Όταν ο Τσε επέστρεψε για πάντα στην Σάντα Κλάρα: 20 χρόνια από την ανακάλυψη του μυστικού της Βολιβίας

47012_guevara_g

Γράφει ο Νίκος Μόττας.

«…κι αν σ’ έκαψαν,
κι αν σ’ έχωσαν βαθιά κάτω απ’ το χώμα,
κι αν έκρυψαν τη στάχτη σου
σε κοιμητήρια, σε δάση και τυρφώνες,
δε θα μας εμποδίσουν να σε βρούμε,
Τσε Κομαντάντε, φίλε.»
– Νικολάς Γκιγιέν*.

Ήταν 12 Ιούλη 1997 όταν ένα- ειδικά ναυλωμένο από την κυβέρνηση- αεροσκάφος των κουβανικών αερογραμμών προσγειώνονταν στο αεροδρόμιο Χοσέ Μαρτί της Αβάνας. Δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη προγραμματισμένη πτήση, από αυτές που μεταφέρουν επιβάτες η εμπορεύματα. Ήταν μια άφιξη ιστορικής σημασίας, κάτι που ήταν ολοφάνερο από τις προετοιμασίες που είχαν γίνει στο αεροδρόμιο, με την παρουσία στρατιωτικών αγημάτων και κυβερνητικών αξιωματούχων συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Φιντέλ. Έτσι, με λιτή επισημότητα, συγκίνηση και σεβασμό, η Κούβα υποδέχονταν, 30 χρόνια μετά τη δολοφονία του, την σωρό του Κομαντάντε Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, καθώς και άλλων τεσσάρων συντρόφων του.

Λίγες ημέρες πριν, στις 28 Ιούνη, μια διεθνής ομάδα ειδικών επιστημόνων με επικεφαλής τον κουβανό ΔρΧόρχε Γκονζάλες Πέρεζ είχε εντοπίσει στο Βαλεγκράντε- ένα μικρό χωριό της βολιβιανής επαρχίας- το μαζικό τάφο που βρίσκονταν θαμμένη η σωρός του Τσε και άλλων έξι ανταρτών. Αν και οι προσπάθειες για την ανεύρευση του σημείου που είχε ταφεί ο θρυλικός Κομαντάντε είχαν ξεκινήσει δεκαετίες πριν, μέχρι το Νοέμβρη του 1995 δεν υπήρχε καμιά ουσιαστική και αξιόπιστη πληροφορία που θα μπορούσε να οδηγήσει τις έρευνες.

Η πληροφορία-κλειδί δόθηκε από τον απόστρατο στρατηγό Μάριο Σαλίνας Βάργκας– αξιωματικό του βολιβιανού στρατού που το 1967 ηγούνταν δυνάμεων που έστησαν ενέδρα την αντάρτικη ομάδα του Τσε- στο δημοσιογράφο Τζον Λι Άντερσον των New York Times. Ο ίδιος ο Άντερσον περιγράφει τα γεγονότα εκείνων των ημερών στο βιβλίο-βιογραφία του Τσε υπό τον τίτλο “Che: A Revolutionary Life” (Grove Press, New York):

«Ένα πρωί το Νοέμβρη του 1995, ευρισκόμενος στη Βολιβία προκειμένου να πάρω συνέντευξη από οποιονδήποτε θα μπορούσα να βρω που είχε σχέση με τη δραστηριότητα του Τσε στην περιοχή, πήγα στην Σάντα Κρουζ να δω τον Μάριο Σαλίνας Βάργκας, έναν απόστρατο στρατηγό γύρω στα 50. Ως νεαρός αξιωματικός το 1967, ο Βάργκας έγινε διάσημος καθώς ηγήθηκε ενέδρας που ο στρατός έστησε στον ποταμό Μασικούρι εξολοθρεύοντας την 2η φάλαγγα των αντάρτικων δυνάμεων του Τσε. Η γερμανίδα συντρόφισσα του Τσε, η Τάνια, καθώς και οκτώ άλλοι μαχητές σκοτώθηκαν».

