«Και για σένα πεθαίνω, ηλίθιε!»

che guevara assassination 1967 35Του Νίκου Μπογιόπουλου.

Προχτές συμπληρώθηκαν 46 χρόνια από την αιχμαλωσία και την δολοφονία του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία. Εκείνος στον οποίο ανατέθηκε να τον εκτελέσει ήταν ο υπαξιωματικός Μάριο Τεράν.

Ο Μάριο Τεράν, ο δολοφόνος του Τσε, το 2006 υποβλήθηκε σε εγχείρηση από Κουβανούς γιατρούς που συμμετέχουν στο πρόγραμμα της «Επιχείρησης Θαύμα» και προσφέρουν – δωρεάν – τις υπηρεσίες τους σε ασθενείς σε όλη τη Λατινική Αμερική. Ο Τεράν έπασχε από καταρράκτη. Οι επεμβάσεις καταρράκτη δεν είναι και τόσο απλό πράγμα για τους φτωχούς ανθρώπους στη Λατινική Αμερική.

Ο γιος του Τεράν, το 2007, στην συμπλήρωση 40 χρόνων από την δολοφονία του Τσε, έστειλε  σε εφημερίδα της Βολιβίας ευχαριστήριο μήνυμα προς τους Κουβανούς γιατρούς που αποκατέστησαν την όραση του πατέρα του. Του δολοφόνου, δηλαδή, του (και) γιατρού Τσε Γκεβάρα…

«Θυμηθείτε αυτό το όνομα – Μάριο Τεράν – ένας άνδρας που εκπαιδεύτηκε για να σκοτώσει μπορεί και πάλι να βλέπει χάρη στους γιατρούς που ακολουθούν τις ιδέες του θύματός του», ήταν το ρεπορτάζ με το οποίο κατέγραψε την είδηση η εφημερίδα «Γκράνμα» της Κούβας.

Θυμηθείτε, λοιπόν, τον Μάριο Τεράν. Και δίπλα σε αυτόν, θυμηθείτε κι εκείνον τον ναζί εκτελεστή. Η ιστορία έρχεται από τα παλιά και μας την διηγήθηκε πριν από χρόνια ένας αγαπημένος συνάδελφος και φίλος, ο Γιώργος Μουσγάς που την είχε ξετρυπώσει  από αναγνώσματα των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων:

Ήταν μέρες Κατοχής. Στη Γαλλία. Στον τόπο της εκτέλεσης, λίγο πριν δοθεί το παράγγελμα στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο ναζί εκτελεστής γυρίζει υπεροπτικά στον μελλοθάνατο Γάλλο αντιφασίστα και τον ρωτά: «Τι έχεις να πεις που δε θα δεις ποτέ τις ιδέες σου να πραγματώνονται;». Ο αντιφασίστας, με απόλυτο έλεγχο του εαυτού του, με απόλυτη συνείδηση της αξίας της θυσίας του, απαντά: «Και για σένα  πεθαίνω, ηλίθιε»!

Είναι αληθινή η ιστορία; Δεν ξέρω. Αλλά τί σημασία έχει;…

Όχι λίγες φορές, επανέρχεται το ερώτημα: Τι ήταν εκείνο που οδήγησε έναν από τους ηγέτες μιας από τις σημαντικότερες επαναστάσεις του 20ού αιώνα να προσφέρει τόσο αφειδώλευτα –  και κατά άλλους τόσο «απερίσκεπτα» και τόσο «τυχοδιωκτικά» – την ίδια του τη ζωή στο πεδίο των μαχών για την κοινωνική απελευθέρωση;

 Στη στάση του Τσε απέναντι στη ζωή (όπως περιέγραψε ο Φιντέλ Κάστρο στον επικήδειο στη μνήμη του Τσε που εκφωνήθηκε στην Πλατεία της Επανάστασης στην Αβάνα, στις 18 Οκτώβρη 1967) επέδρασε σημαντικά

«η αντίληψη ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην Ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της Ιστορίας δε σταματά ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών (…). Άνθρωποι σαν κι αυτόν – συνέχισε ο Κάστρο – είναι ικανοί, με το παράδειγμά τους, να συμβάλουν στην εμφάνιση άλλων που να τους μοιάζουν (…)»

Την αντίληψη του Τσε για τον άνθρωπο δε θα μπορούσαν ποτέ να την καταλάβουν οι δολοφόνοι του. Πόσο μάλλον να την εξοντώσουν.

Ό,τι  δεν κατάφεραν με τον Τσε  εκείνοι που τον δολοφόνησαν νόμισαν ότι θα το κατόρθωναν όσοι πίστεψαν ότι μπορούν να τον μετατρέψουν σε μια ακίνδυνη στάμπα πάνω σε μπλουζάκια και «μοδάτα» αξεσουάρ.

Ούτε αυτοί αντιλήφθηκαν ότι η ζωή του Τσε ξεπερνά κατά πολύ την αγοραία λογική τους. Δεν είχαν τα εργαλεία να αντιληφθούν εκείνο που κατάλαβε ο Σαρτρ: «Η ζωή του Τσε» – έλεγε ο Σαρτρ – είναι η ιστορία του πληρέστερου ανθρώπου της εποχής μας».

Αυτή η «πλήρης Ιστορία», που ο Τσε την έγραψε και την διηγήθηκε με τη ζωή και το θάνατό του, είναι ταυτόχρονα και η απάντηση στο ερώτημα «γιατί ο Τσε  συνεχίζει να ζει».

Όσοι προσπαθούν να εξαντλήσουν την εξήγηση αυτής της «αθανασίας», εστιάζοντας στην εικόνα του Τσε σαν «γητευτή των φοιτητικών ονείρων», ξεχνούν ότι ο Τσε των εργατών και των αγροτών, ο Τσε των ταπεινών και καταφρονεμένων, ο Τσε της νεολαίας, δε μας άφησε κληρονομιά μόνο το απίστευτο βλέμμα του. Ενα βλέμμα που κοιτάζει μακριά αλλά στέρεα προς το φαινομενικά αδύνατο. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο Τσε και οι σύντροφοί του στην Κούβα έγιναν η απόδειξη της νίκης απέναντι στην καταπίεση, στη διαφθορά, στο φασισμό, στον ιμπεριαλισμό. Δεν ήταν μόνο ότι ο Τσε αρνήθηκε μια «στρωμένη» και άνετη ζωή, πριν την κουβανέζικη επανάσταση, ότι δεν θαμπώθηκε από τις τιμές, τα πόστα, την αναγνώριση, μετά την επικράτηση της επανάστασης.

Ολα αυτά μαζί μπορεί να συνθέτουν τον «μύθο» του Τσε, αλλά δεν είναι αρκετά να εξηγήσουν το γιατί ο Τσε Γκεβάρα «ζει».

Στην πραγματικότητα, τίποτα δε θα μπορούσε να κρατήσει «ζωντανό» τον Τσε, αν δεν παρέμεναν τραγικά ζωντανά και δραματικά επίκαιρα όλα όσα τον «γέννησαν». Ο πραγματικός λόγος που ο Τσε  παραμένει «ζωντανός» είναι ότι παραμένουν ζωντανά όλα όσα τον «γέννησαν».

Ο Τσε «ζει» γιατί, ως πολεμιστής και ως πολιτικός, ήταν ο κομαντάντε μιας υπόθεσης που και ως θεωρία και ως πράξη θα βρει την ολοκλήρωσή της, μόνο όταν καταργηθεί κάθε μορφής εκμετάλλευση. Ο μαρξισμός και το κομμουνιστικό ιδεώδες είναι πλήρως εξαγνισμένο μέσα μου, έλεγε ο Τσε, προσθέτοντας με απόλυτη σαφήνεια: «Δεν υπάρχει για μας κανείς άλλος ορισμός του σοσιαλισμού, πλην της κατάργησης της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο».

