Φιντέλ Κάστρο- Πολλές από τις ιδέες του Τσε παραμένουν επίκαιρες στο ακέραιο (Μέρος ‘Γ)

che guevara with fidel castro 12

Η ομιλία αυτή εκφωνήθηκε στις 8 Οκτώβρη 1987 στην κεντρική τελετή για την εικοστή επέτειο του θανάτου του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρονικών εξαρτημάτων της πόλης Πινάρ ντελ Ρίο που είχε πρόσφατα ανοίξει τις πύλες του. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Γκράνμα, όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας στο φύλλο της 12 Οκτώβρη 1987. Το παρόν αναδημοσιεύεται από το βιβλίο του Κάρλος Ταμπλάδα “Η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού” (Εκδόσεις Διεθνές Βήμα, 2014). 

Συνέχεια από ‘Β Μέρος.

Και οι εργαζόμενοι που ανέφερα νωρίτερα συνεισέφεραν τα εξής: για κάθε πέσο που ξοδεύτηκε, αυτοί παρήγαγαν δύο· για κάθε εκατομμύριο πέσος που ξοδεύτηκε, αυτοί παρήγαγαν δύο εκατομμύρια. Αυτοί, όπως και οι εργαζόμενοι που δουλεύουν στο φράγμα του Γουαμά, εκείνοι που εργάζονται στον αγωγό άρδευσης, εκείνοι που εργάζονται στον αυτοκινητόδρομο προς το Πινάρ ντελ Ρίο, εκείνοι που θα εργαστούν στο φράγμα του Παράτε, εκείνοι που άρχισαν να εργάζονται στους δρόμους και στο μηχανοστάσιο ύδρευσης της πόλης υπάρχουν ένα σωρό ομάδες εργατών που με περηφάνια, τιμή, πειθαρχία, αφοσίωση στο έργο, επιτελούν πραγματικά κατορθώματα. Εργάζονται με μεγάλη παραγωγικότητα.

Πριν από μερικές μέρες, συναντηθήκαμε στην πρωτεύουσα με μια ομάδα οικοδόμων που κατασκεύαζε μια λεωφόρο. Είναι όλοι μέλη του κόμματος ή της νεολαίας και είναι εξαιρετικοί εργαζόμενοι, γύρω στους 200 στο σύνολο.

Από το να συνδέσουμε τους μισθούς τους με νόρμες παραγωγής δεν εννοώ ότι αυτό είναι αρνητικό, είναι πολλοί οι κλάδοι όπου κάτι τέτοιο θα ήταν απολύτως σωστό καθώς χειρίζονται πανίσχυρα φορτηγά και μηχανές, δεν χρειάζεται να τους προτείνουμε να εργαστούν περισσότερο, αλλά μάλλον να εργάζονται λιγότερο. Τέτοιοι άνθρωποι κάνουν πολλά, μερικές φορές πάρα πολλά, με υπερβάλλουσα προσπάθεια. Κατά καιρούς χρειάστηκε να τους προτείνουμε να κάνουν λιγότερα δρομολόγια, γιατί με την κατάλληλη ταχύτητα, είναι αδύνατο να πραγματοποιούν είκοσι πέντε δρομολόγια με φορτωμένο φορτηγό, αλλά είκοσι δρομολόγια, γιατί δεν θέλουμε, βέβαια, να σκοτωθούν. Δεν μας ενδιαφέρει μόνο το έργο που παράγουν, αλλά και η ποιότητα με την οποία το παράγουν. Τους είπαμε ότι μας ενδιέφερε πολύ περισσότερο η ποιότητα παρά η ποσότητα. [Χειροκροτήματα]

Η ποσότητα χωρίς την ποιότητα είναι σπατάλη πόρων· χαραμίζονται εργασία και υλικά. Η επίγνωση της αναγκαιότητας εξοικονόμησης και προστασίας των υδάτινων πόρων, η οποία είχε σχεδόν σβήσει εκείνη την επονείδιστη περίοδο όταν τίποτε δεν τελείωνε, επανακτάται σήμερα, και η περιφέρεια του Πινάρ ντελ Ρίο είναι στην πρώτη γραμμή και σε αυτόν τον τομέα. [Χειροκροτήματα]

Οι μπριγάδες που κατασκευάζουν δρόμους στα βουνά του Πινάρ ντελ Ρίο εργάζονται με το ίδιο πνεύμα και η συνείδηση της αναγκαιότητας εξοικονόμησης και προστασίας των υδάτινων πόρων απλώνεται σε όλη την επικράτεια μαζί με την επιθυμία να κατασκευαστούν δρόμοι και εθνικές οδοί και να βελτιωθούν η αποδοτικότητα της οικονομίας μας, τα εργοστάσια, η γεωργία, τα νοσοκομεία και τα σχολεία· να προχωρήσουμε ολοταχώς μπροστά με την οικονομική και την κοινωνική ανάπτυξη της χώρας.

Ευτυχώς μέσα σε αυτά τα χρόνια έχουμε εκπαιδεύσει έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων που έχουν σήμερα υψηλό βαθμό τεχνικής κατάρτισης και πείρας αποφοίτους πανεπιστημίου και μέσου επιπέδου τεχνικούς. Πώς συγκρίνεται αυτό με ό,τι είχαμε τα πρώτα χρόνια της επανάστασης;

Όταν ο Τσε ήταν επικεφαλής στο Υπουργείο Βιομηχανίας, πόσοι μηχανικοί υπήρχαν στη χώρα, πόσοι τεχνικοί, σχεδιαστές, ερευνητές, επιστήμονες; Τώρα πρέπει να έχουμε είκοσι φορές τον αριθμό που είχαμε τότε, ίσως και περισσότερους. Ποιος ξέρει τι θα κατάφερνεαν μπορούσε να υπολογίσει στη συλλογική εμπειρία όλων αυτών των στελεχών που διαθέτουμε σήμερα.

Ας ρίξουμε μια ματιά μόνο στον τομέα της ιατρικής. Είχαμε τότε 3.000 γιατρούς και τώρα έχουμε 28.000. Κάθε χρόνο αποφοιτούν από τις είκοσι μία ιατρικές σχολές μας τόσοι γιατροί όσο το σύνολο των γιατρών στη χώρα τότε. Τι προνόμιο! Τι δύναμη! Τι ισχύς! Από την επόμενη χρονιά θα αποφοιτούν κάθε χρόνο περισσότεροι γιατροί από όσους είχαν παραμείνει στη χώρα τα πρώτα εκείνα χρόνια.

Θα μπορέσουμε ή όχι να θέσουμε σε εφαρμογή όσα έχουμε αποφασίσει να πράξουμε σήμερα στον χώρο της δημόσιας υγείας; Και τι γιατροί είναι! Εργάζονται στην ύπαιθρο, εργάζονται στα βουνά, πάνε στη Νικαράγουα, πάνε στην Αγκόλα, πάνε στη Μοζαμβίκη,πάνε στην Αιθιοπία, πάνε στο Βιετνάμ, πάνε στην Καμπότζη, πάνε στην άκρη της γης! Αυτοί είναι οι γιατροί που εκπαίδευσε η επανάσταση! [Χειροκροτήματα]

Είμαι βέβαιος ότι ο Τσε θα ήταν περήφανος όχι για τα κακής ποιότητας αγαθά τα οποία φτιάχτηκαν με τόσο κομπογιαννίτικο πνεύμα, αλλά για το μορφωτικό επίπεδο που έχει κατακτήσει σήμερα ο λαός μας, για το τεχνολογικό επίπεδο, για τους εκπαιδευτικούς μας, οι οποίοι πήγαν στη Νικαράγουα και τους άλλους 100.000 που προσφέρθηκαν εθελοντικά να πάνε. Θα ήταν περήφανος για τους γιατρούς μας που είναι διατεθειμένοι να πάνε οπουδήποτε στον κόσμο, για τους τεχνικούς μας, για τους εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας οι οποίοι έχουν λάβει μέρος σε διεθνιστικές αποστολές! [Χειροκροτήματα]

Είμαι βέβαιος ότι ο Τσε θα ήταν περήφανος γι’ αυτό το πνεύμα, όπως είμαστε όλοι. Αλλά δεν πρέπει να επιτρέψουμε να ποδοπατήσουν τα πόδια μας αυτά που οικοδομήσαμε με τον νου και τις καρδιές μας. [Χειροκροτήματα] Περί αυτού πρόκειται. Με όλους τους πόρους που δημιουργήσαμε, με όλη αυτή τη δύναμη θα πρέπει να πάμε μπροστά και να εκμεταλλευτούμε όλες τις δυνατότητες που δίνει ο σοσιαλισμός και η επανάσταση, για να κινητοποιηθεί ο άνθρωπος και να τραβήξει ο κόσμος μπροστά. Θα ήθελα να ήξερα αν οι καπιταλιστές διαθέτουν ανθρώπους σαν αυτούς που αναφέραμε σήμερα.

Πρέπει να τους δει κανείς ως διεθνιστές και ως εργαζομένους· πρέπει να συζητήσεις μαζί τους για να διαπιστώσεις τον τρόπο με τον οποίο σκέπτονται και αισθάνονται, να διαπιστώσεις πόσο βαθιά αγαπούν τη δουλειά τους. Όχι γιατί είναι εργασιομανείς, αλλά γιατί αισθάνονται την ανάγκη να αναπληρώσουν τον χαμένο χρόνο, τον χρόνο που χάθηκε κατά την επανάσταση, τον χρόνο που χάθηκε στα σχεδόν 60 χρόνια της νεοαποικιακής Δημοκρατίας, τον χρόνο που χάθηκε στους αιώνες της αποικιοκρατίας.

Πρέπει να ανακτήσουμε αυτόν τον χρόνο! Και η σκληρή εργασία είναι ο μόνος τρόπος· όχι να περιμένουμε 100 χρόνια για να χτίσουμε 100 βρεφονηπιακούς σταθμούς στην πρωτεύουσα, όταν στην πραγματικότητα μπορούμε να το κάνουμε πράξη σε δύο· όχι να περιμένουμε 100 χρόνια για να χτίσουμε 350 σε όλη τη χώρα, όταν μπορεί να γίνει με τη δουλειά μας να τους χτίσουμε μέσα σε τρία· όχι να περιμένουμε 100 χρόνια για να επιλύσουμε το οικιστικό πρόβλημα, όταν έχουμε τη δυνατότητα με την εργασία μας νατο πράξουμε, με το χαλίκι, την άμμο, τα υλικά, το τσιμέντο μας, ακόμα και το πετρέλαιο και τον χάλυβα που παράγουν οι εργάτες μας, μέσα σε λίγα χρόνια.

Όπως έλεγα σήμερα το απόγευμα στην τελετή στο νοσοκομείο, το έτος 2000 μάς περιμένει στη γωνία. Πρέπει να θέσουμε φιλόδοξους στόχους για το έτος 2000· όχι για το 3000, ούτε το 2100 ή το 2050 και αν κάποιος το προτείνει, πρέπει να του απαντήσουμε: «Αυτό μπορεί να αρμόζει σε εσένα, αλλά όχι σε εμάς! Όχι σε εμάς που έχουμε αναλάβει την ιστορική αποστολή να χτίσουμε μια καινούργια χώρα, μια καινούργια κοινωνία, την ιστορική αποστολή να πραγματοποιήσουμε μια επανάσταση και να αναπτύξουμε τη χώρα· σε εμάς που είχαμε την τιμή και το προνόμιο, όχι μόνο να προωθήσουμε την ανάπτυξη, αλλά τη σοσιαλιστική ανάπτυξη και να εργαστούμε για μια πιο ανθρώπινη και προηγμένη κοινωνία».

Σε αυτούς που ενθαρρύνουν την τεμπελιά και την επιπολαιότητα, θα πούμε: «Θα ζήσουμε περισσότερο από σένα, όχι απλώς καλύτερα από σένα ή όπως θα ζούσαμε αν όλοι ήταν σαν εσένα. Θα ζήσουμε περισσότερο από σένα και θα είμαστε πιο υγιείς από σένα, γιατί με την τεμπελιά σου θα κάθεσαι όλη μέρα και θα γίνεις παχύσαρκος, θα έχεις καρδιολογικά προβλήματα, αρρώστιες του κυκλοφορικού συστήματος και κάθε λογής άλλα νοσήματα, γιατί η εργασία δεν βλάπτει την υγεία σου, η εργασία προάγει την υγεία, η εργασία προστατεύει την υγεία και η εργασία είναι αυτή η οποία δημιούργησε τον άνθρωπο».

Αυτοί οι άνθρωποι που κατορθώνουν τέτοια πράγματα πρέπει να αποτελούν υπόδειγμα. Θα λέγαμε ότι ανταποκρίνονται απόλυτα στο σύνθημα: «Θα γίνουμε σαν τον Τσε»! Εργάζονται όπως εργαζόταν ο Τσε ή όπως θα εργαζόταν ο Τσε. [Χειροκροτήματα]

Όταν συζητούσαμε σε ποιον χώρο θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί αυτή η τελετή, υπήρχαν πολλοί υποψήφιοι χώροι. Θα μπορούσε να γίνει στην Πλατεία της Επανάστασης στην πρωτεύουσα, σε κάποια από τις επαρχίες, σε ένα από τα πολλά εργοτάξια ή τους χώρους δουλειάς που επιθυμούσαν οι εργαζόμενοι να πάρουν το όνομα του Τσε.

Σκεφτήκαμε αρκετά το θέμα και θυμηθήκαμε αυτό το καινούργιο και σημαντικό εργοστάσιο, το καμάρι του Πινάρ ντελ Ρίο, το καμάρι της χώρας που δίνει το παράδειγμα του τι είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί με πρόοδο, μελέτη και εκπαίδευση σε αυτή την περιφέρεια, η οποία ήταν τόσο παραμελημένη και υποβαθμισμένη στο παρελθόν, και τώρα διαθέτει νέους σε ηλικία εργαζομένους, ικανούς να λειτουργήσουν ένα τόσο περίπλοκο και υπερσύγχρονο εργοστάσιο. Φτάνει μόνο να αναφέρουμε ότι, για να πληρούν τα εργαστήρια όπου τυπώνονται τα κυκλώματα τις απαιτούμενες προδιαγραφές παραγωγής, πρέπει να είναι δέκα φορές πιο καθαρά από μια αίθουσα χειρουργείου. Πόσο σύνθετες κατασκευές, πόση δουλειά χρειάστηκε, με τέτοια ποιότητα και καλό εξοπλισμό! Και τι θαυμάσια δουλειά κάνει εδώ ο κόσμος του Πινάρ ντελ Ρίο! [Χειροκροτήματα]\

Όταν ξεναγηθήκαμε εδώ, μείναμε βαθιά εντυπωσιασμένοι και συζητήσαμε με πολλούς συναγωνιστές, με τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, γι’ αυτό που κάνετε σε τούτο το εργοστάσιο· στη μηχανουργία, η οποία αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς· όσα έχετε κατορθώσει στον τομέα των κατασκευών. Είδαμε το λαμπρό μέλλον που έχει αυτή η βιομηχανία στην κατασκευή εξαρτημάτων πρωτοποριακής τεχνολογίας, γεγονός που έχει μεγάλο αντίκτυπο στην ανάπτυξη και την παραγωγικότητα, στην αυτοματοποίηση των διαδικασιών της παραγωγής.

Όταν είδαμε από πρώτο χέρι το εξαιρετικό εργοστάσιό σας, διαπιστώσαμε ότι οι ιδέες που έχετε αναπτύξει τίθενται σε εφαρμογή μέσα από το εργοστάσιο αυτό, το οποίο θα εξελιχθεί σε ένα τεράστιο σύμπλεγμα πολλών χιλιάδων εργαζομένων, το καμάρι της περιφέρειας και το καμάρι της χώρας.

Στα επόμενα πέντε χρόνια θα επενδυθούν σε αυτό περισσότερα από 100 εκατομμύρια πέσος ώστε να γίνει ένας πραγματικός γίγαντας. Όταν μάθαμε ότι οι εργαζόμενοι επιθυμούσαν να του δώσουν το όνομα του Τσε, επειδή αυτός ενδιαφερόταν τόσο πολύ για τα ηλεκτρονικά, τους υπολογιστές και τα μαθηματικά, η ηγεσία του κόμματός μας αποφάσισε ότι θα έπρεπε η τελετή για την εικοστή επέτειο του θανάτου του Τσε να γίνει εδώ [Χειροκροτήματα] και ότι στο εργοστάσιο θα έπρεπε να δοθεί το δοξασμένο και πολυαγαπημένο όνομα του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. [Χειροκροτήματα]

Γνωρίζω ότι οι εργαζόμενοι του εργοστασίου αυτού, οι νέοι σε ηλικία εργαζόμενοί του, οι πολλές δεκάδες μηχανικοί του, οι εκατοντάδες τεχνικοί του, θα τιμήσουν αυτό το όνομα και θα εργαστούν όπως αρμόζει. Αυτό δεν σημαίνει μόνο να είναι εδώ δεκατέσσερις, δώδεκα ή δέκα ώρες, γιατί συχνά σε ορισμένες δουλειές οκτώ ώρες καλής εργασίας αποτελεί πραγματικό κατόρθωμα. Έχουμε παρατηρήσει συναγωνιστές και συναγωνίστριες, ειδικά πολλές εργαζόμενες γυναίκες, να εργάζονται στη μικροηλεκτροσυγκόλληση, η οποία είναι πραγματικά δύσκολη δουλειά και απαιτεί ακρίβεια και φοβερή συγκέντρωση. Τις είδαμε και είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς μπορούν αυτές οι συναγωνίστριες να εργάζονται οκτώ ώρες κάνοντας αυτή τη δουλειά και να παράγουν καθημερινά έως και 5.000 μονάδες.

Συναγωνιστές και συναγωνίστριες, μη σκεφτείτε ότι είμαστε της γνώμης ότι ο μόνος τρόπος να επιλύουμε προβλήματα είναι να εργαζόμαστε δώδεκα ή δεκατέσσερις ώρες τη μέρα. Υπάρχουν δουλειές όπου δεν μπορείς να εργαστείς δώδεκα ή δεκατέσσερις ώρες. Σε ορισμένα πόστα, ακόμα και οι οκτώ ώρες μπορεί να είναι πολλές. Κάποια μέρα ελπίζουμε ότι όλες οι εργάσιμες μέρες δεν θα είναι ίδιες. Ελπίζουμε ότι σε ορισμένους τομείς αν έχουμε επαρκές προσωπικό, και θα το έχουμε αν απασχολούμε τους εργαζόμενους αποτελεσματικά θα μπορούμε να έχουμε εργάσιμες μέρες των έξι ωρών.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι, για να είμαστε άξιοι του παραδείγματος και του ονόματος του Τσε, πρέπει να χρησιμοποιεί κανείς την εργάσιμη μέρα με τους σωστούς ρυθμούς, να ενδιαφέρεται για την τήρηση υψηλών προδιαγραφών, να έχει ανθρώπους ικανούς να κάνουν διάφορες εργασίες, να αποφεύγει να έχει πλεονάζον προσωπικό, να εργάζεται με οργανωμένο τρόπο και να αναπτύσσεται η συνείδηση.
Είμαι βέβαιος ότι οι εργαζόμενοι σε αυτό το εργοστάσιο θα φανούν αντάξιοι του ονόματος του Τσε [Χειροκροτήματα], ακριβώς όπως είμαι βέβαιος ότι άξιζε σε αυτή την περιφέρεια να φιλοξενήσει την τελετή της επετείου και ότι θα συνεχίσει να δείχνει ότι είναι άξια.

Αν μένει κάτι να πούμε απόψε είναι ότι, παρά τα προβλήματά μας· παρά το γεγονός ότι, για λόγους που έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, διαθέτουμε λιγότερο σκληρό συνάλλαγμα από ποτέ· παρά την ξηρασία· παρά την εντατικοποίηση του ιμπεριαλιστικού αποκλεισμού από τη στιγμή που βλέπω τον λαό μας να ανταποκρίνεται, από τη στιγμή που διαπιστώνω ότι ανοίγονται μπροστά μας όλο και περισσότερες δυνατότητες, νιώθω βέβαιος, νιώθω αισιόδοξος και είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι θα πραγματοποιήσου- με όλα όσα αποφασίσαμε να πράξουμε! [Χειροκροτήματα]

Θα τα πραγματοποιήσουμε με τον λαό, με τις μάζες· θα τα πραγματοποιήσουμε με αρχές, με την περηφάνια και την τιμή κάθε μέλους του κόμματος, κάθε εργαζομένου, κάθε νέου, κάθε αγρότη και διανοούμενου!

