Ο Τσε Γκεβάρα για την ατομική τρομοκρατία

guevarism vs terrorism bannerΗ ΑΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΚΕΒΑΡΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΜΕ ΤΟ ΛΕΓΟΜΕΝΟ «ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΠΟΛΗΣ».

Ένα χαρακτηριστικό των λεγόμενων οργανώσεων «αντάρτικου πόλης», που έδρασαν τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα στην Ευρώπη, ήταν οι – άμεσες η έμμεσες – αναφορές τους στον Τσε Γκεβάρα. Οργανώσεις όπως οι ιταλικές «Ερυθρές Ταξιαρχίες» (Brigade Rosse) και η γερμανική «Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF) Μπάαντερ-Μάινχοφ» ιδρύθηκαν στην αυγή της δεκαετίας του 1970, εν μέσω του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο Βιετνάμ, δύο χρόνια μετά το γαλλικό Μάη του ’68 και τρία χρόνια μετά τη δολοφονία του Τσε στη Βολιβία. Λίγα χρόνια αργότερα, μετά την πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα, εμφανίζεται η επονομαζόμενη Ε.Ο. «17 Νοέμβρη», σε γιάφκα της οποίας μάλιστα, δίπλα από ρουκέτες και λοιπό οπλισμό, φιγουράριζε η διάσημη φωτογραφία του Τσε, η guerrillero heroico.

Οι παραπάνω οργανώσεις επιχείρησαν να ενσωματώσουν στη δράση τους ένα κομβικό σημείο της γκεβαρικής αντίληψης του ανταρτοπολέμου: το λεγόμενο “foco” (foquismo) [1], την προσπάθεια δηλαδή δημιουργίας πολλαπλών, διάσπαρτων εστιών «πολέμου», αιφνιδιάζοντας, χτυπώντας γρήγορα και φεύγοντας. Σύμφωνα με τη θεωρία του «φοκίσμο», από την ύπαρξη ενός δυνατού πυρήνα μπορούν να δημιουργηθούν πολυάριθμες εστίες αντάρτικου οι οποίες, εάν εξαπλωθούν, δύναται να κερδίσουν τον αντίπαλο τακτικό στρατό. Πράγματι, αν δούμε το ιστορικό των «χτυπημάτων» τόσο του γερμανικού «RAF», των ιταλικών «Ερυθρών Ταξιαρχιών» όσο και της «17 Νοέμβρη» αντιλαμβανόμαστε την προσπάθεια δημιουργίας ταχύτατων, αιφνιδιαστικών χτυπημάτων (δολοφονιών, βομβιστικών επιθέσεων, κλπ.) σε διάσπαρτα σημεία των αστικών κέντρων που οι οργανώσεις αυτές έδρασαν. Η πραγματική, όμως, θεωρία του γκεβαρικού ανταρτοπολέμου με τη δράση των ομάδων αυτών εμπεριέχει σημαντικότατες διαφορές. Αυτές μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:

  1. Η θεωρία του ανταρτοπολέμου που ανέπτυξε ο Γκεβάρα είχε ως πεδίο δράσης την ύπαιθρο, τις αγροτικές περιοχές. Ασφαλώς, έχουμε πάντα κατα νου ότι η θεωρία του γκεβαρικού ανταρτοπολέμου βασίστηκε στις συνθήκες που υπήρχαν στην Κούβα τη δεκαετίας του ’50. «Η κατάσταση δεν είναι τόσο δύσκολη στην ύπαιθρο, όπου οι κάτοικοι μπορούν να έχουν την υποστήριξη του ένοπλου αντάρτικου και σε μέρη όπου οι δυνάμεις καταστολής δεν μπορούν να φτάσουν» αναφέρει ο Τσε στο πρώτο κεφάλαιο του «Ανταρτοπολέμου» [2]. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης, λοιπόν, μετέφεραν την ένοπλη πάλη στα αστικά κέντρα, στην καρδιά δηλαδή του αστικού κράτους, εκεί όπου οι μηχανισμοί του κράτους ήταν πανίσχυροι. Ακόμη και αν δεχθούμε το – ούτως η άλλως αναμφίβολο – γεγονός ότι η Δυτική Γερμανία της δεκαετίας του ’70 έχει ουσιαστικές διαφορές απ’ την Κούβα του ’50 η του ’60, ποιές αντικειμενικές συνθήκες επέβαλλαν την έναρξη της ένοπλης πάλης στο Αμβούργο, τη Φρανκφούρτη ή τη Ρώμη, όπου συγκεντρώνονταν όλη η ισχύς της τότε δυτικογερμανικής και ιταλικής αστικής τάξης και των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων τους; Το λεγόμενο αντάρτικο πόλης, λοιπόν, σε περίοδο που δεν υπάρχουν οι κατάλληλες επαναστατικές συνθήκες, αποτελεί ουσιαστική παρέκκλιση (αν όχι και βάναυση διαστρέβλωση) απ’ τη γκεβαρική μέθοδο του ανταρτοπολέμου.

  2. Ο ανταρτοπόλεμος για τον Τσε, για να έχει πιθανότητες επιτυχούς έκβασης, είχε μια βασική προϋπόθεση: να βασίζεται και να προσβλέπει στη λαϊκή στήριξη. Γράφει σχετικά ο Τσε στον πρόλογο του «Ανταρτοπολέμου»: «Έχει σημασία να τονίσουμε ότι ο αντάρτικος αγώνας πάλη των μαζών, είναι πάλη του λαού: το αντάρτικο, σαν ένοπλος πυρήνας, είναι η αγωνιστική πρωτοπορία του λαού, η μεγάλη του δύναμη έχει τις ρίζες της στις μάζες του πληθυσμού. Δεν πρέπει να θεωρούμε το αντάρτικο κατώτερο αριθμητικά του στρατού ενάντια στον οποίο μάχεται, ακόμη και αν διαθέτει μικρότερη δύναμη πυρός. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να καταφεύγει κανείς στον ανταρτοπόλεμο όταν έχει μαζί του έναν πολυπληθή πυρήνα έστω και αν διαθέτει έναν πολύ μικρότερο αριθμό όπλων για να αμυνθεί απέναντι στην καταπίεση» [3]. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης που γνωρίσαμε στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες ίσως να ήθελαν να πιστεύουν ότι αποτελούσαν την αγωνιστική πρωτοπορία του λαού – όμως δεν ήταν. Αντιθέτως, οι οργανώσεις αυτές αυτοπροσδοιορίζονταν ως «αγωνιστική πρωτοπορία», παίρνοντας τα όπλα ερήμην του μαζικού εργατικού-λαϊκού κινήματος. Πολεμούσαν στο «όνομα του λαού» ενώ αποτελούνταν (όπως αποδείχθηκε) από σχετικά μικρούς πυρήνες συνωμοτικά δρώντων ομάδων. «Και το επαναστατικό Κίνημα της 26ης Ιούλη στην Κούβα δεν ήταν πολυάριθμο» ίσως αντιτείνει κάποιος. Ναι, αλλά ταυτόχρονα με τη δράση των ανταρτών στην κουβανική ύπαιθρο, στελέχη του Κινήματος δρούσαν ταυτόχρονα στα αστικά κέντρα (Αβάνα, Σαντιάγκο), στρατολογούσαν νέους, οργάνωναν μαζικές απεργίες ενάντια στο καθεστώς, έχτιζαν ολόκληρο δίκτυο λαϊκής υποστήριξης στον αντάρτικο αγώνα [4].

  3. RAF bombing Germany
    Βομβιστική ενέργεια της RAF-Baader Meinhof τη δεκαετία του ’70.

Η αντίληψη του Τσε Γκεβάρα για τη μορφή της επανάστασης, βασίζεται στη λενινιστική προσέγγιση για την αναγκαιότητα μαζικής, οργανωμένης λαϊκής πάλης. Όπως ο Λένιν, έτσι και ο Γκεβάρα ήταν αντίθετος με την ατομική τρομοκρατία, με τις μεμονωμένες δηλαδή βίαιες τρομοκρατικές πράξεις. Να τι έγραφε ο ίδιος ο Τσε για την ατομική τρομοκρατία, την οποία αναγάγουν σε «επαναστατικό αγώνα» διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι «επαναστάτες»:

«Η δολοφονία και ο τυφλός τερορισμός (τρομοκρατία) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Είναι προτιμότερο να γίνεται μαζική δουλειά, να εντυπώνεται το επαναστατικό ιδανικό, και να το κάνει να ωριμάσει για να μπορούν, στη δοσμένη στιγμή, να κινητοποιήσουν αυτές τις μάζες υποστηριζόμενες από τον επαναστατικό στρατό και να κάνουν να κλίνει η πλάστιγγα προς την πλευρά της Επανάστασης» [5].

Ποιό «επαναστατικό ιδανικό» άραγε αποτύπωσαν στη λαϊκή σκέψη οι ευρωπαϊκές οργανώσεις αντάρτικου πόλεων; Ποιά σχέση υπήρχε ανάμεσα στις μάζες και σε ομάδες τύπου «Μπάαντερ-Μάϊνχοφ» ή «17 Νοέμβρη»; Σε τι χρησίμευσαν οι δολοφονίες κατώτερων ιεραρχικά στελεχών ξένων μυστικών υπηρεσιών η πρεσβειών, αστυνομικών οργάνων ή μεμονωμένων επιχειρηματιών;

Η τρομοκρατία που δε βασίζεται στη λαϊκή υποστήριξη και που έχει ατομικά χαρακτηριστικά, ξεκομμένα απ’ τη μαζική-εργατική πάλη των μαζών έχει αρνητικά αποτελέσματα. Να τι έγραφε ο Τσε επ’ αυτού:

«Είμαστε ειλικρινά πεπεισμένοι ότι η τρομοκρατία είναι ένα αρνητικό όπλο, που δεν προσφέρει απολύτως ποτέ τα αναμενόμενα αποτελέσματα κι ότι μπορεί να απομακρύνει το λαό από ένα επαναστατικό κίνημα, αφού συνδέεται ολοκληρωτικά με αυτούς που επιδιώκουν ανθρώπινες απώλειες χωρίς προοπτική για τα προσδοκώμενα αποτελέσματα» [6].

Συμπέρασμα.

