Ο ανταρτοπόλεμος ως πολιτικός καταλύτης

Che Guevara 971Επιμέλεια: Παναγιώτης Βήχος.

Για ποιό λόγο ανταρτοπόλεμος;

Από που εξεπήγασε η θεωρία του Τσέ για τον ανταρτοπόλεμο; Κατά κύριο λόγο από ισπανικές πηγές (Η Ισπανία εξάλλου είναι η απαρχή του νεώτερου αντάρτικου): εμελέτησε στο Μεξικό το 1955 τα κείμενα πάνω στη στρατιωτική στρατηγική του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, και υπήρξε ένας από τους καλύτερους μαθητές του παλιού αξιωματικού του δημοκρατικού στρατού, Αρμάντο Μπάϊο, που γύμναζε τους Κουβανούς αντάρτες πρωτού αναχωρήσουν. Δεν ανακάλυψε τους «κλασσικούς του Μάο Τσέ – Τούνγκ παρά αργότερα, στη Σιέρρα, το 1958. Μετά τη νίκη, θα μελετήσει από κοντά την πείρα των γιουγκοσλάβων παρτιζάνων, των Αλγερινών εθνικιστών, των βιετναμέζων επαναστατών. Κι αφού ειπώθηκαν τα παραπάνω, προφανές είναι ότι κύρια πηγή του είναι η βιωμένη εμπειρία του ίδιου του κουβανέζικου αντάρτικου.

Γιατί το αντάρτικο της αγροτιάς ήτανε στα μάτια του Τσέ o δρόμος, ο πιό σίγουρος και ο πιό πραγματικός για το σχηματισμό του λαϊκού στρατού; Υπάρχουν στα κείμενά του σειρά επιχειρημάτων φύσεως οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και στρατιωτικής, για να δικαιολογηθεί ο προνομιούχος ρόλος τον οποίον αποδίδει στο αντάρτικο μέσα στο καθολικό προτσές του επαναστατικού πολέμου.

1. Στο οικονομικό: στις υπο-ανάπτυκτες χώρες, στην αγροτική οικονομία, όπου η πλειονότητα του πληθυσμού βρίσκεται στην εξοχή, η επανάσταση είναι, στην αρχή αγροτική επανάσταση που διεξάγεται στις εξοχές και στα βουνά, κατεβαίνοντας αργότερα στις πόλεις (όπου γίνεται σοσιαλιστική) (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 201, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972). Το επιχείρημα αυτό, μεμονωμένα λαμβανόμενο θα ήτανε μηχανιστικό: ξέρουμε σωστά ότι η τσαρική Ρωσσία, χώρα κατ΄ εξοχήν αγροτική, εγνώρισε όμορφα και καλά μια αστική προλεταριακή επανάσταση τον Οχτώβρη του 1917…

2. Στο κοινωνικό: η φριχτή καταπίεση και η υπερεκμετάλλευση των χωρικών, κολασμένων της γής, που δεν έχουν τίποτε να χάσουν, των οποίων η κοινωνική κατάσταση είναι εκρηκτική, και που κατά συνέπεια αποτελούν «τεραστία επαναστατική δύναμη εν δυνάμει» (Διακήρυξη της Αβάνας, 1961). Αναλύοντας το ρόλο των διαφόρων στρωμάτων της αγροτιάς, ο Τσέ υπογραμμίζει ότι όχι μόνο το αγροτικό προλεταριάτο μα και οι φτωχοαγρότες αποτελούν την κοινωνική βάση του αντάρτικου της υπαίθρου. Αληθινά οι στρατιώτες που αποτέλεσαν τον πρώτο μας αντάρτικο στρατό από χωρικούς προήρχονταν, από την πλευρά αυτής της τάξης που εκδηλώνει σχεδόν επιθετικά την επιθυμία της για απόκτηση γής, που εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα που καταλογίζεται σαν «μικροαστικό…». (σσ Πολιτικά Κείμενα: Τόμος Α΄, σελ. 94, 104. Ας αντιπαραβάλουμε με την αποκαλυπτική δήλωση του προέδρου της Κολομβίας, Κάρλος Λιέρας Ρεστρέπο, το 1966: «Νομίζω ότι πολιτικά οι μικροκτηματίες είναι πολύ πιό επικίνδυνοι από τους γαιοκτήμονες. Οι ιδιοκτησίες αυτές που όλο και μικραίνουν, δεν επαρκούν στο να συντηρήσουν μια οικογένεια και το πρόβλημα των μικροκτηματιών επιδεινούται αδιάκοπα με την διανομή που επιβάλλει ο νόμος κληρονομίας και με την ισχυρή δημογραφική έκρηξη… που δημιουργεί μια τάξη «προλεταρίων ιδιοκτητών» των οποίων τα εισοδήματα είναι ακόμη πενιχρότερα από των θεριστάδων του ζαχαροκάλαμου», στο Ν. Γκάλλι, «Η κληρονομιά του Τσέ Γκουεβάρα», Πνεύμα, Σεπτέμρ. 1969, σελ. 215. Δες επίσης τις δηλώσεις του αρχηγού των επαναστατικών Στρατιωτικών Δυνάμεων της Γουατεμάλας, Καίσαρ Μόντες, για την εκπληκτική επιτυχία του αντάρτικου στους πτωχεύσαντες μικροϊδιοκτήτες χωρικούς).

3. Στο πολιτικο-στρατιωτικό: κατά τον Τσέ οι αστικές επαναστάσεις, οι περικλεισμένες και σωριασμένες μέσα στα όρια της πόλης, τελειώνουν συνήθως με την ήττα των επαναστατών και τη σφαγή του λαού. Το επαναστατικό κίνημα δεν μπορεί τότε να ανασυνταχθεί παρά εάν, όπως στην Κίνα μετά την ήττα στην πόλη συμπτυχθεί στην ύπαιθρο και διεξαγάγει τον ανταρτοπόλεμο. Ο λαϊκός στρατός ο ικανός να χτυπήσει το στρατό της ολιγαρχίας δεν γεννιέται αυτομάτως: χρειάζεται να τον φτιάξεις προοδευτικά στην πορεία ενός παρατεινόμενου πολέμου. Και λοιπόν, μια τέτοια συνεχιζόμενη πάλη μακρόχρονης διάρκειας δύσκολα μπορεί να διεξαχθεί αλλού, από την ύπαιθρο, που αποτελεί τον κρίκο τον πιό αδύνατο της καταπίεσης. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 217, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972).

4. Στη στρατιωτική στρατηγική: Η ύπαιθρος είναι το πεδίο το πλέον ευνοϊκό στο λαϊκό στρατό: προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια στην οπλισμένη πρωτοπορεία, μεγαλύτερο χώρο ελιγμών οδών σύμπτυξης, κρυψώνων μή προσβαλλομένων από τις δυνάμεις της καταπίεσης, ελαστικότητας στις κινήσεις. Οσο για το αντάρτικο των πόλεων, ο Τσέ, αν και αναγνωρίζοντας την «άκρα σημασία» του, φαίνεται να είχε υποτιμήσει το ρόλο του, θεωρώντας το σαν απλό υποπροϊόν του αντάρτικου της υπαίθρου («αντάρτικο μέσα στην πόλη δεν μπορεί να ξεπηδήσει από μόνο του») και περιορίζοντάς το κυρίως στο σαμποτάζ. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, «Ο πόλεμος στις αστικές ζώνες», σελ. 71-72, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972). Στην πρόσφατη ιστορία της ένοπλης πάλης στη Λατινική Αμερική, το αντάρτικο των πόλεων (Τουπαμάρος στην Ουραγουάη, διάφορες οργανώσεις στη Βραζιλία, στην Αργεντινή, στη Γουατεμάλα) έπαιξε ένα ρόλο πολιτικά πολύ σημαντικότερο από ότι είχε προβλέψει ο Τσέ στα κείμενά του, γενικεύοντας υπερβολικά την περίπτωση της Κούβας. Εξάλλου, οι αποτυχίες και οι δυσκολίες του αντάρτικου της υπαίθρου στο Περού (και στη Βολιβία…) κάνουν να υποθέσουμε ότι εκεί υπερεκτίμησε την ασφάλεια που προσφέρει η ύπαιθρος σε σχέση με την πόλη για την ένοπλη πρωτοπορία.

Το αντάρτικο και ο λαός.

Η θεωρία του Τσέ για το αντάρτικο καταδικάστηκε από τους ψευτο-ορθόδοξους σαν μπλανκιστική αίρεση, μπακουνική, τυχοδιωκτική, στηριγμένη στην αυταπάτη ότι μια μικρή ομάδα ανθρώπων ηρωικών κι αποφασισμένων μπορούσε να κάμει την επανάσταση, να καταλάβει την αρχή και να απελευθερώσει το λαό, και που θα θέλει να υποκαταστήσει τους λαϊκούς αγώνες με τα αξιοθαύμαστα κατορθώματα μιας ομάδας παληκαράδων τύπου τριών σιδερόφρακτων σωματοφυλάκων. Λοιπόν, αυτό δεν ήτανε καθόλου η γνώμη του Τσέ, που δεν δεχότανε στο «εγχειρίδιό (του) για το αντάρτικο» την ετυμολογική σημασία της ισπανικής λέξης (γκουερίλα=μικρός πόλεμος) υπογραμμίζοντας ότι ο ανταρτοπόλεμος δεν ήταν μικροσκοπικός πόλεμος, ο πόλεμος μιας ομάδας μειονότητας εναντίον του ισχυρού στρατού, αλλά αντίθετα μάλιστα ο πόλεμος ολοκλήρου του λαού εναντίον της καταπιεστικής κυριαρχίας. Στο άρθρο του Ανταρτοπόλεμος μια μέθοδος, είναι ακόμα πιό ξεκάθαρος: «Αυτοί που θέλουν να κάνουν αντάρτικο ξεχνώντας την πάλη των μαζών, ως εάν επρόκειτο για δύο αντίπαλες πάλες, είναι άξιοι επικρίσεως. Είμαστε αντίθετοι σ΄ αυτή τη θέση. Το αντάρτικο είναι πόλεμος του λαού, δηλαδή μαζική πάλη. Το να ισχυρισθεί κανείς πώς θα κάνει ανταρτοπόλεμο χωρίς την υποστήριξη του πληθυσμού, είναι σα να πηγαίνει σε αναπόφευκτη πανωλεθρία. Το αντάρτικο είναι η μαχόμενη πρωτοπορεία του λαού {…} στηριζομένη στην πάλη των μαζών των χωρικών και των εργατών της περιοχής και όλου του χώρου στον οποίο βρίσκεται. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν είναι παραδεκτός ανταρτοπόλεμος». Αυτό είναι το δίδαγμα όχι μόνο της κουβανέζικης επανάστασης μα όλων των λαϊκών πολέμων, και ιδιαιτέρως, του επαναστατικού στρατού του βιετναμέζικου λαού, που ήταν στα μάτια του Τσέ, το παράδειγμα το πιό ολοκληρωμένο «οργανικού» δεσμού μεταξύ της ένοπλης πρωτοπορείας και του λαού, και όπου «ο ανταρτοπόλεμος» δεν είναι παρά η έκφραση της πάλης των μαζών». (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. Σελ. 183,203,-204, Εκδ. Καρανάση. Πρόλογος στο «Guerra del Pueblo, Ejercito del Pueblo», του Γκιάπ, στο Pensamiento Critico, αριθ. 33 Οκτώβρης 1969, σελ. 250).

Είναι επίσης, εννοείται, και το δίδαγμα της κινέζικης επανάστασης: σε μια συνέντευξη του Απριλίου 1959 σε δημοσιογράφο της Λαϊκής Κίνας, ο Τσέ υπογραμμίζει ότι κατά το αντάρτικο της Κούβας είχε μελετήσει «προσεκτικά» τα στρατιωτικά κείμενα του Μάο και από κεί «πολλά έμαθε» – γεγονός που πιθανώς αναφέρεται όχι μόνο στις στρατιωτικές απόψεις των κειμένων του, αλλά επίσης και στην πολιτική τους βαρύτητα: την ανάλυση των δεσμών μεταξύ του αντάρτικου και των αγροτικών μαζών. (σσ Εκλεκτά Εργα: σελ. 368, (Αμερικάνικη έκδοση). Εν πρώτοις, ο λαός (δηλαδή, στην εξοχή, οι χωρικοί) δίνει τους καλύτερους μαχητές του αντάρτικου, που ξέρουν τον τόπο, τους κατοίκους και τα ήθη της περιοχής, και που είναι συνηθισμένοι στη σκληραγωγία της βουνήσιας ζωής. Και για να γενικεύσουμε, ο λαός είναι «η καρδιά του αντάρτικου» που βρίσκεται πίσω από κάθε ενέργεια, είναι ο αόρατος συνεργάτης που παρακολουθεί τον εχθρό, μεταφέρει ειδήσεις, εξασφαλίζει τον εφοδιασμό, παρέχει στους μαχητές την αποτελεσματική του υποστήριξη τη συμμετοχή του, τη γενναιόδωρη προστασία του. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, Σελ. 186-187, 194, βλ. επίσης «Η Επανάσταση στην Κούβα», σελ. 203. Εκδ. Καρανάση 1970).

Οι αγροτικές μάζες δεν παίζουν αυτό τον αποφασιστικό ρόλο στο βαθμό που το αντάρτικο εμφανίζεται σαν έκφραση της πάλης τους της ταξικής. Για το λόγο λοιπόν αυτό πρέπει η ένοπλη δράση του αντάρτικου να είναι η απήχηση της κοινωνικής προστασίας του λαού κατά των καταπιεστών του και των βλέψεων της μεγάλης αγροτικής μάζας που θέλει να αλλάξει το καθεστώς ιδιοκτησίας της γής. Με άλλα λόγια, πρέπει να καταλάβει την πολιτική σημασία του αντάρτικου και να την κάνει δική του.

Γι΄ αυτό ο Τσέ, χωρίς καθόλου να αμελεί την καθαυτό στρατιωτική βαρύτητα, επέμενε στη σπουδαιότητα της πολιτικής δουλειάς που πρέπει να εκτελέσει η πρωτοπορεία και χαρακτήριζε τον επαναστατικό πόλεμο σαν «μεγάλη πολιτικο-στρατιωτική ενέργεια της οποίας τμήμα μόνο είναι το αντάρτικο». Η πρωτοπορεία οφείλει παράλληλα με την ένοπλη δράση να προωθεί μια εντατική μαζική εργασία, εξηγώντας τα αίτια και τους σκοπούς της επανάστασης, τις νίκες του αντάρτικου, τους λόγους για κάθε ενέργεια, και καλώντας σε μαζικούς αποτελεσματικούς αγώνες τους εργάτες και τους χωρικούς: «Οι άκριτες δολοφονίες και τρομοκρατίες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Είναι προτιμότερο να γίνεται μαζική εργασία, να μεταδίδεται το επαναστατικό ιδανικό, να γίνεται προσπάθεια να ωριμάζει, έτσι, που στην πρέπουσα στιγμή οι μάζες αυτές υποστηριζόμενες από τον επαναστατικό στρατό, να μπορούν να κινητοποιηθούν και να κάνουν να γείρει ο ζυγός στην πλευρά της Επανάστασης. Για το σκοπό αυτό, δεν πρέπει να αμελούμε τις λαϊκές εργατικές και αγροτικές οργανώσεις, που διαδίδουν στις γραμμές τους το επαναστατικό ιδανικό, δίνοντας να διαβάζουν και εξηγώντας τα δημοσιεύματα της επανάστασης». (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. Σελ. 222, 223-42, Εκδ. Καρανάση 1972. Είναι εξάλλου γνωστό, ότι κατά την εισβολή του σώματός του στην επαρχία Καμαγκουέη, το καλοκαίρι του 1958, ο Τσέ έφερε σε επαφή τα συνδικάτα εργατών και αγροτών της περιοχής, και μάλιστα ίδρυσε και τοπικούς συνεταιρισμούς εργατών γής. Επιστολή του Τσέ στον Φιντέλ, 13 Σεπτεμβρίου 1958, στο Αντάρτικο, αριθ. 1, Μιλάνο, 1969, σελ. 53).

Βλέπει λοιπόν κανένας πόσο ψεύτικη είναι η εικόνα του Επινάλ, ενός Τσέ ρωμαντικού τυχοδιώκτη, είδους κόκκινου Αρτανιάν, που θα εννοούσε το αντάρτικο σαν κονταρομαχία σωματοφυλάκων εναντίον της βασιλικής φρουράς… Αν και αποδίδει αυστηρή και σχολαστική σημασία, στα καθαρώς στρατιωτικά και στρατηγικά ζητήματα της πάλης, ο Τσέ Γκεβάρα είχε σαφώς συλλάβει το συνολικό χαρακτήρα, πολιτικο-στρατιωτικό του λαϊκού πολέμου, και την κεφαλαιώδη σπουδαιότητα της κινητοποίησης, της προπαγάνδας και της οργάνωσης των μαζών για τον επαναστατικό αγώνα.

Εξάλλου, η πολιτική δραστηριότητα του αντάρτικου, δεν περιορίζεται καθόλου στην «κλασσική» προπαγάνδα: διεξάγει την «προπαγάνδα διά των γεγονότων», από το ένα μέρος με τις ίδιες τις ένοπλες δραστηριότητες, που δείχνουν το τρωτό του στρατού της καταπίεσης, από το άλλο μέρος, με την εφαρμογή, στις περιοχές υπό τον έλεγχό του, μέτρων επαναστατικού χαρακτήρα: απαλλοτρίωση, κατοχή και διανομή των γαιών στους χωρικούς, οργάνωση συνεταιρισμών, εγκαθίδρυση δικαστηρίου και διοίκησης, έκδοση επαναστατικών νόμων, κλπ. Το αντάρτικο παρουσιάζεται έτσι βαθμηδόν σαν εξουσία κατ΄ εναλλαγή αντίθετη στην εγκατεστημένη εξουσία, σαν νέα νομιμότης που αντικαθιστά το νόμο του κράτους: εξουσία και νομοθεσία επαναστατικές που εξυπηρετούν τα συμφέροντα και τις κοινωνικές βλέψεις των λαϊκών μαζών και που εξουδετερώνουν το όργανο καταπίεσης των κυριαρχουσών τάξεων.

Υστερα από αυτά η σχέση μεταξύ αγροτιάς και αντάρτικου δεν είναι καθόλου σχέση μονόπλευρη, μηχανιστική, με μιά και μόνη κατεύθυνση «εκ των άνω προς τα κάτω». Με την επαφή με τη ζωή, με τα προβλήματα, τους αγώνες των αγροτών, «μια επανάσταση διενεργείται μέσα στα μυαλά μας», παρατηρεί ο Τσέ, υπογραμμίζοντας το ρόλο της εμπειρίας αυτής για τη διαμόρφωση της ιδεολογίας του αντάρτικου. Στην πορεία του ανταρτοπόλεμου μπαίνει σε ενέργεια ένα προτσές διαλεκτικής αμοιβαιότητος μεταξύ της πρωτοπορείας και των μαζών: «δημιουργείται τότε {…} μια αληθινή ενδοενέργεια μεταξύ αυτών των αρχηγών που διδάσκουν στο λαό, με τα γεγονότα, τη θεμελιακή σπουδαιότητα της ένοπλης πάλης και τον ίδιο το λαό, που μεγαλώνει μέσα στην πάλη και δείχνει με τη σειρά του στους αρχηγούς τις πρακτικές ανάγκες. Από αυτή την ενδοενέργεια μεταξύ του αντάρτη και του λαού του ξεπηδάει έτσι ένας προοδευτικός ριζοσπαστισμός που επιτείνει βαθμιαία τα επαναστατικά χαρακτηριστικά του κινήματος και του δίνει εθνική διάσταση». (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. «Ο Γκουεριλλέρο κοινωνικός αναμορφωτής», σελ. 76-77, Εκδ. Καρανάση 1972). Πράγματι η στενή συνοχή μεταξύ ανταρτών και χωρικών δεν γίνεται μονομιάς δημιουργείται προοδευτικά στην πολιτικο-στρατιωτική πράξη στο διάστημα της οποίας το αντάρτικο γίνεται λαϊκό και ο λαός επαναστατικός, τα δυό να συγχωνεύουνται βαθμιαία, σε ένα «σώμα» σχετικά ομογενές. Απ΄ αυτή τη στιγμή κι έπειτα το αντάρτικο γίνεται ακατανίκητο στην πράξη και μπορεί προοδευτικά να χτυπήσει γερά, να αποθαρρύνει και να νικήσει το στρατό του αστικού κράτους.

Αν είναι αληθινό ότι ο πυρήνας του αντάρτικου δεν μπορεί ευθύς από την αρχή να είναι «μαζικό κίνημα», δεν θα χρειάζεται ωστόσο κάποια πολιτική δουλειά στους κόλπους των λαϊκών μαζών των πόλεων και της υπαίθρου για να ετοιμάσει το ξέσπασμα της ένοπλης πάλης; Το φτιάξιμο ενός πολιτικο-στρατιωτικού δικτύου στήριξης, καταφυγίου και εφοδιασμού (στις πόλεις και μεταξύ των χωρικών) δεν είναι η προϋπόθεση για την ίδια την επιβίωση του πυρήνα; Το αντάρτικο δεν πρέπει ευθύς από την αρχή να βρίσκεται σε σύνδεση με τους ήδη υπάρχοντες ταξικούς αγώνες σε μερικές περιοχές της υπαίθρου; Η απάντηση σ΄ αυτά τα ερωτήματα – που ετέθησαν με δριμύτητα ύστερα από τη βολιβιανή τραγωδία του 1967 – και σε πολλές άλλες δεν θα βρεθεί μόνο στα κείμενα του Τσέ, θα δοθεί με τη συγκεκριμένη εμπειρία νέων επαναστατικών πρωτοποριών που διεξάγουν τον αγώνα στη Λατινική Αμερική (και αλλού) σήμερα.

Ο επαναστατικός πόλεμος δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να θριαμβεύσει χωρίς μερικές συνθήκες αντικειμενικές και υποκειμενικές. Οι αντικειμενικές συνθήκες στη Λατινική Αμερική είναι τύπου συγκροτησιακού (η αθλιότητα των μαζών, η εκμετάλλευση η υπο-ανάπτυξη, οι παλιές κοινωνικές σχέσεις κλπ.) ή συνεπόμενου (οικονομικές κρίσεις, δικτατορικό καθεστώς, απουσία των νόμιμων δρόμων). Στο Ανταρτοπόλεμος, ο Τσέ παρουσιάζει τα δικτατορικά πολιτικά επακόλουθα σαν όρο Sine qua non (εκ των ών ούκ άνευ) για την ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα. «Οταν μια κυβέρνηση ανέλθει στην εξουσία με λαϊκή ετυμηγορία, νοθευμένη ή όχι, και κρατάει μια επιφάνεια τουλάχιστον συνταγματικής νομιμότητας, ο σπόρος του αντάρτικου δεν μπορεί να σκάσει, επειδή όλες οι δυνατότητες της νόμιμης πάλης δεν έχουν εξαντληθεί». (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, «Οι γενικές αρχές του Ανταρτοπολέμου», σελ. 40, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972). Αλλά στα κατοπινά του κείμενα πάει να δώσει ολιγότερη σημασία στη νόμιμη ή μή επιφάνεια του υπάρχοντος ολιγαρχικού καθεστώτος.