Ο Βάργκας εξιστόρησε αναλυτικά στον Άντερσον τι ακολούθησε της σύλληψης του Τσε, βάζοντας τον αμερικανό δημοσιογράφο στον πειρασμό να τον ρωτήσει τι απέγινε το σώμα του Κομαντάντε. Γράφει σχετικά ο Άντερσον: «Η ευθύτητα του Βάργκας με ώθησε να τον ρωτήσω για το σώμα του Τσε, παρ’ ότι δεν περίμενα μια ειλικρινή απάντηση. Έμεινα έκπληκτος όταν μου απάντησε πως ήθελε να ξεδιαλύνει το παρελθόν. Είπε πως μετά τη δολοφονία του Τσε, τα χέρια του ακρωτηριάστηκαν. Πάρθηκαν δαχτυλικά αποτυπώματα ώστε να υπάρχει απόδειξη της ταυτότητας του σώματος και τα χέρια τοποθετήθηκαν σε φορμαλδεΰδη. Το βράδυ, μια ομάδα αξιωματικών στην οποία μετείχε ο Βάργκας, πέταξαν τα σώματα του Τσε και ορισμένων άλλων συντρόφων του σε έναν ομαδικό τάφο».

Φωτογραφία από τις ανασκαφές στην περιοχή του Βαλεγκράντε, 1997.

Όταν δημοσιεύθηκε η συνέντευξη του Σαλίνας Βάργκας– με την σημαντική αυτή αποκάλυψη- στους New York Times, οι εξελίξεις στη Βολιβία πήραν δραματική τροπή. Ο πρόεδρος της χώρας Γκονσάλο Σάντσες ντε Λοζάδα δήλωσε ότι ο Άντερσον είχε επινοήσει την όλη ιστορία παίρνοντας συνέντευξη από έναν… πιωμένο Βάργκας. Την ίδια στιγμή, ο Βάργκας κρύφτηκε σε άγνωστη τοποθεσία και σε ανακοίνωση του αρνήθηκε ότι είπε το παραμικρό. Ωστόσο, τόσο ο πρόεδρος Σάντσες ντε Λοζάδα όσο και ο στρατηγός, αγνοούσαν ότι ο Άντερσον είχε ηχογραφήσει την συνέντευξη. Η αποκάλυψη της ύπαρξης ηχογραφημένου ντοκουμέντου οδήγησε το μεν Βάργκας να παραδεχθεί δημόσια τα όσα είπε στον Άντερσον και το δε βολιβιανό πρόεδρο να δώσει εντολή για τον σχηματισμό επιτροπής έρευνας για τον εντοπισμό των σωρών.

Η αποκάλυψη του Βάργκας για το τι απέγινε η σωρός του Τσε διεύψευσε μια σειρά από θεωρίες που έβλεπαν κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας και οι οποίες αποπροσανατόλιζαν τις όποιες έρευνες: μια πληροφορία έλεγε ότι το σώμα του Γκεβάρα είχε αποτεφρωθεί και οι στάχτες είχαν σκορπιστεί από ελικόπτερο στη ζούγκλα, μια άλλη ότι η σωρός είχε μεταφερθεί από αμερικανούς μυστικούς πράκτορες στα κεντρικά γραφεία της CIA στη Βιρτζίνια, ή, όπως σημείωναν άλλα δημοσίευματα σε αμερικανική βάση στον Παναμά. Τίποτε από αυτά βεβαίως δεν ίσχυε. Η δε κουβανική κυβέρνηση, αποφασισμένη να φτάσει τις έρευνες μέχρι το τέλος, συνέστησε επιτροπή που επιβαρύνονταν με το έργο της ανακάλυψης, ταυτοποίησης και επαναπατρισμού της σωρού του Τσε. Επικεφαλείς της επιτροπής αυτής ήταν οι Ραούλ Κάστρο και Ραμίρο Βαλντές.

Οι έρευνες που ξεκίνησαν στις αρχές του 1996 στην περιοχή του Βαλεγκράντε δεν έδωσαν αμέσως αποτέλεσμα, καθώς δεν ήταν γνωστό το ακριβές σημείο που είχαν ταφεί τα σώματα του Τσε και των συντρόφων του. Τις ανασκαφές επιχείρησε να αποπροσανατολίσει ο γνωστός κουβανός πράκτορας της CIA– ο οποίος είχε αναμειχθεί στην σύλληψη και δολοφονία του Τσε- Φέλιξ Ροντρίγκες. Σύμφωνα με τη «Γκράνμα», ο Ροντρίγκες ταξίδεψε μέχρι το σημείο των ανασκαφών και υπέδειξε στους ερευνητές ότι θα έπρεπε να ψάξουν προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που είχαν ξεκινήσει.

