CIA Declassified: Ο φάκελος των αμερικανών για τον Τσε Γκεβάρα

CIA declassified Che bioΤο 1997, τριάντα χρόνια μετά τη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία, η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ ξεκίνησε τον αποχαρακτηρισμό (declassification) απόρρητων εγγράφων που αναφέρονταν στον αργεντίνο επαναστάτη. Τα έγγραφα αυτά είχαν συνταχθεί από πράκτορες των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών και προορίζονταν αποκλειστικά για εσωτερική χρήση (CIA, Πεντάγωνο, State Department). Παρακάτω παρατίθεται, κατ’ αποκλειστικότητα και για πρώτη φορά μεταφρασμένο στα ελληνικά, το βιογραφικό έγγραφο της CIA για τον Τσε. Φέρεται να συντάχθηκε τον Αύγουστο του 1964, ενόσω ο Γκεβάρα βρισκόταν ακόμη στην Κούβα και ήταν μέλος της επαναστατικής κυβέρνησης. Παρά το γεγονός ότι το έγγραφο δεν μας αποκαλύπτει κάποια ιδιαίτερα άγνωστη πληροφορία (προφανώς ορισμένες γραμμές έχουν σβηστεί), είναι δηλωτικό του πως «έβλεπε» τον Τσε Γκεβάρα η υπηρεσία πληροφοριών των ΗΠΑ τη δεδομένη χρονική περίοδο. Στο τέλος του κειμένου παρατίθεται αυτούσια τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της CIA.

CUBA.

Ernesto «Che» Guevara de la Serna.

Υπουργός Βιομηχανίας.

 Ο τσάρος της οικονομίας Ερνέστο Γκεβάρα υπηρετεί προσωρινά στην κουβανική κυβέρνηση από τη θέση του γραμματέα του JUCEPLAN (την επιτροπή οικονομικού σχεδιασμού και συντονισμού), ως εθνικός διευθυντής του PURS (το αναδυόμενο “μονολιθικό” κουβανικό κόμμα), και ως ανεπίσημος αλλά με σημαντική επιρροή πολιτικός σύμβουλος του Φιντέλ Κάστρο. Όντας μέλος της απόβασης του “Γκράνμα” το 1956, έφτασε να γίνει ένας απ’ τους πιο αναγνωρίσιμους στρατιωτικούς ηγέτες των βουνών και αργότερα απ’ τους βασικούς εκφραστές της κουβανικής οικονομίας. Υπέρμαχος της ραγδαίας εκβιομηχάνισης παρά το όποιο κόστος της, ο Γκεβάρα πρόσφατα αναγκάστηκε να αλλάξει τη θέση του στην κατεύθυνση της συγκεντροποίησης των καταναλώμενων προϊόντων. Παραμένει στην άποψη ότι το οικονομικό μέλλον της Κούβας βρίσκεται στην εκβιομηχάνιση και, ως αποτέλεσμα αυτού, βρίσκεται συχνά σε αντιπαράθεση με τον Κάρλος Ράφαελ Ροντρίγκες, Υπουργό-Πρόεδρο του Ιδρύματος για την Αγροτική Μεταρρύθμιση (INRA), ο οποίος θεωρεί πως η Κούβα οφείλει να αναπτύξει τις αγροτικές της δυνατότητες. Ο Ροντρίγκες δείχνει να κερδίζει, μέχρι στιγμής, την αντιπαράθεση και η Κούβα προσωρινά φαίνεται να συγκεντρώνεται στην αγροτική ανάπτυξη.

Βασικός παράγοντας στην πορεία των εθνικοποιήσεων και της συγκεντροποίησης διάφορων τομέων της οικονομίας, ο Γκεβάρα είναι εξαιρετικά αντιαμερικανός, υποκίνησε την εναντίωση στα οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ (στην Κούβα) και προωθώντας την κουβανική εξάρτηση στο Σοβιετικό μπλοκ νωρίς, από το ξεκίνημα του καθεστώτος Κάστρο. Επιπλέον, έχει ταξιδέψει στο Σοβιετικό μπλοκ πολλές φορές προκειμένου να διαπραγματευτεί διακρατικές συμφωνίες και έχει επίσης βρεθεί σε διάφορες αφρο-ασιατικές και ευρωπαϊκές χώρες προκειμένου να δημιουργήσει νέους εμπορικούς διαύλους για την Κούβα.