Οσο για τις υποκειμενικές συνθήκες, υπάρχουν βασικά δύο που είναι συμπληρωματικές και πού ενισχύονται κατά την πορεία της πάλης.

– Η συναίσθηση της ανάγκης της επαναστατικής αλλαγής του καθεστώτος.

– Η συναίσθηση της δυνατότητας αυτής της αλλαγής.

Η δύναμη της ολιγαρχίας βασίζεται (μεταξύ άλλων) ακριβώς στην απουσία αυτών των όρων: πάνω στην ιδεολογική αλλοτρίωση των λαϊκών μαζών (ή) στο φόβο τους της ένοπλης δύναμης του αστικού κράτους. Η πλάνη των αισιόδοξων ελπίδων αστραπιαίας νίκης, που κατείχε το εκστρατευτικό σώμα του Granma το Δεκέμβριο του 1956 εξεπήγαζε από την άγνοιά τους του ρόλου του δεύτερου υποκειμενικού όρου: ο κουβανέζικος λαός είχε συναίσθηση της ανάγκης αλλαγής, μα του έλειπε η βεβαιότητα των δυνατοτήτων του, να γίνει η αλλαγή. (σσ Πολιτικά Κείμενα: «Το Μαρξιστικό Λενινιστικό Κόμμα», τομ. Α΄, σελ. 203, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970, Επίσης Στρατιωτικά Κείμενα: «Η κατανόηση της ποικιλίας στις σχέσεις των δυνάμεων», σελ. 212, Εκδ. Καρανάση).

Αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι τα κόμματα και οι επαναστατικοί αρχηγοί οφείλουν να περιμένουν με σταυρωμένα χέρια την ωρίμανση και την ανάδυση αυτών των συνθηκών. Ενάντια προς μια παρόμοια νεο-καουτσκική παθητικότητα (συστατικό πλατιών τομέων της παραδοσιακής αριστεράς στη Λατινική Αμερική), εναντίον του αναβλητισμού των επαναστατών ή ψευτο-επαναστατών που δικαιολογούν την απροσεξία τους, ισχυριζόμενοι ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει κατά του κανονικού στρατού, χωρίς να υπολογίσουμε εκείνους που περιμένουν να βρούν συγκεντρωμένες κατά μηχανιστικό τρόπο όλες τις συνθήκες αντικειμενικές και υποκειμενικές, χωρίς να μεριμνήσουν για να τις επιταχύνουν», ο Τσέ επιμένει πάνω σε τούτα τα κεφαλαιώδη μαθήματα που δίδαξε η κουβανέζικη επανάσταση.

– Οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο κατά του στρατού.

– Δεν πρέπει να περιμένουμε να συγκεντρωθούν όλες οι συνθήκες για να αρχίσουμε την επανάσταση, η επαναστατική εστία μπορεί να συντελέσει στο να τις κάνει να ξεπηδήσουν. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 39, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972).

Με άλλα λόγια, με τη δράση του την πολιτικο-στρατιωτική, το αντάρτικο αφαιρεί το προσωπείο από την εξουσία (την υποχρεώνει να αποκαλύψει την γυμνότητα της βίαιης δικτατορίας της) και συγχρόνως καταδεικνύει τα τρωτά της την αδυναμία της, καθώς και την ατιμωρησία και το ακατανίκητο του αντάρτικου, φτιάχνει έτσι την επαναστατική συνείδηση και το μαχητικό ενθουσιασμό των λαϊκών μαζών και επιτρέπει το ξέσπασμα και την εμφύτευση του δεύτερου υποκειμενικού όρου: την πεποίθηση ότι η νίκη των καταπιεστών είναι δυνατή. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 214, Πολιτικά Κείμενα: «Ο Σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα», σελ. 173, Εκδ. Καρανάση).

Υστερα από όσα ειπώθηκαν, ο Τσέ δεν είναι καθόλου εθελοντάκιας και δηλώνει ρητά πώς δεν φτάνει μόνο η ώθηση της αντάρτικης εστίας, για να συγκεντρώσει όλες τις αναγκαίες για την επανάσταση. Για να φτιαχτεί και να σταθεροποιηθεί η πρώτη εστία, πρέπει μερικοί όροι οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί να έχουν ήδη προσφερθεί – όροι που πρέπει να καθοριστούν με μια συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης καταστάσεως. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. «Οι γενικές αρχές του ανταρτοπόλεμου», σελ. 40, Εκδ. Καρανάση 1972).

Η θέση του Τσέ είναι λοιπόν ακριβώς η θέση της μαρξιστικής διαλεκτικής που ξεπερνάει συγχρόνως το μηχανιστικό ματεριαλισμό («οι συνθήκες καθορίζουν το ιστορικό προτσές») και τον αφηρημένο ιδεαλισμό (πού διακηρύττει την παντοδυναμία της θέλησης): η πράξη της επαναστατικής πρωτοπορείας γεννιέται από τις δοσμένες συνθήκες και δημιουργεί νέες συνθήκες. Με το ρόλο αυτό στη συνείδηση των λαϊκών μαζών, το αντάρτικο λειτουργεί, σαν δρών καταλύτης, κείνο το μικρό εξωτερικό στοιχείο που εισερχόμενο σε ένα «ευνοϊκό περιβάλλον» προκαλεί την αποκρυστάλλωσή του και την πόλωση. Παίζει έτσι αποφασιστικό πολιτικό ρόλο, όχι μόνο στην περιοχή, που προσβάλλεται αμέσως από τις ενέργειές του, αλλά επί εθνικού επιπέδου (ή ηπειρωτικού) ολόκληρου. Αναπολώντας στο ημερολόγιό του της Βολιβίας την 13 Ιουνίου του 1967 τη σπασμωδική πολιτική της χώρας επακόλουθο των πρώτων νικών του αντάρτικου, ο Τσέ προσθέτει: «λίγες φορές είδαμε τόσο καθαρά την καταλυτική δύναμη του αντάρτικου» (σσ Ημερολόγιο Βολιβίας, σελ. 147-148, Εκδ. Καρανάση, 1970. Κοίταξε και την έκκληση του Σ.Ε.Α. (Στρατού Εθνικής Απελευθέρωσης) στους μεταλλωρείχους της Βολιβίας, όπου ο Τσέ γράφει ότι το αντάρτικο «θα γίνεται όλο και πιό δυνατό εις βάρος του εχθρικού στρατού, και θα χρησιμεύσει σαν δρών καταλύτης για την επαναστατική φλόγα των μαζών ωσότου δημιουργηθεί μια επαναστατική κατάσταση μέσα στην οποία η κρατική εξουσία θα καταρρεύσει με ένα και μόνο αποτελεσματικό χτύπημα, που θα καταφερθεί την κατάλληλη στιγμή». Εκλεκτά Εργα: σελ. 186, Εκδοση Ν. Υόρκης).

Χάρη στην επενέργειά του σαν καταλύτη και την πολιτικο-στρατιωτική του δραστηριότητα, το αντάρτικο μπορεί σιγά – σιγά να κερδίσει την υποστήριξη των χωρικών, για να γίνει τελικά, στα μάτια των λαϊκών μαζών της πόλης και της υπαίθρου, η ένοπλη έκφραση της ταξικής τους πάλης, και η συγκεκριμένη πολιτική εναλλαγή στην εγκατεστημένη εξουσία. Για να γίνει καταληπτό αυτό το προτσές, πρέπει να εξεταστεί από κοντά η συγκρότηση των δεσμών που συνδέουν το αντάρτικο με το λαό, και πρώτα απ΄ όλα στην ύπαιθρο.

Πηγή: Πολιτικό Καφενείο, Ιούνιος 2003, «Αφιέρωμα στον Τσε Γκεβάρα».

Προς τη νεολαία της Λατινικής Αμερικής

Πολλοί από σας, με διάφορες πολιτικές τάσεις θ’ αναρωτηθούν σήμερα όπως αναρωτήθηκαν χθες κι όπως ίσως θ’ αναρωτηθούν κι αύριο, τι είναι η κουβανέζικη επανάσταση, ποια είναι η ιδεολογία της; Κι αμέσως θα προκύψει η ερώτηση που εχθροί και φίλοι κάνουν πάντα σ’ αυτή την περίπτωση. «Είναι κομμουνιστική η κουβανέζικη Επανάσταση;». Άλλοι θ’ απαντήσουν με ελπίδα ναι, ή ότι βρίσκεται σ’ αυτό το δρόμο κι άλλοι, απογοητευμένοι ίσως θα σκεφτούν το ναι και θα υπάρξουν και κείνοι που απογοητευμένοι σκέφτονται το όχι, όπως όχι ελπίζουν και κάποιοι άλλοι. Αν με ρωτούσαν εμένα, αν αυτή η Επανάσταση που έχετε μπροστά στα μάτια σας είναι μια επανάσταση κομμουνιστική, αφού θα καθόριζα ακριβώς τι είναι κομμουνισμός αγνοώντας τις κατηγόριες που εξύφανε ο ιμπεριαλισμός και οι αποικιοκρατικές δυνάμεις που τα ανακατεύουν όλα, θα κατέληγα να πω πως αυτή η Επανάσταση, στην περίπτωση που θα θεωρηθεί μαρξιστική —και ακούστε καλά πως λέω μαρξιστική θα είναι, γιατί ανακαλύψαμε εμείς καθώς κι’ αυτή με τις δικές της μεθόδους τους δρόμους που υπέδειξε ο Μαρξ.

Μια από τις μεγάλες προσωπικότητες της Σοβιετικής Ένωσης, ο αντιπρόεδρος υπουργός Μικόγιαν, πιστός μαρξιστής, αναγνώρισε πρόσφατα, ευχόμενος επιτυχία στην κουβανέζικη Επανάσταση ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο που ο Μαρξ δεν πρόβλεψε. Και βεβαίωνε πως η ζωή διδάσκει πολύ περισσότερα από το σοφότερο βιβλίο και από τον πιο βαθύ στοχαστή. Αυτή η κουβανέζικη επανάσταση χωρίς να προσηλωθεί σε συνθήματα και αγνοώντας τα όσα λεγόντουσαν γι’ αυτήν, φροντίζοντας όμως συνεχώς για κείνο που ο λαός της περίμενε απ’ αυτήν, προχώρησε μπροστά για να διαπιστώσει ξαφνικά, πως όχι μόνο είχε συντελέσει στην ευτυχία του λαού της (ή ότι πλησίαζε συνεχώς στην πραγματοποίηση της). Αλλά ότι επί πλέον ήταν στραμμένα επάνω σ’ αυτό το νησί τα περίεργα βλέμματα έχθρων και φίλων, βλέμματα γεμάτα ελπίδες από μια ολόκληρη ήπειρο καθώς και τα λυσσασμένα βλέμματα του βασιλιά των μονοπωλίων.

Αλλά ολ’ αυτά δεν έγιναν από τη μια μέρα στην άλλη. Επιτρέψετε μου να σας μιλήσω λίγο για την πείρα μου που μπορεί να γίνει πολύ χρήσιμη σε λαούς που ζουν σε παρόμοιες συνθήκες, για να έχετε μια δυναμική ιδέα του τρόπου με τον οποίο γεννήθηκε η σημερινή επαναστατική ιδέα. Στην πραγματικότητα η σημερινή κουβανέζικη Επανάσταση δεν είναι η κουβανέζικη Επανάσταση του χθες, ακόμα και η μετά τη νίκη. Ανάμεσα σε κείνους τους ογδόντα δυο νέους που διέσχιζαν μ’ ένα καράβι που έκανε νερά, την άγρια θάλασσα του κόλπου του Μεξικού για να διεκπεραιωθεί στις ακτές της Σιέρρα Μαέστρα και τους σημερινούς εκπρόσωπους της Κούβας, η απόσταση δεν μετριέται με χρόνια, τουλάχιστον με τον καθιερωμένο τρόπο, με μέρες είκοσι τεσσάρων ωρών και ώρες εξήντα λεπτών. Όλα τα μέλη της κουβανέζικης Κυβέρνησης ήταν νέα, τόσο στην ηλικία όσο και στον ενθουσιώδη χαρακτήρα. Αλλά ωρίμασαν στο υπέροχο πανεπιστήμιο της πείρας και από τη ζωντανή επαφή με το λαό, τις ανάγκες και τις ελπίδες του. Είχαμε όλοι ονειρευτεί να φτάσουμε μια μέρα στη Κούβα και να πάρουμε την εξουσία ανάμεσα σε κραυγές και ηρωισμούς, λόγους και διαδηλώσεις διώχνοντας τον δικτάτορα Μπατίστα. Η ιστορία μας έμαθε πως ήταν που δύσκολο να νικήσεις μια ολόκληρη κυβέρνηση που είχε την υποστήριξη ενός στρατού δολοφόνων που συνεργάζονταν με αυτή τη κυβέρνηση που και αυτός με τη σειρά του στηριζόταν στη μεγαλύτερη αποικιακή δύναμη όλης της γης.

Έτσι άλλαξαν σιγά σιγά, όλες μας οι γνώμες. Μάθαμε, εμείς, παιδιά των πόλεων να σεβόμαστε τον χωρικό, το αίσθημα της ανεξαρτησίας του και την εντιμότητα του. Μάθαμε να αναγνωρίζουμε τις εκατόχρονες ελπίδες του για τη γη που του είχαν αρπάξει και εκτιμήσαμε την πείρα του για τα χιλιάδες μονοπάτια του βουνού. Από μέρος τους και οι χωρικοί διδάχτηκαν από μας τι αξίζει ένας άνθρωπος με ένα τουφέκι στα χέρια και ότι αυτό το τουφέκι είναι έτοιμο να τραβήξει πάνω σε κάποιον, όποιος κι αν είναι ο αριθμός των τουφεκιών που τον συνοδεύουν. Οι χωρικοί μας διδάξαν τη σοφία τους και εμείς τους διδάξαμε την ιδέα μας για την επανάσταση. Από τότε και για πάντα οι χωρικοί της Κούβας και οι αντάρτικες δυνάμεις της Κούβας, μαζί και η σημερινή επαναστατική κουβανέζικη κυβέρνηση είναι ενωμένοι σε έναν άνθρωπο.

Η Επανάσταση λοιπόν προόδεψε: διώξαμε τις συμμορίες της δικτατορίας από τις απόκρημνες πλάγιες της Σιέρρα Μαέστρα κι ύστερα χρειάστηκε να συγκρουστούμε με μια άλλη κουβανέζικη πραγματικότητα: τον εργάτη, τον εργαζόμενο, είτε για εργάτη γεωργό επρόκειτο ή για εργάτη των βιομηχανικών κέντρων. Κι απ’ αυτόν κάτι μάθαμε αλλά του μάθαμε επίσης πως έρχεται μια στιγμή που μια τουφεκιά με σωστό στόχο είναι πολύ πιο δυνατή και πιο αποτελεσματική από την πιο δυνατή και την πιο αποτελεσματική ειρηνική διαμαρτυρία. Μάθαμε την άξια της οργάνωσης αλλά διδάξαμε την άξια της επανάστασης κι απ’ αυτό τον συνδυασμό γεννήθηκε η οργανωμένη ανταρσία σ’ όλη τη γη της Κούβας.

Πέρασε καιρός και ήδη αρκετοί νεκροί, άλλοι πολεμιστές κι άλλοι αθώοι χάραζαν το δρόμο μας προς τη νίκη. Οι αποικιοκρατικές δυνάμεις άρχισαν να αντιλαμβάνονται πως στα υψώματα της Σιέρρα Μαέστρα βρισκόταν πολύ περισσότεροι από μια ομάδα τυχοδιώκτες, κάτι παραπάνω από μια ομάδα φιλοδοξών που απόβλεπε να καταλάβει την εξουσία. Τότε πρόσφεραν γενναιόδωρα στη δικτατορία τις μπόμπες τους, τις σφαίρες τους, τα αεροπλάνα και τα τανκ τους. Και με τέτοια εμπροσθοφυλακή φιλοδόξησαν να αναρριχηθούν ξανά και για τελευταία φορά τη Σιέρρα Μαέστρα.

Ο καιρός έχει περάσει και τα αντάρτικα στρατεύματα μας είχαν φύγει με τον προορισμό να κατακτήσουν άλλες περιοχές της Κούβας. Το Δεύτερο Ανατολικό Μέτωπο «Φρανκ Παίς», είχε ήδη οργανωθεί υπό την διοίκηση του κυβερνήτη Κάστρο. Παρ’ όλα αυτά, παρ’ όλη τη δύναμη που εξασκούσαμε στην Κοινή Γνώμη, παρ’ όλο που ο διεθνής τύπος μας αφιέρωνε καθημερινά τις γραμμές του, η κουβανέζικη Επανάσταση διέθετε διακόσα τουφεκιά. Όχι διακόσιους άντρες, μα διακόσια τουφεκιά για να κάνουμε την άμυνα μας ενάντια στο καθεστώς που έριχνε απάνω μας δέκα χιλιάδες στρατιώτες και κάθε είδος όπλα θανάτου. Η ιστορία του καθενός απ’ αυτά τα διακόσα όπλα ήταν μια ιστορία θυσιών και αίματος, γιατί ήταν ιμπεριαλιστικά τουφέκια που το αίμα και η αποφασιστικότητα των μαρτύρων μας είχαν τιμήσει και μεταβάλει σε τουφέκια του λαού. Έτσι εξελίχθηκε το τελευταίο στάδιο της μεγάλης επίθεσης του στρατού, αυτήν που ονόμασαν «περικύκλωση και εξολόθρευση».

Φοιτητές όλης της Αμερικής, για όλους αυτούς τους λόγους, εάν κάνουμε εδώ κάτι που λέγεται μαρξισμός, το κάνουμε γιατί το ανακαλύψαμε μέσα εδώ. Όταν τρέψαμε σε φυγή το στρατό της δικτατορίας και αφού του προξενήσαμε απώλειες χιλίων ανδρών, το πενταπλάσιο δηλαδή, από τις δικές μας μαχόμενες δυνάμεις και κυριέψαμε και εξακόσια όπλα, μας έπεσε τυχαία στα χέρια μια μπροσούρα του Μάο Τσε Τουγκ. Μέσα σ’ αυτή τη μπροσούρα, που αφορούσε κατά σύμπτωση προβλήματα στρατηγικής του ανταρτοπόλεμου στην Κίνα, περιγράφονταν επίσης και οι μάχες του Τσανγκ Κάι Σεκ εναντίον των λαϊκών δυνάμεων, που ο δικτάτορας αποκαλούσε όπως και εδώ «εκστρατείες κύκλωσης κι εξολόθρευσης». Δεν επαναλαμβάνονταν μόνο τα ονόματα με τα οποία βάφτιζαν τις εκστρατείες τους οι δυο δικτάτορες στα δυο άκρα του κόσμου, αλλά επαναλαμβανόταν επίσης και ο τύπος της εκστρατείας που οι δυο αυτοί δικτάτορες επιχειρούσαν προκείμενου να καταστρέψουν τις λεκές δυνάμεις. Όσο για τις λεκές δυνάμεις αυτές, χωρίς να έχουν ιδέα για τα κείμενα τα γραμμένα σχετικά με την στρατηγική και την τακτική του ανταρτοπόλεμου επανέλαβαν όλα όσα εκθειάζανε στην άλλη άκρη του κόσμου. Πράγματι, συμβαίνει να εκθέτει κάποιος την πείρα του και να επωφελείται οποιοσδήποτε απ’ αυτήν αλλά μπορεί να δημιουργηθεί και μόνη της, χωρίς η προηγούμενη πείρα να της είναι αναγκαστικά γνωστή.

Δεν γνωρίζαμε τις εμπειρίες του κινέζικου στρατού από τα είκοσι χρόνια που αγωνίστηκε στη χώρα του, αλλά ξέραμε τη χώρα μας, εδώ, γνωρίζαμε τον εχθρό μας και χρησιμοποιήσαμε κάτι που όλοι οι άνθρωποι φέρουν στους ώμους τους και που είναι πολύ πολύτιμο όταν ξέρουν να το χρησιμοποιήσουν: για να πολεμήσουμε τον εχθρό χρησιμοποιήσαμε το κεφάλι μας. Και μ’ αυτό τον τρέψαμε σε φυγή. Ακολούθησε μετά η πορεία δυτικά, η καταστροφή των μέσων επικοινωνίας και η μεγαλοπρεπής κατάρρευση της δικτατορίας που κανείς δεν περίμενε. Κι έπειτα ήρθε η 1η του Γενάρη. Και η Επανάσταση για μια ακόμη φορά, χωρίς να σκεφτεί όσα είχε διαβάσει, έμαθε από το στόμα του λαού εκείνο που όφειλε να κάμει: αποφάσισε, πριν απ’ όλα, να τιμωρήσει τους ενόχους και τους τιμώρησε.

Αμέσως οι αποικιοκρατικές δυνάμεις σκηνοθέτησαν αυτό το επεισόδιο της τιμωρίας σε έγκλημα και προσπάθησαν αμέσως να σπείρουν τη διχόνοια, αυτό πάντα επιχειρούν να κάνουν οι ιμπεριαλιστές: «Υπήρχαν εδώ δολοφόνοι κομμουνιστές που σκότωναν, ενώ υπήρχε κι ένας αθώος πατριώτης, ονομαζόμενος Φιντέλ Κάστρο, που δεν είχε καμία σχέση μαζί τους και που μπορούσε να σωθεί». Προσπάθησαν ακόμη να διχάσουν τους ανθρώπους που είχαν αγωνιστεί για ένα κοινό σκοπό, με ευτελή προσχήματα και επιχειρήματα. Για ένα διάστημα νόμισαν πως θα πετύχαιναν. Αλλά κάποτε αντιλήφτηκαν πως ο νόμος της Μεταρρυθμίσεις ήταν πολύ αυστηρότερος και πολύ βαθύτερος απ’ όσο είχαν διατάξει οι εμπνευσμένοι σύμβουλοι της Κυβέρνησης (βρίσκονται όλοι τους τώρα στο Μαϊάμι, ή αλλού στις Ηνωμένες Πολιτείες) ο Ρεπεν Ριβερι ή ο Νταριά ντε λα Μαρίνα ή Μεντράνο υπήρχε μάλιστα στην κυβέρνηση μας ένας πρωθυπουργός που συνιστούσε πολλή μετριοπάθεια γιατί «σε κάτι τέτοια πράγματα πρέπει να φέρεσαι με πολλή μετριοπάθεια».

