστώτος. Ξεχνούν τον Τσε που περίθαλπε τους πληγωμένους κρατούμενους και που τους απελευθέρωνε κατόπιν, όπως και τη λιτή του αλλά και απεριόριστη γενναιοδωρία.

Μια ανολοκλήρωτη σκέψη.

Η ανάγνωση των τελευταίων κειμένων του Τσε στη μεγάλη δημόσια οικονομική συζήτηση που τον αντέταξε στους οπαδούς των σοβιετικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων της δεκαετίας του 1960 – πρώτη έκδοση της περεστρόικα-, του δοκιμίου του για «Το σοσιαλισμό και τον άνθρωπο στην Κούβα» και των τελευταίων του λόγων, ιδιαίτερα εκείνου στο Αλγέρι το 1965, δείχνουν με σαφήνεια μια κριτική και προφητική διορατικότητα για τα προβλήματα της μεταβατικής κοινωνίας στην ΕΣΣΔ. Στο βιβλίο που άρχισε λίγο πριν πεθάνει και που παρέμεινε ανολοκλήρωτο, έγραφε: «Πολλές αναταράîεις περιμένουν την ανθρωπότητα πριν απελευθερωθεί οριστικά, αλλά -είμαστε πεπεισμένοι- αυτή δεν θα μπορέσει να γίνει χωρίς μια ριζική αλλαγή στρατηγικής από τις κύριες σοσιαλιστικές δυνάμεις. Η αλλαγή αυτή θα είναι άραγε το προϊόν της αναπόφευκτης πίεσης του ιμπεριαλισμού ή μήπως της εξέλιξης των μαζών σε  αυτές τις χώρες ή ακόμα και ενός μείγματος παραγόντων; Η ιστορία θα μας το πει. Εμείς προσφέρουμε από την πλευρά μας ένα μικρό κόκκο άμμου με το φόβο μήπως η όλη επιχείρηση îεπεράσει τις δυνάμεις μας» (2).

Γρήγορα συνειδητοποίησε τις δυσκολίες που κινδύνευε να γνωρίσει η Κούβα, δεδομένης της εξάρτησής της από το σοβιετικό «μεγάλο αδελφό». Ήδη από την κατάληψη της εξουσίας είχε καταλάβει την ανάγκη ρήξης με τη μονοκαλλιέργεια της ζάχαρης, για να μειωθεί η εξάρτηση της χώρας και να επιχειρηθεί μια πιο αυτόνομη οικονομική ανάπτυξη. Το βάρος που έθεσε στον εκβιομηχανισμό απαντούσε σε αυτή την βασική ανησυχία. Αλλά πολύ γρήγορα ο σιδερένιος νόμος της παγκόσμιας αγοράς έγινε αισθητός: η μείωση της παραγωγής ζαχαροκάλαμων -κύριο εξαγωγικό προúόν- δεν επέτρεπε να εξασφαλιστούν οι εισαγωγές που ήταν απαραίτητες για την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας χωρίς ενεργειακούς πόρους και της οποίας τα εισοδήματα προέρχονταν κυρίως από αυτή τη μονοκαλλιέργεια που είχε επιβάλει η αποικιοκρατία το 19ο αιώνα. Έπρεπε να υπάρξει διόρθωση. «Θελήσαμε να επιταχύνουμε τον εκβιομηχανισμό. Ήταν ανοησία. Θελήσαμε να αντικαταστήσουμε όλες τις εισαγωγές και να κατασκευάσουμε τα τελικά προϊόντα χωρίς να δούμε τις τεράστιες επιπλοκές που υποθέτει η εισαγωγή ενδιάμεσων προϊόντων», θα πει ο Τσε στον Εντουάρντο Γκαλεάνο (3).

Το εμπόριο με την ΕΣΣΔ, και ιδιαίτερα οι παραδόσεις πετρελαίου μετά την πλήρη ρήξη με τις ΗΠΑ, θα μπορούσαν να εγγυηθούν τη σταθερότητα των συναλλαγών, καθώς και μια πραγματική εμπορική ισότητα μεταξύ μιας μικρής οικονομικά κυριαρχούμενης χώρας και μιας δύναμης που αναφερόταν στο σοσιαλισμό, που διέθετε πυρηνικό οπλοστάσιο και που είχε μόλις ξεκινήσει την κατάκτηση του διαστήματος. Δεν χρειάστηκε πολύς καιρός στον Τσε – αντίθετα από άλλους κουβανούς ηγέτες- για να καταλάβει τους κινδύνους και το εύθραυστο των σχέσεων αυτών.

Μετάβαση και υπανάπτυξη.

Πολύ γρήγορα οι αμφιβολίες του επικεντρώθηκαν στην εσωτερική πολιτική. Οι προτάσεις για εμπορευματικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις που πρότειναν οι σοβιετικοί οικονομολόγοι (ιδιαίτερα οι Λίμπερμαν και Τραπέζνικοφ) έγιναν αντικείμενο πολλών συζητήσεων, την ίδια στιγμή που το νησί αντιμετώπιζε ήδη την ανάγκη επανορισμού της στρατηγικής της ανάπτυξης. Η μεγάλη οικονομική συζήτηση του 1963 με 1965 στο εσωτερικό του Υπουργείου Βιομηχανίας, και μετά μέσα στην κουβανέζικη ηγεσία, ήταν για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και μετά ειδικότερα για τις συνθήκες της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, μέσα σε ένα νησί που υπόκειται στους εξαναγκασμούς της μονοκαλλιέργειας ζάχαρης, με την άμεση πίεση της διεθνούς αγοράς και που η ανάπτυξή του εμποδιζόταν από το εμπάργκο που του είχε επιβάλει η πρώτη παγκοσμίως οικονομική δύναμη. Η αντίθεση αφορούσε το ρόλο του νόμου της αξίας στην περίοδο της μετάβασης, το βαθμό συγκεντροποίησης των επιχειρήσεων, το ρόλο των υλικών και ηθικών κινήτρων. Αυτοί που υπογράμμιζαν τη σημασία του νόμου της αξίας απέδιδαν ένα κύριο βάρος στους μηχανισμούς της αγοράς μέσα στην σχεδιασμένη οικονομία, καθώς και στην ανάγκη να αποδοθεί πλατιά χρηματοδοτική αυτονομία στις επιχειρήσεις, τονίζοντας το ρόλο των χρηματικών κινήτρων για να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας.