Παρά την εξάρτηση του για οικονομική στήριξη από την ΕΣΣΔ, ο Γκεβάρα δείχνει να ακολουθεί την ιδεολογική γραμμή του κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Μια ένδειξη για την πολεμοχαρή του διάθεση και την απαξίωση του για την σοβιετική πολιτική ήταν η απειλή του, αν και κενή περιεχομένου, κατά την κρίση του Οκτωβρίου 1962 να εκτοξευθούν πύραυλοι ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θαυμαστής του Μάο Τσε Τουνγκ, έχει επίμονα στηρίξει την επέκταση της κουβανικής Επανάστασης σε όλη τη Λατινική Αμερική. Το εγχειρίδιο του για τον ανταρτοπόλεμο έχει διανικηθεί παρανόμως σε όλη τη Λατινική Αμερική και ο ίδιος θεωρείται ως ο πρώτος κουβανός αξιωματούχος που επίσημα στηρίζει επαναστατικά κινήματα διάφορων εξόριστων ομάδων που αναζητούν καταφύγιο στην Κούβα. Πιο συγκεκριμένα, ήταν εκ των βασικών ανθρώπων που στήριξαν τις αποβάσεις στη Δομινικανή Δημοκρατία και την Αϊτή (1959), τη Νικαράγουα (Ιούνιος 1959) και τη Γουατεμάλα (Νοέμβριος 1959). Έχει επίμονα ενθαρρύνει επαναστάσεις στην Ουρουγάη, τη Βραζιλία και την Αργεντινή.

[τέλος σελίδας].

Έχοντας κατηγορηθεί ως κομμουνιστής από τα πανεπιστημιακά του χρόνια, ο Γκεβάρα υποστηρίζει ότι ποτέ δεν είχε διασυνδέσεις με κομμουνιστικό κόμμα, ούτε στην Αργεντινή, τη Γουατεμάλα ή την Κούβα. Η απάντηση του σε μια κατηγορία που δέχθηκε το 1959 ήταν: “Εάν σας φαίνεται ότι αυτό που κάνουμε είναι κομμουνιστικό, τότε είμαστε κομμουνιστές”. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι σχετίζονταν ποτέ με οποιοδήποτε κομμουνιστικό κόμμα, αν και μάλλον είχε πολλές επαφές με κομματικά μέλη στην Αργεντινή, τη Γουατεμάλα και το Μεξικό. Σε κάθε περίπτωση, ο Γκεβάρα διακατέχεται από ισχυρή, συναισθηματική αντιαμερικανική προκατάληψη και θετική άποψη για τον κομμουνισμό. Ιδιαίτερα καταδικάζει το ρόλο των ΗΠΑ στην αντικατάσταση της φιλοκομμουνιστικής κυβέρνησης Άρμπενς στη Γουατεμάλα με στρατιωτικό πραξικόπημα το 1954.

Επειδή είναι πολύ σταθερός στις απόψεις του, ο Γκεβάρα έχει, κατά καιρούς, φημολογούμενες προστριβές με τον Φιντέλ Κάστρο. Ένα θέμα αντιδικίας μεταξύ τους ήταν μια εκδοχή του γνωστού διλλήματος “όπλα ή βούτυρο”. Ο Γκεβάρα, υποστηρίζοντας το δεύτερο, θεωρούσε τη διατήρηση μεγάλου ετοιμοπόλεμου στρατού ανώφελη την στιγμή που το προσωπικό θα μπορούσε καλύτερα να χρησιμοποιηθεί στην εγχώρια βιομηχανική παραγωγή. Ανησυχούσε επίσης για το γεγονός ότι τα κονδύλια που πήγαιναν στις ένοπλες δυνάμες δεν απέφεραν κανένα ανταποδοτικό όφελος για την εθνική οικονομία. Σε μια τηλεοπτική συνέντευξη τον Ιανουάριο του 1961 ο Γκεβάρα άσκησε δημόσια κριτική στον Κάστρο για το θέμα αυτό. Παρ’ όλα αυτά, ο Κάστρο δείχνει να επηρρεάζεται από το Γκεβάρα και να στηρίζεται σε αυτόν σε τέτοιο βαθμό που ο Γκεβάρα είναι το μόνο ηγετικό στέλεχος που να μπορεί να αντιδικεί με τον Κάστρο χωρίς συνέπειες.

Ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα γεννήθηκε στο Ροσάριο, Αργεντινή, στις 6 Ιουνίου 1928, το μεγαλύτερο από τα πέντε παιδιά μιας εύπορης, μεσοαστικής οικογένειας. Οι γονείς του έχουν χωρίσει από τότε που πήγαινε στο πανεπιστήμιο. Ο πατέρας του Γκεβάρα, ο Ερνέστο Ρ. Γκεβάρα Λιντς, είναι αρχιτέκτονας και τοπογράφος ισπανο-ιρλανδικής καταγωγής ο οποίος φέρεται να επικρότησε το κίνημα του Κάστρο από την αρχή. Η μητέρα του, Σέλια ντε λα Σέρνα, ισχυρίζεται πως δεν είναι κομμουνίστρια αλλά έχει δραστηριοποιηθεί σε Γυναικείες Λατινοαμερικάνικες Συνδιασκέψεις μιλώντας υπέρ της κουβανικής Επανάστασης. Υποφέροντας απο τα παιδικά του χρόνια απο άσθμα, ο “Τσε” (το αντίστοιχο στα αργεντίνικα για το “ε, εσύ” ή “φίλε”) υποβλήθηκε σε πρόγραμμα αυστηρής σωματικής εξάσκησης – κυνήγι, ψάρεμα και άλλες δραστηριότητες στο βουνό – προκειμένου να εξισορροπήσει αυτήν την ανεπάρκεια, υπό την καθοδήγηση του πατέρα του. (Παρ’ όλα αυτά, κουβαλά ακόμη μαζί του αναπνευστήρα οξυγόνου σε κάθε περίπτωση).