Ο Τσε θα παραμένει «ζωντανός» για όσο το βλέμμα του θα δείχνει ότι είναι ρεαλιστικό το όραμά του για έναν κόσμο ελεύθερο, δημοκρατικό, χωρίς πείνα, χωρίς φτώχεια, χωρίς καταπίεση.

«Αν τρέμεις από αγανάκτηση για κάθε αδικία, είσαι σύντροφός μου», έλεγε ο Τσε. Για όσο στον κόσμο η αδικία θα εξακολουθεί το έργο της, όσο οι έννοιες «τιμή» και «αξιοπρέπεια» θα υπάρχουν στο λεξιλόγιο των ανθρώπων,  ο Τσε θα είναι «ζωντανός». Γιατί «ο άνθρωπος – έλεγε ο Τσε– πρέπει να περπατάει με το κεφάλι απέναντι στον ήλιο. Και ο ήλιος πρέπει να κάψει το μέτωπο και καίγοντάς το να το σφραγίσει με τη σφραγίδα της τιμής. Όποιος περπατάει σκυφτός, χάνει αυτήν την τιμή».

Λίγο πριν τη δολοφονία του, ο Τσε είχε στείλει στα παιδιά του ένα γράμμα:

 «Αγαπημένα μου Ιλδίτα, Αλεϊδίτα, Καμίλο, Σέλια και Ερνέστο,

Αν μια μέρα χρειαστεί να διαβάσετε τούτο το γράμμα, θα πει πως πια δεν είμαι ανάμεσά σας. Σχεδόν δε θα με θυμάστε πια και τα πιο μικρά θα μ’ έχουν ξεχάσει. Ο πατέρας σας ήταν ένας άνθρωπος που έπραττε όπως σκεφτόταν, και που σίγουρα ήταν πιστός στις πεποιθήσεις του (….). Να μελετάτε πολύ, για να μπορέσετε να κυριαρχήσετε στην τεχνική, που θα σας επιτρέψει να κυριαρχήσετε στη φύση (…). Να ‘στε κυρίως ικανά να αισθάνεστε, όσο πιο βαθιά μπορείτε, κάθε αδικία που γίνεται απέναντι σ’ οποιονδήποτε, σ’ οποιαδήποτε χώρα του κόσμου(…). Πάντα, παιδιά μου, θα ελπίζω να σας ξαναδώ.

Ένα μεγάλο και δυνατό φιλί απ’ τον Μπαμπά».

Δεν είδε ποτέ ξανά τα παιδιά του. Στις 8 προς 9 Οκτώβρη του 1967, ο κομαντάντε Τσε Γκεβάρα, περνούσε στο πάνθεον των «αθανάτων» της Ιστορίας με διαβατήριο την πίστη του στις πεποιθήσεις του. Χτυπήθηκε από δυο σφαίρες στο σβέρκο. Πισώπλατα. Οι δολοφόνοι του, αν και αιχμάλωτος, δεν είχαν το κουράγιο να τον κοιτούν στα μάτια ούτε καν τη στιγμή που τον εκτελούσαν. Οι δολοφόνοι του μοίρασαν ανά την υφήλιο τη φωτογραφία του νεκρού Τσε πιστεύοντας ότι έτσι θα σφράγιζαν και θα έκλειναν τους λογαριασμούς τους μαζί του.

Εκαναν λάθος. Μια άλλη φωτογραφία ήταν εκείνη που έμελλε να μείνει στην Ιστορία.

Πηγή: enikos.gr, 11/10/2013.

che-guevara

Η «κατάρα» του Τσε

che guevara assassination 1967 35Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα (Κεφάλαιο 63ο, σελ. 945-949) από το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Πάκο Ιγνάσιο Τάϊμπο ΙΙ «Ερνέστο Γκεβάρα, γνωστός και ως Τσε», μια απ’ τις πλέον εμπεριστατωμένες έρευνες γύρω απ’ τη ζωή του αργεντίνου επαναστάτη.

Μέσα στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια (απο τη δολοφονία του Τσε) στο πλαίσιο μιας σειράς παράδοξων συμπτώσεων – που αναμφίβολα μπορούν να αποδοθούν στο γεγονός ότι τα πρόσωπα που εμπλέκονται στην όλη ιστορία έζησαν σε καιρούς αβέβαιους και στην κόψη του ξυραφιού – οι περισσότεροι απο κείνους που σχετίζονταν με την σύλληψη, τη διαταγή της εκτέλεσης και την εξαφάνιση του πτώματος του Ερνέστο Γκεβάρα έπεσαν θύματα παράξενων θανατηφόρων ατυχημάτων με ελικόπτερα ή αυτοκίνητα, εκτελέστηκαν απο τους κληρονόμους του αντάρτικου, εκτοπίστηκαν, αρρώστησαν μυστηριωδώς, δέχτηκαν πυροβολισμούς, έπεσαν θύματα τρομοκρατικών οργανώσεων της φασματικής Αριστεράς ή της πιο λάθρα βιώσασας δεξιάς ή ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου από τους πρώην συντρόφους τους.

Λες και το φάντασμα του Τσε είχε επιστρέψει για να ζητήσει το λογαριασμό απο τους δολοφόνους του, ένα συστηματικό κύμα βίας παρέσυρε σταδιακά έναν προς έναν σχεδόν όλους όσοι είχαν συμμετάσχει στα γεγονότα. Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, που αυτή η σειρά συμπτώσεων οδήγησε στη γέννηση του θρύλου της “κατάρας” του Τσε, που, σύμφωνα με τις φήμες ή τη λαϊκή δοξασία, είχε στήσει απο τον άλλο κόσμο όλα αυτά τα ατυχήματα και τις απόπειρες δολοφονίας ή είχε στείλει τις αρρώστιες – μια άλλη φήμη, που δε στηρίζεται σε καμία έμπρακτη απόδειξη, απέδιδε στις κουβανέζικες μυστικές υπηρεσίες την οργάνωση μιας επιχείρησης εκδίκησης διεθνούς βεληνεκούς. Παραδόξως, αυτοί που υποστήριζαν την πρώτη υπόθεση δε μιλούσαν για το όλο θέμα με τόση περηφάνια όσο εκείνος ο κουβανός συγγραφέας που υπαινίχθηκε κάποτε χαμογελαστός στον ιστορικό: “οι δικές μας υπηρεσίες…, με έναν κάποιο τρόπο ικανοποίησης στη φωνή.