Che-Guevara-Guerrilla1Μεταξύ της «τρομοκρατίας» που ασκείται ενάντια στο αστικό κατεστημένο και τους ιμπεριαλιστές από μια μαζική επανάσταση με λαϊκά χαρακτηριστικά και της ατομικής τρομοκρατίας μεμονωμένων ομάδων αντάρτικου πόλης υψώνεται ένα μεγάλο τείχος. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις πάλης. Ο Λένιν το θέτει στη σωστή του βάση: «(…) οι μεμονωμένες απόπειρες δολοφονίας, σαν επαναστατική τακτική, είναι άσκοπες και επιζήμιες. Μόνο το μαζικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί σαν πραγματική πολιτική πάλη (…)» [7]. Ο ανταρτοπόλεμος, λοιπόν, δεν είναι ούτε αυτοσκοπός, ούτε μπορεί να συγχέεται με την ατομική τρομοκρατία και την τακτική των μεμονωμένων δολοφονιών που εφάρμοσε το λεγόμενο «αντάρτικο πόλης». Αντιθέτως, ο ανταρτοπόλεμος είναι η προμετωπίδα του πολιτικού αγώνα, σε μια δοσμένη χρονική περίοδο μεγάλης όξυνσης της ταξικής αντιπαράθεσης που δημιουργεί επαναστατικές συνθήκες. Γράφει επ’ αυτού ο Γκεβάρα: «Γιατί αγωνίζεται ο αντάρτης: Πρέπει να καταλήξουμε στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως ο αντάρτης είναι ένας κοινωνικός μεταρρυθμιστής, που παίρνει τα όπλα ανταποκρινόμενος στην οργισμένη διαμαρτυρία του λαού ενάντια στους καταπιεστές του και αγωνίζεται να αλλάξει το κοινωνικό καθεστώς που κρατάει τα άοπλα αδέλφια του μέσα στον εξευτελισμό και τη μιζέρια. Ξεσηκώνεται ενάντια στις συγκεκριμένες συνθήκες των θεσμοθετημένων δομών που κυριαρχούν κάποια δεδομένη στιγμή, και καταγίνεται, με όσες δυνάμεις του επιτρέπουν οι περιστάσεις, να σπάσει τα πλαίσια αυτών των θεσμοθετημένων δομών» [8].

Η Ιστορία μας διδάσκει ότι χωρίς πολιτική πρωτοπορία που ζυμώνεται μέσα στις μάζες, στο λαϊκό κίνημα, δε μπορεί να υπάρξει αποτελεσματικός αντάρτικος αγώνας και επανάσταση. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης που γνωρίσαμε τις τρείς τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα οδήγησαν σε αντίθετα αποτελέσματα – όντας απομονωμένες απ’ το μαζικό-λαϊκό εργατικό κίνημα λειτούργησαν ως λιπαντικό στα γρανάζια της αστικής αυταρχικότητας, δυσφήμισαν την επαναστατική δράση στις λαϊκές συνειδήσεις και κατέληξαν στην αναπόφευκτη αποτυχία. Η δε προσπάθεια τους να οικειοποιηθούν σε ορισμένες περιπτώσεις τη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία, αλλά και τον ίδιο τον Τσε ως επαναστατικό σύμβολο, δε μπορεί παρά να εκληφθεί ως ύβρις, πράξη προσβλητική απέναντι στην ιστορική πραγματικότητα.

Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, Γενάρης 2014.

Υποσημειώσεις:

[1] Ο όρος “foquismo” (φοκίσμο) αναπτύχθηκε απ΄ τον γάλλο διανοούμενο Ρεζί Ντεμπρέ και βασίστηκε στα γραπτά του Τσε στο βιβλίο “Ο Ανταρτοπόλεμος” αλλά και στην εμπειρία του ίδιου του Ντεμπρέ στο αντάρτικο της Βολιβίας (1966-67).
[2] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», εκδόσεις «Καρανάση», Αθήνα, 1982 και στο Τσε Γκεβάρα: Η ουσία του αντάρτικου αγώνα (“Ο Ανταρτοπόλεμος”, Πρώτο Κεφάλαιο).
[3] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος»,, εκδόσεις «Καρανάση», Αθήνα, 1982 και στο Τσε Γκεβάρα: Η ουσία του αντάρτικου αγώνα (“Ο Ανταρτοπόλεμος”, Πρώτο Κεφάλαιο)
[4] Ο αντάρτικος αγώνας στην Κούβα δεν ήταν ξεκομμένος απ’ την πολιτική δράση μέσα στο λαό. Το Κίνημα της 26ης Ιούλη του Φιντέλ Κάστρο συνεργάζονταν με άλλες οργανώσεις όπως το λεγόμενο “Επαναστατικό Διευθυντήριο” αλλά και το “Σοσιαλιστικό Λαϊκό Κόμμα”.
[5] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», Αθήνα, 1982, σελ. 118-119.
[6] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», Αθήνα, 1982, σελ. 127.
[7] Β.Ι.Λένιν, Απαντα, τ. 40, σελ. 312.
[8] Βλέπε υποσημειώσεις [2] και [3].
Advertisements

Χόρχε Μασέτι: Συνάντηση και συνέντευξη με τον Τσε στην Σιέρρα Μαέστρα (Μέρος ‘Β)

Che Guevara with Jorge Masetti Sierra Maestra

Το δεύτερο μέρος της συνέντευξης που δώθηκε στον αργεντίνο δημοσιογράφο Χόρχε Ρικάρντο Μασέτι τον Απρίλη του 1958. Ο Μασέτι ήταν ο πρώτος αργεντίνος που έβλεπε ο Γκεβάρα μετά από πολύ καιρό. Ήταν ο δημοσιογράφος με πρωτοβουλία του οποίου αργότερα ιδρύθηκε το ειδησεογραφικό δίκτυο Prensa Latina που συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι σήμερα ως πηγή ειδήσεων από την Κούβα και τη λατινική Αμερική. Το πρώτο μέρος εδώ.

Γκεβάρα: Κουβέντιασα με τον Φιντέλ μια ολόκληρη νύχτα. Το ξημέρωμα, ήμουν πλέον ο γιατρός της μελλοντικής του εκστρατείας. Στην πραγματικότητα, μετά τις εμπειρίες των ταξιδιών μου ανά τη Λατινική Αμερική και το επιστέγασμα της Γουατεμάλα, δεν χρειάζονταν και πολλά για να πεισθώ να ενταχθώ σε οποιαδήποτε επανάσταση εναντίον ενός τυράννου, αλλά ο Φιντέλ με εντυπωσίασε ως ένας άντρας εκπληκτικός. Αντιμετώπιζε και επέλυσε τις πιο απίθανες καταστάσεις. Είχε την ακλόνητη πίστη ότι, έτσι και ξεκινούσε για την Κούβα, θα κατάφερνε να φτάσει. Πως, όταν θα έφτανε, θα πολεμούσε. Και πως πολεμώντας, θα νικούσε. Συμμερίστηκα την αισιοδοξία του. Έπρεπε να το κάνει, να αγωνιστεί, να το πραγματοποιήσει. Να πάψει τα κλάματα και να παλέψει. Και για να αποδείξει στο λαό της πατρίδας του ότι μπορούσε να του έχει εμπιστούνη, επειδή ότι έλεγε το έκανε, έριξε το περίφημο σύνθημα του: “Το ’56 ή θα είμαστε ελεύθεροι ή θα είμαστε μάρτυρες”, ανακοινώνοντας ότι, προτού τελειώσει εκείνη η χρονιά, θα αποβιβαζόταν κάπου στην Κούβα, επικεφαλής του εκστρατευτικού του σώματος.

Ερώτηση: Και τι συνέβη μόλις αποβιβαστήκατε;

Η συζήτηση πλέον συγκέντρωνε το ενδιαφέρον περισσότερων από τριάντα ακροατών. Καθισμένοι στο έδαφος, με το όπλο ανάμεσα στα γόνατα και τα κασκέτα να προστατεύουν τα μάτια από την αντηλιά, “οι άντρες του Τσε” κάπνιζαν και άκουγαν προσεκτικά, χωρίς να αρθρώνουν ούτε λέξη. Ένας νεαρός γενειοφόρος γιατρός έραβε ένα δάχτυλο ενώνοντας το τέλειο, με όλη του την προσοχή στα όσα άκουγε. Ο Γίμπρε, φανατικός θαυμαστής των ηγετών της επανάστασης, αλλά άγρυπνος δογματικός ανέλυε κάθε λέξη του Γκεβάρα, ξύνοντας τα σπυριά στο στομάχι του με τα καφετιά από το αργιλώδες χώμα, νύχια του. Ο Βιρέγιες άκουγε νυσταγμένα. Ο Γκιγέρμο, ένα αμούστακο αγόρι με πολύ μακριά μαλλιά, καθάριζε το τουφέκι του με την ίδια προσοχή που ο γιατρός έραβε το δάχτυλο. Από κάποιο σημείο, ερχόταν να αναμειχθεί στη μυρωδιά του ταμπάκου εκείνη του τηγανητού χοιρινού.

Ο Γκεβάρα συνέχισε την κουβέντα του με το τσιγάρο στο στόμα και τα πόδια αναπαυτικά απλωμένα.

Γκεβάρα: Όταν φτάσαμε, μας διέλυσαν. Είχαμε ένα φρικτό ταξίδι με το γιότ Γκράνμα, στο οποίο επέβαιναν οι 82 αντάρτες, συν το πλήρωμα. Μια καταιγίδα μας έβγαλε από την πορεία μας και οι περισσότεροι υποφέραμε από ναυτία. Το νερό και τα τρόφιμα στο κότερο είχαν τελειώσει και, το αποκορύφωμα των ατυχιών, όταν φτάσαμε στο νησί, το κόλλησε στη λάσπη. Από τον αέρα και από την ακτή μας πυροβολούσαν αδιάκοπα, ήδη είχαμε απομείνει ζωντανοί λιγότεροι από τους μισούς – ή με μισή ζωή – αν λάβουμε υπόψη την κατάσταση μας. Συνολικά, απ’ τους 82, απομείναμε με τον Φιντέλ 12. Από την πρώτη στιγμή η ομάδα μας μειώθηκε σε 7, καθώς οι άλλοι 5 την κοπάνησαν. Αυτό ήταν ότι απέμεινε από το φιλόδοξο εκστρατευτικό σώμα του Κινήματος της 26ης Ιουλίου. Ξαπλωμένοι στο έδαφος, χωρίς να μπορούμε να πυροβολήσουμε για να μην προδοθούμε, περιμέναμε την τελική απόφαση του Φιντέλ, ενώ από μακριά ηχούσαν οι συστοιχίες πυροβόλων του ναυτικού και οι ριπές των βομβαρδιστικών της αεροπορίας.

Ο Γκεβάρα άφησε έναν καγχασμό στη θύμηση όλων αυτών.