Με περηφάνια δηλώνω ότι τιμούμε αντάξια τον Τσε και ότι αυτός είναι πιο ζωντανός από ποτέ, το ίδιο είναι και η πατρίδα! Αν αυτός είναι ένας πιο ισχυρός από ποτέ αντίπαλος του ιμπεριαλισμού, η πατρίδα μας θα είναι επίσης πιο ισχυρή από ποτέ ενάντια στον ιμπεριαλισμό και στη σάπια ιδεολογία του! [Χειροκροτήματα] Και αν κάποτε επιλέξαμε τον δρόμο της επανάστασης, μιας επανάστασης σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής, τον δρόμο της οικοδόμησης του κομμουνισμού, σήμερα είμαστε πιο περήφανοι που επιλέξαμε αυτόν τον δρόμο, γιατί είναι ο μόνος που μπορεί να αναδείξει ανθρώπους σαν τον Τσε και έναν λαό που αποτελείται από εκατομμύρια άντρες και γυναίκες ικανούς να είναι σαν τον Τσε! [Χειροκροτήματα]

Όπως έλεγε ο [Χοσέ] Μαρτί, μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι χωρίς αξιοπρέπεια, υπάρχουν όμως και άνθρωποι που σηκώνουν στις πλάτες τους την αξιοπρέπεια πολλών ανθρώπων! Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι υπάρχουν άνθρωπο οι οποίοι σηκώνουν στις πλάτες τους την αξιοπρέπεια όλου του κόσμου, και ένας από αυτούς ήταν ο Τσε!

Πατρίδα ή θάνατος!
Θα νικήσουμε!

Advertisements

Φιντέλ Κάστρο- Πολλές από τις ιδέες του Τσε παραμένουν επίκαιρες στο ακέραιο (Μέρος ‘B)

Fidel Castro-Che Guevara

Η ομιλία αυτή εκφωνήθηκε στις 8 Οκτώβρη 1987 στην κεντρική τελετή για την εικοστή επέτειο του θανάτου του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρονικών εξαρτημάτων της πόλης Πινάρ ντελ Ρίο που είχε πρόσφατα ανοίξει τις πύλες του. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Γκράνμα, όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας στο φύλλο της 12 Οκτώβρη 1987. Το παρόν αναδημοσιεύεται από το βιβλίο του Κάρλος Ταμπλάδα “Η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού” (Εκδόσεις Διεθνές Βήμα, 2014). 

Συνέχεια από ‘Α Μέρος.

Η επανάστασή μας αποτελεί παράδειγμα του τι σημαίνει πίστη στον άνθρωπο, αφού η επανάστασή μας ξεκίνησε από το μηδέν, από το τίποτα. Δεν διαθέταμε ούτε ένα όπλο, δεν διαθέταμε ούτε ένα λεπτό του πέσο, ακόμα και οι άντρες που ξεκίνησαν τον αγώνα ήταν άγνωστοι, και όμως αντιμετωπίσαμε όλη εκείνη τη δύναμη, αντιμετωπίσαμε τα εκατοντάδες εκατομμύρια πέσος τους, αντιμετωπίσαμε τους χιλιάδες στρατιώτες και η επανάσταση νίκησε, επειδή είχαμε πίστη στον άνθρωπο. Όχι μόνο καταφέραμε να νικήσουμε, αλλά και να αντιμετωπίσουμε την αυτοκρατορία και να φτάσουμε ως εδώ, λίγο πριν από τη γιορτή της εικοστής ένατης επετείου της επανάστασης.

Πώς θα μπορούσαμε να τα πραγματοποιήσουμε όλα αυτά, αν δεν είχαμε πίστη στον άνθρωπο; Ο Τσε είχε μεγάλη πίστη στον άνθρωπο ενώ ταυτόχρονα ήταν ρεαλιστής. Ο Τσε δεν απέρριπτε τα υλικά κίνητρα. Τα θεωρούσε αναγκαία στη μεταβατική περίοδο, κατά την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Αλλά ο Τσε έδινε μεγάλη σημασία όλο και περισσότερη σημασία στον παράγοντα συνείδηση, στον ηθικό παράγοντα.

Ταυτόχρονα, θα αποτελούσε καρικατούρα του Τσε να πιστεύαμε ότι δεν ήταν ρεαλιστής και δεν ήταν εξοικειωμένος με την πραγματικότητα μιας κοινωνίας και ενός λαού που είχαν μόλις αναδυθεί από τον καπιταλισμό.

Αλλά ο Τσε ήταν περισσότερο γνωστός ως ένας άνθρωπος της δράσης, ένας στρατιώτης, ένας ηγέτης, ένας στρατιωτικός, ένας αντάρτης, ένα πρόσωπο υποδειγματικό που ήταν πάντοτε πρώτο σε όλα· ένας άνθρωπος που δεν απαιτούσε ποτέ από τους άλλους να κάνουν κάτι το οποίο δεν θα ήταν διατεθειμένος να κάνει ίδιος· ένα υπόδειγμα άντρα ενάρετου, έντιμου, αγνού, θαρραλέου, αλληλέγγυου. Για όλες αυτές τις αρετές τον θυμόμαστε και μέσα σε αυτές τον αναγνωρίζουμε.

Ο Τσε ήταν βαθύς στοχαστής και είχε την εξαιρετική ευκαιρία κατά τα πρώτα χρόνια της επανάστασης να ερευνήσει πολύ σημαντικές πλευρές της οικοδόμησης του σοσιαλισμού γιατί, με τις ικανότητες που είχε, όποτε χρειαζόταν ένα άτομο να κάνει μια σημαντική δουλειά, ο Τσε ήταν πάντα εκεί. Ήταν πραγματικά πολυσχιδής και εκπλήρωνε οποιοδήποτε καθήκον τού ανέθεταν με απόλυτη σοβαρότητα και ευθύνη.

Ήταν στο INRA [Εθνικό Ινστιτούτο Αγροτικής Μεταρρύθμισης] και διεύθυνε έναν περιορισμένο αριθμό βιομηχανιών, σε μια περίοδο που οι βασικές βιομηχανίες δεν είχαν ακόμη εθνικοποιηθεί και μόνο ορισμένα εργοστάσια τελούσαν υπό κατάληψη. Ήταν επίσης επικεφαλής της Εθνικής Τράπεζας, άλλη μία από τις ευθύνες που ανέλαβε να εκτελέσει. Υπήρξε επίσης επικεφαλής του Υπουργείου Βιομηχανίας, όταν αυτό ιδρύθηκε ως οργανισμός. Όταν είχαν πλέον εθνικοποιηθεί σχεδόν όλα τα εργοστάσια και έπρεπε να οργανωθούν τα πάντα, να διατηρηθεί η παραγωγή, ο Τσε ανέλαβε το καθήκον αυτό, όπως είχε αναλάβει τόσα άλλα. Το έκανε με απόλυτη αφοσίωση, εργαζόμενος μέρα νύχτα, τα Σάββατα και τις Κυριακές, όλες τις ώρες, και πραγματικά είχε σκοπό να λύσει προβλήματα με τεράστιες προεκτάσεις.

Τότε ήταν που καταπιάστηκε με το έργο να εφαρμόσει τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού στην οργάνωση της παραγωγής, έτσι όπως αυτός τις αντιλαμβανόταν, έτσι όπως ο ίδιος τις έβλεπε. Αφιέρωσε χρόνια σε αυτή την προσπάθεια· μίλησε και έγραψε πολύ πάνω σε όλα αυτά τα ζητήματα και πράγματι κατόρθωσε να αναπτύξει μια αρκετά λεπτομερή και εμβριθή θεωρία πάνω στον τρόπο με τον οποίο, κατά τη γνώμη του, έπρεπε να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός και να προχωρήσουμε προς μια κομμουνιστική κοινωνία.

Πρόσφατα συγκεντρώθηκαν όλες αυτές οι ιδέες σε ένα βιβλίο που έγραψε ένας οικονομολόγος, το οποίο και βραβεύτηκε από το Casa de las Americas. Ο συγγραφέας έχει επάξια συγγεντρώσει, μελετήσει και παρουσιάσει, σε ένα βιβλίο, όλη την ουσία της οικονομικής σκέψης του Τσε, που συνέλλεξε από πολλά υλικά, γραπτά ή προφορικά, άρθρα και ομιλίες, σχετικά με το καίριο ζήτημα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ο τίτλος του βιβλίου είναι Η οικονομική σκέψη του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.

Έχουν γραφτεί τόσα πολλά αφιερώματα στις άλλες αρετές του, ενώ αυτή η πλευρά του, κατά τη γνώμη μου, έχει σε μεγάλο βαθμό αγνοηθεί στη χώρα μας. Ο Τσε είχε αναπτύξει πραγματικά εμβριθείς, θαρραλέες, τολμηρές ιδέες, οι οποίες ξεχώριζαν από πολλά χιλιοπερπατημένα μονοπάτια.

Στην ουσία, όμως, στην ουσία! ο Τσε ήταν ριζικά αντίθετος με τη χρήση και την ανάπτυξη καπιταλιστικών οικονομικών νόμων και καπιταλιστικών κατηγοριών στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Υποστήριζε κάτι στο οποίο έχουμε συχνά επιμείνει: Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού δεν είναι μόνο ζήτημα παραγωγής και διανομής του πλούτου· είναι επίσης ζήτημα διαπαιδαγώγησης και συνείδησης. Ο Τσε ήταν κάθετα αντίθετος στη χρήση αυτών των κατηγοριών που έχουν μεταφερθεί από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, ως εργαλεία για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας.

Σε μια δεδομένη στιγμή, ορισμένες από τις ιδέες του Τσε ερμηνεύτηκαν λανθασμένα και ακόμη περισσότερο εφαρμόστηκαν λανθασμένα. Βέβαια, δεν έγινε ποτέ σοβαρή προσπάθεια να εφαρμοστούν στην πράξη και ήρθε μια εποχή όπου άρχισαν να επιβάλλονται ιδέες διαμετρικά αντίθετες προς την οικονομική σκέψη του Τσε.

Δεν είναι αυτή εδώ η κατάλληλη στιγμή να εμβαθύνουμε στο θέμα. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να εκφράσω μια σκέψη: Σήμερα, στην εικοστή επέτειο από τον θάνατο του Τσε· σήμερα, ενώ βρισκόμαστε στη μέση μιας βαθύτατης διαδικασίας επανόρθωσης στην οποία εμπλεκόμαστε όλοι, κατανοούμε πλήρως ότι επανόρθωση δεν σημαίνει εξτρεμισμός, ότι επανόρθωση δεν είναι δυνατό να σημαίνει ιδεαλισμός, ότι για κανένα λόγο δεν πρέπει να σημαίνει έλλειψη ρεαλισμού, ότι επανόρθωση δεν μπορεί ούτε να υποδηλώνει απότομες αλλαγές.

Όπως είπα νωρίτερα, επανόρθωση σημαίνει να αναζητούμε νέες λύσεις σε παλιά προβλήματα, διορθώνοντας πολλές αρνητικές τάσεις που αναπτύσσονταν · ότι η επανόρθωση περιλαμβάνει την ορθότερη χρήση του συστήματος και των μηχανισμών που διαθέτουμε σήμερα, ένα Σύστημα Οικονομικής Διαχείρισης και Σχεδιασμού το οποίο, όπως είπαμε στη συνεδρίαση των επιχειρήσεων, ήταν ένα άλογο κουτσό, ψωριάρικο με πολλές πληγές τις οποίες θεραπεύαμε με ιώδιο και γράφαμε φάρμακα, βάζαμε λάμες στο ένα πόδι και έτσι τακτοποιούσαμε, κουτσά στραβά, το σακάτικο άλογο. Είπα τότε ότι αυτό που οφείλουμε να κάνουμε τώρα είναι να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε αυτό το άλογο, γνωρίζοντας τις κακές του συνήθειες, τους κινδύνους που διατρέχουμε, πως κλοτσάει και τινάζεται για να ρίξει τον καβαλάρη, και να προσπαθήσουμε να το κατευθύνουμε στον δικό μας δρόμο και όχι να πάμε εκεί όπου θέλει αυτό να μας πάει. Προτείναμε ότι πρέπει πια να πάρουμε τα γκέμια στα χέρια μας! [Χειροκροτήματα]

Αυτά είναι πολύ σοβαρά, πολύ σύνθετα ζητήματα και με αυτά δεν έχουμε την πολυτέλεια να πυροβολούμε στα τυφλά και ούτε να μπούμε σε κανενός είδους περιπέτεια. Κάτι αξίζει η εμπειρία τόσων ετών την οποία αρκετοί από εμάς είχαμε το προνόμιο να αποκτήσουμε μέσα από μια επαναστατική διαδικασία. Γι’ αυτόν τον λόγο λέμε σήμερα ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να εκπληρώνουμε το πλάνο από την άποψη της χρηματικής αξίας και μόνο· πρέπει επίσης να το εκπληρώνουμε από την άποψη των αγαθών τα οποία παράγονται. Το απαιτούμε κατηγορηματικά και οποιοσδήποτε ενεργεί διαφορετικά πρέπει να φεύγει από τη θέση του χωρίς καθυστέρηση, γιατί δεν υπάρχει άλλη επιλογή! [Χειροκροτήματα]

Υποστηρίζουμε ότι όλα τα έργα πρέπει να ξεκινούν και να τελειώνουν γρήγορα, έτσι ώστε να μην επαναληφθεί ποτέ αυτό που μας συνέβη εξαιτίας των κακών συνηθειών του κουτσού μας αλόγου: αυτή η δουλειά, να σκάβουμε και να θεμελιώνουμε μερικές κολόνες, επειδή αυτό αξίζει πολλά, και μετά να μην τελειώνουμε το κτίριο, επειδή αυτό αξίζει λίγα· αυτή η τάση να λέμε: «εκπληρώσαμε το πλάνο όσον αφορά την αξία, αλλά δεν τελειώσαμε ούτε ένα κτίριο», με την οποία αναγκαζόμασταν να σπαταλάμε εκατοντάδες εκατομμύρια, δισεκατομμύρια χωρίς να τελειώνουμε ποτέ τίποτα.

Μας πήρε δεκατέσσερα χρόνια να χτίσουμε ένα ξενοδοχείο! Δεκατέσσερα χρόνια, σπαταλώντας σιδερόβεργες, άμμο, χαλίκι, τσιμέντο, ελαστικά, βενζίνη και ανθρώπινο δυναμικό, πριν μπορέσει η χώρα να εισπράξει ούτε ένα λεπτό του πέσο από τη χρήση του ξενοδοχείου. Μας πήρε έντεκα χρόνια για να τελειώσει το νοσοκομείο μας εδώ στο Πινάρ ντελ Ρίο! Είναι αλήθεια ότι στο τέλος τελείωσε και μάλιστα τελείωσε καλά, αλλά τέτοιου είδους περιστατικά δεν πρέπει να συμβούν ποτέ ξανά.

Οι μικρομπριγάδες, οι οποίες διαλύθηκαν για χάρη τέτοιων μηχανισμών, ξαναγεννιούνται τώρα, σαν φοίνικες από τις στάχτες τους και μας δείχνουν το πραγματικό νόημα αυτού του μαζικού κινήματος, το νόημα αυτού του επαναστατικού δρόμου για την επίλυση των προβλημάτων που οι θεωρητικοί, οι τεχνοκράτες, αυτοί οι οποίοι δεν έχουν πίστη στον άνθρωπο και αυτοί οι οποίοι πιστεύουν στον καπιταλισμό της δεκάρας, είχαν φρενάρει και αποδιοργανώσει. Έτσι μας οδηγούσαν σε επικίνδυνες καταστάσεις.

Στην πρωτεύουσα, όπου πρωτοαναπτύχθηκαν οι μικρομπριγάδες και μας πικραίνει πολύ η σκέψη ότι πριν από δεκαπέντε χρόνια είχαμε βρει μια άριστη λύση για ένα τόσο ζωτικό πρόβλημα, διαλύθηκαν όταν βρίσκονταν στο απόγειό τους. Και έτσι στην πρωτεύουσα δεν είχαμε το ανθρώπινο δυναμικό ούτε για χτίσουμε κατοικίες· έτσι, τα προβλήματα συσσωρεύονταν, με δεκάδες χιλιάδες αναστηλωμένα σπίτια να κινδυνεύουν να καταρρεύσουν και να σκοτωθούν άνθρωποι.

Τώρα οι μικρομπριγάδες αναγεννήθηκαν και στην πρωτεύουσα υπάρχουν ήδη περισσότερα από 20.000 μέλη μικρομπριγάδων. Δεν βρίσκονται σε αντίθεση με το κουτσό μας άλογο, με το Σύστημα Οικονομικής Διαχείρισης και Σχεδιασμού, γιατί απλώς τα μέλη των μπριγάδων πληρώνονται από το εργοστάσιο ή όποιον άλλο χώρο εργασίας τους στέλνει στο εργοτάξιο, ενώ ο μισθός του μέλους της μικρομπριγάδας αποδίδεται στο εργοστάσιο ή στον χώρο εργασίας από το κράτος. Η διαφορά είναι ότι εκεί που ο μικρομπριγαδίστας θα εργαζόταν κανονικά πέντε ή έξι ώρες, στη μικρομπριγάδα εργάζεται δέκα, έντεκα ή δώδεκα ώρες κάνοντας τη δουλειά δύο ή τριών ανθρώπων και η επιχείρηση εξοικονομεί χρήματα.

Ο καπιταλιστής της δεκάρας δεν μπορεί να πει ότι καταστρέφεται η επιχείρησή του. Αντίθετα, μπορεί να πει: «Βοηθούν την επιχείρηση. Κάνω τη δουλειά με τριάντα, σαράντα ή πενήντα λιγότερους ανθρώπους και ξοδεύω λιγότερα σε μισθούς». Μπορεί να πει: «Θα είμαι κερδοφόρος ή, τουλάχιστον, θα χάνω λιγότερα χρήματα· θα μοιράσω περισσότερα χρηματικά βραβεία και πριμ, μιας και τα έξοδα για μισθούς θα περιοριστούν». Οργανώνει καλύτερα την παραγωγή, βρίσκει σπίτια για τη συλλογικότητα των εργαζομένων οι οποίοι, με τη σειρά τους, είναι πιο ευχαριστημένοι γιατί έχουν σπίτια έτοιμα. Οικοδομούνται κοινωνικά έργα, όπως ειδικά σχολεία, πολυκλινικές, παιδικοί σταθμοί για τα παιδιά των εργαζόμενων γυναικών, για την οικογένεια.

Με λίγα λόγια, κάνουμε τώρα τόσα πολλά εξαιρετικά χρήσιμα πράγματα, τα οποία το κράτος τα προχωρά χωρίς να ξοδεύει ούτε ένα λεπτό του πέσο παραπάνω για μισθούς. Αυτά είναι πραγματικά θαύματα! Θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε τους καπιταλιστές της δεκάρας και τους κερδοσκόπους οι οποίοι έχουν τυφλή εμπιστοσύνη στους μηχανισμούς και στις καπιταλιστικές κατηγορίες: Μπορείτε να πραγματοποιήσετε ένα τέτοιο θαύμα; Θα καταφέρνατε να χτίσετε στην πρωτεύουσα 20.000 κατοικίες χωρίς να ξοδέψετε ούτε ένα λεπτό του πέσο παραπάνω σε μισθούς; Θα μπορούσατε να χτίσετε σε έναν χρόνο πενήντα παιδικούς σταθμούς, χωρίς να ξοδέψετε ούτε ένα λεπτό του πέσο παραπάνω σε μισθούς, όταν στο πενταετές πλάνο προβλεπόταν να χτιστούν μόλις πέντε και δεν χτίστηκαν ούτε αυτά, ενώ 19.500 μητέρες περίμεναν μια θέση για τα παιδιά τους την οποία δεν έβλεπαν ποτέ να ανοίγει.

Με αυτούς τους ρυθμούς, θα σας έπαιρνε 100 χρόνια! Έως τότε θα είχαν πεθάνει και ευτυχώς, το ίδιο θα είχαν πάθει και όλοι οι τεχνοκράτες, οι καπιταλιστές της δεκάρας και οι γραφειοκράτες οι οποίοι εμποδίζουν την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. [Χειροκροτήματα] Θα είχαν πεθάνει, χωρίς να δουν ποτέ τους τον εκατοστό παιδικό σταθμό.