Η «μετριοπάθεια» είναι μια ακόμη από τις λέξεις που οι πράκτορες των αποικιοκρατών συνηθίζουν πολύ να χρησιμοποιούν: όλοι όσοι φοβούνται είναι μετριοπαθείς ή όλοι όσοι σκέπτονται μ’ έναν οποιονδήποτε τρόπο να προδώσουν. Ο λαός, αυτός, δεν είναι καθόλου μετριοπαθής. Συμβούλευαν να διανέμουν τα ζιζάνια που φυτρώνουν στα χωράφια μας και που οι χωρικοί μας δεν είχαν παρά να ξεριζώσουν. Οι χωρικοί μπορούσαν ακόμη να εγκαταστουν στους βάλτους ή και να επωφεληθούν από κανένα κομμάτι κρατικής γης που θα ’χε ξεφύγει από την αρπακτικότητα των λατιφουντιστών.  Αλλά ν’ αγγίξεις στη γη των λατιφουντιστων αυτό ήταν ένα αμάρτημα που το θεωρούσαν αδιανόητο. Και όμως αυτό έγινε. Θυμάμαι μια κουβέντα που έκανα εκείνη την εποχή με έναν κύριο που μου έλεγε πως δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα με την επαναστατική Κυβέρνηση, γιατί δεν είχε στην κατοχή του παρά 900 καμπαλλερίες. Εννιακόσιες καμπαλλερίες αντιπροσωπεύουν πάνω από χίλια εκτάρια. Και φυσικά αυτός ο κύριος είχε προβλήματα με την Επαναστατική Κυβέρνηση. Οι εκτάσεις του κατασχέθηκαν και διανεμήθηκαν σε μικρά τμήματα σε αγρότες. Επί πλέον δημιουργήθηκαν κοοπερατίβες σε εκτάσεις γης που ο αγρότης – εργάτης είχε συνηθίσει να εργάζεται σε κοινόβια με μισθό.

Εδώ παρουσιάζεται και μια από τις ιδιομορφίες που πρέπει να μελετηθεί σχετικά με την κουβανέζικη επανάσταση: αυτή η επανάσταση έφερε την Αγροτική της Μεταρρύθμιση, για πρώτη φορά στην Αμερική, σε σύγκρουση με κοινωνικά προβλήματα ιδιοκτησίας που δεν ήσαν φεουδαρχικά. Υπήρχαν αρκετά φεουδαρχικά ίχνη στα καπνά και στον καφέ. Και αυτές οι καλλιέργειες δόθηκαν σε μικρούς ατομικούς καλλιεργητές που ζούσαν χρόνια σ’ αυτό το κομμάτι της γης και που ήθελαν να ’χουν μια γη δική τους. Αλλά το ζαχαροκάλαμο, το ρύζι, ακόμα και η κτηνοτροφία τα διαχειρίζονται από κοινού οι εργάτες, που εργάζονται από κοινού και κατέχουν από κοινού όλα αυτά τα εδάφη. Αυτός είναι ο τρόπος διαχείρισης αυτών των προϊόντων στην Κούβα. Οι αγρότες στην περίπτωση αυτή δεν κατέχουν μια λουρίδα γης, μα σύνολο μεγάλων εκτάσεων που λέγεται κοοπερατίβα. Αυτά τα μέτρα συντελέσανε πολύ στην γρήγορη εξέλιξη της αγροτικής μας μεταρρύθμισης. Καθένας από σας πρέπει να καταλάβει σαν μια αναμφισβήτητη αλήθεια ότι καμία επαναστατική κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρηθεί εδώ στην Αμερική επαναστατική κυβέρνηση, αν δεν εφαρμόσει, σαν πρώτο της μέτρο, την αγροτική μεταρρύθμιση. Η κυβέρνηση επίσης που θα ισχυριστεί πως θα κάνει μια περιορισμένη αγροτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να ονομαστεί επαναστατική. Επαναστατική κυβέρνηση είναι κείνη που κάνει μια αγροτική μεταρρύθμιση τροποποιώντας το σύστημα της ιδιοκτησίας της γης, όχι μονάχα με το να παραχωρήσει στον χωρικό το πλεόνασμα της γης αλλά με το να του δώσει ακριβώς εκείνη που δεν πλεονάζει, αυτήν που έχουν στα χέρια τους οι λατιφουντιστες, την καλύτερη την πιο αποδοτική και που εξάλλου την έχουν κλέψει στο παρελθόν από τους χωρικούς.

Αυτό θα πει αγροτική μεταρρύθμιση κι από κει πρέπει να αρχίσουν όλες οι επαναστατικές κυβερνήσεις. Με βάση την αγροτική μεταρρύθμιση θα δοθεί και η μάχη της βιομηχανοποίησης της χώρας, που είναι λιγότερο απλή. Εκεί πρέπει ν’ αγωνιστούμε εναντίον πολύπλοκων φαινομένων και θα είχαμε εύκολα ναυαγήσει, αν δεν υπήρχαν στον κόσμο πολύ μεγάλες φιλικές δυνάμεις μικρών χωρών. Χώρες σαν την Κούβα αυτή τη στιγμή, χώρες επαναστατικές και καθόλου μετριοπαθείς μπορεί ν’ αναρωτηθούν αν η Σοβιετική Ένωση και η Λαϊκή Κίνα είναι φίλες της. Στην ερώτηση αυτήν δεν πρέπει ν’ απαντήσουμε χλιαρά, αλλά να βεβαιώσουμε με όλη μας τη δύναμη ότι η Σοβιετική Ένωση, η Κίνα και όλες οι σοσιαλιστικές χώρες, καθώς και όλες οι αποικίες ή ημιαποικιες που έχουν απελευθερωθεί είναι φίλες μας. Σ’ αυτή τη φιλία επάνω μπορεί να θεμελιωθεί η πραγματοποίηση μιας αμερικανικής επανάστασης. Στην πραγματικότητα θα ’χαν χρειαστεί τεράστιες δυνάμεις κι απέραντη αφοσίωση του λαού μας για ν’ αντέξουμε αν η Σοβιετική Ένωση δεν είχε βρεθεί αυτή την ώρα για να μας δώσει πετρέλαιο και ν’ αγοράσει ζάχαρη. Οι δυνάμεις του διχασμού θα ’χαν βρει την ευκαιρία να δουλέψουν ενισχυμένες από το αποτέλεσμα που θα είχε το χτύπημα στο επίπεδο της ζωής ολόκληρου του κουβανέζικου λαού, παράλληλα με τα μέτρα της «βόρειο-αμερικανικής δημοκρατίας». Μερικές κυβερνήσεις της Αμερικής μας συμβουλεύουν ακόμη να γλείφουμε το χέρι εκείνου που θέλει να μας χτυπήσει και να φτύνουμε τα πρόσωπα εκείνων που θέλουν να μας υπερασπιστούν. Απαντούμε σ’ αυτούς που συνιστούν την ταπείνωση στον 20ο αιώνα, πρώτα ότι η Κούβα δεν ταπεινώνεται μπροστά σε κανέναν και επί πλέον η Κούβα, που γνωρίζει από πείρα τις αδυναμίες αυτών των καθεστώτων, δεν καταδέχτηκε ποτε να συμβουλέψει αυτές τις χώρες να τουφεκίσουν όλους τους προδότες τους και να εθνικοποιήσουν όλα τους τα μονοπώλια.

Ο λαός της Κούβας τουφέκισε τους δολοφόνους του και διέλυσε το δικτατορικό στρατό, αλλά δεν πήγε να πει σε καμία κυβέρνηση της Αμερικής να την μιμηθεί. Και όμως η Κούβα ξέρει πως υπάρχουν δολοφόνοι σ’ όλες αυτές τις χώρες. Για να μη μιλήσουμε για τους σμπίρους που επιζήσανε από την παλιά δικτατορία και που δολοφόνησαν σε μια φιλική χώρα Κουβανούς, μέλη του κινήματος μας…

Δεν ζητήσαμε την εκτέλεση του δολοφόνου των αγωνιστών μας κι όμως εδώ θα τον είχαμε εκτελέσει… Θέλουμε να μην μας επαναλάβουν ποτε πως πρέπει να συμμαχήσουμε με τον μεγάλο μας εκμεταλλευτή, γιατί πρόκειται για το πιο δειλό και το πιο εξευτελιστικό ψέμα που μπορεί να πει μια κυβέρνηση της Αμερικής. Εμείς που κάνουμε την κουβανέζικη Επανάσταση, που είμαστε σύσσωμος ο κουβανέζικος λαός, λέμε τους φίλους μας και τους εχθρούς μας εχθρούς μας. Εμείς ο λαός της Κούβας δεν εξηγούμε σε κανένα λαό της γης τι πρέπει να κάνει με το Διεθνές Νομισματικό Κεφάλαιο, π.χ. και δεν ανεχόμαστε να έρχονται να μας δίνουν συμβουλές.

Ξέρουμε τι πρέπει να γίνει. Αν θέλουν να το κάνουν τόσο το καλύτερο. Αν δεν θέλουν, δικαίωμα τους. Αλλά δεν ανεχόμαστε συμβουλές, γιατί είμαστε μόνοι εδώ ως την τελευταία στιγμή. Περιμέναμε όρθιοι την άμεση επίθεση της πιο ισχυρής καπιταλιστικής δύναμης του κόσμου και δεν ζητήσαμε τη βοήθεια κανενός. Και είμαστε έτοιμοι, εμείς και ο λαός μας να υποστούμε ως το τέλος τις συνέπειες της ανταρσίας μας.

Γι’ αυτό το λόγο μπορούμε να μιλήσουμε με το μέτωπο ψηλά και τη φωνή καθαρή σ’ όλα τα Συνέδρια κι όλα τα Συμβούλια όπου συγκεντρώνονται τα αδέλφια μας από τον κόσμο. Όταν η Κουβανέζικη Επανάσταση εκφράζει την αλήθεια των γιων της γης της και την εκφράζει πάντα κατά πρόσωπο στους φίλους της ή εχθρούς της. Δεν κρύβεται Ποτε για να πετάξει μια πέτρα και δεν δίνει Ποτε συμβουλές που κρύβουν μια γροθιά κρυμμένη στο βελούδο. Μας επιτίθενται πολύ γι’ αυτό που είμαστε αλλά μας επιτίθενται ακόμη περισσότερο, γιατί δείχνουμε στον καθένα από τους λαούς της Αμερικής αυτό που μπορεί να γίνει. Και αυτό ενδιαφέρει πολύ περισσότερο τον ιμπεριαλισμό παρά τα μεταλλεία του νίκελ ή τα κέντρα ζάχαρης της Κούβας, το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, το μπαμπάκι του Μεξικού, το χαλκό της Χιλής, την κτηνοτροφία της Αργεντινής ή τον καφέ της Βραζιλίας. Κι όμως το σύνολο αυτών των πρώτων υλών που τρέφουν τα μονοπώλια είναι πολύ σημαντικά για τον ιμπεριαλισμό. Οι ιμπεριαλιστές βάζουν επίσης εμπόδια στο δρόμο μας κάθε φορά που μπορούν. Κι όταν δεν μπορούν να το κάνουν απ’ ευθείας, υπάρχουν δυστυχώς στην Αμερική εκείνοι που προσφέρονται γι’ αυτό. Τα ονόματα τους δεν ενδιαφέρουν. Κανείς δεν είναι ένοχος. Δεν μπορούμε να πούμε εδώ ότι ο Πρόεδρος Μπετανκουρ είναι ένοχος του θανάτου του συμπατριώτη μας. Είναι απλά αιχμάλωτος ενός καθεστώτος που λέγεται δημοκρατικό. Αυτό το δημοκρατικό καθεστώς που θα μπορούσε να είναι ένα άλλο παράδειγμα για την Αμερική έκαμε το μεγάλο σφάλμα να μην χρησιμοποιήσει έγκαιρα το δικαίωμα των εκτελέσεων. Σήμερα η δημοκρατική κυβέρνηση της Βενεζουέλας είναι αιχμάλωτος των παλιών σμπίρων, όπως είναι και το μεγαλύτερο μέρος της Αμερικής, κι όπως συνέβαινε άλλοτε και στην Κούβα.

Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τον Πρόεδρο Μπετανκούρ υπεύθυνο ενός εγκλήματος. Το μόνο που μπορούμε να πούμε εδώ, στηριζόμενοι στην ιστορία μας των επαναστατών και στην επαναστατική μας πίστη είναι πως την ημέρα που ο Πρόεδρος Μπετανκούρ εκλεγμένος από το λαό του θα αισθανθεί αιχμάλωτος σε τέτοιο σημείο, ώστε να μην μπορεί να προχωρήσει, και θα ζητήσει τη βοήθεια ενός λαού αδελφού, η Κούβα θα είναι παρούσα για να διδάξει στη Βενεζουέλα μια από τις εμπειρίες της σε επαναστατικό έδαφος. Ο πρόεδρος Μπετανκούρ πρέπει να γνωρίζει πως δεν είναι βέβαια ο διπλωματικός μας εκπρόσωπος που προκάλεσε το σκάνδαλο που κατέληξε μ’ ένα θάνατο. Είναι δουλειά αυτών των Βόρειο-αμερικανών στην άλλη άκρη ή της βόρειο-αμερικανικής κυβέρνησης. Λίγο πλησιέστερα είναι οι παρτιζάνοι του Μπατίστα κι ακόμη πιο κοντά όλοι εκείνοι που αποτελούσαν τη ρεζέρβα της βόρειο-αμερικανικής κυβέρνησης σ’ αυτή τη χώρα και που μεταμφιέζονταν σε εχθρούς του Μπατίστα. Εκείνοι που ήθελαν να διώξουν τον Μπατίστα και να διατηρήσουν το σύστημα: οι Μιρο, οι Κεβέντο, οι Ντιάζ Λάντζ, οι Χούμπερτ Ματός… Και προφανώς οι αντιδραστικές δυνάμεις που δρουν στη Βενεζουέλα. Είναι θλιβερό που το λέμε, αλλά η κυβέρνηση της Βενεζουέλας είναι καταδικασμένη να τσακιστεί από τον ίδιο της το στρατό, όπως συνέβη πρόσφατα με ένα παγιδευμένο αμάξι. Για την ώρα ο πρόεδρος της Βενεζουέλας είναι φυλακισμένος από τις καταπιεστικές του δυνάμεις.

Μας στοιχίζει γιατί η Βενεζουέλα πρόσφερε στον λαό της Κούβας την απόλυτη αλληλεγγύη της και τεραστία βοήθεια όταν ήμασταν στη Σιέρα Μαέστρα. Λυπούμαστε γιατί η Βενεζουέλα είχε πετύχει να ελευθερωθεί πολύ ενωρίτερα από μας, από το πλέον θρασύ καταπιεστικό σύστημα που εκπροσωπούσε ο Περέζ Χιμένεθ. Και λυπούμαστε ακόμα βαθιά γιατί η Βενεζουέλα δέχτηκε την αντιπροσωπεία μας με εκδηλώσεις μεγάλης φιλίας, όταν την επισκέφτηκε ο Φιντέλ Κάστρο στην αρχή, κι ο Πρόεδρος μας Ντορτικος μετά. Ένας λαός που κατάκτησε την υψηλή πολιτική συνείδηση και την μεγάλη αγωνιστική πίστη, σαν το λαό της Βενεζουέλας, δεν γίνεται να μείνει για πολύ αιχμάλωτος σε μερικές μπαγιονέτες ή και σε λίγες σφαίρες: σφαίρες και μπαγιονέτες μπορούν ν’ αλλάξουν χέρια κι οι δολοφόνοι να μεταβληθούν σε θύματα.

Δεν είναι ο ρόλος μου εδώ ν’ απαριθμήσω τα καθεστώτα, ούτε τα άθλια χτυπήματα που μας έδωσαν, ούτε και να ρίξω λάδι στη φωτιά της ανταρσίας. Δεν είναι ο ρόλος μου κατ’ αρχήν, γιατί η Κούβα δεν είναι ακόμα εκτός κινδύνου, αλλά και γιατί εξακολουθεί να παραμένει ο στόχος των ιμπεριαλιστών σ’ αυτή τη γωνία του κόσμου. Κι επί πλέον γιατί έχει ανάγκη από την αλληλεγγύη όλων μας. Είναι σίγουρο πως οι αποικιοκράτες τρόμαξαν, κι αυτοί επίσης, όπως κι όλοι φοβούνται τις μπόμπες και τα βλήματα. Διαπίστωσαν για πρώτη φορά πως οι καταστρεπτικές μπόμπες μπορούν να πέσουν στις φαρμες και στα παιδιά τους και σ’ όλα όσα έφτιαξαν με τόση αγάπη. Άρχισαν να κάνουν υπολογισμούς με τις ηλεκτρονικές τους μηχανές και είδαν πως το σύστημα δεν ήταν καλό. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως εγκαταλείψανε την ιδέα να εξαφανίσουν την κουβανέζικη δημοκρατία. Θα ξαναρχίσουν δραστήριους υπολογισμούς για να βρουν την καλύτερη μέθοδο απ’ όσες διαθέτουν, για να επιτεθούν ενάντια στην Κουβανέζικη Επανάσταση. Έχουν την μέθοδο Ιντιγκορας, την μέθοδο Νικαράγουα, την μέθοδο Αϊτής. Για την ώρα έχουν εγκαταλείψει την μέθοδο του Αγίου Δομίνικου, έχουν όμως εκείνη των μισθοφόρων της Φλωριδας, την μέθοδο Ο.Ε.Α. Διαθέτουν πολλές μέθοδες και πολλή δύναμη για να τις τελειοποιήσουν.

Ο πρόεδρος Αρμπεντζ και ο λαός του έκαναν το πείραμα. Δυστυχώς για τη Γουατεμάλα διέθετε ένα στρατό παλιού συστήματος και δεν είχε αντιληφτεί αρκετά πως η αλληλεγγύη των λαών μπορεί να ανατρέψει οποιαδήποτε επίθεση. Αυτή η αλληλεγγύη, που παραμερίζει όλες τις πολιτικές διχονοιες για να αμυνθει, υπήρξε μια από τις μεγάλες δυνάμεις στην δεδομένη στιγμή για την Κουβανέζικη Επανάσταση. Τολμω να πω, πως είναι καθήκον για την νεολαια της Αμερικής να μελετησει βαθιά αυτό που συμβαίνει εδώ γιατί είναι κάτι το τελείως καινούργιο. Δεν θέλω να σας πω ποια είναι τα καλά του, θα τα δείτε μόνοι σας.

Πως υπάρχουν πολλά άσκημα… το ξέρω. Ότι μας χρειάζεται πολύ η οργάνωση εδώ, το ξέρω. Και το ξέρετε ασφαλώς όλοι όσοι έχετε περάσει από τη Σιέρρα. Πως υπάρχει ακόμη «φιλανταρτισμος», το ξέρω. Ξέρω πως έχουμε τεραστία έλλειψη τεχνικών σε σχέση με τις ανάγκες μας. Ξέρω ότι ο στρατός μας δεν κατάκτησε ακόμα το επίπεδο της αναγκαίας ωριμότητας και πως οι εθνοφρουροί δεν είναι ακόμα επαρκώς συντονισμένοι για να συγκροτηθούν σε στρατό. Αλλά αυτό που ξέρω, αυτό που θέλω να ξέρετε όλοι σας, είναι ότι αυτή η Επανάσταση έγινε υπολογίζοντας πάντα στην από κοινού επιθυμία του κουβανέζικου λαού και πως ο κάθε χωρικός, ο κάθε εργάτης δεν χειρίζεται ίσως καλά το τουφέκι, αλλά ασκείται καθημερινά για να μάθει να το χειρίζεται τελειότερα, προκείμενου να υπερασπιστεί την Επανάσταση του. Κι αν δεν μπορεί για την ώρα να καταλάβει τον πολυσύνθετο μηχανισμό της λειτουργίας μιας μηχανής, που ο τεχνίτης της έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες, μελετά καθημερινά για να τον μάθει και για να δουλεύει καλύτερα το εργοστάσιο του. Και ο χωρικός θα μελετήσει το τρακτέρ του για να λύσει τις τεχνικές του δυσκολίες και να πετύχει καλύτερη παραγωγή στα χωράφια της κοοπερατίβας του. Όλοι οι Κουβανοί, των πόλεων και της υπαίθρου, ενωμένοι με μια αδελφική πνοή, προχωρούν στο μέλλον, ενωμένοι κάτω από μια κοινή σκέψη, κατευθυνόμενοι από έναν αρχηγό που τους εμπνέει απόλυτη εμπιστοσύνη, γιατί απόδειξε σε χίλιες μάχες και χίλιες ευκαιρίες το αίσθημα της θυσίας, της δύναμης και της διαύγειας της σκέψης του.

Ο λαός που έχετε σήμερα μπροστά σας, σας δηλώνει πως, ακόμα κι αν έπρεπε να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης, ακόμα κι αν εξ αιτίας του επρόκειτο να εκραγεί ένας ατομικός πόλεμος του οποίου θα αποτελούσε τον πρώτο στόχο, ακόμα κι αν αυτό το νησί κι οι κάτοικοι του εξαφανίζονταν οριστικά, αυτός ο λαός θα εθεωρείτο απόλυτα ευτυχής και θα πίστευε πως είχε ανταμειφτεί, αν ο καθένας από σας επιστρέφοντας θα μπορούσε να πει:

Να μας. Το πετρέλαιο φτάνει ως εμάς υγρό από τα κουβανέζικα δάση. Ανεβήκαμε στη Σιέρρα Μαέστρο και γνωρίσαμε την αυγή. Το μυαλό και τα χέρια μας είναι γεμάτα από τους σπόρους της αυγής κι είμαστε έτοιμοι να τους σπείρουμε σ’ αυτήν εδώ τη γη και να την υπερασπιστούμε για να φέρει τους καρπούς της. Και απ’ όλες τις αδελφές χώρες της Αμερικής, της γης μας, αν έχει μείνει ακόμη το παράδειγμα, η φωνή των λαών θ’ απαντήσει από τώρα κι έπειτα και για πάντα: «Αμήν! Έτσι να κατακτηθεί η λευτεριά σε κάθε πατουσια της Αμερικής».

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, 28 Ιουλίου 1960.

Πηγή: «Κείμενα», Σύγχρονη Εποχή 1988.
Μετάφραση: Χρ. Πάντζου.