Γκεβάρα: Τι τύπος είναι ο Φιντέλ! Ξέρεις, εκμεταλλεύτηκε τον θόρυβο του πολυβόλου για να σηκωθεί όρθιος και να μας πει: “Ακούστε πως μας χτυπούν. Είναι τρομοκρατημένοι. Μας φοβούνται, επειδή ξέρουν ότι θα τους ξεπαστρέψουμε”. Και χωρίς άλλη κουβέντα, φορτώθηκε το τουφέκι και τον γυλιό του και μπήκε επικεφαλής του μικρού μας καραβανιού. Πηγαίναμε γραμμή για το Τουρκίνο, το πιο ψηλό και απρόσιτο βουνό της Σιέρρα Μαέστρα, όπου στήσαμε τον πρώτο μας καταυλισμό. Οι χωρικοί μας κοιτούσαν να περνάμε χωρίς ίχνος εγκαρδιότητας. Αλλά ο Φιντέλ δεν το ‘βαζε κάτω. Τους χαιρετούσε με χαμόγελο και κατόρθωνε μέσα σε ελάχιστα λεπτά να ανοίξει μια συζήτηση λίγο πολύ φιλική. Όταν αρνούνταν να μας δώσουν τρόφιμα, συνεχίζαμε αδιαμαρτύρητα την πορεία μας. Σιγά σιγά η αγροτιά διαπίστωσε ότι εμείς οι “μουσάτοι ρέμπελοι” ήμασταν το ακριβώς αντίθετο των φρουρών που μας έψαχναν. Ενώ ο στρατός του Μπατίστα ιδιοποιούνταν όλα όσα χρειαζόταν από τις παράγκες τους – ακόμα και τις γυναίκες, εννοείται – οι άντρες του Φιντέλ Κάστρο σέβονταν την ιδιοκτησία των χωρικών και πλήρωναν γενναιόδωρα ότι κατανάλωναν. Παρατηρούσαμε, όχι χωρίς έκπληξη, πως οι αγρότες τα είχαν χάσει με τη συμπεριφορά μας. Ήταν συνηθισμένοι στο φέρσιμο του στρατού του Μπατίστα. Σιγά σιγά έγιναν πραγματικοί μας φίλοι και καθώς άρχισαν οι αψιμαχίες μας με τα αποσπάσματα των κυβερνητικών στρατευμάτων, πολλοί εξέφραζαν την επιθυμία να ενωθούν μαζί μας. Όμως, εκείνες οι πρώτες μάχες προς αναζήτηση όπλων, εκείνες οι ενέδρες που άρχισαν να ανησυχούν τους φρουρούς, σήμαναν επίσης και την έναρξη του πιο άγριου κύματος τρομοκρατίας που μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε. Σε κάθε αγρότη έβλεπαν έναν εν δυνάμει αντάρτη και τον σκότωναν. Αν μάθαιναν πως είχαμε περάσει από μια συγκεκριμένη ζώνη, πυρπολούσαν τις καλύβες στις οποίες πιθανόν είχαμε φτάσει. Αν πήγαιναν σε ένα αγρόκτημα και δεν έβρισκαν άντρες – επειδή δούλευαν ή βρίσκονταν στο χωριό – φαντάζονταν ότι είχαν ενταχθεί στις γραμμές μας, που κάθε μέρα όλο και πύκνωναν, και τουφέκιζαν όλους τους υπόλοιπους. Η τρομοκρατία που άσκησε ο στρατός του Μπατίστα υπήρξε, αναμφίβολα, ο πιο αποτελεσματικός μας σύμμαχος τον πρώτο καιρό. Η πιο εύγλωττη σε αγριότητα απόδειξη για την αγροτιά πως ήταν αναγκαίο να ξεμπερδεύουν με το καθεστώς του Μπατίστα.

Ο θόρυβος της μηχανής ενός αεροπλάνου τράβηξε την προσοχή όλων.

“Αεροπλάνο!” φώναξαν πολλοί και όλος ο κόσμος βάλθηκε να τρέχει προς το εσωτερικό της Οτίλια. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο εξαφανίστηκαν από τα ξηραντήρια του καφέ τα χάμουρα των ζώων και τα σακίδια και γύρω από το αγρόκτημα δεν έβλεπες τίποτα πέρα από τον ήλιο που ξάσπριζε τα δέντρα, το τσιμεντένιο δάπεδο του ξηραντήρα και το κοκκινόχωμα του δρόμου. Ένα σκούρο γκρι αεροπλανάκι παρουσιάστηκε πίσω από έναν λοφίσκο και έκανε δύο μεγάλους κύκλους πάνω από την Οτίλια, σε αρκετό ύψος, αλλά δίχως να ρίξει ούτε μια ριπή. Σύντομα εξαφανίστηκε.

Βγήκαμε όλοι από το σπίτι, σαν να ήμασταν επί ώρες εκεί κλεισμένοι. Θύμισα στον Γκεβάρα την πρόθεση μου να συναντήσω το συντομότερο δυνατόν τον Φιντέλ Κάστρο, για να ηχογραφήσω το ρεπορτάζ μου και κατόπιν να επιστρέψω στη βάση, για να προσπαθήσω να το μεταδώσω κατευθείαν στο Μπουένος Άιρες. Μέσα σε λίγα λεπτά μου βρήκε έναν οδηγό, που γνώριζε καλά την περιοχή Χιμπακόα όπου μάλλον δρούσε ο Φιντέλ, και ένα γερό λίγο πολύ μουλάρι χωρίς πάρα πολλές πληγές.

“Πρέπει να φύγετε τώρα αμέσως”, μου εξήγησε ο Γκεβάρα, “για να φτάσετε εγκαίρος στον πρώτο καταυλισμό, και αύριο το πρωί θα συνεχίσετε μέχρι το Λας Μερσέδες. Εκεί ίσως να μπορέσουν να σας πουν κατά που κινείται ο Φιντέλ. Με λίγη τύχη, σε τρεις μέρες θα τον έχετε εντοπίσει”.

Καβάλησα το μουλάρι και τους αποχαιρέτησα όλους, υποσχόμενος στο Γκεβάρα να συναντηθούμε στη Λα Μέσα έπειτα από μερικές μέρες, όταν θα επέστρεφα με το ρεπορτάζ μου. Έδωσα στον Γίμπρε μόλικα χρησιμοποιημένα φιλμ και δύο μαγνητοταινίες, για να τα φυλάξει στη βάση μετάδοσης.

Κόντευε μεσημέρι και το γουρούνι άρχισε να τηγανίζεται και πάλι, αφού πέρασε η τρομάρα του αεροπλάνου. Η οσμή λίπους, που τόσο με ανακάτωνε αρχικά, μου φάνηκε υπέροχη. Ο απίστευτα καθαρός αέρας της Σιέρρα Μαέστρα αποτελούσε ένα σπουδαίο τονωτικό για το στομάχι μου. Ο Σορί Μαρίν μου έφερε μισή ντουζίνα μπανάνες, που αυτή τη φορά – ποτέ δεν κατάφερα να μάθω γιατί – τις λέγανε μαλτένιες. Ο Γκεβάρα συνέστησε στον οδηγό μεγάλη προσοχή όταν θα πλησιάζαμε στο Λας Μίνας. “Είναι ο πρώτος συμπατριώτης μου που βλέπω εδώ και πολύ καιρό”, φώναξε γελώντας, “και θέλω να αντέξει τουλάχιστον ώσπου να στείλει το ρεπορτάζ στο Μπουένος Άιρες”. “Τσάου”, τον χαιρέτησα από μακριά.

Καμιά τριανταριά φωνές αποκρίθηκαν, γελώντας και κραυγάζοντας, θαρρείς και μόλις είχα δώσει τον πιο κωμικό χαιρετισμό που θα μπορούσα να σκεφτώ.

Πηγή: “Ο Τσε από τον Γκεβάρα”, Εκδόσεις Τόπος, 2008. Τίτλος πρωτότυπου: Che desde la memoria, 2004, Ocean Press.

Χόρχε Μασέτι: Συνάντηση και συνέντευξη με τον Τσε στην Σιέρρα Μαέστρα (Μέρος ‘Α)

Che Guevara with Jorge Masetti Sierra Maestra
Ο Τσε και ο Μασέτι στην Σιέρρα Μαέστρα.

Η παρακάτω συνέντευξη δώθηκε στον αργεντίνο δημοσιογράφο Χόρχε Ρικάρντο Μασέτι τον Απρίλη του 1958. Ο Μασέτι ήταν ο πρώτος αργεντίνος που έβλεπε ο Γκεβάρα μετά από πολύ καιρό. Ήταν ο δημοσιογράφος με πρωτοβουλία του οποίου αργότερα ιδρύθηκε το ειδησεογραφικό δίκτυο Prensa Latina που συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι σήμερα ως πηγή ειδήσεων από την Κούβα και τη λατινική Αμερική. 

Αφηγείται ο Μασέτι.

Όταν ξύπνησα ήμουν απογοητευμένος. Είχα κοιμηθεί γαλήνια ως τις πέντε και ούτε για μια στιγμή δεν άκουσα πυροβολισμούς. Η φρουρά είχε κάν ει μια σύντομη επιδρομή, αλλά επέστρεψε αμέσως στο στρατόπεδο της μαθαίνοντας ότι ο Τσε δεν βρισκόταν στην Οτίλια και πιθανώς τους ετοίμαζε κάποια ενέδρα. […]

Ο Γκεβάρα έφτασε στις έξι. Καθώς παρατηρούσα με θαυμασμό μια ομάδα νέων, που καταπιάνονταν παραδόξως με κάτι που εγώ εδώ και πολύ καιρό είχα πάψει να κάνω, δηλαδή να πλύνουν το πρόσωπο τους, άρχισαν να εμφανίζονται απο διάφορα σημεία ομάδες ιδρωμένων ανταρτών, φορτωμένων με τον ελαφρύ γυλιό τους και τον βαρύ οπλισμό τους. Οι τσέπες ήταν φουσκωμένες από σφαίρες και τα φυσεκλίκια διασταυρώνονταν στο απροστάτευτο, απο ένα πουκάμισο δίχως κουμπιά, στέρνο.

Ήταν εκείνοι που είχαν στήσει την προηγούμενη νύχτα μια ενέδρα στον στρατό του Σάντσες Μοσκέρα και επέστρεφαν κουρασμένοι, νυσταγμένοι και φλεγόμενοι ακόμα από την επιθυμία να τα βάλουν με τις μονάδες του μισητού συνταγματάρχη. Σε λίγο ήρθε και ο Ερνέστο Γκεβάρα, καβάλα σ’ ένα μουλάρι, με τα πόδια να κρέμονται και τη γυρτή ράχη να προεκτείνεται στις κάννες μιας μπερέτας και ενός τουφεκιού με τηλεσκοπικό στόχαστρο, σαν δύο κοντάρια που στήριζαν τον σκελετό του εμφανώς μεγάλου σώματος του. Όταν το μουλάρι πλησίασε, μπόρεσα να δω ότι κρεμόταν από τη μέση του μια πέτσινη φυσιγγιοθήκη γεμάτη σφαίρες και ένα πιστόλι. Από τις τσέπες του πουκαμίσου του εξείχαν δύο περιοδικά, από τον λαιμό κρεμόταν μια φωτογραφική μηχανή και από το μυτερό πιγούνι μερικές τρίχες που λαχταρούσαν να γίνουν γενειάδα. 

