Κλάους Μπάρμπι και CIA: Ο Ναζί εγκληματίας πολέμου που κυνήγησε τον Τσε

Η άνανδρη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα από δυνάμεις του βολιβιανού στρατού και πράκτορες της CIA, τον Οκτώβρη του 1967, έχει πτυχές που πιθανόν να μην τις μάθουμε ποτέ. Κάποιες άλλες είναι ίσως λιγότερο γνωστές στο ευρύ κοινό. Μια απο αυτές είναι η συνεργασία της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ με διαβόητο Ναζί εγκληματία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι η ιστορία του Νίκολαους “Κλάους” Μπάρμπι, του λεγόμενου “χασάπη της Λυών” – λόγω των φρικτών εγκλημάτων που διέταξε στη γαλλική πόλη – ο οποίος μια εικοσαετία και πλέον μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου “στρατολογήθηκε” από τη CIA στο κυνήγι του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία.

Λίγα λόγια για τον Ν. Κλάους Μπάρμπι:

Γεννήθηκε στις 25 Οκτώβρη 1913 στο Γκόντεσμπεργκ της Πρωσίας. Στα 22 του χρόνια ο “Κλάους” εντάχθηκε στην ειδική υπηρεσία πληροφοριών των SS, λειτουργώντας ως πληροφοριοδότης για το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ. Η πορεία του από εκεί και πέρα είναι συνδεδεμένη με τα φρικιαστικότερα εγκλήματα των SS και της Γκεστάπο κατά την άνοδο του ναζισμού στην Ευρώπη. Σε ηλικία μόλις 29 ετών διορίζεται επικεφαλής του γραφείου της Γκεστάπο στη Λυών της Γαλλίας. Οι μαρτυρίες λένε ότι ο Μπάρμπι υπήρξε σαδιστικά αιμοσταγής: έλαβε μέρος στο βασανισμό ανδρών και γυναικόπαιδων, χρησιμοποίησε ηλεκτροσόκ κατά τη διάρκεια ανακρίσεων ενώ δεν δίσταζε να βασανίσει και σεξουαλικά τα θύματα του. Έλαβε το προσωνύμιο “Χασάπης της Λυών” για τη βαρβαρότητα που επέδειξε ως επικεφαλής της ναζιστικής μυστικής αστυνομίας στην πόλη. Τον Απρίλη του 1944 διέταξε την απέλαση – με κατεύθυνση τα κρεματόρια του Άουσβιτς – 44 παιδιών από ορφανοτροφείο της κωμόπολης Ιζιέ. Έλαβε μέρος σε δεκάδες επιχειρήσεις των ναζιστικών στρατευμάτων κατά γάλλων παρτιζάνων μέχρι και το τέλος του πολέμου.

Κατά έναν παράξενο τρόπο, μετά το τέλος του Β’Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα του χιτλερικού καθεστώτος, ο Μπάρμπι στρατολογήθηκε από τους “Δυτικούς συμμάχους”, δουλεύοντας για τη Βρετανία μέχρι το 1947 και έπειτα για τις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών. Το 1951, με τη βοήθεια της CIA και του Βατικανού, καταφέρνει να διαφύγει από την Ευρώπη με κατεύθυνση την Αργεντινή – η “απόδραση” του Μπάρμπι στη Λατινική Αμερική είναι μια απ’ τις πολλές υποθέσεις αξιωματούχων του χιτλερικού καθεστώτος που με τη βοήθεια της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας εγκατέλειψαν την Ευρώπη. Απο ‘κει και πέρα ο “Χασάπης της Λυών” – πότε σε συνεργασία με την CIA και πότε ως πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών της Δυτικής Γερμανίας (BND) – θα λάβει μέρος σε αμέτρητες εγκληματικές επιχειρήσεις, από απόπειρες δολοφονίας μέχρι στρατιωτικά πραξικοπήματα. Το 1965 ο Μπάρμπι βρίσκεται στη Βολιβία δουλεύοντας για την BND και έχοντας εξασφαλίσει το μισθό του σε τραπεζικό λογαριασμό με έδρα το Σαν Φρανσίσκο των ΗΠΑ. Διαμένει στην πρωτεύουσα Λα Παζ φέροντας τον τίτλο του “επιχειρηματία”, υπό το όνομα “Κλάους Αλτμαν”…

Η ταυτότητα του «Κλάους Αλτμαν» στη Βολιβία.

Η ανάμειξη του Κλάους Μπάρμπι στην σύληψη και δολοφονία του Τσε αποκαλύφθηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Βαθιά αντικομμουνιστής και γνώστης τακτικών πολέμου απ’ τη θητεία του στα ναζιστικά στρατεύματα, ο Μπάρμπι αποτέλεσε έναν εκ των ιδανικών υποψηφίων για συμμετοχή στο κυνήγι του Τσε. Προκειμένου να συλλάβουν τον αργεντίνο επαναστάτη, οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ ήταν αποφασισμένες να κάνουν τα πάντα. Ο βρετανός, βραβευμένος με Όσκαρ, σκηνοθέτης Κέβιν Μακ Ντόναλντ ερεύνησε την συμμετοχή του πρώην διοικητή της Γκεστάπο στον εντοπισμό και την σύλληψη του Τσε. Το ντοκυμαντέρ με τίτλο “Ο Εχθρός του Εχθρού μου” (My Enemy’s Enemy) περιγράφει πτυχές της στρατολόγησης του “χασάπη της Λυών” στο κυνήγι που εξαπέλυσε η CIA στη Βολιβία. Σύμφωνα με πληροφορίες που συνέλεξε ο Μακ Ντόναλντ, η CIA χρησιμοποίησε τις – αν μη τι άλλο πολύτιμες – εμπειρίες του Μπάρμπι απέναντι στους γάλλους παρτιζάνους κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Αλβάρο ντε Κάστρο, έμπιστος του Μπάρμπι εκείνα τα χρόνια, εξιστορεί στο ντοκυμαντέρ: “Συνάντησε (ο Μπάρμπι) τον στρατηγό Σέλτον, τον αρχηγό της μεραρχίας από τις ΗΠΑ. Ο Άλτμαν (κωδική ονομασία του Μπάρμπι) χωρίς αμφιβολία του έδωσε συμβουλές στο πως να πολεμήσει τους αντάρτες. Χρησιμοποίησε τις γνώσεις που είχε αποκτήσει απ’ τη δουλειά του στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το πιο σημαντικό ήταν ότι κατείχε αυτήν την εμπειρία”. Μάλιστα ο ντε Κάστρο αποκαλύπτει την προκλητική υπεροψία με την οποία ο εγκληματίας Ναζί αντιμετώπιζε τον Τσε: “Αυτός ο κακομοίρης δεν θα είχε επιζήσει καθόλου εάν είχε πολεμήσει στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο” συνήθιζε να λέει ο Μπάρμπι.

Την περίοδο της προβολής του ντοκυμαντέρ (Δεκέμβρης 2007), ο σκηνοθέτης Μακ Ντόναλντ αφηγείται στην εφημερίδα “Guardian”: Ο Γκεβάρα έφτασε στη Βολιβία μεταμφιεσμένος – όπως οι γάλλοι αντάρτες στον πόλεμο που ήταν συνεχώς μεταμφιεσμένοι ώστε να περνούν απαρατήρητοι απ’ τους γερμανούς. Υποψιάζομαι ότι η συμβολή του Μπάρμπι (στην σύλληψη) ήταν περισσότερο σε θεωρητικό επίπεδο και, αν το σκεφτείτε, είναι λογικό απ’ την πλευρά των βολιβιανών και των αμερικανών. Είχε έμπρακτη ειδίκευση στο αντικείμενο, ήταν σκληρός αντικομμουνιστής. Ούτε οι αμερικανοί, ούτε οι βολιβιανοί είχαν τέτοιου είδους εμπειρία”.

Η συνεργασία της CIA και της βολιβιανής κυβέρνησης με τον διαβόητο εγκληματία του Τρίτου Ράϊχ οδήγησε στην σύλληψη και δολοφονία του Ερνέστο Γκεβάρα, στις 9 Οκτώβρη 1967. Στο ντοκυμαντέρ “Ο Εχθρός του Εχθρού μου”, ένας συνάδελφος του Μπάρμπι στην Υπηρεσία αντικατασκοπείας του αμερικανικού στρατού (US Army Counter-Intelligence) θα δηλώσει κυνικά: “Δεν πιστεύω ότι ήταν πραγματικά σαδιστής. Έκανε αυτό που του είχε ανατεθεί και ήταν περήφανος για την ικανότητα του να ανακρίνει ανθρώπους”. Από τον ναζιστικό ιμπεριαλισμό της φρίκης του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ο Κλάους Μπάρμπι (ή Κλάους Άλτμαν) θα μεταπηδήσει με παροιμιώδη ευκολία στο στρατόπεδο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού του μεταπολέμου, αυτόν του Ψυχρού Πολέμου. Για τα εγκλήματα του δεν θα τιμωρηθεί ποτέ όπως του άξιζε.

Ο “χασάπης της Λυών” θα συλληφθεί το Γενάρη του 1983 απ’ τις βολιβιανές αρχές και θα εκδωθεί στη Γαλλία προκειμένου να δικαστεί. Θα καταδικαστεί για 41 διαφορετικές κατηγορίες εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και θα φυλακιστεί σε ισόβια κάθειρξη στη Λυών το 1987 – την πόλη που τέσσερις δεκαετίες πριν είχε ζήσει τον σαδισμό και τη βαρβαρότητα της αρρωστημένης ιδεολογίας του. Αμετανόητος μέχρι τέλους θα δηλώσει ενώπιον του δικαστηρίου: “Ενώπιον του Θεού θα κριθώ αθώος”. Το 1991 πεθαίνει στην φυλακή από λευχαιμία, σε ηλικία 77 ετών.

Ν.Μόττας.

Πάθη και θάνατος στην Βολιβία – Το τέλος του Τσε Γκεβάρα (Μέρος Τρίτο)

(Συνέχεια από Δεύτερο μέρος).

Στις 8 Απρίλη του 1967, ο Γκεβάρα έμαθε ένα ακόμα δυσάρεστο νέο. Ο πρώην πρόεδρος Παθ Εστενσόρο που είχε ανατραπεί από τους στρατιωτικούς και ζούσε εξόριστος στην Λίμα δήλωσε ότι οι γκερίλας ήταν κομμουνιστές και ότι κατά συνέπεια ο λαός δεν έπρεπε να τις στηρίξει. Ο Εστενσόρο δήλωσε επίσης ότι σημασία είχε πρωτίστως να κρατηθεί το καθεστώς εθνικιστικό.