Οι εργαζόμενοι της πρωτεύουσας θα έχουν τους 100 παιδικούς σταθμούς σε δύο χρόνια και οι εργαζόμενοι σε όλη τη χώρα θα έχουν 300 περίπου που χρειάζονται, σε τρία χρόνια. Αυτό θα φέρει εύκολα το σύνολο των εγγραφών σε παιδικούς σταθμούς στις 70.000 με 80.000, χωρίς να πληρωθεί σε μισθούς ούτε ένα λεπτό του πέσο παραπάνω ή να προσληφθούν επιπλέον εργαζόμενοι, ενώ με τους ρυθμούς που προχωρούσαμε, με πλεονάζον προσωπικό παντού, θα καταλήγαμε να εισαγάγουμε εργαζόμενους από την Τζαμάικα, την Αϊτή, κάποιο νησί της Καραϊβικής ή από κάποιο άλλο μέρος του κόσμου. Προς τα εκεί βαδίζαμε.

Φαίνεται ότι στην πρωτεύουσα σήμερα ο ένας στους οκτώ εργαζόμενους μπορεί να κινητοποιηθεί, είμαι βέβαιος. Αυτό δεν είναι απαραίτητο, γιατί δεν θα υπήρχαν αρκετά υλικά για να πιάσουν δουλειά 100.000 άνθρωποι, εργαζόμενοι στην Αβάνα, κάνοντας ο καθένας τη δουλειά τριών. Βλέπουμε εντυπωσιακά παραδείγματα κατορθωμάτων εργασίας, και αυτό επιτυγχάνεται με μαζικές μεθόδους, με επαναστατικές μεθόδους, με κομμουνιστικές μεθόδους, συνδυάζοντας τα συμφέροντα ανθρώπων οι οποίοι βρίσκονται σε ανάγκη με τα συμφέροντα των εργοστασίων και τα συμφέροντα της κοινωνίας συνολικά.

Δεν θέλω να κρίνω διάφορες θεωρίες, αν και έχω τις δικές μου και γνωρίζω σε ποια πράγματα πιστεύω και σε ποια δεν πιστεύω και δεν μπορώ να πιστέψω. Τα ζητήματα αυτά συζητιούνται συχνά σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο. Το μόνο που ζητώ, με κάθε σεμνότητα, στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας επανόρθωσης, στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας και αυτού του αγώνα στον οποίο θα συνεχίσουμε, όπως ήδη έχουμε εξηγήσει, με το κουτσό μας το άλογο, όσο μπορεί ακόμη να βαδίζει, αν βαδίζει, και μέχρι να μπορέσουμε να το πετάξουμε στην άκρη και να το αντικαταστήσουμε με ένα άλογο καλύτερο, καθώς θεωρώ ότι τίποτε το καλό δεν γίνεται βεβιασμένα, δίχως ανάλυση και βαθιά σκέψη, αυτό το οποίο ζητώ με κάθε σεμνότητα σε αυτή την εικοστή επέτειο, είναι να γίνει γνωστή η οικονομική σκέψη του Τσε· [Χειροκροτήματα] να γίνει γνωστή εδώ, στη Λατινική Αμερική, στον κόσμο, στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο, στον Τρίτο Κόσμο και στον σοσιαλιστικό κόσμο. Να γίνει γνωστή και εκεί!

Όπως εμείς εδώ μελετάμε πολλά κείμενα όλων των ειδών και πολλά εγχειρίδια, έτσι θα πρέπει να γίνει γνωστή και η οικονομική σκέψη του Τσε στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Να γίνει γνωστή! [Χειροκροτήματα]

Δεν λέω ότι πρέπει να την υιοθετήσουν, δεν χρειάζεται να εμπλακούμε σε κάτι τέτοιο. Καθένας πρέπει να υιοθετεί τη σκέψη, τη θεωρία, τη θέση την οποία κρίνει καταλληλότερη, αυτή που του ταιριάζει καλύτερα, σύμφωνα με την κρίση κάθε χώρας. Σέβομαι απόλυτα το δικαίωμα κάθε χώρας να εφαρμόζει τη μέθοδο ή τα συστήματα τα οποία θεωρεί κατάλληλα· το σέβομαι απολύτως!

Σε μια πολιτισμένη χώρα, σε έναν πολιτισμένο κόσμο, σε έναν κόσμο στον οποίο οι ιδέες συζητιούνται, ζητώ απλώς να γίνουν γνωστές οι οικονομικές θεωρίες του Τσε. [Χειροκροτήματα] Ζητώ ειδικά από τους φοιτητές των οικονομικών σχολών, από τις οποίες έχουμε πολλούς και διαβάζουν κάθε λογής μπροσούρες, εγχειρίδια, θεωρίες για τους διάφορους τύπους και τις αρχές του καπιταλισμού, να αρχίσουν επίσης να μελετούν την οικονομική σκέψη του Τσε, έτσι ώστε να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους.

Θα ήταν αφέλεια να πιστεύαμε ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος να γίνουν τα πράγματα, ότι μόνο αυτός ο τρόπος υπάρχει ο οποίος και προέκυψε από μια συγκεκριμένη εμπειρία, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο και μέσα από ειδικές ιστορικές περιστάσεις. Αυτό που ζητώ, αυτό που περιορίζομαι να ζητήσω, είναι λίγη περισσότερη κουλτούρα, η οποία να συνίσταται στη γνώση άλλων απόψεων, απόψεων που είναι τόσο σεβαστές, τόσο άξιες και τόσο συγκροτημένες όσο οι απόψεις του Τσε. [Χειροκροτήματα]

Che Guevara with Fidel Castro 11

Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι οι μελλοντικοί μας οικονομολόγοι, ότι οι μελλοντικές γενιές μας θα δρουν, θα ζουν και θα αναπτύσσονται όπως άλλο ένα είδος μικρού ζώου· σε αυτή την περίπτωση, όπως ένα μουλάρι το οποίο φοράει εκείνες τις παρωπίδες, που δεν το άφηναν να βλέπει στο πλάι· μουλάρια, που το μόνο που βλέπουν είναι το χορτάρι και το καρότο που κρέμονται μπροστά τους. Όχι! Θα ήθελα να διαβάζουν, όχι μόνο για να μεθούν με ορισμένες ιδέες, αλλά για να εξετάζουν και άλλες, να τις αναλύουν και να τις επεξεργάζονται.

Γιατί, αν μιλούσαμε με τον Τσε και του λέγαμε: «Κοίτα, μας συνέβησαν αυτά», όλα αυτά τα πράγματα που εξέθεσα νωρίτερα, αυτά που έγιναν στα κατασκευαστικά έργα, στη γεωργία, στη βιομηχανία, αυτά που συνέβησαν πράγματι στην παραγωγή αγαθών, την ποιότητα της εργασίας και άλλα, ο Τσε θα είχε πει: «Είναι ακριβώς όπως τα είχα πει, είναι όπως τα είπα». Θα έλεγε: «Σας είχα προειδοποιήσει. Αυτό που συμβαίνει είναι ακριβώς αυτό που πίστευα ότι θα συμβεί», γιατί απλώς έτσι έχουν τα πράγματα. [Χειροκροτήματα]

Θέλω ο λαός μας να είναι ένας λαός ιδεών, εννοιών. Θέλω να αναλύσει αυτές τις ιδέες, να τις επεξεργαστεί και, αν το θελήσει, να τις συζητήσει. Θεωρώ ότι τα ζητήματα αυτά είναι θεμελιώδη.

Είναι πιθανόν ορισμένες από τις ιδέες του Τσε να είναι στενά δεμένες με τα αρχικά στάδια της επανάστασης· για παράδειγμα, η πεποίθησή του ότι, όταν ένας εργαζόμενος υπερκαλύπτει τον στόχο παραγωγής, οι αποδοχές του δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τις αποδοχές ενός εργαζόμενου της αμέσως ανώτερης μισθολογικής βαθμίδας. Αυτό που ήθελε ο Τσε ήταν ο εργαζόμενος να μελετά και συνέδεσε το σκεπτικό του με την ιδέα ότι ο λαός μας, που είχε τότε φτωχή μόρφωση και λιγοστή τεχνική κατάρτιση, έπρεπε να μελετήσει. Σήμερα ο λαός μας έχει πολύ καλύτερη κατάρτιση, είναι πολύ πιο μορφωμένος. Θα μπορούσαμε να το συζητήσουμε αν θα έπρεπε τώρα να κερδίζει τα ίδια ή και περισσότερα από την αμέσως ανώτερη μισθολογική βαθμίδα. Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε ζητήματα πιο κοντά στη σημερινή πραγματικότητα, στην πραγματικότητα ενός πολύ πιο μορφωμένου λαού, ενός λαού με πολύ καλύτερη τεχνική κατάρτιση, αν και δεν πρέπει ποτέ να παραιτηθούμε από την ιδέα της συνεχούς βελτίωσης του τεχνικού και εκπαιδευτικού μας επιπέδου.

Όμως, πολλές από τις απόψεις του Τσε είναι απόλυτα επίκαιρες σήμερα, απόψεις χωρίς τις οποίες, είμαι πεπεισμένος, δεν είναι δυνατόν να οικοδομηθεί ο κομμουνισμός, όπως η άποψή του ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να διαφθείρεται· ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει ποτέ να αποξενώνεται· η άποψή του ότι χωρίς συνείδηση, παράγοντας απλώς πλούτο, δεν είναι δυνατό να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός ως μια ανώτερη κοινωνία και ότι ο κομμουνισμός δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να οικοδομηθεί έτσι. [Χειροκροτήματα]

Πιστεύω ότι πολλές από τις αντιλήψεις του Τσε –πολλές από τις αντιλήψεις του!– είναι πολύ επίκαιρες σήμερα.

Αν γνωρίζαμε, αν είχαμε αφομοιώσει την οικονομική σκέψη του Τσε, θα ήμασταν εκατό φορές πιο ετοιμοπόλεμοι, πράγμα που σημαίνει ότι θα ξέραμε καλύτερα να ιππεύαμε το άλογο και όποτε το άλογο ήθελε να στρίψει δεξιά ή αριστερά, όπου ήθελε να στρίψει παρόλο που, μην ξεχνάτε, αυτό εδώ ήταν ένα «δεξιό» άλογο θα ξέραμε να του τραβήξουμε δυνατά τα γκέμια και να το φέρουμε πίσω στον σωστό δρόμο και όποτε αυτό αρνιόταν να κινηθεί, θα ξέραμε να χρησιμοποιούμε δυνατά τα σπιρούνια. [Χειροκροτήματα]

Θεωρώ ότι ένας καβαλάρης, δηλαδή ένας οικονομολόγος, δηλαδή ένα κομματικό στέλεχος, δηλαδή ένα διοικητικό στέλεχος, οπλισμένο με τις απόψεις του Τσε, θα ήταν καλύτερα εφοδιασμένο να οδηγήσει το άλογο στον σωστό δρόμο.

Και μόνο η εξοικείωση με τη σκέψη του Τσε, μόνο να γνώριζε τις απόψεις του, θα του έδινε τη δυνατότητα να πει: «Την έχω άσχημα εδώ, τα πάω άσχημα εκεί, αυτό είναι συνέπεια αυτού, εκείνου ή του άλλου», αρκεί το σύστημα και οι μηχανισμοί για να οικοδομήσουμε τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό να αναπτύσσονται πραγματικά και να βελτιώνονται.

Το λέω αυτό γιατί είναι βαθύτατη πεποίθησή μου ότι, αν η σκέψη του παραμείνει άγνωστη, θα είναι πολύ δύσκολο να πάμε πολύ μακριά, να υλοποιήσουμε τον πραγματικό σοσιαλισμό, τον πραγματικό επαναστατικό σοσιαλισμό, τον σοσιαλισμό με σοσιαλιστές, τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό με κομμουνιστές. Είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι θα ήταν έγκλημα να αγνοήσουμε αυτές τις αντιλήψεις. Αυτό είναι το ζήτημα που σας θέτω.

Έχουμε αρκετή εμπειρία ώστε να γνωρίζουμε πώς να αντιμετωπίζουμε καταστάσεις· και στις απόψεις και τη σκέψη του Τσε υπάρχουν εξαιρετικά πολύτιμες, τεράστιας αξίας αρχές, οι οποίες υπερβαίνουν την εικόνα που έχουν πολλοί άνθρωποι για τον Τσε ως ένα θαρραλέο, ηρωικό, αγνό άνθρωπο, τον Τσε ως άγιο εξαιτίας των αρετών του, ως μάρτυρα εξαιτίας της ανιδιοτέλειας και του ηρωισμού του. Ο Τσε ήταν επίσης ένας επαναστάτης, ένας στοχαστής, ένας θεωρητικός, ένας άνθρωπος των μεγάλων ιδεών, ο οποίος είχε την ικανότητα να επεξεργάζεται με μεγάλη συνέπεια μεθόδους και αρχές που είναι αναμφισβήτητα απαραίτητες στον δρόμο της επανάστασης.

Οι καπιταλιστές είναι πανευτυχείς όταν ακούν τον κόσμο να μιλάει για ενοίκια, κέρδη, επιτόκια, πριμ, σούπερ πριμ· όταν ακούν να γίνεται λόγος για αγορές, για την προσφορά και τη ζήτηση ως στοιχεία που ρυθμίζουν την παραγωγή και προωθούν την ποιότητα, την αποδοτικότητα και όλα αυτά τα πράγματα. Γιατί σκέφτονται: «Τώρα μιλάν τη δική μου γλώσσα, αυτή είναι η δική μου φιλοσοφία, αυτό είναι το δικό μου δόγμα», και χαίρονται όταν ο σοσιαλισμός ασχολείται με τέτοια πράγματα, γιατί γνωρίζουν ότι αποτελούν απαραίτητα στοιχεία της θεωρίας, των νόμων και των κατηγοριών του καπιταλισμού.

Αρκετοί καπιταλιστές ασκούν κριτική σε εμάς τους ίδιους· προσπαθούν να κάνουν τον κόσμο να πιστέψει ότι οι Κουβανοί επαναστάτες δεν είναι ρεαλιστές, ότι πρέπει να ενδώσουμε και εμείς στο δέλεαρ του καπιταλισμού· γι’αυτό στρέφουν πάνω μας τα πυρά τους. Θα δούμε, όμως, πόσο μακριά θα φτάσουμε, συνεχίζοντας να προχωράμε καβάλα στο γερασμένο κουτσό άλογό μας, το γεμάτο πληγές, αλλά με σωστή καθοδήγηση, για όσο διάστημα δεν διαθέτουμε τίποτε καλύτερο από αυτό το γερασμένο παλιάλογο. Θα δούμε πόσο μακριά θα φτάσουμε στη διαδικασία επανόρθωσης με τα μέτρα τα οποία παίρνουμε τώρα.

Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που σε τούτη την εικοστή επέτειο κάνω έκκληση στα μέλη του κόμματος, στους νέους, στους φοιτητές μας, στους οικονομολόγους μας να μελετήσουμε και να εξοικειωθούμε με την πολιτική και την οικονομική σκέψη του Τσε.

Ο Τσε είναι μια μορφή με τεράστιο κύρος. Ο Τσε είναι μια μορφή που η επιρροή της όλο και μεγαλώνει. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι αυτοί που αισθάνονται απογοήτευση ή τολμούν να πολεμήσουν τις απόψεις του Τσε ή χρησιμοποιούν ορισμένους όρους για να περιγράψουν τον Τσε ή τον απεικονίζουν ως ονειροπόλο, ως άνθρωπο που δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα, δεν αξίζουν τον σεβασμό κανενός επαναστάτη. Γι’ αυτό θέλουμε οι νέοι μας να κατέχουν αυτό το εργαλείο, να χειρίζονται αυτό το όπλο, ακόμη και αν, για την ώρα, χρησιμεύει μόνο για να προτρέπει και να λέει: Μην ακολουθείς τον λάθος δρόμο τον οποίο προέβλεψε ο Τσε· ακόμα και αν χρησιμεύει μόνο για να εμπλουτίζουμε τις γνώσεις μας· ακόμα και αν χρησιμεύει μόνο για να μας αναγκάσει να ψάξουμε πιο πέρα ή να εμβαθύνουμε την επαναστατική μας σκέψη.

Ειλικρινά πιστεύω ότι περισσότερο και από αυτή την τελετή, περισσότερο και από τις επίσημες εκδηλώσεις, περισσότερο και από όλες τις τιμές, ο καλύτερος, πραγματικά, φόρος τιμής στον Τσε είναι αυτό το οποίο καταφέρνουμε στην πράξη. Το πνεύμα εργατικότητας που αρχίζει να διακρίνεται σε τόσα πολλά μέρη και εκδηλώνεται μέσα από τόσα πολλά παραδείγματα σε τούτη την περιφέρεια: οι εργαζόμενοι στο Βινιάλες οι οποίοι εργάζονται δώδεκα και δεκατέσσερις ώρες χτίζοντας μικρο-υδροφράγματα, που τα ξεκινούν και τα τελειώνουν το ένα μετά το άλλο και το κόστος κατασκευής τους ανέρχεται στο ήμισυ του κόστους που υπολογίζαμε χωρίς τις μπριγάδες, με αποτέλεσμα ότι αν τα συγκρίνουμε με άλλα έργα αν ήταν να χρησιμοποιήσουμε έναν καπιταλιστικό όρο, αν και ο Τσε ήταν αντίθετος ακόμα και στη χρήση καπιταλιστικών όρων όταν αναλύουμε ζητήματα του σοσιαλισμού αν ήταν, λοιπόν, να χρησιμοποιήσουμε τον όρο κερδοφορία, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι άνθρωποι που εργάζονται στην μπριγάδα οικοδόμησης μικρουδροφραγμάτων στο Βινιάλες είναι πάνω από 100% αποδοτικοί πάνω από 100% αποδοτικοί! [Χειροκροτήματα]

Γιατί ο Τσε ήταν ολότελα αφιερωμένος, προσηλωνόταν πραγματικά και έδινε προτεραιότητα στον υπολογισμό και στην ανάλυση των εξόδων και του κόστους, μέχρι το τελευταίο λεπτό του πέσο. Ο Τσε δεν μπορούσε να διανοηθεί την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και τη διαχείριση της οικονομίας χωρίς την κατάλληλη οργάνωση, χωρίς αποτελεσματικούς ελέγχους και τον αυστηρό υπολογισμό του κάθε λεπτού. Ο Τσε δεν μπορούσε να διανοηθεί την ανάπτυξη χωρίς την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Μελέτησε ακόμα και μαθηματικά ώστε να χρησιμοποιήσει μαθηματικές εξισώσεις στον έλεγχο της οικονομίας και στην καταμέτρηση της αποδοτικότητας της οικονομίας. Ακόμα περισσότερο, ο Τσε έβλεπε ότι μια μέρα οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές θα παίξουν έναν ουσιώδη, θεμελιώδη και καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση της οικονομίας, για τον υπολογισμό της παραγωγικότητας στον σοσιαλισμό.

Διαβάστε την συνέχεια στο Γ’ Μέρος.

Φιντέλ Κάστρο- Πολλές από τις ιδέες του Τσε παραμένουν επίκαιρες στο ακέραιο (Μέρος ‘Α)

Fidel Castro-Che GuevaraΗ ομιλία αυτή εκφωνήθηκε στις 8 Οκτώβρη 1987 στην κεντρική τελετή για την εικοστή επέτειο του θανάτου του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρονικών εξαρτημάτων της πόλης Πινάρ ντελ Ρίο που είχε πρόσφατα ανοίξει τις πύλες του. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Γκράνμα, όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας στο φύλλο της 12 Οκτώβρη 1987. Το παρόν αναδημοσιεύεται από το βιβλίο του Κάρλος Ταμπλάδα «Η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού» (Εκδόσεις Διεθνές Βήμα, 2014). 

Φιντέλ Κάστρο,
8 Οκτώβρη 1987.

Συναγωνίστριες και συναγωνιστές,

Πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια, στις 18 Οκτώβρη 1967, συναντηθήκαμε στην Πλατεία της Επανάστασης, ανάμεσα σε ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων, για να τιμήσουμε τον συναγωνιστή Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Ήταν πολύ πικρές, πολύ δύσκολες εκείνες οι μέρες, όταν κατέφθαναν πληροφορίες για τα γεγονότα στο Βάδο ντελ Γιέσο, στη ρεματιά Γιούρο, όπου ο Τσε είχε πέσει στη μάχη, σύμφωνα με τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων.