Ας συνοψίσουμε: Ο Ονοράτο Ρόχας έγινε δημόσιο πρόσωπο ύστερα απο εκείνη τη φωτογραφία στην οποία φαίνεται ο αντιπρόεδρος Σίλες να τον συγχαίρει για το γεγονός ότι είχε καταδώσει τους αντάρτες και είχε οδηγήσει την ομάδα της Τάνιας και του Βίλο Ακούνια στην ενέδρα στο Βάδο ντελ Γέσο. Πρόκειται για μια φωτογραφία θλιβερή, με τον Ονοράτο ντυμένο ρέιντζερ, με ένα πηλήκιο που του έπεφτε μεγάλο και με την κόρη του, που τότε ήταν ενάμισι έτους, στην αγκαλιά του. Στις 14 Ιουλίου του ’69 ένας κομάντο του αναγεννημένου ELZ τον εκτέλεσε με δύο πυροβολισμούς στο κεφάλι. Ζούσε μερικά χιλιόμετρα μακριά απο τη Σάντα Κρους σε ένα μικρό ράντσο πέντε εκταρίων που του είχε χαρίσει ο Μπαριέντος. Ο ίδιος ο στρατηγός Μπαριέντος θα ήταν το επόμενο θύμα. Ο πρόεδρος της Βολιβίας, ο άνθρωπος που επικύρωσε τη διαταγή για την εκτέλεση του τσε, θα πέθαινε απανθρακωμένος μέσα σε λιγότερο απο έναν χρόνο, καθώς το ελικόπτερο με το οποίο ταξίδευε στις 29 Απριλίου του 1969 κατέπεσε κοντά στον οικισμό της Άρκε. Οι συνθήκες του ατυχήμαος δεν διευκρινίστηκαν ποτέ. Σύμφωνα με τις φήμες, πίσω απο τη δολοφονία του βρίσκονταν ο πρώην σύντροφος του, ο στρατηγός Οβάνδο, που τον σκότωσε στη φάση που ο Μπαριέντος προετοίμαζε ένα πραξικόπημα κατα του εαυτού του προκειμένου να απαλλαγεί απο την εσωτερική και εξωτερική αντιπολίτευση. Βέβαια, και ο Οβάνδο εκδιώχθηκε το 1970 απο το προεδρικό μέγαρο, όπου είχε φτάσει χάρη σε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα που είχε οργανωθεί ενάντια στον αντικαταστάτη του Μπεριέντος απο έναν άλλο στρατιωτικό, το στρατηγό Μιράντα.

Ο συγγραφέας Χόρχε Γκαγιάρδο, ο οποίος βρισκόταν σε στενή επαφή με το επιτελείο των στρατιωτικών που πρωταγωνίστησαν στο προοδευτικό πραξικόπημα του Τόρες χρόνια μετά τα γεγονότα, μας λέει: “Τρία χρόνια μετά το θάνατο του Τσε, η λαϊκή δοξασία προφήτευε ότι θα έπαιρνε μαζί του στον τάφο του τους υπεύθυνους για το θάνατο του”. Και κανα δυο κουβανοί ιστορικοί που ταξίδεψαν στο νότο της Βολιβίας, στις περιοχές όπου έδρασε το αντάρτικο του Τσε, μας περιγράφουν: “Με αφορμή αυτές τις δοξασίες, άρχισε να κυκλοφορεί αλυσιδωτά μεταξύ των βολιβιανών στρατιωτικών και των συγγενών τους ένα γράμμα το οποίο έλεγε ότι ο θάνατος του Μπαριέντος ήταν τιμωρία σταλμένη απ’ το Θεό και ότι όλους τους υπεύθυνους για τη δολοφονία του Τσε τους περίμενε μεγάλη συμφορά. Για να μπορέσουν να σωθούν, του συμβούλευε να πουν τρεις φορές το Πάτερ ημών και άλλες τρεις το Άβε Μαρία. Έπρεπε να αντιγράψουν το γράμμα σε εννιά αντίγραφα και να το στείλουν σε αντίστοιχο αριθμό παραληπτών”.

Είτε τα αντίγραφα του γράμματος αποδείχθηκαν ανεπαρκή είτε τα γεγονότα διαδέχονταν το ένα το άλλο χωρίς κανένα συντονισμό – το θέμα πάντως είναι ότι λίγο μετά το “ατύχημα” του Μπαριέντος ένας ακόμα θάνατος θα συνέβαλλε στην ενίσχυση της φημολογίας: Στις 10 Οκτωβρίου του 1970, μία μέρα μετά την τρίτη επέτειο του θανάτου του Τσε, σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα ο υπολοχαγός Εδουάρδο Ουέρτα, που ήταν ο πρώτος αξιωματικός που είχε πάρει μέρος στην σύλληψη του. Η αλυσίδα συνεχίστηκε με τη βίαιη δολοφονία του αντισυνταγματάρχη Αντρές Σέλιτς, ο οποίος υπήρξε ένας απο τους λίγους υψηλόβαθμους στρατιωτικούς που είχε μιλήσει με τον τσε στο σχολείο της Ιγκέρα και που είχε προσπαθήσει να τον ταπεινώσει. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, επι κυβερνήσεως Μπάνσερ, όντας ο ίδιος υπουργός Εσωτερικών, ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου, στο πλαίσιο μιας “ανάκρισης” που διενεργήθηκε απο πράκτορες της στρατιωτικής ασφάλειας, όταν τον έπιασαν επ’ αυτοφώρω να καταστρώνει κρυφά ένα ακόμα απο τα πραξικοπήματα που συνθέτουν την ιστορία της Βολιβίας.

Λίγο αργότερα, ο συνταγματάρχης Ρομπέρτο Κιντανίγια, ο οποίος, ως υπεύθυνος της υπηρεσίας αντικατασκοπείας του Υπουργείου Εσωτεριικών, παρέστη ως μάρτυρας στον ακρωτηριασμό των χεριών του πτώματος του Τσε προκειμένου να γίνει στο μέλλον η αναγνώριση του, ενώ χρόνια αργότερα υπήρξε ο αυτουργός της δολοφονίας του Ίντι Περέδο, εκτελέστηκε στο Αμβούργο τον Απρίλιο του 1971 απο μια γυναίκα μέλος του ELN, τη Μόνικα Ερλτ. Η Μόνικα, παριστάνοντας τη γερμανία που ήθελε βίζα για τη Βολιβία, μπήκε στο προξενείο, ζήτησε να δει τον συνταγματάρχη Κιντανίγια και όταν την οδήγησαν μπροστά του τον σκότωσε με δυο πυροβολισμούς στο στήθος κι εξαφανίστηκε χωρίς να την πειράξει κανείς.

Η “κατάρα” του Τσε έβγαινε αληθινή, και όχι μόνο χάρη στους στρατευμένους επαναστάτες, καθώς κάποιες φορές έπαιρνε διαφορετική μορφή: Ο πράκτορας της CIA που αναγνώρισε τον Τσε και αργότερα φωτογράφισε το ημερολόγιο του, ο Φέλιξ Ροντρίγκες, με το που επέστρεψε στο Μαϊάμι, άρχισε να υποφέρει απο άσθμα, παρ’ όλο που το άσθμα εκδηλώνεται συνήθως κατά την παιδική ηλικία και εκείνος δεν είχε ποτέ του αντίστοιχο προηγούμενο. “Όταν έφτασα εδώ στο Μαϊάμι (…) έπαθα κρίση άσθματος. Μου έκαναν διάφορα τεστ για κάθε είδους αλλεργίες και κανένα δε βγήκε θετικό. Κατέληξαν στο συμπέρασμα πως ίσως επρόκειτο για την “κατάρα” του Τσε ή για κάτι καθαρά ψυχολογικό. Είτε το κλίμα ήταν ξηρό είτε υγρόκ, θερμό ή ψυχρό το ίδιο μου έκανε…”.

Ο Ρενέ Μπαριέντος (αριστερά) και ο Χοσέ Τόρρες.
Ο Ρενέ Μπαριέντος (αριστερά) και ο Χουάν Χοσέ Τόρες.

Ο ταγματάρχης Χουάν Αγιορόα, του οποίου οι ρέιντζερς έδρασαν κατα την τελευταία φάση της εκστρατείας ενάντια στον Τσε και συμμετείχαν στην σύλληψη και τη δολοφονία του, εκτοπίστηκε απο την κυβέρνηση Μπάνσερ στα τέλη του Σεπτέμβρη του 1972.