Σημαντικές πληροφορίες που οδήγησαν τις ανασκαφές στην σωστή περιοχή έδωσε στον Άντερσον η χήρα ενός πρώην αξιωματικού του βολιβιανού στρατού, του συνταγματάρχη Αντρές Σέλιχ. Κάποιες παλιές σημείωσεις του Σέλιχ επιβεβαίωναν την εκδοχή του Βάργκας για την ύπαρξη ενός μαζικού τάφου στα πέριξ ενός πρόχειρου, χωματένιου αεροδιαδρόμου λίγο έξω από το Βαλεγκράντε. Ήταν πλέον θέμα χρόνου η ομάδα των επιστημόνων που εργάζονταν στις ανασκαφές να φτάσουν σε μια σημαντική ανακάλυψη. Αυτή ήρθε στις 9 το πρωί της 28 Ιούνη 1997.

Διηγείται σχετικά ο Άντερσον: «Βρισκόμουν στο Μαϊάμι όταν μου τηλεφώνησε ο Αλεχάντρο (επικεφαλής των αργεντίνων επιστημόνων). Με μια ήρεμη φωνή, που πρόδιδε όμως ενθουσιασμό, μου είπε: “Τον βρήκαμε. Έλα”. Πήγα στην Σάντα Κρουζ και απο κεί οδικώς για το Βαλεγκράντε. Τίποτα δεν είχε ακόμη δημοσιευθεί στον Τύπο, αλλά είχαν ξεκινήσει να διαδίδονται οι πρώτες φήμες. Οι σωροί είχαν βρεθεί από μια ομάδα κουβανών και βολιβιανών ειδικών ερευνητών. Δίπλα στον αεροδιάδρομο, πέντε σχεδόν μέτρα από τις τελευταίες εκσκαφές που είχαν αρχίσει το Νοέμβρη του ’95, βρισκόταν ένα νέο σημείο. Η περιοχή είχε αποκλειστεί και βολιβιανοί στρατιώτες έλεγχαν όποιον πλησίαζε. Ο τάφος είχε περίπου 2 μέτρα βάθος».

Στον μαζικό τάφο είχαν βρεθεί 7 ανθρώπινοι σκελετοί. Ένας όμως ξεχώριζε καθώς ήταν καλυμμένος με στρατιωτικό χιτώνιο. Αυτό που έκανε τους επιστήμονες να βεβαιωθούν ότι είχαν βρει την- επί 30 χρόνια αγνοούμενη- σωρό του Τσε, ήταν ότι από τον ανθρώπινο σκελετό έλειπαν τα χέρια. «Το χέρι είχε κοπεί στο ύψος του καρπού, ενώ το κόκκαλο έμοιαζε να είχε αφαιρεθεί με χειρουργική ακρίβεια» γράφει ο Άντερσον. Μέσα στο στρατιωτικό χιτώνιο βρέθηκαν ίχνη από καπνό πίπας που συνήθιζε να καπνίζει ο Γκεβάρα, ενώ έγινε και ταυτοποίηση των οδοντικών χαρακτηριστικών.

Για τους κουβανούς επιστήμονες που συμμετείχαν στις έρευνες, ο εντοπισμός και η ταυτοποίηση της σωρού του ηρωϊκού Κομαντάντε ήταν πηγή ενθουσιασμού αλλά ταυτόχρονα και έντονου στρές, δεδομένης της ιστορικής αποστολής που είχαν αναλάβει. «Ήταν πολύ έντονες μέρες, με μεγάλη ένταση» σημειώνει ο Δρ. Χόρχε Γκονζάλες Πέρες και προσθέτει: «Δεν εγκαταλείψαμε καθόλου το σημείο, ούτε το γιαπωνέζικο νοσοκομείο (σ.σ. στη Σάντα Κρούζ) όπου μεταφέρθηκαν τα οστά μετά την εκταφή προκειμένου να ταυτοποιηθούν. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι κανένας μας δεν κοιμήθηκε, για να βρισκόμαστε συνέχεια σε επαφή με το χώρο που ήταν οι σωροί, ώστε να μην συμβεί τίποτε»Ο επαναπατρισμός της σωρού του Τσε και των έξι συντρόφων του αποτελούσε για την Κούβα ζήτημα αξιοπρέπειας, ώστε να αποδοθούν- έστω και μετά θάνατον- όλες οι απαραίτητες εκείνες τιμές στον κορυφαίο κομμουνιστή αντάρτη και γνήσιο τέκνο της κουβανικής επανάστασης.