Ο Σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα (Μέρος Δεύτερο)

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Η εργασία πρέπει να αποκτήσει έναν καινούριο χαρακτήρα

Για να ξανακατακτήσει ο άνθρωπος την υπόστασή του, πρέπει να πάψει να υπάρχει ο άνθρωπος εμπόρευμα και να του χορηγήσει η κοινωνία ένα μέρισμα σε αντάλλαγμα της εκτέλεσης του κοινωνικού του καθήκοντος. Τα μέσα παραγωγής ανήκουν στην κοινωνία και η μηχανή είναι σαν το οχυρό όπου εκτελείται το καθήκον. Ο άνθρωπος αρχίζει να λευτερώνει τη σκέψη του από το άγχος με την ικανοποίηση των άμεσων αναγκών του από την εργασία. Αρχίζει να αναγνωρίζεται μέσα στο έργο του και να καταλαβαίνει το ανθρώπινο μεγαλείο του μέσα από το αντικείμενο που δημιουργεί και την πραγματοποιιούμενη εργασία. Η εργασία του δεν προϋποθέτει πια την εγκατάλειψη ενός μέρους της ύπαρξής του στη μορφή μιας πουλημένης δύναμης, που δεν του ανήκει, αλλά εκφράζει μια δική του εκδήλωση, μια προσφορά στην κοινή ζωή, την εκπλήρωση του κοινωνικού του καθήκοντος.

Κάνουμε όλοι ότι μας είναι δυνατόν για να δώσουμε στην εργασία αυτή την καινούρια διάσταση του κοινωνικού καθήκοντος και για να τη συνδέσουμε από τη μια με την τεχνολογική ανάπτυξη και από την άλλη, με την εθελοντική εργασία. Αυτοί οι δυο συντελεστές απαντούν στη μαρξιστική εκτίμηση σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν κατακτά πραγματικά την πλήρη ανθρώπινή του υπόσταση παρά μόνο όταν παράγει χωρίς τον καταναγκασμό της φυσικής ανάγκης να πουληθεί σαν εμπόρευμα.

Φυσικά υπάρχουν και τώρα καταναγκαστικές μορφές στην εργασία ακόμα κι όταν είναι εθελοντική. Ο άνθρωπος δεν πέτυχε ακόμη να κάνει την εργασία που του ταιριάζει μια αυτόματη λειτουργία κοινωνικής φύσης και παράγει ακόμα, πολύ συχνά, κάτω από την πίεση του περιβάλλοντος (είναι αυτό που ονομάζει ο Φιντέλ ηθικό καταναγκασμό). Δεν μπορεί να χαρεί απόλυτα το έργο του μέσα στα πλαίσια των νέων συνθηκών χωρίς την πίεση του κοινωνικού περίγυρου. Αυτό δεν θα μπορέσει να το κάνει παρά μέσα στον κομμουνισμό. Η αλλαγή δεν δημιουργείται αυτόματα στη συνείδηση, όπως ούτε και στην οικονομία. Οι διακυμάνσεις είναι αργές και ακανόνιστες, και υπάρχουν περίοδοι έντασης, διακοπής, ακόμα και οπισθοχώρησης.

Η πρώτη μεταβατική περίοδος προς τον κομμουνισμό

Όπως το σημειώσαμε ήδη, πρέπει να παραδεχτούμε πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίοδο καθαρά μεταβατική όπως εκείνη που περιγράφει ο Μαρξ στο «Κριτική του προγράμματος του Γκότα και της Ερφούρτης», αλλά μπροστά σε μια καινούρια φάση, που εκείνος δεν πρόβλεψε: την πρώτη περίοδο μετάβασης προς τον κομμουνισμό, ή την περίοδο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού.

Αυτή κυλά μέσα σε άγριους αγώνες των τάξεων και των στοιχείων του καπιταλισμού που συνεχίζουν να σκιάζουν την πραγματικότητά της. Αν προσθέσουμε σ’ αυτά τον σχολαστικισμό που ανέκοψε την ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας και εμπόδισε συστηματικά τη μελέτη αυτής της περιόδου της οποίας δεν μελετήθηκαν τα οικονομικά κίνητρα, πρέπει να συμπεράνουμε πως είμαστε ακόμα στην κούνια και ότι πρέπει να ξαναρχίσουμε την έρευνα όλων των πρωταρχικών χαρακτηριστικών αυτής της περιόδου, πριν να επεξεργαστούμε μια οικονομική και πολιτική θεωρία μεγαλύτερης προοπτικής.

Αυτή η θεωρία θα δώσει μια καθολική υπεροχή στους δυο στύλους της οικοδόμησης του σοσιαλισμού: τη διαμόρφωση του καινούριου ανθρώπου και την ανάπτυξη της τεχνικής. Σ’ αυτές τις δύο περιοχές μας μένουν ακόμη να κάνουμε πολλά, αλλά η καθυστέρηση αυτής της θεμελιώδους βάσης που είναι η τεχνική, είναι λίγο πιο δικαιολογημένη, δεδομένου ότι εμείς δεν πρόκειται να προχωρήσουμε στα τυφλά, αλλά να ακολουθήσουμε την κατάλληλη στιγμή το δρόμο που έχουν χαράξει οι πλέον προχωρημένες χώρες του κόσμου. Γι’ αυτό ο Φιντέλ επιμένει τόσο στην ανάγκη της τεχνικής και επιστημονικής επιμόρφωσης της χώρας μας κι ακόμη περισσότερο για την πρωτοπορία της.

Υλική και ηθική αναγκαιότητα

Μέσα στην περιοχή των μη παραγωγικών δραστηριοτήτων, είναι πιο εύκολο να διακρίνουμε την υλική αναγκαιότητα από την ηθική αναγκαιότητα. Από πολύ παλιά ο άνθρωπος προσπαθεί να ελευθερωθεί από την αλλοτρίωση με την κουλτούρα και την τέχνη. Πεθαίνει καθημερινά επί οκτώ ώρες παίζοντας το ρόλο του εμπορεύματος για να αναστηθεί μετά την καλλιτεχνική δημιουργία. Αλλά αυτό το φάρμακο φέρει το σπέρμα αυτής καθαυτής της αρρώστιας: εκείνος που ζητά την ενότητα με τη φύση είναι μια μοναχική ύπαρξη. Υπερασπίζεται την ατομικότητά του από το περιβάλλον και αντιδρά μπροστά στις αισθητικές ιδέες σαν ένα μοναδικό ον, που ο πόθος του είναι να μείνει άσπιλος. Δεν πρόκειται παρά για μια απόπειρα φυγής.

Ο νόμος της αξίας δεν είναι πια η απλή αντανάκλαση των σχέσεων παραγωγής. Οι καπιταλιστές μονοπωλητές την περικλείουν σε μια περίπλοκη κενολογία, καθιστώντας την μια υπάκουη υπηρέτρια, ακόμα κι όταν οι χρησιμοποιούμενες μέθοδοι είναι καθαρά εμπειρικές. Ο υπεροργανισμός επιβάλλει έναν τύπο τέχνης που απαιτεί μια εργασία καλλιτεχνών πολύ προχωρημένης παιδείας. Οι αντιδραστικοί κυριαρχούνται από την τεχνική και μόνο τα εξαιρετικά ταλέντα μπορούν να δημιουργήσουν προσωπικό έργο. Οι άλλοι καταντούν θλιβεροί μισθωτοί ή αποτυγχάνουν. Επικαλούνται την καλλιτεχνική αναζήτηση που την θεωρούν σαν την έκφραση της ελευθερίας, αλλά αυτή η «αναζήτηση» έχει τα όριά της, αδιόρατα, μέχρι που να τσακιστεί απάνω τους, ως τη στιγμή δηλαδή, που τίθεται το πραγματικό πρόβλημα του ανθρώπου και της αλλοτρίωσής του. Το αδικαιολόγητο άγχος και η χοντροκομμένη ψυχαγωγία αποτελούν τις βολικές δικλείδες για την ανθρώπινη ανησυχία. Όποιος σεβαστεί τους κανόνες του παιχνιδιού απολαμβάνει όλες τις τιμές, όμοιες με κείνες που θα μπορούσε να επιτύχει ένας πίθηκος που θα επινοούσε τις πιρουέτες. Ο μόνος όρος είναι να μην προσπαθήσεις να ξεφύγεις από το αόρατο κλουβί.

Μια νέα τάση καλλιτεχνικής αναζήτησης

Όταν η Επανάσταση πήρε την εξουσία οι τελείως εξημερωμένοι πήραν το δρόμο της εξορίας. Οι άλλοι, οι επαναστάτες και μη οραματίστηκαν ένα καινούριο δρόμο. Η αναζήτηση δέχτηκε κι αυτή μια νέα εκτίναξη. Πάντως οι δρόμοι ήταν, λίγο πολύ, χαραγμένοι και η ιδέα της φυγής κρύφτηκε κάτω από τη λέξη «λευτεριά». Οι επαναστάτες κράτησαν συχνά αυτή τη στάση, κατάλοιπο του αστικού ιδεαλισμού στις συνειδήσεις τους. Στις χώρες που πέρασαν από μια παρόμοια εξέλιξη επιχείρησαν να καταπολεμήσουν αυτές τις τάσεις με έναν υπερβολικό δογματισμό. Η γενική εκπαίδευση μεταβλήθηκε σχεδόν σε ένα ταμπού και ανακήρυξαν σαν το ύψιστο σημείο εκπαιδευτική φιλοδοξίας μια τυπικά πιστή εικόνα της φύσης, που μεταβάλλεται εν συνεχεία σε μια μηχανική εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας όπως ήθελαν να τη βλέπουν, μιας σχεδόν ιδανικής κοινωνίας χωρίς συγκρούσεις ούτε αντιθέσεις που επιθυμούσαν να πραγματοποιήσουν.

Ο σοσιαλισμός είναι νέος και έχει τα ελαττώματά του. Εμάς, των επαναστατών, μας λείπουν συχνά οι αναγκαίες γνώσεις και το πνευματικό θάρρος για να αντιμετωπίσουμε την προσπάθεια να αναπτύξουμε τον καινούριο άνθρωπο, με διαφορετικές μέθοδες απ’ αυτές, τις πολύ συμβατικές που είναι σημαδεμένες από τη σφραγίδα της κοινωνίας που τις δημιούργησε (για μια ακόμη φορά εμφανίζεται το πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα μορφής και περιεχομένου). Βρισκόμαστε σε μεγάλη αναστάτωση και μας απορροφούν τα υλικά προβλήματα. Δεν υπάρχουν μεγάλοι καλλιτέχνες που να εξασκούν ταυτόχρονα μεγάλη επαναστατική επιρροή. Οι άνθρωποι του Κόμματος πρέπει να αναλάβουν αυτή την προσπάθεια και να ψάξουν να βρουν τον αντικειμενικό στόχο: πως θα καλλιεργηθεί ο λαός.

Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός θεμελιώθηκε στην τέχνη του περασμένου αιώνα

Ζητούν λοιπόν την απλοποίηση, ώστε να φτάσουν στο επίπεδο εκείνου που όλος ο κόσμος θα καταλαβαίνει, εκείνου δηλαδή που καταλαβαίνουν οι υπάλληλοι. Καταργούν την αυθεντική καλλιτεχνική αναζήτηση και το πρόβλημα της γενικής κουλτούρας περιορίζεται στον σφετερισμό του σοσιαλιστικού παρόντος και του νεκρού παρελθόντος (ακίνδυνου κατά συνέπεια). Έτσι γεννιέται ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός πάνω στις βάσεις του περασμένου αιώνα.

Αλλά η ρεαλιστική τέχνη του ΧΙΧου αιώνα είναι μια ταξική τέχνη κι αυτή ίσως πιο καπιταλιστική από την παρακμιακή του ΧΧου αιώνα, όπου διαφαίνεται η αγωνία του αλλοτριωμένου ανθρώπου. Στην περιοχή της κουλτούρας ο καπιταλισμός έδωσε όλο του τον εαυτό και δε μένει πια παρά ένα δυσώδες πτώμα που εκδηλώνεται στην τέχνη με τη σημερινή της παρακμή. Αλλά γιατί να φιλοδοξούμε να ψάχνουμε στις ξεθυμασμένες φόρμες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού τη μοναδική αξιόλογη συνταγή; Δεν μπορούμε να αντιτάξουμε στον ρεαλισμό την «ελευθερία», γιατί αυτή δεν υπάρχει ακόμη και δεν θα υπάρξει όσο η ανάπτυξη της καινούριας κοινωνίας δεν ολοκληρωθεί. Αλλά και να μην τολμήσουμε να καταδικάσουμε όλες τις προγενέστερες μορφές τέχνης του πρώτου μισού του ΧΙΧου αιώνα, από το ύψος του παπικού θρόνου ενός αμείλικτου ρεαλισμού, γιατί θα υποπέσουμε σ’ ένα προυντονικό σφάλμα επιστροφής στο παρελθόν, και θα βάζαμε έτσι ένα ζουρλομανδύα στην καλλιτεχνική έκφραση του ανθρώπου που γεννιέται και δημιουργεί σήμερα.

Λείπει η ανάπτυξη ενός ιδεολογικο-μορφωτικού μηχανισμού που θα οδηγήσει στην έρευνα και θα ξεριζώσει τα ζιζάνια που πολλαπλασιάζονται τόσο εύκολα, στη γόνιμη γη την επιχορηγούμενη από το Κράτος.

Ο άνθρωπος που πρέπει να δημιουργήσουμε

Στην χώρα μας δεν πέσαμε στο σφάλμα ενός τετριμμένου ρεαλισμού, αλλά στο αντίθετο σφάλμα. Κι αυτό γιατί δεν καταλάβαμε πόσο αναγκαία ήταν η δημ8ιουργία ενός νέου ανθρώπου, που δεν θα ‘να, ούτε εκείνος του ΧΙΧου αιώνα ούτε και του δικού μας του παρακμασμένου και σάπιου. Τον άνθρωπο του ΧΧΙου αιώνα πρέπει να δημιουργήσουμε αν και δεν είναι για την ώρα, παρά μια υποκειμενική ιδέα καθόλου συστηματοποιημένη. Αυτό είναι εξάλλου ένα από τα θεμελιώδη σημεία της μελέτης και της εργασίας μας. Στην περίπτωση που θα έχουμε συγκεκριμένες επιτυχίες σε μια βάση θεωρητική, απ’ όπου, αντιστρόφως θα αντλήσουμε θεωρητικά συμπεράσματα γενικού χαρακτήρα, στη βάση των πρακτικών μας ερευνών, τότε θα έχουμε κάνει μια πολύτιμη προσφορά στο μαρξισμό – λενινισμό για το συμφέρον της ανθρωπότητας. Η αντίδραση κατά του ανθρώπου του ΧΙΧου αιώνα μας έσπρωξε ξανά στην παρακμή του ΧΧου. Δεν πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό σφάλμα, αλλά πρέπει να το επανορθώσουμε με τον κίνδυνο ν’ ανοίξουμε το δρόμο στο ρεβιζιονισμό.

Οι μεγάλες μάζες που η συνείδησή τους αναπτύσσεται, οι νέες ιδέες που προοδεύουν παράλληλα στους κόλπους της κοινωνίας και οι υλικές δυνατότητες μιας πλήρους ανάπτυξης όλων των μελών της, συντελούν στο να γίνεται η εργασία πολύ πιο γόνιμη. Το παρόν είναι καμωμένο από αγώνες, το μέλλον μας ανήκει.

Το προπατορικό αμάρτημα των διανοούμενων

Με λίγα λόγια η ενοχή πολλών από τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες μας είναι συνέπεια του προπατορικού τους αμαρτήματος: δεν είναι αυθεντικοί επαναστάτες. Μπορείς να προσπαθήσεις να μπολιάσεις μια φτελιά για να κάνει αχλάδια, αλλά συγχρόνως πρέπει να φυτέψεις αχλαδιές. Οι νέες γενιές θα γεννηθούν ελευθερωμένες από το προπατορικό αμάρτημα. Πρέπει με προσπάθεια να εμποδίσουμε τη σύγχρονη γενιά, που σπαράσσεται από τις διαμάχες της, να διαφθαρεί, για να μη διαφθείρει και τις καινούριες γενιές. Δεν πρέπει να δημιουργήσουμε μισθωτούς υποταγμένους στην επίσημη σκέψη, ούτε και υπότροφους που θα ζουν ωραία στη σκέπη της υποτροφίας τους εξασκώντας μια λευτεριά σε εισαγωγικά. Οι επαναστάτες που θα τραγουδήσουν τον καινούριο άνθρωπο με την αυθεντική φωνή του λαού θα ‘ρθουν. Είναι μια προετοιμασία που χρειάζεται καιρό.

Στην κοινωνία μας η νεολαία και το Κόμμα παίζουν ένα μεγάλο ρόλο. Η νεολαία είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί είναι ο εύπλαστος άργιλος με τον οποίο μπορεί να κατασκευαστεί ο καινούριος άνθρωπος απαλλαγμένος απ’ όλα τα κατάλοιπα του παρελθόντος. Μπορούμε να την μεταχειριστούμε σύμφωνα με τις φιλοδοξίες μας. Η εκπαίδευσή της είναι κάθε μέρα και πληρέστερη και δεν ξεχνάμε να την προτρέπουμε από την αρχή στην εργασία. Οι υπότροφοί μας εργάζονται χειρονακτικά κατά τις διακοπές τους ή ακόμα και κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Σ’ άλλες περιπτώσεις η εργασία είναι μια επιβράβευση και σ’ άλλες ένα μορφωτικό όργανο, δεν είναι ποτέ μια τιμωρία. Μια καινούρια γενιά γεννιέται.

Το Κόμμα, οργάνωση της πρωτοπορίας

Το Κόμμα είναι μια οργάνωση πρωτοπορίας, οι καλύτεροι δουλευτάδες, προτείνονται από τους συναδέλφους τους για να ενταχθούν. Είναι μειοψηφία, αλλά επιβάλλεται αρκετά χάρη στην ποιότητα των στελεχών του. Επιθυμούμε να γίνει το Κόμμα ένα μαζικό κόμμα, αλλά όταν οι μάζες θα έχουν κατακτήσει το επίπεδο της ανάπτυξης της πρωτοπορίας, δηλαδή θα έχουν εκπαιδευτεί για τον κομμουνισμό. Όλες μας οι προσπάθειες τείνουν προς τα εκεί. Το Κόμμα είναι ένα ζωντανό παράδειγμα, τα στελέχη του πρέπει να δίνουν μαθήματα δραστηριότητας στη δουλειά τους και θυσίας και οφείλουν με τη δράση τους να οδηγήσουν τις μάζες στο τέρμα των επαναστατικών τους προσπαθειών. Γεγονός που απαιτεί χρόνια σκληρού αγώνα εναντίον των δυσχερειών της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, των ταξικών εχθρών, του σκυλολογιού του παρελθόντος και του ιμπεριαλισμού. Θα ήθελα τώρα να εξηγήσω το ρόλο που παίζει η προσωπικότητα, ο άνθρωπος, σαν ιθύνων νους των μαζών που κάνουν την ιστορία. Πρόκειται για την εμπειρία μας και όχι για καμιά συνταγή.

Ο Φιντέλ έδωσε την πνοή του στην Επανάσταση κατά τα πρώτα χρόνια και την κατηύθυνε πάντα, δίνοντάς της τον χαρακτήρα. Αλλά υπάρχει μια ομάδα επαναστατών που εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο του ανώτατου ιθύνοντος και μια μεγάλη μάζα που ακολουθεί τους ιθύνοντες γιατί αυτοί ήξεραν να ερμηνεύσουν τις προσδοκίες της.

Για να αισθάνεται το άτομο πιο πλούσιο

Δεν πρόκειται για το ποσό των κιλών του κρέατος που τρως, ούτε για τις πόσες φορές θα πάει κανείς στην πλαζ, ούτε για τα εισαγόμενα προϊόντα πολυτελείας που μπορεί κάποιος να αγοράσει με τον σημερινό του μισθό. Σημασία έχει το πως θα νιώθει το άτομο πιο πλούσιο εσωτερικά και πιο υπεύθυνο. Ο άνθρωπος της χώρας μας γνωρίζει πως η ένδοξη εποχή που του έλαχε είναι μια εποχή θυσιών, και την ξέρει τη θυσία. Οι πρώτοι βαφτίστηκαν στην πείρα της στη Σιέρρα Μαέστρα, ύστερα τη γνωρίσαμε σ’ ολόκληρη τη Κούβα. Η Κούβα είναι η πρωτοπόρος της Λατινικής Αμερικής και επειδή έχει αυτή την πρωτοποριακή θέση και επειδή αντιπροσωπεύει την αληθινή λευτεριά για τις μάζες της Λατινικής Αμερικής, οφείλει να κάνει θυσίες. Στο εσωτερικό της χώρας οι ιθύνοντες πρέπει να εκπληρώνουν τον προορισμό τους των πρωτοπόρων, και πρέπει να το πούμε με κάθε ειλικρίνεια πως, σε μια αληθινή επανάσταση στην οποία προσφέρεις τα πάντα χωρίς καμιά υλική ανταπόδοση, το έργο του επαναστάτη είναι ταυτόχρονα υπέροχο και αγωνιώδες. Επιτρέψτε μου να το πω, με τον κίνδυνο να φανώ γελοίος, πως ο αληθινά αυθεντικός επαναστάτης καθοδηγείται από μεγάλα αισθήματα γενναιοφροσύνης και είναι αδύνατο να φανταστείς έναν αυθεντικό επαναστάτη χωρίς αυτή την ιδιότητα.

Ίσως αυτό να είναι ένα από τα μεγάλα δράματα του ιθύνοντος που πρέπει να συνδυάζει ένα παθιασμένο ταμπεραμέντο με μια ψυχρή εξυπνάδα (και να παίρνει οδυνηρές αποφάσεις χωρίς να συσπάται ένας μυς του προσώπου του). Οι επαναστάτες μας της πρωτοπορίας οφείλουν να εξιδανικεύσουν αυτή την αγάπη του λαού, να την κάνουν τον πιο ιερό τους σκοπό, μοναδικό και αδιαχώριστο. Δεν μπορούν να χρησιμοποιούν την ευαισθησία τους στο ίδιο επίπεδο με τους άλλους ανθρώπους.

Ο προλεταριακός διεθνισμός είναι ένα καθήκον

Οι ιθύνοντες της επανάστασης έχουν παιδιά που στα πρώτα τους ψελλίσματα δεν μαθαίνουν το όνομά τους και γυναίκες που είναι κι αυτές επίσης ταγμένες στο θρίαμβο της Επανάστασης. Το περιβάλλον των φίλων ανταποκρίνεται ακριβώς σε κείνο των συντρόφων της Επανάστασης. Έξω απ’ αυτήν δεν υπάρχει ζωή, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες πρέπει να έχεις πολύ ανθρωπιά και μεγάλη συναίσθηση της δικαιοσύνης και της αλήθειας για να μην πέσεις σ’ έναν υπερβολικό δογματισμό, σ’ ένα ψυχρό σχολαστικισμό, και να μην απομονωθείς από τις μάζες.