Στις 10 Απριλίου, οι γκερίλας στήνουν ενέδρα σε ένα σύνταγμα στρατιωτών κοντά στο αγρόκτημα Νινκαχουάζου σε ένα πλάτωμα που ονομάζεται Ιριπίτι. Η μάχη κρατά περίπου 30 λεπτά της ώρας και 11 στρατιώτες του βολιβιανού στρατού σκοτώνονται. Ο Γκεβάρα και οι γκεριλας που μετρούν πια την δεύτερη νίκη τους, συλλαμβάνουν 7 τραυματισμένους στρατιώτες και ακόμα 11 που τους παραδίδονται. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ένας αξιωματικός. Οι γκερίλας έχουν δύο νεκρούς όμως πέφτουν στα χέρια του 35 ανέπαφα αυτόματα με όλα τους τα πυρομαχικά.

Μετά από αυτή τους την νίκη, οι γκερίλας αποσύρονται στο Νινκαχουάζου το οποίο σχεδιάζουν να το εγκαταλείψουν άμεσα. Το αγρόκτημα αποφασίζεται να μείνει στα χέρια δύο μελών της αποστολής. Τον Γάλλο δημοσιογράφο Ρεζί Ντεμπραί που εκτός από φίλος του Κάστρο θα κάλυπτε ειδησιογραφικά και την γκερίλια και τον Αργεντινό Σίρο Μπούστος, πολιτικό πρόσωπο που συμφωνούσε με τις ιδέες του Τσε, όχι όμως και την οργάνωση της γκερίλια. Πριν η γκερίλια αποτραβηχτεί στο δάσος γίνεται συζήτηση και κριτική. Συμφωνούνται τα δύο θεμελιώδη λάθη της: Η ελλιπής πληροφόρηση για τις πολιτικές συνθήκες της Βολιβίας και η ελλιπής τροφοδοσία.

Ο στενός αυχένας του Νινκαχουάζου είναι περικυκλωμένος από καθεστωτικές δυνάμεις. Ο Γκεβάρα δεν γνώριζε πως να οδηγήσει τους γκερίλας για να ξεφύγουν από τον κλοιό. Στο Ελ Μεσόν, η γκερίλια θα πέσει ξανά επάνω σε στρατιωτικό κλιμάκιο και θα του προκαλέσει δύο θύματα. Σκοτώνουν επίσης και ένα ειδικά εκπαιδευμένο σκύλο της CIA για ανεύρεση ανθρώπων μέσα στην ζούγκλα. Η πορεία συνεχίζεται κυρίως την νύχτα σε συνθήκες απόλυτων στερήσεων. Ξανά, δύο εβδομάδες αργότερα, στην περιοχή Ταπερίλια, η γκερίλια θα έρθει σε επαφή με μικρό στρατιωτικό τμήμα και θα σκοτώσει δύο οπλίτες. Η κίνηση της γκερίλια προβληματίζει τις αρχές. Η κινητοποίηση είναι μεγάλη και ακόμα δεν έχει φέρει σοβαρά αποτελέσματα. Μερικές ημέρες μετά οι Ντεμπραί και Μπούστος θα πέσουν στα χέρια των αρχών μαζί με το Άγγλο δημοσιογράφο Τζορτζ Άντριου Ροθ τον οποίο συνάντησαν τυχαία να καλύπτει τις επιχειρήσεις στο χωριό Μουγιουπάμπα.

Στο μεταξύ ο Γκεβάρα συνεχίζει την πορεία του ξεφεύγοντας κυριολεκτικά κάτω από την μύτη ενός ολόκληρου συντάγματος στρατού που επιχειρεί στην ευρύτερη περιοχή του Ελ Μεσόν. Τους προκαλεί ακόμα 3 απώλειες ανάμεσα στους οποίους και ένας αξιωματικός. Σε αυτή την φάση ο Γκεβάρα συντάσσει με τον Βολιβιανό ηγέτη Ρομπέρτο Περέδο την πρώτη διακήρυξη της γκερίλια. Αυτή εγκαθιδρύει και τον Απελευθερωτικό Εθνικό Στρατό Βολιβίας που οι τάξεις του είναι ανοιχτές σε άνδρες και γυναίκες κάθε ιδεολογικής απόχρωσης. Η διακήρυξη σχεδόν δεν κυκλοφόρησε στην Βολιβία, πάντως πέρασε τα σύνορα και έλαβε διεθνή δημοσιότητα. Παρόλα αυτά δεν κατάφερε να ανατρέψει την κακή εικόνα της γκερίλια που βρίσκονταν πιασμένη σε μια φάκα που διαρκώς στένευε.

Μερικές ημέρες μετά η δύναμη της γκερίλια σπάει στα δύο. Μια ομάδα φεύγει δυτικά προς την σιδηροδρομική γραμμή κοντά στα σύνορα με την Αργεντινή ενώ το κύριο τμήμα κινείται βόρεια. Νέες μάχες δίνονται στα περίχωρα του Ελ Εσπίνο και της Μουχίρια και η ομάδα του Γκεβάρα καταφέρνει να συνεχίσει την πορεία της. Στην περιοχή του Μορόκος (σημερινό Πιράι) ο Γκεβάρα δίενι σκληρή αποφασιστική μάχη με υπέρτερες κατά πολύ δυνάμεις. Η ομάδα του αποτελείται αποκλειστικά από βετεράνους της Κούβας και σκληροτράχηλους Βολιβιανούς κομμουνιστές. Επιφέρουν 8 νεκρούς ενώ οι ίδιοι έχουν 3. Σκοπός του Γκεβάρα με την πορεία του προς Βορρά είναι να διασπάσει τον αποκλεισμό του Νινκαχουάζου προς τις πόλεις και να εξασφαλίσουν πέρασμα στον δρόμο που συνδέει την Σάντα Κρουζ με την Κοκαμπάμπα.

Από την άλλη μεριά η ομάδα του Ακούνια Νούνιεθ συλλαμβάνει και εκτελεί ένα πραγματικά εξαιρετικό σχέδιο. Κινούμενη προς δυσμάς, αποκλείει τον δρόμο προς Σάντα Κρουζ, κόβει τις τηλεφωνικές γραμμές και καταλαμβάνει ένα λεωφορείο γεμάτο φοιτητές. Οι αντάρτες βγάζουν λόγο στους φοιτητές που ενθουσιασμένοι τους συνοδεύουν στο χωριό Σαμαιπάτα το οποίο οι γκεριλας καταλαμβάνουν. Οι γκεριλας συλλαμβάνουν τις τοπικές αρχές, μαζεύουν ρουχισμό και φάρμακα και βγάζουν λόγο στους συγκεντρωμένους χωρικούς. Οι γκερίλας, αποκλεισμένοι ως τότε από τον υπόλοιπο κόσμο αποδεικνύονται ξαφνικά άξιοι να αναπτύξουν αρκετή φαντασία και θάρρος για να ξεγελάσουν τον στρατό, να καταλάβουν ένα χωριό και να αναλάβουν πρωτοβουλία. Η κοινή γνώμη είναι βαθιά κλονισμένη και το καθεστώς Μπαρριέντος ανησυχεί γιατί πια δεν δέχεται μονάχα την πίεση της CIA και των ΗΠΑ που θέλουν να τελειώνουν με τους γκερίλας, αλλά και της ως τότε μετριοπαθούς αντιπολίτευσης. Ο Μπαρριέντος αναγκάζεται τον Ιούνιο να κηρύξει την χώρα σε κατάσταση πολιορκίας. Αστυνομικά μέτρα παίρνονται σε όλη την επικράτεια και συλλαμβάνονται στελέχη κομμουνιστικών και αριστερών οργανώσεων όπως και μέλη της Εθνικιστικής Επαναστατικής Κίνησης. Δικαστικά επιχειρείται ο συσχετισμός των δύο που όμως αποτυγχάνει, προκαλώντας τον έντονο ερεθισμό του λαού που στρέφεται ξανά στα ορυχεία…

Ο Ιούνιος και ο Ιούλιος είναι δυο μήνες μεγάλης πολιτικής αστάθειας στην Βολιβία. Στις 24 Ιουνίου ο στρατός επιτίθεται στους απεργούς εργάτες ορυχείων στο Κατάβι που διαδήλωναν μέσα στον χώρο εργασίας τους. Προκαλούνται 40 νεκροί και πάνω από 100 τραυματίες. Η σφαγή που είναι γνωστή ως σφαγή του Σαν Χουάν, δεν εξυπηρετεί ωστόσο την υπόθεση του αντάρτικου του Τσε. H κατάσταση είναι τραγική. Δύο παράλληλοι αγώνες βαδίζουν προς την καταστροφή επειδή λείπει η μεταξύ τους συνεννόηση.

Στις 20 Ιουλίου και με δύο από τα τρία κόμματα που στηρίζουν τον Μπαρριέντος να έχουν αποσύρει την στήριξή τους, ο στρατός δίνει ξανά μάχη με την γκερίλια στις όχθες του Μορόκος. Εκείνη την ημέρα η επίθεση αλλάζει ύφος και χαρακτήρα. Ο στρατός κινείται πιο αποφασιστικά και η επίδραση των Αμερικανών πρακτόρων και των «πράσινων μπερέ» γίνεται ευδιάκριτη. Ο Γκεβάρα και οι γκεριλιας αναγκάζονται σε υποχώρηση ενώ καταλαμβάνεται από τον στρατό πολύτιμο υλικό. Στα χέρια τους πέφτουν 10 στρατιωτικοί σάκοι με τρόφιμα, ασύρματοι, πομποί και οπλισμός. Ο Μπαρριέντος ξεκινά την ταχύτατη εκπαίδευση 600 ακόμα ιθαγενών rangers από Αμερικανούς στρατιωτικούς που έρχονται απευθείας από το Βιετνάμ. Ο Γκεβάρα αναγκάζεται να αναγνωρίσει την υπεροχή των αμερικανοκίνητων δυνάμεων.

Ο διοικητής Σέλτον των «πράσινων μπερέ» θα αναφέρει μετά την μάχη: » Ένας σκοτωμένος Βιετκόνγκ στοιχίζει 400.000 δολάρια. Στην Βολιβία η τιμή είναι πολύ πιο φθηνή». Αργότερα, τον Σεπτέμβρη του 1967, το καθεστώς Μπαρριέντος θα οργανώσει μια εκδήλωση τιμής για τους rangers που πολέμησαν την γκερίλια. 35 rangers παρατάσσονται και παρευρίσκεται όλη η αφρόκρεμα του αστικού κόσμου της Βολιβίας. Ξένοι πρέσβεις, πράκτορες της CIA, το επιτελείο του δικτάτορα και τα μέλη του τάγματος των Ροταριανών. Στην εκδήλωση εκφωνούνται λόγοι που εκθειάζουν τις ΗΠΑ και τον δυτικό πολιτισμό. Μια σειρά ξύλινα κουτάκια τοποθετούνται σε ένα τραπέζι για να δοθούν ως δώρα στους rangers. Στο τέλος της τελετής αποκαλύπτεται το περιεχόμενό τους. Πρόκειται για μια κονσέρβα σαρδέλες! Αυτό ακριβώς εννοούσε και ο διοικητής Σέλτον. Αυτό ήταν το μεροκάματο του τρόμου για αυτούς τους ανθρώπους.