Ο Χουάν Χοσέ Τόρες, που ήταν αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού της Βολιβίας κατά τη διάρκεια της εκστρατείας εναντίον του Τσε και που είχε υπογράψει τη διαταγή της εκτέλεσης, ανέβηκε χρόνια αργότερα στην εξουσία, απο την οποία εκδιώχθηκε απο ένα στρατιωτικό πραξικόπημα συντηρητικού χαρακτήρα, και στις 12 Φεβρουαρίου του ’76 δολοφονήθηκε με τρεις σφαίρες στο κεφάλι απο την ακροδεξιά οργάνωση Τριπλό Α στο Μπουένος Άϊρες. Δύο μήνες αργότερα, το Μάϊο του 1976, στην αντίθετη άκρη του πολιτικού φάσματος, ο στρατηγός Χοακίν Σεντένο Ανάγια – ο οποίος, όντας διοικητής της Όγδοης Μεραρχίας, είχε μεταφέρει την εντολή για την εκτέλεση του Τσε – εκτελέστηκε με πυροβολισμούς στο Παρίσι, όπου βρισκόταν ως πρέσβης της Βολιβίας, από μία εφήμερη ομάδα κομάντος αυτοαποκαλούμενη Διεθνιστική Ταξιαρχία τσε Γκεβάρα, που δεν ανέλαβε ποτέ ξανά δράση ύστερη απ’ αυτή την επιχείρηση. Ο Σεντέντο δέχθηκε τρεις σφαίρες εξ επαφής από όπλο των 7,65mm έξω απ’ την πόρτα του γραφείου του. Οι ερευνητές συσχέτισαν τη δολοφονία του με το γεγονός ότι είχε κατηγορηθεί δημόσια για την προστασία κάποιων πρώην ναζί που κρύβονταν στη Βολιβία με το όνομα Μπάρμπι. Ο λογαχός Βάργας, ο επικεφαλής της ενέδρας στο Βάδο ντε Γέσο, που έπειτα ανέλαβε να κρύψει τα πτώματα του Τσε και των συντρόφων του, υπέστη ψυχολογική διαταραχή, γιατί “τον κυνηγούσαν οι νεκροί, έρχονταν να τον βρουν”…

Ο Γκάρι Πράδο Σαλμόν, ο λοχαγός που έπιασε τον Τσε, τραυματίστηκε από μια σφαίρα που του διαπέρασε και τους δύο πνεύμονες και τραυμάτισε την σπονδυλική του στήλη, αφήνοντας τον παράλυτο, σε μια συμπλοκή που προέκυψε κατά την κατάλυψη ενός καταυλισμού εργατών στα πετρέλαια στην Σάντα Κρους από μία ομάδα φασιστών στις αρχές του ’81. Παραδόξως, τον πυροβολισμό τού τον έριξε κατά λάθος ένας απο τους δικούς του στρατιώτες, το όνομα του οποίου δεν έγινε ποτέ γνωστό.

Είκοσι χρόνια μετά τα γεγονότα ο πρώην υπουργός Εσωτερικών Αντόνιο Αργέδας εξέτιε ποινή οκταετούς κάθειρξης για την απαγωγή ενός εμπόρου σε μια φυλακή της Βολιβίας, αφού πρώτα είχε πέσει θύμα βομβιστικών επιθέσεων και πυροβολισμών από αγνώστους στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Ο στρατηγός Αράνα σκοτώθηκε το έτος 2000 σε μια βομβιστική επίθεση στη Λα Παζ. Λίγα ξέρουμε για τη μοίρα του υπαξιωματικού Μάριο Τεράν [1] – ωστόσο κάποιες εφημερίδες λένε ότι περιπλανιέται αλκοολικός πια στους δρόμους της Κοτσαμπάμπα, κυνηγημένος απ’ τη μορφή του Τσε, που του παρουσιάζεται στους εφιάλτες του, και ότι, όπως και ο λοχίας Μπερναρδίνο Ουάνκα, χρειάστηκε πολλές φορές ως τώρα να υποβληθεί σε ψυχοθεραπεία.

Paco Ignacio Taibo II, «Ernesto Guevara, Conocido como el Che». Στην ελληνική γλώσσα από τις εκδόσεις Κέδρος, 2005.

[1] Σημείωση Guevaristas: Το 2007 ο Μάριο Τεράν υπεβλήθη σε επιτυχημένη εγχείρηση στα μάτια απο κουβανούς γιατρούς. «Τέσσερις δεκαετίες από τότε που ο Μάριο Τεράν προσπάθησε να καταστρέψει ένα όνειρο και μία ιδέα, ο Τσε Γκεβάρα επέστρεψε για να κερδίσει μία ακόμα μάχη» είχε γράψει τότε η κουβανική εφημερίδα Granma.

Σε κατ’ οίκον περιορισμό στη Βολιβία ο τρομοκράτης Γκάρι Πράδο

gary prado terrorist 2ΛΑ ΠΑΖ (Prensa Latina) – Βολιβιανό δικαστήριο αποφάσισε τον κατ’ οίκον περιορισμό του Γκάρι Πράδο Σαλμον – ενός εκ των συμμετεχόντων στη δολοφονία του Τσε το 1967. Ο Πράδο κατηγορείται για συνωμοσία ενάντια στη βολιβιανή κυβέρνηση του Έβο Μοράλες. Σύμφωνα με τις κατηγορίες που απήυθυνε το δικαστήριο, ο Γκάρι Πράδο είναι ένας από τα 39 άτομα που συμμετείχαν σε τρομοκρατική ομάδα που είχε στόχο να δημιουργήσει πολιτική αναταραχή στη χώρα της νότιας Αμερικής και να δολοφονήσει τον πρόεδρο Μοράλες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, αρχηγός της οργάνωσης ήταν ο παραστρατιωτικός Εδουάρδο Ροζσα.

Από την πλευρά τους, τόσο ο Εισαγγελέας Σέρτζιο Σεσπέδες όσο και ο εκπρόσωπος του βολιβιανού υπουργείου εσωτερικών Μαρτσέλο Σαλίνας ζήτησαν την φυλάκιση του Πράδο.

Σημειώνεται ότι τον Οκτώβρη του 1967 ο Πράδο, 75 χρονών σήμερα, ήταν υπεύθυνος – υπό τις οδηγίες της CIA και της τότε βολιβιανής κυβέρνησης – για την σύλληψη του Τσε Γκεβάρα. Ήταν αυτός που του είχε δέσει τα χέρια, ασκώντας βία στον αιχμάλωτο Γκεβάρα ενώ είχε ειδοποιήσει τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίας για την… επιτυχή έκβαση της αποστολής που του είχε ανατεθεί.

Δείτε: Παλαιότερη συνέντευξη του Γκάρι Πράδο στο Mega Channel για τη δολοφονία του Τσε (ελληνικοί υπότιτλοι):

Κλάους Μπάρμπι και CIA: Ο Ναζί εγκληματίας πολέμου που κυνήγησε τον Τσε

Η άνανδρη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα από δυνάμεις του βολιβιανού στρατού και πράκτορες της CIA, τον Οκτώβρη του 1967, έχει πτυχές που πιθανόν να μην τις μάθουμε ποτέ. Κάποιες άλλες είναι ίσως λιγότερο γνωστές στο ευρύ κοινό. Μια απο αυτές είναι η συνεργασία της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ με διαβόητο Ναζί εγκληματία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι η ιστορία του Νίκολαους “Κλάους” Μπάρμπι, του λεγόμενου “χασάπη της Λυών” – λόγω των φρικτών εγκλημάτων που διέταξε στη γαλλική πόλη – ο οποίος μια εικοσαετία και πλέον μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου “στρατολογήθηκε” από τη CIA στο κυνήγι του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία.