Κατέβηκε με όλη του την άνεση απο το μουλάρι, πατώντας το χώμα με κάτι τεράστιες και χοντροκομμένες μπότες και, καθώς με πλησίαζε, υπολόγισε ότι είχε ύψος γύρω στο ένα και εβδομήντα οκτώ και ότι το άσθμα από το οποίο υπέφερε δεν φαινόταν να του δημιουργεί το παραμικρό εμπόδιο.  Ο Σορί Μαρίν έκανε τις συστάσεις μπροστά στα μάτια είκοσι στρατιωτών που ποτέ δεν είχαν δει μαζί δύο αργεντίνους και που κάπως απογοητεύτηκαν βλέποντας ότι χαιρετηθήκαμε με αρκετή τυπικότητα.

Ο περίφημος Τσε Γκεβάρα μου φάνηκε σαν ένας συνηθισμένος νεαρός αργεντίνος της μεσαίας τάξης, καθώς επίσης και σαν μια ξανανιωμένη καρικατούρα του Καντίφλας (σ.σ: μεξικανός κωμικός). Με κάλεσε να προγευματίσουμε μαζί και αρχίσαμε να τρώμε χωρίς σχεδόν να μιλάμε. Οι πρώτες ερωτήσεις ήταν, λογικά, απο εκείνον. Και, λογικά επίσης, αφορούσαν την πολιτική κατάσταση της Αργεντινής.

Οι απαντήσεις μου φάνηκε να τον ικανοποιούν και, αφού κουβεντιάσαμε για λίγο, διαπιστώσαμε ότι συμφωνούσαμε σε πολλά και πως τελικά δεν ήμασταν δύο επικίνδυνα υποκείμενα. Σύντομα κουβεντιάζαμε δίχως πολλές επιφυλάξεις – διατηρούσαμε βέβαια μερικές, σαν καλοί αργεντίνοι της ίδιας γενιάς – και αρχίσαμε να μιλάμε στον ενικό.

Ένα χωριατόπαιδο, που είχε στήσει αφτί, έκανε το Γκεβάρα να πετάξει ένα χιουμοριστικό σχόλιο για το πόσο αστείο έβρισκαν οι κουβανοί τον τρόπο της ομιλίας μας, και τα αμοιβαία γέλια μας μας ένωσαν, αμέσως σχεδόν, σε ένα διάλογο λιγόγερο συγκρατημένο. Τότε του εξήγησα τους λόγους του ταξιδιού μου στην Σιέρρα Μαέστρα. Την επιθυμία μου να ξεκαθαρίσω, πρώτα απ’ όλα στον εαυτό μου, το τι είδους επανάσταση ήταν αυτή που διαδραματίζονταν στην Κούβα εδώ και 17 μήνες – πως ήταν δυνατόν να αντέχουν για τόσο διάστημα χωρίς τη στήριξη κάποιου ξένου κράτους – γιατί ο λαός της Κούβας δεν κατάφερνε να ρίξει το Μπατίστα αν πραγματικά ήταν με τους επαναστάτες και δεκάδες ακόμα ερωτήσεις, πολλές από τις οποίες είχαν ήδη βρει, κατά την άποψη μου, απάντηση μετά το ταξίδι στην Οτίλια: έχοντας βιώσει τον τρόπο των πόλεων και το τουφεκίδι των βουνών, έχοντας δει άοπλους αντάρτες να συμμετέχουν σε ενέδρες αυτοκτονίας για να αρπάξουν ένα όπλο με το οποίο να πολεμήσουν πραγματικά , έχοντας ακούσει τους αναλφάβητους χωρικούς να εξηγούν, ο καθένας με τον τρόπο του, αλλά σαφέστατα, γιατί αγωνίζονταν, έχοντας διαπιστώσει πια ότι δεν βρισκόμουν ανάμεσα σε έναν στρατό φανατικών, που θα ανεχόταν την οποιαδήποτε συμπεριφορά των ηγετών του, αλλά ανάμεσα σε μια ομάδα αντρών με επίγνωση ότι το όποιο ξεστράτισμα από την έντιμη γραμμή, που τόσο τους έκανε περήφανους, θα σήμαινε το τέλος των πάντων και νέα ανταρσία.

Εγώ όμως, παρ’ όλα αυτά, διατηρούσα τις αμφιβολίες μου. Αρνιόμουν να αφήσω να με παρασύρει εντελώς η συμπάθειά μου προς τους αγωνιζόμενους χωρικούς, πριν διερευνήσω εξονυχιστικά τις ιδέες εκείνων που τους καθοδηγούσαν. Αρνιόμουν να δεχθώ μια για πάντα ότι κανένα αμερικάνικο κονσόρτσιουμ δεν επιχειρούσε να γίνει όψιμος υποστηρικτής του Φιντέλ Κάστρο, παρά το ότι, τα αεριωθούμενα που η βορειοαμερικανική αεροναυτική αποστολή είχε χορηγήσει στον Μπατίστα, είχαν βομβαρδίσει πολλές φορές το μέρος όπου βρισκόμουν. Η πρώτη μου συγκεκριμένη ερώτηση στον Γκεβάρα, στον νεαρό αργεντίνο γιατρό, τον ηρωϊκό κομαντάντε και επικεφαλής μιας επανάστασης, που δεν είχε την παραμικρή σχέση με την πατρίδα του, ήταν:

(Ξεκινά η συνέντευξη με τον Τσε)

Ερώτηση: Γιατί βρίσκεσαι εδώ;

(εκείνος είχε ανάψει την πίπα του και γω το τσγάρι μου και καθίσαμε αναπαυτικά, για μια συζήτηση που ξέραμε πως θα διαρκούσε. Με τον ήρεμο τόνο του, που οι κουβανοί θεωρούσαν αργεντίνικο και εγώ θα τον περιέγραφα ως ένα μείγμα κουβανέζικου και μεξικάνικου, μου απάντησε…)

Γκεβάρα: Βρίσκομαι εδώ απλώς και μόνον επειδή θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί η Αμερική από δικτάτορες είναι ανατρέποντας τους. Βοηθώντας την πτώση τους με κάθε τρόπο. Και, όσο πιο άμεσος είναι, τόσο καλύτερα

Ερώτηση: Και δεν φοβάσαι μήπως η παρέμβαση σου στα εσωτερικά ζητήματα μιας χώρας που δεν είναι η πατρίδα σου θεωρηθεί εισβολή;

Γκεβάρα: Κατ’ αρχήν, εγώ θεωρώ πατρίδα μου όχι μόνο την Αργεντινή, αλλά ολόκληρη την Αμερική. Έχω προγόνους τόσο ένδοξους όσο ο Χοσέ Μαρτί και είναι στη χώρα του ακριβώς που υπακούω στα κελεύσματα του. Δε μπορώ να καταλάβω γιατί να την αποκαλέσουν εισβολή όταν συμμετέχω προσωπικά, δίνομαι ολοκληρωτικά, προσφέρω το αίμα μου για μια υπόθεση που θεωρώ δίκαιη και παλλαϊκή, βοηθώντας ένα λαό να απαλλαγεί από μια τυραννία η οποία αποδέχεται την εισβολή μιας ξένης δύναμης που τη βοηθάει με όπλα, με αεροπλάνα, με χρήματα και με ειδικούς εκπαιδευτές. Καμιά χώρα ως τώρα δεν κατήγγειλε την αμερικανική επέμβαση στις κουβανικές υποθέσεις και καμιά εφημερίδα δεν κατηγορεί τους Γιάνκηδες ότι βοηθούν τον Μπατίστα να σφάξει τον ίδιο το λαό του. Όμως πολλοί ασχολούνται μ’ εμένα. Εγώ είμαι ο ξένος που, παρεμβαίνοντας από τα έξω, βοηθάει τους αντάρτες με τη σάρκα του και το αίμα του. Εκείνοι που προμηθεύουν τα όπλα πυροδοτώντας έναν πόλεμο στο εσωτερικό της χώρας δεν παρεμβαίνουν. Ενώ εγώ…

Ο Γκεβάρα επωφελήθηκε από την παύση για να ανάψει τη σβησμένη πίπα του. Όλα όσα είχε πει έβγαιναν απο κάτι χείλια που έμοιαζαν να χαμογελούν αδιάκοπα χωρίς την παραμικρή έμφαση, με τρόπο εντελώς απρόσωπο. Αντίθετα, εγώ ήμουν απόλυτα σοβαρός. Ήξερα πως είχα ακόμα πολλές ερωτήσεις να του υποβάλω, που τις έβρισκα ήδη γελοίες.

– Και τι γίνεται με τον κομμουνισμό του Φιντέλ Κάστρο;

Τώρα το χαμόγελο διαγράφτηκε καθαρά. Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά στην πίπα του, που γουργούρισε, και μου αποκρίθηκε στον ίδιο ατάραχο τόνο με πριν:

Γκεβάρα: Ο Φιντέλ δεν είναι κομμουνιστής*. Αν ήταν, θα είχε τουλάχιστον περισσότερα όπλα. Αλλά αυτή η επανάσταση είναι αποκλειστικά κουβανέζικη. Ή, πιο σωστά, λατινοαμερικάνικη. Πολιτικά θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τον Φιντέλ και το κίνημα του ως “επαναστατικό πατριωτισμό”. Εννοείται πως είναι αντιαμερικάνικο, στο βαθμό που οι βορειοαμερικάνοι είναι αντεπαναστάτες. Αλλά, στην πραγματικότητα, δεν διακηρύσσουμε και ούτε κάνουμε παντιέρα μας κάποιον προσηλυτιστικό αντιαμερικανισμό. Είμαστε εναντίον των ΗΠΑ – επανέλαβε με έμφαση για να το ξεκαθαρίσει εντελώς – επειδή η Βόρειος Αμερική είναι εναντίον των λαών μας.

Masetti with fidel castro sierra maestra
Ο Χ.Μασέτι (αριστερά) με τον Φιντέλ στην Σιέρρα Μαέστρα.