Στις 31 Αυγούστου ο στρατός στήνει ενέδρα στην ομάδα του διοικητή Ακούνια Νούνιεθ. που αποτελούνταν από 17 γκερίλας. Η ενέδρα είχε ετοιμαστεί με πολύ μεγάλη φροντίδα. Ο γιος ενός χωρικού έδωσε την πληροφορία σε ένα στρατιώτη : Εκεί που ο πατέρας μου ψάρευε στον Ρίο Γκράντε δυο γκερίλας μπήκαν στο σπίτι μας και ζήτησαν τροφή. Αυτό το περιστατικό συνέβαινε στο Βάντο ντελ Γιέζο στο σημείο που συμβάλουν τα νερά του ποταμού Μαζικούρι μα το αμμώδες ρεύμα του Ρίο Γκράντε. Οι γκεριλας είπαν πως θα επιστρέψουν την επόμενη. Μόλις οι στρατιώτες έμαθαν το νέο διάταξαν την γυναίκα του χωρικού που έλειπε να γυρίσει στο σπίτι της και να περιμένει χωρίς να ανησυχεί την επίσκεψη των ανταρτών. Στο μεταξύ ο στρατός θα παραμόνευε μέσα στις λόχμες. Στην επιστροφή του ο ιδιοκτήτης της καλύβας δέχθηκε σύντομες οδηγίες. Η κυριότερη ήταν να φορέσει άσπρο πουκάμισο για να μην τον μπερδέψουν με τους γκερίλας οι στρατιώτες.

Τελικά ο διοικητής Ακούνια Νούνιεθ επέστρεψε. Σταμάτησε να πιει νερό και πίσω του έφθασαν και οι γκερίλας του. Ο στρατός άνοιξε πυρ. Ο Νούνιεθ σημάδεψε έναν στρατιώτη και οι δυο τους έριξαν ταυτόχρονα ο ένας στον άλλο με αποτέλεσμα να πέσουν κι οι δυο ταυτόχρονα νεκροί. Η μάχη κράτησε λίγο λόγω της σημαντικής διαφοράς ισχύς πυρός. Από τους 17 γκερίλας κατάφεραν να αποσυρθούν μόλις οι 8. Τα σώματα των άλλων τα παρέσυρε το ρεύμα του Ρίο Γκράντε που είχε γίνει κόκκινο. Ο στρατός έχασε 5 άνδρες. Οι άνδρες του Ακούνια που διέφυγαν έπεσαν ξανά σε στρατεύματα δύο ημέρες μετά στην Γιάχο Πάμπα με αποτέλεσμα να χαθούν ακόμα 4. Ο άλλοτε φοβερός λόχος του Ακούνια Νούνιεθ είχε πια αποδεκατιστεί.

Παράλληλα ο Γκεβάρα με την δική του ομάδα κινείται διαρκώς στις δύσβατες περιοχές του Καραπόρι, του Γιούκουε και της Τιτούκα. Τα εφόδια είναι ένα διαρκές τεράστιο πρόβλημα. Η πείνα θερίζει. Στον αυχένα της Ικουίρα ο Τσε δίνει μια ακόμα μάχη με τους κυβερνητικούς. Εκεί σκοτώνεται ένας ακόμα αντάρτης και χάνεται μια σημαντική σειρά ντοκουμέντων. Στο πλήγμα του προστίθεται και ανεύρεση 4ων κρυπτών στο αγρόκτημα Νινκαχουάζου που επιτέλους έχει ανακαλυφθεί.

Στις 22 Σεπτεμβρίου τα ντοκουμέντα αυτά παρουσιάζονται στην Ουάσινγκτον από τον Υπουργό Εξωτερικών της Βολιβίας και αποκαλύπτεται μέσω αυτών η παρουσία του Γκεβάρα στην Βολιβία. Η αποκάλυψη θα γίνει μπροστά και σε όλους τους υπουργούς εξωτερικών των λατινοαμερικανικών κρατών αφού το καθεστώς Μπαρριέντος είχε πάψει πια να εμπνέει εμπιστοσύνη. Τελικά όλα τα μέρη συμφωνούν: Ο Γκεβάρα ζει και βρίσκεται στην Βολιβία. Η θέση ότι είναι νεκρός καταρρίπτεται.

Στις 25 Σεπτέμβρη, ένας λιποτάκτης γκερίλα δίνει την πληροφορία ότι ο Γκεβάρα ζει αλλά είναι άρρωστος.

Στις 26 γίνεται η μάχη στις Χιγκουέρας κοντά στην χαράδρα του Γιούρο. Μια πολύωρη μάχη, μέρα μεσημέρι. Οι αντάρτες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν με την έλευση της αεροπορίας. Πίσω τους αφήνουν 3 νεκρούς μαζί και τον Βολιβιανό ηγέτη Ρομπέρτο Περέδο. Μετά την μάχη η ομάδα του Τσε αποφασίζει να χωριστεί στα δύο και να συναντιέται το βράδυ σε προσυμφωνημένα σημεία. Μέχρι τις 6 με 7 Οκτώβρη, ο Γκεβάρα κάνει αναγνώριση του εδάφους και προσπαθεί να επιλέξει προς τα που πρέπει να κινηθεί. Το ημερολόγιό του γράφει ότι ως τότε όλα γίνονται «χωρίς περιπλοκές», φαίνεται αισιόδοξος. Κλείνουν 11 μήνες επιχειρήσεων στην ζούγκλα.

Στις 8 Οκτώβρη, η ομάδα κινείται σε μια μικρή κατοικημένη έκταση. Μια γριά τους λέει ότι δεν έχει δει στρατό. Πιο πέρα μπαίνουν σε μια καλύβα με μια γυναίκα και ένα κατάκοιτο κορίτσι. Της αφήνουν μερικά χρήματα. Αργότερα θα διασχίσουν ένα χωράφι με πατάτες. Τα πόδια τους θα αφήσουν ίχνη στο χώμα. Την ίδια ημέρα μια χωριάτισσα πληροφορεί τον στρατό ότι άκουσε φωνές στην χαράδρα του Γιούρο. Στις 13:30 μια περιπολία rangers κινείται στο μέρος και δέχεται μια ριπή μυδράλιου που προκαλεί δύο νεκρούς. Τα ίχνη της γκερίλια έχουν πια βρεθεί. Εκείνος που κινδύνευσε περισσότερο ήταν ο ανθρακωρύχος και δεινός σκοπευτής Σιμόν Κούμπα που αφού άδειασε το όπλο του κατάφερε να κρυφτεί στην βλάστηση. Πίσω του βρίσκονταν ο Τσε που έριχνε κι αυτός όμως δέχτηκε πυρά στα πόδια και έπεσε τραυματισμένος. Ο Κούμπα το σήκωσε στα χέρια και ξεκίνησε να τρέχει σταματώντας μόνο για να ρίξει. Ο Τσε δέχτηκε κι άλλη σφαίρα στην πλάτη κι έχασε τον μπερέ του. Παρά το γεγονός ότι ο Κούμπα είχε κρυφτεί και το ότι ήταν κυκλωμένος από παντού, ο Τσε στηρίχθηκε σε ένα δέντρο και κράτησε το Μ2 του με το ένα χέρι προσπαθώντας να το χειριστεί έτσι για λίγα λεπτά. Τελικά δέχθηκε ακόμα μια σφαίρα στα πόδια και το όπλο του ξέφυγε σφηνώνοντας του μια σφαίρα στο δεξί μπράτσο. Έτσι πιάστηκε από τους Βολιβιανούς rangers τραυματισμένος πολλαπλά αλλά χωρίς να κινδυνεύει άμεσα η ζωή του.

Δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του και έδωσε εντολή να περισφύξουν την αρτηρία ενός σοβαρά τραυματισμένου στον μηρό ranger. Τώρα η ζωή του εξαρτιόνταν από δύο άνδρες: Τον λοχαγό Γκάρυ Πράδο Σαλγκάδο αρχηγό των rangers που είχε κάνει σπουδές στις ΗΠΑ και τον συνταγματάρχη Αντρές Σελίνς διοικητή της τρίτης μοίρας πυροβολικού του στρατού που ήταν ιεραρχικά ανώτερος του Πράδο. Και οι δύο ήταν αριστοκράτες και ο Γκεβάρα κουβέντιασε και με τους δύο. Τους ρώτησε αν είχαν φοιτήσει στην σχολή αντί-γκερίλα του Παναμά, ποια ήταν η κατάρτισή τους και σε ποιες μονάδες ανήκαν. Τα τραύματά του τον έκαναν να υποφέρει και παρά το γεγονός ότι δεν είχε υποστεί αιμορραγία τον δυσκόλευαν σημαντικά στην κίνηση. Οι στρατιωτικοί τον μετέφεραν σε μια κουβέρτα στο χωριό Χιγκουέρας που τον απόθεσαν σε ένα άδειο δωμάτιο του σχολείου.

Oι πράκτορες της CIA Felix Rodriguez (αριστερά) και Gustavo Villoldo.

Ακολούθησε μια σοβαρή λογομαχία ανάμεσα στους στρατιωτικούς, ενώ οι ψίθυροι των στρατιωτών έδιναν κι έπαιρναν. Ο ταγματάρχης Νίνιο Γκουσμάν επέμενε να τον μεταφέρει με το ελικόπτερο στην Βαλεγκράντε όμως ο συνταγματάρχης Σελίνς επέμενε να στείλει πρώτα τους τραυματίες. Πολλά συμβούλια έγιναν ανάμεσα στις στρατιωτικές αρχές και τις μυστικές υπηρεσίες για την επόμενη ημέρα. Ο Γκεβάρα σε όλο αυτό το διάστημα αρνήθηκε να πει τίποτα σε οποιονδήποτε ανώτερο αξιωματικό. Μίλησε όμως φιλικά με αρκετούς στρατιώτες και ζήτησε καπνό για την πίπα του. Στην δασκάλα του σχολείου που έφθασε στον τόπο περίεργη, λέγεται ότι είπε ότι το σχολείο είναι σε κακή κατάσταση και είναι αντιπαιδαγωγικό να διδάσκονται μαθητές σε τέτοιο κτίριο. Της τόνισε στο τέλος ότι για αυτά όλα αγωνίζονταν η γκερίλια.

Στις 9 Οκτωβρίου το πρωί τα συμβούλια και οι συζητήσεις έληξαν. Ο Γκεβάρα θα εκτελείτο το ίδιο εκείνο πρωί στον τόπο που κρατούνταν. Ήταν καθισμένος στο πάτωμα και βαριανάσαινε (από το άσθμα του) και δεν αντιλήφθηκε αμέσως τους δύο άνδρες που ήρθαν να τον πάρουν.