Αβάνα, 1997- Κουβανοί στρατιώτες μεταφέρουν το φέρετρο με τα οστά του Τσε.

Αυτοκινητοπομπή μεταφέρει τις σωρούς του Τσε και των συντρόφων του στην Σάντα Κλάρα.

Στις 17 Οκτώβρη 1997 ξημέρωνε για τον κουβανικό λαό μια ιστορική ημέρα. Με κάθε επιστημότητα και παλλαϊκή συμμετοχή, οι σωροί του Κομαντάντε Ερνέστο Γκεβάρα και άλλων έξι συντρόφων του θα ενταφιάζονταν στο ειδικά χτισμένο Μαυσωλείο που είχε χτιστεί τη δεκαετία του ’80 στην πόλη της Σάντα Κλάρα. Στην είσοδο του Μαυσωλείου, εντυπωσιακό και περήφανο, δεσπόζει το περίπου 7 μέτρων μπρούτζινο άγαλμα του επαναστάτη Τσε με το τουφέκι στο χέρι.

Η Σάντα Κλάρα, η πόλη-ορόσημο για την επιτυχή έκβαση της Επανάστασης, στην οποία ο Τσε έδωσε μια απ’ τις πλέον σημαντικές του μάχες οδηγώντας τις αντάρτικες δυνάμεις το 1959 σε θριαμβευτική νίκη, υποδέχονταν και πάλι τον θρυλικό Κομαντάντε. Έπειτα από εβδομάδες λαϊκού προσκυνήματος στην Αβάνα και επτά ημέρες επίσημου πένθους, επτά μικρά ξύλινα φέρετρα με τα λείψανα των ανταρτών έφταναν πάνω σε στρατιωτικά αγήματα μπροστά από το χώρο του Μαυσωλείου.

«Ο Τσε πολεμά και κερδίζει περισσότερες μάχες από ποτέ»σημείωσε στην ομιλία του ενώπιον εκατοντάδων χιλιάδων κουβανών, ο Φιντέλ Κάστρο. «Ευχαριστούμε, Τσε, για την ιστορία, τη ζωή και το παράδειγμα σου. Ευχαριστούμε που έρχεσαι να μας δώσεις δύναμη στο δύσκολο αγώνα που δίνουμε σήμερα προκειμένου να διατηρήσουμε τις ιδέες για τις οποίες εσύ πολέμησες τόσο σκληρά».

Βίντεο που περιλαμβάνει αποσπάσματα από την άφιξη της σωρού του Τσε και των συντρόφων του στην Κούβα στις 12 Ιούλη 1997 (λανθασμένα αναφέρεται ο μήνας Οκτώβρης) και την τελετή ενταφιασμού στην Σάντα Κλάρα στις 17 Οκτώβρη 1997.

* Απόσπασμα από το ποίημα του Νικολάς Γκιγιέν “Che Comandante, Amigo” (Τσε Κομαντάντε, Φίλε)Στα ελληνικά, το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Νικολάς Γκιγιέν: Αηδόνια και Μπαζούκας», σε μετάφραση Μπάμπη Ζαφειράτου, από τις εκδόσεις New Star.

Πηγή: Ατέχνως, 22/7/2017.

Advertisements

Η Βολιβία τιμά την 46η επέτειο από τη δολοφονία του Τσε

La Higuera Bolivia Che Monument 1
ΛΑ ΙΓΚΕΡΑ, ΒΟΛΙΒΙΑ.

ΛΑ ΠΑΖ, 7 Οκτώβρη 2013 – Ξεκινούν σήμερα οι εκδηλώσεις μνήμης με αφορμή την συμπλήρωση 46 χρόνων απ’ τη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα. Οι εκδηλώσεις θα λάβουν χώρα στην επαρχία Σάντα Κρουζ και πιο συγκεκριμένα στις επαρχιακές πόλεις Βαλεγκράντε και Λα Ιγκέρα.

Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων θα προβληθούν ντοκυμαντέρ με θέμα τον Τσε αλλά και την επανάσταση στη Λατινική Αμερική. Σήμερα προβλήθηκε το ντοκυμαντέρ «El coraje del pueblo» (Το κουράγιο του λαού) ενώ τις επόμενες δύο ημέρες έχουν προγραμματιστεί να προβληθούν οι εξής κινηματογραφικές ταινίες που πραγματεύονται ιστορικά γεγονότα: «Nicaragua, patria libre o morir», «Fidel, la historia no contada» και «Che, un hombre Nuevo» (Τσε, ένας νέος Άνθρωπος).