Λίγα λόγια για τον Ν. Κλάους Μπάρμπι:

Γεννήθηκε στις 25 Οκτώβρη 1913 στο Γκόντεσμπεργκ της Πρωσίας. Στα 22 του χρόνια ο “Κλάους” εντάχθηκε στην ειδική υπηρεσία πληροφοριών των SS, λειτουργώντας ως πληροφοριοδότης για το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ. Η πορεία του από εκεί και πέρα είναι συνδεδεμένη με τα φρικιαστικότερα εγκλήματα των SS και της Γκεστάπο κατά την άνοδο του ναζισμού στην Ευρώπη. Σε ηλικία μόλις 29 ετών διορίζεται επικεφαλής του γραφείου της Γκεστάπο στη Λυών της Γαλλίας. Οι μαρτυρίες λένε ότι ο Μπάρμπι υπήρξε σαδιστικά αιμοσταγής: έλαβε μέρος στο βασανισμό ανδρών και γυναικόπαιδων, χρησιμοποίησε ηλεκτροσόκ κατά τη διάρκεια ανακρίσεων ενώ δεν δίσταζε να βασανίσει και σεξουαλικά τα θύματα του. Έλαβε το προσωνύμιο “Χασάπης της Λυών” για τη βαρβαρότητα που επέδειξε ως επικεφαλής της ναζιστικής μυστικής αστυνομίας στην πόλη. Τον Απρίλη του 1944 διέταξε την απέλαση – με κατεύθυνση τα κρεματόρια του Άουσβιτς – 44 παιδιών από ορφανοτροφείο της κωμόπολης Ιζιέ. Έλαβε μέρος σε δεκάδες επιχειρήσεις των ναζιστικών στρατευμάτων κατά γάλλων παρτιζάνων μέχρι και το τέλος του πολέμου.

Κατά έναν παράξενο τρόπο, μετά το τέλος του Β’Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα του χιτλερικού καθεστώτος, ο Μπάρμπι στρατολογήθηκε από τους “Δυτικούς συμμάχους”, δουλεύοντας για τη Βρετανία μέχρι το 1947 και έπειτα για τις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών. Το 1951, με τη βοήθεια της CIA και του Βατικανού, καταφέρνει να διαφύγει από την Ευρώπη με κατεύθυνση την Αργεντινή – η “απόδραση” του Μπάρμπι στη Λατινική Αμερική είναι μια απ’ τις πολλές υποθέσεις αξιωματούχων του χιτλερικού καθεστώτος που με τη βοήθεια της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας εγκατέλειψαν την Ευρώπη. Απο ‘κει και πέρα ο “Χασάπης της Λυών” – πότε σε συνεργασία με την CIA και πότε ως πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών της Δυτικής Γερμανίας (BND) – θα λάβει μέρος σε αμέτρητες εγκληματικές επιχειρήσεις, από απόπειρες δολοφονίας μέχρι στρατιωτικά πραξικοπήματα. Το 1965 ο Μπάρμπι βρίσκεται στη Βολιβία δουλεύοντας για την BND και έχοντας εξασφαλίσει το μισθό του σε τραπεζικό λογαριασμό με έδρα το Σαν Φρανσίσκο των ΗΠΑ. Διαμένει στην πρωτεύουσα Λα Παζ φέροντας τον τίτλο του “επιχειρηματία”, υπό το όνομα “Κλάους Αλτμαν”…

Η ταυτότητα του «Κλάους Αλτμαν» στη Βολιβία.

Η ανάμειξη του Κλάους Μπάρμπι στην σύληψη και δολοφονία του Τσε αποκαλύφθηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Βαθιά αντικομμουνιστής και γνώστης τακτικών πολέμου απ’ τη θητεία του στα ναζιστικά στρατεύματα, ο Μπάρμπι αποτέλεσε έναν εκ των ιδανικών υποψηφίων για συμμετοχή στο κυνήγι του Τσε. Προκειμένου να συλλάβουν τον αργεντίνο επαναστάτη, οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ ήταν αποφασισμένες να κάνουν τα πάντα. Ο βρετανός, βραβευμένος με Όσκαρ, σκηνοθέτης Κέβιν Μακ Ντόναλντ ερεύνησε την συμμετοχή του πρώην διοικητή της Γκεστάπο στον εντοπισμό και την σύλληψη του Τσε. Το ντοκυμαντέρ με τίτλο “Ο Εχθρός του Εχθρού μου” (My Enemy’s Enemy) περιγράφει πτυχές της στρατολόγησης του “χασάπη της Λυών” στο κυνήγι που εξαπέλυσε η CIA στη Βολιβία. Σύμφωνα με πληροφορίες που συνέλεξε ο Μακ Ντόναλντ, η CIA χρησιμοποίησε τις – αν μη τι άλλο πολύτιμες – εμπειρίες του Μπάρμπι απέναντι στους γάλλους παρτιζάνους κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Αλβάρο ντε Κάστρο, έμπιστος του Μπάρμπι εκείνα τα χρόνια, εξιστορεί στο ντοκυμαντέρ: “Συνάντησε (ο Μπάρμπι) τον στρατηγό Σέλτον, τον αρχηγό της μεραρχίας από τις ΗΠΑ. Ο Άλτμαν (κωδική ονομασία του Μπάρμπι) χωρίς αμφιβολία του έδωσε συμβουλές στο πως να πολεμήσει τους αντάρτες. Χρησιμοποίησε τις γνώσεις που είχε αποκτήσει απ’ τη δουλειά του στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το πιο σημαντικό ήταν ότι κατείχε αυτήν την εμπειρία”. Μάλιστα ο ντε Κάστρο αποκαλύπτει την προκλητική υπεροψία με την οποία ο εγκληματίας Ναζί αντιμετώπιζε τον Τσε: “Αυτός ο κακομοίρης δεν θα είχε επιζήσει καθόλου εάν είχε πολεμήσει στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο” συνήθιζε να λέει ο Μπάρμπι.

Την περίοδο της προβολής του ντοκυμαντέρ (Δεκέμβρης 2007), ο σκηνοθέτης Μακ Ντόναλντ αφηγείται στην εφημερίδα “Guardian”: Ο Γκεβάρα έφτασε στη Βολιβία μεταμφιεσμένος – όπως οι γάλλοι αντάρτες στον πόλεμο που ήταν συνεχώς μεταμφιεσμένοι ώστε να περνούν απαρατήρητοι απ’ τους γερμανούς. Υποψιάζομαι ότι η συμβολή του Μπάρμπι (στην σύλληψη) ήταν περισσότερο σε θεωρητικό επίπεδο και, αν το σκεφτείτε, είναι λογικό απ’ την πλευρά των βολιβιανών και των αμερικανών. Είχε έμπρακτη ειδίκευση στο αντικείμενο, ήταν σκληρός αντικομμουνιστής. Ούτε οι αμερικανοί, ούτε οι βολιβιανοί είχαν τέτοιου είδους εμπειρία”.

Η συνεργασία της CIA και της βολιβιανής κυβέρνησης με τον διαβόητο εγκληματία του Τρίτου Ράϊχ οδήγησε στην σύλληψη και δολοφονία του Ερνέστο Γκεβάρα, στις 9 Οκτώβρη 1967. Στο ντοκυμαντέρ “Ο Εχθρός του Εχθρού μου”, ένας συνάδελφος του Μπάρμπι στην Υπηρεσία αντικατασκοπείας του αμερικανικού στρατού (US Army Counter-Intelligence) θα δηλώσει κυνικά: “Δεν πιστεύω ότι ήταν πραγματικά σαδιστής. Έκανε αυτό που του είχε ανατεθεί και ήταν περήφανος για την ικανότητα του να ανακρίνει ανθρώπους”. Από τον ναζιστικό ιμπεριαλισμό της φρίκης του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ο Κλάους Μπάρμπι (ή Κλάους Άλτμαν) θα μεταπηδήσει με παροιμιώδη ευκολία στο στρατόπεδο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού του μεταπολέμου, αυτόν του Ψυχρού Πολέμου. Για τα εγκλήματα του δεν θα τιμωρηθεί ποτέ όπως του άξιζε.