Ο λοχαγός Πράδο πλησίασε από πίσω και του έριξε μια ριπή με το αυτόματο στην πλάτη από πάνω προς τα κάτω. Τέσσερις σφαίρες βρήκαν το στόχο τους. Ο συνταγματάρχης Σελίνς έριξε μια μόνο σφαίρα με το περίστροφό του των 9mm  που διαπέρασε την καρδιά και τον πνεύμονα του Γκεβάρα και αποτέλεσε την χαριστική του βολή. Ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα ήταν νεκρός.

Καθώς έπαιρναν το πτώμα του από τον τόπο του εγκλήματος, οι δήμιοί του ανατρίχιασαν βλέποντας τα ορθάνοιχτα μάτια του και το ειρωνικό του χαμόγελο που φανέρωνε όλη του την περιφρόνηση για το είδος τους και όλη του την αγάπη για την ανθρωπότητα.

Το σώμα του μεταφέρθηκε στo Βαλεγκράντε όπου τοποθετήθηκε στο πλυσταριό του νοσοκομείου Nuestra Señora de Malta. Εκεί τραβήχτηκαν «αναμνηστικές» φωτογραφίες, έγιναν ιατρικές εξετάσεις ταυτοποίησης στο σώμα και νεκροτομή. Ταυτοποιήθηκαν επίσης τα δαχτυλικά του αποτυπώματα. Το σώμα του Γκεβάρα παράμεινε μερικές ημέρες σε έκθεση και αργότερα μεταφέρθηκε σε τοποθεσία κοντά στην αεροπορική βάση του Βαλεγκράντε όπου τάφηκε μυστικά με τα σώματα 6 ακόμα συντρόφων του. Τα άκρα του στάλθηκαν για επιβεβαίωση δαχτυλικών αποτυπωμάτων στον Μπουένος Άιρες και αργότερα στάλθηκαν στην Κούβα.

Πρώτη Δημοσίευση: Κόκκινος Φάκελος.

Πάθη και θάνατος στην Βολιβία – Το τέλος του Τσε Γκεβάρα (Μέρος Δεύτερο)

Φωτογραφία του Τσε στη Βολιβία. Προετοιμασία του αντάρτικου.

(Συνέχεια από Πρώτο μέρος).

Καθώς η μπριγάδα των Κουβανών επιτελών φθάνει στην Βολιβία, ένα οργανωμένο δίκτυο Βολιβιανών ετοιμάζεται να βάλει τις πρώτες βάσεις για την δράση των γκερίλας. Από τον Οκτώβρη έως τον Δεκέμβρη του 1966, ένας νέος κομμουνιστής 28 ετών, ο Ρομπέρτο Περέδο γύρισε όλη την γειτονική περιοχή Κεμίρι όπου βρίσκονταν μια από τις σημαντικότερες πηγές πετρελαίου της χώρας. Ο Περέδο ήταν οδηγός ταξί και πεπειραμένος οργανωτής. Εκεί έκανε επαφές με τον ντόπιο πληθυσμό και τελικά αγόρασε ένα μεγάλο αγρόκτημα το Νινκαχουάζου. Επιδόθηκε αμέσως σε γεωργικές εργασίες σπέρνοντας αραχίδες και προσπαθώντας να εξασφαλίσει την διατροφή πολλών ατόμων. Το αγρόκτημα σκοπό του είχε φυσικά την εξασφάλιση τροφής των γκερίλας. Αυτοί για να μην δώσουν βάση για συζητήσεις εγκαταστάθηκαν αρκετά μακρύτερα από το αγρόκτημα και μόνο την νύχτα εισέρχονταν σε αυτό για ανεφοδιασμό.

Η στρατολογία ξεκίνησε από τα ορυχεία όπου μια ανίσχυρη λύσσα ενάντια στην στρατιωτική κυβέρνηση είχε κάνει την εμφάνισή της. Παράλληλα, η εντάσεις ανάμεσα στην Μόσχα και το Πεκίνο εντείνονται με αποτέλεσμα να μεταφραστούν σε πολιτικές συγκρούσεις και εντός των κόλπων των Βολιβιανών εργατών. Αυτό το γεγονός έκανε την κυβέρνηση να διπλασιάσει την προσοχή της στους εργάτες των ορυχείων και να κάνει την στρατολόγηση εξαιρετικά δύσκολη. Ο Γκεβάρα δεν αρνούνταν να συνδιαλλαγεί με καμιά γραμμή αλλά σε τελική ανάλυση όλα σχετίζονταν με την εκλογή που θα έκανε το Κ.Κ. Βολιβίας. Η ηγεσία του Κ.Κ.Βολιβίας παρέμεινε σε αδράνεια μέχρι τον Δεκέμβρη του 1966 όπου ο γ.γ. του Βολιβιανού Κ.Κ. επισκεύθηκε την Αβάνα για να συζητήσει το θέμα με τον Φιντέλ Κάστρο. Ο Φιντέλ του πρότεινε να μετατεθεί η πολιτική διεύθυνση των ηπειρωτικών κομμουνιστικών κομμάτων από την Μόσχα στην Κούβα για καθαρά στρατηγικούς λόγους. Ο Μόντσε (γ.γ. του Κ.Κ. Βολιβίας) επέστρεψε  μερικές ημέρες μετά στην Βολιβία και συνάντησε τον Γκεβάρα στο αγρόκτημα Νινκαχουάζου. Παρά το πολύωρο των συνομιλιών το Κ.Κ. Βολιβίας εξακολουθούσε να κρατά στάση αναμονής και ο Μόντσε να μην αποφασίζει για την υποστήριξη της γκερίλια. Ο Μόντσε υποστήριζε πως η συμμετοχή του στην επιλογή και το στήσιμο της γκερίλια θα πρέπει να είναι καταλυτική γεγονός που δεν άρεσε στον Γκεβάρα που θεωρούσε ότι ο Μόντσε πρωτίστως θα προσπαθούσε να απομακρύνει φιλομαοικά στοιχεία από  το αντάρτικο.  Η απόπειρα διαπραγματεύσεων με τον Μόντσε τελειώνει άδοξα αφού ο γ.γ απαιτεί και την ηγεσία των επιχειρήσεων επί του βολιβιανού εδάφους. Ο Γκεβάρα αρνείται κατηγορηματικά.

Την επόμενη ημέρα, ο Γκεβάρα ακούει σε αναμετάδοση την ομιλία του Φιντέλ στην Αβάνα από την οποία συνάγει ότι ο Φιντέλ δεν γνωρίζει για τις διαπραγματεύσεις του Μόντσε μαζί του. «Στέλνουμε ένα μήνυμα ιδιαίτερα θερμό γιατί βγαίνει μέσα από τα βάθη της καρδιάς μας, από την αγάπη που γεννιέται μέσα στην καρδιά της μάχης, στέλνουμε ένα μήνυμα στον διοικητή Γκεβάρα και τους συντρόφους του όπου κι αν βρίσκονται αυτή την στιγμή..» Αναφέρει ο λόγος του Φιντέλ και μια βαριά σιωπή απλώνεται στο Νινκαχουάζου. Ακόμα ένα κομμάτι του λόγου του είναι αφιερωμένο σε αυτούς: «Οι ιμπεριαλιστές έχουν ήδη σκοτώσει τον Τσε σε διάφορα μέρη, αλλά ελπίζουμε πως μια μέρα, τη στιγμή που ο ιμπεριαλισμός καθόλου δεν θα το περιμένει, ο διοικητής Γκεβάρα θα ξαναγεννηθεί από την στάχτη του, σαν τον φοίνικα, με τα άρματα του γκουεριλιέρο και του Ευεργέτη. Ελπίζουμε να λάβουμε μια μέρα νέα πολύ συγκεκριμένα από τον Τσε…» 

Εκείνο το βράδυ οι γκερίλας κοιμήθηκαν με ελπίδα.

Στον επόμενο μήνα αρχίζουν να καταφθάνουν εθελοντές προερχόμενοι από τα ορυχεία του κασσίτερου. Αρχικά παρουσιάζεται μια ομάδα με επικεφαλής τον συνδικαλιστή Μοίζ Γκεβάρα των ορυχείων του Σαν Χοσέ που παρουσιάζεται στον Τσε στις 19/01/1967. Έναν μήνα αργότερα οκτώ ακόμα άνδρες θα καταφθάσουν στον Νινκαχουάζου για να πληθύνουν τις τάξεις του αντάρτικου. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο ανθρακωρύχος Σιμόν Κούμπα που θα παίξει αργότερα ηγετικό ρόλο.

Στο μεταξύ οι διαπραγματεύσεις με την Αβάνα συνεχίζονται. Εκεί βρίσκονται δύο ηγέτες του Κ.Κ.Βολιβίας, ο Χόργκε Κόλλε και Σιμόν Ρέγιες. Και οι δύο τονίζουν το ίδιο θέμα: Το αντάρτικο του Νινκαχουάζου συγκεντρώνει τους δυσαρεστημένους από το Κ.Κ. Βολιβίας. Ο Φιντέλ ξεκινά να σχηματίζει την γνώμη ότι ο Γκεβάρα και η γκερίλια δεν μπορούν πια να βασίζονται στο δίκτυο επισιτισμού και πληροφοριών του Κ.Κ. Βολιβίας. Το ιστορικό λάθος του Μόντσε και του Κ.Κ. αρχίζει να διαφαίνεται. Ο Φιντέλ τονίζει ακριβώς αυτό: Εάν το επιθυμεί το Κ.Κ. Βολιβίας μπορεί και πρέπει να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στην γκερίλια. Ακόμα η ζώνη επιχειρήσεων είναι ήσυχη. Η γκερίλας δεν ξεκουράζονται παρόλα αυτά. Εξασκούνται καθημερινά στα όπλα και την τακτική. Ξεκινούν επίσης να μαθαίνουν την «Κικούα» την γλώσσα των Ινδιάνων της περιοχής με την ελπίδα να επικοινωνήσουν μαζί τους. Ο χρόνος όμως τους φέρνει αντιμέτωπους με την εξάντληση της τροφής. Τον Φλεβάρη δεν έχει μείνει σχεδόν τίποτα και ο υπεύθυνος επισιτισμού στην Λα Παζ δεν δίνει εδώ και καιρό σημεία ζωής. Ο Γκεβάρα θα πληροφορηθεί αργότερα ότι το άτομο αυτό τους είχε προδώσει παίρνοντας μαζί του και 250.000 δολάρια που οι αντάρτες του είχαν δώσει για την αγορά τροφίμων. Οι γκερίλας αναγκάζονται να κυνηγούν πιθήκους και αγριοπερίστερα. Έχουν χωριστεί σε δύο ομάδες για αρτιότερη κίνηση και εξεύρεση τροφής. Τον Φλεβάρη ξεκινούν τα πρώτα κρούσματα λιποταξίας. Δύο άτομα εγκαταλείπουν μαζί με μικρό μέρος του οπλισμού και χάνεται επίσης και ένα αναισθητικό μηχάνημα.