Δεν αργήσαμε να καταλάβουμε ότι οι αναφορές αυτές ήταν απόλυτα ακριβείς, αφού συνοδεύονταν από κείμενα και φωτογραφίες, οι οποίες το αποδείκνυαν πέρα από κάθε αμφιβολία. Για αρκετές μέρες οι ειδήσεις εισέρρεαν ωσότου, με όλες αυτές τις πληροφορίες στα χέρια μας αν και δεν γνωρίζαμε πολλές από τις λεπτομέρειες που ξέρουμε σήμερα πραγματοποιήθηκε εκείνη η μεγάλη μαζική συγκέντρωση, στην οποία με σεμνότητα αποχαιρετίσαμε για τελευταία φορά τον συναγωνιστή μας που έπεσε στη μάχη.

Έχουν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια από τότε, και σήμερα, στις 8 Οκτώβρη, τιμούμε την μέρα που έπεσε στη μάχη. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες τις οποίες σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας, στην πραγματικότητα δολοφονήθηκε την επομένη από τη μέρα που τον συνέλαβαν, αφού τον βρήκαν άοπλο και τραυματισμένο το όπλο του είχε αχρηστευτεί στη μάχη. Αυτός είναι ο λόγος που έγινε παράδοση να τιμούμε αυτό το δραματικό γεγονός στις 8 Οκτώβρη.

Ο πρώτος χρόνος πέρασε και μετά πέρασαν πέντε, δέκα, δεκαπέντε και τώρα είκοσι χρόνια, και κάθε φορά είναι ανάγκη να θυμόμαστε στις ιστορικές του διαστάσεις εκείνο το γεγονός και πάνω απ’ όλα τον άνθρωπο που πρωταγωνίστησε σε αυτό. Έτσι με τον πιο φυσικό τρόπο, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη ή προμελέτη, αυθόρμητα, όλοι οι τομείς, το σύνολο του λαού, φέρνει την ημερομηνία αυτή στη μνήμη του τους τελευταίους μήνες.

Θα μπορούσαμε να τιμήσουμε την εικοστή επέτειο με σεμνότητα, όπως κάνουμε εδώ σήμερα: με ενός λεπτού σιγή, με τον ύμνο, με το έξοχο ποίημα του Νικολάς Γκιγιέν, που αντήχησε με την ίδια φωνή την οποία ακούσαμε και πριν από είκοσι χρόνια.
Θα μπορούσα να δώσω μια πολύ επίσημη, στομφώδη ομιλία, ίσως μια γραπτή ομιλία, την ώρα αυτή που λόγω του φόρτου της δουλειάς είναι ζήτημα εάν μας μένει ένα λεπτό για βαθύτερους στοχασμούς γύρω από όλα εκείνα τα γεγονότα και για όλα όσα θα μπορούσα να πω εδώ, πόσο μάλλον να γράψω μια ομιλία.

Γι’ αυτόν τον λόγο θα προτιμούσα να φέρω στον νου μου τον Τσε, να μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί σας, επειδή έχω σκεφτεί πολύ για τον Τσε.

Έδωσα μια συνέντευξη, μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε χτες στη χώρα μας, σε έναν Ιταλό δημοσιογράφο, ο οποίος με είχε μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες για σχεδόν δέκα έξι ώρες στη σειρά. Στην πραγματικότητα ήταν κινηματογραφικές, όχι τηλεοπτικές οι κάμερες επειδή, για να έχει καλύτερη ποιότητα εικόνας στη δουλειά του, δεν χρησιμοποίησε βιντεοκασέτες, μερικές από τις οποίες διαρκούν δύο ώρες, αλλά κινηματογραφικές κάμερες.

Άλλαζε καρούλια κάθε είκοσι ή είκοσι πέντε λεπτά και έτσι ήταν μια εξαντλητική συνέντευξη. Κάτι που θα έπρεπε να μας είχε πάρει τρεις μέρες, χρειάστηκε να το τελειώσουμε σε μία, γιατί δεν υπήρχε περισσότερος χρόνος. Αρχίσαμε μια Κυριακή, πριν από το μεσημέρι, και τελειώσαμε στις πέντε το πρωί της επόμενης μέρας. Είχε περισσότερες από 100 ερωτήσεις. Ανάμεσα στα διάφορα θέματα, ο δημοσιογράφος ενδιαφερόταν πολύ να συζητήσει για τον Τσε και κάπου ανάμεσα στις τρεις και τις τέσσερις η ώρα το πρωί μπήκαμε στο θέμα. Προσπάθησα να απαντήσω σε καθεμία από τις ερωτήσεις του και έκανα ιδιαίτερη προσπάθεια να συνοψίσω τις αναμνήσεις μου για τον Τσε.

Του είπα ό,τι αισθανόμουν, και θεωρώ ότι πολλοί σύντροφοι αισθάνονται το ίδιο, όσον αφορά τη μοναδική παρουσία του Τσε. Πρέπει να θυμόμαστε την ιδιαίτερη σχέση με τον Τσε, τη στοργή, τους αδελφικούς, συντροφικούς δεσμούς, τους αγώνες που δώσαμε μαζί, για σχεδόν δώδεκα χρόνια, από τη στιγμή που συναντηθήκαμε στο Μεξικό έως το τέλος· μια περίοδο πλούσια σε ιστορικά γεγονότα, μερικά από τα οποία δημοσιεύτηκαν μόλις τις τελευταίες μέρες.

Ήταν μια ιστορική περίοδος γεμάτη ηρωικές και ένδοξες πράξεις, από την ώρα που ο Τσε ενώθηκε μαζί μας στην εκστρατεία του Γκράνμα: η απόβαση, οι αντιξοότητες, οι πιο δύσκολες μέρες, η επανέναρξη του αγώνα στα βουνά, η ανασυγκρότηση ενός στρατού σχεδόν από την αρχή, οι πρώτες συγκρούσεις και οι τελευταίες μάχες.

Ύστερα ήρθε εκείνη η γεμάτη ένταση περίοδος που ακολούθησε τη νίκη της επανάστασης: οι πρώτοι επαναστατικοί νόμοι, με τους οποίους προσπαθήσαμε να είμαστε απόλυτα πιστοί στις δεσμεύσεις μας απέναντι στον λαό και πραγματοποιήσαμε μια αληθινά ριζική μεταρρύθμιση στη ζωή της χώρας. Τα γεγονότα διαδέχονταν γοργά το ένα το άλλο: άρχισαν οι επιθέσεις του ιμπεριαλισμού, ο αποκλεισμός, οι εκστρατείες κατασυκοφάντησης της επανάστασης μόλις αρχίσαμε να απονέμουμε δικαιοσύνη στους εγκληματίες και τους φονιάδες που είχαν δολοφονήσει χιλιάδες συμπατριώτες μας, ο οικονομικός αποκλεισμός, η εισβολή στη Χιρόν, η διακήρυξη του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης, ο αγώνας κατά των μισθοφόρων, η κρίση του Οκτώβρη, τα πρώτα βήματα προς την οικοδόμηση του σοσιαλισμού όταν ακόμη δεν είχαμε τίποτε ούτε εμπειρία, ούτε στελέχη, ούτε μηχανικούς, ούτε οικονομολόγους και σχεδόν καθόλου τεχνικούς, όταν απομείναμε σχεδόν χωρίς γιατρούς, αφού οι 3.000 από τους 6.000 γιατρούς που υπήρχαν στη χώρα έφυγαν για το εξωτερικό.

Ύστερα ήρθε η πρώτη και μετά η δεύτερη Διακήρυξη της Αβάνας, ξεκίνησε η περίοδος της απομόνωσης που επιβλήθηκε στη χώρα μας, η συλλογική διακοπή των διπλωματικών σχέσεων από όλες τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, με την εξαίρεση του Μεξικού. Ήταν μια περίοδος στην οποία, παράλληλα με όλες αυτές τις εξελίξεις, έπρεπε να οργανώσουμε την οικονομία της χώρας. Ήταν μια σχετικά σύντομη αλλά πλούσια περίοδος, γεμάτη αλησμόνητα γεγονότα.

Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι ο Τσε επέμενε σε μια παλιά του επιθυμία, μια παλιά του ιδέα: να επιστρέψει στη Νότια Αμερική, στη χώρα του, για να κάνει την επανάσταση βασισμένος στην εμπειρία που απέκτησε στη χώρα μας. Ας θυμηθούμε τη μυστικότητα με την οποία έπρεπε να οργανωθεί η αναχώρησή του, το μπαράζ δυσφήμησης που δέχτηκε η επανάσταση, όταν έκαναν λόγο για συγκρούσεις, για διαφορές με τον Τσε ή ότι ο Τσε είχε εξαφανιστεί. Κυκλοφορούσε ακόμα και η φήμη ότι είχε δολοφονηθεί εξαιτίας κάποιας διάσπασης στους κόλπους της επανάστασης.

Στο μεταξύ η επανάσταση ήρεμα και ακλόνητα υπέμενε αυτή την άγρια επίθεση, γιατί πέρα και πάνω από τον εκνευρισμό και την πικρία που προκαλούσαν εκείνες οι εκστρατείες, το σημαντικό θέμα ήταν να μπορέσει ο Τσε να πραγματοποιήσει τους στόχους του· το σημαντικό θέμα ήταν να διασφαλιστεί ότι δεν θα κινδυνέψει ο ίδιος και οι συμπατριώτες μας που ήταν μαζί του στις ιστορικές του αποστολές.

Στη συνέντευξη εξήγησα από πού πήγαζε η ιδέα αυτή, πως, όταν ενώθηκε μαζί μας, είχε θέσει μόνο έναν όρο: ότι, όταν θα είχε γίνει η επανάσταση, όταν θα ήθελε να επιστρέψει στη Νότια Αμερική, δεν θα παρουσιαζόταν κάποιο εμπόδιο ή υποχρέωση απέναντι στο κράτος να τον παρεμποδίσει, ότι δεν θα του απαγορεύαμε να το κάνει. Του απαντήσαμε τότε ότι ναι, θα μπορούσε να προχωρήσει και ότι θα τον υποστηρίζαμε. Κατά καιρούς μάς υπενθύμιζε αυτή την υπόσχεση, μέχρι που ήρθε η στιγμή που αποφάσισε ότι ήταν η ώρα να φύγει.
Όχι μόνο τηρήσαμε την υπόσχεσή μας να μην εμποδίσουμε την αναχώρησή του, αλλά τον βοηθήσαμε με κάθε τρόπο να πραγματοποιήσει αυτό το εγχείρημα. Προσπαθήσαμε να καθυστερήσουμε λίγο την αναχώρησή του. Του δώσαμε άλλα καθήκοντα ώστε να εμπλουτίσει την εμπειρία του στο αντάρτικο και προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις εκείνες ώστε να μη χρειαστεί να περάσει ο ίδιος το πιο δύσκολο στάδιο, το αρχικό στάδιο της οργάνωσης ενός αντάρτικου κινήματος, όπως γνωρίζαμε καλά από τη δική μας εμπειρία.

Εκτιμούσαμε το ταλέντο του Τσε, την εμπειρία του και τον ρόλο του. Ήταν ένα στέλεχος κατάλληλο να αναλάβει τις μεγαλύτερες, στρατηγικής σημασίας αποστολές και ίσως θα ήταν καλύτερα να αναλάμβαναν άλλοι σύντροφοι την πρωταρχική οργανωτική δουλειά και ο ίδιος να συμμετείχε σε ένα πιο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας.

Αυτό ταίριαζε επίσης με την πολιτική μας, κατά τη διάρκεια του πολέμου, να διαφυλάττουμε τα στελέχη που διακρίνονταν για να αναλαμβάνουν όλο και πιο σημαντικές και στρατηγικής σημασίας αποστολές.

Δεν είχαμε πολλά έμπειρα στελέχη και, όσα διακρίνονταν, δεν τα στέλναμε κάθε μέρα με μια ομάδα που θα έστηνε ενέδρα· προτιμούσαμε να τους αναθέτουμε πιο σημαντικά καθήκοντα, σύμφωνα με την ικανότητα και την εμπειρία τους.
Θυμάμαι λοιπόν ότι, όταν ξεκίνησε η τελική επίθεση του Μπατίστα στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα ενάντια στις μαχητικές αλλά ολιγάριθμες δυνάμεις μας, δεν τοποθετήσαμε τα πιο έμπειρα στελέχη μας στις πρώτες γραμμές· τους αναθέσαμε στρατηγικής σημασίας ηγετικές αποστολές και τους κρατούσαμε ακριβώς για τη σαρωτική μας αντεπίθεση. Δεν θα είχε νόημα να τοποθετήσουμε τον Τσε, τον Καμίλο [Σιενφουέγος] και άλλους συντρόφους, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει σε πολυάριθμες μάχες, επικεφαλής μιας ομάδας. Τους προστατεύαμε ώστε να μπορούν μετέπειτα να ηγηθούν στις φάλαγγες που θα αναλάμβαναν επικίνδυνες αποστολές ύψιστης σημασίας. Τότε ήταν που τους στέλναμε σε εχθρικό έδαφος, με πλήρη ευθύνη και συναίσθηση των κινδύνων, όπως στην περίπτωση της εισβολής στην επαρχία Λας Βίγιας που ηγήθηκαν ο Καμίλο και ο Τσε, μια εξαιρετικά δύσκολη αποστολή που απαιτούσε άντρες με μεγάλη εμπειρία και κύρος ως διοικητές φάλαγγας, άντρες ικανούς να φτάσουν στον στόχο.

Ακολουθώντας αυτή τη λογική και με δεδομένους τους αντικειμενικούς στόχους, θα ήταν πιθανώς καλύτερα αν είχε τηρηθεί αυτή η αρχή και ο Τσε εντασσόταν σε ένα επόμενο στάδιο. Πραγματικά, δεν ήταν τόσο απαραίτητο να χειριστεί ο ίδιος το καθετί από την αρχή.
Αλλά ήταν ανυπόμονος, πραγματικά πολύ ανυπόμονος. Ορισμένοι Αργεντινοί σύντροφοι είχαν σκοτωθεί στις αρχικές απόπειρες που έγιναν πριν από χρόνια, όπως ο Ρικάρντο Μασέτι, ιδρυτής της Prensa Latina.

Το θυμόταν συχνά και ανυπομονούσε πραγματικά να πραγματοποιήσει ο ίδιος το καθήκον αυτό.

Όπως πάντα, σεβαστήκαμε τις δεσμεύσεις μας και τις απόψεις του, γιατί η σχέση μας βασιζόταν πάντα στην απόλυτη εμπιστοσύνη, στην απόλυτη αδελφοσύνη, ανεξάρτητα από το ποια θεωρούσαμε ότι είναι η ιδανική στιγμή για να ενσωματωθεί στο αντάρτικο κίνημα που οργανωνόταν.

Και έτσι του προσφέραμε όλη τη βοήθεια και όλες τις διευκολύνσεις για να ξεκινήσει τον αγώνα. Ύστερα έφτασαν οι ειδήσεις των πρώτων συγκρούσεων και χάσαμε κάθε επαφή. Ο εχθρός ανακάλυψε το αντάρτικο κίνημα σε μια πρώιμη φάση της ανάπτυξής του και αυτό σήμανε την αρχή μιας περιόδου πολλών μηνών, κατά την οποία σχεδόν οι μόνες ειδήσεις που λαμβάναμε ήταν οι ανταποκρίσεις που κατέφθαναν από τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων, τις οποίες έπρεπε να γνωρίζουμε να ερμηνεύουμε.

Αλλά αυτό ήταν κάτι στο οποίο η επανάστασή μας έχει αποκτήσει μεγάλη εμπειρία: να προσδιορίζει πότε μια αναφορά είναι αξιόπιστη και πότε είναι πλαστή, ψεύτικη.

Θυμάμαι, για παράδειγμα, τότε που έφτασε μια ανταπόκριση με την είδηση του θανάτου της ομάδας του Χοακίν (του συναγωνιστή του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Βίλο Ακούνια).

Μόλις την αναλύσαμε, συμπέρανα αμέσως ότι ήταν αλήθεια· και αυτό εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο, σύμφωνα με την περιγραφή, εξολόθρευσαν την ομάδα, ενώ διέσχιζε ένα ποτάμι. Από τη δική μας εμπειρία ως αντάρτες, από αυτά που είχαμε ζήσει, γνωρίζαμε τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να εξοντωθεί μια μικρή ομάδα ανταρτών. Γνωρίζαμε τους λίγους, συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εξολοθρευτεί μια τέτοια ομάδα.

Όταν αναφερόταν στην ανταπόκριση ότι ένας αγρότης ήρθε σε επαφή με τον στρατό και έδωσε λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία και τα σχέδια της ομάδας, η οποία έψαχνε τρόπο για να διασχίσει το ποτάμι· πώς ο στρατός έστησε ενέδρα στην άλλη όχθη.
Στις 17 Απρίλη 1967 η μονάδα των ανταρτών στη Βολιβία χωρίστηκε σε δύο: στην κύρια ομάδα υπό την ηγεσία του Γκεβάρα και στην οπισθοφυλακή με δέκα επτά αγωνιστές υπό τη διοίκηση τού Χοακίν (Χουάν Βίλο Ακούνια).

Αν και ο χωρισμός αυτός υποτίθεται ότι θα διαρκούσε δύο μόλις μέρες, οι δύο ομάδες έχασαν τη μεταξύ τους επαφή. Στις 31 Αυγούστου, το υπόλοιπο της ομάδας του Χοακίν έπεσε σε ενέδρα και σκοτώθηκαν όλοι οι αντάρτες.

σε θέση πάνω στον δρόμο, την οποία ο ίδιος αγρότης είχε υποδείξει στους αντάρτες να χρησιμοποιήσουν · ο τρόπος που ο στρατός άνοιξε πυρ στη μέση του ποταμού· όλα αυτά αποδείκνυαν το αληθές της ανταπόκρισης. Αν αυτοί που συντάσσουν ψευδείς ειδήσεις, όπως τόσες που μας έφταναν συχνά, δοκίμαζαν να το κάνουν ξανά, θα μου ήταν αδύνατο να παραδεχτώ ότι αυτοί, οι οποίοι ήταν πάντα τόσο αδέξιοι στα ψέματά τους, θα είχαν αρκετή ευφυΐα και εμπειρία να επινοήσουν τις ακριβείς και τις μοναδικές περιστάσεις στις οποίες θα μπορούσε η ομάδα να εξολοθρευτεί. Με αυτό το σκεπτικό συμπεράναμε ότι η αναφορά ήταν αληθινή.

Μέσα από πολλά χρόνια επαναστατικής εμπειρίας έχουμε μάθει να αποκρυπτογραφούμε τις ανταποκρίσεις και να ξεχωρίζουμε την αλήθεια από τα ψέματα σε κάθε περιγραφή, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη και πολλά άλλα ζητήματα. Αυτό όμως ήταν το είδος της πληροφόρησης που είχαμε για την κατάσταση, μέχρι που ήρθε η είδηση για τον θάνατο του Τσε.

Όπως έχουμε ήδη εξηγήσει, τρέφαμε ελπίδες ότι ακόμη και τότε που είχαν μείνει είκοσι μόνο άντρες, ακόμη και τότε που η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη, το αντάρτικο κίνημα είχε ακόμη πιθανότητες επιτυχίας. Κατευθύνονταν προς μια περιοχή όπου ορισμένα στρώματα των αγροτών είχαν οργάνωση, όπου ορισμένα καλά στελέχη από τη Βολιβία είχαν επιρροή και έτσι, μέχρι εκείνη τη στιγμή, μέχρι σχεδόν το τέλος, το κίνημα είχε πιθανότητες να συγκροτηθεί και να αναπτυχθεί.

Αλλά οι περιστάσεις στις οποίες αναπτύχθηκε η σχέση μας με τον Τσε ήταν τόσο μοναδικές η σχεδόν εξωπραγματική ιστορία της σύντομης αλλά γεμάτης ένταση εποποιίας των πρώτων χρόνων της επανάστασης, τότε που συνηθίσαμε να κάνουμε το ανέφικτο εφικτό, που, όπως εξηγούσα σε αυτόν τον δημοσιογράφο, είχε κανείς διαρκώς την εντύπωση ότι ο Τσε δεν πέθανε, ότι ήταν ακόμη ζωντανός.
Η προσωπικότητά του ήταν τόσο υποδειγματική, τόσο αλησμόνητη, τόσο οικεία, που ήταν δύσκολο να αποδεχτεί κανείς την ιδέα του θανάτου του.