(* Σημείωση Guevaristas: Βρισκόμαστε στο 1958. Τόσο ο Φιντέλ όσο και ευρύτερα το Κίνημα της 26ης Ιούλη δεν έχουν δώσει ξεκάθαρα δείγματα κομμουνιστικής ιδεολογίας. Ο Τσε είχε έρθει σε επαφή με κομμουνιστές ήδη από την εποχή που βρισκόταν στη Γουατεμάλα – και γι’ αυτό είχε επικυρηχθεί ως «κομμουνιστής» απ’ το καθεστώς Μπατίστα μαζί με ορισμένους άλλους συντρόφους του κουβανέζικου αντάρτικου.  Ο Φιντέλ Κάστρο έχει διηγηθεί ο ίδιος πως έγινε κομμουνιστής. Η απάντηση επομένως του Γκεβάρα στην ερώτηση που του έθεσε ο Μασέτι μπορεί να θεωρηθεί και ως προσπάθεια να προβάλει περισσότερο τα αντι-ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά του αντάρτικου κινήματος, με σκοπό να ενώσει όσο το δυνατόν περισσότερους κουβανούς στην πάλη ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα και των αμερικανών υποστηρικτών του).

Γκεβάρα: Ο βασικός στόχος αυτής της ανοησίας είμαι εγώ – συνέχισε λέγοντας ο Τσε. Δεν υπήρξε Γιάνκης δημοσιογράφος που να ήρθε στα βουνά και που να μην άρχισε να με ρωτάει για τη δράση μου στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γουατεμάλα – θεωρώντας δεδομένο ότι συμμετείχα στο κομμουνιστικό κόμμα εκείνης της χώρας – απλώς και μόνον επειδή υπήρξα, αλλά και είμαι ένας ειλικρινής θαυμαστής της δημοκρατικής διακυβέρνησης του συνταγματάρχη Γιακόμπο Άρμπενς.

– Ανέλαβες κάποιο αξίωμα σε εκείνη την κυβέρνηση;

Γκεβάρα: Όχι, ποτέ, συνέχιζε να μιλάει ήρεμα, χωρίς να βγάζει την πίπα απ’ το στόμα. Αλλά, όταν σημειώθηκε η βορειοαμερικάνικη εισβολή, προσπάθησα να δημιουργήσω μια ομάδα από νέους σαν εμένα, για να αντιμετωπίσουμε τους υψηλόμισθους υπαλλήλους των μεγάλων φρουτέμπορων. Στη Γουατεμάλα ήταν αναγκαίο να συγκρουστούμε, και σχεδόν κανείς δεν συγκρούστηκε. Ήταν αναγκαίο να αντισταθούμε, και σχεδόν κανείς δεν το έκανε.

Εγώ συνέχισα να τον ακούω χωρίς να κάνω ερωτήσεις. Δεν υπήρχε λόγος, άλλωστε.

Γκεβάρα: Από εκεί το έσκασα για το Μεξικό, όταν πλέον οι πράκτορες του FBI άρχισαν να συλλαμβάνουν και να δολοφονούν απροκάλυπτα όλους όσους θεωρούσαν επικίνδυνους για την κυβέρνηση της United Fruit. Στη γη των Αζτέκων ξαναβρέθηκα με κάποιους του κινήματος της 26ης Ιουλίου που είχα γνωρίσει στη Γουατεμάλα, και γίναμε φίλοι με τον Ραούλ Κάστρο, τον μικρότερο αδελφό του Φιντέλ. Εκείνος με παρουσίασε στον αρχηγό του Κινήματος, όταν ήδη σχεδίαζαν την εκστρατεία στην Κούβα.

Καθώς η πίπα του είχε σβήσει, έκανε μια παύση για να ανάψει ένα τσιγάρο και πρόσφερε και σ’εμένα. Για να δείξω πως υπήρχα πίσω απ’ την πυκνή κουρτίνα του καπνού, τον ρώτησα πως είχε ενταχθεί στο κουβανέζικο αντάρτικο.

Πηγή: «Ο Τσε από τον Γκεβάρα», Εκδόσεις Τόπος, 2008. Τίτλος πρωτότυπου: Che desde la memoria, 2004, Ocean Press.

Ο Τσε στο ιστορικό του περιβάλλον

Che Guevara 8974Αποσπάσματα από τον πρόλογο της μπροσούρας «ΕRNESTO GUEVARA ,Ο Ανταρτοπόλεμος”, δόσεις ΑΠΟΨΗ / 2005.

Του Στέργιου Κατσαρού.

Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε ότι η αστυνομία «στρατιωτικοποιείται» και ο στρατός μετασχηματίζεται προοδευτικά σε αστυνομική δύναμη. Ο οπλισμός, και γενικότερα ο τεχνικός εξοπλισμός, έχουν τελειοποιηθεί σε απίστευτο βαθμό. Επίσης, η οργάνωση του στρατού έχει αλλάξει σημαντικά. Σήμερα οι στρατοί δεν στηρίζονται σε μεγάλες δυσκίνητες μονάδες με μεγάλη  αυτονομία δράσης.

Τα επιχειρήματα αυτά και άλλα πολλά επιστρατεύονται ενάντια σε κάθε σκέψη ένοπλης αντίστασης ενάντια στην θεσμοθετημένη βία. Ωστόσο, αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο . Ήδη το 1895 ο Ένγκελς  ο Ένγκελς και όχι κάποιος τυχαίος ρεφορμιστής – στον πρόλογο του για το έργο του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία» καταδικάζει τα οδοφράγματα ως μέθοδο πάλης. Στο συγκεκριμένο έργο δεν καταδικάζεται η τακτική του οδοφράγματος ως μία από τις τακτικές της ένοπλης πάλης, αλά κάθε μορφή ένοπλης αντίστασης – αυτό προκύπτει από τα συμφραζόμενα. Το κομμουνιστικό κίνημα συγκρίνεται  με το χριστιανικό που νίκησε μια πανίσχυρη και πάνοπλη αυτοκρατορία, τη Ρωμαϊκή , με μια τακτική της μη βίας που λίγο-πολύ θυμίζει Γκάντι ή Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ.  Δεν πέρασαν πάνω από δέκα χρόνια και η εμπειρία της Μόσχας διέψευσε τον Ένγκελς. Εκεί το 1905 τρείς εκατοντάδες «ντροζίνικι» γελοιοποίησαν ένα ολόκληρο σύνταγμα στρατού.

Δεν είναι, όμως, ανάγκη να ανατρέξουμε στην Ιστορία ή σε κάποιους «κλασσικούς». Η πρόσφατη εμπειρία είναι αρκετή. Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 στην Νέα Υόρκη έχουν αποδείξει για μια ακόμα φορά ότι καμιά δύναμη δεν είναι άτρωτη. Το γεγονός ότι αυτή η ενέργεια είχε  ως στόχο άμαχο πληθυσμό  και όχι κάποια στρατιωτική ή αστυνομική εγκατάσταση, δεν αλλάζει το συμπέρασμα ότι οι σύγχρονοι στρατιωτικοί μηχανισμοί είναι το ίδιο τρωτοί όπως στην εποχή του Τσε ή στην εποχή της κομμούνας. Οι τυφλές ενέργειες που σήμερα έχουν μη στρατιωτικούς στόχους Και βρίσκονται στην επικαιρότητα, είναι αποτέλεσμα απελπισίας, απόγνωσης και αδυναμίας. Δεν έχουν να κάνουν σε τίποτα με το ιπποτικό αισιόδοξο πνεύμα του Τσε. Αυτός συμβούλευε να απαγορεύονται τα σαμποτάζ που θα είχαν ως αποτέλεσμα ακόμη και την ανεργία, πόσο μάλλον τον θάνατο άμαχου πληθυσμού. Ακόμα και στους αιχμαλώτους του εχθρικού στρατού θα έδειχνε ανθρωπιά. Εξαίρεση αποτέλεσαν μόνο στελέχη που είχαν βάψει τα χέρια τους με τι αίμα απλών ανθρώπων. Η τακτική του «no prisoners” δεν είναι τακτική των επαναστατών, αλλά, όπως φαίνεται και από την γλώσσα, τακτική των ιμπεριαλιστών. Είναι τακτική που εφάρμοσαν οι αποικιοκράτες ως απάντηση στις εξεγέρσεις των αποικιοκρατούμενων λαών.

 Γενικά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η αποτελεσματικότητα στην σύγκρουση με τις δυνάμεις καταστολής δεν είναι ζήτημα τεχνικό, είναι κυρίως ηθικό. Η ανθρώπινη καρδιά και το μυαλό ήταν και θα είναι τα πιο αποτελεσματικά όπλα. Μπορεί οι επαγγελματικοί στρατοί να διαθέτουν τέτοια όπλα και μέσα παρακολούθησης και να τα τελειοποιούν διαρκώς. Όσο πιο πού εξελίσσονται, τόσο πιο ευάλωτοι γίνονται. Το πεδίο μάχης έχει μετατοπιστεί σήμερα μέσα στις πόλεις και αυτές γίνονται πραγματικά «ανοχύρωτες πόλεις».

Τα όπλα, η τεχνική και η επιστήμη (που και αυτή είναι όπλο) έχουν δύο λαβές, μπορεί να τα κρατήσει και ο «αστυνόμος» και ο «κλέφτης». Το να δίνει κανείς προτεραιότητα  στην  ηθική και το συναίσθημα, τον φέρνει σε αντίθεση με τους ακαδημαϊκούς κύκλους , όσο και με τους οπαδούς του επιστημονικού σοσιαλισμού, του λεγόμενου «διαλεκτικού υλισμού». Η απάντηση που μπορεί  κανείς να δώσει είναι ότι οι κλασικοί τους στις καλύτερες στιγμές τους δεν ήταν καθόλου «επιστήμονες» ή «υλιστές», ήταν «ουτοπιστές» και πραγματικά ιδεαλιστές. Δεν είναι ανάγκη να ανατρέξει κανείς στα γραπτά τους, αλά στην ίδια την πρακτική τους, όταν προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν αυτό που  για τους ρεαλιστές ήταν απραγματοποίητο. Εννοώ τη συμμετοχή του Μαρξ στην επανάσταση του 1848-50 καθώς και την στάση του Λένιν απέναντι στην κυβέρνηση Κερένσκι το 1917. Δεν θέλω να μηδενίσω την προσφορά του Μαρξισμού στο επαναστατικό κίνημα. Μπορώ όμως να απαντήσω στους σημερινούς οπαδούς του, που έχουν κληρονομήσει μόνο τη ρεφορμιστική πλευρά αυτού του ρεύματος, με την τελευταία θέση του Μαρξ για τον Φοιερμπάχ: “Οι φιλόσοφοι ερμηνεύουν τον κόσμο, εμείς τον αλλάζουμε». Ο δε Λένιν το 1917 απαντάει στους «ρεαλιστές» που επέμεναν ότι η επανάσταση είχε ολοκληρωθεί με την κυβέρνηση Κερένσκι (θέση που θεμελιωνόταν στη θεωρία):  «Η θεωρία είναι γκρίζα, το δέντρο της ζωής είναι πράσινο».

Σήμερα ο λεγόμενος επιστημονισμός των ακαδημαϊκών  και των πολιτικών είναι μια θεωρητική και ηθική στάση, που δικαιολογεί την υποταγή στην υπάρχουσα πραγματικότητα. Είναι μια δουλική συνείδηση που αποδέχεται τα τετελεσμένα γεγονότα.