Σύννεφα μαζεύονται πάνω από το Νινκαχουάζου, η Αβάνα είναι πολύ μακριά πια και το στρατόπεδο περικυκλωμένο από μια εχθρική και βαθιά ζούγκλα.

Στα τέλη του Φλεβάρη του 1967, μια πενταμελής ομάδα των γκερίλας ξεκινά σποραδικά να έχει επαφές με τους ντόπιους χωρικούς. Δύο από τους 5 είναι Κουβανοί. Οι χωρικοί τους δέχονται με δυσπιστία. Η ομάδα αυτή σκοπό είχε την διενέργεια μιας ευρύτερης αναγνωριστικής επιχείρησης. Οι χωρικοί τους αντιμετώπισαν δύσπιστα λόγω του ότι ήταν τόσο ξένοι ως προς την περιοχή όσο και προς την γλώσσα ( οι χωρικοί μιλούσαν την Αιμάρα ) Έτσι μετά την εμφάνισή τους οι χωρικοί τους υπέδειξαν να κινηθούν κατά μήκος του Ρίο Γκράντε και ειδοποίησαν αμέσως τον στρατό.

Οι γκερίλας της αναγνωριστικής ομάδας κινούνταν με μεγάλες στερήσεις κατά μήκος του Ρίο Γκράντε. Συχνά αναγκάζονταν να τρώνε ψόφια ψάρια ενώ κάλυπταν μονάχα 4 με 5 χιλιόμετρα ημερησίως. Ο στρατός, πληροφορείται μερικές ημέρες μετά ότι άτομα με στρατιωτική αμφίεση και γένια κινούνται στην περιοχή βόρεια του Καμίρι. O στρατός στέλνει μια μεγάλη ομάδα ανιχνευτών στην περιοχή που όμως έχει να αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες και κινείται και αυτή εξαιρετικά αργά.

Στις 16 Μάρτη δύο ακόμα ανθρακωρύχοι της ομάδας Γκεβάρα εγκαταλείπουν τους συντρόφους τους και λιποτακτούν. Καθόσον φαίνεται από την πορεία των γεγονότων, οι δύο άνδρες ενημέρωσαν τις αρχές με αντάλλαγμα την ασυλία και μερικές ημέρες μετά, ο στρατός ανακαλύπτει στην περιοχή κοντά στον Ρίο Γκράντε κρυψώνα με δύο βαλίτσες γεμάτες πολιτικά ρούχα που φθάνουν για να ντύσουν μια ομάδα περίπου 12 ατόμων. Σε μερικά από αυτά εντοπίζεται η ετικέτα «Κάζα Αλμπιόν Αβάνα». Η αξία αυτής της ανακάλυψης είναι μεγάλη για την κυβέρνηση της Βολιβίας αφού σηματοδοτεί την ύπαρξη Κουβανών ανταρτών στην ζούγκλα και άρα πιθανότατα και του Γκεβάρα.

Ζωηρή κινητοποίηση ξεκινά τότε από τις αρχές ασφαλείας της χώρας. Ο συνταγματάρχης Κόλλε Κουέτο, μεταβαίνει στον Μπουένος Άιρες και το Ρίο Ντε Τζανέιρο για να ζητήσει βοήθεια ανάλογη της σπουδαιότητας των ανακαλύψεων. Ο στρατός βρίσκεται επί ποδός πολέμου. Ξεκινά να διενεργεί τυχαίες περιπολίες στην περιοχή του Καμίρι και μερικές ημέρες μετά μια περίπολος πέφτει πάνω στην ομάδα του Αντώνιο Ντίας που κινείται στην περιοχή. Οι γκερίλας που δεν έχουν εξουσιοδότηση να ανοίξουν πυρ οπισθοχωρούν τακτικά μεν, αλλά λαμβάνοντας την κατεύθυνση του αρχηγείου στο Νινκαχουάζου. Οι στρατιώτες δεν έχουν παρά να ακολουθήσουν τα ίχνη τους για να βρουν την βάση της γκερίλια. Πίσω στο Νινκαχουάζου o Γκεβάρα ενημερώνεται για το συμβάν. Ξεσπά μια θυελλώδης λογομαχία στο τέλος της οποίας ο Σάτσεθ (επικεφαλής των ομάδων αναγνώρισης) καθαιρείται και υποβιβάζεται σε απλό στρατιώτη. Τελικώς η γκερίλια αποφασίζει να δώσει άμεσα μάχη μιας που δεν μπορεί να κρατήσει την ύπαρξή της μυστική.

Στις 23 Μάρτη η γκερίλια κέρδισε την μεγαλύτερή της μάχη. Στις όχθες του ποταμού Νινκαχουάζου, συγκρούεται με μεγάλο τμήμα στρατού και το ανατρέπει από τις θέσεις του. Σκοτώνονται 7 άνδρες του στρατού, τραυματίζονται 4 και αιχμαλωτίζονται ακόμα 9. Οι αιχμάλωτοι αφήνονται ελεύθεροι αφού τους παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες. Στα χέρια των ανταρτών πέφτουν 6 όπλα μάουζερ, 3 οπλοπολυβόλα και μια μεγάλη ποσότητα πυρομαχικών. Η μάχη αυτή άλλαξε την ως τότε ασαφή στάση της κυβέρνησης απέναντι στην γκερίλια. Τα γεγονότα της μάχης φουσκώθηκαν από τον τύπο και έγιναν δηλώσεις που μεγέθυναν την υπολογιζόμενη δύναμη των ανταρτών σε 500. Το Κ.Κ. Βολιβίας προβαίνει αμέσως μετά την ανακοίνωση του περιστατικού από τα μίντια σε μια δήλωση αλληλεγγύης με την γκερίλια παρά το γεγονός ότι η συμφωνία του με την Αβάνα δεν έχει ακόμα επιτευχθεί. Ωστόσο καμιά βοήθεια δεν θα φθάσει από αυτούς στο Νινκαχουάζου.

Την επόμενη της μάχης, καταδρομικά βάλλουν τυφλά στην περιοχή των γκερίλας από χαμηλό ύψος ενώ ο στρατός διενεργεί μια κυκλωτική επιχείρηση μαμούθ. Παράλληλα το ραδιόφωνο της Λα Παζ ανεβάζει την δύναμη των γκεριλας σε 700 και η CIA ξεκινά να στέλνει πράκτορές της στην χώρα. Ο αμερικανικός στρατός συνδράμει και αυτός στέλνοντας τα γνωστά του «πράσινα μπερέ» με ελικόπτερα.

Στο στρατόπεδο των γκερίλας μακριά από το Νινκαχουάζου, επικρατεί ατμόσφαιρα ασυμφωνίας. Το πρόβλημα είναι για μια ακόμη φορά η έλλειψη τροφίμων. Οι μοναδικές πληροφορίες που έχουν στην διάθεσή τους είναι ελάχιστα αξιόπιστες αφού προέρχονται αποκλειστικά από τους κρατικούς ραδιοσταθμούς. Ο Γκεβάρα αντιλαμβάνεται ξανά την αξία των «φιλικών συνόρων» που στην περίπτωσή τους δεν υπάρχουν και της ισχυρής πολιτικής οργάνωσης που στην δική του περίπτωση (το Κ.Κ. Βολιβίας) κωφεύει. Ο βολιβιανός πρόεδρος στρατηγός Μπαρριέντος αρνείται ακόμα για λόγους εξωτερικής πολιτικής ότι ο Γκεβάρα βρίσκεται στην χώρα του παρά την επιμονή πολλών στρατιωτικών επιτελών του. Δηλώνει με κυνισμό στα μέσα: « ο κύριος αυτός είναι νεκρός όπως και ο φίλος του Καμίλο Σιενφουέγκος. Οι γκερίλας δεν θέλουν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους γιατί εκεί βρίσκονται σημαντικοί άνθρωποι, πιθανότατα ξένοι καθοδηγητές τους.»

Οι επιχειρήσεις του στρατού βαίνουν άκαρπες για ακόμα μερικές εβδομάδες. Η κινητοποίηση των στρατευμάτων μεγαλώνει μέρα με την μέρα, αλλά ο Γκεβάρα και οι γκερίλας του δεν έχουν πει ακόμα την τελευταία τους λέξη.

Πρώτη Δημοσίευση: Κόκκινος Φάκελος.

* Γκερίλας: Οι αντάρτες (αγγλ: guerrillas), στα ισπανικά προφέρεται «γκερίγιας». / Μάριο Μόντσε: Επίσης προφέρεται «Μόνχε» (Mario Monje).

Πάθη και θάνατος στην Βολιβία – Το τέλος του Τσε Γκεβάρα (Μέρος Πρώτο)

Το επιτελείο των Βολιβιανών ανταρτών: Από αριστερά: Urbano, Miguel, Marcos, Che, Chino ( κινεζικής και περουβιανής καταγωγής), Pacho και Coco τον Δεκέμβριο του 1966.

Η εθνικιστική επανάσταση στην Βολιβία γεννήθηκε με τον Γκεβάρα το 1953. Το 1964, περνούσε στιγμές αγωνίας κυκλωμένη από εσωτερικές δυσκολίες, οικονομικές αποτυχίες (εθνικοποίηση ορυχείων, αγροτική μεταρρύθμιση κτλ), διπλωματικά επεισόδια και την αγανάκτηση του προλεταριάτου που βίωνε την εξαθλίωση. Η ασφυξία που προκαλούσαν οι γειτονικές χώρες, η πτώση των τιμών του κασσίτερου (μοναδικό εξαγώγιμο προϊόν της Βολιβίας) και η διαρκής υποτίμηση του νομίσματος οδηγούσαν αργά, αλλά σταθερά, το καθεστώς στην χρεωκοπία.

Στην διάρκεια του 1964 έγινε και ένα ακόμα σημαντικό γεγονός που κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει τις συνέπειές του. Τον Μάιο, ομάδες ανταρτών (γκερίλιας)  με πλήρη εξοπλισμό έκαναν την εμφάνισή τους στην επαρχεία της Σάντα-Κρουζ, στην ανατολική μεθοριακή περιοχή της Βραζιλίας. Η γκερίλια πραγματοποίησε επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα και τα συνοριακά φυλάκια, έβαζε φωτιές σε φυτείες ζαχαροκάλαμου και μετατοπίζονταν με καταπληκτική ευκολία σε μια περιοχή που δέσποζε κυριολεκτικά το παρθένο τροπικό δάσος. Θα μπορούσε κανείς να την περάσει για ανταρτομάδα Καστρικού τύπου, όμως αποτελείτο από γαιοκτήμονες και μέλη ενός φασιστικού κομματιδίου εξαιρετικά δραστήριου. Επρόκειτο με άλλα λόγια για την Βολιβιανή φάλαγγα. Οργανωτής της κίνησης αυτής υπήρξε ένας κτηματίας γερμανικής καταγωγής που είχε καταφέρει να συγκεντρώσει μια δύναμη περίπου 80 ανδρών. Η Βολιβία παρά το γεγονός ότι διέθετε κλιμάκιο στρατού ικανό να συντρίψει την φάλαγγα δεν το έπραξε λόγω του ότι αυτή σε πολλά τμήματα της αντιπολίτευσης φαίνονταν χρήσιμη. Έτσι στις 4 Νοεμβρίου του 1964 και κάτω από διακρατικές συνεννοήσεις με τις ΗΠΑ και άλλες χώρες, όλες οι παρατάξεις της αστικής αντιπολίτευσης έδρασαν ενωμένα και ανέτρεψαν το καθεστώς. Την επόμενη ημέρα, η φασιστική γκερίλια έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο αξιώνοντας από την νέα κυβέρνηση που σχηματίζονταν ακόμα, τεράστιες εδαφικές εκτάσεις.