Ο Τσε και οι οπαδοί του έθεταν καταρχήν το βάρος στην ανάγκη μιας συγκεντροποιημένης διαχείρισης, μέσα στο πλαίσιο των ανισοτήτων της κουβανέζικης ανάπτυξης: αναπτυγμένο τηλεπικοινωνιακό και συγκοινωνιακό δίκτυο, αλλά δραματική έλλειψη στελεχών και ανάγκη δραστικού ελέγχου των πόρων, δεδομένου του εμπάργκο, του χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης και κυρίως της έλλειψης συναλλάγματος. Εκτιμούσε ότι η χρηματοδοτική αυτονομία των επιχειρήσεων κινδύνευε να θέσει σε αμφισβήτηση τις προτεραιότητες που αποφασίζονταν σε εθνικό επίπεδο, προς όφελος τομεακών επιλογών, και να αυξήσει την αυτονομία των διευθυντών στο χώρο των επενδύσεων και των μισθών, καθώς και να οδηγήσει σε μια ανισομερρή και ανισόρροπη ανάπτυξη. Φοβόταν τις επιπτώσεις μιας οργάνωσης της εργασίας που θα στηριζόταν αποκλειστικά στα χρηματικά κίνητρα και στις κοινωνικές διαφοροποιήσεις που απορρέουν αναγκαστικά από αυτά. Προφητικά, έγραφε: «Επανερχόμαστε στη θεωρία της αγοράς… όλη η οργάνωση της αγοράς βασίζεται στο υλικό κίνητρο… και είναι οι διευθυντές που κάθε φορά κερδίζουν περισσότερα. Πρέπει να δούμε το τελευταίο  σχέδιο της Ανατολικής Γερμανίας, τη σημασία που αποκτάει εκεί η διαχείριση του διευθυντή ή, καλύτερα, η αμοιβή της διαχείρισης του διευθυντή» (4). Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα είδαμε τις συνέπειες, όταν εξεγέρθηκαν οι λαúκές μάζες της Ανατολικής Γερμανίας, κουρασμένες από τον οικονομικό μαρασμό, από την έλλειψη πολιτικών ελευθεριών και από τα προνόμια των διεφθαρμένων ηγετών.

Εμπνεόμενος από την οξυμένη του αντιγραφειοκρατική ευαισθησία και καθοδηγούμενος από πολιτικές και κοινωνικές θεωρήσεις, ο Τσε τάχθηκε ενάντια στην προτεραιότητα των νομισματο-εμπορευματικών σχέσεων στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε ποτέ την αυταπάτη της απότομης κατάργησής τους. Απέχοντας πολύ από την καρικατούρα στην οποία έχουν μεταβάλει τις θέσεις του, επέμενε στην ανάγκη ηθικών κινήτρων, που τα έβλεπε σαν συλλογικά κίνητρα στην εργασία, πράγμα που συνοδευόταν από μια μισθωτική πολιτική στενά συνδεδεμένη με την ανάπτυξη των ειδικεύσεων, με πιο σημαντικό «την ορθή επιλογή του εργαλείου κινητοποίησης των μαæών» χωρίς το οποίο ο σοσιαλισμός ήταν κατά τη γνώμη του καταδικασμένος σε αποτυχία. Η ισότητα των δικαιωμάτων και η κοινωνικοποίηση -ασφαλώς υπερβολική- της οικονομίας ήταν αποφασιστικά στοιχεία για τη λαúκή αντίσταση: απέναντι στην εξωτερική επίθεση, ένας άλλος κόσμος φαινόταν να οικοδομείται και άξιζε τον κόπο να αγωνιστεί κανείς για αυτόν. Αλλά, διεκδικώντας το δικαίωμα λάθους, διευκρίνιζε πως, εάν οι αντιλήψεις του «αποδεικνύονταν επικίνδυνο φρένο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, θα έπρεπε να εισαχθούν τα συμπεράσματα και να επιλεγούν οι πιο δοκιμασμένοι δρόμοι μετάβασης (transitados)» (5).

Η ανάπτυξη της επαναστατικής συνείδησης και της εκπαίδευσης θα έπρεπε να συμβάλει στη σφυρηλάτηση μιας κομμουνιστικής στάσης απέναντι στην εργασία (νά γιατί έδειχνε το παράδειγμα όχι από μαζοχισμό αλλά από αναγκαιότητα), «η διαμόρφωση του νέου ανθρώπου και η ανάπτυîη της τεχνικής» θα έπρεπε να κάνουν τη μετάβαση προς το σοσιαλισμό να αποφύγει το ξεστράτισμα. Οι σχέσεις μεταξύ σοσιαλισμού και ανθρώπου ήταν στο κέντρο των θεμάτων που τον απασχολούσαν, ο άνθρωπος σαν ουσιαστικός παράγοντας της επανάστασης, «ενεργός σε αυτό το περίεργο και συναρπαστικό δράμα που είναι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού». Η εκπαίδευση και η συνείδηση θα ήταν στο επίκεντρο αυτής της πιο δίκαιης κοινωνίας. «Σε αυτή την περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού, μπορούμε να δούμε τη γέννηση του νέου ανθρώπου. Η εικόνα του δεν είναι ακόμα τελείως îεκάθαρη, δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι όσο η εîέλιîη αυτή είναι παράλληλη προς την ανάπτυξη νέων οικονομικών δομών… Είναι ο άνθρωπος του 21ου αιώνα που πρέπει να δημιουργήσουμε, έστω και αν ακόμα αυτό δεν είναι παρά μια υποκειμενική και μη συστηματική φιλοδοξία» (6). Έτσι, πέρα από τις παραμορφώσεις, οι αφετηρίες του Τσε ήταν ανθρωπιστικές και επαναστατικές. Αλλά είναι αλήθεια ότι έδινε υπερβολικά έμφαση στην οικονομική κριτική, στο βάρος των εμπορευματικών σχέσεων και ανεπαρκώς στον αστυνομικό και κατασταλτικό χαρακτήρα του σοβιετικού πολιτικού συστήματος.