Ορισμένες φορές ονειρευόμουν, όλοι ονειρευόμαστε, γεγονότα σχετικά με τη ζωή και τους αγώνες μας με τον Τσε, ότι είχε επιστρέψει, ότι ήταν ζωντανός. Πόσες φορές έγινε αυτό! Είπα στον δημοσιογράφο ότι όσα του περιγράφω είναι αισθήματα για τα οποία σπάνια μιλάει κανείς, αλλά δίνουν μια εικόνα για τον αντίκτυπο της προσωπικότητας του Τσε και επίσης για τον εξαιρετικό βαθμό στον οποίο παραμένει ζωντανός, λες και η παρουσία του είναι φυσική, με τις ιδέες και τα κατορθώματά του, με το παράδειγμά του και με όλα όσα δημιούργησε, με την επικαιρότητα των ιδεών του και με τον σεβασμό που του τρέφουν, όχι μόνο στη Λατινική Αμερική, αλλά και στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο.

Όπως προβλέψαμε στις 18 του Οκτώβρη, πριν από είκοσι χρόνια, ο Τσε έγινε σύμβολο για όλους τους καταπιεσμένους, για όλους τους εκμεταλλευόμενους ανθρώπους, για όλους τους πατριώτες και τους δημοκράτες, για όλους τους επαναστάτες. Έγινε ένα διαρκές και ακατανίκητο σύμβολο.

Για όλους αυτούς τους λόγους, επειδή αισθανόμαστε όλοι την παρουσία του Τσε τόσο ζωντανή, ακόμα και αν έχουν περάσει είκοσι χρόνια, όταν ακούμε το ποίημα, όταν ακούμε τον ύμνο ή όταν ηχεί η σάλπιγγα για την ενός λεπτού σιγή, όταν ανοίγουμε τις εφημερίδες μας και βλέπουμε φωτογραφίες του Τσε σε διάφορα στάδια της ζωής του, την εικόνα του, πασίγνωστη ανά τον κόσμο γιατί πρέπει να πούμε ότι ο Τσε όχι μόνο διέθετε όλες τις αρετές και όλες τις ανθρώπινες και ηθικές ιδιότητες ώστε να αποτελέσει ένα σύμβολο, είχε επίσης την εμφάνιση ενός συμβόλου, την εικόνα ενός συμβόλου: το βλέμμα, η ειλικρίνεια και η δύναμη της ματιάς του· το πρόσωπό του, που αντανακλά τον χαρακτήρα, μια ασυγκράτητη αποφασιστικότητα για δράση, δείχνοντας ταυτόχρονα μεγάλη ευφυΐα και μεγάλη αγνότητα, όταν βλέπουμε τα ποιήματα που έχουν γραφτεί, τα περιστατικά που εξιστορούνται και τις ιστορίες που επαναλαμβάνονται, αισθανόμαστε κατά τρόπο απτό πόσο επίκαιρος είναι ο Τσε, αισθανόμαστε ότι είναι παρών.

Δεν είναι παράξενο αν κάποιος αισθάνεται κατά τρόπο απτό την παρουσία του Τσε, όχι μόνο στην καθημερινότητα της ζωής, αλλά ακόμα και στα όνειρά του, να φαντάζεται ότι είναι ζωντανός, ότι ο Τσε είναι ενεργός και ότι ποτέ δεν πέθανε. Στο τέλος πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι στην ουσία, για την επανάστασή μας, ο Τσε δεν πέθανε ποτέ και, στο φως των γεγονότων, είναι πιο ζωντανός από ποτέ, έχει μεγαλύτερη επιρροή από ποτέ και αποτελεί τον πιο ισχυρό αντίπαλο του ιμπεριαλισμού από ποτέ.

Αυτοί που ξεφορτώθηκαν το πτώμα του έτσι ώστε να μη γίνει σύμβολο· αυτοί οι οποίοι, υπό την καθοδήγηση και με τις μεθόδους των ιμπεριαλιστών αφεντικών τους, επιθυμούσαν να μην απομείνει ούτε ίχνος του, έχουν διαπιστώσει ότι, παρόλο που ο τάφος του είναι άγνωστος, παρόλο που δεν υπάρχουν λείψανα και δεν υπάρχει πτώμα, ωστόσο υπάρχει ένας τρομερός αντίπαλος του ιμπεριαλισμού, ένα σύμβολο, μια δύναμη, μια παρουσία η οποία δεν είναι δυνατό να εξοντωθεί.

Όταν έκρυψαν τη σωρό του Τσε, έδειξαν την αδυναμία και τη δειλία τους, γιατί έδειξαν επίσης τον φόβο τους για το υπόδειγμα και το σύμβολο που αποτελεί. Δεν ήθελαν να έχουν οι εκμεταλλευόμενοι χωρικοί, οι εργάτες, οι φοιτητές, οι διανοούμενοι, οι δημοκράτες, οι προοδευτικοί ή οι πατριώτες αυτού του ημισφαίριου έναν τόπο να πηγαίνουν και να αποτίνουν φόρο τιμής στον Τσε. Και σήμερα, στον κόσμο του σήμερα, όπου δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος τόπος που να μπορεί κανείς να αποτίνει φόρο τιμής στα λείψανα του Τσε, του αποτίνουν φόρο τιμής παντού. [Χειροκροτήματα]

Σήμερα, δεν τιμούμε τον Τσε μία φορά τον χρόνο, ούτε μία φορά κάθε πέντε, δέκα, δέκα πέντε ή είκοσι χρόνια· σήμερα, αποτίουμε φόρο τιμής στον Τσε κάθε χρόνο, κάθε μήνα, κάθε μέρα, παντού, σε ένα εργοστάσιο, σε ένα σχολείο, σε έναν στρατώνα, σε ένα σπίτι, μεταξύ παιδιών, μεταξύ πιονέρων.

Ποιος μπορεί να μετρήσει πόσες εκατομμύρια φορές σε αυτά τα είκοσι χρόνια δήλωσαν οι πιονέροι: «Πιονέροι για τον κομμουνισμό, θα γίνουμε σαν τον Τσε»! [Χειροκροτήματα]

Αυτό το γεγονός το οποίο μόλις ανέφερα, αυτή η ιδέα, αυτό το έθιμο, συμπυκνώνει τη μεγαλειώδη και μόνιμη παρουσία του Τσε. Και θεωρώ ότι, όχι μόνο οι πιονέροι μας, όχι μόνο τα παιδιά μας, αλλά και τα παιδιά σε ολόκληρο το ημισφαίριο, σε ολόκληρο τον κόσμο, θα μπορούσαν να επαναλάβουν το ίδιο σύνθημα: «Πιονέροι για τον κομμουνισμό, θα γίνουμε σαν τον Τσε»! [Χειροκροτήματα]
Πράγματι, δεν μπορεί να υπάρξει ανώτερο σύμβολο, δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερη εικόνα, δεν μπορεί να υπάρξει πιο ακριβής ιδέα, άμα ψάχνουμε για τον ιδανικό επαναστάτη, άμα ψάχνουμε για τον ιδανικό κομμουνιστή.

Το λέω αυτό γιατί έχω τη βαθύτατη πεποίθηση, την είχα πάντοτε και την έχω ακόμη σήμερα, ακριβώς την ίδια ή και περισσότερο από όταν μίλησα στις 18 εκείνου του Οκτώβρη και ρώτησα πώς θα θέλαμε να είναι οι αγωνιστές μας, οι επαναστάτες μας, τα μέλη του κόμματός μας, τα παιδιά μας, και δήλωσα ότι θα θέλαμε να είναι σαν τον Τσε.

Γιατί ο Τσε είναι η προσωποποίηση, ο Τσε είναι η εικόνα εκείνου του νέου τύπου ανθρώπου, η εικόνα εκείνου του ανθρώπου, αν θέλουμε να μιλάμε για μια κομμουνιστική κοινωνία· [Χειροκροτήματα] αν ο πραγματικός στόχος μας είναι να οικοδομήσουμε, όχι μόνο τον σοσιαλισμό αλλά τα ανώτερα στάδια του σοσιαλισμού, αν είναι η ανθρωπότητα να μην αποποιηθεί την υψηλή και εξαιρετική ιδέα, να ζήσει μια μέρα στην κομμουνιστική κοινωνία.

Αν μας χρειάζεται ένα παράδειγμα, ένα πρότυπο, ένα υπόδειγμα για να φτάσουμε αυτούς τους υψηλούς στόχους, τότε άντρες σαν τον Τσε είναι απαραίτητοι, όπως είναι οι άντρες και οι γυναίκες που τον μιμούνται, που είναι όπως αυτός, που σκέπτονται όπως αυτός, που ενεργούν όπως αυτός· άντρες και γυναίκες που συμπεριφέρονται όπως αυτός στην εκπλήρωση του καθήκοντος, σε κάθε πράγμα, κάθε λεπτομέρεια, κάθε δραστηριότητα· στον τρόπο που έβλεπε την εργασία, στη συνήθειά του να διδάσκει και να διαπαιδαγωγεί δίνοντας το παράδειγμα· στη νοοτροπία του να επιθυμεί να είναι πρώτος σε όλα, ο πρώτος να προσφερθεί εθελοντικά για τα πιο δύσκολα έργα, τα πιο σκληρά, αυτά που απαιτούν τη μεγαλύτερη αυταπάρνηση· ο άνθρωπος που αφιερώνει την ψυχή και το σώμα του σε έναν σκοπό, ο άνθρωπος που δίνεται, ψυχή και σώμα, στους άλλους, το άτομο που δείχνει αληθινή αλληλεγγύη, το άτομο που δεν εγκαταλείπει ποτέ έναν σύντροφο· ο απλός άνθρωπος· ο άνθρωπος χωρίς ψεγάδι, ο οποίος ζει χωρίς καμία αντίθεση ανάμεσα στον λόγο και στην πράξη, ανάμεσα σε αυτό που εφαρμόζει και αυτό που κηρύττει· ένας άνθρωπος της σκέψης και ένας άνθρωπος της δράσης όλα αυτά συμβολίζει ο Τσε. [Χειροκροτήματα]

che guevara with fidel castro 8

Αποτελεί τιμή και μεγάλο προνόμιο για τη χώρα μας να υπολογίζει τον Τσε ως ένα από τα παιδιά της, αν και δεν γεννήθηκε σε αυτή τη γη. Είναι παιδί της χώρας μας, γιατί κέρδισε το δικαίωμα να θεωρεί τον εαυτό του και να θεωρείται παιδί της χώρας μας, και είναι τιμή και προνόμιο για τον λαό μας, για τη χώρα μας, για την ιστορία της χώρας μας, για την επανάστασή μας, που είχε στις γραμμές της έναν αληθινά εξαιρετικό άντρα όπως ο Τσε.

Με αυτό δεν λέω πως θεωρώ ότι οι εξαιρετικοί άνθρωποι είναι σπάνιοι· δεν είναι ότι πιστεύω πως ανάμεσα στις μάζες δεν υπάρχουν εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια ακόμα, εξαιρετικοί άνθρωποι. Το είπα παλιότερα, τις πικρές εκείνες μέρες μετά την εξαφάνιση του Καμίλο. Εξιστορώντας πώς διαμορφώθηκε ο Καμίλο ως άνθρωπος, είχα πει ότι «ανάμεσα στον λαό μας υπάρχουν πολλοί Καμίλο». Θα μπορούσα να πω επίσης ότι «ανάμεσα στον λαό μας, ανάμεσα στους λαούς τής Λατινικής Αμερικής και στους λαούς του κόσμου, υπάρχουν πολλοί Τσε».

Αλλά γιατί τους αποκαλούμε εξαιρετικούς; Γιατί πραγματικά, στον κόσμο μέσα στον οποίο έζησαν, στις περιστάσεις στις οποίες έζησαν, είχαν τη δυνατότητα και την ευκαιρία να παρουσιάσουν όλα όσα ο άνθρωπος με τη γενναιοδωρία και την αλληλεγγύη του είναι ικανός να γίνει.

Και όντως, σπάνια υπάρχουν οι ιδανικές συνθήκες που να επιτρέπουν στον άνθρωπο να εκφραστεί και να δείξει όλα όσα έχει μέσα του, όπως ήταν η περίπτωση του Τσε.

Είναι φυσικά ξεκάθαρο ότι υπάρχουν ανάμεσα στις μάζες αμέτρητοι άντρες και γυναίκες οι οποίοι, ως αποτέλεσμα του παραδείγματος άλλων ανθρώπων και ορισμένων νέων αξιών που διαμορφώνονται, είναι ικανοί να φτάσουν στον ηρωισμό, ικανοί επίσης να φτάσουν σε ένα είδος ηρωισμού που θαυμάζω πολύ: τον σιωπηλό ηρωισμό, τον ανώνυμο ηρωισμό, τη σιωπηλή αρετή, την ανώνυμη αρετή.
Αλλά με δεδομένο ότι είναι τόσο ασύνηθες, τόσο σπάνιο να συνυπάρχουν όλες αυτές οι αναγκαίες συνθήκες που δημιουργούν μια μορφή σαν τον Τσε ο οποίος έχει γίνει σήμερα ένα σύμβολο για όλο τον κόσμο, ένα σύμβολο το οποίο θα μεγαλώσει αποτελεί τιμή και προνόμιο για μας να έχει γεννηθεί αυτή η μορφή μέσα από την επανάστασή μας.

Και ως απόδειξη των όσων είπα νωρίτερα για την παρουσία και τη δύναμη του Τσε σήμερα, θα μπορούσα να ρωτήσω: Υπάρχει καλύτερη ημερομηνία, καλύτερη επέτειος από αυτήν για να θυμόμαστε τον Τσε με όλη μας τη δύναμη και με τα πιο βαθιά αισθήματα εκτίμησης και ευγνωμοσύνης; Υπάρχει καλύτερη στιγμή από αυτή την επέτειο, όταν βρισκόμαστε για τα καλά στη διαδικασία επανόρθωσης; Τι επανορθώνουμε; Επανορθώνουμε όλα εκείνα τα πράγματα και είναι πολλά τα οποία απομακρύνονταν από το επαναστατικό πνεύμα, την επαναστατική δουλειά, την επαναστατική αρετή, την επαναστατική προσπάθεια, την επαναστατική ευθύνη· όλα εκείνα τα πράγματα που απέκλιναν από το πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων.

Επανορθώνουμε όλη την τσαπατσουλιά και τη μετριότητα που συνιστούν ακριβώς την άρνηση των ιδεών του Τσε, της επαναστατικής του σκέψης, του ύφους του, του πνεύματός του και του παραδείγματός του.

Πιστεύω ειλικρινά, και το δηλώνω με μεγάλη ικανοποίηση ότι, αν ο Τσε καθόταν εδώ σε αυτή την καρέκλα, θα ήταν πραγματικά πασιχαρής. Θα χαιρόταν γι’ αυτά τα οποία κάνουμε πράξη τούτες τις μέρες, ακριβώς όπως θα ήταν δυσαρεστημένος κατά την ασταθή εκείνη περίοδο, την ντροπιατική περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην οποία άρχισαν να κυριαρχούν μια σειρά από ιδέες, από μηχανισμούς, από κακές συνήθειες που θα είχαν προκαλέσει στον Τσε αισθήματα βαθύτατης και φρικτής πικρίας. [Χειροκροτήματα]
Η εθελοντική εργασία, για παράδειγμα, που ήταν το δημιούργημα του Τσε και ένα από τα καλύτερα πράγματα που μας άφησε κατά την παραμονή του στη χώρα μας και μέσα από τη συμμετοχή του στην επανάστασή μας, παρήκμαζε διαρκώς. Έγινε σχεδόν εθιμοτυπική. Γινόταν πράξη μόνο κατά περίσταση, μια ειδική μέρα, μια Κυριακή. Τότε έτρεχαν άνθρωποι σαν τις σβούρες και έκαναν πράγματα με ανοργάνωτο τρόπο.

Η άποψη του γραφειοκράτη, η άποψη του τεχνοκράτη ότι η εθελοντική εργασία δεν ήταν ούτε βασική, ούτε απαραίτητη, κέρδιζε όλο και περισσότερο έδαφος. Το σκεπτικό ήταν ότι η εθελοντική εργασία ήταν μια ανοησία, ότι ήταν σπατάλη χρόνου, ότι τα προβλήματα έπρεπε να επιλυθούν με υπερωρίες, και όλο και περισσότερες υπερωρίες, και μάλιστα ενώ ακόμα και η κανονική εργάσιμη μέρα δεν χρησιμοποιούνταν αποδοτικά.

Είχαμε βαλτώσει στη γραφειοκρατία, στο πλεονάζον προσωπικό, στους απαρχαιωμένους κανονισμούς εργασίας, στον βάλτο της κομπίνας, του ψεύδους. Είχαμε ξεπέσει σε ένα σωρό κακές συνήθειες για τις οποίες ο Τσε θα είχε φρίξει.

Γιατί αν ποτέ έλεγαν στον Τσε ότι κάποια μέρα θα υπήρχαν στην κουβανική επανάσταση επιχειρήσεις έτοιμες να κλέψουν προκειμένου να δείξουν ότι είναι κερδοφόρες, ο Τσε θα έφριττε. Ή αν του μιλούσαν για επιχειρήσεις οι οποίες, για να δείξουν ότι είναι κερδοφόρες και να απονείμουν χρηματικά βραβεία και ποιος ξέρει τι άλλα πριμ, θα πουλούσαν τα υλικά που τους παραχωρήθηκαν για τις εργασίες τους και θα κατέγραφαν τα έσοδα σαν να είχαν κατασκευάσει αυτά τα οποία είχαν αναλάβει να κατασκευάσουν, ο Τσε θα έφριττε. Και σας πληροφορώ ότι αυτό συνέβη στους δέκα πέντε δήμους της πρωτεύουσας της Δημοκρατίας, στις δέκα πέντε επιχειρήσεις υπεύθυνες για την επισκευή κατοικιών· και αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα. Εμφάνιζαν παραγωγή αξίας 8.000 πέσος τον χρόνο και όταν βάλαμε λίγη τάξη στο χάος, αποδείχθηκε ότι παρήγαγαν για λιγότερο από 4.000 πέσος. Δεν ήταν λοιπόν κερδοφόρες οι επιχειρήσεις αυτές. Ήταν κερδοφόρες μόνο όταν έκλεβαν.

Αν έλεγαν στον Τσε ότι θα εμφανίζονταν επιχειρήσεις οι οποίες, για να δείξουν ότι καλύπτουν και υπερκαλύπτουν το πλάνο, καταχωρούσαν την παραγωγή του Γενάρη στον Δεκέμβρη, ο Τσε θα έφριττε.

Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη αν του έλεγαν ότι υπήρχαν επιχειρήσεις που κάλυπταν το σχέδιο παραγωγής τους, απονέμοντας και βραβεία για το κατόρθωμα της κάλυψης από πλευράς εσόδων, αλλά όχι από πλευράς παραγωγής.

Παρήγαγαν είδη μεγαλύτερης χρηματικής αξίας και απέφευγαν να παράγουν όλα τα άλλα, επειδή απέδιδαν μικρότερο κέρδος, παρά το γεγονός ότι το ένα είδος χωρίς το άλλο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί.

Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη αν του έλεγαν ότι οι νόρμες παραγωγής ήταν τόσο χαλαρές, τόσο αναποτελεσματικές, τόσο ανήθικες που σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν όλοι οι εργαζόμενοι τις εκπλήρωναν στο διπλάσιο ή στο τριπλάσιο.

Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη αν του έλεγαν ότι τα χρήματα θα άρχιζαν να γίνονται το σημαντικότερο εργαλείο, το βασικό κίνητρο του ανθρώπου. Εκείνος που μας προειδοποιούσε τόσο πολύ γι’ αυτό θα ένιωθε φρίκη. Ότι οι βάρδιες δεν θα συμπληρώνονταν, ενώ θα αναφέρονταν εκατομμύρια ώρες υπερωριών· ότι η νοοτροπία των εργαζομένων μας θα διαφθειρόταν και οι άνθρωποι όλο και περισσότερο θα κουβαλούσαν το σύμβολο του πέσο στο μυαλό τους.

Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη γιατί γνώριζε ότι ο κομμουνισμός δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί μέσα από μια περιπλάνηση στα χιλιοπερπατημένα καπιταλιστικά μονοπάτια και ότι, ακολουθώντας κανείς αυτά τα μονοπάτια, θα ξεχάσει τελικά κάθε έννοια αλληλεγγύης, ακόμα και διεθνισμού.

Ακολουθώντας αυτά τα μονοπάτια δεν θα φτάναμε ποτέ ούτε στον νέο άνθρωπο ούτε σε μια νέα κοινωνία. Ο Τσε θα ένιωθε φρίκη αν του έλεγαν ότι θα ερχόταν μια μέρα που θα πληρώνονταν πριμ κάθε λογής, όλο και περισσότερα πριμ, δίχως αυτά να έχουν κάποια σχέση με την παραγωγή.

Θα έφριττε ο Τσε αν μια μέρα έβλεπε ένα συγκρότημα επιχειρήσεων να βρίθει από καπιταλιστές της δεκάρας όπως τους αποκαλούμε εμείς να παίζουν το παιχνίδι του καπιταλισμού, να αρχίζουν να σκέπτονται και να ενεργούν ως καπιταλιστές, να ξεχνούν τη χώρα, να ξεχνούν τον λαό και τις υψηλές προδιαγραφές ποιότητας, επειδή η ποιότητα δεν έχει γι’ αυτούς καμία σημασία και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τα χρήματα τα οποία κέρδιζαν χάρη στις χαμηλές νόρμες.

Και αν έβλεπε να εφαρμόζουν τις ποσοτικές νόρμες παραγωγής όχι μόνο στη χειρωνακτική εργασία πράγμα το οποίο έχει κάποια λογική, όπως όταν κόβεις ζαχαροκάλαμο ή κάνεις διάφορες άλλες χειρωνακτικές και σωματικές δραστηριότητες, αλλά ακόμα και στην πνευματική εργασία, σε κάποιον που δουλεύει στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση, και ότι εδώ, ακόμη και η δουλειά ενός χειρούργου είναι δυνατό να υπόκειται σε νόρμες να βάζει οποιονδήποτε κάτω από το νυστέρι ώστε να διπλασιάσει ή να τριπλασιάσει το εισόδημά του μπορώ ειλικρινά να δηλώσω ότι ο Τσε θα ένιωθε φρίκη, γιατί κανένας από αυτούς τους δρόμους δεν μπορούσε να μας οδηγήσει ποτέ στον κομμουνισμό.

Αντίθετα, αυτοί οι δρόμοι οδηγούν σε όλες τις αισχρές πρακτικές και στην αποξένωση του καπιταλισμού.

Αυτοί οι δρόμοι, επαναλαμβάνω και ο Τσε το γνώριζε πολύ καλά, δεν θα μας οδηγούσαν ποτέ να οικοδομήσουμε τον πραγματικό σοσιαλισμό, ως το πρώτο και μεταβατικό στάδιο προς τον κομμουνισμό.

Αλλά μη σκεφτείτε ότι ο Τσε ήταν αφελής, ένας ιδεαλιστής ή ένας άνθρωπος που δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα. Ο Τσε κατανοούσε και λάμβανε υπόψη την πραγματικότητα. Αλλά ο Τσε πίστευε στον άνθρωπο. Αν δεν πιστέψουμε στον άνθρωπο, αν θεωρήσουμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα αδιόρθωτο ζωάκι, που μπορεί να βαδίσει μόνο αν το ταΐσεις χορτάρι ή το δελεάσεις με ένα καρότο ή το δείρεις με μια μαγκούρα όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος γι’ αυτό, δεν πρόκειται ποτέ του να γίνει επαναστάτης· όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος γι’ αυτό, δεν πρόκειται ποτέ του να γίνει σοσιαλιστής· όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος γι’ αυτό, δεν πρόκειται ποτέ του να γίνει κομμουνιστής. [Χειροκροτήματα]

Διαβάστε την συνέχεια στο Β’ Μέρος.

Το πανεπιστήμιο είναι κληρονομιά του λαού: Ομιλία στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο του Λας Βίγιας

che guevara-Universidad Central de las Villas-1959Ομιλία του Τσε στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο του Λας Βίγιας στην Σάντα Κλάρα, στις 28 Δεκέμβρη 1959. Στην τελετή που έλαβε χώρα το Πανεπιστήμιο απονεμήθηκε στο Γκεβάρα ο τίτλος του «επίτιμου διδάκτορα» της Παιδαγωγικής Σχολής. 

Αγαπητοί συναγωνιστές, νέοι συνάδελφοι στην πανεπιστημιακή σύγκλητο και παλιοί συνάδελφοι στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κούβας,

Θα πρέπει να ξεκινήσω την ομιλία μου λέγοντας ότι μπορώ να αποδεχθώ το πτυχίο που μου απονέμετε σήμερα, ως μια τιμητική διάκριση προς τον λαϊκό μας στρατό. Δεν θα μπορούσα να το αποδεχθώ ως άτομο. Και αυτό, για τον απλό λόγο ότι στη νέα Κούβα οτιδήποτε δεν είναι αυτό που διατείνεται ότι είναι στερείται οποιασδήποτε αξίας. Πως θα μπορούσα εγώ ως άτομο, ο Ερνέστο Γκεβάρα, να δεχθώ το βαθμό του επίτιμου διδάκτορα που μου απονεμήθηκε από την Παιδαγωγική Σχολή, αφού οι μόνες εμπειρίες που έχω ως παιδαγωγός είναι στην παιδαγωγική του αντάρτικου στρατοπέδου, της βρισιάς και της αγριάδας (χειροκροτήματα). Και πιστεύω ότι αυτά σίγουρα δεν θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε τήβεννο. Γι’ αυτό συνεχίζω να φοράω τη στολή του Αντάρτικου Στρατού, ακόμα και εδώ που ήρθα για να βρεθώ μπροστά σας, σε αυτή την Πανεπιστημιακή Σύγκλητο, στο όνομα, και εκ μέρους του στρατού μας. Αποδεχόμενος αυτόν τον τίτλο, ο οποίος είναι τιμή για όλους μας, θα ήθελα να παρουσιάσω και το μήνυμα μας, το μήνυμα ενός λαϊκού στρατού, ενός νικηφόρου στρατού.

Κάποτε είχα υποσχεθεί στους φοιτητές αυτού του πανεπιστημίου μια σύντομη ομιλία με την οποία θα παρουσίαζα τις απόψεις μου για τον ρόλο του πανεπιστημίου. Ωστόσο, η δουλειά και μια ατελείωτη σειρά γεγονότων με εμπόδισαν να το κάνω. Σήμερα, όμως, θα μιλήσω, μια που έχω και τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα (χειροκροτήματα).

Τι πρέπει, λοιπόν, να πω για το βασικό καθήκον που πανεπιστημίου, το πρωταρχικό καθήκον που υπερέχει όλων, σε αυτή τη νέα Κούβα; Αυτό που πρέπει να πω είναι ότι το πανεπιστήμιο θα πρέπει να βαφτεί με το χρώμα των μαύρων και με το χρώμα των μιγάδων, όχι μόνο όσον αφορά τους φοιτητές αλλά και όσον αφορά τους καθηγητές. Θα πρέπει να βαφτεί με το χρώμα των εργατών και των αγροτών. Με το χρώμα του λαού, αφού το πανεπιστήμιο είναι κληρονομιά του λαού της Κούβας και κανενός άλλου. Εάν αυτός ο λαός, του οποίου οι αντιπρόσωποι πλέον καταλαμβάνουν όλες τις κυβερνητικές θέσεις, πήρε τα όπλα και έριξε όλους τους φραγμούς που είχε υψώσει η αντίδραση, αυτό δεν έγινε επειδή αυτοί οι φραγμοί ήταν άκαμπτοι. Ούτε οι αντιδραστικές δυνάμεις ήταν τόσο άμυαλες ώστε να μην δείξουν ευλυγισία, προκειμένου να επιβραδύνουν την προέλαση του λαού. Ωστόσο, ο λαός θριάμβευσε. Και είναι λίγο κακομαθημένος από τη νίκη του. Έχει συνείδηση της δύναμης του. Ξέρει ότι κανένας δε μπορεί να τον αναχαιτίσει. Σήμερα, ο λαός στέκεται μπροστά στην πύλη του πανεπιστημίου, και είναι το πανεπιστήμιο αυτό που θα πρέπει να δείξει ευλυγισία. Θα πρέπει να βαφτεί με τα χρώματα των μαύρων, των μιγάδων, των εργατών, των αγροτών, ή αλλιώς θα βρεθεί χωρίς πόρτες. Γιατί τότε ο λαός θα τις σπάσει με ορμή, θα μπει μέσα και θα το βάψει με τα χρώματα που θεωρεί κατάλληλα.

Αυτό είναι το πρώτο μήνυμα, ένα μήνυμα που ήθελα να μεταφέρω από τις πρώτες κιόλας μέρες της νίκης (χειροκροτήματα) και στα τρία πανεπιστήμια της χώρας, αλλά στάθηκε εφικτό να το κάνω μόνο στο πανεπιστήμιο του Σαντιάγο. Αν ζητούσατε την συμβουλή μου εκ μέρους του λαού και του Αντάρτικου Στρατού, καθώς και ως καθηγητή πανεπιστημίου, θα έλεγα ότι για να προσεγγίσεις τον λαό θα πρέπει να νιώθεις ότι είσαι κομμάτι του. Θα πρέπει να ξέρεις τι θέλει ο λαός, τι ανάγκες έχει και τι αισθάνεται. Θα πρέπει να κοιτάξεις λίγο μέσα σου – να μελετήσεις τις στατιστικές του πανεπιστημίου, και να ρωτήσεις πόσοι εργάτες, πόσοι αγρότες, πόσοι άνθρωποι που κερδίζουν το ψωμί τους με τον ιδρώτα τους, δουλεύοντας οκτώ ώρες την ημέρα βρίσκονται εδώ σε αυτό το πανεπιστήμιο.

Αφού έχετε θέσει αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει επίσης να αναρωτηθείτε, ανατρέχοντας στην αυτοανάλυση, εάν η κυβέρνηση της Κούβας αντιπροσωπεύει σήμερα τη θέληση του λαού. Αν η απάντηση είναι ναι, αν αυτή η κυβέρνηση πραγματικά αντιπροσωπεύει τη θέληση του λαού (χειροκροτήματα) τότε θα πρέπει κανείς να θέσει τα ακόλουθα ερωτήματα: Που είναι αυτή η κυβέρνηση, η οποία αντιπροσωπεύει τη θέληση του λαού, σε αυτό το πανεπιστήμιο και τι κάνει; Θα βλέπαμε ότι δυστυχώς, η κυβέρνηση που αντιπροσωπεύει ολόκληρο σχεδόν τον κουβανικό λαό δεν έχει καμία φωνή στα κουβανικά πανεπιστήμια, φωνή με την οποία θα μπορούσε να σημάνει τον συναγερμό, να προσφέρει καθοδήγηση, και να εκφράσει, χωρίς μεσολαβητές, τη θέληση, τους πόθους και τα αισθήματα του λαού.

Το Κεντρικό Πανεπιστήμιο του Λας Βίγιας έκανε πρόσφατα ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση. Στην εκδήλωση που οργάνωσε με θέμα την εκβιομηχάνιση, κάλεσε όχι μόνο τους βιομήχανους της Κούβας αλλά και την κυβέρνηση. Ζητήθηκε η γνώμη μας και η γνώμη όλων των τεχνικών που εργάζονται στις κρατικές και ημι-κρατικές υπηρεσίες. Επειδή σε αυτόν τον πρώτο χρόνο από την απελευθέρωση – και αυτό μπορώ να το πω χωρίς να καυχηθώ – κάνουμε πολύ περισσότερα από όσα έχουν κάνει άλλες κυβερνήσεις, και πολύ περισσότερα από αυτούς που με στόμφο αποκαλούν εαυτούς τους υπερασπιστές της “ελεύθερης πρωτοβουλίας”. Έτσι, έχουμε το δικαίωμα να δηλώσουμε ότι η εκβιομηχάνιση της Κούβας, η οποία είναι άμεσο αποτέλεσμα της αγροτικής μεταρρύθμισης, θα επιτευχθεί από την επαναστατική κυβέρνηση και υπό την καθοδήγηση της (χειροκροτήματα). Η ιδιωτική πρωτοβουλία θα παίξει, φυσικά, έναν σημαντικό ρόλο σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης της χώρας. Θα είναι, όμως, η κυβέρνηση που θα δίνει τις κατευθύνσεις και θα το κάνει βασιζόμενα στα δικά της επιτεύγματα (χειροκροτήματα). Θα το κάνει γιατί ξεκίνησε την εκστρατεία εκβιομηχάνισης ανταποκρινόμενη σε μία από τις πιο βαθιές, ίσως, προσδοκίες των μαζών, και όχι λόγω κάποιας βίαιης πίεσης από τους βιομήχανους της χώρας. Η εκβιομηχάνιση και η προσπάθεια που αυτή συνεπάγεται, είναι παιδί της επαναστατικής κυβέρνησης. Γι’ αυτό η κυβέρνηση θα την καθοδηγήσει και θα τη σχεδιάσει.

Τα καταστροφικά δάνεια της αποκαλούμενης Τράπεζας Ανάπτυξης έχουν εκλείψει πια. Αυτή η τράπεζα, για παράδειγμα, δάνειζε δεκαέξι εκατομμύρια πέσος σε έναν βιομήχανο, ο οποίος κατέβαλε 400.000 πέσος (αυτά είναι τα πραγματικά ποσά). Αλλά ακόμα και αυτά τα 400.000 πέσος δεν είχαν βγει απ’ την τσέπη του. Βγήκαν από το 10% που πήρε ο βιομήχανος ως δωροδοκία από τον πωλητή, ο οποίος του πούλησε τον μηχανολογικό εξοπλισμό. Παρόλο που η κυβέρνηση είχε καταβάλει δεξαέξι εκατομμύρια πέσος, αυτός ο κύριος που κατέβαλε 400.000 πέσος ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης της επιχείρησης. Και αφού η κυβέρνηση ήταν ο δανειστής του, μπορούσε να πληρώσει το χρέος του με ευνοϊκούς όρους και όποτε τον βόλευε. Τώρα η κυβέρνηση έχει παρέμβει, αρνούμενη να ανεχτεί αυτή την κατάσταση. Διεκδικεί την ιδιοκτησία οποιασδήποτε επιχείρησης έχει συσταθεί με τα χρήματα του λαού. Εάν “ιδιωτική πρωτοβουλία” σημαίνει ότι λίγα παράσιτα απολαμβάνουν όλα τα χρήματα του κουβανικού έθνους, τότε αυτή η κυβέρνηση δηλώνει ξεκάθαρα ότι αντιτίθεται στην “ιδιωτική πρωτοβουλία”, στον βαθμό που αυτή αντιτίθεται στον κρατικό σχεδιασμό.

ernesto-che-guevara-las-villas-1959Και μιας και τώρα αναφέρθηκα στο ακανθώδες ζήτημα του σχεδιασμού, θα ήθελα να σας πω ότι μόνο η επαναστατική κυβέρνηση, η οποία σχεδιάζει τη βιομηχανική ανάπτυξη σε όλη τη χώρα, έχει το δικαίωμα να καθορίσει το είδος και τον αριθμό του τεχνικού προσωπικού που θα χρειαστεί στο μέλλον για να καλύψει τις ανάγκες αυτής της χώρας. Η επαναστατική κυβέρνηση θα πρέπει τουλάχιστον να ακουστεί όταν λέει ότι χρειάζεται μόνο έναν συγκεκριμένο αριθμό δικηγόρων ή γιατρών, αλλά χρειάζεται 5.000 μηχανικούς και 15.000 τεχνικούς βιομηχανίας όλων των ειδικοτήτων )(χειροκροτήματα) και ότι θα πρέπει να εκπαιδευτούν, θα πρέπει να βρεθούν, γιατί αυτή είναι η εγγύηση για τη μελλοντική μας ανάπτυξη.

Σήμερα δουλεύουμε ακούραστα για να μεταμορφώσουμε την Κούβα σε μια διαφορετική χώρα. Βέβαια, ο καθηγητής της παιδαγωγικής που βρίσκεται εδώ μπροστά σας σήμερα δεν έχει αυταπάτες. Ξέρει ότι είναι τόσο καθηγητής της παιδαγωγικής όσο είναι και πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας και θα ασκήσει το ένα ή το άλλο καθήκον ανάλογα με τις ανάγκες του λαού. Μαθαίνουμε βήμα βήμα. Γι’ αυτό και τίποτα δε μπορεί να επιτευχθεί χωρίς και ο λαός ο ίδιος να ταλαιπωρηθεί. Μαθαίνουμε πάνω στη δουλειά. Αφού συνεχώς αναλαμβάνουμε κανούριες ευθύνες, και δεν είμαστε αλάθητοι – δεν γεννηθήκαμε ξέροντας τι να κάνουμε – πρέπει να ζητήσουμε από τον λαό να διορθώσει τα λάθη.

Ο καθηγητής που βρίσκεται εδώ μπροστά σας σήμερα ήταν κάποτε γιατρός και, λόγω των περιστάσεων, υποχρεώθηκε να πάρει τα όπλα, και ύστερα από δύο χρόνια αποφοίτησε ως διοικητής ανταρτών. Αργότερα θα πρέπει να αποφοιτήσει ως πρόεδρος τράπεζας ή ως συντονιστής της εκβιομηχάνισης της χώρας, ή ίσως ακόμα και ως καθηγητής παιδαγωγικής (χειροκροτήματα). Αυτός ο ίδιος, ο γιατρός, ο διοικητής, ο πρόεδρος και ο καθηγητής της παιδαγωγικής εύχεται οι εργατικοί και φιλομαθείς νέοι της χώρας να προετοιμαστούν έτσι ώστε ο καθένας τους, στο κοντινό μέλλον, να μπορεί να αναλάβει τη θέση που θα του ανατεθεί, χωρίς δισταγμό, και χωρίς την ανάγκη να μαθαίνει πάνω στη δουλειά. Αλλά ο καθηγητής που είναι μπροστά σας – ένας γιός του λαού, δημιούργημα του λαού – θέλει επίσης αυτός ο λαός να έχει δικαίωμα στη μόρφωση. Τά τείχη του εκπαιδευτικού συστήματος πρέπει να πέσουν. Η εκπαίδευση δεν θα πρέπει να είναι ένα προνόμιο μόνο των παιδιών των ανθρώπων εκείνων που έχουν χρήματα. Η εκπαίδευση θα πρέπει να είναι ο άρτος ο επιούσιος του κουβανικού λαού (χειροκροτήματα).

Φυσικά, δεν έχω την απαίτηση από τους σημερινούς καθηγητές και τους φοιτητές του πανεπιστημίου του Λας Βίγιας να κάνουν το θαύμα της εγγραφής των μαζών των εργατών και αγροτών στο πανεπιστήμιο. Έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας. Θα χρειαστεί να περάσουμε μια διαδικασία που την έχετε ζήσει όλοι σας, μια διαδικασία πολλών ετών προπαρασκευαστικής εκπαίδευσης. Αυτό που ελπίζω να καταφέρω, πάντως, βασιζόμενος στη μικρή μου εμπειρία ως επαναστάτης και αντάρτης διοικητής, είναι να γίνει κατανοητό από τους φοιτητές του πανεπιστημίου του Λας Βίγιας ότι η εκπαίδευση δεν είναι πλέον το αποκλειστικό δικαίωμα του καθενός, και ότι αυτές οι πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις όπου σπουδάζετε δεν αποτελούν πια κανενός το φέουδο. Ανήκουν σε όλον το λαό της Κούβας και είτε θα παραχωρηθούν στον λαό ή ο λαός θα τις καταλάβει (χειροκροτήματα).

Ξεκίνησα την καριέρα μου αυτή με τα πολλά σκαμπανεβάσματα ως φοιτητής πανεπιστημίου – ως μέλος της μεσαίας τάξης, ένα γιατρός που μοιραζόταν τους ίδιους ορίζοντες, τις ίδιες νεανικές φιλοδοξίες που έχετε και σεις. Ωστόσο, στην πορεία του αγώνα, άλλαξα και πείστηκα για την επιτακτική αναγκαιότητα της επανάστασης, και για το δίκαιο των αγώνων του λαού. Γι’ αυτό, λοιπόν, ελπίζω ότι εσείς, οι σημερινοί κάτοχοι του πανεπιστημίου, θα το παραχωρήσετε στον λαό. Το ότι αύριο ο λαός θα το πάρει από εσάς, δεν το λέω ως απειλή. Όχι. Απλά λέω ότι εάν οι κάτοχοι του πανεπιστημίου του Λας Βίγιας, οι φοιτητές, το παραχωρούσαν στον λαό, ο οποίος αντιπροσωπεύεται από την επαναστατική κυβέρνηση, αυτό θα ήταν άλλη μία από τις παραδειγματικές πράξεις που βλέπουμε στην Κούβα σήμερα.