Οι αυριανές εκδηλώσεις για την 46η επέτειο της δολοφονίας του Τσε Γκεβάρα περιλαμβάνουν περιοδεία στα μέρη που έδρασαν οι αντάρτες το 1966-67 στην περιοχή του Βαλεγκράντε, συμπεριλαμβανομένων των σημείων που αρκετοί απ’ τους συντρόφους του Τσε έχουν θαφτεί.

Στις εκδηλώσεις θα παραστούν πρέσβεις χωρών της Λατινικής Αμερικής και ο νεότερος αδελφός του Τσε, ο Χουάν Μαρτίν Γκεβάρα ντε λα Σέρνα που βρίσκεται για δεύτερη φορά φέτος στη Βολιβία. 

Οι κεντρικές εκδηλώσεις θα κορυφωθούν σε ένα μικρό μαυσωλείο που έχει χτιστεί δίπλα στον αεροδιάδρομο του Βαλεγκράντε, στο σημείο όπου είχε βρεθεί ο ομαδικός τάφος του Τσε και άλλων επτά συντρόφων του το 1997. Εκδήλωση στη μνήμη του Κομαντάντε Γκεβάρα θα λάβει χώρα και στο χωριό Λα Ιγκέρα, στο σχολείο όπου ο Τσε κρατήθηκε αιχμάλωτος και δολοφονήθηκε στις 9 Οκτώβρη 1967. 

Πηγή: Prensa Latina

Richard Gott: Ανταπόκριση από το Βαλεγκράντε

Ο Ρίτσαρντ Γκοτ ήταν ανταποκριτής της βρετανικής εφημερίδας Guardian στη Λατινική Αμερική την εποχή που ο Τσε πολεμούσε στη Βολιβία. Ήταν ο πρώτος ξένος δημοσιογράφος που είδε το νεκρό Γκεβάρα, λίγες μόνο ώρες μετά την εκτέλεση του από το Μάριο Τεράν. Ο ίδιος ο Γκοτ περιγράφει την εμπειρία του στο βιβλίο «Rural guerrillas in Latin America» (Thomas Nelson, 1970) που εξεδώθη στο Λονδίνο.

8 Οκτωβρίου 1967.

Εκείνη την Κυριακή ο καιρός ήταν ζεστός και στις οκτώμισι το βράδυ περιφερόμασταν με έναν άγγλο φίλο στην κεντρική πλατεία της Σάντα Κρουζ στην ανατολική Βολιβία, όταν κάποιος μας έγνεψε από το τραπεζάκι ενός καφενείου. «Έχω νέα για σας», μας είπε. «Ο Τσε;», ρωτήσαμε, γιατί το ενδεχόμενο να συλληφθεί ο Τσε στριφογύριζε στο μυαλό μας από μία εβδομάδα. Πριν από λίγες ημέρες βρισκόμαστε στη μικρή πόλη Βαγεγκράντε και είχαμε ακούσει το συνταγματάρχη Χοακίν Σεντένο Ανάγια, διοικητή της όγδοης μεραρχίας των βολιβιανών ενόπλων δυνάμεων, να εκφράζει τη βεβαιότητα ότι τα στρατεύματά του θα βάλουν τον Τσε στο χέρι πριν από το τέλος της εβδομάδας. Μας εξήγησε μάλιστα ότι είχαν ενισχυθεί από 600 «ρέιντζερ», φρέσκους από το στρατόπεδο εκπαίδευσης που διηύθυναν οι Ειδικές Δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών βορείως της Σάντα Κρουζ. Είπε ακόμη πώς έγινε η περικύκλωση των ανταρτών. Δυνατότητα διαφυγής υπήρχε μόνο από τη μία πλευρά, κι εκεί ο στρατός είχε σκορπίσει στρατιώτες μεταμφιεσμένους σε αγρότες, ώστε να σημάνουν αμέσως συναγερμό μόλις δουν τους αντάρτες να περνούν από αυτό το σημείο. Από τα στοιχεία που μας είχαν δώσει κάτοικοι ενός χωριού στο οποίο μπήκαν οι αντάρτες περί το τέλος Σεπτεμβρίου, καθώς και από τη μαρτυρία δύο ανταρτών που είχαν συλληφθεί, δεν μας έμενε η παραμικρή αμφιβολία ότι ο Τσε ήταν ο επικεφαλής τούτης της περικυκλωμένης ομάδας.