Αναμφισβήτητα εδώ βρίσκεται μία από τις ουσιαστικές αδυναμίες της σκέψης του. Ένας από τους βιογράφους του, ο Ρομπέρτο Μασάρι (7), υπογραμμίζει (όπως και ο Κ.Σ.Κάρολ) τις αδυναμίες της σκέψης του Τσε, πράγμα που το μαρτυρούν ώς το 1963 πολλοί από τους λόγους ή τα γραπτά του. Η αδυναμία αυτή πάει μαζί και με μια ορισμένη αφέλεια, αξιοσημείωτη στις κρίσεις του απέναντι στα στελέχη του παλιού PSP. Μόνο το 1966, σχολιάζοντας το Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της ΕΣΣΔ, εμβαθύνει τη θεωρητική του σκέψη. Τότε γράφει: «Το τρομερό ιστορικό έγκλημα του Στάλιν» ήταν «ότι περιφρόνησε την κομμουνιστική εκπαίδευση και επέβαλε την απεριόριστη λατρεία της αυθεντίας» (8). Ενάντια στο δογματισμό «Μια εξέγερση ενάντια στις ολιγαρχίες και ενάντια στα επαναστατικά δόγματα». Έτσι γιόρτασε στο ημερολόγιό του της Βολιβίας την επέτειο του κινήματος της 26ης Ιούλη. Επέκρινε με οξύτητα «το σχολαστικισμό που επιβράδυνε την ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας και εμπόδισε συστηματικά τη μελέτη της περιόδου αυτής της οποίας δεν έχουμε αναλύσει τα οικονομικά θεμέλια» (Ο σοσιαλισμός και ο άνθρωπος).

Η σύλληψή του για την πρωτοπορία, που καθοδηγείται από παραδειγματικούς ηγέτες, μαρτυράει μια κριτική αλλά ανολοκλήρωτη σκέψη για το ρόλο και τη θέση του κόμματος στις σχέσεις του με τις μαζικές οργανώσεις. Ειρωνευόταν: «Το Κόμμα ήδη αποφάσισε για εσένα και εσύ δεν έχεις παρά να το χωνέψεις» (9). Και διακήρυξε: «Δεν πρέπει να δημιουργήσουμε μισθωτούς που να ακολουθούν την επίσημη σκέψη ούτε «υπότροφους» που ζουν με την προστασία του κρατικού προûπολογισμού ασκώντας μια ελευθερία σε εισαγωγικά». Αλλά δεν ανέλυε τις καταστρεπτικές επιπτώσεις του μοναδικού κόμματος/κόμματος-κράτους: η εμπειρία του από τα έξι χρόνια επί κεφαλής του κουβανέζικου κράτους ήταν πολύ σύντομη. Είχε σημαδευτεί από τον πόλεμο, την τεράστια σύγκρουση με την Ουώσιγκτον και από την ιδιομορφία της κουβανέζικης εμπειρίας. Στη Σιέρα Μαέστρα αντιτάχθηκε στην αστική πτέρυγα του κινήματος της 26ης του Ιούλη, που ταυτίστηκε με ένα δεξιό ρεύμα. Η ύπαρξη, ώς το 1965, τριών ξέχωρων πολιτικών ρευμάτων (το Κ-26-Ι, το PSP και το Διευθυντήριο) αποδείχτηκε εμπόδιο για την ενότητα της Επανάστασης. Το μοναδικό Κόμμα συστάθηκε μόνο το 1975, τόσο δύσκολη ήταν η συγχώνευση. Στο πολεμικό κλίμα των πρώτων χρόνων της επανάστασης, το ουσιαστικό ήταν η αντίσταση. Ο πλουραλισμός αφέθηκε για αργότερα. Αυτό δεν τον εμπόδισε να θέσει στην πράξη μια πολιτική σύλληψη βαθιά διαφορετική από αυτήν που εγκατέστησε η νέα εξουσία. Κατά την πρώτη Εθνική Σύσκεψη Παραγωγής το 1961, η διαφάνεια βασιλεύει: τα λάθη και οι υπεύθυνοί τους αναφέρονται δημοσίως. «Μόλις με υποδεχτήκατε με ζεστά χειροκροτήματα, αλλά δεν ξέρω αν είναι σαν καταναλωτή ή σαν συνένοχο. Νομίæω ότι είναι μάλλον σαν συνένοχο», δικηρύσσει μπροστά σε 3.500 στελέχη της κυβέρνησης. Ήταν ο μόνος -και με πόσες επικρίσεις για αυτό!- που οργάνωσε, στην επιθεώρηση του υπουργείου βιομηχανίας, μια δημόσια και αντιφατική συζήτηση για το οικονομικό σύστημα της χώρας. Το υπουργείο ήταν εξάλλου καταφύγιο για αυτούς που απομακρύνονταν από τις θέσεις τους: έτσι ενέταξε τον τέως υπουργό επικοινωνιών, Ολτούσκι, που απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση τον Ιούλιο του 1960. Το ανέκδοτο είναι ακόμα πιο σημαντικό επειδή ο Τσε είχε διεξάγει μια έντονη πολεμική ενάντια στον Ολτούσκι κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Μέλος της αριστεράς πτέρυγας του Κ-26-Ι, ο Ολτούσκι κρίθηκε υπερβολικά αντισοβιετικός, τη στιγμή που γινόταν η προσέγγιση με την ΕΣΣΔ. Ο Τσε με τον ίδιο τρόπο αρνήθηκε να υποκύψει στις πιέσεις ενός συνδικαλιστή ηγέτη που απαιτούσε να απολυθεί ένας τραπεζουπάλληλος που κατηγορήθηκε ότι ήταν φιλο-μπατίστας: υπερασπίζοντας την εντιμότητα του τελευταίου ο Τσε κατάγγειλε το ξεκίνημα ενός κυνηγιού μαγισσών (10).

Σε ένα ενδεικτικό κείμενο (un pecado de la revolucion) ο Τσε θυμίζει τα λάθη που έκαναν κατά τη γνώμη του απέναντι στο Δεύτερο μέτωπο του Εσκαμπρέ που παραμερίστηκε στη διάρκεια της πορείας προς την Αβάνα, λάθη που εκτιμάει ότι ήταν η αιτία της αποχώρησης πολλών στελεχών. Οι αυτοκριτικές αυτές σκέψεις για τις ενωτικές σχέσεις πριν την κατάληψη της εξουσίας είναι οι μόνες που έχουν δημοσιευτεί ώς τώρα. Περισσότερο από κάθε άλλον ηγέτη του τρίτου κόσμου της εποχής, είχε συνείδηση των ελαττωμάτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Αλλεργικός απέναντι στην κωδικοποιημένη γλώσσα των απαράτσικ, δεν δίσταζε να κατακρίνει δημόσια και σκληρά: στο δημόσιο λόγο του στο Αλγέρι το 1965 (τελευταίος του επίσημος λόγος σαν κουβανός επίσημος) κατάγγειλε μπροστά στην αφρο-ασιατική σύναξη την «σιωπηρή συνενοχή» της σοβιετικής ηγεσίας στην ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση και στη διατήρηση της άνισης ανταλλαγής. Επίσης, επειδή είχε προαισθανθεί τις τεράστιες δυσκολίες στις οποίες θα προσέκρουε η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε ένα μόνο νησί, καθώς και την ανάγκη άλλων επαναστατικών νικών, για αυτό και λάνσαρε στο μήνυμά του στην Τριηπειρωτική το διάσημο σύνθημα «Να δημιουργήσουμε δύο, τρία Βιετνάμ»…, και για το οποίο επίσης έχει δοθεί μια γελοιογραφική εικόνα.