Ο “χασάπης της Λυών” θα συλληφθεί το Γενάρη του 1983 απ’ τις βολιβιανές αρχές και θα εκδωθεί στη Γαλλία προκειμένου να δικαστεί. Θα καταδικαστεί για 41 διαφορετικές κατηγορίες εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και θα φυλακιστεί σε ισόβια κάθειρξη στη Λυών το 1987 – την πόλη που τέσσερις δεκαετίες πριν είχε ζήσει τον σαδισμό και τη βαρβαρότητα της αρρωστημένης ιδεολογίας του. Αμετανόητος μέχρι τέλους θα δηλώσει ενώπιον του δικαστηρίου: “Ενώπιον του Θεού θα κριθώ αθώος”. Το 1991 πεθαίνει στην φυλακή από λευχαιμία, σε ηλικία 77 ετών.

Ν.Μόττας.

Φωτό: Ο πρωταγωνιστής της δολοφονίας του Τσε, Φέλιξ Ροντρίγκες, με τον Τζωρτζ Μπους

Ο πρόεδρος Τζωρτζ Μπους (πρεσβύτερος) με τον πράκτορα της CIA Φέλιξ Ροντρίγκες στο Λευκό Οίκο. Υπογραφή «Στον Φέλιξ Ροντρίγκες – με υψηλή εκτίμηση και θαυμασμό».

Ο Φέλιξ Ροντρίγκεζ Μεντιγκούτια δεν είναι ένας τυχαίος άνθρωπος. Πρόκειται για τον γνωστό, στρατολογημένο από τη CIA, κουβανό αντικομμουνιστή που συμμετείχε στην μισθοφορική εισβολή του Κόλπου των Χοίρων. Είναι ο άνθρωπος που τον Οκτώβρη του 1967 ανέλαβε, εκ μέρους της αμερικανικής κυβέρνησης, να διεκπεραιώσει τη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία. Οι οδηγίες είχαν έρθει από την Ουάσινγκτον, όταν η ομάδα των ανταρτών είχε ήδη κατακερματιστεί και τα κύρια μέλη της είχαν αιχμαλωτιστεί.

Όταν οι υπηρεσίες κατασκοπίας αντιλήφθηκαν την παρουσία του Τσε στη Βολιβία τον έστειλαν μαζί με διάφορους άλλους πράκτορες κουβανικής καταγωγής στην πόλη Σάντα Κρους ντε λα Σιέρα και αργότερα στο Βαλλεγκράντε. Στις 9 του Οκτώβρη, έφυγε με ελικόπτερο για τη Λα Ιγκέρα, όπου προσπάθησε να ανακρίνει με τη βία τον ηρωικό αντάρτη. Στις 10 το πρωί της ίδιας ημέρας, ο Ροντρίγκεζ είχε λάβει ένα κωδικοποιημένο γράμμα από τα κεντρικά γραφεία της CIA, το οποίο περιείχε τον καθορισμένο κώδικα που σήμαινε το «πράσινο φως» για την εκτέλεση-δολοφονία του Γκεβάρα. Προηγουμένως όμως έπρεπε να ανακρίνει τον Τσε προκειμένου να του αποσπάσει οποιαδήποτε πληροφορία θα ήταν χρήσιμη στην υπηρεσία πληροφοριών.

Όπως έχει αναφέρει ο Εδουάρδο Ουέρτα, νεαρός, τότε, αξιωματικός που βρισκόταν στην είσοδο της σχολικής αίθουσας που κρατούνταν ο Γκεβάρα, ο Ροντρίγκεζ επιχείρησε να ασκήσει βία στον δεμένο αιχμάλωτο πιάνοντας τον από τους ώμους, τραβώντας του τα γένια και φωνάζοντας πως θα τον σκότωνε. Στην προσπάθεια του να τον σταματήσει, ο Ουέρτα ήρθε αντιμέτωπος με τον εξαγριωμένο πράκτορα της CIA ο οποίος τον έριξε στο πάτωμα: «Θα μου το πληρώσεις πολύ γρήγορα, σκατοβολιβιανέ, άγριε Ινδιάνε, ηλίθιε!». Λίγες ώρες αργότερα ο ίδιος άνθρωπος θα έδινε εντολή στο διστακτικό στρατιώτη Μάριο Τεράν να πυροβολήσει τον Τσε. Το μίσος του για τον Κομαντάντε ήταν τέτοιο που, ακόμη και όταν ο Γκεβάρα κείτονταν εμπρός του νεκρός, έβγαλε το πιστόλι για να ρίξει άλλη μια σφαιρά στο νεκρό σώμα.

Η προϋπηρεσία του στις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ αποτέλεσε το διαβατήριο και άλλων αποστολών. Το 1984 η CIA τον έστειλε να δουλέψει σε αντεπαναστατικές δραστηριότητες και στον εφοδιασμό των Νικαραγουανών «Κόντρας» με όπλα και τρόφιμα. Ήταν εκείνη την εποχή που γνωρίστηκε με τον τότε αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Τζώρτζ Χέρμπερτ Μπους. Τα επόμενα χρόνια ταξίδεψε στο Σαλβαδόρ, την Ονδούρα και τη Γουατεμάλα προκειμένου να συντονίσει τις αποστολές που του ανέθεσε η CIA. Βοηθός του, ο τρομοκράτης Λουίς Ποσάδα Καρίλες, δράστης της εγκληματικής απόπειρας εναντίον του αεροσκάφους των κουβανικών αερογραμμών το 1976.

Η συμμετοχή του Ροντρίγκεζ στο σκάνδαλο Ιράν-Κόντρας πέρασε σχεδόν απαρατήρητη στις ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι ο πράκτορας της CIA κατηγορήθηκε για εμπόριο όπλων και ναρκωτικών. Οι αποδείξεις που έδειχναν την σαφή συμμετοχή του «θάφτηκαν» από την αθωωτική απόφαση μιας υποεπιτροπής της αμερικανικής γερουσίας. Έτσι, ο Ροντρίγκεζ ήταν εκ των εκλεκτών προσκεκλημένων της ορκωμοσίας, το 1988, του νεοεκλεγέντος προέδρου Μπους στην Ουάσινγκτον. Την στενή φιλία μεταξύ Ροντρίγκες και Μπους αποτύπωσε και ο φωτογραφικός φακός σε συνάντηση τους στο Λευκό Οίκο, ενώ ο πρώην πρόεδρος και ο πρωταγωνιστής της άνανδρης δολοφονίας του Τσε Γκεβάρα και τόσων άλλων «αποστολών» ανταλλάσουν συχνά φιλοφρονήσεις μέσω επιστολών.

Ιδιόχειρο σημείωμα του Τζωρτζ Μπους προς τον Φέλιξ Ροντρίγκες.

Πηγή: Adys Cupull & Froilan Gonzalez, «CIA κατά ΤΣΕ», Σύγχρονη Εποχή, 1997. Επιμέλεια: Ν.Μόττας.

Ηθική Υποκρισία: Καθολικό σχολείο στη Βρετανία τιμά το δολοφόνο του Τσε

Του Alan Woods.