Το 1947 ο Γκεβάρα εισήλθε στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άϊρες για να σπουδάσει Ιατρική, λαμβάνοντας το πτυχίο του το 1952. Όντας πολιτικά ενεργός κατά τη διάρκεια των σπουδών του, έλαβε μέρος σε διάφορα επαναστατικά κινήματα ενάντια στο καθεστώς του Περόν. Κατά το τελευταίο έτος στην ιατρική σχολή ο Γκεβάρα και ένας φίλος του αναχώρησαν για ένα “εκπαιδευτικό” ταξίδι σε λεπροκομεία και κλινικές καταπολέμησης της αλλεργίας. Έχει επίσης λεχθεί ότι πήγε σε αυτό το ταξίδι προκειμένου να αποφύγει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στην Αργεντινή. Σε κάθε περίπτωση, ενδεικτικό της περιπετειώδους φύσης του, είναι το ταξίδι του με μοτοσυκλέτα κατά μήκος των Άνδεων, διαμέσου της Χιλής και του Περού, και με κανό διαμέσου ενός μέρους του βόρειου Αμαζονίου στην Κολομβία και τη Βενεζουέλα. Το ταξίδι του τον έφερε τελικά στο Μαϊάμι, όπου και απελάθηκε πίσω από τις μεταναστευτικές αστυνομικές αρχές των ΗΠΑ. Μετά την αποφοίτηση του απ’ την ιατρική σχολή ο Γκεβάρα πραγματοποίησε ένα παρόμοιο ταξίδι που κατέληξε στη Γουατεμάλα, όπου και δραστηριοποιήθηκε με την εσωτερική πολιτική της χώρας.

Ο ρόλος του Γκεβάρα στο φιλοκομμουνιστικό καθεστώς του τέως προέδρου Γιακόμπο Άμπενς (1951-54) έχει υπάρξει ζήτημα ιδιαίτερης αντιπαράθεσης και δεν έχει ποτέ ξεδιαλυθεί ικανοποιητικώς.

[Δύο γραμμές έχουν σβηστεί]… ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν γνώρισε τον Άρμπενς προσωπικά, ότι είχε οικονομικές δυσκολίες κατά τη διαμονή του στη Γουατεμάλα, και πως η μοναδική του ενασχόληση με την κυβέρνηση της Γουατεμάλας ήταν αυτή του νοσηλευτή κατά τις τελευταίες ημέρες του Άρμπενς (Ιούνιος 1954). Οποιοσδήποτε κι’ αν ήταν ο αληθινός του ρόλος στην πολιτική της Γουατεμάλας, έχει επίμονα υποστηρίξει το καθεστώς του Άρμπενς την στιγμή που πικρόχολα κριτικάρει τις ΗΠΑ για την επιτυχή ανατροπή αυτού.

Μετά την πτώση της κυβέρνησης Άρμπενς, ο Γκεβάρα πήγε στο Μεξικό, όπου φέρεται να είχε επαφές με τον Βιθέντε Λομπάρδο Τολεδάνο, αρχηγό του μεξικανικού Μαρξιστικού Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος (PPS) και εκ των γνωστών ηγετών του φιλοκομμουνιστικού κινήματος στο ημισφαίριο. Μια ανεπιβεβαίωτη έκθεση υποστήριζε ότι ο Λομπάρδο εξασφάλισε δύο άδειες αργομισθίας για τον Γκεβάρα στην Πόλη του Μεξικού, μία ως γιατρός στο Γενικό Νοσοκομείο και μια άλλη ως καθηγητής στο διδακτικό προσωπικό της ιατρικής σχολής του Εθνικού Πανεπιστημίου. Το καλοκαίρι του 1956, ο Φιντέλ Κάστρο φέρεται να συνάντησε τον Γκεβάρα τυχαία στο σπίτι ενός κοινού φίλου στο Μεξικό και στην συζήτηση που ακολούθησε ο Κάστρο περιέγραψε τις πολιτικές του ιδέες και ένα γενικό σχέδιο εισβολής στην Κούβα με το, ιδρυθέν στο Μεξικό, κίνημα της 26ης Ιουλίου. Προφανώς γοητευμένος από την προοπτική του αντάρτικου πολέμου, ο Γκεβάρα συμφώνησε να λάβει μέρος ως γιατρός των ανταρτών και ξεκίνησε σχετική εκπαίδευση υπο τις οδηγίες του ισπανού αντάρτη στρατηγού Αλμπέρτο Μπάγιο Γκιρούντ.