Αηδιασμένος από «τον πόλεμο βρισιών και τρικλοποδιών που δίνουν οι δύο μεγάλες δυνάμεις του σοσιαλιστικού στρατοπέδου», φλεγόταν «από την αγωνία αυτής της παράλογης στιγμής της ανθρωπότητας» απέναντι «στη βιετναμέζικη μοναξιά». Με διορατικότητα, ο Τσε προχωρούσε πολύ πιο μπροστά από την ισοτρική εξέλιξη προβλέποντας τους κινδύνους απομονωμένων εξεγέρσεων σε μια παγκόσμια σύνθεση τραγικά κυριαρχούμενη την εποχή του ψυχρού πολέμου από τον ιμπεριαλισμό και το σταλινισμό, ο θάνατος του δεύτερου όντας ήδη γραμμένος στην τροχιά του. Ήδη από το 1962, ένα χρόνο μετά την επίσημη διακήρυξη του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της κουβανέζικης επανάστασης και δύο χρόνια μετά τη δημιουργία προνομιακών σχέσεων με την ΕΣΣΔ, η κρίση των πυραύλων συγκλόνισε την εμπιστοσύνη του στη σταθερότητα της συμμαχίας και στη βιωσιμότητα της βοήθειας. Είχε αναλάβει να διαπραγματευτεί τη στρατιωτική στήριξη της Μόσχας απέναντι στις όλο και πιο συγκεκριμένες απειλές αμερικανικής επέμβασης, μετά την αποτυχία της επιδρομής στον Κόλπο των Χοίρων το 1961. Η πρόταση να εγκατασταθούν πυρηνικοί πύραυλοι στην Κούβα -που η πρωτοβουλία της ανήκει στη Μόσχα- είχε σαν στόχο να αποθαρρύνει το Πεντάγωνο από την αρχή μια τέτοιας επίθεσης. Αλλά άλλαζε στην πράξη την ατομική ισορροπία. Η εγγύτητα με το αμερικάνικο έδαφος επιδείνωνε την πυρηνική απειλή καθιστώντας, σε περίπτωση σύγκρουσης, μια σοβιετική επίθεση πολύ πιο γρήγορη και μειώνοντας την αποτελεσματικότητα της αμερικάνικης αντίδρασης. Ο Κένεντυ απαίτησε την απόσυρση των πυραύλων, απειλώντας με θερμοπυρηνική σύγκρουση: ο κόσμος ήταν στο χείλος του πολέμου. Η σοβιετική κυβέρνηση δέχτηκε να αποσύρει τα επιθετικά όπλα. Αλλά η απόσυρση των πυραύλων και οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Χρουστσόφ και Κένεντυ έγιναν με τη γραφειοκρατική παράδοση της σοβιετικής διπλωματίας χωρίς να ζητήσουν κάν τη γνώμη των Κουβανών, σε πλήρη περιφρόνηση της κουβανέζικης κυριαρχίας. Η έκπληξη και η οργή των Κουβανών ήταν πλήρεις και η κρίση του Οκτώβρη («αυτές οι φωτεινές και θλιβερές μέρες» που αναφέρει στο αποχαιρετιστήριο γράμμα του) έβαλε αναμφίβολα την πρώτη σφήνα στις σοβιετο-κουβανικές σχέσεις.

Η εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ -ιδιαίτερα η φειδωλή υποστήριξη προς το βιετναμέζικο λαό- θα ενίσχυε την όλο και πιο κριτική του αντίληψη απέναντι στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Το μυστήριο της αναχώρησης.

Πώς να κατανοηθεί η αναχώρησή του από την Κούβα; Με την πεποίθησή του ότι ήταν αδύνατη η ανάπτυξη μόνο στο νησί; Με την επιθυμία του να ξαναβρεθεί στα πεδία των μαχών; Με τη θέλησή του να σπάσει την κουβανέζικη εξάρτηση από την ΕΣΣΔ και μάλιστα σε συμφωνία με τον Φιντέλ; Αυτός ο καταμερισμός καθηκόντων μεταξύ του διαχειριστή πολιτικού και του εξεγερμένου μαχητή ήταν ίσως το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού. Αλλά ο καταμερισμός εργασίας αυτός δεν επαρκεί για να περιγράψει τις αστοχίες των διενέξεων πριν από την αναχώρησή του και δεν μας επιτρέπει να καταλάβουμε τη σειρά των επόμενων γεγονότων. Έχει άραγε συνείδηση ότι έχει όλο και λιγότερο θέση στο πολιτικό σύστημα που εγκαθιδρύεται; Οι απαιτήσεις του εξοργίζουν τους υπαλλήλους και τα ηγετικά στελέχη, ο τρόπος ζωής του είναι μια πρόκληση για την αναδυόμενη νομενκλατούρα, της οποίας την αναρμοδιότητα επικρίνει. Η έλλειψη στελεχών είναι καταστροφική για την οικονομική διαχείριση, αλλά ο ίδιος κατηγορεί και τον εαυτό του για τα λάθη που έγιναν: «Είμαστε ένοχοι και πρέπει να το πούμε ειλικρινά. Η εργατική τάξη θέλει να μας καταδικάσει για όλα αυτά; Ας μας καταδικάσει, ας μας αντικαταστήσει, ας μας τουφεκίσει, ας κάνει ό,τι θέλει. Εδώ είναι το πρόβλημα»11. Τα βάζει με τους συνδικαλιστές που η πλειοψηφία τους δεν έχει καμία μαζική βάση και που πιστεύουν ότι έχουν μόνο δικαιώματα και κανένα καθήκον. Υποστηρίζει: «Τη στιγμή αυτήν τα συνδικάτα θα μπορούσαν να μην υπάρχουν και να μεταβιβάσουν τις λειτουργίες τους στις επιτροπές δικαιοσύνης της εργασίας. Μόνο η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν θα συμφωνούσε, γιατί θα έπρεπε να επιστρέøουν στην παραγωγή… Οι κύριοι ενδιαφερόμενοι απαντούν ότι εδώ και 18 χρόνια είναι συνδικαλιστές ηγέτες». Επίσης καταγγέλλει πολύ νωρίς τη διαστροφή του ρόλου των Επιτροπών άμυνας της επανάστασης (CDR) που τις κατηγορεί ότι είναι φωλιά οππορτουνιστών. Θυμίζει στα μέλη της Ασφάλειας ότι «αντεπαναστάτης είναι κάποιος που παλεύει ενάντια στην επανάσταση, αλλά αυτός που χρησιμοποιεί την επιρροή του για να πετύχει ένα σπίτι και έπειτα για να πάρει δύο αυτοκίνητα, αυτός που παραβιάæει τα δελτία, που κατέχει ό,τι ο λαός δεν έχει, επίσης είναι αντεπαναστάτης»12.