«Ο Τσε συνελήφθη», μας είπε ο γνωστός μας στο καφενείο, «αλλά είναι τραυματισμένος σοβαρά και μπορεί να μη βγάζει τη νύχτα. Οι υπόλοιποι αντάρτες παλεύουν απεγνωσμένα να τον πάρουν πίσω, ενώ ο διοικητής του λόχου ζητά να τους στείλουν ελικόπτερο ώστε να μπορέσουν να τον φυγαδεύσουν μακριά. Ο διοικητής είναι σε τέτοια αναστάτωση, ώστε τα λόγια του ήταν εντελώς ακατάληπτα. Το μόνο που κατόρθωσαν να ξεχωρίσουν εκείνοι που τον άκουγαν ήταν η κραυγή ‘Τον πιάσαμε, τον πιάσαμε'». Ο πληροφοριοδότης μας συνέχισε λέγοντας ότι πρέπει να νοικιάσουμε ελικόπτερο και να πετάξουμε αμέσως στην περιοχή των ανταρτών. Δεν ήξερε αν ο Τσε ήταν ακόμη ζωντανός ή αν είχε πεθάνει, αλλά διαισθανόταν ότι οι πιθανότητες να ζήσει ήταν πλέον ελάχιστες. Δεν είχαμε χρήματα να νοικιάσουμε ελικόπτερο, ακόμη κι αν υπήρχε κάποιο διαθέσιμο, άσε που σε κάθε περίπτωση στη Βολιβία είναι αδύνατη η πτήση μετά τη δύση του ήλιου. Έτσι νοικιάσαμε ένα τζιπ και στις 4 το πρωί της Δευτέρας 9 Οκτωβρίου πήραμε το δρόμο για τη Βαγεγκράντε. Φθάσαμε πεντέμισι ώρες αργότερα και κατευθυνθήκαμε αμέσως στο αεροδρόμιο.

Ο μισός πληθυσμός της μικρής πόλης έμοιαζε να περιμένει εκεί, οι μαθητές ντυμένοι στα άσπρα και οι ερασιτέχνες φωτογράφοι ανυπόμονοι να εξασφαλίσουν φωτογραφίες των νεκρών ανταρτών. Μόλις πριν από δύο εβδομάδες, εδώ είχαν φέρει το σώμα του βολιβιανού αντάρτη «Κόκο» Περέντο και του Κουβανού «Μιγκέλ». Και στο νεκροταφείο κοντά στο αεροδρόμιο είχε ήδη ταφεί η «Τάνια», η όμορφη αντάρτισσα που σκοτώθηκε με άλλους εννέα στις 31 Αυγούστου στο Ρίο Γκράντε, σε ενέδρα όπου οδηγήθηκε με μπαμπεσιά. Οι κάτοικοι της Βαγεγκράντε έχουν πλέον εθιστεί σε τούτα τα πήγαιν’ έλα του στρατού. Τα παιδιά έμοιαζαν περισσότερο αναστατωμένα. Έδειχναν με το χέρι στο βάθος του ορίζοντα και χοροπηδούσαν, καθώς τα μάτια τους βλέπουν μακρύτερα από τα μάτια των ενηλίκων. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα διακρίναμε ένα σημαδάκι στον ουρανό που σύντομα μεταμορφώθηκε σε ελικόπτερο. Μετέφερε δύο νεκρούς φαντάρους, δεμένους στα πέδιλά του. Τους έλυσαν βιαστικά και τους φόρτωσαν χωρίς πολλά πολλά σε ένα φορτηγό για να τους κουβαλήσει στην πόλη. Καθώς όμως το πλήθος διαλυόταν, εμείς μείναμε πίσω και φωτογραφίσαμε τα κιβώτια με τα ναπάλμ, προσφορά των βραζιλιάνικων ενόπλων δυνάμεων, που βρίσκονταν στην περιφέρεια του αεροδρομίου. Και με τηλεφακό πήραμε φωτογραφίες ενός άνδρα με πράσινη στολή χωρίς διακριτικά, για τον οποίο μάθαμε ότι είναι πράκτορας της CIA.