Πρέπει να αγωνίζεσαι καθημερινά ώστε, αυτή η αγάπη για την ανθρωπότητα, να εκδηλώνεται θετικά και να χρησιμεύει σαν παράδειγμα και σαν κίνητρο. Ο επαναστάτης – μέσα στο Κόμμα του – ιδεολογική κινητήρια δύναμη της επανάστασης, καταναλώνεται σ’ αυτή την αέναη προσπάθεια που δεν τελειώνει παρά με τον θάνατο, εφ’ όσον η οικοδόμηση του σοσιαλισμού δεν ολοκληρωθεί σ’ όλο τον κόσμο.

Αν η επαναστατική του δραστηριότητα χαλαρώσει μια φορά τις προσπάθειες που απαιτούν ταχεία διεκπεραιώσει στην τελική κλιμάκωση και αν ξεχάσει τον προλεταριακό διεθνισμό, η Επανάσταση που διευθύνει παύει να είναι μια κινητήρια δύναμη και βουλιάζει σε μια άνετη αποχαύνωση, που εκμεταλλεύονται οι προαιώνιοι εχθροί μας, οι ιμπεριαλιστές, κερδίζοντας τότε έδαφος. Ο προλεταριακός διεθνισμός είναι ένα καθήκον, αλλά είναι επίσης και μια επαναστατική αναγκαιότητα. Αυτό μαθαίνουμε στο λαό μας.

Οι κίνδυνοι του δογματισμού και οι αδυναμίες μας

Είναι σίγουρο πως η παρούσα κατάσταση περικλείει κινδύνους. Όχι μόνο εκείνον του δογματισμού, όχι μόνο του να σκληρύνουν οι σχέσεις μας με τις μάζες κατά τη διάρκεια της μεγάλης προσπάθειας, αλλά και το να υποπέσουμε σε αδυναμίες. Ένας άνθρωπος που αφιερώνει τη ζωή του ολόκληρη στην Επανάσταση δεν μπορεί να απασχολείται με τη σκέψη για το τί λείπει στο παιδί του, για τα χαλασμένα του παπούτσια και για τα στοιχειώδη πράγματα που στερείται η οικογένειά του. Αν αφήσει τον εαυτό του να βασανίζεται απ’ αυτές τις σκέψεις δημιουργεί ένα έδαφος ευνοϊκό για την ανάπτυξη της φθοράς.

Υποστηρίξαμε πάντα, πως τα παιδιά μας πρέπει να έχουν τα ίδια πράγματα με τα άλλα παιδιά, αλλά και πως πρέπει να στερούνται επίσης αυτά που τα άλλα παιδιά στερούνται. Η οικογένειά μας πρέπει να το καταλάβει και ν’ αγωνιστεί γι’ αυτό. Η Επανάσταση γίνεται δια μέσου του ανθρώπου, αλλά πρέπει κι αυτός να σφυρηλατεί, μέρα με τη μέρα, το επαναστατικό του πνεύμα. Έτσι προχωρούμε. Επί κεφαλής της μεγάλης πορείας – δεν ντρεπόμαστε να το πούμε- περπατάει ο Φιντέλ, πίσω του ακολουθούν τα καλύτερα στελέχη του Κόμματος και αμέσως μετά, τόσο κοντά που αισθάνεσαι την τεράστια δύναμή του, έρχεται το σύνολο του λαού που περπατάει σταθερά προς τον κοινό σκοπό. Αποτελείται από άτομα που απόκτησαν τη συνείδηση του τι πρέπει να πράξουν, από ανθρώπους που αγωνίζονται να βγουν από το βασίλειο της ανάγκης και να μπουν σε κείνο της λευτεριάς.

Αυτή η τεράστια μάζα, υπακούει, πειθαρχεί, ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη κατανοητή απ’ όλους, δεν είναι πια ένα πλήθος διασκορπισμένο, διαλυμένο στο κενό, μέσα στο οποίο προσπαθεί ο καθένας, με οποιοδήποτε μέσο, να βρει ένα στήριγμα για το αβέβαιο μέλλον, σε μια λυσσασμένη διαμάχη με τους όμοιούς του. Ξέρουμε πως έχουμε να κάνουμε ακόμη θυσίες και πως πρέπει να πληρώσουμε για την ηρωική μας υπόσταση του πρωτοποριακού έθνους. Εμείς οι άλλοι, οι ιθύνοντες, πρέπει να πληρώσουμε, για να έχουμε το δικαίωμα να λέμε πως είμαστε οι πρωτοπόροι του λαού που βρίσκεται επικεφαλής της Λατινικής Αμερικής

Πληρώνουμε όλοι, κανονικά, το μερτικό μας στις θυσίες, έχοντας την επίγνωση πως θα ανταμειφθούμε με την ικανοποίηση πως εκπληρώσαμε το καθήκον μας και πως προχωρήσαμε όλοι μαζί προς τον καινούργιο άνθρωπο που εμφανίζεται στον ορίζοντα.

Επιτρέψτε μου κάποια συμπεράσματα.

Εμείς οι σοσιαλιστές, είμαστε πιο ελεύθεροι γιατί είμαστε πιο πλούσιοι και είμαστε πιο πλούσιοι γιατί είμαστε πιο ελεύθεροι. Ο σκελετός της απόλυτης λευτεριάς μας είναι έτοιμος. Δεν του λείπει παρά η σάρκα και τα ενδύματά του, θα τα δημιουργήσουμε.

Η λευτεριά μας και το ψωμί μας έχουν το χρώμα του αίματος και είναι διογκωμένα από θυσίες. Η θυσία μας, είναι ενσυνείδητη, αυτό είναι το τίμημα της λευτεριάς που οικοδομούμε. Ο δρόμος είναι μακρύς και εν μέρει άγνωστος. Ξέρουμε το στόχο μας. Εμείς οι ίδιοι θα φτιάξουμε τον άνθρωπο του ΧΧΙου αιώνα. Θα σφυρηλατηθούμε στην καθημερινή δράση δημιουργώντας τον καινούργιο άνθρωπο με μια νέα τεχνική. Η προσωπικότητα παίζει το μεγάλο ρόλο της κινητήριας και κατευθυντήριας δύναμης από τη στιγμή που ενσαρκώνει τις πιο υψηλές αρετές και τις προσδοκίες του λαού ακολουθώντας σταθερά το δρόμο της.

Εκείνη που ανοίγει το δρόμο, είναι η ομάδα της πρωτοπορίας, οι καλύτεροι ανάμεσα στους καλούς, το Κόμμα. Το βασικό υλικό του έργου μας είναι η Νεολαία. Σ’ αυτήν τοποθετούμε όλες μας τις ελπίδες και την ετοιμάζουμε για να πάρει τη σημαία από τα χέρια μας.

Αν αυτή η επιστολή φωτίζει κάτι, θα ‘χει εκτελέσει τον προορισμό της. Δεχθείτε τον χαιρετισμό μου, ευλογημένο σαν χειραψία ή σαν ένα «Άβε Μαρία».

Patria o Muerte! Πατρίδα η Θάνατος!

(Το κείμενο συντάχθηκε υπό τη μορφή επιστολής προς τον Carlos Quijano, διευθυντή της εβδομαδιαίας εφημερίδας “Μάρτσα”, που εκδιδόταν στο Μοντεβίδεο της Ουρουγουάης. Δημοσιεύθηκε το Μάρτιο του 1965).

Ο Σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα (Μέρος Πρώτο)

Του Ερνέστο Γκεβάρα.

Ακούμε συνήθως από το στόμα των πληρεξούσιων των καπιταλιστών αυτή την ιδεολογική μορφή ότι η περίοδος της οικοδόμησης του σοσιαλισμού που αναλάβαμε χαρακτηρίζεται από τη θυσία του ατόμου στο βωμό του Κράτους. Δεν θα προσπαθήσω να ανασκευάσω αυτό το επιχείρημα βασιζόμενος μόνο σε θεωρίες, αλλά θα αποκαταστήσω τα γεγονότα όπως πράγματι συμβαίνουν στην Κούβα, προσθέτοντας συμπληρωματικές επεξηγήσεις.

Κατ’ αρχήν θα σκιαγραφήσω σε γενικές γραμμές την ιστορία του επαναστατικού μας κινήματος πριν και μετά την κατάκτηση της εξουσίας. Την 26η Ιουλίου του 1953 ξέσπασαν οι επαναστατικοί αγώνες που τέλειωσαν με την Επανάσταση της 1ης του Γενάρη του 1959. Μια ομάδα αντάρτες οδηγούμενη από τον Φιντέλ Κάστρο επετέθη την αυτή εκείνης της μέρας στο στρατώνα της Μονκάντα στην ανατολική επαρχία. Η επίθεση στάθηκε μια αποτυχία. Η αποτυχία μεταβλήθηκε σε καταστροφή, οι επιζήσαντες ξαναβρέθηκαν στη φυλακή, αλλά μόλις αμνηστεύτηκαν ξανάρχισαν την επαναστατική δράση.

Στη διάρκεια αυτής της διεργασίας όπου ο σοσιαλισμός δεν βρισκόταν παρά εν δυνάμει, ο άνθρωπος ήταν ένας βασικός συντελεστής. Σ’ αυτόν, μοναδική ύπαρξη, μ’ ένα όνομα κι ένα επίθετο, στηριζόταν η εμπιστοσύνη και από την αγωνιστική του επιδεξιότητα εξαρτιόταν η επιτυχία ή η αποτυχία του αγώνα. Έπειτα ήρθε η περίοδος του αντάρτικου. Αυτό αναπτύχθηκε σε δύο διαφορετικά περιβάλλοντα, το λαό, μάζα ακόμα αποκοιμισμένη που έπρεπε να κινητοποιηθεί και την πρωτοπορία του, τους γκουεριλλιέρος, που εκπροσωπούσαν την επαναστατική συνείδηση και την ενθουσιώδη μαχητικότητα.

Αυτή η πρωτοπορία, στάθηκε ο μεσάζων καταλύτης που δημιούργησε τις αντικειμενικές αναγκαίες συνθήκες για τη νίκη. Και με την προϋπόθεση πως κάναμε δικά μας τα ιδανικά του προλεταριάτου, γινόταν κατά συνέπεια και μια επανάσταση στις συνήθειες και στο πνεύμα μας. Εξακολουθούσε λοιπόν το άτομο να είναι πάντα ένας βασικός συντελεστής.

Κάθε αγωνιστής της Σιέρρα Μαέστρα που είχε πάρει ένα ανώτερο βαθμό στις επαναστατικές δυνάμεις, είχε στο ενεργητικό του ένα μεγάλο αριθμό ανδραγαθημάτων. Στη διάρκεια αυτής της πρώτης ηρωικής περιόδου συνέβαινε να τσακώνονται για το ποιός θα αναλάβει τις πιο υπεύθυνες και πιο επικίνδυνες αποστολές, χωρίς καμιά άλλη ικανοποίηση παρά την εκπλήρωση του καθήκοντος.

Στις εργασίες μας για την επαναστατική εκπαίδευση επανερχόμαστε συχνά σ’ αυτό το πολύ διδακτικό γεγονός. Η συμπεριφορά των συναγωνιστών μας έδειχνε ήδη τον μελλοντικό άνθρωπο. Η ολοκληρωτική προσφορά στον αγώνα επαναλήφτηκε σε πολλές περιπτώσεις στην ιστορία μας. Κατά την κρίση του Οκτώβρη και κατά το ξέσπασμα του κυκλώνα «Φλόρα» είδαμε πράξεις θαυμαστές, πράξεις θάρρους και θυσίας από έναν ολόκληρο λαό.

Μια από τις βασικές μας προσπάθειες, από ιδεολογική άποψη, είναι να βρούμε τον τρόπο που θα διαιωνίσει αυτή την ηρωική συμπεριφορά και στην καθημερινή ζωή. Τον Γενάρη του 1959 συγκροτήθηκε η επαναστατική κυβέρνηση με τη συμμεροχή διαφόρων μελών της αντιδραστικής αστικής τάξης. Η παρουσία του αντάρτικου στρατού, δυναμικού παράγοντα, εγγυόταν για την εξουσία. Αλλά αμέσως ξεπήδησαν σοβαρές αντιθέσεις που ξεπεράστηκαν εν μέρει, όταν το Φλεβάρη του 1959 ανάλαβε τη διεύθυνση της κυβέρνησης ο Φιντέλ Κάστρο σαν πρωθυπουργός. Αυτά τα γεγονότα έμελλαν να καταλήξουν τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου στην παραίτηση του προέδρου Ουρούσια κάτω από την πίεση της μάζας. Έτσι θα εμφανιστεί καθαρά στην ιστορία ης Κουβανέζικης Επανάστασης συστηματικά η μάζα.

Μια σωστή ερμηνεία των επιθυμιών του λαού

Αυτή η ύπαρξη με τις πολυάριθμες μορφές δεν είναι , όπως ισχυρίζονται ένα σύνολο ομοιόμορφων στοιχείων, που δρουν σαν υπάκουο κοπάδι (ορισμένα καθεστώτα το μεταβάλλον σ’ αυτό). Είναι αλήθεια πως ακολουθεί χωρίς δισταγμό τους αρχηγούς του, κυρίως τον Φιντέλ Κάστρο. Αλλά ο βαθμός της εμπιστοσύνης που αυτός κέρδισε, ανταποκρίνεται ακριβώς, στη σωστή ερμηνεία των επιθυμιών και των προσδοκιών του λαού και στον ειλικρινή αγώνα που έδωσε για την πραγματοποίηση των υποσχόμενων.

Οι μάζες συμμετείχαν στην αγροτική μεταρρύθμιση και στην δύσκολη προσπάθεια της διοίκησης των κρατικών επιχειρήσεων. Έζησαν την πλούσια ηρωική πείρα του Πλάγια Γιρόν και σφυρηλατήθηκαν στις μάχες κατά των διαφόρων ένοπλων συμμοριών της CIA. Έζησαν ακόμη, μια από τις πλέον σημαντικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας, κατά την κρίση του Οκτώβρη και συνεχίζουν σήμερα να εργάζονται για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.΄

Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε κανείς να πιστέψει αυτούς που μιλούν για την υποδούλωση του ατόμου στο Κράτος. Οι μάζες εκτελούν μ’ έναν ενθουσιασμό και ασύγκριτη πειθαρχία, τις προσπάθειες που καθορίζει η κυβέρνηση είτε για οικονομικές εντολές πρόκειται ή μορφωτικές αμυντικές, αθλητικές κλπ. Η πρωτοβουλία προέρχεται γενικά από τον Φιντέλ και από την Ανώτατη διοίκηση της Επανάστασης που ο λαός την κάνει δική του αφού του την εξηγήσουν. Κατά καιρούς γίνονται τοπικά πειράματα από το Κόμμα και την Κυβέρνηση για να γενικευτούν μετά, με την ίδια διαδικασία.

Παρ’ όλα αυτά το Κράτος κάποτε γελιέται. Όταν σφάλει κάπου, παρατηρείται αμέσως η έλλειψη ενθουσιασμού των μαζών, με την πτώση της δραστηριότητα του καθενός και η εργασία παραλύει ως που μειώνεται στο ελάχιστο. Εκείνη τη στιγμή η μέθοδος αλλάζει. Αυτό ακριβώς συνέβη το Μάρτη του 1962 με την αιρετική (σεχταριστική) πολιτική που επέβαλε ο Άνιμπαλ Εσκαλάντε.

Η διαλεκτική ενότητα μεταξύ Φιντέλ και μαζών

Είναι φανερό πως αυτός ο μηχανισμός δεν αρκεί για να εδραιωθούν αποτελεσματικές αποφάσεις και ότι λείπει ένας πιο στέρεος σύνδεσμος με τις μάζες. Οφείλουμε να τον τελειοποιήσουμε στα προσεχή χρόνια, αλλά για τις πρωτοβουλίες που έρχονται από τα ανώτερα στρώματα της κυβέρνησης, χρησιμοποιούμε, για την ώρα, τη μέθοδο σχεδόν της διαίσθησης, που συνίσταται στο να ακροώμεθα τις γενικές αντιδράσεις στα προβλήματα που παρουσιάζονται. Ο Φιντέλ είναι ένας μετρ του είδους και δεν μπορεί να εκτιμηθεί ο ιδιαίτερος τρόπος που ταυτίζεται με το λαό παρά μόνο βλέποντάς τον στην πράξη. Στις μεγάλες δημόσιες συγκεντρώσεις παρατηρείται ένα φαινόμενο ανάλογο με την αντήχηση δύο διαπασών. Ο Φιντέλ και ο λαός αρχίζουν να πάλλονται σ’ ένα διάλογο μιας ανιούσας έντασης, ώσπου φτάνουν στο απόγειο με την τελική κραυγή για τον αγώνα και τη νίκη μας. Αυτό που είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος που δεν ζει την εμπειρία της Επανάστασης, είναι αυτή η στενή διαλεκτική που υφίσταται, ανάμεσα σε κάθε άτομο και τη μάζα, είναι η αμοιβαία επιρροή μεταξύ της μάζας και των ιθυνόντων της.

Στην καπιταλιστική κοινωνία μπορούν να παρατηρηθούν μερικά φαινόμενα τέτοιου τύπου, όταν εμφανιστούν πολιτικοί άντρες ικανοί να προκαλέσουν το λαϊκό ξεσηκωμό. Αλλά τότε δεν πρόκειται για ένα αυθεντικό κοινωνικό κίνημα και το κίνημα δεν θα διαρκέσει παρά το διάστημα που θα ζήσει αυτός που δίνει την παρόρμηση, ή ως το τέλος των λαϊκών ψευδαισθήσεων, που υποβάλλονται από την καπιταλιστική κοινωνία. Σ’ αυτήν, ο άνθρωπος κατευθύνεται από ένα σκληρό νόμο, που συνήθως, δεν έχει καμιά σχέση με την κατανόηση. Το αλλοτριωμένο άτομο είναι δεμένο με το κοινωνικό σύνολο από έναν αόρατο ομφάλιο λώρο: τον νόμο των αξιών. Αυτός επιδρά σε όλες τις μορφές της ζωής του και ρυθμίζει το πεπρωμένο του.

Οι αόρατοι νόμοι του καπιταλισμού

Οι τυφλοί νόμοι του καπιταλισμού, αόρατοι για τους περισσότερους ανθρώπους, επιδρούν πάνω στο άτομο χωρίς αυτό να το αντιλαμβάνεται. Δεν βλέπει παρά έναν απέραντο ορίζονται που του φαίνεται ατέλειωτος. Έτσι προσπαθεί να παρουσιάσει η καπιταλιστική προπαγάνδα την περίπτωση Ροκφέλλερ –αληθινή ή όχι- σαν ένα δίδαγμα στις δυνατότητες της επιτυχίας. Την αθλιότητα που πρέπει να συσσωρεύσεις για να προκύψει ένα τέτοιο αποτέλεσμα και το μέγεθος της φαυλότητας που προϋποθέτει μια περιουσία τόσο τεράστια, αυτά δεν εμφανίζονται στον πίνακα και δεν είναι πάντα εύκολο για τις λαϊκές δυνάμεις να διακρίνουν καθαρά τα φαινόμενα. (Θα έπρεπε σ’ αυτό το σημείο να μελετηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι εργάτες χάνουν στις ιμπεριαλιστικές χώρες τη διεθνιστική του συνείδηση, κάτω από την επιρροή ενός είδους συνενοχής στην εκμετάλλευση των εξαρτημένων χωρών και πως, εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, η μαχητικότητά τους εξασθενεί μέσα στην ίδια τους τη χώρα, αν και αυτό βγαίνει από το κείμενό μας).

Πάντως σε μια τέτοια κοινωνία η διαδρομή είναι γεμάτη εμπόδια και, προφανώς, μόνο ένα άτομο που διαθέτει ορισμένες ικανότητες μπορεί να τα υπερπηδήσει και να φτάσει στο τέρμα. Οραματίζονται τη μακρινή ανταμοιβή αλλά ο δρόμος είναι μοναχικός. Επί πλέον ισχύει ο νόμος της ζούγκλας: μόνο η αποτυχία των άλλων επιτρέπει την επιτυχία. Θα προσπαθήσω τώρα να προσδιορίσω το άτομο, πρωταγωνιστή αυτού του παράξενου και παθιασμένου δράματος, που είναι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού, στη διπλή του υπόσταση σα μοναδικής ύπαρξης και σαν μέλους της κοινότητας.

Νομίζω πως το απλούστερο είναι να του αναγνωρίζουμε την ιδιότητα του ημιτελούς όντος. Τα ελαττώματα της παλιάς κοινωνίας παραμένουν στην ατομική συνείδηση και πρέπει να γίνεται μια ακατάπαυστη προσπάθεια για να εξαφανιστούν. Η διεργασία είναι διπλή: από τη μία πλευρά είναι η κοινωνία που επιδρά με την άμεσα και έμμεση διαπαιδαγώγησή της και από την άλλη είναι το ίδιο το άτομο που υποβάλλεται σε μια ενσυνείδητη αυτο-διαπαιδαγώγηση.

Να καταπολεμηθεί σκληρά το παρελθόν

Η διαμορφωμένη νέα κοινωνία οφείλει να καταπολεμήσει πολύ σκληρά το παρελθόν που αντανακλάται όχι μόνο στην ατομική συνείδηση όπου βαραίνουν τα κατάλοιπα μια αγωγής συστηματικά προσανατολισμένης προς την απομόνωση του ατόμου, αλλά και στον ίδιο τον χαρακτήρα αυτής της μεταβατικής περιόδου όπου υπερισχύουν οι εμπορικές σχέσεις. Το εμπόρευμα είναι ο οικονομικός πυρήνας της καπιταλιστικής κοινωνίας. Όσο θα υπάρχει οι συνέπειές της θα γίνονται αισθητές στην οργάνωση της παραγωγής και κατά συνέπεια στη συνείδηση. Σύμφωνα με τις απόψεις του Μαρξ, η μεταβατική περίοδος θα είχε σαν αποτέλεσμα τον εκρηκτικό μετασχηματισμό του καπιταλιστικού συστήματος τσακισμένου από τις αντιθέσεις του. Αργότερα, είδαν στην πραγματικότητα πως αποχωρίζονται από το ιμπεριαλιστικό δέντρο μερικές χώρες που αποτελούν τους αδύνατους κλάδους, που είχε προβλέψει ο Λένιν.

Σ’ αυτές τις χώρες ο καπιταλισμός είναι επαρκώς ανεπτυγμένος για να γίνει αρκετά αισθητός κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο από το λαό, αλλά η έκρηξη του συστήματος δεν προέρχεται από τις δικές του αντιθέσεις στο κάτω κάτω της γραφής. Ο απελευθερωτικός αγώνας κατά του ξένου καταπιεστή, η αθλιότητα που προκαλούν εξωτερικά συμβάντα, σαν τον πόλεμο, που έχει σαν συνέπεια να κάνει ακόμη βαρύτερη την πίεση των προνομιούχων τάξεων πάνω στους εκμεταλλευόμενους, τα απελευθερωτικά κινήματα τα προοριζόμενα για την ανατροπή των νεο-αποικιοκρατικών καθεστώτων, αυτοί είναι οι συντελεστές που ξεσπούν συνήθως σε επαναστατικά κινήματα. Η συνειδητή δράση κάνει τα υπόλοιπα.