Η πρόσφατη βιογραφία του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ απεικονίζει καλά την αυξανόμενη ένταση που δημιουργεί η απόκλιση ανάμεσα στην ένδεια οικονομικών και ανθρώπινων πόρων και στον επείγοντα χαρακτήρα της ανάπτυξης σε μια χώρα που της επιτίθενται. «Βρισκόμαστε σε μια δύσκολη στιγμή: δεν έχουμε την πολυτέλεια να τιμωρήσουμε τα λάθη, ίσως να μπορέσουμε να το κάνουμε σε ένα χρόνο. Ποιός θα απολύσει τον Υπουργό βιομηχανίας (13) που υπέγραøε ένα πλάνο τον περασμένο Νοέμβριο προβλέποντας παραγωγή 10 εκατομμυρίων παπουτσιών και μερικές ακόμα τέτοιες ηλιθιότητες;» (14). Μοιάζει να καταναλώνεται σε μια κουραστική πάλη και πολλαπλασιάζει τις κριτικές και αυτοκριτικές απέναντι σε μια λειτουργία που απαιτεί «μια υπεροπτική εκτέλεση, μη συζητημένες υποχρεώσεις. Στο τέλος παύεις να θεωρείς τους ανθρώπους σαν ανθρώπους και τους βλέπεις απλώς σαν στρατιώτες, σαν αριθμούς σε έναν πόλεμο που πρέπει να κερδηθεί. Η ένταση είναι τέτοια που δεν βλέπεις παρά το στόχο… και ξεχνάς σιγά σιγά την καθημερινή πραγματικότητα… Πρέπει να κάνουμε κάτι για να είναι αυτό το Υπουργείο κάπως πιο ανθρώπινο» (15). Ο Τσε μάχεται σε όλους τους τομείς: την ίδια ώρα που προωθεί τη βιομηχανική αναδιοργάνωση διεξάγει και πολεμικές σε θεωρητικό επίπεδο ψάχνοντας έναν άλλο σοσιαλισμό όλο και πιο πεπεισμένος για τη σοβιετική αποτυχία. Αλλά η οικονομική συζήτηση -στην οποία αυτό που διακυβεύεται είναι η στρατηγική της ανάπτυξης του νησιού- τελειώνει για τον Τσε με μια ήττα.

Φεύγει για ένα μακρύ ταξίδι. Ο πολύ κριτικός του λόγος απέναντι στη Μόσχα, που εκφωνεί στο Αλγέρι, είναι πολύ κακόδεκτος: πολλές μαρτυρίες το επιβεβαιώνουν (16), και δεν θα δημοσιευτεί ολόκληρος στον κουβανέζικο τύπο. Ο ένας ακόλουθος της σοβιετικής πρεσβείας που σήμερα βρίσκεται σε εξορία (και θέλει να κρατήσει την ανωνυμία του) υποστηρίζει πως η σοβιετική κυβέρνηση έκανε γνωστό ότι θεωρούσε το λόγο αυτόν απαράδεκτο από μέρους ενός Κουβανού ηγέτη. Αφού τον υποδέχτηκε ο Φιντέλ Κάστρο στο αεροδρόμιο και μίλησε μαζί του για σχεδόν δύο ημέρες, ο Τσε δεν θα ξαναεμφανιστεί πλέον ποτέ δημόσια. Ένα μήνα αργότερα, φεύγει παράνομα για το Κονγκό. Το ότι η Αφρική θεωρήθηκε από την Αβάνα σαν σημαντικό στοιχείο στη σύγκρουση μεταξύ τρίτου κόσμου και ιμπεριαλισμού σε αυτή τη δεκαετία του εξήντα δεν είναι αμφισβητήσιμο. Αλλά μπορούμε να αμφιβάλουμε πως η συμμετοχή του Τσε ήταν και στο πρώτο σχέδιο: πέρα από τα διπλωματικά προβλήματα, η παρουσία του δεν μπορούσε παρά να δημιουργήσει δυσκολίες στους Αφρικάνους ηγέτες (εκ των οποίων ο Λωράν Ντεζιρέ Καμπιλά) που δεν παρέλειψαν να το γνωστοποιήσουν. Όσο τολμηρή και να ήταν η κουβανέζικη εξωτερική πολιτική την εποχή εκείνη -και ήταν εξαιρετικά τολμηρή- δεν φαίνεται ότι η παρουσία του κύριου κουβανού ηγέτη μετά τον Φ.Κάστρο είχε προβλεφθεί. Σύμφωνα με τον Τάιμπο, ο Τσε αναφέρει τον Φεβρουάριο του 1965 μπροστά στον Νάσερ την ενδεχόμενη συμμετοχή του στον κονγολέζικο αγώνα και κατόπιν υποχωρεί μπροστά στα επιχειρήματα του Αιγύπτιου ηγέτη.

Πώς να εξηγηθούν οι δισταγμοί και οι ανατροπές αυτές που τόσο λίγο συμβαδίζουν με την προσωπικότητά του; Μερικούς μήνες παρουσίας τού αρκούν για να συλλάβει το εξωπραγματικό της επιχείρησης, δεδομένων των αδυναμιών των αφρικανικών απελευθερωτικών κινημάτων. Αποφασίζει να οργανώσει την υποχώρηση. Μια στάση που πάει ενάντια στις «αυτοκτονικές» του παρορμήσεις. Αντιτίθεται στην πρόσθετη αποστολή Κουβανών που προτείνει ο Φ.Κάστρο (17). Ρεαλιστής και πραγματιστής, κρίνει την αποχώρηση αναπόφευκτη. Το ημερολόγιό του της Αφρικής (με τίτλο Πέρασμα του επαναστατικού πολέμου: το Κογκό (18)) δεν θα δημοσιευτεί παρά μόνο τμηματικά, τριάντα χρόνια αργότερα. Η αλληλογραφία του με τον Φιντέλ είναι άγνωστη. Έμεινε πολλούς μήνες στην Πράγα «μέρος σίγουρο όπου πρέπει να αποφασίσει τί θέλει να κάνει»19. Η παρουσία του είναι παράνομη, γιατί δεν εμπιστεύεται πολύ τις τσέχικες μυστικές υπηρεσίες. Δεν ξέρουμε τίποτα για τους λόγους αυτής της μακράς παραμονής ούτε για τις ανταλλαγές αλληλογραφίας με τον Φιντέλ. Επιστρέφει διακριτικά στην Κούβα και εκπαιδεύεται μερικούς μήνες παράνομα.