Η νέα στρατιωτική κυβέρνηση της Βολιβίας έκανε ήδη από τις πρώτες ημέρες ζωής της αποδεκτά τα αιτήματα της γκερίλια, δυναμώνοντας την ισχύ της στην ύπαιθρο. Ο πρόεδρος της, Ρενέ Μπαριέντος, στρατηγός των αλεξιπτωτιστών, θα μπορούσε ανεπιφύλακτα να λέει μέχρι και το 1966, ότι διέθετε όχι μόνον την υποστήριξη του στρατού, αλλά και αυτή των αγροτών και γαιοκτημόνων.

Το 1966, ο Γκεβάρα επιστρέφει από το Κογκό για να κυνηγήσει ένα παλιό του όνειρο: Να ξεσηκώσει τους λαούς της Νοτίου Αμερικής ενάντια στους δυνάστες τους. Ο Γκεβάρα επιθυμούσε να ξεκινήσει είτε από την βόρεια Αργεντινή, είτε το νότιο Περού, είτε την Βολιβία. Στην Αργεντινή, ο ειρηνιστής κεντρώος Αρτούρο Ίλλια ήταν πάντα στην εξουσία παρά την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας. Στο Περού μια μη δικτατορική κυβέρνηση είχε εξαπολύσει πογκρόμ ενάντια στους γκερίλιας και οι περισσότεροι ηγέτες τους είχαν είτε σκοτωθεί ή φυλακιστεί. Η Βολιβία φαίνονταν ως μοναδική σχετικά ευνοϊκή, λύση. Το Κ.Κ. Βολιβίας, με πολλά μέλη του να βρίσκονται πρόσφυγες και στην Αβάνα, αρνούνταν να πάρει επιθετική θέση, ενώ όλα έδειχνα ότι οι εντάσεις και οι εξεγέρσεις στα ορυχεία της Βολιβίας μπορούσαν να θέσουν σύντομα το καθεστώς Μπαριέντος σε κίνδυνο.

Το Κ.Κ. Βολιβίας, επιχειρούσε την στρατολογία μελών της γκερίλια που ετοιμάζονταν από τους εργάτες των ορυχείων και τα νέα που δίνονταν στον Γκεβάρα φαίνονταν θετικά. Εδώ είναι όμως που ο  Γκεβάρα θα πραγματοποιήσει ένα στρατηγικό λάθος εφάμιλλο με αυτό του Λένιν το 1920 (ενάντια στην Πολωνία). Οι εργάτες ορυχείων που θα αποτελούσαν την μαγιά της γκερίλια ήταν, ως επί το πλείστον γεννημένοι σε ορεινά οροπέδια ή κοιλάδες της χώρας και θα συναντούσαν ανυπέρβλητες δυσκολίες στην ανάπτυξη της δράσης τους στην ζούγκλα. Με τα δεδομένα αυτά ξεκινά η οργάνωση της γκερίλια της Βολιβίας.

Η οργάνωση της γκερίλια στην Βολιβία, αποτελεί έργο τόσο του «Τσε» όσο και του Φιντέλ  Κάστρο. Η ανεξαρτησία της Κούβας και η οικονομική της σχέση με την ΕΣΣΔ επέβαλαν την διασφάλιση μιας συλλογικότητας στην επανάσταση της Λατινικής Αμερικής. Έτσι μονάχα η ενότητα των Λατινοαμερικανών θα μπορούσε να εξασφαλίσει την επιβίωση και την πρόοδο της κουβανικής επανάστασης αλλά και της επανάστασης σε κάθε άλλο κράτος ή κρατίδιο της νοτιοαμερικανικής ηπείρου.

Το γενικό επιτελείο της γκερίλια αποτελούνταν από τον Γκεβάρα και ακόμα 15 άνδρες, περισσότεροι από τους οποίους υπήρξαν βετεράνοι του σώματος Σίρο Ρεντότο και είχαν πολεμήσει με τον Γκεβάρα στην Σάντα Κλάρα το 1958. Έτσι ξεκινά η αποστολή της Βολιβιανής γκερίλια.

Το σώμα των γκερίλιας χωρίσθηκε σε τέσσερις ομάδες για να περάσει στην Βολιβία. Όλοι με πλαστά χαρτιά που είχαν εκδοθεί από τις αρχές της Ουρουγουάης, του Παναμά, του Εκουαδόρ και της Κολομβίας. Τουλάχιστον έξι από τα άτομα της αποστολής είχαν τον βαθμό του διοικητή καθώς επίσης και σημαντικές πολιτικές θέσεις στην Αβάνα. Ο Χουάν Ακούνια Νούνιεθ, λόγου χάρη ήταν μέλος της Κ.Ε. του Κ. Κ. Κούβας και ένας από τους πρώτους αντάρτες του Κάστρο. Ο Ορλάντο Παντόχα Ταμάιο, είχε εργαστεί στο πλευρό του Ραμίρο Βαλέντες όταν αυτός ήταν διοικητής της πολιτικής αστυνομίας, ενώ ο Ελιζέο Ρέγιες Ροντρίγκες ήταν ένας από τους αυθεντικότερους ήρωες της κουβανικής επανάστασης και έλαβε τον βαθμό του διοικητή στην πορεία από την Σιέρρα Μαέστρα στην Λας Βίλλινας. Εν ολίγοις, οι αντάρτες του Γκεβάρα, αποτελούσαν πραγματική επαναστατική δύναμη και θυσίασαν την προσωπική τους θέση αλλά και ζωή για την υπόθεση της παν-λατινικής επανάστασης.

O διοικητής Παντόχα Ταμάιο έφθασε στην Βολιβία με δύο ακόμα άντρες μέσω του Περού. Σκοπός του ήταν να έρθει σε επαφή με τα απομεινάρια των τροτσκιστικών ανταρτομάδων του Χούγκο Μπλάνκο, που διαλύθηκαν το 1963 και να δει εάν μπορούσε να γίνει επαφή και συνεργασία. Μαζί του βρέθηκαν ακόμα 3 σύντροφοί του που έφθασαν από ξηράς με κοινά μεταφορικά μέσα.

Τον Σεπτέμβρη του 1966 ο Γκεβάρα πέρασε στην Βολιβία με ακόμα έναν γκερίλα. Είχε φύγει με κανονική πτήση της Ιμπέρια από την Αβάνα για την Βραζιλία κι από εκεί συνέχισε με λεωφορείο ως το Βολιβιανό έδαφος. Μερικές ημέρες μετά πέρασε στην «Κηπούπολη» την δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Βολιβίας και είχε συνάντηση με τον Χόρχε Κόλλε Κουέτο, μέλος του πολιτικού γραφείου του Κ.Κ. Βολιβίας που ήθελε να βεβαιωθεί για την παρουσία του Γκεβάρα στην χώρα. Ο Κόλλε του έκανε ενημέρωση και για την πολιτική και στρατιωτική κατάσταση της χώρας που την γνώριζε καλά αφού ο αδελφός του ήταν μέλος του γενικού επιτελείου Βολιβίας. Παρά την πίεση του Γκεβάρα, ο Κόλλε δεν του έδωσε καμιά συγκεκριμένη υπόσχεση συνεργασίας γιατί αυτή έπρεπε να προέλθει από την συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής του Κ.Κ.

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ακόμα 5 άνδρες των γκερίλιας περάσαν στην Βολιβία ενώ τον Δεκέμβριο ήρθαν και οι 4 τελευταίοι. Η τελευταία ομάδα βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές του γιατρού Κάρλος Λούνα Μαρτίνεθ και τελικό προορισμό της Λα Παζ.

Έτσι ξεκινά, η κομμουνιστική-επαναστατική γκερίλια της Βολιβίας που θα αποτελέσει τύμβο αλλά και ύψιστο μνημείο τόσο του Ερνέστο Γκεβάρα όσο και της λατινοαμερικανικής επανάστασης.

Συνέχεια στο Δεύτερο μέρος.

Πρώτη Δημοσίευση: Κόκκινος Φάκελος.

«Στα χνάρια του Τσε»: Αργεντινή, Κούβα και Βολιβία δημιουργούν ταξιδιωτικό δίκτυο στα μονοπάτια του Κομαντάντε

Επιμέλεια: Σάκης Μαλαβάκης.

Η εικόνα του «ηρωικού αντάρτη», το αέναο σύμβολο της καθολικής επανάστασης, για πρώτη φορά μετά τον θάνατό του το 1967, εκτός από τα μπλουζάκια και τις σημαίες, τους μπερέδες και τις πάσης φύσεως προκηρύξεις, τους αναπτήρες, τις κούπες και τα πιάτα, τα ημερολόγια και τα χιλιάδες άλλα αντικείμενα επάνω στα οποία είναι τυπωμένο το πρόσωπό του, θα αρχίσει να υπάρχει ξανά – έστω και νοερά – στα μέρη τα οποία τον κατέστησαν αθάνατο. Η Αργεντινή, η Βολιβία και η Κούβα αποφάσισαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο – τουριστικό πλέον και σαφώς όχι επαναστατικό – τη φιγούρα του δόκτορα Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα. Οι τρεις χώρες της Λατινικής Αμερικής συμφώνησαν να αναδείξουν νέες τουριστικές διαδρομές στις χώρες τους, διαδρομές ή μάλλον μονοπάτια στα οποία πριν από δεκαετίες και κατά τη διάρκεια της σύντομης αλλά εξαιρετικά έντονης ζωής του ο Κομαντάντε Τσε ξεδίπλωσε το επαναστατικό του ταμπεραμέντο.

«Ο Στρατός διέδωσε μια περίεργη πληροφορία αναφορικά με την παρουσία 250 ανδρών στο Σεράνο με στόχο να εμποδίσουν τη διάβαση των καταζητουμένων, 37 στο σύνολο, υποδεικνύοντας την περιοχή του δικού μας καταφυγίου μεταξύ του ποταμού Aσέρο και Ελ Oρο. Η πληροφορία μοιάζει με κίνηση αντιπερισπασμού». Το ημερολόγιο γράφει 7 Οκτωβρίου 1967 και τα λόγια αυτά είναι τα τελευταία που ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα σημείωσε στο ημερολόγιό του. Δύο ημέρες μετά η κυβέρνηση της Λα Παz θα ανακοινώσει ότι ο αντάρτης Τσε έπεσε νεκρός κατά τη διάρκεια ανταλλαγής πυρών.