Σ’ αυτές τις χώρες δεν υπάρχει ακόμη μια πλήρης αγωγή προσανατολισμένη στην κοινωνική εργασία και το φαινόμενο της ιδιοκτησίας δεν διανοείται πως θα τεθούν τα πλούτη στη διάθεση του συνόλου. Το γεγονός της υποανάπτυξης από το ένα μέρος και η συνηθισμένη εξαγωγή των κεφαλαίων στις «πολιτισμένες» χώρες από την άλλη, κάνουν αδύνατη μια γρήγορη και χωρίς θυσίες αλλαγή. Έχουμε ακόμη να περάσουμε πολλά πριν να φτάσουμε σ’ ένα επαρκές επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και ο πειρασμός να περπατάμε σε χτισμένους δρόμους και να χρησιμοποιούμε τα υλικά μέσα σαν μοχλό μιας γρήγορης οικονομικής ανάπτυξης είναι πολύ μεγάλος.

Διατρέχουμε λοιπόν τον κίνδυνο να κρύψουν τα δέντρα το δάσος: ακολουθώντας τη χίμαιρα να πραγματοποιήσουμε το σοσιαλισμό με τη βοήθεια σάπιων όπλων, κληρονομημένων από τον καπιταλισμό, κινδυνεύουμε να καταλήξουμε σε αδιέξοδο. Και στην πραγματικότητα, καταλήγεις, αφού έχεις διατρέξει μια μεγάλη απόσταση, που κατά τη διάρκειά της, οι δρόμοι διασταυρώνονται πράγμα που σε δυσκολεύει να ξέρεις δε ποια στιγμή γελάστηκες ως προς την κατεύθυνση. Κατά το διάστημα αυτό η οικονομική βάση που είχε υιοθετηθεί έχει υπονομεύσει την ανάπτυξη της συνείδησης. Για να οικοδομήσεις τον κομμουνισμό πρέπει να αλλάξεις τον άνθρωπο ταυτόχρονα με την οικονομική βάση. Γι’ αυτό κι έχει μεγάλη σημασία η σωστή εκλογή του οργάνου της κινητοποίησης της μάζας. Βασικά αυτό το όργανο πρέπει να είναι ηθικής τάξης, χωρίς να παραγνωρίζουμε και μια σωστή χρησιμοποίηση τονωτικού υλικού, κυρίως κοινωνικής φύσης.

Η κοινωνία πρέπει να είναι ένα γιγαντιαίο σχολείο

Όπως το έχω ήδη πει στις στιγμές του μεγάλου κινδύνου, είναι εύκολο να δραστηριοποιήσεις τα ηθικά κίνητρα. Αλλά για να διατηρηθούν ακμαία, πρέπει να αναπτύξεις στις συνειδήσεις καινούργιες αξίες. Η κοινωνία πρέπει να γίνει στο σύνολό της ένα γιγαντιαίο σχολείο. Οι μεγάλες γραμμές αυτού του φαινομένου μοιάζουν με κείνες της διαμόρφωσης της καπιταλιστικής συνείδησης, κατά την πρώτη της περίοδο. Ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί τη δύναμη, αλλά διδάσκει επί πλέον την ιδεολογία της άρχουσας τάξης. Η άμεση προπαγάνδα γίνεται από κείνους που έχουν αναλάβει να εξηγήσουν το αναπόδραστο ενός ταξικού καθεστώτος, είτε θεϊκής προέλευσης είναι είτε επιβεβλημένο από τη φύση κατά μηχανικό τρόπο. Αυτό αφοπλίζει τις μάζες που νοιώθουν καταπιεζόμενες από ένα κακό εναντίον του οποίου είναι αδύνατον να αντιδράσουν.

Για ορισμένους, το σύστημα της κάστας διατηρεί την αξία του: η αμοιβή για εκείνους που υπακούουν είναι η μετά θάνατον μετάβαση σ’ άλλους θαυμαστούς κόσμους, όπου οι καλοί αμείβονται, και η παλιά παράδοση συνεχίζεται. Για άλλους υπάρχει ένας νεωτερισμός: ο διαχωρισμός των τάξεων είναι μοιραίος, αλλά τα άτομα μπορούν να βγουν από την τάξη που ανήκουν με την εργασία, την πρωτοβουλία κλπ. Αυτή η αυτο-διαπαιδαγώγηση με την προοπτική της επιτυχίας είναι βαθιά υποκριτική: εκθειάζουν υστερόβουλα αυτό το ψέμα, πως τάχα η ατομική επιτυχία είναι εύκολη για τον καθένα.

Για μας η άμεση αγωγή έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία. Η εξήγηση είναι πειστική γιατί είναι αληθινή, δεν έχει ανάγκη από υπεκφυγές. Εξασκείται από το εκπαιδευτικό όργανο του Κράτους, με τη λειτουργία της γενικής, τεχνικής και ιδεολογικής κουλτούρας, δια μέσου οργανισμών σαν το Υπουργείο Παιδείας, και το όργανο προπαγάνδας του Κόμματος. Η αγωγή ριζώνεται στις μάζες κι αυτή η νέα μελετημένη συμπεριφορά τείνει να γίνει μια συνήθεια. Η μάζα την κάνει δική της και ασκεί πίεση σε κείνους που δεν έχουν ακόμη ανάλογα εκπαιδευτεί. Αυτός είναι ο έμμεσος τρόπος να διαπαιδαγωγήσεις τις μάζες, εξ ίσου ισχυρός με τον άλλο.

Η αυτο-διαπαιδαγώγηση του ατόμου

Αλλά αυτή η αγωγή είναι συνειδητή. Το άτομο δέχεται συνεχώς την επιρροή της νέας σοσιαλιστικής εξουσίας και αντιλαμβάνεται πως δεν είναι απόλυτα προσαρμοσμένο. Δια της έμμεσης αγωγής προσπαθεί να προσαρμοστεί με μια κατάσταση που θεωρεί δίκαιη, πράγμα που δεν είχε κατορθώσει να κάνει μέχρι τότε, εξ αιτίας της ανεπάρκειας της προσωπικής του ανάπτυξης. Διαπαιδαγωγείται μόνο του.

Σ’ αυτή την περίοδο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, μπορούμε να παραβρεθούμε στη γέννηση του νέου ανθρώπου. Η εικόνα του δεν είναι ακόμη απόλυτα συγκεκριμένη και δεν θα μπορέσει να είναι δεδομένου ότι αυτή η εξέλιξη είναι παράλληλη με την ανάπτυξη της νέας οικονομικής δομής. Εκτός από κείνους που η ανεπαρκής αγωγή τους τούς ωθεί προς ένα μοναχικό δρόμο, προς την εγωιστική ικανοποίηση των φιλοδοξιών τους, υπάρχουν και εκείνοι που, ακόμα και στο εσωτερικό πλαίσιο της μαζικής εξέλιξης, τείνουν να προχωρήσουν απομονωμένοι από τη μάζα που συνοδεύουν.

Το σημαντικό είναι πως οι άνθρωποι κατακτούν καθημερινά μια μεγαλύτερη συνείδηση της ανάγκης της ενσωμάτωσής τους στην κοινωνία και συγχρόνως της σημασίας τους σαν κινητήριες δυνάμεις της. Δεν προχωρούν πια απόλυτα μόνοι, από περίπλοκους δρόμους προς τα μακρινά τους όνειρα. Ακολουθούν την πρωτοπορία τους που την εκπροσωπεί το Κόμμα, τους εργάτες της πρωτοπορίας, άντρες πρωτοπόρους που προχωρούν ενωμένοι με τις μάζες και σε στενή επαφή μαζί τους.

Οι πρωτοπόροι έχουν καρφωμένα τα βλέμματα στο μέλλον και στην επιβράβευσή τους, μόνο που δεν την βλέπουν σα μια ατομική υπόθεση. Η ανταμοιβή γι’ αυτούς είναι η καινούργια κοινωνία όπου οι άνθρωποι θα είναι διαφορετικοί, η κοινωνία του κομμουνιστή ανθρώπου.

Ένας μακρύς δρόμος γεμάτος δυσκολίες

Ο δρόμος είναι μακρύς και γεμάτος δυσκολίες. Μερικές φορές όταν πάρουμε ένα αδιέξοδο πρέπει να ξαναγυρίσουμε, άλλοτε προχωρούμε πολύ γρήγορα και χωριζόμαστε από τις μάζες. Σε μερικές περιπτώσεις πάλι πάμε πολύ σιγά κι αισθανόμαστε πολύ κοντά μας την ανάσα εκείνων που αγκομαχούν. Σαν φιλόδοξοι επαναστάτες, προσπαθούμε να προχωρήσουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε ανοίγοντας το δρόμο, αλλά ξέρουμε πως από τη μάζα αντλούμε την υπόστασή μας και ότι αυτή δεν θα μπορέσει να προχωρήσει γρηγορότερα παρά αν την ενθαρρύνουμε με το παράδειγμά μας.

Παρά τη σημασία που δόθηκε στα ηθικά κίνητρα, το γεγονός ότι υπάρχει μια διαίρεση σε δύο κύριες ομάδες (εξαιρουμένων βέβαια εκείνων που για τον έναν ή τον άλλο λόγο δεν συμμετέχουν στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού) δείχνει τη σχετική ανεπάρκεια της ανάπτυξης της κοινωνικής συνείδησης.

Η ομάδα της πρωτοπορίας είναι πιο προχωρημένη ιδεολογικά από τη μάζα, που γνωρίζει τις καινούριες αξίες, αλλά ανεπαρκώς. Ενώ, λοιπόν στους πρώτους δημιουργείται μια ποιοτική αλλαγή που τους επιτρέπει να θυσιαστούν, υπό την ιδιότητά τους σαν πρωτοπόρων, οι δεύτεροι είναι λιγότερο ενσυνείδητοι και πρέπει να πιεστούν κάπως έντονα. Είναι η δικτατορία του προλεταριάτου που εξασκείται όχι μονάχα στην ηττημένη τάξη αλλά και στη νικήτρια τάξη. Αυτό που επιβάλει, για να είναι η επιτυχία καθολική, την ανάγκη μιας σειράς μηχανισμών: τα επαναστατικά θεμέλια – αρμονικό σύνολο αγωγών, βαθμίδων και λαδωμένων γραναζιών – που θα επιτρέπουν τη φυσική επιλογή εκείνων που είναι προορισμένοι να προχωρήσουν στην πρωτοπορία και την επαναφορά των επιβραβεύσεων και των τιμωριών κατά που αξίζει στον καθένα.

Μια τέλεια ταύτιση της κυβέρνησης και της κοινότητας

Δεν πετύχαμε ακόμη να οργανώσουμε τα θεμέλια της Επανάστασης. Αναζητούμε κάτι το καινούριο που θα επιτρέψει μια τέλεια ταύτιση της κυβέρνησης και του συνόλου της κοινότητας (θεμέλια προσαρμοσμένα στις ιδιάζουσες συνθήκες της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και όσο το δυνατόν απομακρυσμένα από κοινούς τόπους της αστικής δημοκρατίας). Κάναμε κάποιες προσπάθειες με το σκοπό να δημιουργήσουμε προοδευτικά τις βάσεις της Επανάστασης, αλλά χωρίς βιασύνη. Αυτό που μας αναχαίτισε ήταν ο φόβος μήπως μια τυποποίηση των σχέσεων γίνει αφορμή να απομακρυνθούμε από τις μάζες και το άτομο και κυρίως μη μας κάνει να χάσουμε από τα μάτια μας την τελευταία και την πιο σημαντική επαναστατική φιλοδοξία που είναι να δούμε τον άνθρωπο ελευθερωμένο από την αλλοτρίωσή του. Παρ’ όλη την έλλειψη βάσεων που πρέπει να υπερπηδήσουμε βαθμηδόν, οι μάζες κάνουν τώρα την ιστορία σαν ένα συνειδητό σύνολο ατόμων που αγωνίζονται για τον ίδιο σκοπό.

Στο σοσιαλιστικό καθεστώς, παρά τη φαινομενική του ομοιομορφία, ο άνθρωπος είναι πιο πλήρης. Παρ’ όλη την απουσία ενός μηχανισμού απόλυτα προσαρμοσμένου, η δυνατότητά του να εκφράζεται και να βαραίνει στο σοσιαλιστικό όργανο είναι πολύ μεγαλύτερη.

Είναι ακόμη αναγκαίο να τονίσουμε τη συνειδητή συμμετοχή του, ατομική και συλλογική, σ’ όλους τους μηχανισμούς διεύθυνσης και παραγωγής και να τη συνδέσουμε με την τεχνική και ιδεολογική του εκπαίδευση, ώστε να νιώσει πόσο αυτά τα προτσές είναι αλληλοεξαρτώμενα με παράλληλη πρόοδο. Μια κι έσπασαν λοιπόν οι αλυσίδες της αλλοτρίωσης, θα αποκτήσει καθολική συνείδηση της ύπαρξής του και την ολοκλήρωσή του σαν ανθρώπινο ον.

Αυτό θα γίνει συγκεκριμένα αντιληπτό με την επανακατάκτηση της καθαρής του προσωπικότητας μέσα από την απελευθερωμένη εργασία και με την έκφραση και την ανθρώπινης του υπόστασης μέσα από την καλλιέργεια και την τέχνη.

(Το κείμενο συντάχθηκε υπό τη μορφή επιστολής προς τον Carlos Quijano, διευθυντή της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Μάρτσα», που εκδιδόταν στο Μοντεβίδεο της Ουρουγουάης. Δημοσιεύθηκε το Μάρτιο του 1965). 

Σημειώσεις γιά τη μελέτη της Κουβανικής Επανάστασης

Αυτή είναι μία μοναδική επανάσταση που μερικοί άνθρωποι θεωρούν ότι αντιφάσκει με μία από τις πιο ορθόδοξες αρχές του επαναστατικού κινήματος, όπως την εξέφρασε ο Λένιν: «Χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα». Μπορούμε να πούμε πως η επαναστατική θεωρία, ως έκφραση μιας κοινωνικής αλήθειας, υπερβαίνει κάθε διακήρυξή της, δηλαδή, ακόμα και αν η θεωρία δεν είναι γνωστή, η επανάσταση μπορεί να επιτύχει αν η ιστορική αλήθεια ερμηνευτεί σωστά και αν οι εμπλεκόμενες δυνάμεις χρησιμοποιηθούν με το σωστό τρόπο. Κάθε επανάσταση, πάντα συνδυάζει διαφορετικές τάσεις, οι οποίες παρόλα αυτά ταυτίζονται στην πράξη και όσον αφορά τους άμεσους στόχους της επανάστασης.

Είναι ξεκάθαρο, πως αν οι ηγέτες έχουν μία στοιχειώδη θεωρητική γνώση πριν τη δράση, μπορούν να αποφύγουν δοκιμές και σφάλματα, όταν αυτή η θεωρία ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι κύριοι πρωταγωνιστές αυτής της επανάστασης δεν διέθεταν συνεπή θεωρητικά κριτήρια, αλλά δεν μπορούμε να πούμε πως ήταν αδαείς ως προς αρκετές παραμέτρους της ιστορίας, της κοινωνίας, της οικονομίας, και των επαναστάσεων που απασχολούν τον κόσμο σήμερα. Η βαθιά γνώση της πραγματικότητας, η στενή επαφή με το λαό, η σταθερότητα των στόχων του απελευθερωτή καθώς και η πρακτική επαναστατική εμπειρία, έδωσαν στους ηγέτες αυτούς την ευκαιρία να διαμορφώσουν ένα πιο πλήρες θεωρητικό σύστημα.

Όλα αυτά θα πρέπει να θεωρηθούν ως μία εισαγωγή στην εξήγηση αυτού του περίεργου φαινομένου που ευαισθητοποίησε όλο τον κόσμο: την Κουβανική Επανάσταση. Είναι άξιο διερεύνησης, στην σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, πώς και γιατί μία ομάδα ανθρώπων, κατεστραμμένη από έναν ασύγκριτα ανώτερο, σε τεχνική και εξοπλισμό, στρατό κατάφερε καταρχήν να επιβιώσει, να γίνει δυνατή και αργότερα δυνατότερη από τον εχθρό στα πεδία της μάχης, να συνεχίσει κατόπιν σε νέες ζώνες μετώπου και τελικά να νικήσει τον εχθρό, αν και τα στρατεύματά της ήταν ακόμα μικρότερα σε αριθμό.

Φυσικά, εμείς που δεν δείχνουμε το απαιτούμενο ενδιαφέρον για την θεωρία, δεν διατρέχουμε τον κίνδυνο να εκθέσουμε την αλήθεια της κουβανικής επανάστασης ως να ήμασταν οι αυθεντίες της. Θα προσπαθήσουμε απλά να δώσουμε τις βάσεις για την ερμηνεία αυτής της αλήθειας. Στην πραγματικότητα, η κουβανική επανάσταση θα πρέπει να διαχωριστεί σε δύο διακριτά επίπεδα: εκείνο της ένοπλης δράσης μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1959, και των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών μεταρυθμίσεων που ακολούθησαν.

Ακόμα και αυτά τα δύο επίπεδα, πρέπει να υποδιαιρεθούν, ωστόσο δεν θα ασχολήθουμε με αυτά υπό το πρίσμα της ιστορικής έκθεσης, αλλά από την οπτική της εξέλιξης της επαναστατικής σκέψης των ηγετών τους, μέσω της επαφής τους με τον λαό. Με την ευκαιρία, εδώ πρέπει να τοποθετηθούμε γενικά απέναντι σε έναν από τους πιο αμφιλεγόμενους όρους του σύγχρονου κόσμου: τον μαρξισμό. Όταν μας ρωτούν αν είμαστε Μαρξιστές, η θέση μας είναι η ίδια με εκείνη ενός φυσικού ή βιολόγου στο ερώτημα αν είναι «με τον Νεύτωνα» ή «με τον Παστέρ» αντίστοιχα.

Υπάρχουν αλήθειες τόσο εμφανείς και μέρος της ανθρώπινης γνώσης, ώστε είναι σήμερα άσκοπο να τις συζητούμε. Πρέπει να είναι κανείς «Μαρξιστής», τόσο φυσικά όσο είναι κάποιος με τον Νεύτωνα στη φυσική ή με τον Παστέρ στη βιολογία, αναλογιζόμενος πως αν νέα δεδομένα καθορίσουν νέες αντιλήψεις, οι αντιλήψεις αυτές δεν στερούν από τις παλαιότερες το μέρος της αλήθειας που κατέχουν. Τέτοια είναι για παράδειγμα η περίπτωση της σχετικότητας του Αϊνστάιν ή της κβαντικής θεωρίας του Πλανκ, σε σχέση με τις ανακαλύψεις του Νεύτωνα. Δεν αφαιρούν τίποτα από το μεγαλείο του σοφού Άγγλου. Χάρη στο Νεύτωνα, η φυσική κατάφερε να εξελιχθεί ανακαλύπτοντας νέες έννοιες του διαστήματος. Ο σοφός Άγγλος πρόσφερε το αναγκαίο σκαλοπάτι για τους επόμενους.

Οι εξελίξεις στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες, όπως και σε άλλους τομείς, αποτελούν τμήματα μίας μακράς ιστορικής πορείας, που συνδέονται μεταξύ τους, αλληλοπροστίθενται και διαρκώς οδηγούν σε βελτιώσεις. Στις αρχές της ιστορίας του ανθρώπου, υπήρξαν τα μαθηματικά των Κινέζων, των Αράβων ή των Ινδών. Σήμερα, τα μαθηματικά δεν έχουν σύνορα. Στην πορεία της ιστορίας, υπήρξε ένας Έλληνας Πυθαγόρας, ένας Ιταλός Γαλιλαίος, ένας Άγγλος Νεύτωνας, ένας Γερμανός Γκάους, ένας Ρώσος Λομπατσέφκσι, ένας Αϊνστάιν κ.λπ. Έτσι και στον τομέα των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, από το Δημόκριτο μέχρι τον Μαρξ, μία μακρά σειρά από στοχαστές πρόσθεσαν τις δικές τους πρωτότυπες έρευνες και διαμόρφωσαν ένα σώμα εμπειρίας και αντιλήψεων.

Η συνεισφορά του Μαρξ είναι πως ξαφνικά παρήγαγε μία ποιοτική αλλαγή στην ιστορία της κοινωνικής σκέψης. Ερμηνεύει την ιστορία, κατανοεί τη δυναμική της και προβλέπει το μέλλον (πράγμα που από μόνο του ικανοποιεί την επιστημονική του υποχρέωση), αλλά επί πρόσθετα εκφράζει μία επαναστατική αντίληψη: ο κόσμος δεν αρκεί να ερμηνευτεί αλλά θα πρέπει να μεταβληθεί. Ο άνθρωπος παύει να αποτελεί δούλο και εργαλείο του περιβάλλοντός του, μετατρέποντας τον εαυτό του σε αρχιτέκτονα της μοίρας του. Εκείνη τη στιγμή, ο Μαρξ θέτει τον εαυτό του στόχο όλων εκείνων που ενδιαφέρονται να διατηρήσουν την παλιά τάξη, όπως άλλοτε με τον Δημόκριτο του οποίου το έργο κάηκε από τον Πλάτωνα και τους ακόλουθούς του, τους ιδεολόγους της Αθηναϊκής αριστοκρατίας των δούλων. Με αφετηρία τον επαναστατικό Μαρξ, μία πολιτική ομάδα με στέρεες ιδέες εδραιώθηκε. Βασιζόμενη στος γίγαντες Μαρξ και Έγγελς, εξελίχθηκε σταδιακά χάρη σε προσωπικότητες όπως ο Λένιν, ο Στάλιν, ο Μάο Τσετούνγκ και οι νέοι ηγέτες της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας, διαμόρφωσε ένα σύνολο δογμάτων και ας μας επιτραπεί να πούμε, παραδείγματα για να ακολουθήσουμε.

Η κουβανική επανάσταση παίρνει τον Μαρξ από το σημείο εκείνο στο οποίο ο ίδιος εγκατέλειψε την επιστήμη για να φέρει στον ώμο το επαναστατικό τουφέκι. Και τον πιάνει από εκείνο το σημείο, όχι με διάθεση ρεβιζιονισμού ενάντια αυτών που ακολουθούν τον Μαρξ ή αποκατάστασης ενός «καθαρού» Μαρξ, αλλά γιατί σε εκείνο το σημείο, ο επιστήμονας Μαρξ, έθετε τον εαυτό του έξω από την Ιστορία, την οποία μελετούσε και προέβλεπε. Ήταν από εκεί και πέρα που ο επαναστάτης Μαρξ μπορούσε να αγωνιστεί μέσα στην Ιστορία.