Τον Ιούλιο του 1956 οι συνομώτες του Κάστρο, συμπεριλαμβανομένου του Γκεβάρα, ο οποίος από τότε θεωρούνταν απ’ τους πιο σημαντικούς, συνελήφθησαν από την μεξικανική ασφάλεια για σκευωρία με σκοπό την ανατροπή της κουβανικής κυβέρνησης. Αφέθηκαν ελεύθεροι στις 25 Ιουλίου και το Δεκέμβριο του 1956 επιβιβάστηκαν στο “Γκράνμα” σηματοδοτώντας την έναρξη της ανταρσίας. Όταν η δύναμη των 82 ανδρών αποβιβάστηκε στην Κούβα όλοι, πλην 12, του πληρώματος είτε σκοτώθηκαν είτε συνελήφθησαν. Ο Γκεβάρα ήταν ανάμεσα στους επιζώντες, τραυματισμένος αλλά ακόμη δραστήριος. Όσο το – εδραιωμένο στην Σιέρρα Μαέστρα – κίνημα δυνάμωνε, ο Γκεβάρα αποδείχθηκε ικανός μαχητής και στρατιωτικός ηγέτης και, ως αποτέλεσμα αυτού, προβιβάστηκε σε υψηλή θέση στον αντάρτικο στρατιωτικό μηχανισμό. Άσκησε σποραδικά τις ιατρικές του γνώσεις και μόνο όταν ήταν απόλυτα αναγκαίο. Διοικητής μιας απ’ τις μεγαλύτερες αντάρτικες φάλλαγες, απέκτησε φήμη για τη γεναιότητα και στρατιωτική δεξιότητα, όντας δεύτερος τη τάξει μετά τον Φιντέλ Κάστρο. Επιπλέον, ηγήθηκε της πορείας από την επαρχία Οριέντε διαμέσου κυβερνητικά κατεχόμενων περιοχών μέχρι την κεντρική επαρχία Λας Βίγιας το Νοέμβριο του 1958 κάτι που τελικώς κατέληξε στην παράδοση της επαρχιακής πρωτεύουσας Σάντα Κλάρα.

[τέλος σελίδας]

Έπειτα από την επιτυχία της επανάσταση τον Ιανουάριο του 1959, ο Γκεβάρα επέλεξε να παραμείνει στην Κούβα και του απονεμήθηκε “πολιτογραφημένη ιθαγένεια” με ειδικό διάταγμα φτιαγμένο έτσι ούτως ώστε να του δίνει το δικαίωμα συμμετοχής στην προεδρία. Η πρώτη θέση του Γκεβάρα στη νέα κυβέρνηση ήταν αυτή του διοικητή του Κάστρου Λα Καμπάνια στην Αβάνα. Εκεί είχε την αρμοδιότητα αναφορικά με τις περίφημες δίκες των “εγκληματιών πολέμου”, που φέρονται να κατέληξαν στην εκτέλεση 600 πολιτών και στρατιωτικών. Όντας σε θέση να συλλάβει, να δικάσει και να εκτελέσει οποιονδήποτε κάτω από τον Επαναστατικό Κώδικα της Δικαιοσύνης, ενδιαφέρθηκε προσωπικά για τις διώξεις πρώην μελών του – επί Μπατίστα – Γραφείου για την Καταστολή Κομμουνιστικών Δράσεων (BRAC), έχοντας στα χέρια του τα έγγραφα του γραφείου. Ο Γκεβάρα βοήθησε επίσης το Ραούλ Κάστρο στην εκκαθάριση και αναδιοργάνωση του εθνικού στρατού με σκοπό να γίνει ο “βασικός πολιτικός βραχίονας της λαϊκής επανάστασης”. Ως επικεφαλής του Τμήματος Κατάρτησης των ενόπλων δυνάμεων διακρίθηκε για την πρώθηση μαθημάτων πολιτικής κατήχησης τα οποία φέρονται να ακολουθούσαν την κομμουνιστική γραμμή. Στο Γκεβάρα επίσης αποδίδεται η ανάπτυξη της κουβανικής πολιτοφυλακής.

Το πρώτο μη στρατιωτικού χαρακτήρα αξίωμα του Γκεβάρα ήταν αυτό του επικεφαλής του Τμήματος εκβιομηχάνισης του Εθνικού Ινστιτούτου για την Αγροτική Μεταρρύθμιση (INRA). Παρόλο που είχε έντονο ενδιαφέρον για την μεταρρύθμιση παρέμεινε στη θέση αυτή μόνο δύο μήνες (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1959). Ασπάστηκε δημόσια την αρχή της ιδιοκτησίας της γης από τους αγρότες του δούλευαν σε αυτήν, αλλά φημολογείται ότι σε ιδιωτικές συζητήσεις ήταν υπέρ ενός συστήματος εθνικών κολλεκτίβων.

Όντας διορισμένος πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας το Νοέμβριο του 1959, ο Γκεβάρα, μην έχοντας τα απαραίτητα προσόντα για τη θέση αυτή, δημιούργησε γύρω του κύκλο ικανών συμβούλων και σύντομα επέδειξε εξοικείωση με τεχνικού είδους ζητήματα. Ως πρόεδρος της τράπεζας, ηγήθηκε της πορείας των κρατικοποιήσεων και της συγκεντροποίησης διάφορων τομέων της οικονομίας. Η λύση του για την πληρωμή του κόστους της επανάστασης ήταν να αυξήσει το ποσό του κυκλοφορούντος στην αγορά χρήματος κατά 62%, συγκρατώντας τον πληθωρισμό με άλλα μέσα.