Δεκατέσσερα χρόνια νωρίτερα, στις 7 Ιουλίου 1953, από τον σιδηροδρομικό σταθμό Ρετίρο του Μπουένος Αϊρες ξεκινούσε ένα ταξίδι που θα μεταμόρφωνε τον νεαρό γιατρό από την Αργεντινή στον μεγαλύτερο επαναστάτη του κόσμου. Μαζί με έναν παιδικό του φίλο ο Τσε αναχώρησε για τη Βολιβία με σκοπό στη συνέχεια να φτάσει έως το Καράκας στη Βενεζουέλα, όπου θα συναντούσε τον Αλμπέρτο Γκρανάδο, τον φίλο και συνεργάτη του μαζί με τον οποίο είχε διασχίσει επάνω σε μια μοτοσυκλέτα το μεγαλύτερο μέρος της Αργεντινής, της Χιλής, του Περού και της Κολομβίας. Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν διαφορετικά: ο Τσε τελικά έφτασε στο Μεξικό, στη συνέχεια πέρασε στη Γουατεμάλα και από ‘κεί κατέληξε στην Κούβα όπου η ζωή του άλλαξε ριζικά.

Κανένας τον χειμώνα του 1953 δεν μπορούσε να φανταστεί ότι εκείνος ο νεαρός γιατρός – ντροπαλός, αδύνατος, προικισμένος με έντονη κοινωνική ευαισθησία, αλλά δίχως να είναι πολιτικά καταρτισμένος, προσκείμενος στους «Μοντονέρος», ίσως και αντικομμουνιστής – θα γινόταν ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές μιας πορείας που κατέληξε στον θρίαμβο της πρώτης, εμπνευσμένης από τον μαρξισμό, επανάστασης στη Λατινική Αμερική το 1959. Οπως ακριβώς κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο Γκεβάρα τρία χρόνια αργότερα, το 1962, θα επέστρεφε στη Βολιβία με σκοπό την εξάπλωση της επανάστασης ακόμη και στη ζούγκλα όπου θα έβρισκε τον θάνατο.

Ενας μύθος γεννιόταν. Και είναι αυτός ο μύθος τον οποίο οι χώρες που τον είδαν να εξελίσσεται, να μάχεται και τελικά να πεθαίνει, θέλουν να αναβιώσουν ακολουθώντας τους δρόμους που εκείνος διέσχισε. Οι τρεις χώρες – Αργεντινή, Κούβα και Βολιβία – είχαν και στο παρελθόν προσπαθήσει να αναδείξουν και παράλληλα να εκμεταλλευτούν τα μέρη στα οποία έδρασε ο Τσε. Αλλά ο κίνδυνος της περαιτέρω εμπορευματοποίησης του επαναστάτη έβαζε φρένο στην όποια πρωτοβουλία. Τελικά όμως επικράτησε μια ανάγκη οικονομική και παράλληλα ιστορική. Πριν από σχεδόν δύο μήνες οι εκπρόσωποι των υπουργείων Τουρισμού και Πολιτισμού των τριών χωρών συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί και σχημάτισαν μια Επιτροπή Εργασίας. Επανεντόπισαν στον χάρτη τις διαδρομές που ακολούθησε ο Τσε – άλλοτε για να ταξιδέψει, άλλοτε για να πολεμήσει – και αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα δίκτυο τουριστικών διαδρομών.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ. Στην Αργεντινή υπάρχουν ήδη «Τα μονοπάτια του Τσε» που προσφέρουν στον ταξιδιώτη την ευκαιρία να περάσει από τις επαρχίες της Κόρδοβα, της Μισιόνες, της Σάντα Φε και της Νεουκέν. Το συγκεκριμένο δίκτυο θα ενωθεί με τον «Δρόμο του Τσε», όπως πρόκειται να ονομαστεί το αντίστοιχο δίκτυο στη Βολιβία. Θα είναι μήκους 800 χιλιομέτρων και θα διασχίζει τα βουνά του νοτιοανατολικού τμήματος της χώρας όπου ο Γκεβάρα και οι αντάρτες του, μέλη του Στρατού της Εθνικής Απελευθέρωσης, μάχονταν κατά του Βολιβιανού Στρατού από τον Μάρτιο έως τον Οκτώβριο του 1967. Η διαδρομή καταλήγει στον οικισμό Λα Ιγκέρα όπου ο Τσε πιάστηκε αιχμάλωτος και ολοκληρώνεται στο Βαγιεγκράντε όπου μετέφεραν το άψυχο σώμα του και το έθαψαν σε ένα απομακρυσμένο χωράφι. Ηταν μόλις το 1997, τριάντα χρόνια μετά τη δολοφονία του, η χρονιά κατά την οποία τα οστά του Τσε καθώς και εκείνα των συντρόφων του ξεθάφτηκαν και μεταφέρθηκαν στην Κούβα, όπου φυλάσσονται σε μαυσωλείο. Από το επίσημο πλέον δίκτυο των δρόμων στους οποίους περπάτησε ο Τσε δεν θα μπορούσε να λείπει η Κούβα. Ο ταξιδιώτης θα έχει τη δυνατότητα να περάσει από τη θρυλική Σιέρα Μαέστρα, την οροσειρά όπου κρύβονταν οι κουβανοί αντάρτες, και να καταλήξει, όπως ακριβώς και εκείνοι, στην Αβάνα.

ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ. Το σχέδιο των Αργεντινών παρουσιάστηκε παραδόξως στην Αβάνα κατά τη διάρκεια της ετήσιας Εκθεσης Τουρισμού και οι Κουβανοί, παραδόξως και πάλι, το αποδέχτηκαν με ενθουσιασμό. Πιο σκεπτικιστές φαίνεται να είναι οι Αργεντινοί, οι οποίοι φοβούνται την ολική εμπορευματοποίηση της εικόνας του αγαπημένου τους επαναστάτη. Ο Ντάριο Φουέντες, διευθυντής του Μουσείου Λα Παστέρα στην Αργεντινή, το οποίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Τσε, θέλοντας να μετριάσει τις αντιδράσεις των συμπατριωτών του ισχυρίζεται: «Οι ουτοπίες του Τσε αποτελούν τμήμα των ουτοπιών των σύγχρονων Λατινοαμερικανών. Αυτό που επιδιώκουμε είναι να αναδείξουμε την αξία της δράσης του διαμέσου της δημιουργίας ενός δικτύου της ιστορικής μνήμης ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής». Ποια θα ήταν η γνώμη του ίδιου του Τσε για το συγκεκριμένο σχέδιο δεν θα το μάθουμε ποτέ. Διαβάζοντας τα γραπτά του, όμως, μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο Κομαντάντε κάθε άλλο παρά σύμφωνος θα ήταν με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται και προβάλλονται εδώ και δεκαετίες το όνομα και η εικόνα του. Ενάντια σε κάθε μορφή προσωπολατρίας, ο Τσε το μόνο που έκανε ήταν να ζήσει ή μάλλον να γράψει την Ιστορία που εμείς σήμερα διηγούμαστε.

Πηγή: «Τα Νέα», 7 Ιουλίου 2012.

Βολιβία: Το τελευταίο ταξίδι (Μέρος Δεύτερο)

[Συνέχεια από Βολιβία: Το τελευταίο ταξίδι]

Του Πάνου Πικραμένου.

Στις 8 και 10 Ιανουαρίου 1967, η ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΒ επικυρώνει τις θέσεις του Μονχέ. Ο Γκεβάρα βρίσκεται πια σε ρήξη με το Κομουνιστικό Κόμμα και δεν θα έχει την υποστήριξή του. «Τώρα το Κόμμα σηκώνει ιδεολογικά όπλα εναντίον μας», θα σημειώσει στο ημερολόγιο του. Αργότερα θα πληροφορηθεί ότι τον Νοέμβριο ο Μονχέ βρισκόταν στην Βουλγαρία. Στην πραγματικότητα όμως είχε φθάσει μέχρι την Μόσχα, για να πάρει οδηγίες από το Κρεμλίνο. Η θέση των Σοβιετικών είναι σαφής και βασιζόταν στις συμφωνίες που είχαν συνάψει με τις ΗΠΑ μετά την κρίση των πυραύλων: η Λατινική Αμερική πρέπει να παραμείνει ως έχει. Δεν χρειάζονταν επαναστατικά κινήματα, και ο Μονχέ έχει λάβει εντολή να αποτρέψει τον Τσε. «Η στάση του Μονχέ μπορεί να επιβραδύνει τις εξελίξεις από την μία πλευρά, αλλά να συμβάλλει από την άλλη, καθώς με απελευθερώνει από πολιτικές δεσμεύσεις. Το βέβαιο είναι ότι το σχέδιό μας αποδυναμώνεται από την στιγμή που χάνει την συμμετοχή της πιο σημαντικής δύναμης της ριζοσπαστικής βολιβιανής Αριστεράς, και τώρα πρέπει να στήσουμε ένα δίκτυο πόλεως ανεξάρτητο από αυτά που χρησιμοποιούσαμε μέχρι τώρα», σημειώνει ο Τσε, ο οποίος έχει αντιληφθεί πολύ καλά τι γίνεται.

Ο Μονχέ ερχόμενος έπρεπε να είχε φέρει και μια κρυπτογραφική συσκευή. Χωρίς αυτή δεν μπορούσε να λειτουργήσει ο ασύρματος με τον οποίο ο Τσε επικοινωνούσε με την Αβάνα. Τον βεβαιώνει ότι θα την φέρει αργότερα, όμως δεν έφτασε ποτέ. Έτσι, ο Τσε μπορεί να ακούει τις εντολές του Κάστρο από τον ασύρματο, όμως δεν μπορεί να απαντήσει και να υποβάλει ερωτήσεις. Η αδυναμία αυτή θα αποδειχθεί καθοριστική για την μοίρα του αντάρτικου στη Βολιβία. Αν και ο Μονχέ, χρόνια αργότερα, αρνήθηκε ότι σκόπιμα δεν παρέδωσε το κρυπτογραφικό κλειδί, το γεγονός θεωρείται από τον ίδιο τον Τσε τμήμα της υπονομευτικής τακτικής που εκπορευόταν από τη Μόσχα.