Την Δευτέρα 14 Νοέμβρη 2011 έτυχε να ανοίξω την Evening Standard και είδα ένα μικρό στοιχείο που ήταν κρυμμένο στο εσωτερικό των σελίδων έτσι ώστε λίγοι άνθρωποι θα το έχουν παρατηρήσει. Ξεκινά με την εκπληκτική δήλωση : «Επανάσταση πλανάται πάνω απ’ το κορυφαίο καθολικό ανεξάρτητο σχολείο του Αγίου Βενέδικτου στο Ealing».

Το σχολείο του Αγίου Βενέδικτου ιδρύθηκε το 1902 και διοικείται από το Αββαείο του Ealing. Είναι το μόνο ημερήσιο σχολείο Βενεδικτίνων στην Αγγλία. Αλλά δεν είναι αυτό η μοναδική αιτία της φήμης του. Αυτό είναι το σχολείο το οποίο, ίσως να θυμάστε, είχε καταστεί διαβόητο για την ανάμειξη (του ονόματος του) του σε ένα σκάνδαλο κακοποίησης παιδιών το οποίο χρονολογείται πριν απο 60 χρόνια, και το οποίο επέσχυντα αποσιωπήθηκε έπειτα από συνωμοσία των σχολικών αρχών και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Οι μοναχοί, οι οποίοι είχαν εμπλακεί μέχρι τα μπούνια σε περιπτώσεις βιασμού και  σεξουαλικών βασανιστηρίων των παιδιών στο πλαίσιο της άγιας φροντίδας τους, έχουν συμφωνήσει να αλλάξουν τα ονόματα των κτιρίων που τιμούν άτομα φερόμενα ως βασανιστές. Αλλά τα μέτρα αυτά είναι ανεπαρκή για να καθαρίσουν τις επαίσχυντες μνήμες της παιδικής κακοποίησης ή να ξορκίσουν τα αποτρόπαια φαντάσματα που στοιχειώνουν κάθε πτυχή αυτού του «κορυφαίου σχολείου».

Τώρα, η Standard μας πληροφορεί, «οι απόφοιτοι του σχολείου αναλαμβάνουν από την πλευρά τους να αποκαταστήσουν την τιμή του ιδρύματος τους». Τι πρόσθετα μέτρα έχουν προτείνει αυτοί οι απόφοιτοι για τον καθαρισμό της κόπρου του Αυγεία του παλιού σχολείου; Η Standard εξηγεί ότι: «μια εκστρατεία βρίσκεται σε εξέλιξη από παλαιούς σπουδαστές για τη μετονομασία ενός από τα κτίρια του σχολείου προς τιμήν του διακεκριμένου απόφοιτου που πυροβόλησε τον Τσε Γκεβάρα».

Ναι, σωστά διαβάζετε. Το επίκεντρο αυτό της χριστιανικής ηθικής και της ακαδημαϊκής αριστείας (και πάλαι ποτέ φωλιά των παιδεραστών) είναι υπερήφανο για το γεγονός ότι ο άνθρωπος που δολοφόνησε έναν ανυπεράσπιστο άνθρωπο που κρατούνταν αιχμάλωτος ήταν πρώην μαθητής του Αγίου Βενέδικτου.

«Διεξάγω εκστρατεία για να δωθεί το όνομα του αντισυνταγματάρχη ο οποίος συνέλαβε τον Τσε Γκεβάρα, τον οποίο είχε πυροβολήσει με οδηγίες προερχόμενες από τη Λα Παζ», λέει ο παλιός απόφοιτος Τζον Μπερκ. «Αν όχι, τότε τουλάχιστον μια επιγραφή. Αυτός ήταν ο Γκάρι Πράδο Σαλμόν, ο οποίος φοιτούσε στην Πέμπτη τάξη το 1953, όταν πατέρας του ήταν στρατιωτικός ακόλουθος της (πρεσβείας της) Βολιβίας».

Δεν είναι καταπληκτικό αυτό; Το βάθος της υποκρισίας αυτών των θρησκευτικών ηθικολόγων δε έχει όρια. Σε όλο τον κόσμο το όνομα του Τσε Γκεβάρα αντιμετωπίζεται με το βαθύτερο σεβασμό. Πρόκειται για έναν άνθρωπο, που γεννήθηκε σε μια μεσοαστική οικογένεια στην Αργεντινή, και ο οποίος αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στον αγώνα για την υπεράσπιση των φτωχών και καταπιεσμένων ανθρώπων του κόσμου.

Στο σύνολο αυτής της αξιοσημείωτης ζωής, αυτός ο άνθρωπος επέδειξε το μεγαλύτερο προσωπικό θάρρος. Πέρασε τους τελευταίους μήνες του υφιστάμενος τις πιο τρομερές στερήσεις στις ζούγκλες της Βολιβίας σε μια άκαρπη πάλη για την ανατροπή της εύρωστης ολιγαρχίας η οποία βάναυσα καταπίεζε και εκμεταλλεύονταν τους εργάτες και τους χωρικούς.

Οι δυνάμεις της αντίδρασης, οργανωμένες, εξοπλισμένες και χρηματοδοτούμενες από τη CIA έθεσαν ως στόχο να καταστρέψουν μια μικρή ομάδα μαχητών της ελευθερίας, εξαντλημένων, πεινασμένων, απελπιστικά  ολιγάριθμων με ελάχιστο οπλισμό. Κυνηγήθηκαν σαν άγρια ζώα και σφαγιάστηκαν χωρίς έλεος.

Ο Τσε Γκεβάρα δεν σκοτώθηκε στη μάχη. Άσχημα τραυματισμένος, βρέθηκε αιχμάλωτος. Δεν τόλμησαν να του δώσουν την ευκαιρία μιας δίκης. Φοβήθηκαν την αντίδραση του λαού της Βολιβίας και της εργατικής τάξης όλου του κόσμου. Χωρίς καν το πρόσχημα μιας δίκης, δολοφονήθηκε άγρια ​​από τους πληρωμένους φονιάδες της ολιγαρχίας.

Για να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους ως χασάπηδες, αυτοί οι μισθοφόροι δε ρίσκαραν καθόλου. Δεν χρειάζεται πολύ θάρρος για να πυροβολήσεις έναν άνθρωπο που ‘χει τα χέρια του δεμένα πίσω από την πλάτη. Ωστόσο, αυτά τα τέρατα παρουσιάζονται σαν ήρωες, το όνομα των οποίων πρόκειται να τιμηθεί απο ένα κορυφαίο σχολείο διευθυνόμενο από μοναχούς.

Φυσικά, ο κ. Μπερκ λέει ότι ο ίδιος δεν είδε ποτέ καμία εκτρεπόμενη συμπεριφορά στο σχολείο, το οποίο ακόμη ταλανίζεται από το σκάνδαλο κακοποίησης παιδιών: «Ούτε εγώ ούτε έξι ξαδέρφια γνωριζαμε τίποτα χειρότερο από ξυλοδαρμούς», δήλωσε στην Standard.

Το «άξιο τέκνο» του Αγ.Βενέδικτου, ο βολιβιανός Γκάρι Πράδο Σαλμόν.

Δεδομένου ότι οι «ξυλοδαρμοί» δεν αναφέρονται πουθενά στις Δέκα Εντολές, πρέπει κανείς να συμπεράνει ότι είναι σε απόλυτη αρμονία με το χριστιανικό δόγμα. Και δεν μπορεί να αποτελεί ιδιαίτερη έκπληξη το γεγονός ότι ένας άνθρωπος που θεωρεί την εν ψυχρώ δολοφονία επαναστατών να είναι όχι μόνο αποδεκτή, αλλά ιδιαίτερα αξιέπαινη, δεν παρατήρησε οτιδήποτε ασυνήθιστο στα τεκταινόμενα του σχολείου του. Κάτι που δίνει μια νέα έννοια στην παλιά φράση: «Άφετε τά παιδία έρχεσθαι πρός με…».