Πώς ετοιμάζεται η αναχώρηση στη Βολιβία στα τέλη του 1966; Πώς να εξηγηθεί ο ρόλος που αποδίδεται στο ΚΚ Βολιβίας, παρά τις σχέσεις που ήδη είναι σχέσεις διένεξης; Η συνάντηση του Τσε στην Κούβα το 1964 με τον ηγέτη μιας διάσπασης του ΚΚΒ που ευνοούσε την ένοπλη πάλη είχε ήδη προκαλέσει την οργή του γενικού γραμματέα Μάριο Μόνχε. Ο τελευταίος θα επιβάλει όρους αποκλεισμού απέναντι στις άλλες δυνάμεις της βολιβιανής αριστεράς πριν να εγκαταλείψει το αντάρτικο (20). Πώς να εξηγηθούν οι ατέλειες, «η έλλειøη διαφάνειας και το διφορούμενο στοιχείο του σχεδίου», σύμφωνα με τον Τάιμπο ΙΙ, όταν ξέρουμε την αυστηρότητα και την απαιτητική λεπτομέρεια του Τσε στις προετοιμασίες; Ο Φρανσουά Μασπερό θα ανακαλύψει αργότερα ότι είναι το κύριο στήριγμα του εξωτερικού δικτύου, ο Ρεζίς Ντεμπρέ ταξιδεύει για να εντοπίσει και να μελετήσει τα μέρη: βαριά ευθύνη για έναν γάλλο φοιτητή που και η επιλογή του είχε αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με τον Τάιμπο ΙΙ, που αναφέρει μια έκθεση της CIA, η τελευταία πληροφορήθηκε ήδη από τα τέλη του 1966 τις ετοιμασίες του αντάρτικου (21). Η ακολουθία των γεγονότων, η πρώιμη ανακάλυψη του εκπαιδευτικού στρατοπέδου που επέβαλε απρόβλεπτες συγκρούσεις, αρκούν άραγε για να διαφωτίσουν τη δραματική σειρά της εξέλιξης του αντάρτικου, καθώς και τη μοιραία του κατάληξη; Στο ερώτημα αυτό κανείς δεν μπορεί σήμερα να απαντήσει.

Παραμορφωμένος, μουμιοποιημένος, ο Τσε επιβιώνει. Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, στα ερείπια των επαναστάσεων του εικοστού αιώνα. Νικητής και ηττημένος. Από πού έρχεται η δύναμη του μηνύματος; Άνθρωπος με πεποιθήσεις, πολεμικός αρχηγός και ατυχής ποιητής, εξεγερμένος και στρατευμένος, υπουργός και μετά αντάρτης. Ενσαρκώνει την περιφρόνηση της εξουσίας, αποκαθιστά την πολιτική. Δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει γκεβαρικό μοντέλο οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Αλλά η αναζήτηση ενός άλλου τρόπου κοινωνικής οργάνωσης, στην υπηρεσία «de los de abajo» (των από κάτω) και όχι «de los de arriba» (των από πάνω) όπως το λένε σήμερα στη Λατινική Αμερική. Φορέας μιας ηθικής αντίληψης για την εξουσία, πολιτικός ηγέτης νέου τύπου που έθετε σε συμφωνία τις πράξεις με τα λόγια του, άγριος επικριτής των παραστρατημένων σοσιαλισμών, η επικαιρότητά του οφείλεται σε αυτό το μείγμα ανθρωπισμού και ακεραιότητας.

Πηγή: Inprecor, Ιούλης 1997. Αναδημοσίευση απ’ το περιοδικό «Σπάρτακος».

* Η Janette Habel (Pienky) είναι καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Λατινοαμερικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Paris III και μέλος του πολιτικού γραφείου της γαλλικής τροτσκιστικής οργάνωσης «Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα» (Ligue communiste révolutionnaire). 

Τσε: Ένας επαναστάτης αντίπαλος του χρουτσωφικού ρεβιζιονισμού

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ανασύνταξη», όργανο της πολιτικής επιτροπής γιά την ανασύνταξη του ΚΚΕ, στις 20 Οκτωβρίου 2007.

Στις 9 Οκτώβρη έκλεισαν 30 χρόνια από τη δολοφονία (9.10.67) του Ernesto Che Guevara, του επαναστάτη που αφιέρωσε ολοκληρωτικά τη ζωή του στους ταξικούς αγώνες του διεθνούς προλεταριάτου και των καταπιεσμένων λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό, του φλογερού κομμουνιστή συνεπή διεθνιστή που άφησε την τελευταία του πνοή στο πεδίο της ένοπλης πάλης στη γη της Βολιβίας, δολοφονημένος από τα βόλια της βολιβιανής αντίδρασης και των αμερικανών ιμπεριαλιστών, του μαρξιστή μαχητικού αντίπαλου, στη θεωρία και την πράξη, του αντεπαναστατικού προδοτικού ρεύματος του χρουτσωφικου ρεβιζιονισμου. Ο Ernesto Che Guevara γεννημένος στις 14 Ιούνη 1928 στο Ροσάριο της Αργεντινής, αφού σπούδασε γιατρός στο πανεπιστήμιο του Μπουένος Αϊρες έφυγε αργότερα, το 1953, για τη Γουατεμαλα και λίγους μήνες μετά την ανατροπή, τον Ιούνη του 1954, του προέδρου της Γ. Αρμπεντς καταφεύγει, το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, στο Μεξικό. Εκεί συναντήθηκε με κουβανούς επαναστάτες και τον Φιντέλ Κάστρο και τον Δεκέμβρη του ’56 αποβιβάζεται στην Κούβα. Παίρνει μέρος στην κουβανέζικη επανάσταση, διακρίνεται για τις στρατιωτικές του ικανότητες και μετά τη νίκη της την Πρωτοχρονιά του 1959 πρωτοστατεί στην ανοικοδόμηση της Κούβας όπου για ένα χρονικό διάστημα χρημάτισε υπουργός Βιομηχανίας, αφού είχε ήδη χρηματίσει διευθυντής του Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης και Διοικητής της Εθνικής Τράπεζάς της Κούβας.