11 Ιανουαρίου: «Ο Αλεχάντρο και ο Πέδρο επιστρέφουν από τη σπηλιά και μου ανακοινώνουν ότι διάφορα εξαρτήματα του ασυρμάτου οξειδώθηκαν. Αν προσθέσουμε σε αυτό ότι δύο ασύρματοι σπάσανε, θα έχουμε μια θλιβερή εικόνα των ικανοτήτων του Αρτούρο». Οι ατυχίες και οι αναποδιές είχαν αρχίσει. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η αστυνομία είχε αρχίσει να ερευνά την περιοχή, γιατί είχε εξαπλωθεί η φήμη ότι στο αγρόκτημα έστηναν ένα εργαστήριο παρασκευής κοκαΐνης. Στις 26 Ιανουαρίου όμως στο στρατόπεδο φθάνει ο Μόιζες Γκεβάρα, Βολιβιανός κομουνιστής, προσκείμενος στη μαοϊκή τάση και συνονόματος του Τσε. Η περίπτωσή του είναι εντελώς διαφορετική από αυτή του Μονχέ, την οποία ο Τσε χαρακτηρίζει «προδοτική». Ο Μόιζες ήταν ένθερμος οπαδός της ένοπλης επανάστασης και του αντάρτικου, γεγονός που προκάλεσε την διαγραφή ολόκληρης της ομάδας του από το Κόμμα. Είναι ο δεύτερος πυλώνας μετά τον Μονχέ, στον οποίο ο Τσε σκοπεύει να στηριχθεί για να ξεκινήσει το αντάρτικο στην Βολιβία.

Αν και η στάση του ήταν έντιμη, τελικά ο Μόιζες αποδεικνύεται μικρότερος των περιστάσεων. Ο Μόιζες είναι επικεφαλής 20 ετοιμοπόλεμων ανδρών. Όμως, από τις 15 Ιανουαρίου που αρχίζει το καρναβάλι, δεν καταφέρνει να συγκρατήσει τους άνδρες του και αυτοί χάνονται μεθυσμένοι και μεταμφιεσμένοι στο πλήθος. Καταφέρνει να βρει επτά από αυτούς και καθυστερεί για να βρει και τους υπόλοιπους. Αναγκάζεται να στρατολογήσει αντάρτες από το συνδικάτο μεταλλωρύχων, οι οποίοι είναι άσχετοι με τα στρατιωτικά ζητήματα. Μεταξύ τους και ο καθολικός ιερέας Μπαρέρα Κιντάνα, ο επονομαζόμενος Ντανιέλ, που θα παίξει μοιραίο ρόλο στην εκστρατεία, αφού θα καταδώσει την ομάδα στα κυβερνητικά στρατεύματα προτού προλάβει να προετοιμαστεί επαρκώς.

Αναλύοντας την απόδοση της ομάδας για τον μήνα Ιανουάριο, ο Τσε σχολιάζει: «Όπως το περίμενα η στάση του Μόνχε ήταν γεμάτη υπεκφυγές στην αρχή και προδοτική μετά. Το κόμμα έχει ήδη ξεσηκωθεί εναντίον μας και δεν ξέρω μέχρι που θα φτάσει, αλλά αυτό δεν θα μας σταματήσει και ίσως, μακροπρόθεσμα να αποδειχθεί και ωφέλιμο (είμαι σχεδόν σίγουρος γι αυτό). Οι πιο ειλικρινείς και μαχητικοί άνδρες θα έρθουν με το μέρος μας, ακόμη κι αν περάσουν από μια συνειδησιακή κρίση λιγότερο ή περισσότερο βαθιά». Τελικά, καταφθάνουν στο στρατόπεδο 53 επαναστάτες, οι περισσότεροι ανεκπαίδευτοι, έναντι των 250 επίλεκτων ανδρών που όπως προέβλεπε το σχέδιο έπρεπε να είναι έτοιμοι στις 20 Δεκεμβρίου. Μαζί τους έρχεται και η Λογιόλα Γκούζμαν, φοιτήτρια και ταμίας της κομμουνιστικής νεολαίας και αργότερα ένας νεαρός Γάλλος διανοούμενος, ο Ρεζίς Ντεμπρέ. Στις 1 Φεβρουαρίου 27 αντάρτες, 15 Κουβανοί και 12 Βολιβιανοί, αναχωρούν για εξερεύνηση της περιοχής, στην κατεύθυνση του Ρίο Γράντε. Η πορεία σύμφωνα με το σχέδιο έπρεπε να διαρκέσει δεκαπέντε ημέρες, όμως τελικά διάρκεσε έξι εβδομάδες και προκάλεσε φθορές στους αντάρτες. Στις 4 Φεβρουαρίου μετά από συνεχείς πορείες διάρκειας δέκα και δώδεκα ωρών η φάλαγγα αρχίζει να νιώθει την εξάντληση. «Ο δρόμος σχετικά καλός, αλλά καταστροφικός για τα παπούτσια, κι έτσι υπάρχουν ήδη κάμποσοι σύντροφοι σχεδόν ξυπόλητοι. Οι άνδρες είναι εξαντλημένοι αλλά όλοι έχουν ανταποκριθεί αρκετά καλά. Εγώ έχω απαλλαγεί από δεκαπέντε περίπου λίμπρες βάρος και μπορώ να περπατάω με άνεση, αν και ο πόνος στους ώμους γίνεται ώρες ώρες ανυπόφορος».

Στην πραγματικότητα η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη απ΄ότι περιγράφει ο Τσε. Η εξερεύνηση είχε αποδειχθεί εξαρχής πολύ σκληρή λόγω του δασώδους εδάφους και της αδιάκοπης βροχής. Οι άνδρες είναι τόσο εξουθενωμένοι που μερικοί δεν μπορούν ούτε να φάνε. Φτάνουν στο ποταμό Ρίο Γκράντε αλλά δεν μπορούν να τον διαβούν και κατασκηνώνουν για να ξεκουραστούν. Όλα αυτά συμβαίνουν σε μία απόλυτη ερημιά χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Συνεχίζοντας την αναγνωριστική πορεία αρχίζουν να υποφέρουν και από ασιτία. Τελικά βρίσκουν κάποιους χωρικούς που τους προμηθεύουν καλαμποκάλευρο, όμως έτσι τα κυβερνητικά στρατεύματα θα αντιληφθούν την παρουσία τους. Το δύσβατο έδαφος τους ταλαιπωρεί αφάνταστα και συχνά αναγκάζονται να γυρίζουν πίσω όταν συναντούν απότομες χαράδρες και φαράγγια.

Αποσπάσματα από το ημερολόγιο, 22 Φεβρουαρίου έως 19 Μαρτίου 1967.

«Υψόμετρο 1180 μέτρα. Βρισκόμαστε στις πηγές του χειμάρρου που πέφτει στο Μασικούρι… Μαύρη μέρα για μένα. Κρατιέμαι με τα δόντια, γιατί νιώθω πολύ εξαντλημένος… Το μεσημέρι ξεκινάμε με έναν ήλιο που λιώνει τις πέτρες… Αποφασίσαμε να κατεβούμε από ένα μέρος που περπατείται, αν και είναι πολύ απόκρημνο… Διασχίζοντας τον Ρίο Γκράντε ο Μπενχαμίν που δεν ήξερε κολύμπι πνίγηκε… οι τελευταίες ημέρες της πείνας άφησαν να φανεί μία μείωση του ενθουσιασμού, που γίνεται όλο και πιο προφανής όσο σώνονται οι προμήθειες… οι κυνηγοί σκότωσαν δύο μικρές μαϊμούδες, ένα περιστέρι και έναν παπαγάλο που απετέλεσαν το γεύμα μας… το ηθικό είναι πεσμένο και η φυσική κατάσταση χειροτερεύει μέρα με την μέρα, τα πόδια μου άρχισαν να πρήζονται… αποφασίσαμε να φάμε το άλογο… η σχεδία παράδερνε μέχρι που την παρέσυρε μία δίνη… το τελικό αποτέλεσμα ήταν να χαθούν πολλά σακίδια, σχεδόν όλες οι σφαίρες, έξι τουφέκια κι ένας άνθρωπος…».

Όπως φαίνεται από το «Ημερολόγιο της Βολιβίας», η εκστρατεία δεν άρχισε καλά από την πρώτη κιόλας στιγμή και δυστυχώς για τους αντάρτες έτσι θα συνεχίσει. Κατά περίεργο τρόπο ο Τσε δεν αντιλαμβάνεται αυτά τα μηνύματα και ακόμη περισσότερο δεν αξιολογεί σωστά την έλλειψη επαφής με τους κατοίκους τηςπεριοχής οι οποίοι δεν είναι ιδεολογικά και ψυχολογικά προετοιμασμένοι για να υποδεχθούν ένα αντάρτικο εκστρατευτικό σώμα στην περιοχή τους. Ο Τσε πίεζε συνεχώς την ομάδα να ξεπερνάει τα όριά της και συχνά η απαιτητικότητά του έφτανε τα όρια της απανθρωπιάς. Όμως η πειθαρχία για κάποιους λόγους ήταν εξαρχής χαλαρή. Ο Γάλλος διανοούμενος Ρεζίς Ντεμπρέ, που συνόδευε την ομάδα, γράφει: «Φωνή σαρκαστικού βαρύτονου, που επιπλήττει πότε τους μεν πότε τους δε. Γιατί ανέβηκε η Τάνια μαζί με τους επισκέπτες; Οι διαταγές ήταν να μείνει κάτω να κάνει τις επαφές. Κι εσύ Ρενέ, έχεις έρθει εδώ ως τεχνικός και δεν ξέρεις καν πώς να κάνεις τον πομπό να δουλέψει… Η Τάνια, η μόνη γυναίκα της ομάδας, στρέφει αλλού το πρόσωπό της, με δάκρυα στα μάτια. Ο Ρενέ δεν απαντάει. Δεν υπάρχει πια βενζίνη για να βάλει το μοτέρ του πομπού να δουλέψει.

Ο Τσε είναι αδυσώπητος. Πρώτα απ όλα με τον ίδιο του τον εαυτό… Πολύ περισσότερο απ ότι με τους άνδρες του, και περισσότερο με τους άνδρες του παρά με τον εχθρό… Τα δύο μοναδικά προσωπικά του προνόμια ήταν το να μην κάνει νυχτερινές βάρδιες στις σκοπιές και όταν έβγαινε από το στρατόπεδο ένα θερμός με καφέ που κουβαλούσε στο σακίδιό του…».

Σύντομα θα αρχίσουν και οι εχθροπραξίες. Στις 19 Μαρτίου παρατήρησαν ένα μικρό αναγνωριστικό αεροπλάνο να πετάει πάνω από την ομάδα που συνέχιζε την πορεία. Νωρίτερα ο καθολικός ιερέας Μπαρέρα και ένας αντάρτης έχουν λιποτακτήσει. Όταν προσπαθούν να πουλήσουν τα όπλα τους, η αστυνομία τους συλλαμβάνει και αυτοί ομολογούν όχι μόνο όσα γνωρίζουν αλλά …πολύ περισσότερα όσα δηλαδή τους υπαγορεύουν οι στρατιωτικοι.

* Ο Πάνος Πικραμένος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το κείμενο περιλαμβάνεται στη μονογραφία «Τσε Γκεβάρα: Ο Τελευταίος Πραγματικός Επαναστάτης», εκδόσεις Αμυντική Γραμμή.

Φωτογραφικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα: Βολιβία 1966-1967