Εμείς οι πρακτικοί επαναστάτες ακολουθούμε απλώς τους νόμους που προέβλεψε ο Μαρξ, ο επιστήμονας. Προσαρμοζόμαστε στις προβλέψεις του επιστήμονα Μαρξ, καθώς διασχίζουμε τον δρόμο της εξέγερσης, αντιπαλεύοντας την παλαιά δομή εξουσίας, στηριζόμενοι στο λαό για την καταστροφή αυτής της δομής και έχοντας την ευτυχία του λαού ως βάση του αγώνα μας. Δηλαδή, και είναι καλό να το τονίσουμε μία ακόμα φορά, οι νόμοι του Μαρξισμού περιέχονται στα γεγονότα της κουβανικής επανάστασης, ανεξάρτητα από το τί γνωρίζουν οι ηγέτες της για αυτούς, από θεωρητικής πλευράς.

Πριν την απόβαση του Γκράνμα, κυριαρχούσε μία νοοτροπία, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, σε ένα βαθμό «ιδεαλιστική»: τυφλή σιγουριά για μία αστραπιαία λαϊκή έκρηξη, ενθουσιασμός και πίστη στην δυνατότητα ανατροπής του καθεστώτος του Μπατίστα μέσω ενός ένοπλου ξεσηκωμού συνδυασμένου με αυθόρμητες επαναστατικές απεργίες.που θα προκαλούσαν την πτώση του δικτάτορα. […]

Μετά την απόβαση έρχεται η ήττα, η σχεδόν ολοσχερής καταστροφή των δυνάμεων και η επανασυγκρότησή τους σε αντάρτικο. Οι λιγοστοί – αποφασισμένοι για τον αγώνα – που επιβίωσαν, κατανόησαν πως το να βασίζονται σε μαζικούς ξεσηκωμούς σε όλη την έκταση του νησιού ήταν λάθος, μία ψευδαίσθηση. Κατάλαβαν επίσης πως ο αγώνας θα ήταν μακρύς και ότι απαιτούσε μεγάλη συμμετοχή των χωρικών. Εκείνη την περίοδο, οι αγρότες προσχωρούσαν στον ανταρτοπόλεμο για πρώτη φορά.

Δύο γεγονότα συνέβησαν, μικρής αξίας σε σχέση με τον αριθμό των πολεμιστών που συμμετείχαν, αλλά μεγάλης ψυχολογικής σημασίας. Καταρχήν, ο ανταγωνισμός που ένιωθαν οι άντρες των πόλεων – που αποτελούσαν την αντάρτικη ομάδα – απέναντι στους χωρικούς έσβησε. Με τη σειρά τους, οι χωρικοί ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στην ομάδα και κυρίως φοβούνταν τα σκληρά αντίποινα της κυβέρνησης. Σε αυτή τη φάση, δύο πολύ σημαντικές διαπιστώσεις προέκυψαν: στους χωρικούς έγινε φανερό πως οι παράνομες φορολογίες του στρατού και οι διωγμοί δεν θα αρκούσαν για την λήξη του αντάρτικου, ακόμα και τη στιγμή που ο στρατός μπορούσε να εξολοθρεύσει τα σπίτια, τη συγκομιδή και τις οικογένειές τους. Συνεπώς ήταν καλή λύση να καταφύγουν στους αντάρτες. Από την πλευρά τους, οι αντάρτες έμαθαν ότι ήταν όλο και περισσότερο αναγκαίο να «κερδίσουν» τις μάζες των χωρικών. […]

[Μετά την αποτυχία της κύριας επίθεσης του Μπατίστα στον Επαναστατικό Στρατό], ο πόλεμος παίρνει νέα μορφή: η αναλογία των δυναμέων κλίνει προς το μέρος της επανάστασης. Μέσα σε ενάμισι μήνα, δύο ολιγάριθμες φάλλαγες, η πρώτη 80 και η άλλη 140 ανδρών, διαρκώς περιστοιχισμένες και διωκόμενες από έναν στρατό χιλιάδων στρατιωτών, διέσχισαν τις πεδιάδες του Camagüey, έφθασαν στη Λας Βίγιας και ξεκίνησαν το έργο του διαχωρισμού του νησιού στα δύο. Ίσως μοιάζει παράδοξο, ακατανόητο, ακόμα και εντυπωσιακό πως δύο φάλλαγες τόσο μικρού μεγέθους – χωρίς επικοινωνία, μεταφορικά μέσα, χωρίς το στοιχειώδη οπλισμό του σύγχρονου ανταρτοπολέμου – κατόρθωσαν να πολεμήσουν εναντίον καλά εκπαιδευμένων και πάνω απ’ όλα καλά εξοπλισμένων μονάδων. Βασικό στοιχείο [για τη νίκη] είναι ο χαρακτήρας της κάθε στρατιάς: όσο λιγότερες ανέσεις έχει ο αντάρτης, τόσο περισσότερο μυείται στις κακουχίες της ζωής στη φύση και αισθάνεται σαν στο σπίτι του. Το ηθικό του είναι υψηλότερο, η αίσθηση ασφάλειας είναι μεγαλύτερη. Την ίδια στιγμή, έχει μάθει να θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του σε κάθε περίσταση, να την εμπιστεύεται στην τύχη σαν να παίζει κορώνα-γράμματα. Γενικά, σε αυτό το είδος πολέμου, ελάχιστα μετρά στον κάθε αντάρτη αν θα επιζήσει ή όχι. Ο εχθρός, στο παράδειγμα της Κούβας, είναι ο κατώτερος συνέταιρος του δικτάτορα, είναι ο άνθρωπος στον οποίο αφήνονται τα τελευταία ψίχουλα από μία μακρά αλυσίδα κερδοσκόπων, ξεκινώντας από τη Γουώλ Στρητ και καταλήγοντας σε εκείνον. Ο ρόλος του είναι να υπερασπιστεί τα προνόμιά του, αλλά μόνο μέχρι το σημείο που αυτό έχει σημασία για τον ίδιο. Ο μισθός του και η σύνταξή του αξίζουν κάποια ταλαιπωρία και κινδύνους, αλλά σε καμία περίπτωση την ίδια τη ζωή του. Αν το τίμημα για την υπεράσπισή τους είναι τέτοιο, τότε είναι καλύτερο για αυτόν να τα εγκαταλείψει, υποχωρώντας δηλαδή μπροστά στον αντάρτη. Από αυτές τις δύο διαπιστώσεις, και την ηθική τους, αναδεικνύεται η διαφορά που έμελλε να προκαλέσει την κρίση της 31ης Δεκεμβρίου 1958. […]

Εδώ παίρνει τέλος η σύγκρουση. Αλλά οι άντρες που φθάνουν στην Αβάνα μετά από δύο χρόνια αγώνα στα βουνά και τις πεδιάδες του Οριέντε, στις πεδιάδες του Camagüey και στα βουνά, τις πεδιάδες και τις πόλεις της Λας Βίγιας, δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι, ιδεολογικά, με αυτούς που προσάραξαν στις ακτές της Λας Κολοράντας ή με αυτούς που πήραν μέρος στην πρώτη φάση του αγώνα. Η δυσπιστία τους απέναντι στους χωρικούς έχει μεταβληθεί σε οικειότητα και σεβασμό για τις αρετές τους. Η ολοκληρωτική άγνοιά τους για την αγροτική ζωή έχει μεταβληθεί σε γνώση των αναγκών των χωρικών. Η προσήλωσή τους σε στατιστικές και θεωρίες έχει πλέον συνδεθεί με την καθημερινή πραγματικότητα.

Με σημαία την Αγροτική Μεταρρύθμιση, η πραγματοποίηση της οποίας ξεκινά στη Σιέρα Μαέστρα, αυτοί οι άντρες συγκρούονται με τον ιμπεριαλισμό. Γνωρίζουν ότι η Αγροτική Μεταρρύθμιση είναι η βάση πάνω στην οποία θα χτιστεί η νέα Κούβα. Γνωρίζουν επίσης ότι θα δώσει γη σε όλους τους μη κατέχοντες αλλά και ότι θα απογυμνώσει τους παράνομους σφετεριστές της, γνωρίζοντας ότι οι μεγαλύτεροι εκμεταλλευτές είναι άνθρωποι που ασκούν επιρροή στο Στέητ Ντιπάρτμεντ ή την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Αλλά έμαθαν ήδη να νικούν τις δυσκολίες με γενναιότητα, με κουράγιο και κυρίως με την υποστήριξη του λαού. Και βλέπουν πλέον στο μέλλον την απελεύθερωση που περιμένει, πέρα από τις κακουχίες.

Βιβλιοκριτική: Che Guevara. His Revolutionary Legacy (Löwy & Besancenot)

Κριτική στο βιβλίο: Che Guevara. His Revolutionary Legacy, των Olivier Besancenot και Michael Lowy. Monthly Review Press, 2009.

Της Κιτ Άνταμ Γουάινερ.

Το ότι η μορφή του Τσε Γκεβάρα βρίσκεται σε τοίχους και t-shirts σε όλον τον κόσμο δεν αποτελεί νέο. Στη Λατινική Αμερική, τις δεκαετίες του 1970 και ’80, ένας ταξιδιώτης μπορούσε να δει το πρόσωπο του Τσε  ζωγραφισμένο με σπρέι σε τοίχους εργατικών συνοικιών. Στην επαναστατική Νικαράγουα το γκραφίτι με τη μορφή του Τσε απαγορεύτηκε επισήμως, όπως συνέβη με το τεράστιο κύμα «της τέχνης των τοίχων» υπέρ των Σαντινίστας και κατά των Κοντρας. Ως μάρτυρας ο Τσε συμβολίζει την προσήλωση και την ελπίδα για αντι-ιμπεριαλιστικές ομάδες ανταρτών σε όλην την Αμερική.

Τι είναι καινούργιο σήμερα στην εμπορικότητα της εικόνας του Τσε. Ο Τσε είναι υπερεκτεθιμένος σε ρουχισμό, μπιχλιμπίδια, ρολόγια. Εμφανίζεται σε γυμνάσια, κολλέγια και στους δρόμους του lower Μανχάταν. Για κάποιους η ατίθαση γενιάδα και ο μαύρος μπερές έχουν αναμφίβολα μια αισθητική αξία. Συμβολίζει ο Τσε την αντίσταση, την αντι-εξουσιαστική διάθεση ή κάποια προσωπική στάση που μόνο οι θαυμαστές του αντιλαμβάνονται;

Το βιβλίο των Ολιβιέρ Μπεσανσενό και Μάικλ Λεβί ‘Che Guevara: A Revolutionary Legacy’ αποτελεί μια ευπρόσδεκτη προσπάθεια να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα από τη «μόδα του Τσε» και να επανακαθορίσει το παρελθόν – μια επαναστατική σοσιαλιστική κληρονομιά βασισμένη στη ζωή και στις ιδέες του Τσε Γκεβάρα. Οι συγγραφείς είναι, αντίστοιχα, ένας γάλλος συνδικαλιστής και προεδρικός υποψήφιος της επαναστατικής αριστεράς (Μπεσανσενό) και ένας κορυφαίος θεωρητικός του μαρξισμού, συγγραφέας πάνω σε επαναστατικές παραδόσεις της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής (Λεβί).

Για τους συγγραφείς «κλειδί» για την κατανόηση της κληρονομιάς του Τσε είναι η εκτίμηση του αντι-Σταλινισμού του. Ο Μπεσανσενό και ο Λεβί ανιχνεύουν τα χρόνια της πολιτικής συνειδητοποίησης του Τσε στη Γουατεμάλα του ρεφορμιστή Γιακόμπο Άρμπενς. Ο Τσε έγινε αυτόπτης μάρτυρας της αδυναμίας του ρεφορμιστικού προγράμματος να αντιμετωπίσει το ιμπεριαλιστικό πραξικόπημα του 1954 και, ως εκ τούτου, μετακινήθηκε ριζοσπαστικά προς την αριστερά. Αποσχίστηκε από τη «διεπίπεδη» ορθοδοξία των κομμουνιστικών κομμάτων – ένα σχήμα που υποστήριζε ένα μεταβατικό στάδιο «μπουζουαρζικής δημοκρατικής» ανάπτυξης ως προάγγελο της σοσιαλιστικής φάσης. Οι θεωρητικοί του κομμουνισμού προέτρεπαν το «ποίμνιο» τους να συγκρατούν τις επαναστατικές τους ορμές κατά το «δημοκρατικό στάδιο», να περιορίζουν την δραστηριότητα της εργατικής τάξης στον Τρίτο Κόσμο χάρην συμμαχιών με «εθνικές αστικές τάξεις» για τη δημιουργία δημοκρατικών, αντι-ιμπεριαλιστικών μπλοκ. Οι συνέπειες ήταν τραγικές. Η δημοκρατική κυβέρνηση της Γουατεμάλα θα ανατρέπονταν από ένα, στηριζόμενο από τις ΗΠΑ, πραξικόπημα το 1954. Παρομοίως, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα θα διέλυε τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε στη Χιλή, στις 11 Σεπτέμβρη του 1973. Και στις δύο περιπτώσεις οι κομμουνιστές θα φυλακίζονταν η θα δολοφονούνταν εν ψυχρώ.
Παρ’ όλα αυτά υπήρχε μια λογική στη στρατηγική αυτή. Η συγκράτηση (απραξία) των κομμουνιστών «έδενε» με την σοβιετική εξωτερική πολιτική η οποία νοιάζοταν λιγότερο γιά την προώθηση επαναστάσεων στον κόσμο και περισσότερο με τη δημιουργία συμμαχιών στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Πρώτα και πάνω απ’ όλα, η Μόσχα επιθυμούσε τη διατήρηση ενός status quo ισορροπίας μεταξύ των αντίπαλων στρατοπέδων, ώστε να μην επιχειρούσαν επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης οι ιμπεριαλιστικές χώρες. Σε αυτό το πλαίσιο, η δημιουργία συμμαχιών με εθνικές καπιταλιστικές τάξεις που αποζητούσαν μια κάποια αυτονομία από την Ουάσινγκτον φαίνονταν λογική για την πολιτική των μεγάλων δυνάμεων. Παρ’ όλα αυτά, δεν είχε ουδεμία σχέση με την επανάσταση. Και σύμφωνα με τους Μπεσανσενό και Λεβί, ο Τσε το αντιλήφθηκε αυτό τη δεκαετία του 1950.

Συνοψίζοντας τα μαθήματα από την εμπειρία της Γουατεμάλα, ο Τσε κατέληξε σε μια άποψη παρόμοια με αυτήν που ο Λένιν είχε αναπτύξει στις «Θέσεις του Απρίλη» το 1917. Για τους Μπεσανσενό και Λεβί, με την απόρριψη της αντίληψης περί «επιπέδων» της δημοκρατικής μεταβατικής περιόδου ο Τσε αποσυνδέονταν από το όλο Σοβιετικό μοντέλο και αυτοτοποθετούνταν ολοκληρωτικά στο στρατόπεδο της αντι-σταλινικής επαναστατικής αριστεράς. Εξυπακούεται ότι ο επανακαθορισμός και η επανασύσταση της πραγματικής (πολιτικής) κληρονομιάς του Τσε ενδέχεται να έχει μεγάλο αντίκτυπο στην επαναθεμελίωση μιάς επαναστατικής αριστεράς στη Λατινική Αμερική. Όπως αναφέρουν, μάλλον ποιητικά, οι συγγραφείς, «πολλοί ισχυρίζονται ότι η φλόγα της ελπίδας μας έσβησε με την κατάρρευση της τραγικής και αιματηρής εμπειρίας γνωστής ως ‘υπαρκτός σοσιαλισμός’. Απαντούμε: ένα καντήλι ακόμη καίει – ο κομμουνισμός του Τσε Γκεβάρα».

Τα πολλαπλά πρόσωπα του Σταλινισμού

Ο Μπεσανσενό και ο Λεβί προσεγγίζουν το θέμα τους με μεγάλη φιλολογική ικανότητα και μια μοναδική αφοσίωση στην επανεκίνηση του επαναστατικού κινήματος στην Αμερική και διεθνώς. Είναι αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν τα καλύτερα στοιχεία της κληρονομιάς του Τσε προκειμένου να πετύχουν αυτόν τον στόχο. Αυτή τους η αφοσίωση, παρ’ όλα αυτά, τους οδηγεί στην υποτίμηση της απόρριψης, εκ μέρους του Τσε, της δημοκρατίας ως αντίδοτο του «γραφειοκρατικού μαρξισμού» και στην αγνόηση αποδεικτικών στοιχείων που έρχονται σε αντίθεση με τον χαρακτηρισμό του Τσε ως αντιπάλου του Σταλινισμού. Η προσήλωση του Τσε στις ιδέες και τις πολιτικές του Στάλιν, αλλά και η τιμή προς το ίδιο το πρόσωπο του σοβιετικού ηγέτη, αποδεικνύεται ευρέως στο γραπτό έργο του Σαμ Φαρμπερ. Μια απόσχιση από το σοβιετικό μοντέλο της «σοσιαλιστικής» μετάβασης και ανάπτυξης δεν ισοδυναμεί με αντι-σταλινισμό. Αντιθέτως, αυτό που απέρριψε ο Τσε ήταν η περίοδος του «λαϊκού μετώπου» του σταλινισμού – το απέρριψε όμως χάρην ενός είδους υπερεθελοντισμού που είχε απομείνει από την «Τρίτη περίοδο» (1928-1934) του σταλινισμού, με τις ακραίες και καταστροφικές πολιτικές συλλογικοποίησης και τις ψεύτικες υποσχέσεις της επερχόμενης παγκόσμιας επανάστασης. Στην πραγματικότητα, τη δεκαετία του 1960 όταν η (ιδεολογική) απόσχιση του Τσε από τη Μόσχα δημοσιοποιήθηκε, ο σταλινικού τύπου κομμουνισμός δεν ήταν πλέον μονολιθικός. Μεταξύ των ηγετών του ήταν υπερασπιστές του επαναστατικού αγώνα, του δημοκρατικού ρεφορμισμού, αποσχισμένες φατρίες της Μόσχας και ακόμη η απόρροψη της κληρονομιάς του ίδιου του Στάλιν. Ο Μάο Τσε Τούνγκ και ο Χο Τσι Μινχ, για παράδειγμα, ηγήθηκαν αμφότεροι επαναστατικών κινημάτων τα οποία ανέτρεψαν φιλοιμπεριαλιστικά καθεστώτα και διέκοψαν τα σοβιετικά σχέδια για μεταπολεμική σταθερότητα. Η απόσχιση του Μάο από την ΕΣΣΔ πήρε δημόσιες διαστάσεις το 1960, οδηγώντας σε διαιρέσεις μεταξύ των κομμουνιστικών κομμάτων ανα τον κόσμο. Ο Μάο απέρριψε τον μη-επαναστατικό δρόμο της Μόσχας προς το σοσιαλισμό και, κατά την πολιτιστική επανάσταση, κύρηξε πόλεμο στον «γραφειοκρατισμό». Παρ’ όλα αυτά, ο Μάο ήταν ένας καθαρός σταλινιστής, οι ακρατικές καμπάνιες είχαν πτωτική πορεία και ποτέ δεν βασίστηκαν στην αυτό-οργάνωση των κινέζων εργατών. Και οι εξωτερικές του πολιτικές απεδείχθησαν όχι λιγότερο τυχοδιωκτικές από αυτές της Μόσχας. Το σχίσμα του 1948 μεταξύ των Τίτο και Στάλιν οδήγησε στην επιβίωση ενός κομμουνιστικού κράτους (σ.σ. Γιουγκοσλαβία) που απέρριπτε ανοιχτά την σταλινική κληρονομιά και τον ίδιο τον Στάλιν προσωπικά. Κατά ειρωνεία, τα μέσα που το κομμουνιστικό κόμμα της Γιουγκοσλαβίας χρησιμοποίησε προκειμένου να καταπιέσει τους γιουγκοσλάβους σταλινιστές των αρχών του ’50 περιελάμβαναν μυστική αστυνομία και δίκες αμφιβόλου αμεροληψίας.
Μεταξυ των γιουγκοσλάβων κομμουνιστών ηγετών ήταν διανοούμενοι οι οποίοι έκαναν φιλότιμες προσπάθειες να μελετήσουν τα προβλήματα της γραφειοκρατείας, την ανάγκη αποκεντροποίησης και την παραγωγή ποιοτικών καταναλωτικών αγαθών. Στα 1950 και 1960 αυτοί οι κομμουνιστές προέβαλαν το ζήτημα του ελέγχου των εργατών στο πλαίσιο του σοσιαλισμού και σχεδίασαν ένα σύστημα αυτό-οργάνωσης των ίδιων των εργατών. Παρ’ όλα αυτά, η αυτό-οργάνωση των εργατών ήταν γενικά ουτοπική. Οι εργάτες ποτέ δεν ήλεγχαν τον κεντρικό σχεδιασμό και δεν ήταν ποτέ σε θέση να αποφασίσουν πως θα έπρεπε να ρυθμιστεί ο γιουγκοσλαβικός σοσιαλισμός σε μακρο-οικονομικό επίπεδο. Την στιγμή που η Γιουγκοσλαβία παρέμεινε λιγότερο καταπιεστική σε σχέση με τις άλλες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, το ΚΚ της Γιουγκοσλαβίας δεν απεμπόλησε ποτέ το κεντρικό δόγμα του μονοκομματικού κράτους στο οποίο η εξουσία και τα προνόμοια της ηγεσίας του βασίζονταν στην αστυνομική δύναμη. Στην ίδια τη Συμφωνία της Βαρσοβίας αναδείχθησαν αρκετοί κομμουνιστές ηγέτες που αμφισβήτησαν την σταλινική ορθοδοξία. Στο πλαίσιο της «Αποσταλινοποίησης» του Νικίτα Χρουτσώφ και ωθούμενοι από κινήματα, εργάτες και διανοουμένους, οι Βλάντισλαβ Γκομούλκα (Πολωνία 1956), Ιμρέ Ναγί (Ουγγαρία 1956) και Αλεξάντερ Ντουμπτσεκ (Τσεχοσλοβακία 1968) αναδείχθηκαν μέσα από διαδικασίες σταλινικών κομμουνιστικών κομμάτων και αποκύρηξαν τον Σταλινισμό. Την στιγμή που ο αντι-σταλινισμός του Γκομούλκα ήταν πάντοτε σχεδιασμένος ώστε να διατηρεί το μονοκομματικό καθεστώς την ώρα που ευαγγελίζονταν μια ριζοσπαστικοποιημένη εργατική τάξη, οι Ναγί και Ντουμπτσεκ έδειχναν να πιστεύουν πως μπορούσαν να χτίσουν έναν πιο ανθρώπινο σοσιαλισμό στο πλαίσιο της κυριαρχίας του κομμουνιστικού κόμματος. Παρ’ όλα αυτά, κανένας τους δεν ήταν διατεθειμένος να αποσχιστεί από τα κομμουνιστικά κόμματα τους η να προσπαθήσει να δημιουργήσει αντιπολιτευόμενα εργατικά κόμματα. Και κανείς δεν ανέπτυξε σχεδιασμούς ικανούς να αντισταθούν στην σοβιετική ισχύ.