Αρχές του 1965 ταξιδεύει στην Αφρική έρχεται σε επαφή με τα κινήματα διαφόρων χωρών της Αφρικής και το Μάρτη του ίδιου χρόνου επιστρέφει στην Κούβα, παραιτείται απ’ όλα τα αξιώματα, πηγαίνει στο Κογκό, επιστρέφει πάλι στην Κούβα και το Νοέμβρη του 1966 φθάνει στη Βολιβία οργανωτής εκεί αντάρτικων ομάδων, έχοντας αντιπάλους-εχθρούς όχι μόνο το ντόπιο αντιδραστικό καθεστώς και τους αμερικανούς ιμπεριαλιστές, αλλά και το ρεβιζιονιστικό χρουτσωφικό κόμμα με επικεφαλής τον Μάριο Μόνχε που σαμποτάρει τις προσπάθειες οργάνωσης του αντάρτικου. Στις 9 Οκτώβρη του ’67 πέφτει ηρωικά με το όπλο στο χέρι ο επαναστάτης που θεωρούσε πάντα το θάνατο σαν κάτι «φυσικό και πιθανό», όπως ο ίδιος είχε προαναγγείλει, λίγους μήνες νωρίτερα, το Μάη του 1967: «Όλη μας η δράση είναι μια κραυγή πολέμου ενάντια στον ιμπεριαλισμό… δεν έχει σημασία που θα μας βρει ο θάνατος: καλώς νάρθει, φτάνει ν’ ακουστεί η πολεμική μας κραυγή, φτάνει ένα άλλο χέρι ν’ απλωθεί για να πάρει το όπλο μας, φτάνει άλλοι άνθρωποι να σηκωθούν για να ψάλουν τα πένθιμα εμβατήρια ανάμεσα στους κροταλισμούς των πολυβόλων, ανάμεσα σε καινούργιες ιαχές πολέμου και νίκης». Ο επαναστάτης Ernesto Che Guevara δρώντας στη θυελλώδη δεκαετία 1957-67 που σημαδεύτηκε από μεγάλους αγώνες του διεθνούς προλεταριάτου ενάντια στον καπιταλισμό και εξεγέρσεις των καταπιεσμένων λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό όπως την επανάσταση στην Κούβα, τον ένοπλο αγώνα του ηρωικού λαού του Βιετνάμ, κλπ. αλλά και από την προσπάθεια επικράτησης του αντεπαναστατικού ρεύματος του χρουτσωφικού ρεβιζιονισμού στο διεθνές κομμουνιστικού κίνημα βρέθηκε σε μόνιμη αντίθεση-σύγκρουση μαζί του τόσο σε θεωρητικό επίπεδο όσο και στην πρακτική πολιτική επαναστατική του δράση σε βασικά ζητήματα της επανάστασης και του σοσιαλισμού καθώς και της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η Κούβα εκείνο τον καιρό από τα δικά της εσωτερικά προβλήματα και τις πιέσεις των αμερικανών ιμπεριαλιστών, στις οποίες προσθέτονταν και εκείνες των χρουτσωφικών για να ακολουθήσουν οι κουβανοί τη ρεβιζιονιστική τους γραμμή, ο Che Guevara είχε το θάρρος να τοποθετηθεί ανοιχτά σ’ αυτά τα ζητήματα. Επισημαίνουμε σύντομα τα βασικότερα:

1. «Ειρηνική συνύπαρξη»:

Ο Che Guevara αντιτάχθηκε και απέρριπτε την αντεπαναστατική γραμμή της «ειρηνικής συνύπαρξης» των χρουτσωφικών ρεβιζιονιστών ως γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος που από τη μια κατέληγε σε συνεργασία με τον ιμπεριαλισμό και τα αντιδραστικά καθεστώτα και από την άλλη οδηγούσε σε μια πολιτική ταξικής συνεργασίας μεταξύ αστικής τάξης-προλεταριάτου στις καπιταλιστικές χώρες. Υπεράσπισε και εφάρμοσε στην πράξη την επαναστατική γραμμή της ταξικής πάλης και του προλεταριακού διεθνισμού, υποστηρίζοντας απεριόριστα τον αγώνα της εργατικής τάξης και όλων των λαών και προπαντός τον αγώνα του ηρωικού λαού του Βιετνάμ ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Ασκώντας κριτική στη στάση των χρουτσωφικών ρεβιζιονιστών απέναντι στο Βιετνάμ έγραφε: «…υπάρχει μια οδυνηρή πραγματικότητα: το Βιετνάμ το έθνος που ενσαρκώνει τις λαχτάρες και τις ελπίδες νίκης ενός ολόκληρου ξεχασμένου κόσμου, είναι τραγικά μόνο του… Το πρόβλημα δεν είναι να ευχόμαστε την επιτυχία του θύματος της εισβολής, μα να μοιραστούμε την τύχη του, να είμαστε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη… Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός είναι ένοχος εισβολής. Τα εγκλήματα του είναι τεράστια και επεκτείνονται σ’ όλο τον κόσμο. Αυτό το ξέρουμε, κύριοι. Μα είναι ένοχοι εξίσου κι’ εκείνοι που στην αποφασιστική στιγμή δίστασαν να κάνουν το Βιετνάμ ένα απαραβίαστο μέρος του σοσιαλιστικού χώρου. Θα διέτρεχαν πράγματι τον κίνδυνο ενός πολέμου σε παγκόσμια κλίμακα, μα θα υποχρέωναν επίσης τους αμερικανούς ιμπεριαλιστές να αποφασίσουν».

Στο λόγο του – δριμύτατο κατηγορώ κατά του ιμπεριαλισμού – στη 19η Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών (11.12.64) ασκώντας έμμεσα κριτική στην «ειρηνική συνύπαρξη» των χρουστσωφικών ρεβιζιονιστών υπογράμμιζε: «Σαν μαρξιστές, έχουμε υποστηρίξει ότι η ειρηνική συνύπαρξη ανάμεσα στα κράτη δεν περιλαβαίνει και τη συνύπαρξη ανάμεσα στους . εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, ανάμεσα στους καταπιεστές και τους καταπιεζόμενους» και ακόμα «ότι η αρχή της ειρηνικής συνύπαρξης δεν περιλαβαίνει για κανέναν το δικαίωμα να παίζει με τη θέληση των λαών».