Το Γκουαντάναμο (κουβανικό έδαφος) είναι το σύμβολο της απόλυτης επικράτησης μιας «υπερδυνάμεως» που φαντάζει ανίκητη. Είναι όμως και δεκάδες χιλιάδες σταυροί στην Αππία Οδό, που δεν έσωσαν την κραταιά Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία  από την κατάρρευση ούτε και το Γκουαντάναμο θα σώσει την σημερινή «αυτοκρατορία».

Το πρόβλημα δεν είναι αυτό, είναι άλλο. Ως γνωστόν, τον Ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, μετά την κατάρρευση της Ρώμης , δεν τον διαδέχτηκε ένας καινούργιος ανώτερος αλλά ο Μεσαίωνας. Σήμερα αντιμετωπίζεται το ίδιο δίλημμα: Στον πολιτισμό του χρηματιστηρίου θα αντιπαρατάξουμε τον πολιτισμό του τσαντόρ ; Το δίλημμα δεν είναι αναγκαστικό υπάρχει λύση. Αυτή περνάει μέσα από τις αξίες για τις οποίες πάλεψαν άνθρωποι γεμάτοι πάθος για ανθρωπιά, αξιοπρέπεια και ελευθερία. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει ο Ερνέστο Γκεβάρα, ο δικός μας Τσε.

[…]

… Στις 21 Οκτώβρη του 1959 ο στρατιωτικός διοικητής στην επαρχία Καμαγουέι προσπάθησε να κάνει πραξικόπημα που κατεστάλη από το Καμίλο Σιενφουέγος, ο οποίος δολοφονείται επτά ημέρες αργότερα. Τα σαμποτάζ και οι μεμονωμένες ενέργειες συνεχίζονται. Στις 17 Απρίλη του 1961 κορυφωνονται με την επέμβαση 1500 μισθοφορων στον Κόλπο των Χοίρων. Η δύναμη αυτή ήταν σημαντική και απέβλεπε στο να ενωθεί με άλλες στο εσωτερικό του νησιού. Η απειλή ενάντια στο επαναστατικό καθεστώς ήταν μεγάλη. Ο στόχος ήταν να καταλάβουν ένα μέρος του νησιού, να στήσουν μια δήθεν κυβέρνηση και να καλέσουν τις ΗΠΑ να επέμβουν ανοιχτά.

Για να αντιμετωπίσει αυτή την απειλή η ηγεσία της Κούβας δεν στηρίχθηκε μόνο στον επαναστατικό στρατό αλλά σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Το ένοπλο έθνος ρίχθηκε στη μάχη  με την πολεμική κραυγή «patria o muerte» [1].  Ισως η παραπάνω φράση να χτυπάει άσχημα στα αυτιά κάποιων που αναλώνουν  τις διεθνιστικές τους ευαισθησίες σε ατέρμονες συζητήσεις μέσα σε κλειστούς κύκλους ή το πολύ-πολύ σε πορείες διαμαρτυρίας στην αμερικάνικη πρεσβεία. Πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του ότι οι λέξεις και οι φράσεις χωρίς το συγκεκριμένο περιεχόμενο δεν λένε απολύτως τίποτα. Σε μια ταξική κοινωνία πατριωτισμός σημαίνει υπεράσπιση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης που τα ταυτίζει με τα συμφέροντα του έθνους ή της πατρίδας. Στην προκριμένη περίπτωση  υπεράσπιση της πατρίδας σημαίνει υπεράσπιση αυτών που ο κουβανικός λαός κέρδισε με αιματηρούς  αγώνες και τα οποία τώρα κινδύνευαν να χαθούν. Πίσω από τις κραυγές των μισθοφόρων για ελευθερία και δημοκρατία κρύβονταν οι λατιφουντίστας που είχαν χάσει την ιδιοκτησία τους, κρύβονταν οι επιχειρηματίες που τους είχαν αφαιρέσει το δικαίωμα να εκμεταλλεύονται, κρύβονταν οι Αμερικάνοι ανθύπατοι που είχαν χάσει το προνόμιο να καθορίζουν τις τύχες του κουβανικού λαού. Με λίγα λόγια, κρύβονταν όλοι οι βρικόλακες του παλιού καθεστώτος. Μέσα σε 72 ώρες συνέτριψαν τον μισθοφορικό στρατό. Μετά την νίκη αυτή το καθεστώς της Κούβας σταθεροποιήθηκε σε τυχόν άμεση  επέμβαση από την μεριά των ΗΠΑ, Ο Κάστρο τους υποσχέθηκε docientos mil grincos muertos  (200.000  νεκρούς Αμερικάνους).

[…]

Έχουν περάσει 36 χρόνια από τότε που ο Τσε βρήκε μαρτυρικό θάνατο μέσα σε ένα σχολείο της  Higuera και πολλά πράγματα έχουν αλλάξει. Προς ποια κατεύθυνση, όμως. Η οικονομία της ελεύθερης αγοράς που κυριάρχησε έχει βυθίσει τις χώρες της Λατινικής Αμερικής σε πρωτοφανή κρίση.  Στην Αργεντινή τις συνέπειες  δεν τις πλήρωσαν μόνο οι εξαθλιωμένοι που στοιβάζονται στις φαβέλες των μεγαλουπόλεων, αλλά και οι εργάτες και τα μεσοαστικά στρώματα. Στην Βραζιλία ο «πρώην» μεταλλεργάτης  Λούλα αγωνίζεται να εξασφαλίσει ένα δεύτερο γεύμα την ημέρα για τα εκατομμύρια των πεινασμένων Βραζιλιάνων. Η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στις υπόλοιπες χώρες.

Η πολιτική κατάσταση επίσης δεν έχει αλλάξει και πολύ. Στην Βενεζουέλα ο αντιαμερικάνος caudillo Τσάβες μαζί με τον Λούλα υπέγραψαν τελικά το κοινό ανακοινωθέν των αμερικανικών κρατών που τους υπαγόρευσε ο Μπους πρόσφατα στο Μεξικό. Απουσίαζε μόνο ο Κάστρο. Η Κόυβα, παρά τις τεράστιες δυσκολίες,παρά τις μεγάλες υποχωρήσεις, εξακολουθεί να  είναι ακόμα el unico territorio libre del America [2]. Για πόσο θα αντέχει ακόμη, κανείς δεν μπορεί να δώσει απάντηση. Ίσως αυτή δοθεί από μια νέα νίκη σε κάποια λατινοαμερικάνικη χώρα. Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές στις κύριες χώρες αυτής της υποηπείρου επικρατούν μεταρρυθμιστικές κυβερνήσεις, ενώ το αντάρτικο βρίσκεται σε έξαρση στην Κολομβία. Το μεγάλο μαζικό κίνημα επηρεάζεται από το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Η βασική πολιτική του είναι ότι με μια τακτική της μη βίας «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Όπως και να εννοεί κανείς αυτό τον «άλλο κόσμο», είναι πράγματι εφικτός με τη μη βία ; Αν κρίνουμε από την μέχρι τώρα εμπειρία, θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε, με έναν όρο όμως: να αφοπλιστούν οι αστυνομίες και οι στρατοί και να εξοπλιστούν οι εργάτες, οι αγρότες και οι άνεργοι. Όσο δεν εκπληρώνεται ο όρος αυτός, θα επιμείνουμε μαζί με τον Τσε ότι «la lucha armada es el unico camino para laVictoria” [3]

Θα συμφωνούσε επίσης κανείς ότι η τακτική μερικών νεαρών (και όχι μόνο), που συγκροτούν μειοψηφικές ένοπλες ομάδες, ή άλλων που επιχειρούν να μετατρέψουν  μια απλή διαδήλωση σε εξέγερση, είναι τρέλα ακόμη και προβοκάτσια («πρόκληση» στα ελληνικά). Ο, τι δεν συμφωνεί, όμως, με την κατεστημένη λογική της δουλικής συνείδησης, είναι τρέλα. Είναι επίσης πρόκληση απέναντι στα εκμεταλλευτικά καθεστώτα και τους λεγεωνάριούς τους. Βέβαια εκείνο που καθορίζει τις επαναστατικές περιόδους είναι η χρονική σύμπτωση των μειοψηφούντων «προβοκατόρων» με την μεγάλη πλειοψηφία. Τότε είναι εύκολο να επιλέξει κανείς. Το δύσκολο είναι στα μεσοδιαστήματα, αλλά και τότε είναι προτιμότερος «ένας Μπλανκί από έναν ζαχαρένιο σοσιαλιστή σαν τον Λουί Μπλάν». Η, για να έρθουμε πιο κοντά χρονικά, η σύγκριση μπορεί να γίνει ανάμεσα στον Αλιέντε και στον Τσε…

[1] Πατρίδα ή Θάνατος.

[2] To μοναδικό ελεύθερο έδαφος της Αμερικής.

[3] Η ένοπλη πάλη είναι ο μοναδικός δρόμος για την νίκη.

Πρώτη Δημοσίευση / Πηγή: ΒΟΡΕΙΑ της Αθήνας.

Τσε Γκεβάρα: Η ουσία του αντάρτικου αγώνα («Ο Ανταρτοπόλεμος», Πρώτο Κεφάλαιο)

Του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.

Η ένοπλη νίκη του κουβανικού λαού κατά της δικτατορίας του Μπατίστα, δεν υπήρξε μόνο ένας επικός θρίαμβος που ανακοινώθηκε από τα δελτία ειδήσεων όλου του κόσμου. Υπήρξε και παράγοντας για την αναθεώρηση παλιών δογμάτων σχετικά με την συμπεριφορά των λαϊκών μαζών της Λατινικής Αμερικής, αποδείχνοντας με τρόπο απτό την ικανότητα του λαού να αποτινάξει μια καταπιεστική κυβέρνηση μέσω του αντάρτικου αγώνα.

Πιστεύουμε ότι με τρία θεμελιώδη σημεία συνέβαλε η Κουβανική  Επανάσταση στην πρακτική των επαναστατικών κινημάτων στη Λατινική Αμερική. Αυτά είναι:

1. Οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν  έναν πόλεμο ενάντια στον στρατό.
2. Δεν είναι πάντα απαραίτητο να πριμένουμε να δημιουργηθούν όλες οι συνθήκες για την επανάσταση – μια εστία εξέγερσης μπορεί να τις δημιουργήσει.
3. Στην υπανάπτυκτη Αμερική, το πεδίο του ένοπλου αγώνα πρέπει βασικά να είναι η ύπαιθρος.