Τέτοια επίδειξη θράσους από ξένους δημοσιογράφους – γιατί ήμασταν οι πρώτοι που έφθασαν στη Βαγεγκράντε – δεν ήταν νοητή, κι έτσι ο πράκτορας της CIA συνοδευόμενος από μερικούς βολιβιανούς αξιωματικούς επιχείρησε να μας πετάξει έξω από την πόλη. Ήμαστε όμως εφοδιασμένοι με κάμποσα διαπιστευτήρια ώστε να μπορούμε να αποδείξουμε την «καλή μας πίστη», οπότε ύστερα από αρκετή συζήτηση μας επιτράπηκε να παραμείνουμε. Το ένα και μοναδικό ελικόπτερο σηκώθηκε και πάλι και κατευθύνθηκε προς την εμπόλεμη ζώνη, τριάντα περίπου χιλιόμετρα νοτιοδυτικά, μεταφέροντας και το συνταγματάρχη Σεντένο. Λίγο μετά τη μία το μεσημέρι επέστρεψε με το συνταγματάρχη θριαμβευτή, ανίκανο να κρύψει το πλατύ του χαμόγελο. Ο Τσε πέθανε, ανακοίνωσε. Είδε το πτώμα και δεν χωρά η παραμικρή αμφιβολία. Ο συνταγματάρχης Σεντένο είναι έντιμος άνθρωπος, άμαθος να αποκαλύπτει περισσότερα από τα απολύτως απαραίτητα και δεν υπήρχε λόγος να τον αμφισβητήσουμε. Τρέξαμε στο μικρό ταχυδρομικό γραφείο και δώσαμε τα τηλεγραφήματά μας προς τον έξω κόσμο σε έναν αιφνιδιασμένο και δύσπιστο υπάλληλο. Κανείς μας δεν πίστευε και πολύ ότι θα κατάφερναν να φθάσουν στον προορισμό τους.

Τέσσερις ώρες αργότερα, στις 5 ακριβώς, το ελικόπτερο γύρισε και πάλι, κουβαλώντας αυτή τη φορά ένα και μοναδικό μικρό σώμα δεμένο στα πέδιλά του. Αντί όμως να προσγειωθεί κοντά στο σημείο που βρισκόμαστε, όπως έκανε τις προηγούμενες φορές, σταμάτησε στο κέντρο του αεροδρομίου, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των δημοσιογράφων. Αμέσως μας απαγορεύτηκε να διασπάσουμε τον κλοιό που σχημάτισαν αποφασισμένοι στρατιώτες. Πολύ γρήγορα, το πτώμα φορτώθηκε σε ένα κλειστό βαν μάρκας σέβρολετ που ξεκίνησε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πηδήξαμε στο τζιπ που περίμενε εκεί δίπλα και ο τολμηρός οδηγός μας πήρε το βαν στο κατόπι. Σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου, η σέβρολετ έκανε μια απότομη στροφή και μπήκε στον περίβολο ενός νοσοκομείου. Οι στρατιώτες επιχείρησαν να κλείσουν την πύλη προτού περάσουμε, αλλά ήμαστε αρκετά κοντά και τους εμποδίσαμε να το πετύχουν.

Η σέβρολετ ανηφόρισε μια απότομη πλαγιά και σταμάτησε μπροστά σε ένα μικρό παράπηγμα με καλαμωτή οροφή και τη μία πλευρά ανοιχτή στον ουρανό. Κατεβήκαμε από το τζιπ και τρέξαμε στην πίσω πόρτα του βαν προτού ανοίξει. Την ώρα που άνοιγε, πετάχτηκε έξω ο πράκτορας της CIA, ουρλιάζοντας στα αγγλικά: «Εντάξει, ας ξεκουμπιστούμε τώρα γρήγορα». Ο κακομοίρης ούτε που μπορούσε να φανταστεί ότι δύο άγγλοι δημοσιογράφοι περίμεναν στις δύο πλευρές της πόρτας.