Το Φεβρουάριο του 1961, ο Γκεβάρα έγινε Υπουργός Βιομηχανίας και συνέχισε τις προσπάθειες του για συγκέντρωση υπό κυβερνητικό έλεγχο των εθνικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Καθόρισε σταθερές τιμές για τα βασικά προϊόντα, μείωσε τα ενοίκια και εισήγαγε μέτρα απαγορευτικά για την συσσώρευση ατομικών κεφαλαίων. Έθεσε ένα αυστηρό σύστημα αδειών για να μειώσει τις εισαγωγές και να περιορίσει την εκροή δολαρίων. Το πρόγραμμα λιτότητας του φορολόγησε αυστηρά τα υψηλά και μεσαία στρώμματα την ώρα που προσπαθούσε να καταπραϋνει τις εργατικές τάξεις, αλλά οι πολιτικές του φόρτωσαν στον Κάστρο το απαραίτητο νόμισμα που ήταν αναγκαίο για να συνεχιστεί το φιλόδοξο πρόγραμμα ανάπτυξης με ταυτόχρονη ελαχιστοποίηση του πληθωρισμού.

Η επιρροή του Γκεβάρα στα οικονομικά ζητήματα της Κούβας αυξήθηκε με σταθερό ρυθμό στην συνέχεια. Στα τέλη του 1960 ηγήθηκε οικονομικής αποστολής στην Ευρώπη και το σοβιετικό μπλοκ, όπου πέτυχε να διαπραγματευτεί εμπορικές συμφωνίες για βασικά αγαθά για την Κούβα. Έκτοτε, έχει ηγηθεί πολλών άλλων εμπορικών αποστολών σε χώρες του σοβιετικού μπλοκ και αλλού και έχει φιλοξενήσει αρκετές ξένες αντιπροσωπείες σε διεθνείς συνδιασκέψεις, συμπεριλαμβανομένης της Συνάντησης της Πούντα ντελ Έστε τον Αύγουστο του 1961 και την Συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη τον Απρίλιο του 1964.

[τέλος σελίδας]

ΑΠΟΡΡΗΤΟ

Εσωτερικό Έγγραφο (No Foreign Dissem).

Διορισμένο μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του JUCEPLAN τον Αύγουστο του 1961, ο Γκεβάρα, μέχρι τον Ιούλιο του 1962, φέρονταν να βρίσκεται ήδη σε διαμάχη με τον Ρετζίνο Μπότι (τον γραμματέα επί τεχνικών θεμάτων της επιτροπής) για τον έλεγχο του οργανισμού. Τότε ο Γκεβάρα διορίστηκε γραμματέας του JUCEPLAN.

Παρόλο που ακόμη φοράει την στρατιωτική του στολή, ο Γκεβάρα δεν έχει επίσημο στρατιωτικό αξίωμα. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με μια πηγή απροσδιόριστης αξιοπιστίας, το Δεκέμβρη του 1963 ο Γκεβάρα επρόκειτο να κατευθύνει τις δυνάμεις στην επαρχία Πινάρ ντελ Ρίο σε περίπτωση εισβολής. Το Μάρτιο του 1964 είχε εντοπιστεί να είναι μέλος του Γενικού Επιτελείου.

Ένας “στεγνός”, μεθοδικός άνδρας που φέρει μια αλαζονεία παλαιού τύπου, ο Γκεβάρα έχει περισσότερο απο μια φευγαλέα οικειότητα με τη Δυτική κουλτούρα. Κατά τη διάρκεια της περιόδου στην Σιέρρα Μαέστρα φέρονταν να διάβαζε στους στρατιώτες του (αποσπάσματα) από τα έργα του Καρόλου Ντίκενς, του γάλλου συγγραφέα Αλφόνσο Ντοντέτ, του κουβανού ποιητή και επαναστάτη Χοσέ Μαρτί και του χιλιανού κομμουνιστή ποιητή Πάμπλο Νερούδα. Ο ίδιος ευχαριστιέται, περίπου ως μπον βιβάν (bon vivant), με την αίσθηση αυτού που ξέρει να εκτιμά το καλό φαγητό, το μπράντυ και τα πούρα. Συχνά επιδεικνύει καλλιεργημένους, γλυκομίλητους τρόπους συμπεριφοράς. Παρά την αύρα πολιτισμού που τον διακατέχει, ο Γκεβάρα έχει μια έντονη απέχθεια για το πλύσιμο και παρουσιάζει μια ατακτοποίητη και παραμελημένη (εξωτερική) εμφάνιση.