Τι συνέβη στον άνθρωπο που συνέλαβε τον Τσε Γκεβάρα; Κανείς δεν ξέρει ή να νοιάζεται πια τι συνέβη σ’αυτόν το φουκαρά. Είναι απλά μια ασήμαντη υποσημείωση στην ιστορία. Μόνο ο κ. Μπερκ είναι πρόθυμος να μας ενημερώσει:

«Ο Πράδο ηγήθηκε της περιπολίας των Άνδεων το 1966 και πήγε να επιχειρήσει ένα στρατιωτικό πραξικόπημα, μπαίνοντας (τελικά) σε ένα αεροπλάνο για το Μαϊάμι εξαιτίας των μπελάδων που είχε προκαλέσει. Επέστρεψε για να φθάσει στον βαθμό του στρατηγού, και τελικά έγινε υπουργός Σχεδιασμού – θέση στην οποία ήταν όταν τον είδα ξανά στη Λα Παζ το 1979».

Ο κ. Μπερκ δείχνει συγκινητική συμπάθεια για έναν καημένο συνάνθρωπο ο οποίος, για το μικρό αδίκημα της προσπάθειας οργάνωσης πραξικοπήματος κατά της ίδιας της κυβέρνησής του, μπαίνει σε ένα αεροπλάνο για το Μαϊάμι. Εκεί θα ηγείται της καλοζωϊσμένης παρέας όλων των άλλων καθαρμάτων, μαφιόζων και δολοφόνων οι οποίοι έχουν ταχθεί να υπερασπίζονται το ιδανικό της Ελευθερίας στην Κεντρική και Νότια Αμερική μέσω της ανατροπής εκλεγμένων κυβερνήσων κατ ‘εντολή της CIA.

Αλλά καλό είναι ότι τελειώνει καλά. Ο ήρωας του κ. Μπράουν κατέληξε σε μια άνετη θέση εργασίας, όπως αυτή του βολιβιανού πρεσβευτή στο Λονδίνο, όπου θα έχει μεγαλειωδώς απολαύσει να μοιράζεται τα ηρωικά κατορθώματά του, με τους Σπουδαίους και Θεοσεβούμενους, σε διάφορα κοκτέιλ πάρτυ, κομπάζοντας ατελείωτα για το πώς ο ίδιος μόνος του «έβγαλε απ’ το παιχνίδι» το μεγάλο Τσε Γκεβάρα.

Δεν γνωρίζουμε εάν οι Άγιοι Πατέρες του Αγίου Βενέδικτου έχουν συμφωνήσει σε αυτήν την υπέροχη πρόταση. Ξέρουμε όμως αυτό. Πολύ μετά αφότου ο Αντισυνταγματάρχης Πράδο θα είναι νεκρός και ξεχασμένος, η μνήμη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα θα παραμείνει η άφθαρτη μνήμη του πραγματικού επαναστατικού ηρωισμού και πηγή έμπνευσης για τις νέες γενιές, που αγωνίζονται για την ανατροπή μιας σάπιας, καταπιεστικής και ηθικά πτωχευμένης κοινωνίας η οποία εκτρέφει τέρατα, όπως ο Γκάρι Πράδο Σαλμόν.

Λονδίνο, Ιανουάριος, 2012.

Μετάφραση: Νικόλας Μόττας. Πηγή: In Defence of Marxism, «Moral hypocrisy, St. Benedict’s and Che Guevara«.

Νέο βιβλίο γιά τη δολοφονία του Τσε εκδόθηκε στις Η.Π.Α.

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ – Περισσότεροι από 300 άνθρωποι προσήλθαν στα γραφεία της μόνιμης αντιπροσωπείας της Κούβας στον Ο.Η.Ε. αναμένοντας την παρουσίαση του βιβλίου «Ποιός σκότωσε τον Τσε;» (Who Killed Che?), των αμερικανών συγγραφέων Μάικλ Ράτνερ και Μάικλ Στίβεν Σμιθ. Στην εκδήλωση τιμήθηκε η μνήμη του δικηγόρου Λέοναρντ Βάινγκλας ο οποίος υπήρξε επικεφαλής της ομάδας υπεράσπισης των Πέντε Κουβανών πατριωτών που κρατούνται σε φυλακές της Φλόριντα από το 1998. Στην περίπτωση τους άλλωστε αφιερώθηκε μεγάλο μέρος της εκδήλωσης στην οποία παραβρέθηκε ο πρέσβης της μόνιμης Κουβανικής αντιπροσωπείας Πέδρο Νούνες Μοσκουέρα.

Το κοινό παρακολούθησε ζωντανή τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των συγγραφέων και του προέδρου της Κουβανικής Εθνικής Συνέλευσης της Λαϊκής Εξουσίας, Ρικάρντο Αλαρκόν, ο οποίος σχολίασε το νέο περιεχόμενο του νέου βιβλίου. «Παρουσιάζετε ξεκάθαρα ποιός δολοφόνησε τον Τσε» είπε ο κουβανός αξιωματούχος ο οποίος έγραψε τον πρόλογο του βιβλίου που εκδόθηκε στα αγγλικά. Η ισπανική του μετάφραση αναμένεται να εκδοθεί στην Κούβα.

Ο Ράτνερ δήλωσε ότι οι κουβανοί γνωρίζουν καλά την υπόθεση: Ο Τσε δολοφονήθηκε έπειτα από εντολές των Η.Π.Α.. Οι αμερικανοί πολίτες όμως πιστεύουν ότι οι κυβερνήσεις της Βολιβίας και των Ηνωμένων Πολιτειών ήθελαν να συλλάβουν τον αργεντίνο αντάρτη ζωντανό. «Το βιβλίο μας», είπε ο Ράτνερ, «αποδεικνύει ότι η Ουάσινγκτον ήθελε σιγουρευτεί ότι ο Τσε θα δολοφονηθεί, όπως ακριβώς είχαν προσπαθήσει να κάνει με τον ηγέτη της κουβανικής επανάστασης Φιντέλ Κάστρο και με τον πρόεδρο, Ραούλ Κάστρο». «Αυτό το βιβλίο», πρόσθεσε, «προσφέρει ισχυρά πειστήρια ενάντια στα επιχειρήματα της CIA, η οποία όχι μόνο είχε γνώση του τι συνέβη αλλά έδωσε την τελική άδεια γιά τη δολοφονία του Τσε και ήταν βασικός ενορχηστρωτής της πολιτικής κεφαλαιοποίησης αυτού του γεγονότος (προς όφελος των Η.Π.Α)».

Γιά τους Πέντε κουβανούς, ο Ράτνερ σημείωσε ότι είναι «πέντε ήρωες γιά κάθε έναν από εμάς και γιά όλους μας», επειδή επιχείρησαν να σταματήσουν τις αντι-κουβανικές τρομοκρατικές ενέργειες.

Ο Μάικλ Ράτνερ είναι πρόεδρος του Κέντρου Συνταγματικών Δικαιωμάτων της Νέας Υόρκης και της American Bar Association. Είναι συγγραφέας των βιβλίων The Trial of Donald Rumsfeld: A Prosecution by Book και The Pinochet Papers y Against War with Iraq and Guantánamo: What the World Should Know. Ο Μάικλ Στίβεν Σμιθ είναι μέλος του ΔΣ του Κέντρου Συνταγματικών Δικαιωμάτων της Νέας Υόρκης και συγγραφέας του βιβλίου Notebook of a Sixties Lawyer: An Unrepentant Memoir y Lawyers You’ll Like.

* Ηλεκτρονική εφημερίδα Escambray, 6 Νοεμβρίου 2011.