Μέσα στο βαν, πάνω σε φορείο, βρισκόταν η σορός του Τσε Γκεβάρα. Δεν αμφέβαλα ούτε στιγμή ότι ήταν αυτός. Τον είχα δει μία και μοναδική φορά πριν από τέσσερα ακριβώς χρόνια στην Αβάνα και δεν ήταν από τις μορφές που ξεχνάς εύκολα. Από τότε, η προσωπική μου ανάμνηση είχε αναμφίβολα επηρεαστεί από τις συχνές φωτογραφίες του στον τύπο και ομολογώ ότι είχα λησμονήσει το κορακίσιο χρώμα του μικρού γενιού του. Μου φάνηκε πιο κοντός και πιο αδύνατος απ’ ό,τι θυμόμουν. Οι μήνες της ζωής στη ζούγκλα είχαν προφανώς αφήσει τα ίχνη τους. Παρά τα ερωτηματικά, δεν υπήρχε καμία απολύτως αμφιβολία ότι επρόκειτο για τον Γκεβάρα. Όταν έβγαλαν έξω το πτώμα και το ακούμπησαν σε ένα πρόχειρο τραπέζι μέσα στο παράπηγμα που τους λιγότερο ταραγμένους καιρούς χρησίμευε για πλυσταριό, ήμουν πια βέβαιος ότι ο Γκεβάρα ήταν νεκρός. Το σχήμα του γενιού, το περίγραμμα του προσώπου και τα πλούσια κυματιστά μαλλιά δεν μπορούσαν να ανήκουν σε άλλον. Φορούσε πράσινη στολή εκστρατείας στο χρώμα της ελιάς και ένα τζάκετ με φερμουάρ. Στα πόδια φορούσε πράσινες ξεθωριασμένες κάλτσες και χειροποίητα παπούτσια. Καθώς ήταν ντυμένος, δυσκολευόμουν να δω πού ακριβώς είχε πληγωθεί. Είχε δύο φανερές οπές στη βάση του λαιμού και αργότερα, όταν καθάριζαν το σώμα, είδα μία ακόμη πληγή στο στομάχι. Δεν αμφισβητώ ότι είχε πληγές στα πόδια και κοντά στην καρδιά, αλλά δεν τις είδα. Οι γιατροί εξέταζαν τις πληγές του λαιμού και η πρώτη μου αντίδραση ήταν να υποθέσω ότι έψαχναν για τη σφαίρα, αλλά στην πραγματικότητα ετοίμαζαν το σωληνάκι που θα οδηγούσε τη φορμόλη στο σώμα για να το συντηρήσει. Ένας από τους γιατρούς άρχισε να καθαρίζει τα χέρια του νεκρού αντάρτη που ήταν καλυμμένα με αίμα. Αλλά κατά τα άλλα δεν υπήρχε τίποτε απωθητικό στο πτώμα.

Ο Τσε έμοιαζε ζωντανός. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και λαμπερά, και δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου να του τραβήξουν το χέρι έξω από το τζάκετ. Πρέπει να μην είχε πεθάνει πριν από πολλές ώρες και τη στιγμή εκείνη δεν πίστευα ότι δολοφονήθηκε μετά τη σύλληψή του. Όλοι υποθέταμε τότε ότι πέθανε από τις πληγές του και από έλλειψη ιατρικής φροντίδας τις πρώτες ώρες του πρωινού της Δευτέρας.

Οι άνθρωποι γύρω από το πτώμα ήταν περισσότερο αποκρουστικοί από το νεκρό: Μια καλόγρια που δεν μπορούσε να κρύψει το χαμόγελό της και κάποιες φορές γελούσε δυνατά. Αξιωματικοί που κατέφθαναν με τις ακριβές τους μηχανές για να απαθανατίσουν τη σκηνή. Και, προφανώς, ο πράκτορας της CIA. Έμοιαζε να είναι επικεφαλής της όλης επιχείρησης και γινόταν έξαλλος κάθε φορά που κάποιος τον σημάδευε με τη φωτογραφική του μηχανή. «Από πού είσαι εσύ;», τον ρωτήσαμε στα αγγλικά, προσθέτοντας για πλάκα: «Από την Κούβα; Το Πόρτο Ρίκο;» Δεν έδειξε να διασκεδάζει και απάντησε κοφτά στα αγγλικά: «Από πουθενά». Τον ξαναρωτήσαμε αργότερα, αλλά τούτη τη φορά απάντησε στα ισπανικά «Que dice?» και υποκρίθηκε ότι δεν καταλαβαίνει αγγλικά. Ήταν ένας κοντός, γεροδεμένος τριανταπεντάρης με βαθουλωτά γουρουνίσια μάτια και κουρεμένο κεφάλι. Δύσκολο να καταλάβεις αν ήταν Βορειοαμερικάνος ή κουβανός εξόριστος, γιατί μιλούσε αγγλικά και ισπανικά με την ίδια ευκολία και χωρίς ίχνος ιδιαίτερης προφοράς. Αργότερα ανακάλυψα ότι λέγεται Εντι Γκονζάλες και ήταν ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου στην Αβάνα πριν από την κουβανέζική επανάσταση.