Ο πρώτος γάμος του Γκεβάρα με μια περουβιανή, την Ίλντα Γκαδέα Ακόστα, έληξε με διαζύγιο. Ένα παιδί, καρπός αυτού του γάμου, παραμένει με τη μητέρα, η οποία εργάζεται στο INRA. Στις 3 Ιουνίου 1959 ο Γκεβάρα παντρεύτηκε την Αλεϊδα Μαρτς ντε λα Τόρρε έπειτα απο ένα διάστημα κοινής συμβίωσης. Η ίδια (Αλεϊδα) αφιέρωσε χρόνο στην Σιέρρα Μαέστρα κατά τη διάρκεια της επανάστασης και τον Σεπτέμβριο του 1959 έγινε μέλος της επιτροπής χορηγιών για το – κυριαρχούμενο απο κομμουνίστριες – Λατινοαμερικανικό Συνέδριο Γυναικών. Έχει υπάρξει επίσης μέλος άλλων αριστερών οργανώσεων. Από αυτό το γάμο γεννήθηκε μια κόρη το 1960. Ο Γκεβάρα μιλάει γαλλικά και λίγα αγγλικά.

Αύγουστος 1964.

Τα σκαναρισμένα έγγραφα της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.

CIA-Guevara-bio-1CIA-Guevara-bio-2    CIA-Guevara-bio-3   CIA-Guevara-bio-4

CIA-Guevara-bio-5

Μετάφραση: Ν.Μόττας/Guevaristas.

Advertisements

Οι τελευταίες ημέρες του Στρατηγού Ερνέστο Τσε Γκεβάρα – Αρχεία C.I.A.

κλικ γιά μεγέθυνση

Το παρακάτω κείμενο συντάχθηκε στις 28 Νοεμβρίου 1967 από το William Nicol, γιά λογαριασμό του Στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (C.I.A). Ανήκει στην συλλογή του Εθνικού Αρχείου Ασφαλείας (National Security Archive) των Η.Π.Α.. Αποχαρακτηρίστηκε και δόθηκε στη δημοσιότητα το 1997, τριάντα χρόνια έπειτα από τη δολοφονία του Τσε και αποτελεί την αμερικανική εκδοχή γιά τα γεγονότα των ημερών εκείνων. Το Guevaristas δημοσιεύει, γιά πρώτη φορά σε ελληνική μετάφραση, το κείμενο διατηρώντας όμως έντονες επιφυλάξεις σχετικά με το αληθές των όσων περιγράφονται παρακάτω.

7-9 Οκτωβρίου 1967.

Οι συνδιαζόμενες μονάδες της ομάδας Α και οι υποστηρικτικές μονάδες της ομάδας Β [μια ανάμεικτη/συνδιασμένη δύναμη 1.300 βολιβιανών ανδρών, εκπαιδευμένων από τις ειδικές δυνάμεις των Η.Π.Α. και υπό τη διεύθυνση της C.I.A. με συγκεκριμένο στόχο τη σύλληψη του Τσε Γκεβάρα. Η αντάρτικη ομάδα του Τσε είχε 17 άνδρες] κινήθηκαν στην περιοχή του Churro Ravine χρησιμοποιώντας δύο διμοιρίες της ομάδας Α ως αποτρεπτικής δύναμης λίγα χιλιόμετρα βορείως του μικρού Geino Ravine. Ο λοχαγός Πράδο έστησε την την ομάδα του ανατολικά του Churro Ravine, με την τρίτη διμοιρία της Ομάδας Β στο πλάι του για υποστήριξη, υπό τις διαταγές του λοχία Χουόκα. Το πρώτο platoon της Ομάδας Α, υπό τις διαταγές του λοχαγού Πέρες, εισήλθε στο Churro Ravine από το βορρά στην συμβολή δύο μικρών ρεμάτων. Ο λοχαγός Πέρες πρότεινε την κίνηση και ξεκίνησε να οδηγεί τους αντάρτες στα νότια, την στιγμή που οι δυνάμεις του λοχαγού Πράδο απέκλεισαν τη ρεματιά. Σε αυτό το σημείο επιστρατεύτηκε ένα πολυβόλο ώστε να καλύψει το ρέμα, να κρατήσει την αριστερή πλευρά του τμήματος όλμων του Πράδο και να υποστηρίξει τους στρατιώτες. Όπως η πρώτη διμοιρία της Ομάδας Α προωθήθηκε κάτω, ήρθε αντιμέτωπη με πυρά και έχασε 3 στρατιώτες. […] Ο λοχίας Χουόκα αμέσως αντιλήφθηκε μιά ομάδα από 6 με 8 αντάρτες και άνοιξε πυρ. Σε αυτό το σημείο σκοτώθηκαν οι «Ανοτόντο» και «Ορτούρο», δύο κουβανοί. Ο λοχίας Χουόκα έχασε έναν άνδρα ενώ ένας ακόμη τραυματίστηκε. Ο «Ραμόν» (Τσε) και ο «Γουίλι» προσπάθησαν να κινηθούν προς την πλευρά του τμήματος όλμων. Έγιναν αντιληπτοί από χειριστές του πυροβόλου οι οποίοι άνοιξαν πυρ εναντίον τους. O Γκεβάρα χτυπήθηκε στο κάτω μέρος της κνήμης και υποβοηθήθηκε από τον «Γουίλι» περνώντας κατά μήκος του ρυακιού Τουσκάλ όπου προφανώς κάθησαν να ξεκουραστούν γιά λίγα λεπτά. Έπειτα κινήθηκαν προς τα βόρεια, ακριβώς μπροστά απ’ τον λοχαγό Πράδο ο οποίος έδωσε εντολή να τους καταδιώξουν. Οι στρατιώτες Εντσίνος, Τσεκούες και Μπαλμπόα ήταν οι πρώτοι βολιβιανοί που ακινητοποίησαν το Γκεβάρα. Οι «Γουίλι» και «Ραμόν» μεταφέρθηκαν έπειτα πίσω στο Λα Ιγκέρα με το λοχαγό Πράδο και το προσωπικό των Ομάδων Α και Β. Οι βολιβιανοί (στρατιώτες) δεν έμειναν στην περιοχή τη νύχτα. Από τις 19:00 έως τις 4:00 πρωινή της 9ης Οκτωβρίου δεν υπήρχαν βολιβιανοί ένοπλοι στην περιοχή της μάχης. Αυτό έδωσε στις αντάρτικες δυνάμεις αρκετό χρόνο ώστε να εγκαταλείψουν την περιοχή.