Και στους καθηγητές, τους συναδέλφους μου, έχω κάτι παρόμοιο να πω: θα πρέπει να πάρετε το χρώμα των μαύρων, των μιγάδων, των εργατών και αγροτών. Θα πρέπει να πάτε στον λαό. Θα πρέπει να ζείτε και αναπνέετε ως ένα σώμα με τον λαό, δηλαδή θα πρέπει να νιώσετε στο πετσί σας τις ανάγκες ολόκληρης της Κούβας. Όταν θα το καταφέρετε, κανείς δεν θα είναι χαμένος. Όλοι μας θα έχουμε κερδίσει και η Κούβα θα έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει την πορεία της προς το μέλλον με πιο σταθερό βηματισμό.

Και δεν θα υπάρχει ανάγκη να συμπεριλάβετε στις τάξεις των πανεπιστημιακών αυτόν τον γιατρό, τον διοικητή, τον πρόεδρο τράπεζας και τώρα καθηγητή της παιδαγωγικής, που σας αποχαιρετά (χειροκροτήματα).

Γιατί έφυγε ο Τσε απ’ την Κούβα; Ο Φιντέλ Κάστρο ενάντια στα ψέματα του Ιμπεριαλισμού και των Τροτσκιστών

Fidel Castro speech35Η απόφαση του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα να εγκαταλείψει την Κούβα το 1965, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην προσπάθεια δημιουργίας αντάρτικου αγώνα στο Κονγκό, αποτελεί μια απ’ τις πλέον πολυσυζητημένες φάσεις της ζωής του αργεντίνου επαναστάτη. Η αναχώρηση του Τσε απ’ την Κούβα προσφέρθηκε για πλήθος συνωμοσιολογικών θεωριών γύρω απ’ το “γιατί” και “πως” πήρε αυτήν την απόφαση ο Γκεβάρα. Μέχρι και σήμερα άλλωστε συνεχίζουν να υπάρχουν διάφορες θεωρίες οι οποίες – άλλοτε εκ του πονηρού και άλλοτε από αφέλεια και άγνοια – αναδεικνύουν περίεργες σκοτεινές συνωμοσίες.

Η πιο διαδεδομένη θεωρία συνωμοσίας αναφορικά με το θέμα αυτό σχετίζεται με την παρέμβαση του σοβιετικού παράγοντα – πως η ομιλία του Γκεβάρα στο Αλγέρι, το 1965, προκάλεσε την σφοδρή αντίδραση της ηγεσίας της ΕΣΣΔ η οποία και απαίτησε από τον Κάστρο την απομάκρυνση του Τσε απ’ την κουβανική κυβέρνηση. Στο γαλλικό ντοκυμαντέρ “Le Journal de Bolivie”, παραγωγής 1994, αναφέρεται πως η κριτική του Τσε απέναντι στην σοβιετική εξωτερική πολιτική αποτέλεσε το έναυσμα για την απομάκρυνση του από την Κούβα. Αυτή η άποψη υποστηρίζει ότι κατά την επιστροφή του Γκεβάρα στην Αβάνα από το Αλγέρι, όπου μετείχε στην Αφρο-Ασιατική Σύνοδο, ο Τσε ενημερώνεται πως οι σοβιετικοί διαμαρτυρήθηκαν επίσημα για την κριτική που άσκησε στη Μόσχα. Μετά από συνάντηση που είχαν Γκεβάρα και Κάστρο, ο Τσε αποφάσισε να παραιτηθεί απ’ τη θέση του υπουργού Βιομηχανίας, υποστηρίζει το ντοκυμαντέρ – μια άποψη ιδιαίτερα διαδεδομένη, η οποία όμως ουδέποτε έχει επιβεβαιωθεί. Άλλη θεωρία συνομωσίας – πλήρως αστήρικτη και ανεπιβεβαίωτη – θέλει τον Φιντέλ Κάστρο να έχει όχι απλώς διαφωνίες με τον Τσε σε πολιτικό επίπεδο, αλλά να προσπαθεί να τον “ξεφορτωθεί” φοβούμενος την υψηλή δημοτικότητα του αργεντίνου!

Στις 16 Γενάρη 1966, ο Φιντέλ Κάστρο αναφέρθηκε σε αυτές τις θεωρίες συνωμοσίες που, ειδικά εκείνη την εποχή, ακούγονταν ολοένα και περισσότερο. Άλλωστε, διάφορα δυτικά ΜΜΕ έγραφαν τα πιο απίστευτα πράγματα για την “εξαφάνιση του Τσε” – απ’ το ότι κρατούνταν σε κουβανική φυλακή μέχρι του ότι είχε πεθάνει εξόριστος στον Άγιο Δομίνικο. Μιλώντας στο κλείσιμο της Τριηπειρωτικής Συνδιάσκεψης στην Αβάνα ο Φιντέλ καταφέρθηκε τόσο εναντίον των Ιμπεριαλιστικών συνομωσιών όσο και όσων αριστερών υιοθετούσαν τις ψευδολογίες που εκπορεύονταν από κέντρα των ΗΠΑ. Στο κομμάτι της ομιλίας που ακολουθεί, ο Κάστρο καταφέρεται ενάντια στις – ψευδεπίγραφες όπως αποδείχτηκε – κατηγορίες που εξαπέλυαν εκείνη την εποχή εναντίον της κουβανικής επαναστατικής κυβέρνησης λατινοαμερικάνοι τροτσκιστές και πολιτικοί εκπρόσωποι της 4ης Διεθνούς, πάντα σε σχέση με την τύχη του Τσε.

Σημείωνε λοιπόν ο Κομαντάντε Φιντέλ, μεταξύ άλλων, στην ομιλία του:

«Υπάρχει ένα γεγονός που θα ήθελα να το θέσω ως παράδειγμα για να δείξω πως λειτουργεί ο Ιμπεριαλισμός και οι πράκτορες του. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός. Αναφέρομαι στην καμπάνια που ξεσήκωσε ο Ιμπεριαλισμός των Γιάνκηδων και οι πράκτορες του σχετικά με την αναχώρηση του συντρόφου μας Ερνέστο Γκεβάρα. Πιστεύω πως πρέπει να αντιμετωπίσουμε στα ίσια αυτό το ζήτημα για να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα. Ο σύντροφος Ερνέστο Γκεβάρα και λίγοι επαναστάτες από αυτήν εδώ τη χώρα – και λίγοι επαναστάτες εκτός Κούβας – γνωρίζουν πότε έφυγε και τι κάνει όλη αυτήν την περίοδο. Οι ιμπεριαλιστές, ασφαλώς, ενδιαφέρονται πολύ στο να μάθουν όλες τις λεπτομέρειες για το που βρίσκεται, τι πράττει και πως. Προφανώς δεν γνωρίζουν, αλλά και αν γνωρίζουν το καλύπτουν πολύ καλά.

Αυτά είναι πράγματα, φυσικά, που ο χρόνος, όταν το επιτρέψουν οι περιστάσεις, θα ξεκαθαριστούν. Παρ’ όλα αυτά, εμείς οι επαναστάτες δεν χρειαζόμαστε καμία αποσαφήνιση. Ο εχθρός προσπαθεί να πιαστεί απ’ τις περιστάσεις ώστε να προσπαθήσει να συνωμοτήσει και να σπιλώσει. Ο σύντροφος Γκεβάρα έγινε μέλος του κινήματος μας όταν ήμασταν σε εξορία στο Μεξικό. Από την πρώτη μέρα είχε πάντα την ιδέα, ξεκάθαρα εκπεφρασμένη, πως όταν ο αγώνας στην Κούβα θα τελείωνε ο ίδιος θα είχε άλλα καθήκοντα να διεκπεραιώσει αλλού. Του είχαμε δώσει το λόγο μας πως κανένας κρατικός η εθνικός λόγος, καμία περίσταση, δεν θα μας έκανε να ζητήσουμε να παραμείνει στη χώρα αποτρέποντας τον απ’ το να εκπληρώσει την θέληση του. Και εκπληρώσαμε πλήρως και πιστά αυτή μας την υπόσχεση στον σύντροφο Γκεβάρα. Φυσικά, εάν ο σύντροφος Γκεβάρα επρόκειτο να φύγει απ’ τη χώρα, θα ήταν λογικό για τον ίδιο να το πράξει μυστικά. Θα ήταν λογικό να μετακινηθεί με τρόπο που να μην κινεί υποψίες. Είναι λογικό ότι δεν θα ενημέρωνε τους δημοσιογράφους. Είναι λογικό πως δεν θα συγκαλούσε συνεντεύξεις Τύπου. Είναι λογικό πως θα έπραττε ότι είχε σχεδιάσει με τον τρόπο που το έπραξε. Παρ’ όλα αυτά, πόσο προσπάθησαν να κεφαλαιοποιήσουν προς όφελος τους αυτήν την κατάσταση οι ιμπεριαλιστές και πόσο τα κατάφεραν!

Fidel Castro - Che Guevara 986Αυτός είναι ο λόγος που έφερα σήμερα μαζί μου ορισμένα έγγραφα. Μην ανησυχείτε πως θα διαβάσω όλα τα έγγραφα εδώ. Πρόκειται μόνο να σας αναγνώσω ορισμένα πράγματα. Επειδή εδώ έχω αυτά που οι ιμπεριαλιστικές και αστικές εφημερίδες έχουν γράψει αναφορικά με την περίπτωση του στρατηγού Γκεβάρα, τι έγραψαν οι εφημερίδες των ΗΠΑ, τα περιοδικά τους, τα πρακτορεία ειδήσεων, οι λατινοαμερικανικές αστικές εφημερίδες και τα έντυπα σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Και πρόκειται να δούμε ποιός έπαιξε το ρόλο του βασικού εκπροσώπου της ιμπεριαλιστικής καμπάνιας της ίντριγκας και των σκευωριών κατά της Κούβας με αφορμή το θέμα του συντρόφου Γκεβάρα. Αρχικά, υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κατά τη διάρκεια των περασμένων δεκαετιών έχουν χρησιμοποιηθεί συνεχώς ενάντια στο επαναστατικό κίνημα. Και αν μου δώσετε λίγο χρόνο, πρόκειται να σας παρουσιάσω τα σημαντικότερα από αυτά. (Σύντομη παύση κατά την οποία ο Φιντέλ κοιτάει τα έγγραφα του και επιλέγει ένα απο αυτά).

Εδώ είναι μια ανταπόκριση του UPI (σ.σ: πρακτορείο ειδήσεων United Press International) με ημερομηνία 6 Δεκέμβρη 1965: “Ο Ερνέστο Γκεβάρα δολοφονήθηκε απ’ τον κουβανό πρωθυπουργό Φιντέλ Κάστρο έπειτα από εντολή της ΕΣΣΔ, ανακοίνωσε ο Φελίπε Αλμπαγκουάντε, επικεφαλής των μεξικανών τροτσκιστών σε δήλωσε του στην El Universal”. Σημειώνει δε πως ο Τσε εξολοθρεύτηκε για την εμμονή του να θέσει την Κούβα στην κινεζική γραμμή επιρροής. Αυτό, φυσικά, ήλθε την ίδια στιγμή που τροτσκιστικά στοιχεία ξεκίνησαν μια καμπάνια σε πολλά μέρη.

Όπως και πριν, με ημερομηνία 22 Οκτώβρη 1965, στην εβδομαδιαία εφημερίδα Marcha δημοσιεύθηκε άρθρο του γνωστού τροτσκιστή θεωρητικού Αδόλφο Γκιλ που αναφέρει ότι ο Τσε εγκατέλειψε την Κούβα λόγω διαφορών με τον Φιντέλ αναφορικά με την Σινο-Σοβιετική διαμάχη κι πως ο Τσε δεν ήταν διατεθειμένος να επιβάλει την άποψη του στην ηγεσία. Ο ίδιος υποστήριζε πως ο Τσε πρότεινε την διάδοση της επανάστασης στο υπόλοιπο της Λατινικής Αμερικής, σε αντίθεση με την σοβιετική γραμμή. Γράφει (ο Γκιλ) πως η κουβανική ηγεσία είναι χωρισμένη σε μια συντηρητική πτέρυγα παλαιών αρχηγών του παρελθόντος, των οπαδών του Τσε, τον Φιντέλ και την ομάδα του. Γράφει πως ο Τσε εγκατέλειψε την Κούβα επειδή ο Τσε δεν είχε τα μέσα προκειμένου να εκφραστεί δημόσια και πως ο Φιντέλ φοβόταν να αντιμετωπίσει το λαό και να εξηγήσει την περίπτωση του Τσε.

Στις 31 Οκτώβρη 1965, ο ίδιος αυτός τροτσκιστής θεωρητικός, ως ανταποκριτής της ιταλικής εφημερίδας Nuovo Mondo, γράφει ένα άρθρο όπου αποκαλεί την κουβανική ηγεσία ως “φιλοσοβιετική” και κατηγορεί τον Φιντέλ πως δεν έχει εξηγήσει πολιτικά τι συνέβη στον Τσε. Γράφει πως ο Στρατηγός Γκεβάρα ηττήθηκε από την ομάδα του Κάστρο. Κριτικάρει τον Τσε διότι δεν αγωνίστηκε προκειμένου να επιβάλει την άποψη του και συμπεραίνει πως το κουβανικό κράτος, παραλυμένο απ’ την ίδια του την πολιτική, δεν υποστήριξε ανοιχτά τη δομινικανή επανάσταση.

Στην έκδοση του Οκτώβρη 1965, η ισπανική τροτσκιστική εφημερίδα Batalla ανακοινώνει: “Το μυστήριο που καλύπτει την υπόθεση του Τσε Γκεβάρα πρέπει να ξεκαθαριστεί. Φίλοι του Τσε υποθέτουν ότι το γράμμα που διαβάστηκε από τον Κάστρο είναι πλαστό και ρωτούν αν η κουβανική ηγεσία προσανατολίζεται σε συμβιβασμό με την γραφειοκρατεία του Κρεμλίνου”. Περίπου την ίδια περίοδο, το επίσημο όργανο των τροτσκιστών της Αργεντινής εκδίδει άρθρο στο οποίο αφήνει υπόνοιες πως ο Τσε είναι νεκρός ή κρατείται φυλακισμένος στην Κούβα. Γράφει: “Ξεκίνησε κόντρα με τον Φιντέλ Κάστρο αναφορικά με τη λειτουργία των εργατικών ενώσεων και την οργάνωση του στρατού”. Προσθέτει πως ο Τσε ήταν αντίθετος στη δημιουργία Κεντρικής Επιτροπής με τους εκλεκτούς του Κάστρο, ιδιαίτερα με στρατιωτικούς που υποστήριζαν τους σκληροπυρηνικούς της Μόσχας.

Παρ’ όλα αυτά, ένα απ’ τα πιο άθλια άρθρα, το πιο απαίσιο, το πιο απρεπές, είναι αυτό που γράφτηκε απ’ τον ηγέτη του πολιτικού γραφείου της 4ης Διεθνούς στη Λατινική Αμερική, και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Lucha Operaria της Ιταλίας. Από αυτό το μεγάλο άρθρο θα σας διαβάσω μόνο τρείς παραγράφους. Ξεκινάει λέγοντας: “Μια παράμετρος της χειροτέρευσης της διεθνούς κρίσης της γραφειοκρατίας είναι η απέλαση του Γκεβάρα. Ο Γκεβάρα απελάθηκε τώρα, όχι οκτώ μήνες πριν. Η συζήτηση με τον Γκεβάρα έχει διαρκέσει οκτώ μήνες. Αυτοί οι μήνες δεν πέρασαν πίνοντας καφέ. Πάλεψαν σκληρά και ίσως υπάρχουν νεκροί, ίσως ξηγήθηκαν με πιστόλια. Δε μπορούμε να πούμε εάν σκότωσαν ή οχι τον Γκεβάρα, αλλά έχουμε το δικαίωμα να υποθέτουμε πως τον σκότωσαν. Γιατί δεν έχει εμφανιστεί ο Γκεβάρα; Δεν τον έχουν παρουσιάσει στην Αβάνα με τον φόβο των επιπτώσεων, για την αντίδραση του πληθυσμού – αλλά στο κάτω κάτω, κρύβοντας τον προκαλούν το ίδιο αποτέλεσμα. Ο κόσμος λέει, “γιατί ο Γκεβάρα δεν εμφανίζεται;” Δεν πρόκειται για πολιτική κατηγορία. Τον επαινούν πολιτικά. Γιατί δεν έχουν παρουσιάσει τον Γκεβάρα; Γιατί δεν έχει μιλήσει; Πως είναι δυνατόν ένας απ’ τους ιδρυτές του κουβανικού εργατικού κράτους, ο οποίος μέχρι πριν από λίγο καιρό γυρνούσε τον κόσμο στο όνομα αυτού του κράτους, απροσδόκητα να λέει: “Βαρέθηκα με την κουβανική επανάσταση. Πάω να δημιουργήσω επανάσταση κάπου αλλού”. Κάπου αλλού, και δεν λένε που έχει πάει, και δεν εμφανίζεται. Εάν δεν υπάρχουν διαφορές, γιατί δεν εμφανίζεται; Ολόκληρος ο κουβανικός λαός αντιλαμβάνεται πως υπάρχει μια τεράστια μάχη και αυτή η μάχη δεν έχει τελειώσει. Ο Γκεβάρα δεν ήταν μόνος και δεν είναι μόνος. Εάν λάβουν αυτά τα μέρα ενάντια στο Γκεβάρα, είναι εξαιτίας της μεγάλης υποστήριξης που έχει. Λίγο καιρό πριν η κουβανική κυβέρνηση δημοσίευσε μια πολύ αυστηρή οδηγία σύμφωνα με την οποία καθίσταται αναγκαία η επιστροφή όλων των όπλων και οπλικών συστημάτων στο κράτος. Σε αυτή τη φάση η κατάσταση ήταν κάπως συγκεχυμένη. Τώρα είναι ξεκάθαρο γιατί εκδόθηκε η οδηγία αυτή. Ήταν ενάντια στους παρτιζάνους του Γκεβάρα. Φοβούνται κάποια εξέγερση”. Ορίστε και μια άλλη παράγραφος: “Γιατί έχουν σωπάσει το Γκεβάρα; Η 4η Διεθνής οφείλει να ξεκινήσει δημόσια καμπάνια γι’ αυτό το θέμα, ζητώντας την εμφάνιση του Γκεβάρα, το δικαίωμα του Γκεβάρα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να εκφράζεται ελεύθερα, να ζητήσει απ’ το λαό να μην εμπιστεύεται τα μέτρα που παίρνει το κουβανικό κράτος επειδή πρόκειται για γραφειοκρατικά μέτρα, ίσως εκδιδόμενα από δολοφόνους. Έχουν εξοντώσει το Γκεβάρα για να σταματήσει τον αγώνα του”. […] Στην συνέχεια γράφει: “Αυτό αποδεικνύει όχι μόνο τη δύναμη του Γκεβάρα, ή μιας ομάδας φιλικά προσκείμενης προς τον ίδιο στην Κούβα, αλλά την ωριμότητα των συνθηκών στα υπόλοιπα εργατικά κράτη για την καρποφορία αυτών των θέσεων μέσα σε λίγο χρόνο. Η γραφειοκρατία δεν εξαπατάται με μέσα αυτού του τύπου. Η εξολόθρευση του Γκεβάρα σημαίνει για τη γραφειοκρατία την προσπάθεια αποψίλωσης μιας βάσης πιθανών επαναστατικών τάσεων που συνεχίζουν να αναπτύσσουν την παγκόσμια επανάσταση. Αυτή είναι η βάση για την εξολόθρευση του Γκεβάρα. Και όχι μόνο είναι κίνδυνος για την Κούβα, αλλά ασκεί επιρροή και στις υπόλοιπες επαναστάσεις της Λατινικής Αμερικής. Η Γουατεμάλα είναι στο πλευρό της Κούβας – είναι στο πλευρό της με το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Παρά την ισχύ και τους λόγους του σπουδαιότερου ηγέτη της, του Φιντέλ Κάστρο, δεν έχει καταφέρει να αποσοβήσει τη μετατροπή του Κινήματος της 13ης Νοέμβρη σε επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα που παλεύει κατευθείαν για τον Σοσιαλισμό”.

Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι αυτός ο κύριος, ένας ηγέτης της 4ης Διεθνούς, αναφέρει εδώ με αλαζονεία την περίπτωση της Γουατεμάλας και του Κινήματος της 13ης Νοέμβρη. Επειδή, ακριβώς σε σχέση με αυτό το κίνημα, ο ιμπεριαλισμός των Γιάνκηδων έχει χρησιμοποιήσει μια απ’ τις πλέον ευφυείς τακτικές για να αποδομήσει ένα επαναστατικό κίνημα, όπως με τη διείσδυση πρακτόρων της 4ης Διεθνούς οι οποίοι, από άγνοια – πολιτική άγνοια – έκαναν τον βασικό πολιτικό αρχηγό (σ.σ: εννοεί του Κινήματος 13ης Νοέμβρη) να υιοθετήσει αυτές τις ψευδεπίγραφες, αντι-ιστορικές απόψεις που χωρίς αμφιβολία υπηρετούν τον Ιμπεριαλισμό, όπως κάνει και το πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς. […] Κάνοντας το αυτό, η 4η Διεθνής διέπραξε ένα αληθινό έγκλημα κατά του επαναστατικού κινήματος απομονώνοντας το απ’ τον υπόλοιπο λαό, από τις μάζες, ιδιαίτερα όταν το εμποτίζει με ανοησίες, με ψευτιές και με το απεχθές πράγμα που ο Τροτσκισμός σήμερα παριστάνει στο πολιτικό στερέωμα. Παρόλο που κάποια στιγμή ο Τροτσκισμός εκπροσωπούσε μια λανθασμένη θέση, αλλά μια θέση στο πεδίο των πολιτικών ιδεών, έγινε στα επόμενα χρόνια ένα χυδαίο όργανο του Ιμπεριαλισμού και της αντίδρασης. Αυτός είναι ο τρόπος που σκέφτονται αυτοί οι κύριοι».

Με τον παραπάνω λόγο του, ο Φιντέλ Κάστρο απαντούσε σε όλους σε εκείνους που έπαιζαν το ρόλο του ιμπεριαλιστικού “δούρειου ίππου” στο επαναστατικό κίνημα, που μέχρι και σήμερα κάνουν λόγο για εξαναγκασμό του Τσε Γκεβάρα να φύγει απ’ την Κούβα, να εξαφανιστεί απ’ το πολιτικό προσκήνιο. Η ίδια η αλληλογραφία του Τσε – το τελευταίο γράμμα στον Φιντέλ αλλά και τα γράμματα που του είχε στείλει από το Κονγκό – αποδεικνύουν ότι οι δύο άνδρες διατηρούσαν πάντοτε μια αμοιβαία φιλία, στη βάση της συντροφικότητας και του σεβασμού.

ramonet-100 hours with fidelΑρκετές δεκαετίες αργότερα, μιλώντας στον Ιγνάσιο Ραμονέ για το βιβλίο «Εκατό ώρες με τον Φιντέλ», ο Φιντέλ μιλά για την εποχή εκείνη της αναχώρησης του Γκεβάρα απ’ το νησί.

Ρωτά ο Ραμονέ: Ο διεθνής τύπος έλεγε ότι υπήρχε ρήξη ανάμεσα στους δυο σας, σοβαρές πολιτικές διαφωνίες, έλεγαν ότι τον είχαν φυλακίσει εδώ, ακόμα και ότι τον είχαν σκοτώσει…

Φιντέλ: Ανεχτήκαμε σιωπηλά εκείνον τον σωρό των φημών και των μηχανορραφιών. Όμως αυτός, φεύγοντας στα τέλη Μαρτίου του 1965, μου είχε γράψει ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα. […] Και στο μεταξύ αυτή η μηχανορραφία να προχωράει, ο εχθρός να σπέρνει ζιζάνια και αμφιβολίες ότι ο Τσε Γκεβάρα είχε “εκκαθαριστεί”, όχι είχαν σημειωθεί διαφωνίες…

Ραμονέ: Υπήρχε μια ολόκληρη εκστρατεία φημολογιών.

Φιντέλ: Ο Τσε μου γράφει αυτό το γράμμα (σ.σ: αυτό που ο Κάστρο διάβασε δημόσια τον Οκτώβρη του 1965 κατά την συγκρότηση της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας) αυθόρμητα, νομίζω μάλιστα και με μεγάλη ειλικρίνεια: “Μετανιώνω που δεν πίστεψα αρκετά σε σένα…” και μιλάει για την κρίση του Οκτωβρίου και άλλα πράγματα. Νομίζω ότι δεν πίστευε σε κανέναν, γιατί ήταν αυστηρός απέναντι στους πολιτικούς, είχε υποφέρει… […] Από την Αφρική, πάει στην Τσεχοσλοβακία, στην Πράγα το Μάρτιο του 1966 – μια περίπλοκη κατάσταση, βρίσκεται εκεί, πράγματι, κρυφά. Δεν του περνούσε απ’ το μυαλό, από την στιγμή που είχε αποχαιρετήσει να γυρίσει εδώ. Αλλά τα στελέχη για τη Βολιβία είχαν ήδη επιλεγεί… Τότε είναι που του γράφω ένα γράμμα όπου του μιλάω λογικά, κάνω έκκληση στην αίσθηση καθήκοντος και στον ορθολογισμό του.

Ραμονέ: Για να γυρίσει στην Κούβα;

Φιντέλ: Ναι, αυτό το γράμμα νομίζω ότι έχει δημοσιευτεί, η οικογένεια του δημοσίευσε αυτό το γράμμα. Τον πείθω να γυρίσει, του λέω ότι είναι το πιο βολικό γι’ αυτό που ήθελε να κάνει. “Απο κει είναι αδύνατον να το κάνεις αυτό. Πρέπει να έρθεις”. Δεν του λέω “πρέπει” ως διαταγή να έρθει, τον πείθω, του λέω ότι το καθήκον του είναι να γυρίσει, να παραβλέψει τα πάντα και να τελειώσει την προετοιμασία για την υπόθεση της Βολιβίας. Και γυρίζει κρυφά. Κανείς δεν το γνώρισε πουθενά. Ούτε στη διάρκεια του ταξιδιού. Γύρισε εδώ τον Ιούλιο του 1966.

Che and Fidel - companeros 24Επιμέλεια-Μετάφραση: Ν.Μόττας/Guevaristas. Πηγές: Castro Speech Database, Latin American Network Information & Ιγνάσιο Ραμονέ, «Εκατό ώρες με τον Φιντέλ», Εκδ. Πατάκης, 2007.

Φιντέλ Κάστρο: Πως έγινα Κομμουνιστής

Fidel Castro Ruiz 1Το παρακάτω κείμενο είναι σύνθεση απαντήσεων που έδωσε ο Φιντέλ Κάστρο σε ερωτήσεις φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Κονσεψιόν, στην Χιλή, στις 18 Νοέμβρη 1971. Το παραθέτουμε ως ενδιαφέρουσα – και διδακτική – μαρτυρία ενός ηγέτη που σημάδεψε όχι μόνο την Κουβανική και Παγκόσμια Ιστορία του 20ου αιώνα αλλά και τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα προσωπικά, μέσω της άρρηκτης φιλίας και συντροφικότητας που για 11 χρόνια συνέδεσε τους δύο άντρες.

Ήμουν γιός ενός γαιοκτήμονα – αυτό ήταν ένας λόγος για να είμαι αντιδραστικός. Μορφώθηκα σε θρησκευτικά σχολεία όπου πήγαιναν τα παιδιά των πλουσίων – ένας ακόμα λόγος για να είμαι αντιδραστικός. Ζούσα στην Κούβα, όπου όλες οι ταινίες, οι εκδόσεις και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ήταν “Made in USA” – ένας τρίτος λόγος για να είμαι αντιδραστικός. Σπούδασα σ’ ένα πανεπιστήμιο όπου απο 15.000 φοιτητές, μόνο τριάντα ήταν αντιιμπεριαλιστές κι εγώ ήμουν ένας απο εκείνους τους τριάντα στο τέλος. Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο, μπήκα ως γιος γαιοκτήμονα – και για να κάνουμε τα πράγματα χειρότερα, ήμουν πολιτικά αγράμματος!

… Και κάτι άλλο. Κανένα κομματικό μέλος, κανένας κομμουνιστής, κανένας σοσιαλιστής ή εξτρεμιστής δε με πήρε με το μέρος του να με κατηχήσει. Όχι. Μου έδωσαν ένα μεγάλο, βαρύ, διαβολεμένο, πληχτικό και ανυπόφορο διδακτικό βιβλίο που προσπαθούσε να εξηγήσει την πολιτική οικονομία από αστική άποψη – αυτό το πράγμα το έλαγαν πολιτική οικονομία!

Κι’ αυτό το ανυπόφορο βιβλίο παρουσίαζει τις κρίσεις της υπερπαραγωγής και άλλα τέτοια προβλήματα σαν τα πιο φυσικά στον κόσμο. Εξηγούσε πως στη Βρετανία, όταν υπήρχε αφθονία κάρβουνου, υπήρχαν εργάτες που δεν είχαν καθόλου, γιατί σύμφωνα με τους αδυσώπητους φυσικούς και αμετάβλητους νόμους της ιστορίας, της κοινωνίας και της φύσης, παρουσιάζονται αναπόφευκτα κρίσεις υπερπαραγωγής και όταν παρουσιάζονται, φέρνουν ανεργία και πείνα. Δηλαδή, όταν υπάρχει πολύ κάρβουνο, οι εργάτες κρυώνουν και πεινούν!

Έτσι εκείνος ο γιός του γαιοκτήμονα, που είχε μορφωθεί σε αστικά σχολεία και σύμφωνα με την αμερικανική προπαγάνδα, άρχισε να σκέπτεται ότι κάτι έφταιγε σ’ αυτό το σύστημα, κάτι δεν έβγαζε νόημα…

Σαν γιός ενός φτωχού ανθρώπου που αργότερα έγινε μεγάλος γαιοκτήμονας, είχα τουλάχιστον το πλεονέκτημα να ζω στην εξοχή, με τους χωρικούς, με τους φτωχούς, που ήταν όλοι φίλοι μου. Αν ήμουν εγγονός γαιοκτήμονα, είναι πολύ πιθανό ότι ο πατέρας μου θα με είχε φέρει να ζήσω στην πρωτεύουσα, σε κάποια υπεραριστοκρατική συνοικία κι εκείνοι οι θετικοί παράγοντες που διέθετα, δεν θα μπορούσαν να επιζήσουν λόγω της επιρροής του περιβάλλοντος. Ο εγωϊσμός και άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά που έχουμε εμείς οι άνθρωποι, θα είχαν επικρατήσει.

Ευτυχώς, τα σχολεία στα οποία σπούδασα, ανέπτυξαν μερικούς απο τους θετικούς παράγοντες. Ένας ορισμένος ιδεαλιστικός ορθολογισμός, μια ορισμένη έννοια του καλού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου, κι’ ένα ορισμένο πνεύμα εξεγερτικότητας ενάντια στις επιβολές και την καταπίεση, με οδήγησαν σε μια ανάλυση της ανθρώπινης κοινωνίας και με μετέτρεψαν σε αυτό που αντιλήφθηκα αργότερα πως ήταν ουτοπικός κομμουνιστής. Εκείνο το διάστημα, δεν είχα ακόμα την καλή τύχη να γνωρίσω έναν κομμουνιστή ή να διαβάσω κάποιο κομμουνιστικό ντοκουμέντο.

Λοιπόν, μια μέρα, έπεσε στα χέρια μου ένα αντίγραφο του Κομμουνιστικού Μανιφέστου – του ξακουστού Κομμουνιστικού Μανιφέστου! – και διάβασα μερικά πράγματα που δεν ξέχασα ποτέ… Τι φράσεις, τι αλήθειες! Και βλέπαμε εκείνα τα πράγματα κάθε μέρα! Ένιωθα σαν μικρό ζώο που γεννήθηκε σ’ ένα δάσος το οποίο δεν καταλάβαινε. Τότε, εντελώς ξαφνικά, βρίσκει ένα χάρτη εκείνου του δάσους – μια περιγραφή, μια γεωγραφία εκείνου του δάσους και όλων μέσα σ’αυτό. Τότε ήταν που βρήκα τον προσανατολισμό μου. Ρίξτε μια ματιά τώρα και δείτε αν οι ιδέες του Μαρξ δεν ήταν δίκαιες, σωστές κι εμπνευσμένες. Αν δεν είχαμε βαδίσει τον αγώνα μας σ’αυτές, δεν θα ήμασταν εδώ τώρα! Δεν θα ήμασταν εδώ!

Λοιπόν, ήμουν κομμουνιστής; Όχι. Ήμουν ένας άνθρωπος που ήταν αρκετά τυχερός να ανακαλύψει μια πολιτική θεωρία, ένας άνθρωπος που πιάστηκε στη δίνη της πολιτικής κρίσης της Κούβας πολύ καιρό πριν γίνει ολοκληρωμένος κομμουνιστής. Συνέχισα να εξελίσσομαι. Έπειτα, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον ιμπεριαλισμό πιο χειροπιαστά απ’ ότι τον είχα γνωρίσει από το βιβλίο του Λένιν. Τον γνώρισα στην Κούβα, σε απόσταση μόνο 150 χιλιομέτρων από αυτόν. Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον ιμπεριαλισμό – τον χειρότερο και πιο επιθετικό απ’ όλους… Και πιστεύω ότι η ζωή μου έδωσε μια καλύτερη κατανόηση της πραγματικότητας.

Μ’ έκανε περισσότερο επανάστατη, περισσότερο σοσιαλιστή, περισσότερο κομμουνιστή.

Το κείμενο περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Η Επαναστατική Κούβα» του Τέρενς Κάνον, Εκδόσεις Χοσέ Μαρτί, 1987.

Κινητοποιώντας τις μάζες για την εισβολή

Che 1961Ομιλία του Τσε σε εργάτες ζαχαροκάλαμων στην Σάντα Κλάρα, στις 28 Μάρτη 1961, είκοσι μόλις μέρες πριν την εισβολή του Κόλπου των Χοίρων.

Κάθε στιγμή πρέπει να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας: είμαστε σε πόλεμο, έναν ψυχρό πόλεμο όπως τον αποκαλούνε, έναν πόλεμο όπου δεν υπάρχει πρώτη γραμμή, ούτε συνεχής βομβαρδισμός, αλλά όπου οι δύο πλευρές – ο μικρός πρωταθλητής της Καραϊβικής και η τεράστια ιμπεριαλιστική ύαινα – έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο γνωρίζοντας ότι ένας απ’ τους δύο πρόκειται να καταλήξει νεκρός στη μάχη.

Οι βορειοαμερικανοί γνωρίζουν, το γνωρίζουν πολύ καλά, σύντροφοι, πως η νίκη της Κουβανικής Επανάστασης δεν θα είναι μια απλή ήττα για την αυτοκρατορία, ούτε ένας ακόμη κρίκος στη μακρυά αλυσίδα της ήττας που η πολιτική της ισχύος και της καταπίεσης τους ενάντια στου λαούς επιφέρει τα τελευταία χρόνια. Η νίκη της Κουβανικής Επανάστασης θα αποτελέσει μια χειροπιαστή απόδειξη, μπροστά σε όλη την Αμερική, πως οι λαοί είναι σε θέση να σηκώσουν κεφάλι, ότι μπορούν να σηκωθούν όρθιοι μόνοι τους μέσα στα δόντια του τέρατος. Θα σημάνει την αρχή του τέλους της αποικιοκρατικής ηγεμονίας στην Αμερική, κάτι που σημαίνει, την πραγματική αρχή του τέλους για το βορειοαμερικανικό ιμπεριαλισμό.

Αυτός είναι ο λόγος που οι ιμπεριαλιστές δεν παραιτούνται, επειδή αυτός είναι ένας αγώνας μέχρι θανάτου. Αυτός είναι ο λόγος που δε μπορούμε να κάνουμε βήμα πίσω. Διότι την πρώτη στιγμή που θα οπισθοχωρίσουμε ένα βήμα, θα σημάνει την αρχή μιας μακράς αλυσίδας και για μας και θα καταλήξει με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει με τους κάλπικους ηγέτες και όλους τους λαούς που, σε συγκεκριμένη στιγμή της ιστορίας δεν αντιστάθηκαν στη θέληση της αυτοκρατορίας.

Γι’ αυτό πρέπει να πάμε μπροστά, βάλλοντας ακούραστα κατά του Ιμπεριαλισμού. Απ’ όλο τον κόσμο έχουμε να πάρουμε μαθήματα. Η δολοφονία του Λουμούμπα πρέπει να γίνει μάθημα για όλους μας. Η δολοφονία του Πατρίς Λουμούμπα αποτελεί παράδειγμα για το τι είναι ικανή να κάνει η αυτοκρατορία όταν ο αγώνας ενάντια σε αυτήν γίνεται με σταθερό τρόπο. Ο Ιμπεριαλισμός πρέπει να χτυπηθεί στο πρόσωπο και μία και δύο φορές και μετά πάλι, σε μια ατέλειωτη σειρά χτυπημάτων. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για τους λαούς ώστε να αποκτήσουν την πραγματική τους ανεξαρτησία.

Ποτέ βήμα πίσω, ποτέ στιγμή αδυναμίας! Και κάθε φορά που οι περιστάσεις ενδέχεται να μας βάλουν στον πειρασμό να σκεφτούμε πως θα ήταν καλύτερα εάν δεν πολεμούσαμε ενάντια στην αυτοκρατορία, ας σκεφτούμε, ο καθένας απο εμάς, τη μακρυά αλυσίδα των βασανισμών και των θανάτων που πέρασε ο κουβανικός λαός προκειμένου να αποκτήσει την ανεξαρτησία του. Ας σκεφτούμε όλοι μας τους διωγμούς των αγροτών, τις δολοφονίες των εργατών, τις απεργίες που διαλύθηκαν από την αστυνομία, όλα αυτά τα είδη της ταξικής καταπίεσης που έχουν τώρα εξαφανιστεί πλήρως από την Κούβα… Και, επιπλέον, ας αντιληφθούμε καλά πως κερδίζεται η νίκη με την προετοιμασία του λαού, με την ενίσχυση της επαναστατικής του συνείδησης στη δημιουργία ενότητας, απαντώντας σε κάθε προσπάθεια εκφοβισμού και επιθετικότητας με τα τουφέκια μας στην πρώτη γραμμή. Έτσι κερδίζεται…

Πρέπει να θυμόμαστε και να επιμένουμε συνέχεια στο εξής: Η νίκη του κουβανικού λαού δε μπορεί ποτέ να έρθει μόνο μέσω της εξωτερικής βοήθειας, παρότι είναι επαρκής και γεναιόδωρη, παρά την σπουδαία και ισχυρή αλληλεγγύη που μπορεί να επιδείξουν (απέναντι μας) οι λαοί του κόσμου. Διότι, ακόμη και με την σπουδαία αλληλεγγύη όλων των λαών προς στον Πατρίς Λουμούμπα και το λαό του Κονγκό, εάν λείπουν οι αναγκαίες συνθήκες στο εσωτερικό της χώρας, όταν οι ηγέτες αποτυγχάνουν να αντιληφθούν πως να αντεπιτεθούν χωρίς οίκτο ενάντια στον Ιμπεριαλισμό, όταν κάνουν πισωγυρίσματα, χάνουν τον αγώνα. Και δεν τον έχασαν μόνο για λίγα χρόνια, αλλά ποιός ξέρει για πόσα χρόνια! Αυτό αποτέλεσε ένα μεγάλο πισωγύρισμα για όλους τους λαούς.

Αυτό είναι που πρέπει να γνωρίζουμε καλά, ότι η νίκη της Κούβας έγκειται, όχι στους σοβιετικούς πυραύλους, ούτε στην αλληλεγγύη του σοσιαλιστικού κόσμου, ούτε στην αλληλεγγύη του κόσμου ολόκληρου. Η νίκη της Κούβας έγκειται στην ενότητα, την εργατικότητα και το πνεύμα αυτοθυσίας του λαού της.

Πηγή: Marxists Internet Archive, 2002.