Από αυτές τις τρείς συνεισφορές, οι δύο πρώτες αντιμάχονται την παθητική στάση κάποιων επαναστατών ή ψευτοεπαναστατών που καταφεύγουν, βρίσκοντας, έτσι , καταφύγιο για την αδράνεια τους στην πρόφαση ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει απέναντι σε έναν επαγγελματικό στρατό. Αντιμάχονται όμως και κάποιους άλλους, που κάθονται και περιμένουν να δημιουργηθούν, με τρόπο μηχανικό, όλες οι αναγκαίες αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες, δίχως να νοιάζονται να τις επιταχύνουν. Όσο και αν είναι σήμερα ολοφάνερη η ισχύς αυτών των δύο αναμφισβήτητων αληθειών, συζητήθηκαν αρκετά στο παρελθόν στην Κούβα και πιθανά να συζητιούνται επίσης και στη Λατινική Αμερική. Φυσικά, όταν μιλάμε για τις συνθήκες της επανάστασης, δεν είναι δυνατό να σκέφτεται κανείς ότι όλες τους θα δημιουργηθούν κάτω από την ώθηση που θα τους δώσει η αντάρτικη εστία. Πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου, ότι υπάρχουν κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις που κάνουν εφικτή την δημιουργία και την εδραίωση της πρώτης εστίας. Δηλαδή, πρέπει να αποδείξουμε ολοκάθαρα στο λαό ότι δεν είναι δυνατό να κρατάμε τον αγώνα για κοινωνικές διεκδικήσεις μέσα στα πλαίσια μόνο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η ειρήνη τορπιλίζεται απο κείνες ακριβώς τις καταπιεστικές δυνάμεις που διατηρούνται στην εξουσία παραβιάζοντας το καθιερωμένο δίκαιο,

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η λαϊκή δυσαρέσκεια παίρνει ολοένα και πιο θετικές μορφές και προεκτάσεις, και αποκτά, σε κάποια δεδομένη στιγμή, ένα τέτοιο επίπεδο αντίστασης που αποκρυσταλλώνεται στο ξέσπασμα του αγώνα, που αρχικά προκλήθηκε από τη στάση των αρχών. Εκεί όπου μια κυβέρνηση ανέβηκε στην εξουσία έπειτα από κάποιας μορφής λαϊκή ετυμηγορία, είτε νόθα είτε όχι, και υπάρχει τουλάχιστον μια φαινομενική τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας, το αντάρτικο ξέσπασμα είναι αδύνατο να προκληθεί, εφόσον δεν έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες του πολιτικού αγώνα.

Η τρίτη συμβολή είναι βασική στρατηγικής φύσης και πρέπει να απασχολήσει εκείνους που επιχειρούν με δογματικά κριτήρια να επικεντρώσουν την πάλη των μαζών στα κινήματα των πόλεων, ξεχνώντας ολότελα την τεράστια συμμετοχή ανθρώπων της υπαίθρου στη ζωή όλων των υπανάπτυκτων χωρών της Αμερικής. Αυτό δεν σημαίνει ότι υποτιμάμε τους αγώνες των οργανωμένων εργατικών μαζών. Απλά, αναλύουμε με ρεαλιστικά κριτήρια τις δυνατότητες κάτω από τις δύσκολες συνθήκες του ένοπλου αγώνα, εκεί όπου οι εγγυήσεις που συνήθως κοσμούν τα συντάγματα μας είτε έχουν ανασταλεί είτε αγνοούνται. Σε αυτές τις συνθήκες, τα εργατικά κινήματα αναγκάζονται να περάσουν στην παρανομία, δίχως όπλα, αντιμετωπίζοντας τεράστιους κινδύνους. Η κατάσταση δεν είναι τόσο δύσκολη στην ύπαιθρο, όπου οι κάτοικοι μπορούν να έχουν την υποστήριξη του ένοπλου αντάρτικου και σε μέρη όπου οι δυνάμεις καταστολής δεν μπορούν να φτάσουν.

Παρ’ όλο που αργότερα θα αναλύσουμε λεπτομερειακά αυτά τα τρία συμπεράσματα που απορρέουν από την κουβανική επαναστατική εμπειρία, τα αναφέρουμε τώρα, στην αρχή αυτού του έργου, γιατί τα θεωρούμε σαν τη θεμελιώδη συνεισφορά μας.

Ο ανταρτοπόλεμος, βάση της πάλης για την απελευθέρωση ενός λαού, παρουσιάζει διάφορα χαρακτηριστικά, διαφορετικές όψεις, ακόμα και αν υπάρχει πάντα η ίδια ουσιαστική θέληση για απελευθέρωση. Είναι ευνόητο – και όσοι έγραψαν πάνω σε αυτό το θέμα το έχουν τονίσει πολλές φορές – ότι ο πόλεμος ανταποκρίνεται σε μια καθορισμένη σειρά επιστημονικών νόμων, και όποιος πάει αντίθετα σε αυτούς τους νόμους, οδηγείται στην ήττα. Ο ανταρτοπόλεμος, όντας μια φάση του πολέμου, πρέπει να διέπεται απο όλους αυτούς τους νόμους. Αλλά λόγω της ιδιαιτερότητας του, διέπεται επιπλέον απο μια σειρά συμπληρωματικούς νόμους, που πρέπει να ακολουθηθούν για να διεξαχθεί με επιτυχία. Είναι φυσικό, οι γεωγραφικές και κοινωνικές συνθήκες κάθε χώρας να προσδοιορίζουν τον τρόπο και τις ιδιαίτερες μορφές που θα προσλάβει ο ανταρτοπόλεμος. Όμως, οι ουσιαστικοί του νόμοι έχουν ισχύ για οποιονδήποτε αγώνα αυτού του είδους. Καθήκον μας αυτην την στιγμή είναι να βρούμε τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται αυτού του είδους ο αγώνας, τους κανόνες που πρέπει να ακολουθήσουν οι λαοί που αναζητούν την απελευθέρωση τους. Να θεωρητικοποιήσουμε τα γεγονότα, να συνθέσουμε και να γενικεύσουμε αυτή την εμπειρία, έτσι ώστε να επωφεληθούν από αυτήν και άλλοι.

Το πρώτο που πρέπει να καθορίσουμε είναι ποιοι είναι οι μαχητές σε έναν ανταρτοπόλεμο. Απο τη μια πλευρά έχουμε τον πιεστικό πυρήνα και τον πράκτορα του, τον επαγγελματικό στρατό, καλά οπλισμένο και πειθαρχημένο, που, σε πολλές περιπτώσεις, βασίζεται στην ξένη βοήθεια, καθώς και μικρούς πυρήνες γραφειοκρατών, λακέδες στην υπηρεσία του καταπιεστικού πυρήνα. Από την άλλη πλευρά έχουμε τον πληθυσμό της συγκεκριμένης χώρας ή περιοχής. Έχει σημασία να τονίσουμε ότι ο αντάρτικος αγώνας πάλη των μαζών, είναι πάλη του λαού: το αντάρτικο, σαν ένοπλος πυρήνας, είναι η αγωνιστική πρωτοπορία του λαού, η μεγάλη του δύναμη έχει τις ρίζες της στις μάζες του πληθυσμού. Δεν πρέπει να θεωρούμε το αντάρτικο κατώτερο αριθμητικά του στρατού ενάντια στον οποίο μάχεται, ακόμη και αν διαθέτει μικρότερη δύναμη πυρός. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να καταφεύγει κανείς στον ανταρτοπόλεμο όταν έχει μαζί του έναν πολυπληθή πυρήνα έστω και αν διαθέτει έναν πολύ μικρότερο αριθμό όπλων για να αμυνθεί απέναντι στην καταπίεση.

Τότε, ο αντάρτης μπορεί να υπολογίσει στην ολόπλευρη υποστήριξη του πληθυσμού της περιοχής. Είναι κάτι απολύτως απαραίτητο. Και αυτό φαίνεται ολοκάθαρα, αν πάρουμε για παράδειγμα τις συμμορίες ληστών που δρουν σε κάποια περιοχή. Έχουν όλα τα χαρακτηριστικά του αντάρτικου στρατού: ομοιογένεια, σεβασμό στον αρχηγό, γενναιότητα, γνώση του εδάφους, και πολλές φορές, ακόμη και ολοκληρωμένη εκτίμηση για την τακτική που πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Το μόνο που τους λείπει είναι η υποστήριξη του λαού. Και αναπόφευκτα αυτές οι συμμορίες είτε συλλαμβάνονται, είτε εξολοθρεύονται από τις δυνάμεις της δημόσιας τάξης.

Έχοντας αναλύσει τον τρόπο με τον οποίο κάνει τις επιχειρήσεις του το αντάρτικο, τις μορφές του αγώνα και κατανοώντας τη μαζική του βάση, απομένει να αναρωτηθούμε: Γιατί αγωνίζεται ο αντάρτης: Πρέπει να καταλήξουμε στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως ο αντάρτης είναι ένας κοινωνικός μεταρρυθμιστής, που παίρνει τα όπλα ανταποκρινόμενος στην οργισμένη διαμαρτυρία του λαού ενάντια στους καταπιεστές του και αγωνίζεται να αλλάξει το κοινωνικό καθεστώς που κρατάει τα άοπλα αδέλφια του μέσα στον εξευτελισμό και τη μιζέρια. Ξεσηκώνεται ενάντια στις συγκεκριμένες συνθήκες των θεσμοθετημένων δομών που κυριαρχούν κάποια δεδομένη στιγμή, και καταγίνεται, με όσες δυνάμεις του επιτρέπουν οι περιστάσεις, να σπάσει τα πλαίσια αυτών των θεσμοθετημένων δομών. Όταν θα αναλύσουμε σε βάθος την τακτική του ανταρτοπολέμου, θα δούμε ότι ο αντάρτης πρέπει να έχει πλήρη γνώση του εδάφους όπου βρίσκεται, των δρόμων πρόσβασης και διαφυγής, των δυνατοτήτων γρήγορων ελιγμών – πρέπει να έχει την υποστήριξη του λαού και, φυσικά, μέρη όπου να μπορεί να κρυφτεί. Όλα αυτά υποδεικνύουν ότι ο αντάρτης θα κάνει τις επιχειρήσεις του σε τόπους τραχείς και αραιοκατοικημένους. Σε αυτούς τους τόπους, η πάλη του λαού για διεκδικήσεις επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο, και σχεδόν αποκλειστικά, στην αλλαγή της κοινωνικής δομής της γαιοκτησίας. Δηλαδή, ο αντάρτης είναι, πρώτα απ’ όλα, ένας αγρότης επαναστάτης. Εκφράζει τις επιθυμίες της μεγάλης μάζας των αγροτών να γίνουν αφέντες της γης, αφέντες των μέσων παραγωγής, των ζώων τους και όλων όσων τελικά λαχταρούσαν τόσα χρόνια, όλων όσων αποτελούν τη ζωή τους και θα αποτελέσουν και τον τάφο τους. Πρέπει να πούμε ότι σύμφωνα με τις τρέχουσες ερμηνείες υπάρχουν δυο διαφορετικοί τύποι ανταρτοπολέμου. Ο ένας από αυτούς, που συνίσταται σε έναν αγώνα συμπληρωματικό, πλάι στο μεγάλο τακτικό στρατό, όπως είναι η περίπτωση του ουκρανικού αντάρτικου στην Σοβιετική Ένωση, δεν ενδιαφέρει αυτήν την ανάλυση. Μας ενδιαφέρει η περίπτωση μιας ένοπλης ομάδας που αναπτύσσεται σε αγροτικές περιοχές. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, όποια και αν είναι η ιδεολογία που εμπνέει τον αγώνα, η οικονομική βάση προσδιορίζεται από την επιθυμία για ιδιοκτησία της γης.