Στις 30 Οκτωβρίου 1967, σε ένα μικρό αντίσκηνο στην Λα Εσπεράντζα, Βολιβία, ο αντισυνταγματάρχης Ραλ. Εσπινόζα Λορντ, της 2η Ομάδας καταδρομέων, δήλωσε τα ακόλουθα σχετικά με την σύλληψη του Ερνέστ «Τσε» Γκεβάρα: Ο Γκεβάρα και ο «Γουίλι» μεταφέρθηκαν πίσω στο Λα Ιγκέρα το απόγευμα της 8ης (Οκτωβρίου), έπειτα από τη μάχη στο φαράγγι Churro. Ο Γκεβάρα είχε ένα μικρό τραύμα στην κάτω κνήμη, το οποίο επουλώθηκε κατά την επιστροφή στο Λα Ιγκέρα. Ο υπολογοχαγός Εσπινόζα μίλησε επι μακρόν με το Γκεβάρα, αν και ο δεύτερος δεν αποκάλυψε καμία απόρρητη πληροφορία. Ο Εσπινόζα ένιωσε ιδιαίτερη εκτίμηση για το Γκεβάρα ως στρατιώτη και ως άνδρα, και ήταν περίεργος να μάθει περισσότερα για τη «θρυλική προσωπικότητα» του. Ο Γκεβάρα απάντησε σε όλες του τις ερωτήσεις χρησιμοποιώντας λέξεις όπως «ίσως» και «πιθανόν». Νωρίς το πρωί της 9ης του Οκτώβρη, η ομάδα έλαβε την εντολή να εκτελέσει το Γκεβάρα και τους άλλους συλληφθέντες. Προηγουμένως, ο αρχιστράτηγος Σαντάνα, αρχηγός της 8ης Μεραρχίας, είχε λάβει ξεκάθαρες εντολές να κρατήσει ζωντανούς τους κρατούμενους. Οι στρατιώτες που εμπλέκονταν στην υπόθεση δε γνώριζαν από πού έρχονταν οι εντολές, αλλά ένιωθαν ότι πήγαζαν από τις ύψιστες βαθμίδες.

[Α] Απόσπασμα απ’ το «Ο θάνατος του Τσε Γκεβάρα», εξηγώντας το ρόλο του Ροντρίγκεζ, πράκτορα της CIA υπεύθυνου για τις τακτικές κινήσεις των ομάδων Α και Β:

«Παρόλο που προφανώς ήταν υπό τις οδηγίες της CIA να «κάνει ότι είναι δυνατόν για να τον κρατήσει ζωντανό», ο Ροντρίγκεζ μετέφερε τη διαταγή να εκτελεστεί ο Γκεβάρα από το Βολιβιανό Ανώτατο Στρατηγείο στους στρατιώτες στο Λα Ιγκέρα – ο ίδιος τους συμβούλεψε να μην πυροβολήσουν το Γκεβάρα στο πρόσωπο ώστε τα τραύματα να φαίνονται ως τραύματα μάχης [ώστε να καλύψουν την παράνομη εκτέλεση χωρίς δίκη] – και ενημέρωσε προσωπικά τον Τσε ότι αναμένετο να πεθάνει. Έπειτα από την εκτέλεση, ο Ροντρίγκεζ πήρε το ρολόι Ρόλεξ του Τσε, συχνά επιδεικνύοντας το στους ρεπόρτερς τα επόμενα χρόνια».