2. Προλεταριακός διεθνισμός:

Ο Guevara σαν φλογερός επαναστάτης διεθνιστής δεν πρόβαλε μόνο πάντα θεωρητικά τον προλεταριακό διεθνισμό που τον θεωρούσε αναπόσπαστο τμήμα της επαναστατικής πάλης του διεθνούς προλεταριάτου ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, αλλά ζητούσε να εκδηλώνεται πρακτικά τονίζοντας: «πρέπει να αναπτύξουμε ένα αληθινό προλεταριακό διεθνισμό. Με διεθνιστικούς προλεταριακούς στρατούς, όπου η σημαία κάτω απ’ την οποία αγωνιζόμαστε γίνεται η καθαγιασμένη υπόθεση της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας, έτσι που να πεθάνεις με τα χρώματα του Βιετνάμ, της Βενεζουέλας, της Γουατεμάλας, του Λάος, της Γουϊνέας, της Κολομβίας, της Βολιβίας, της Βραζιλίας, για ν’ αναφέρω μόνο τα σημερινά θέατρα του ένοπλου αγώνα – να είναι εξίσου ένδοξο και επιθυμητό για ένα Αμερικανό, ένα Ασιάτη, ένα Αφρικανό, ακόμη και για έναν Ευρωπαίο». «Ο επαναστάτης, η ιδεολογική κινητήρια δύναμη της επανάστασης, καταναλώνει τη ζωή του μέσα στην αδιάκοπη δραστηριότητα, η οποία δεν μπορεί να έχει άλλο τέλος παρά τον θάνατο μέχρι να πραγματοποιηθεί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Εάν ο επαναστατικός ενθουσιασμός αμβλυνθεί, όταν τα πιο επείγοντα καθήκοντα έχουν πραγματοποιηθεί σε τοπικό επίπεδο και αν ξεχνά τον προλεταριακό διεθνισμό του η επανάσταση της οποίας ηγείται θα σταματήσει να είναι μια δύναμη που εμπνέει και θα βυθιστεί σε λήθαργο τον οποίο θα αξιοποιήσει ο άσπονδος εχθρός μας ο ιμπεριαλισμός. Ο προλεταριακός διεθνισμός είναι ένα καθήκον αλλά είναι επίσης και μια επαναστατική ανάγκη. Έτσι πρέπει να εκπαιδεύουμε το λαό μας».

3. Πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό:

Και σ’ αυτό το ζήτημα ο Guevara απέρριπτε τη συμβιβαστική γραμμή υποταγής στον ιμπεριαλισμό, την αντεπαναστατική γραμμή της συνεργασίας με τις ιμπεριαλιστικές χώρες και κυρίως τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό με τον οποίο συνεργάζονταν οι χρουτσωφικοί ρεβιζιονιστές στο όνομα τάχα της «αποφυγής μιας παγκόσμιας πυρκαγιάς» και της «διατήρησης της ειρήνης». Θεωρούσε πασιφιστική αυταπάτη το σύνθημα των ρεβιζιονιστών «για ένα κόσμο χωρίς πολέμους». Υπογράμμιζε ότι στις απειλές του ιμπεριαλισμού «σωστή απάντηση είναι να μην φοβόμαστε τον πόλεμο» και πως «η μόνη λύση» για να νικήσουμε τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό «είναι ο μακρόχρονος, ο αιματηρός αγώνας του αντάρτικου», τα «διαρκή πλήγματα εναντίον του», τάσσονταν υπέρ της δημιουργίας «δυο, τριών και πολλών Βιετνάμ» και τόνιζε: «πόσο πιο κοντινό και πιο φωτεινό θα βλέπαμε το μέλλον, αν άνθιζαν δυο, τρία, πολλά Βιετνάμ στην επιφάνεια της γης». Καλλιεργούσε πάντα το ταξικό μίσος των λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό: «ένας λαός δίχως μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει πάνω σ’ ένα χτηνώδη εχθρό».

4. «Ειρηνικός δρόμος περάσματος στο σοσιαλισμό»:

 Ο Che Guevara αντιτάχθηκε γενικά και καταπολέμησε αποφασιστικά την αντεπαναστατική γραμμή του «ειρηνικού κοινοβουλευτικού δρόμου» των χρουτστωφικών ρεβιζιονιστών και ειδικά αυτή των ρεβιζιονιστικών κομμάτων της Λατινικής Αμερικής όπως «Κ»Κ Χιλής, «Κ»Κ Βραζιλίας, κλπ. τόσο σε θεωρητικό επίπεδο προβάλλοντας τον ένοπλο αγώνα σαν τον μοναδικό δρόμο για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο και για την αποτίναξη του ζυγού της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας από την πλάτη των καταπιεζόμενων λαών όσο και κάνοντας τον ο ίδιος πράξη μα και βοηθώντας δραστήρια τον ένοπλο αγώνα στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική. Θεωρούσε την αρνητική στάση των ρεβιζιονιστικών, χρουστσωφικών κομμάτων απέναντι στον ένοπλο αγώνα προδοτική, προδοσία της επανάστασης.

5. Ζήτημα σοσιαλισμού:

Σαν μαρξιστής θεωρούσε το σοσιαλισμό «κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο». ’σκησε κριτική και απέρριψε τις καπιταλιστικού χαρακτήρα οικονομικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες ρεβιζιονιστικές χώρες, ιδιαίτερα στην επέκταση της σφαίρας δράσης του νόμου της Αξίας, στην ανάπτυξη των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων και στα υλικά κίνητρα που τα θεωρούσε «επιστροφή στον καπιταλισμό». Υπογραμμίζοντας ότι δεν «πρέπει να ξεχνάμε» ότι το «υλικό κίνητρο» πηγάζει «από τον καπιταλισμό και ότι είναι καταδικασμένο να πεθάνει στο σοσιαλισμό». ’σκησε επίσης κριτική στη διάλυση των συνεταιρισμών που πραγματοποίησε στην Πολωνία ο ρεβιζιονιστής Γκομούλκα καθώς και στη λεγόμενη «αυτοδιαχείριση» των γιουγκοσλάβων ρεβιζιονιστών, τονίζοντας ότι εκεί «εφαρμόζουν κάτι σαν ένα ανταγωνιστικό καπιταλισμό». Δε δίστασε να παραθέτει αποσπάσματα από το έργο του Στάλιν και ταυτόχρονα να ασκεί θαρραλέα ανοιχτή κριτική στις ρεβιζιονιστικές απόψεις του χρουτσωφικού «Εγχειριδίου Πολιτικής Οικονομίας».

Εφημερίδα Ανασύνταξη, αρ. φυλ. 24, 1-15/10/1997.