Είναι άξιο θαυμασμού ότι οι Μπεσανσενό και Λεβί επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τις πλέον επαναστατικές ιδέες του Τσε προκειμένου να «παρέμβουν» στη διαδικασία δημιουργίας μιας νέας αριστεράς στη Λατινική Αμερική. Ακόμη, η πρόσφατη αναβίωση αυτής της αριστεράς έρχεται σε μια περίοδο όπου τα ζητήματα της γραφειοκρατίας και του εργατικού ελέγχου συνεχίζουν να είναι πιεστικά και η κυρίαρχη άποψη μιας σοσιαλιστικής μετάβασης κινείται γύρω από ισχυρούς ηγέτες. Και το κομμουνιστικό κόμμα του Τσε συνεχίζει να κυβερνά την Κούβα. Ως εκ τούτου μια πιο κριτική ματιά στον αντι-σταλινισμό του Τσε είναι αναγκαία, λαμβάνοντας υπ’ όψη το ότι η πολιτική του κληρονομιά υιοθετείται από ποικιλλία συλλογικοτήτων όπως το κουβανικό κομμουνιστικό κόμμα, το ενωμένο σοσιαλιστικό κόμμα του Ούγκο Τσάβες και το EZLN των Ζαπατίστας στο νότιο Μεξικό. Η διαφορά μεταξύ του επαναστάτη Τσε και του φιλο-σταλινικού Τσε εμφανίζεται στο πρώτο κεφάλαιο, «Ένας μαρξιστικός ανθρωπισμός». Ο Μπεσανσενό και ο Λόουι κάνουν έκκληση για έναν σοσιαλισμό βασισμένο σε ανθρωπιστικές αρχές, θέτοντας ως προτεραιότητα το μετασχηματισμό των ανθρώπων σε ηθικά όντα απελευθερωμένα από το (καπιταλιστικό) νόμο της αξίας. Παραπέμπουν σε πολλά από τα γραπτά του Τσε προκειμένου να προβάλλουν την άποψη του ότι η επαναστατική διαδικασία μεταβάλλει τον ατομικιστή άνθρωπο σε «κολλεκτιβιστική» μονάδα ταγμένη στην σοσιαλιστική αλληλεγγύη. Θα έπρεπε όμως να αντιμετωπίσουμε τα όρια που έθεσε ο Τσε: Τι εννοούμε όταν μιλάμε για ανθρωπισμό σε μια μετα-επαναστατική κοινωνία; Πιο συγκεκριμένα – τι είναι ο ανθρωπισμός χωρίς δημοκρατία;

Όπως αναφέρει ο Σαμ Φαρμπερ, το αντίδοτο του Τσε στον ατομισμό και την απομόνωση της εργατικής τάξης ήταν ένας καθολικός εθελοντισμός μέσα από τον οποίο οι εργάτες καλούνταν να θυσιαστούν για το ευρύτερο σοσιαλιστικό καλό, όχι για τον εργατικό έλεγχο. Ήρθε αντιμέτωπος με προσπάθειες κουβανών εργατών να διατηρήσουν ανεξάρτητες ενώσεις και έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στο «χτίσιμο» του μονοκομματικού κράτους.

Ο Μπεσανσενό και ο Λεβί ασκούν κριτική στον Τσε για την άρνηση του να αναγνωρίσει την εργατική δημοκρατία ως αντίδοτο στην γραφειοκρατία (54-57) όσο και για την υποστήριξη που παρείχε στη θανατική ποινή. Ασκούν κριτική όμως περιληπτικά και σύντομα χωρίς να εξετάζουν τις αντιφάσεις μεταξύ του ουμανισμού του Τσε και του ρόλου του στη δημιουργία μιάς κοινωνίας στην οποία οι εργάτες έχουν μικρό ρόλο στον καθορισμό του τι παράγουν, πόσο παράγουν και στην οποία παραμένουν απομονωμένοι.

Βρισκόμαστε ακόμη στην πρώϊμη φάση της επανασυγκρότησης μιάς αριστεράς που είναι και επαναστατικά σοσιαλιστική και δημοκρατική. Είναι αναπόφευκτο ότι οι επαναστάτες θα ανακαλύψουν ξανά παλαιούς στοχαστές και πρόσωπα χωρίς αναγκαστικά να υιοθετήσουν το σύνολο των απόψεων τους. Είναι όμως ουσιαστικό μαθαίνοντας από το παρελθόν να είμαστε, εν τέλει, τόσο κριτικοί όσο και θαυμαστές. Ο Τσε Γκεβάρα είχε θαυμαστές αρετές αλλά η υποστήριξη του προς έναν σοσιαλισμό που δεν περιελάμβανε την εργατική δημοκρατία συνέβαλε στις αποτυχίες της παλιάς αριστεράς και είναι ένας απ’ τους λόγους που η προσπάθεια που κάνουμε τώρα είναι αυτή της Επαναθεμελίωσης (της αριστεράς).

ATC 143, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2009.

(Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της αμερικανικής σοσιαλιστικής ένωσης «Solidarity»).

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Ένας επαναστάτης ενάντια στην Σοβιετική πολιτική οικονομία

Της Helen Yaffe*.

Τον Ιανουάριο του 1962 ο Γκεβάρα είπε στους συναδέλφους του στο Υπουργείο Βιομηχανιών της Κούβας (ΥΒ): «Σε καμία περίπτωση δεν λέω ότι η οικονομική αυτονομία μιας επιχείρησης με ηθικά κίνητρα, όπως διαπιστώνεται στις σοσιαλιστικές χώρες, είναι μια φόρμουλα που θα εμποδίσει την πρόοδο προς το σοσιαλισμό». Αναφερόταν στο σύστημα οικονομικής διαχείρισης που εφαρμοζόταν στο Σοβιετικό μπλοκ, γνωστό στην Κούβα, ως Σύστημα Auto-χρηματοδότησης (AFS). Μέχρι το 1966, στην κριτική του απέναντι στο Σοβιετικό Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας, συμπεραίνει ότι η ΕΣΣΔ «επιστρέφει στον καπιταλισμό». Το κείμενο αυτό θα αποδείξει ότι η ανάλυση του Γκεβάρα εξελίχτηκε στην περίοδο μεταξύ των δύο αυτών δηλώσεων, ως αποτέλεσμα τριών ερευνητικών κατευθύνσεων: τη μελέτη της ανάλυσης του Μαρξ για το καπιταλιστικό σύστημα, την εμπλοκή σε συζητήσεις περί σοσιαλιστικής πολιτικής οικονομίας και την αναφορά στις τεχνολογικές προόδους των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Την ίδια εποχή ο Γκεβάρα ασχολιόταν με την πρακτική εμπειρία από την ανάπτυξη του Συστήματος Χρηματοδότησης του Προϋπολογισμού (BFS) – ένα εναλλακτικό εργαλείο για την οικονομική διαχείριση του Υπουργείου Βιομηχανίας.

Ο Γκεβάρα ήταν επικεφαλής του Τμήματος Βιομηχανοποίησης και πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας το 1960, όταν όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και το 84% της βιομηχανίας της Κούβας εθνικοποιήθηκαν. Το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού (BFS) εμφανίστηκε σαν μια πρακτική λύση στα προβλήματα που προέκυψαν από τη μετάβαση από την ιδιωτική στην κρατική ιδιοκτησία της βιομηχανικής παραγωγής. Η Κούβα είχε μια μη ισορροπημένη, στηριζόμενη στο εμπόριο οικονομία κυριαρχούμενη από ξένα συμφέροντα, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι παραγωγικές μονάδες που πέρασαν στη δικαιοδοσία του Τμήματος εκτείνονταν από εργαστήρια τεχνιτών μέχρι εξελιγμένες μονάδες παραγωγής ενέργειας. Πολλές αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο χρεοκοπίας ενώ άλλες ήταν πολύ κερδοφόρες. Η λύση του Γκεβάρα είχε δυο σκέλη: πρώτον, να ομαδοποιηθούν επιχειρήσεις με παραπλήσιες γραμμές παραγωγής σε κεντρικά διοικητικά όργανα που θα ονομάζονταν Ενοποιημένες Επιχειρήσεις. Αυτό επέτρεπε στο Τμήμα να ελέγχει την κατανομή του ολιγάριθμου διοικητικού και τεχνικού προσωπικού, μετά την αποχώρηση του 65-75% των μάνατζερς, τεχνικών και μηχανικών μετά το 1959 – και, δεύτερον, για να συγκεντρώσει τα οικονομικά όλων των παραγωγικών μονάδων σε έναν τραπεζικό λογαριασμό (ενιαίο ταμείο) για την πληρωμή των μισθών, για τον έλεγχο των επενδύσεων και τη διατήρηση της παραγωγής σε βασικές βιομηχανίες που δεν είχαν χρηματικούς πόρους. Με την ίδρυση του Υπουργείου Βιομηχανίας το Φλεβάρη του 1961 το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού εξελίχτηκε σε ένα συγκεντρωτικό όργανο που ενσωμάτωνε τρεις οργανωτικές δομές σε ένα μαρξιστικό θεωρητικό πλαίσιο, ώστε να προωθήσει την εκβιομηχάνιση της Κούβας, να αυξήσει την παραγωγικότητα και να θεσμοθετήσει την συλλογική διαχείριση.

Προηγμένη τεχνολογία

Ο Γκεβάρα δημιούργησε το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού με συντρόφους που κατανοούσαν τις εσωτερικές λογιστικές πρακτικές, τη διοικητική συγκεντροποίηση και την παραγωγική συγκέντρωση των αμερικάνικων επιχειρήσεων και των θυγατρικών τους στην Κούβα. Ο Γκεβάρα εξέτασε τα επίσημα έγγραφα αυτών των εταιριών καθώς περιήλθαν σε κρατικά χέρια. Ήταν εντυπωσιασμένος με τις διοικητικές τους δομές, τη χρήση κεντρικών τραπεζικών λογαριασμών και προϋπολογισμών, των συγκεκριμενοποιημένων επιπέδων ευθύνης και λήψης αποφάσεων, καθώς και των τμημάτων οργάνωσης και ελέγχου. Είπε τους συναδέλφους του ότι το Σύστημα Χρηματοδότησης Προϋπολογισμού είχε ένα λογιστικό σύστημα παρόμοιο με το σύστημα των, προ του 1959, μονοπωλίων που λειτουργούσαν στην Κούβα, με τα αποδοτικά συστήματα ελέγχου τους: «Δεν είναι σημαντικό ποιός επινόησε το σύστημα. Το λογιστικό σύστημα που εφαρμόζουν στην Σοβιετική Ένωση εφευρέθηκε επίσης επί καπιταλισμού».

Ο Γκεβάρα ταξίδεψε για πρώτη φορά στην ΕΣΣΔ το 1960. Ο βοηθός του Ορλάντο Μπορέγκο θυμάται ότι επισκέφτηκαν ένα εργοστάσιο ηλεκτρονικών που έκανε υπολογισμούς με τον άβακα. Έχοντας μελετήσει την αμερικανικής ιδιοκτησίας Ηλεκτρική Εταιρία της Κούβας, την Shell, την Texaco και άλλες επιχειρήσεις που χρησιμοποιούσαν τους τελευταίας τεχνολογίας υπολογιστές της IBM, ο Γκεβάρα έμεινε έκπληκτος από την οπισθοδρομικότητα των σοβιετικών τεχνικών. Πίστευε ότι οι πρόοδοι της ανθρωπότητας θα πρέπει να υιοθετούνται χωρίς το φόβο της ιδεολογικής μόλυνσης.

Με την επιβολή του αποκλεισμού των ΗΠΑ, η Κούβα αναγκάστηκε να αγοράσει εργοστάσια από τις σοσιαλιστικές χώρες, ιδίως της ΕΣΣΔ. Η βοήθεια αυτή ήταν απαραίτητη, όμως η σχετική παλαιότητα του εξοπλισμού συγκρούστηκε με την επιθυμία του Γκεβάρα για μετάβαση σε προηγμένη τεχνολογία. Δεν επέκρινε τους Σοβιετικούς για την καθυστέρηση αυτή καθεαυτή. Αντίθετα, παραπονέθηκε για την αντίφαση ανάμεσα στο υψηλό επίπεδο της έρευνας και ανάπτυξης στη στρατιωτική τεχνολογία και το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων για μη-στρατιωτική παραγωγή. Έφερε αντιρρήσεις για την ιδεολογική τους αντίσταση στις σχετικές προόδους που γίνονταν στον καπιταλιστικό κόσμο. Αυτό αποτέλεσε ένα δαπανηρό λάθος από την άποψη ανάπτυξης και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Για παράδειγμα: «Για καιρό η επιστήμη των συστημάτων (αυτοματοποίηση) θεωρούταν αντιδραστική επιστήμη ή ψευδο-επιστήμη … [αλλά] είναι ένας κλάδος της επιστήμης που υπάρχει και πρέπει να χρησιμοποιείται». Πρόσθεσε ότι στις ΗΠΑ η εφαρμογή της επιστήμης των συστημάτων στη βιομηχανία είχε σαν αποτέλεσμα τον αυτοματισμό – μια σημαντική παραγωγική ανάπτυξη.

Η θεμελίωση ενός συστήματος διαχείρισης βασισμένο στην καπιταλιστική τεχνολογία για την μετάβαση στο σοσιαλισμό ήταν συμβατό με τα στάδια θεωρία του Μαρξ για την ιστορία, η οποία προέβλεπε ότι ο κομμουνισμός θα αναδυόταν από τον πλήρως αναπτυγμένο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Ο Μαρξ έδειξε πως η τάση συγκέντρωσης του κεφαλαίου, δηλαδή προς το μονοπώλιο, ήταν έμφυτη στο σύστημα. Ως εκ τούτου, η μονοπωλιακή μορφή του καπιταλισμού ήταν πιο προχωρημένη από τον «τέλειο ανταγωνισμό». Το σοβιετικό σύστημα προήλθε από έναν κυρίως υπανάπτυκτο, προ-μονοπωλιακό καπιταλισμό. Ένα σοσιαλιστικό οικονομικό σύστημα διαχείρισης που θα προέκυπτε από το μονοπωλιακοό καπιταλισμό θα μπορούσε να είναι πιο προηγμένο, αποτελεσματικό και παραγωγικό. Η προέλευση του ΣΧΠ ήταν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις της προ του 1959 Κούβας και επομένως ήταν πιο προοδευτικό από το ΑΧΣ το οποίο είχε από τον προ-μονοπωλιακό Ρωσικό καπιταλισμό.

Κριτική στο Σοβιετικό Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας

Τον Απρίλιο του 1965, ο Γκεβάρα έφυγε από την Κούβα επικεφαλής μιας κουβανέζικης στρατιωτικής αποστολής στο Κονγκό. Οι αντάρτες ηττήθηκαν και ο Γκεβάρα έμεινε στην Τανζανία και τη Δημοκρατία τη Τσεχίας μεταξύ 1965 και 1966, όπου άρχισε την εργασία για μια ολοκληρωμένη ανάλυση της πολιτικής οικονομίας της Σοσιαλιστικής μετάβασης. Στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το έργο αυτό, ο Γκεβάρα κράτησε σημειώσεις πάνω στο Σοβιετικό εγχειρίδιο, εφαρμόζοντας θεωρητικά επιχειρήματα του ανέπτυξε στην μεγάλη συζήτηση για το κείμενο αυτό. Οι σημειώσεις αυτές δεν γράφτηκαν προκειμένου να δημοσιευθούν, ούτε υπάρχουν ως κείμενο. Ήταν σχόλια που αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένες παραγράφους του Εγχειριδίου. Σημειώσεις για τον εαυτό του, συμπεριλαμβανομένων των ενδείξεων των τομέων για περαιτέρω μελέτη.

Ο Γκεβάρα επέκρινε τη μηχανιστική προσέγγιση του Εγχειριδίου πάνω στις κλασσικές μαρξιστικές αντιλήψεις για τις ταξικές σχέσεις ανάμεσα στην αστική τάξη και την εργατική τάξη, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επίδραση του ιμπεριαλισμού ο οποίος δημιούργησε μια προνομιούχα εργατική τάξη στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, καθώς και τους προνομιούχους τομείς (παραγωγής) στα εκμεταλλευόμενα κράτη. Απέρριψε σαν οπορτουνισμό τις προσπάθειες του Εγχειριδίου να ξεπεράσει την εγγενή βία της ταξικής πάλης στη μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Όσον αφορά την περίοδο της μετάβασης, ο Γκεβάρα υποστήριξε ότι το συλλογικό σύστημα των «κολχόζ» (συνεταιριστικών αγροκτημάτων) της ΕΣΣΔ δεν ήταν χαρακτηριστικό του σοσιαλισμού και ότι οι συνεταιρισμοί δεν ήταν μια σοσιαλιστική μορφή ιδιοκτησίας – δημιούργησαν ένα καπιταλιστικό εποικοδόμημα το οποίο συγκρούστηκε με την κρατική ιδιοκτησία και τις σοσιαλιστικές κοινωνικές σχέσεις επιβάλλοντας τη δική τους λογική πάνω στην κοινωνία. Ο Γκεβάρα αντέκρουε συστηματικά τους λεγόμενους νόμους του Σοσιαλισμού που αναφέρονται στο Εγχειρίδιο, ιδιαίτερα το νόμο της διαρκούς αύξησης της εργατικής παραγωγικότητας – το οποίο οργισμένος αποκαλούσε ότι: «Είναι η τάση που έχει οδηγεί τον καπιταλισμό για αιώνες». Καταδίκασε ως «επικίνδυνη» τη σοβιετική πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης και της οικονομικής άμιλλας με τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και επισήμαινε τις σοβαρές διαφωνίες ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες, κατηγορώντας τες για άνισες ανταλλαγές και την επιβολή των καπιταλιστικών κατηγοριών στις εμπορικές σχέσεις.

Ταυτόχρονα με τον σεβασμό, το θαυμασμό και τα επαναστατικά κίνητρα, ο Γκεβάρα ανακοίνωσε ότι ο Λένιν ήταν ο τελικός ένοχος επειδή η Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ), η οποία είχε αναγκαστεί να εισαγάγει το 1921 επέβαλε ένα καπιταλιστικό εποικοδόμημα στην ΕΣΣΔ. Η ΝΕΠ δεν εφαρμόστηκε ενάντια στη μικρή εμπορευματική παραγωγή, δήλωσε ο Γκεβάρα, αλλά κατ ‘απαίτηση αυτής. Η μικρή εμπορευματική παραγωγή περιέχει τα σπέρματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ήταν σίγουρος ότι ο Λένιν θα είχε αντιστρέψει (αλλάξει) τη ΝΕΠ εάν ζούσε περισσότερο. Ωστόσο, οι οπαδοί του Λένιν «δεν είδαν τον κίνδυνο κι έτσι παρέμεινε σαν ο Δούρειος Ίππος του σοσιαλισμού, το άμεσο υλικό κίνητρο ως ένας οικονομικός μοχλός». Αυτό το καπιταλιστικό εποικοδόμημα περιχαρακώθηκε, επηρεάζοντας τις παραγωγικές σχέσεις και δημιουργώντας ένα υβριδικό σύστημα σοσιαλισμού με καπιταλιστικά στοιχεία που αναπόφευκτα προκάλεσε συγκρούσεις και αντιθέσεις οι οποίες όλο και περισσότερο επιλύονταν προς όφελος του εποικοδομήματος – ο καπιταλισμός επέστρεφε στο σοβιετικό μπλοκ.

Οι σημειώσεις του Γκεβάρα προσφέρουν μια ξεκάθαρη κριτική της σοβιετικής πολιτικής οικονομίας. Ο ίδιος προειδοποίησε ότι μερικοί ενδέχετο να παρερμηνεύσουν το έργο του γιά ακραίο αντικομμουνισμό που μεταμφιέζεται ως θεωρητικό επιχείρημα, αλλά υποστήριξε ότι η αδυναμία της αστικής οικονομίας να ασκήσει κριτική στον εαυτό της, όπως ανέδειξε ο Μαρξ στην αρχή του «Κεφαλαίου», παρατηρήθηκε στον σύγχρονο μαρξισμό. Αφιέρωσε τη δουλειά του αυτή στους κουβανούς φοιτητές που περνούν από την επώδυνη διαδικασία της εκμάθησης «αιώνιων αλήθειών» στα ανατολικοευρωπαϊκά εγχειρίδια. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: Η ανθρωπότητα θα αντιμετωπίσει πολλές εκπλήξεις (σοκ) μέχρι την τελική απελευθέρωση, αλλά δεν μπορούμε να φτάσουμε εκεί χωρίς ριζική αλλαγή στην στρατηγική των πρώτων σημαντικότερων σοσιαλιστικών δυνάμεων.

Συμπέρασμα

Αυτή η εργασία συνόψισε την ανάλυση που οδήγησε το Γκεβάρα να προειδοποιήσει για την κατάρρευση του Σοσιαλισμού στο σοσιαλιστικό μπλοκ. Έκανε μια σημαντική συνεισφορά τόσο στη θεωρία και την πράξη της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ήλπιζε να πείσει τις σοσιαλιστικές χώρες να αντικαταστήσουν σταδιακά τους καπιταλιστικούς μηχανισμούς κατά τη διάρκεια της μετάβασης και πρόσφερε εναλλακτικές πολιτικές προς στην κατεύθυνση αυτή. Οι προειδοποιήσεις του δεν εισακούστηκαν και, για τους λόγους που ο Γκεβάρα προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ο καπιταλισμός επανήλθε σε όλες αυτές τις χώρες. Στην Κούβα, η ανάλυση του ήταν επανεξετάστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 κατά την περίοδο της λεγόμενης Διόρθωσης (Rectification), όταν η χώρα απομακρύνθηκε από το σοβιετικό μοντέλο προτού αυτό καταρρεύσει, βοηθώντας έτσι στην επιβίωση του σοσιαλισμού στην Κούβα.

(Μετάφραση – Επιμέλεια: Νικόλαος Μόττας)

* Η Dr. Helen Yaffe είναι αρθρογράφος και ερευνήτρια Οικονομικής Θεωρίας στο Ινστιτούτο Αμερικανικών Σπουδών του University College London. Είναι η συγγραφέας του βιβλίου «Che Guevara: The Economics of Revolution» (Palgave McMilan, 2007)», απόσπασμα του οποίου είναι το παρόν κείμενο.