Ο Λοχαγός Φράντο έδωσε την εντολή στον υπολοχαγό Πέρες να εκτελεστεί ο Γκεβάρα, κάτι που ο Πέρες δεν ήταν δυνατό να φέρει εις πέρας – έτσι η εντολή δόθηκε στο λοχία Τεράν, της Ομάδας Α. Σε αυτό το σημείο ο Πέρες ρώτησε τον Γκεβάρα εάν επιθυμεί κάτι πριν την εκτέλεση του. Ο Γκεβάρα απάντησε ότι το μόνο που ήθελε ήταν «να πεθάνει με γεμάτο στομάχι». Ο Πέρες στην συνέχεια τον ρώτησε εάν είναι «υλιστής» ζητώντας να έχει μόνο φαγητό. Ο Γκεβάρα επέστρεψε στην προγενέστερη συμπεριφορά του απαντώντας με ένα «ίσως». Τότε ο Πέρες τον αποκάλεσε «αξιολύπητο ανθρωπάκι» και έφυγε απ’ το δωμάτιο. Μέχρι τότε, ο λοχίας Τεράν είχε ενισχύσει τη διάθεση του με κάμποσες μπύρες και επέστρεψε στο δωμάτιο όπου ο Γκεβάρα στέκονταν όρθιος, με σταυρωμένα τα χέρια δηλώνοντας: «Ξέρω για ποιο λόγο ήρθες, είμαι έτοιμος». Ο Τεράν, αφού τον κοίταξε για λίγα λεπτά και έπειτα είπε: «όχι, κάνεις λάθος, κάθησε». Έπειτα ο ταγματάρχης έφυγε απ’ το δωμάτιο για μικρό διάστημα.

Ο «Γουίλι», ο κρατούμενος που είχε συλληφθεί μαζί με το Γκεβάρα, κρατούνταν σε ένα μικρό δωμάτιο, λίγα μέτρα μακριά. Την ώρα που ο Τεράν περίμενε έξω προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα του, ο λοχίας Χουόκα εισήλθε και πυροβόλησε τον «Γουίλι». Ο Γουίλι ήταν κουβανός και σύμφωνα με πηγές ήταν ο υποκινητής των ταραχών των μεταλλορύχων στη Βολιβία. Ο Γκεβάρα άκουσε τον κρότο του πυροβολισμού και για πρώτη φορά φάνηκε να τρομάζει. Ο ταγματάρχης Τεράν επέστρεψε στο δωμάτιο που κρατούνταν ο Γκεβάρα και όταν εισήλθε, ο Τσε στάθηκε όρθιος κοιτώντας τον. Ο Τεράν του είπε να καθήσει αλλά αυτός αρνήθηκε δηλώνοντας: «Αυτό θα το υπομείνω όρθιος». Ο ταγματάρχης άρχισε να εκνευρίζεται και του επανέλαβε να καθήσει αλλά ο Γκεβάρα δεν απάντησε. Τελικώς, ο Γκεβάρα του είπε: «Να ξέρεις αυτό. Πρόκειται να σκοτώσεις μόνο έναν άνδρα». Ο Τεράν πυροβόλησε μια φορά με την Μ2 καραμπίνα του, χτυπώντας το Γκεβάρα ο οποίος έπεσε με δύναμη στον τοίχο του μικρού χτίσματος.

[Β] Ο πράκτορας της C.I.A. Φελίξ Ροντρίγκεζ, που διέταξε την εκτέλεση του Τσε, έχει δώσει μιά διαφορετική εκδοχή των γεγονότων:

1:30 μ.μ: Η τελευταία μάχη του Τσε λαμβλάνει τέλος στο Κουεμπράδα δελ Γιούρο. Ο Σιμόν Κούβα (Γουίλι) Σαράμπια, ένας βολιβιανός μεταλλωρύχος, ηγείται της αντάρτικης ομάδας.  Ο Τσε τον ακολουθεί και δέχεται πυροβολισμούς στο πόδι αρκετές φορές. Ο Σαράμπια βοηθά τον Τσε να σηκωθεί και προσπαθεί να τον κουβαλήσει μακρυά απ’ τα διασταυρούμενα πυρά. Τον αφήνει στο έδαφος και επιστρέφει στη μάχη. Περικυκλωμένος σε απόσταση λιγότερη από 10 μέτρα, δέχεται συνεχή πυρά από τους καταδρομείς. Ο Τσε επιχειρεί να ανταποδώσει τα πυρά, αλλά δε μπορεί να κρατήσει σταθερά το όπλο με το ένα χέρι. Δέχεται χτύπημα και πάλι στο δεξί πόδι, το όπλο πετάγεται απ’ το χέρι του και τρυπά ο δεξιός του βραχίονας. Την στιγμή που οι στρατιώτες πλησιάζουν τον Τσε, αυτός φωνάζει: «Μην πυροβολείτε! Είμαι ο Τσε Γκεβάρα και αξίζω γιά σας περισσότερο ζωντανός παρά νεκρός». Η μάχη τελειώνει περίπου στις 3:30 μ.μ. Ο Τσε συλλαμβάνεται αιχμάλωτος…

Ο Ροντρίγκεζ εισέρχεται στην αίθουσα του σχολείου να ενημερώσει τον Τσε γιά τις εντολές της βολιβιανής στρατιωτικής ηγεσίας. Ο Τσε αντιλαμβάνεται και λέει, «είναι καλύτερα έτσι… Δεν θα έπρεπε ποτέ να συλληφθώ ζωντανός». Ο Τσε παραδίδει στον Ροντρίγκεζ ένα μήνυμα γιά τη γυναίκα του και το Φιντέλ, αγκαλιάζονται και ο Ροντρίγκεζ εγκαταλείπει το δωμάτιο.

(Μετάφραση – Επιμέλεια: Νικόλαος Μόττας)