Η Κίνα του Μάο ξεκινά με έναν ξεσηκωμό των εργατικών πυρήνων του Νότου, που ηττήθηκαν και σχεδόν αποδεκατίστηκαν. Σταθεροποιείται και ξεκινά την ανοδική του πορεία μονάχα όταν, μετά τη μεγάλη πορεία στο Γενάν, εγκαθίσταται σε αγροτικές περιοχές και θέτει σαν βάση των διεκδικήσεων την αγροτική μεταρρύθμιση. Ο αγώνας του Χο Τσι Μινχ στην Ινδοκίνα στηρίζεται στους καταπιεσμένους από τον γαλλικό αποικιακό ζυγό αγρότες των ορυζώνων, και με αυτήν τη δύναμη προχωρά μέχρι που νικά τους αποικιοκράτες. Και στις δύο περιπτώσεις παρεμβάλλεται ο πατριωτικός πόλεμος ενάντια στον ιάπωνα εισβολές, όμως δεν ξεχνιέται η οικονομική βάση, δηλαδή, ο αγώνας για τη γη. Στην περίπτωση της Αλγερίας, η μεγάλη ιδέα του αραβικού εθνικισμού αποτελεί την οικονομική απάντηση στον σφετερισμό του συνόλου σχεδόν της καλλιεργήσιμης γης από ένα εκατομμύριο γάλλους εποίκους. Σε κάποιες χώρες, όπως το Πουέρτο Ρίκο, όπου οι ιδιαίτερες συνθήκες του νησιού δεν επέτρεψαν το αντάρτικο ξέσπασμα, το πατριωτικό πνεύμα των κατοίκων του, βαθιά τραυματισμένο από τις διακρίσεις που καθημερινά διαπράττονται εναντίον τους, έχει σαν βάση τον πόθο του αγρότη (αν και σε πολλές περιπτώσεις έχει ήδη προλεταριοποιηθεί) για τη γη που του κλέβει ο βορειοαμερικάνος εισβολέας.

Ήταν η ίδια αυτή κεντρική ιδέα που εμψύχωνε, αν και με διαφορετικές προεκτάσεις, τους μικροϊδιοκτήτες, τους αγρότες και τους σκλάβους των υποστατικών της ανατολικής Κούβας που συσπειρώθηκαν για να υπερασπιστούν όλοι μαζί το δικαίωμα στην ιδιοκτησία της γης, στη διάρκεια του τριαντάχρονου απελευθερωτικού πολέμου.

Παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που κάνουν τον ανταρτοπόλεμο έναν ειδικό τύπο πολέμου και έχοντας υπόψη τις δυνατότητες ανάπτυξης του, καθώς, με την αύξηση της δυναμικότητας του πυρήνα που πραγματοποιεί τις επιχειρήσεις, μεταβάλλεται σε έναν πόλεμο θέσεων, πρέπει να θεωρήσουμε ότι αυτού του είδους ο αγώνας δεν είναι παρά ο ίδιος ο πόλεμος θέσεων σε εμβρυακή κατάσταση, δεν είναι παρά ένα σχέδιο για τον πόλεμο θέσεων. Οι δυνατότητες του αντάρτικου να αναπτυχθεί και να αλλάξει το είδος του αγώνα μέχρι να φτάσει σε έναν συμβατικό πόλεμο είναι τόσες, όσες είναι και οι πιθανότητες να νικήσει τον εχθρό στις διάφορες μάχες, συγκρούσεις και αψιμαχίες που θα διεξαχθούν. Γι’ αυτό και θεμελιώδης αρχή είναι πως δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να δοθεί μάχη που να μην κερδηθεί, δεν πρέπει να γίνει σύγκρουση ή αψιμαχία που να μην κερδηθεί. Υπάρχει ένας αντιπαθητικός ορισμός που λέει: “Ο αντάρτης είναι ο ιησουίτης του πολέμου”. Αυτός ο ορισμός υποδεικνύει την ιδιότητα της πανουργίας, του αιφνιδιασμού και μυστικότητας, που είναι, ολοφάνερα, ουσιαστικά στοιχεία του αντάρτικου αγώνα. Όπως είναι φυσικό, είναι ένας ειδικός ιησουιτισμός που υπαγορεύεται από τις περιστάσεις, που κάποιες στιγμές μας αναγκάζουν να πάρουμε μια απόφαση διαφορετική από τις ρομαντικές και φαιδρές αντιλήψεις με τις οποίες θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε πως γίνεται ο πόλεμος.

Ο πόλεμος είναι πάντα ένας αγώνας, όπου και οι δύο αντίπαλοι προσπαθούν να εξοντώσουν ο ένας τον άλλο. Έτσι, εκτός από τη δύναμη, θα καταφύγουν σε κάθε στρατήγημα, σε κάθε πιθανό κόλπο, για να πετύχουν αυτό το αποτέλεσμα. Οι στρατιωτικές τακτικές και στρατηγικές αντιπροσωπεύουν τις επιδιώξεις της ομάδας που αποβλέπει να επωφεληθεί από κάθε αδύνατο σημείο του εχθρού. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, σε έναν πόλεμο θέσεων, η δράση κάθε διμοιρίας μιας μεγάλης στρατιωτικής ομάδας, παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά, όσον αφορά την ατομική πάλη, με εκείνα που παρατηρούνται στο αντάρτικο. Υπάρχει πανουργία, μυστικότητα, αιφνιδιασμός, και όταν δεν υπάρχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, είναι γιατί είναι αδύνατο να αιφνιδιαστεί ο αντίπαλος που βρίσκεται σε επαγρύπνηση. Επειδή όμως το αντάρτικο είναι απο μόνο του ένας διαχωρισμός και επειδή υπάρχουν μεγάλες εδαφικές περιοχές που δεν περιφρουρούνται από τον εχθρό, πάντα μπορούν να πραγματοποιηθούν αυτές οι επιχειρήσεις κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να εξασφαλιστεί ο αιφνιδιασμός – και είναι καθήκον του αντάρτη να το κάνει.

“Χτύπα και φύγε” το αποκαλούν μερικοί περιφρονητικά, και αυτό ακριβώς είναι. Χτύπα και φύγε, περίμενε, παραμόνευε, ξαναχτύπα και φύγε πάλι, και έτσι συνέχεια, δίχως να αφήνεις ανάπαυση στον εχθρό. Φαινομενικά, υπάρχει σε όλα αυτά μια αρνητική στάση, μια στάση οπισθοχώρησης και αποφυγής μετωπικών συγκρούσεων. Όμως, όλα αυτά, είναι συνεπή με τη γενική στρατηγική του ανταρτοπολέμου, που έχει ίδιο τελικό στόχο με οποιονδήποτε πόλεμο: την επίτευξη της νίκης και την εξόντωση του εχθρού. Είναι ολοφάνερο ότι ο ανταρτοπόλεμος είναι μια φάση του πολέμου που από μόνος του δεν έχει τη δυνατότητα να πετύχη τη νίκη. Είναι, επιπλέον, μια απο τις αρχικές φάσεις του πολέμου και θα αναδιπλώνεται και θα αναπτύσσεται, μέχρι που, με την συνεχή αύξηση του, ο αντάρτικος στρατός προσλάβει τα χαρακτηριστικά ενός τακτικού στρατού. Εκείνη τη στιγμή θα είναι έτοιμος να δώσει το οριστικό πλήγμα στον εχθρό και να εξασφαλίσει τη νίκη. Ο θρίαμβος θα είναι πάντα καρπός ενός τακτικού στρατού, κι ας έχει τις απαρχές του σε έναν αντάρτικο στρατό.

Έτσι λοιπόν, όπως σε έναν σύγχρονο πόλεμο δεν χρειάζεται να πεθάνει ο στρατηγός μιας μεραρχίας επικεφαλής των στρατιωτών του, έτσι και ο αντάρτης, όντας στρατηγός του εαυτού του, δεν πρέπει να πεθάνει σε οποιαδήποτε μάχη. Είναι πρόθυμος να δώσει τη ζωή του, όμως η θετική ιδιότητα του ανταρτοπόλεμου είναι ακριβώς ότι ο καθένας από τους αντάρτες είναι πρόθυμος να πεθάνει, όχι για να υπερασπιστεί ένα ιδανικό, αλλά για να το κάνει πραγματικότητα. Αυτή είναι η βάση, η ουσία του αντάρτικου αγώνα. Αυτό είναι το θαύμα, χάρη στο οποίο ένας μικρός πυρήνας ανθρώπων, ένοπλη πρωτοπορία του μεγάλου λαϊκού πυρήνα που τον υποστηρίζει, βλέποντας πιο πέρα από τον άμεσο τακτικό στόχο, προχωρεί αποφασιστικά στην κατάκτηση ενός ιδανικού, στην εδραίωση μιας νέας κοινωνίας, στο σπάσιμο των απαρχαιωμένων σχημάτων της παλιάς κοινωνίας, στην κατάκτηση, τελικά, της κοινωνικής δικαιοσύνης για την οποία αγωνίζεται.

Απ’ αυτήν την άποψη, όλες οι υποτιμητικές εκφράσεις αποκτούν το πραγματικό τους μεγαλείο, το μεγαλείο του σκοπού που υπηρετούν. Και ας τονίσουμε πως δεν αναφερόμαστε σε ανεπίτρεπτα μέσα για να φτάσουμε στον στόχο. Η αγωνιστική στάση, αυτή η στάση που ούτε μια στιγμή δεν πρέπει να ατονίσει, αυτή η ανυποχώρητη στάση μπροστά στα μεγάλα προβλήματα του τελικού στόχου, αποτελεί το μεγαλείο του αντάρτη.

* Το κείμενο αποτελεί το πρώτο μέρος του Πρώτου Κεφαλαίου του βιβλίου «Ο Ανταρτοπόλεμος» (Guerrilla Warfare) που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1961. Επιμέλεια: Ν. Μόττας/Guevaristas.